Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

30 ΜΑΡΤΙΟΥ 1822 : ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΗΝ ΣΦΑΓΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ

Το 1818 ο Παντιάς Ροδοκανάκης και ο Νικόλαος Μυλωνάς αποτάθηκαν στο Δημήτριο Υψηλάντη για την απελευθέρωση του νησιού από τους Τούρκους. Ζήτησαν έτσι ναυτική βοήθεια από τις Σπέτσες , την Ύδρα και τα Ψαρά, που συμφώνησαν με την ιδέα απελευθέρωσης του νησιού.  Μεγάλη μερίδα όμως Χιωτών διαφωνούσαν με την ιδέα του ξεσηκωμού, λόγω των προνομίων που κατείχαν στο νησί. 
Στις 27 Απριλίου 1821 ο Υδραίος Ιάκωβος Τομπάζης φτάνει στη Χίο με 25 πλοία με σκοπό να παρακινήσει τους Χιώτες να εξεγερθούν κατά των Τούρκων. Στέλνει κάποιον ψαριανό να μεταφέρει το μήνυμα της επανάστασης στην ύπαιθρο και στα χωριά , γιατί γνώριζε την αντίθετη στάση των προκρίτων και των κατοίκων της πόλης. Τρεις Δημογέροντες πήγαν «στου πασά τη βρύση» και επικοινώνησαν μαζί του κρυφά. Εξήγησαν τους λόγους που δεν μπορούσαν να δώσουν βοήθεια, επειδή ο περισσότερος πληθυσμός ήταν άοπλος , άπειρος και απροετοίμαστος. Επίσης του εξήγησαν ότι οι επιπτώσεις στον πληθυσμό των Ελλήνων κατοίκων της Χίου , όπως και των άλλων Χιωτών που είχαν εγκατασταθεί εκτός του νησιού(Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη),  θα ήταν τραγικές. Έτσι παρακάλεσαν τον Τομπάζη να φύγει από το νησί. Μετά από 3 μέρες ο στόλος εγκατέλειψε άπρακτος το νησί.
Οι Τούρκοι πληροφορήθηκαν το γεγονός της άφιξης των ελληνικών πλοίων έξω από το νησί, κάλεσαν τους Δημογέροντες (Μικές Βλαστός, Ιωάννης Πατρικούσης και Χατζή Πολυχρόνης Διοματάρης), για να τους πάρουν πληροφορίες. Οι Δημογέροντες αρνήθηκαν ότι γνωρίζουν κάτι σχετικά και οι Τούρκοι τους ζήτησαν να καλέσουν και άλλους πρόκριτους.  Στη συνέχεια ήρθαν 10 πρόκριτοι και ο μητροπολίτης Πλάτων με το διάκονό του Μακάριο Γαρρή. Οι Τούρκοι τους φυλάκισαν στη σκοτεινή φυλακή του κάστρου. Επιπλέον οι Τούρκοι ζήτησαν από τους Χιώτες να παραδώσουν ό,τι όπλα είχαν και να μην κυκλοφορούν τις βραδινές ώρες.
Τον Οκτώβρη του 1821 οι Τούρκοι ζήτησαν στρατιωτική βοήθεια από το σουλτάνο. Πράγματι ήρθαν 1000 στρατιώτες από την Κωνσταντινούπολη και 200 από την Κρήτη. Το Γενάρη του 1822 τρεις Χιώτες πρόκριτοι, οι Θ. Ράλλης, Ι. Σκυλίτζης και Π. Ροδοκανάκης φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη ως ενέχυρα και ρίχνονται στη φυλακή.
Το Σάββατο 11 Μαρτίου του 1822 ο Αρχηγός της επανάστασης στη Σάμο , Λυκούργος Λογοθέτης, φτάνει στη Χίο με το Χιώτη Μπουρνιά και με 2500-4500 άνδρες(ο στόλος ήταν 8 μπρίκια και 30 βοηθητικά πλοία). Η απόβαση του Λογοθέτη έγινε ταυτόχρονα στον κόλπο της Αγίας Ελένης και στην Αγκάλη. Στο εντωμεταξύ είχαν ειδοποιηθεί αρκετοί Χιώτες , οι οποίοι έσπευσαν να ενωθούν με τους άνδρες του Λογοθέτη.  Ο Βαχήτ Πασάς στέλνει δύο τμήματα στρατού , ένα για να εμποδίσει την απόβαση και ένα άλλο στον Κάμπο, για να πλευροκοπήσει την αποβατική δύναμη του Λογοθέτη. Αρχικά οι μάχες γέρνουν προς την πλευρά των Ελλήνων. Οι Τούρκοι αναγκάζονται να κλειστούν στο κάστρο. Ο Μπουρνιάς με τους στρατιώτες του χτυπούν τους Τούρκους από το Παλαιόκαστρο(σημερινά σχολεία Βουνακίου). Στο ύψωμα της Παναγίας Τουρλωτής μια ομάδα από Σαμιώτες κανονιοβολούν την πόλη. Άλλοι επαναστάτες οχυρώνονται στο «Ψωμί»(Μπέλλα Βίστα), στο λόφο «Ασωμάτων»(Ευαγγελίστρια) και στον κάτω Γιαλό.
Η απελευθέρωση της Χίου έγινε δεκτή από τους Χιώτες με ένα αίσθημα φόβου σχετικά με την έκβαση της επανάστασης. Μάλιστα πολλοί Χιώτες πλούσιοι φεύγουν από το νησί.
Μόλις οι Τούρκοι στην Κωνσταντινούπολη μαθαίνουν το γεγονός της επανάστασης της Χίου,  στέλνουν τον Τουρκικό στόλο με ναύαρχο τον Καρά Αλή. Στις 30 Μαρτίου 1822 ο Τουρκικός στόλος (46 πλοία και 7000 στρατιώτες) φτάνει στο βόρειο τμήμα του νησιού. Λίγες ώρες μετά ενώνονται με άλλους ομοεθνείς τους που βγήκαν από το κάστρο και ξεκινούν τη σφαγή , τις λεηλασίες και το κάψιμο της πόλης. Ο Λογοθέτης και ο Μπουρνιάς αποχώρησαν προς το εσωτερικό του νησιού , λέγοντας το σύνθημα « ο σώζων εαυτό σωθήτω».
Τη Μεγάλη Παρασκευή, 31 Μαρτίου 1822, καίγεται ο ναός της Τουρλωτής και δίνεται το σύνθημα στους Τούρκους για γενική αιματοχυσία και αποτέφρωση της πόλης. Από εκείνη τη μέρα και για 4 μήνες φτάνουν Τούρκοι κατάδικοι από τις απέναντι Τουρκικές ακτές με σκοπό το φόνο, τη λεηλασία και τα λάφυρα. Υπολογίζεται ότι κατέφθασαν 40.000 Τούρκοι άτακτοι αυτήν την περίοδο. Ταυτόχρονα ο Βαχήτ Πασάς αναγγέλλει τη διαταγή του σουλτάνου να θανατώνονται βρέφη έως 3 ετών , αγόρια και άνδρες άνω των 12 ετών , γυναίκες άνω των 40 ετών , να αιχμαλωτίζονται κορίτσια και γυναίκες από 3 έως 40 ετών και αγόρια από 3 έως 12 ετών. Γλίτωναν μόνο όσοι ασπάζονταν το μωαμεθανισμό.
Οι περισσότεροι Χιώτες άρχισαν να μετακινούνται προς το εσωτερικό του νησιού για να σωθούν από το μένος των Τούρκων. Τα καταφύγιά τους ήταν αρχικά οι  Καρυές, το Αίπος, η Νέα Μονή, το μοναστήρι του Αγίου Μηνά και ο Άγιος Γεώργιος ο Συκούσης.
Το Μεγάλο Σάββατο, 1η  Απριλίου 1822 καίγεται η Σχολή της Χίου, σφαγιάζονται σχεδόν όλοι, ακόμα και οι λεπροί. Ο Βαχήτ Πασάς είχε εκδώσει διαταγή ότι όσες γλώσσες και αυτιά του πήγαιναν , τόσα περισσότερα κέρδη θα είχαν.  
Στις 2 Απριλίου 1822(Πάσχα) μπαίνουν οι Τούρκοι(15000 άνδρες) στο μοναστήρι του Αγίου Μηνά από ένα μικρό άνοιγμα που υπήρχε στον περίβολο και σφαγιάζουν τους  3000 Χιώτες που είχαν κρυφτεί. Στη συνέχεια πυρπολούν το μοναστήρι. Την ίδια μέρα το ίδιο γεγονός γίνεται και στη Νέα Μονή. Η κατάσταση γενικεύεται και σε άλλα χωριά της Χίου. Οι Σαμιώτες εγκατέλειψαν τη Χίο και έπλευσαν προς τα Ψαρά.
Την Τετάρτη 5 Απριλίου του 1822 βγάζει ανακοίνωση ο Καρά Αλής , πως όσοι Χιώτες παραδώσουν τα όπλα τους και επιστρέψουν στην πόλη , θα αφεθούν ελεύθεροι(αμνηστία). Μάλιστα εξασφάλισαν οι Τούρκοι και επιστολή του φυλακισμένου Μητροπολίτη και των Δημογερόντων , η οποία ανέφερε τις ειλικρινές προθέσεις των Τούρκων. Οι πρόξενοι της Αγγλίας , της Αυστρίας και της Γαλλίας ανέλαβαν να μεταφέρουν την πρόταση στους Χιώτες και να τους πείσουν. Οι Χιώτες εμπιστεύθηκαν τους πρόξενους και άρχισαν να επιστρέφουν και να παραδίδουν τα όπλα τους. Βέβαια, όπως ήταν αναμενόμενο, οι Τούρκοι αθέτησαν το λόγο τους και άρχισαν να σφάζουν όσους κατέβαιναν στην πόλη. Η μεγάλη σφαγή συνεχίστηκε και στην κεντρική Χίο(Βροντάδο , Πιτυός, Θυμιανά και μετά Βορειόχωρα).  Στο ακρωτήρι του Κάβο Μελανιός, απέναντι από τα Ψαρά  βρήκαν καταφύγιο περίπου 10.000 Χιώτες και περίμεναν τα ψαριανά πλοία να τους μεταφέρουν στα Ψαρά. Δυστυχώς όμως η μεγάλη θαλασσοταραχή τους στάθηκε εμπόδιο και σφαγιάσθηκαν σχεδόν όλοι από τους Τούρκους με απερίγραπτη λύσσα. Ήταν τόσο πολύ το αίμα των αθώων, που η θάλασσα «μελάνιασε» γύρω από τον κάβο και την  παραλία.
Στις 18 Απριλίου στην Κωνσταντινούπολη σφαγιάζονται 3 Χιώτες όμηροι (Ράλλης, Σκυλίτζης , Ροδοκανάκης) και άλλοι 60 Χιώτες επιφανείς. Στις 23 Απριλίου του 1822 απαγχονίζονται   στην τάφρο του κάστρου της πόλης ο μητροπολίτης Πλάτων , ο διάκονός του Γαρρής και 9 πρόκριτοι. Στη συνέχεια θανατώνονται με τον ίδιο τρόπο και οι δημογέροντες που ήταν φυλακισμένοι ανά δέκα. Τα σκοτωμένα σώματά τους χλευάζονται από τους Τούρκους , οι οποίοι τα ρίχνουν μετά στη θάλασσα.
Λίγες μέρες μετά την καταστροφή , σχεδιάστηκε ναυτική επίθεση του στόλου των τριών ναυτικών νησιών εναντίον του Τουρκικού στόλου στο στενό του Τσεσμέ. Στις 18 Μαΐου πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίθεση . Οι έλληνες έκαναν αρκετές ζημιές στον Τούρκικό στόλο , αλλά απέτυχαν να πυρπολήσουν τη ναυαρχίδα του Καρά Αλή. Την 1η Ιουνίου του 1822 ο Κωνσταντίνος Κανάρης μαζί με τον Ανδρέα Πιπίνο και 40 ψαριανούς ξεκίνησαν από τα Ψαρά με 2 πυρπολικά και 4 περιπολικά πλοία και αφού μετάλαβαν των Αχράντων Μυστηρίων , μπήκαν στο στενό της Χίου με βόρειο άνεμο. Κρύφτηκαν και περίμεναν να βραδιάσει. Τέλειωνε τότε το ραμαζάνι των Τούρκων και ξεκινούσε η γιορτή του μπαϊραμιού. Στην τουρκική ναυαρχίδα επικρατούσε χαρά και κέφι με πολλούς καλεσμένους και κάποιες δυστυχισμένες αιχμάλωτες,  περίπου 2000 άτομα. Τότε τα δύο πυρπολικά κατάφεραν να μπουν ανάμεσα στα τουρκικά πλοία. Ο Κανάρης κατευθύνθηκε κατά την ναυαρχίδας του Καρά Αλή , ενώ ο Πιπίνος κατά της υποναυαρχίδας. Ο Κανάρης τα κατάφερε να πυρπολήσει την ναυαρχίδα , ενώ ο Πιπίνος δεν τα κατάφερε , γιατί βιάστηκε και έγινε αντιληπτός από τους Τούρκους.  Η ναυαρχίδα όμως τυλίχθηκε στις φλόγες και μετά ανατινάχθηκε , σκοτώνοντας και τον Καρά Αλή. Στις 7 Ιουνίου εξαπολύεται και τρίτο γιουρούσι των μαινόμενων Τούρκων στα  Μαστιχοχώρια και ολοκληρώνεται η καταστροφή του νησιού.
Το νησί ερημώθηκε. Οι Τούρκοι έφεραν από τον Τσεσμέ άλλους 600 Χριστιανούς για να μαζέψουν τη μαστίχα. Αυτοί όμως αγνοούσαν την καλλιέργειά της και οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να αφήσουν ελεύθερους αρκετούς Μαστιχοχωρίτες για να καλλιεργήσουν τους σχίνους. 
Μετά την καταστροφή, από τους 117.000 Χριστιανούς που ήταν ο τότε πληθυσμός της Χίου , έμειναν περίπου 1800 -2000 άνθρωποι. 21.000 ήταν οι φυγάδες(κατέφυγαν στα Ψαρά, Τήνο, Σύρο, Άνδρο, Αγκώνα, Τεργέστη, Μασσαλία, Οδησσό, Μάλτα, Λονδίνο)  και 52.000 οι αιχμάλωτοι. Υπολογίζουμε δηλαδή ότι σφαγιάσθηκαν περίπου 52.000 Χιώτες.
Η καταστροφή της Χίου συγκλόνισε όχι μόνο τον Ελληνισμό , αλλά και όλη την Ευρώπη. Οι εφημερίδες έγραφαν άρθρα εκφράζοντας τον αποτροπιασμό τους για τη μεγάλη σφαγή. Βιβλία κυκλοφορούσαν στην Αγγλία, Γαλλία , Γερμανία και οι φιλέλληνες προσπαθούσαν να ευαισθητοποιήσουν την κοινή γνώμη για να βοηθήσουν τα θύματα. Από τη μεγάλη σφαγή της Χίου εμπνεύστηκε ο μεγάλος Γάλλος ζωγράφος Ντελακρουά και ο Βίκτωρ Ουγκώ στο ποίημά του «Το Ελληνόπαιδο».
 

http://www.chioshistory.gr/gr/itx/itx25.html 
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ





Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

30 ΜΑΡΤΙΟΥ 1968 Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΔΙΕΓΡΑΨΕ ΤΑ ΧΡΕΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΓΡΟΤΙΑΣ

Σαν σήμερα πριν από 51 χρόνια ο ηγέτης της 21ης Απριλίου, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος διέγραψε τα χρέη της ελληνικής αγροτιάς, ώστε αγρότες ελεύθεροι από τα χρέη και το άγχος που αυτά έφερναν να επιδοθούν απρόσκοπτοι στην παραγωγή και να κάνουν, όπως και έκανα την Ελλάδα χώρα αυτάρκη.
Η αναγγελία της διαγραφής των χρεών έγινε από τον ίδιο τον Γεώργιο Παπαδόπουλο το Αλεξάνδρειο Αθλητικό Μέλαθρο στην Θεσσαλονίκη. Διαγράφηκαν όλα τα χρέη που οφείλονταν από το 1945 μέχρι το τέλος του 1962 και αυτά που ρυθμίστηκαν το 1963.
Επίσης όλα τα βραχυπρόθεσμα καλλιεργητικά δάνεια, ζωοτροφών. Όλα τα μεσοπρόθεσμα δάνεια, που χορηγήθηκαν για την ανάπτυξη των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.


Ακόμη διαγράφηκαν τα δάνεια όσων αγροτών πλήγησαν από τους συμμορίτες, αλλά και των απαχθέντων που επαναπατρίστηκαν από τις χώρες του Σιδηρούν Παραπετάσματος.
Όλα τα χρέη των γεωργικών συνεταιρισμών, οργανώσεων και κοινοπραξιών μέχρι της 21-4-1967 και όλα όσα ρυθμίστηκαν το 1965. Οι οφειλόμενες ληξιπρόθεσμες δόσεις μέχρι την 31-3-1968 των μέσομακροπροθέσμων δανείων.
Το Ανώτατο όριο των διαγραφομένων χρεών, ανά αγρότη, ήταν μέχρι των 100.000 δρχ. της εποχής εκείνης, με το δολάριο στις 30. (3.333 δολάρια, ή περίπου 26.800 σημερινά ευρώ).
Συνολικά ωφελήθηκαν 643.844 αγροτικές οικογένειες που γλίτωσαν 7.380.000.000 δραχμές. Ανακοινώνοντας την διαγραφή ο Γεώργιος Παπαδόπουλος μίλησε στους αγρότες λέγοντάς τους: «Οι Αγρότες είναι «οι Έλληνες των Ελλήνων», «το καθαρό μυαλό και η Ψυχή του Έθνους», «η πλέον υγιής μερίδα του Ελληνικού λαού», «ο κυματοθραύστης, επί του οποίου εθραύσθησαν όλοι οι κίνδυνοι, οι οποίοι ηπείλησαν την Πατρίδα».

«Και τούτο το επετύχατε», είπε, «μόνον χάρις εις την αγνότητα και χάρις εις την δύναμιν της Φιλοπατρίας και την συνείδησιν ευθύνης έναντι αυτού το οποίον μάθατε από την γιαγιά σας, από τον πατέρα σας, από τον παπά της εκκλησίας, από όλους τους σεβάσμιους της κοινότητος, οι οποίοι σας μιλούσαν δια την Πατρίδα, την Θρησκείαν και την Οικογενειαν(…)» Μισός αιώνας πέρασε από τότε, χρόνια μακρινά, μα και τόσο κοντινά. Χρόνια και εποχές που έχουμε ανάγκη όλοι μας να ξαναρθούν.
Χρόνια που οι ηγέτες μας ή μάλλον ο ΗΓΕΤΗΣ μας έσκυψε στα προβλήματα του ελληνικού λαού και τα αγκάλιασε σαν δικά του και κάτι παραπάνω. Τα έχουμε ανάγκη ειδικά σήμερα που η κυβέρνηση της αριστεράς συνεχίζει το καταστροφικό έργο των προηγούμενων φιλελεύθερων κυβερνήσεων και καταδικάσει την αγροτιά μας και μοιραία και την πατρίδα μας στον αφανισμό.
Κανείς όμως δεν μιλάει για αυτά, στα μεγάλα και «έγκυρα» ΜΜΕ δεν θα ακούσετε αναφορές, ούτε θα δείτε επίκαιρα της εποχής, μα φυσικά ο Παπαδόπουλος ήταν «δικτάτορας», αυτοί είναι «δημοκράτες», η τέλεια αντιστροφή και διαστρέβλωση των όρων.
Αλλά και κάτι άλλο, πολλοί έχουν μιλήσει για Σεισάχθεια, διαγραφή των χρεών δηλαδή, και επικαλούνται τον Σόλωνα τον Αθηναίο, γιατί φτάνουν τόσο πίσω στο παρελθόν, έχουν το παράδειγμα στην σύγχρονη, στην πολύ πρόσφατη, ιστορία μας. Αλήθεια αυτοί θα μνημονεύσουν τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, έστω μόνον και γι’ αυτό;
Δεν νομίζουμε, άλλωστε ένας «δικτάτορας» δεν είναι δυνατόν να κάνει ωφέλιμα έργα. 


Σήμερα είναι επίκαιρη όσο ποτέ η επίκληση του απλού λαού μας: ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΕ…. 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΧΗΤΗΣ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΡΙΒΑΣ-ΔΙΓΕΝΗΣ : ΕΝΑΣ ΕΝΤΙΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΗΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ-ΗΓΕΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Ομιλία του Δρος Γεωργίου Πετρίκκου Ομότιμου καθηγητή Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Καθηγητή Ιατρικής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου  


Πηγές:
ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΡΙΒΑ – ΔΙΓΕΝΗ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΑΓΩΝΟΣ Ε.Ο.Κ.Α. 1955-1959, Αθήνα 1961.
Λεωνίδου Λεωνίδας, «Γεώργιος Γρίβας Διγενής, Βιογραφία», (Τόμοι 1-3), Εκδόσεις Επιφανίου Λευκωσία, 1995
Ανδρέα Βαρνάβα « ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΕΟΚΑ 1955-1959», έκδοση Λευκωσία 2002.
Πέτρου Παπαπολυβίου, «Ψηφίδες Ιστορίας». Λευκωσία 2017 


Είναι με ιδιαίτερη συγκίνηση και χαρά που αποδέχτηκα την τιμητική πρόσκληση να είμαι ομιλητής στο φιλολογικό αυτό Μνημόσυνο του Αείμνηστου Αρχηγού της ΕΟΚΑ, Γεωργίου Γρίβα-Διγενή.
Αρχικά προβληματίστηκα αν είμαι το κατάλληλο πρόσωπο για την ομιλία αυτή, αλλά τελικά αποφάσισα να το κάνω, αφού είμαι και εγώ ένας από εκείνους που ο Διγενής σφράγισε με το αποτύπωμα του παραδείγματός του.
Γνώρισα νοερά τον Διγενή, όταν στα παιδικά μας χρόνια εμφανίστηκε ως ο ηγέτης του ηρωικού απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ του ᾽55-᾽59, τον συνάντησα μετά στα βουνά του Πενταδακτύλου, ως εθελοντής Εθνοφρουρός, όταν ξαναγύρισε στη Κύπρο με την Ελληνική Μεραρχία το ᾽64. Το ᾽65, ως τοπογράφος πυροβολικού με τις εντολές του, ως αρχηγού ΑΣΔΑΚ, με τους Έλληνες αξιωματικούς Σταφυλά και Πετρουλάκη οργανώσαμε όλα τα βόρεια παραλιακά αμυντικά έργα από Συριανοχώρι μέχρι Γαληνοπόρνη – Κορόφκια. Ο Διγενής τότε διακήρυσσε: «Ηµείς, ως στρατιώτες εις την υπηρεσίαν της νήσου, κατεστήσαµεν την περιοχήν εκείνην καθώς και ολόκληρον την νήσον απόρθητον δι’ οχυρώσεων και άλλων µέτρων που ελάβοµεν, ελθόντες εις σύγκρουσιν πολλάκις και προς την Ειρηνευτικήν Δύναµιν».
Τον ξανασυνάντησα αργότερα στην Αθήνα ως φοιτητής το 68-71, όταν μας στράτευσε ενάντια στη Χούντα που θεωρούσε επικίνδυνη για την Κύπρο. Και δεν μπορώ να μην αναφέρω την πικρία και απογοήτευσή του για την αχαριστία των πρώην συναγωνιστών του (πολιτικών της Κύπρου ) που, ενώ τον κάλεσαν για δεύτερη φορά το ᾽64 να σώσει την Κύπρο και το έπραξε, τον υπέσκαψαν και, σε συνεργασία με τη Χούντα, τον ξανα-απομάκρυναν μαζί με τη Μεραρχία από την Κύπρο με την προβοκάτσια των γεγονότων της Κοφίνου.
Μισό σχεδόν αιώνα από τον θάνατο του και 60 χρόνια από το τέλος του εθνικοαπελευθερωτικού μας αγώνα, βρισκόμαστε εδώ σήμερα για να τιμήσουμε τη μνήμη του, να σκιαγραφήσουμε την προσωπικότητά του και, αναπόφευκτα, να αποτιμήσουμε σε κάποιο βαθμό το έργο του.
Η χρονική απόσταση, που μας χωρίζει από την περίοδο της δράσης του, καθώς και η γνώση των γεγονότων που διαδραματίστηκαν στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, αλλά και οι εξελίξεις κατά τις δύο δεκαετίες του 21ου, μας επιτρέπουν μια πιο ψύχραιμη και, ώς ένα βαθμό, πιο αντικειμενική αποτίμηση της προσωπικότητας του ανδρός και της σημασίας των ενεργειών του. Υπό τη βασική όμως προϋπόθεση ότι κρίνουμε λαμβάνοντας υπ᾽ όψιν το όλο πολιτικο-ιδεολογικό πλαίσιο και το κλίμα, εθνικό και παγκόσμιο, της εποχής των γεγονότων και όχι με σημερινά κριτήρια, πράγμα που θα οδηγούσε σε ιστορικούς αναχρονισμούς και λανθασμένα συμπεράσματα.
Στην ομιλία μου θα διατρέξω περιληπτικά τη ζωή και το έργο του τιμώμενου Αρχηγού, και θα προσπαθήσω να αναδείξω μέσα από τη ζωή και τη μαχητική του πορεία τι δίδαξε σε εμάς, τους σχετικά νεότερους, με τους αγώνες του για τον Ελληνισμό και την προσήλωσή του σε διαχρονικές ιδέες και αξίες, όπως αυτή της πίστης στον Θεό και την Πατρίδα, την Ελευθερία και το Δίκαιο. Γι’ αυτά τα ιδανικά αγωνίστηκε με συνέπεια και πείσμα μέχρι το θάνατον του.
Για να κατανοήσουμε όμως καλυτέρα εμείς οι νεότεροι και να ενθυμηθούν οι παλαιότεροι, θα αναφέρω εν παρόδω επιγραμματικά στοιχεία της ιστορίας του τόπου που μας γέννησε και που έχει σχέση με την ιδεολογία και τον αγώνα του Διγενή.
Όταν γεννήθηκε ο Γεώργιος Γρίβας, στις 6 Ιουνίου 1897, ο Κυπριακός Ελληνισμός είχε βιώσει από το 1571 τριών και πλέον αιώνων Οθωμανικό ζυγό και διατηρούσε στη μνήμη του τις σφαγές τις 9ης Ιούλιου του 1821. Και ενώ η μια μετά την άλλη οι περιοχές της Ελλάδας απελευθερώνονται και ενώνονται με τον μητρικό κορμό, η Κύπρος παραμένει σκλάβα σε δύο αφεντικά, τους Οθωμανούς κατακτητές και τους Άγγλους αποικιοκράτες, αφού με την Αγγλο-τουρκική αμυντική Συμφωνία της 4.6.1878 η Αγγλία κατακτά την Κύπρον για ακαθόριστο χρόνο με την υποχρέωση πληρωμής στον Σουλτάνο 92.638 αγγλικών λιρών ετησίως.
Μεγαλώνει στο Τρίκωμο της επαρχίας Αμμοχώστου. Αφού τελείωσε το δημοτικό σχολείο του Τρικώμου, πήγε στη Λευκωσία όπου φοίτησε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο (1909-1915), διαμένοντας στην οικία της γιαγιάς του.
Χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδεολογίας που διαμορφώνει Γεώργιος Γρίβας, αποτελούν τα γραφόμενα στα απομνημονεύματα του, όπου αναφέρει αναμνήσεις των παιδικών και εφηβικών του χρόνων:
«Ενθυμούμαι τον σεβαστόν δάσκαλον του χωριού μου, ο οποίος από τα παιδικά μου χρόνια μού ενεφύσησε την αγάπη προς την Ελλάδα και προς το ιδανικόν της Ελευθερίας, επάνω δε εις τα μαθητικά θρανία του σχολείου του χωριού μου καθημερινώς η ψυχή μου εγαλβανίζετο με την ιδέαν, ότι μίαν ημέραν η Κύπρος θα εγίνετο ελευθέρα και θα ηνούτο με την μητέρα Πατρίδα. Και από τότε έπλαττα όνειρα, αλλά και επίστευα, ότι και εγώ θα ήμουν μεταξύ εκείνων, οι οποίοι θα ηγωνίζοντο δια την απελευθέρωσιν της Πατρίδας μου Κύπρου. Και η πίστις αυτή ουδέποτε με εγκατέλειψεν.»
Στα εφηβικά του χρόνια γεύεται το πικρό ποτήρι της αρχικής απόρριψης της προσφοράς των Άγγλων στον βασιλιά της Ελλάδας για Ένωση με αντάλλαγμα την υποστήριξή των συμμάχων στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο.
Έτσι λοιπόν ο Γεώργιος Γρίβας, όταν αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας τον Ιούνιο του 1915, με το όραμα της Ελευθερίας της πατρίδας του και της Ένωσης με τη μητέρα πατρίδα, πήρε την απόφαση να υπηρετήσει στον Ελληνικό Στρατό. Παρά την επιθυμία των γονιών να σπουδάσει ιατρική, όπως ο αδελφός του, μετά από δύσκολες εισαγωγικές εξετάσεις επιτυγχάνει την εισαγωγή του στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και κάνει το πρώτο βήμα στην πορεία πραγμάτωσης των σχεδίων και ονείρων του για την απελευθέρωση της Πατρίδας. Στη διάρκεια της φοίτησής του αφοσιώθηκε στη μελέτη και τις ασκήσεις της Σχολής με ζήλο και ενθουσιασμό, ώστε αναδείχθηκε αρχηγός του τμήματός του.
Tον Ιούλιο του 1919 αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού και τον Αύγουστο τοποθετήθηκε στο 30ό Σύνταγμα Πεζικού με έδρα τη Μακεδονία.
Μικρασιατική Εκστρατεία
Από εκεί, περί το τέλος Σεπτεμβρίου, μετατέθηκε στο Επιτελείο της Χ Μεραρχίας, όπως μετονομάστηκε η μεραρχία που είχε καταλάβει τη Σμύρνη στις 19 Μαΐου του 1919. Η Μεραρχία Σμύρνης οργάνωνε και συμπλήρωνε τις ελλείψεις και την εκπαίδευσή της για να σταθεροποιήσει τη ζώνη που είχε καταλάβει με εντολή των Συμμάχων ο Ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία και στόχο την τήρηση της τάξης και την προστασία του Ελληνικού πληθυσμού, που αποτελούσε την πλειοψηφία των κατοίκων. Η μονάδα του Γεωργίου Γρίβα στο τέλος Δεκεμβρίου προωθήθηκε στο Νυμφαίο, ανατολικά της Σμύρνης. Τον Ιανουάριο του 1920, η Μεραρχία Σμύρνης προωθήθηκε στα βόρεια της οδού Σμύρνης-Νυμφαίου αναλαμβάνοντας τη φρούρηση της σιδηροδρομικής γραμμής Σμύρνης-Κασαμπά, ένεκα της αποχώρησης της Γαλλικής στρατιωτικής δύναμης και τον Απρίλη του ιδίου χρόνου προωθήθηκε στον τομέα Μαγνησίας αναλαμβάνοντας την ευθύνη ασφάλειας της περιοχής. Μόλις αναλαμβάνει τον τομέα αυτό η μεραρχία όπου υπηρετούσε, ο ανθυπολοχαγός Γρίβας παίρνει το βάπτισμα του πυρός με απώλειες 2 νεκρούς και 3 τραυματίες.
Συμμετέχει στη νικηφόρα πορεία του Ελληνικού στρατού στην Πάνορμο, την οποία απελευθέρωσαν οι Ελληνικές δυνάμεις στις 19 Ιουνίου το 1920, και ακολούθως την Προύσα από όπου, τον Ιούνιο του 1921, συνεχίστηκε η εκστρατεία και προέλαση με κατάληψη της Κιουτάχειας. Κατόπιν λαμβάνει μέρος, μαζί με τον Αλέξανδρο Παπάγο, στην πιο σπουδαία και σκληρότερη μάχη της Μικρασιατικής εκστρατείας, τη νικηφόρα μάχη του Εσκί Σεχίρ -Αφιόν Καραχισάρ. Σε μια από τις μάχες ο Γεώργιος Γρίβας τραυματίζεται και παρασημοφορείται για την ανδρεία του.
Ακολουθεί η προέλαση στον Σαγγάριο ποταμό με στόχο την Άγκυρα. Στις 9 Αυγούστου το Α´ και Γ΄ Σώμα Στρατού πέρασαν στις ανατολικές όχθες του Σαγγάριου και βρίσκονταν σε απόσταση 80 περίπου χιλιομέτρων από την Άγκυρα. Ο Γεώργιος Γρίβας συγκαταλέγεται μεταξύ των αξιωματικών που πέρασαν τον Σαγγάριο ποταμό και έλαβε μέρος στις σκληρές μάχες αντιμετώπισης της Τουρκικής αντεπίθεσης στη μάχη της Σαπάντζας. Η Χ Μεραρχία που υπηρετούσε ο Γρίβας, ενώ αρχικά διέσπασε τις Τουρκικές γραμμές, στις 29 Αυγούστου 1921 με απόφαση της Ελληνικής Κυβέρνησης υποχώρησε σε αμυντική γραμμή δυτικά του Σαγγάριου. Ακολουθεί την τακτική αμυντική διάταξη του Γ´ Σώματος Στρατού νότια του Εσκί Σεχίρ υπό τον αντιστράτηγο Σουμίλα και, όταν κατέρρευσε το μέτωπο τον Αύγουστο του 1922, συμπτύσσεται στην Προύσα από όπου, αφού αποκρούει ισχυρές επιθέσεις, μετακινείται στην Πάνορμο και στις 4 Σεπτεμβρίου το 30ό Σύνταγμα Πεζικού, ανθυπολοχαγός του οποίου ήταν ο Γεώργιος Γρίβας, δίνει την τελευταία μάχη στη Μ. Ασία και στις 5 Σεπτεμβρίου αναχωρεί για τη Ραιδεστό της Θράκης.
Βιώματα και διδάγματα του Γ. Γρίβα από τη Μικρασιατική Εκστρατεία
Οι εμπειρίες του στις μάχες με τους Τσέτες του Κεμάλ αποτέλεσαν κατόπιν χρήσιμο εργαλείο στον ανταρτοπόλεμο της ΕΟΚΑ. Οι πικρές εμπειρίες της καταστροφής ήταν μαθήματα που ο Γεώργιος Γρίβας θυμόταν σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του και του δίδαξαν την με πάθος πιστή αφοσίωση στα στρατιωτικά του καθήκοντα και την ανάγκη τυφλής υπακοής και σιδερένιας πειθαρχίας στους ανωτέρους του.
Τα συνταρακτικά και τραγικά γεγονότα που οδήγησαν στη Μικρασιατική καταστροφή που βίωσε τον δίδαξαν πολλά. Όπως γραπτά αναφέρει αργότερα: «Με ανατριχίασιν αναλογίζομαι σήμερον τα αποτελέσματα του εθνικού διχασμού, εις την διένεξιν Βασιλέως Κωνσταντίνου – Ελευθερίου Βενιζέλου, διχασμού ον έζησα και ο οποίος όχι μόνον κατέστρεψε τα όνειρα της Μεγάλης Ελλάδoς, αλλά και εβάρυνε επί ολοκλήρου του Έθνους επί δεκαετίες από το 1916, με τραγικάς συνεπείας και αποκορύφωμα τούτων την Μικρασιατικήν καταστροφήν».
Ο ίδιος, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του, τάχθηκε με τον Βενιζέλο και τους συμμάχους, κατά την μεταξύ Βενιζέλου και Κωνσταντίνου διαμάχη επί του θέματος, χωρίς κανένα δισταγμό:
«Προσωπικώς ουδέποτε ταλαντεύθηκα ως προς την εκλογήν κατά την τοποθέτησίν μου μεταξύ των δύο στρατοπέδων. Και όταν ακόμη, κατά τον Α΄ Παγκόσμιον πόλεμον, η Ελλάς εδιχάσθη και αι συνειδήσεις εταλαντεύοντο ως προς την εκτίμησιν των ηθικών κριτηρίων και των ιδεολογικών επιδιώξεων των αντιπάλων παρατάξεων, εγώ ετάχθην ανεπιφυλάκτως υπέρ των Συμμάχων, επειδή πραγματικώς ενόμιζα ότι εκείνοι ηγωνίζοντο υπέρ της ελευθερίας».
Στρατιωτική ανέλιξη και Σπουδές
Με ένα τραύμα στο σώμα, δύο Μετάλλια Ανδρείας και με τον βαθμό του υπολοχαγού, που έλαβε κατά τον πόλεμο στη Μ. Ασία τον Αύγουστο του 1923, από το 30ό Σύνταγμα Πεζικού μετατάχθηκε ξανά στο Επιτελείο της Χ Μεραρχίας μέχρι τον Οκτώβριο του 1924. Ακολούθως μετατέθηκε στο 27ο Σύνταγμα Πεζικού και τον Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου στο 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων με έδρα την Κομοτηνή, της οποίας διετέλεσε φρούραρχος. Τον Σεπτέμβριο του 1925 προβιβάστηκε στον βαθμό του λοχαγού, μετά από σκληρή δουλειά και αφοσίωση στα καθήκοντα που του ανατίθεντο.
Στη συνέχεια, το 1926, ο Γεώργιος Γρίβας αποσπάται για μικρό διάστημα στο Υπουργείο Στρατιωτικών και κατόπιν φοιτά για πέντε μήνες στη Σχολή Εφαρμογών Πεζικού. Κατόπιν διαγωνισμού τον Απρίλιο του 1927 επιλέγεται για μετεκπαίδευση στη Γαλλία και φοιτά στις Σχολές Ecole de Tir και Ecole d’ Infanterie στις Βερσαλλίες, όπου διακρίνεται και του χορηγούνται επιπρόσθετα μαθήματα για Γάλλους αξιωματικούς της 8ης Μεραρχίας του Γαλλικού στρατού. Στη Γαλλία γνωρίζεται με τον Σοφοκλή Βενιζέλο, γιο του Ελευθέριου Βενιζέλου, που εκτελούσε χρέη Στρατιωτικού Ακολούθου και με τον οποίο διατήρησε φιλικές σχέσεις μέχρι τον θάνατο του τελευταίου το 1964.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα τον Μάιο του 1928 τοποθετήθηκε ξανά στο 30ό Σύνταγμα Πεζικού και τον Μάρτιο του 1929 μπαίνει στο Κέντρο Ιππασίας Λαρίσης για τετράμηνη εκπαίδευση και στη συνέχεια φοιτά στη Σχολή Εφαρμογής Πεζικού. Το 1931 ξανακερδίζει μετά από διαγωνισμό την αποστολή του για εκπαίδευση στη Γαλλική Ακαδημία Πολέμου, ενώ παράλληλα παρακολουθεί μαθήματα στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου των Παρισίων. Τελειώνει δεύτερος μεταξύ των συμφοιτητών του τις σπουδές του στη Γαλλική Ακαδημία Πολέμου και επιστρέφοντας στην Ελλάδα τοποθετείται, τον Απρίλιο του 1935, στο Επιτελείο του Δ΄ Σώματος Στρατού και τον Οκτώβριο του ιδίου χρόνου προβιβάζεται στο βαθμό του Ταγματάρχη.
Το 1938 παντρεύεται τη Βασιλική (Κική) Ντέκα στην Αθήνα, αναχωρούν στη Θεσσαλονίκη όπου διορίζεται καθηγητής έδρας της Γενικής Τακτικής στην Ανώτερη Σχολή Πολέμου της Ελλάδος και από τότε γίνεται ένα από τα βασικότερα στελέχη του 3ου Επιτελικού Γραφείου του Γενικού Επιτελείου Στρατού.
Στη θέση αυτή τον βρίσκει, τον Οκτώβριο του 1940, η εκδήλωση της Ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδος .Ο Γρίβας ζητά επίμονα μετάθεση στο μέτωπο και όταν το αίτημά του απορρίπτεται δεν ικανοποιείται και υποβάλλει παραίτηση, η οποία όμως δεν γίνεται δεκτή. Έτσι υπηρετεί σε προκεχωρημένο φυλάκιο του Γενικού Επιτελείου Στρατού στα Ιωάννινα και τον Δεκέμβριο του 1940 προβιβάζεται σε Αντισυνταγματάρχη κατ’ εκλογήν. Ακολούθως αναλαμβάνει καθήκοντα Επιτελάρχη της ΙΙ Μεραρχίας και λαμβάνει μέρος στις επιχειρήσεις προς αντιμετώπιση της Ιταλικής και αργότερα της Γερμανικής επίθεσης εναντίον της Ελλάδος. Παίρνει μέρος στην άμυνα κατά την Ιταλική επίθεση από 15/1/1941 έως 15/2/1941 στην Κλεισούρα και στις 28/2/1941 αντεπιτίθεται προς Λέκλι, Πεστάνι και Δκόλικο. Για την ανδρεία που επέδειξε στο ελληνοαλβανικό μέτωπο παρασημοφορείται και πάλιν.
Με την τελική συνθηκολόγηση και το άδικο τέλος του έπους του ’40 ο Γρίβας επιστρέφει στο σπίτι του στο Θησείο και αρχίζει επαφές για τη δημιουργία αντιστασιακής οργάνωσης. Οι επαφές του αρχικά κατευθύνθηκαν προς φίλους του αξιωματικούς της ΙΙ Μεραρχίας που είχαν πολεμήσει μαζί κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Αργότερα γνωρίστηκε και με τον Μακάριο, που τότε ήταν διάκος σε εκκλησία της Αθήνας. Έτσι, τον Ιούνιο του 1941 ο Γρίβας ίδρυσε την εθνική αντιστασιακή οργάνωση «Χ». Σύμφωνα με τον ίδιο τον Γρίβα: “Τα στελέχη της οργάνωσης ήταν μόνιμοι και έφεδροι αξιωματικοί του βορειοηπειρωτικού έπους και των μακεδονικών οχυρών. Αποκλειστικός σκοπός της Χ: Η διά παντός μέσου εκδίωξη του κατακτητή από την πατρώα γη. Πίστευα ακράδαντα ότι νίκη των συμμάχων θα σήμαινε όχι μόνο απελευθέρωση της Ελλάδος, αλλά και ολοκλήρωση της εθνικής μας ελευθερίας, διά της ενσωμάτωσης της Κύπρου, της Δωδεκανήσου και της Βορείου Ηπείρου. Εδαφών τα οποία ιστορικά και εθνολογικά ανήκουν στην Ελλάδα». Στη διάρκεια της κατοχής η δράση της “Χ” αφορά τη φυγάδευση Άγγλων αξιωματικών στη Μέση Ανατολή, την κατασκοπεία και τη συλλογή πληροφοριών για τις κινήσεις των Γερμανών. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις αρχές του 1943 η ηγεσία της “Χ” έστειλε κατ’ εντολή της αγωνιστές της να ενταχθούν και να πολεμήσουν στα σώματα Ζέρβα και Ψαρρού. Η σημαντικότερη στιγμή της οργάνωσης έγκειται στο καλοκαίρι του 1942, όπου συνεργάστηκε με τον Ελληνοπολωνό σαμποτέρ Γιούρι Ιβάνωφ και ανατίναξε δεξαμενές καυσίμων στο αεροδρόμιο Τατοΐου.
Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι οι συνθήκες κατά την περίοδο του Β´ Παγκοσμίου πολέμου όσο και κατά τα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου (οπότε και τοποθετείται σημαντικό μέρος της δράσης του Γεωργίου Γρίβα), τόσο στην Ελλάδα-Κύπρο όσο και διεθνώς, διαφέρουν πολύ από τις σημερινές, παρότι ο ανταγωνισμός για απόκτηση ισχύος μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων αποτελεί μόνιμη επιδίωξη και, παράλληλα, οι πιο αδύναμες χώρες με καίρια θέση εγκλωβίζονται στη δίνη των επιδιώξεων των ισχυρών, με οδυνηρές συνήθως επιπτώσεις για τους αδύναμους. Μέσα σε μια τέτοια δίνη βρέθηκε μεταπολεμικά και ο Ελληνισμός, με αποτέλεσμα τον ολέθριο εθνικό διχασμό, κατά τον οποίο κλήθηκε ο παρασημοφορημένος για τη γενναιότητα και τις ικανότητές του, τόσο στο Μικρασιατικό πόλεμο όσο και στον γερμανοϊταλικό, αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, Γεώργιος Γρίβας, να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Αποτέλεσμα: Να λατρευτεί ως σωτήρας από τη μια παράταξη, αλλά και να μισηθεί όσο λίγοι από την άλλη, την ηττημένη και ήδη συμπεφωνημένα εγκαταλειμμένη από την ίδια τη Σοβιετική ηγεσία.
Με την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα, σε συνεργασία με τα συμμαχικά βρετανικά στρατεύματα, προβάλλει σθεναρή αντίσταση στο Θησείο έναντι των κομμουνιστών που αποπειράθηκαν να θέσουν υπό τον έλεγχο τους την Αθήνα (Δεκεμβριανά του 1944). Αυτή του την προσφορά στην πατρίδα δεν αποδέχθηκαν ούτε κατανόησαν ποτέ οι αποτυχόντες φιλοσοβιετικοί κομμουνιστές της Ελλάδας και κατόπιν, και μέχρι σήμερα, οι αριστεροί της Κύπρου. Ο χαρακτηρισμός “κομμουνιστοφάγος” δεν έπαψε να τον συνοδεύει, με συνέπεια την εχθρική στάση της ηγεσίας του ΑΚΕΛ απέναντι στην ΕΟΚΑ και τον αρχηγό της, κάτι βεβαίως που εκ των υστέρων αναγνώρισε και η ίδια ως σφάλμα. Σφάλμα μέγα, γιατί ο αγώνας της ΕΟΚΑ ήταν καθαρά εθνικοαπελευθερωτικός και αντιαποικιακός, με στόχο την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ο δε Γεώργιος Γρίβας αποδείχθηκε μέγας πατριώτης και ικανότατος ηγέτης. Ένας ηγέτης που εξέφραζε το προαιώνιο αίτημα του Κυπριακού λαού για απελευθέρωση και ένωση με τον εθνικό κορμό, που υπήρξε εκφραστής μιας προϋάρχουσας ιδεολογίας, που μορφοποίησε τους οραματισμούς ολόκληρου του έθνους.
Προετοιμασία του απελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου
Η σκέψη για ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα στην Κύπρο, όπως γράφει στα απομνημονεύματά του ο Διγενής, εκφράστηκε κατά πρώτον το 1948 στους φίλους και συνεργάτες του στην Ελλάδα, τον Κύπριο δικηγόρο Χριστόδουλο Παπαδόπουλο και τον επίσης κυπριακής καταγωγής Αχιλλέα Κύρου: «Η εκ μέρους των Συμμάχων της Ελλάδος επιδειχθείσα και μετά τον Β΄ Παγκόσμιον πόλεμον ανακολουθία προς τας υπ’ αυτών διακηρυχθείσας υψηλόφρονας αρχάς της αυτοδιαθέσεως των λαών, διά της μη επιλύσεως του Κυπριακού και το ιστορικόν αξίωμα ότι μόνον διά της ενόπλου δράσεως αποκτούν την ελευθερίαν των οι υπόδουλοι λαοί, μου υπηγόρευσαν την σκέψιν του ενόπλου αγώνος προς απελευθέρωσιν της γενέτειράς μου Κύπρου».
Το 1950 στρέφει εντονότερα την προσοχή του στην προσπάθεια για απελευθέρωση της ιδιαίτερης πατρίδας του από τον Βρετανικό ζυγό. Με καταγεγραμμένη την έκφραση της λαϊκής θέλησης με ποσοστό 96% στους τόμους του Ενωτικού Δημοψηφίσματος του 1950, που πανηγυρικά υποδέχτηκε ο Ελληνικος λαός και η Βουλή, όχι όμως η Κυβέρνηση, αρχίζουν οι πρώτες συζητήσεις για ένοπλη αντίσταση εναντίον της βρετανικής κατοχής στις αρχές της δεκαετίας του ᾽50, ανάμεσα στους κύκλους των λίγων, αλλά δικτυωμένων στα κέντρα αποφάσεων, Κυπρίων της Αθήνας. Πρωταγωνιστές ήταν η οικογένεια Κύρου, της εφημερίδας «Εστία», και οι αδελφοί Σάββας και Σωκράτης Λοϊζίδης, δικηγόροι από το Δίκωμο και εξόριστοι των Βρετανών.
Ο Γ. Γρίβας εκθέτει τις απόψεις του για ένοπλο αγώνα στον στρατηγό Γ. Κοσμά, αρχηγό του Γ.Ε.Σ., που τις ασπάζεται και τις μεταφέρει το 1951 στον στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο. Αργότερα δέχεται πρόταση για ανάληψη ένοπλου αγώνα από τον Γεώργιο Στράτο, πρώην υπουργό Στρατιωτικών, και τους αδελφούς Σάββα και Σωκράτη Λοϊζίδη. Τον Ιούλιο του 1951 πραγματοποιεί την πρώτη αναγνωριστική μετάβασή του στην Κύπρο για μελέτη του εδάφους και συναντά τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο που εκφράζει δισταγμούς. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα συναντά παρόμοιους δισταγμούς και από τον Παπάγο, που δεν επιθυμούσε να διαταραχθούν οι σχέσεις με την Αγγλία και ήταν οπαδός της λύσης διά της διπλωματικής οδού. Ακολούθησαν συσκέψεις τον Ιούλιο του 1952 στην Αθήνα, υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, με στρατιωτικούς, ακαδημαϊκούς και νομικούς, όπου ελήφθη η απόφαση για έναρξη απελευθερωτικού αγώνα με τη συγκρότηση πολιτικής και στρατιωτικής επιτροπής. Όποτε βρισκόταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος στην Αθήνα η πολιτική επιτροπή συνεδρίαζε στην παρουσία του.
Οι προσπάθειες επισημοποιήθηκαν στις 7 Μαρτίου 1953 με την ορκωμοσία για την ανάληψη αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου, που έγινε ενώπιον του Μακαρίου στο σπίτι του καθηγητή Κονιδάρη, στην οδό Ασκληπιού 36β, στα Εξάρχεια. Εκτός από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο υπέγραψαν το σχετικό πρακτικό οι: Νικόλαος Παπαδόπουλος, Γεώργιος Στράτος, Γεράσιμος Κονιδάρης, Αντώνιος Αυγίκος, Σάββας Λοϊζίδης, Σωκράτης Λοϊζίδης, Γεώργιος Γρίβας, Ηλίας Τσατσόμοιρος, Δ. Σταυρόπουλος, Δημήτριος Βεζανής, Ηλίας Αλεξόπουλος. Στο τελετουργικό της ορκωμοσίας προφανές πρότυπο ήταν η Φιλική Εταιρεία και η επανάσταση του 1821. Η ορκωμοσία έγινε σε έντονο κλίμα συγκίνησης. Ο Αρχιεπίσκοπος έβαλε το χέρι του στο μέρος της καρδιάς και ανέγνωσε τον όρκο, φράση με φράση, τον οποίο επαναλάμβαναν οι παριστάμενοι που είχαν θέσει τα χέρια τους στο Ευαγγέλιο, μια Καινή Διαθήκη που επιλέχθηκε πρόχειρα από τη βιβλιοθήκη του Κονιδάρη: «Ορκίζομαι εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος να φυλάξω, θυσιάζων και την ιδίαν μου ζωήν, υποφέρων και τα πλέον σκληρά βάσανα, μυστικόν παν ό,τι γνωρίζω και θέλω ακούση διά την υπόθεσιν της Ενώσεως της Κύπρου…» Ήταν το τέλος της αρχής του αγώνα της ΕΟΚΑ.
Στόχος της ΕΟΚΑ ήταν η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο Γρίβας κήρυξε την έναρξη του ένοπλου εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα την 1η Απριλίου 1955 με βομβιστικές επιθέσεις και με μια προκήρυξη που μεταξύ άλλων ανέφερε:
«Με την βοήθειαν τού Θεού, με πίστιν εις τον τίμιον αγώνα μας, με την συμπαράστασιν ολοκλήρου τού Ελληνισμού και με την βοήθειαν των Κυπρίων, αναλαμβάνομεν τον αγώνα διά την αποτίναξιν τού Αγγλικού ζυγού, με σύνθημα εκείνο το οποίον μας κατέλιπαν οι πρόγονοί μας ως ιεράν παρακαταθήκην: “´Η τάν ή επί τάς”». [31]
Η προκήρυξη έφερε την υπογραφή «Διγενής». Οι Άγγλοι είχαν αόριστες πληροφορίες ότι πίσω από τις επιθέσεις βρίσκεται κάποια οργάνωση «Χ» αλλά δεν γνώριζαν κάτι ιδιαίτερο γι᾽ αυτήν, ενώ το «Διγενής» δεν γνώριζαν αν είναι όνομα προσώπου ή οργάνωσης. Πληροφορήθηκαν ότι «Διγενής» είναι ο Γρίβας από ένα άρθρο του Ζαχαριάδη που μεταδόθηκε από τον ραδιοσταθμό του ΚΚΕ «Ελεύθερη Ελλάδα» στις 24/4/1955.
Θα ήταν πλεονασμός να αναφερθώ σε λεπτομέρειες του Αγώνα της ΕΟΚΑ του ᾽55-᾽59 τον οποίον με τόση γενναιότητα και επιτυχία διεξήγαγε ο Διγενής και τα παλληκάρια του. Ο τετραετής απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ υπό την εμπνευσμένη ηγεσία του Διγενή σημάδεψε τη γενιά μας και συνεπήρε το Πανελλήνιο. Υπό την έμπειρη στρατιωτική του καθοδήγηση, η νεολαία της Κύπρου ανδρώθηκε στα βουνά, τις φυλακές και τα στρατόπαιδα συγκέντρωσης και όταν χρειάστηκε κάποιοι έδωσαν μάχες, άλλοι έγιναν ολοκαύτωμα και άλλοι βάδισαν τον δρόμο προς την αγχόνη ψέλνοντας θούριους για τη λευτεριά και υποτιμώντας τον θάνατο, που δεν μπορούσαν να διακρίνουν ούτε με το μικροσκόπιο την ώρα της θυσίας τους.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι ο Αγώνας της ΕΟΚΑ αποτελεί την πρώτη ουσιαστική ένοπλη δράση των Κυπρίων για Ελευθερία, Αυτοδιάθεση – Ένωση. O πρώτος αυτός αγώνας πέτυχε την απελευθέρωση της Κύπρου και μετέτρεψε το “ουδέποτε” των Άγγλων σε παραχώρηση στον Κυπριακό λαό μιας κολοβωμένης ανεξαρτησίας, αλλά δεν ολοκλήρωσε τον σκοπό για τον οποίον έγινε, την Ένωση με τον εθνικό κορμό.
Την ευθύνη για τη μη πραγμάτωση του σκοπού του Αγώνα και την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου, ανέλαβαν η Ελληνική Κυβέρνηση Καραμανλή και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, χωρίς την ενημέρωση και συμφωνία του Διγενή και χωρίς την έγκριση του Κυπριακού λαού. Με τις εμπειρίες του διχασμού του Ελληνισμού και με πικρία αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη γενέτειρά του, απογοητευμένος από την πολύ κακή λύση που η πολιτική ηγεσία αποδέχτηκε.
Αναχώρησε για την Ελλάδα, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές ήρωα και η Βουλή των Ελλήνων, με τον Νόμο 3944 που δημοσιεύτηκε στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως Α 51 στις 20 Μαρτίου 1959, προήγαγε ομόφωνα τον Γεώργιο Γρίβα από αντισυνταγματάρχη σε αντιστράτηγο, του απένειμε τον τιμητικό τίτλο του Αξίου Τέκνου της Πατρίδος. (τίτλο που πριν από τον Γρίβα είχε απονείµει µόνο στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη καί τον Ελευθέριο Βενιζέλο και σε κανένα µετά από αυτόν). Η Βασιλική Ακαδημία Αθηνών απένειμε στον Γρίβα το Χρυσό Μετάλλιο, την ύψιστη τιμή απ᾽ όσες διαθέτει, κατά την πανηγυρική της συνεδρία της 24ης Μαρτίου 1959.
Ο Γρίβας όμως και η ΕΟΚΑ έγιναν παράδειγμα προς μίμηση για άλλους υπόδουλους λαούς και ενέπνευσαν πολλά απελευθερωτικά κινήματα και μεγάλους επαναστάτες. Σημειώνω χαρακτηριστικά την πολιτικοστρατιωτική μελέτη του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα με τίτλο “Αγών ΕΟΚΑ και Ανταρτοπόλεμος” που κυκλοφόρησε το 1962 στην Αθήνα, μεταφράστηκε και εκδόθηκε στην Αγγλία με τίτλο “Guerrilla warfare and EOKA’s struggle: a politico-military study” (London: Longmans, 1964) και στις ΗΠΑ με τίτλο “General Grivas on guerrilla warfare” (New York: Praeger [1965, c1964]). Το βιβλίο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως εγχειρίδιο καλών πρακτικών για τον ανταρτοπόλεμο σε στρατιωτικές σχολές του εξωτερικού, εντυπωσιακό όμως είναι το γεγονός ότι το μελέτησε ακόμα και ο ηγέτης της Κούβας Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις εξέφρασε τον θαυμασμό του για τον αγώνα της ΕΟΚΑ και τις ικανότητες του αρχηγού της. Παραθέτω δύο αποσπάσματα από δύο επιστολές του Κάστρο, η πρώτη προς τον Διγενή και η δεύτερη κατά τον θάνατό του:
“Στρατηγέ, ο Αγώνας σας με γοήτευσε και αποτέλεσε παράδειγμα για την Απελευθέρωση της Πατρίδος μου. Συγχαρητήρια. Εύχομαι η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη να βασιλεύσουν επιτέλους στον κόσμο” (1959).
“Εφήρμοσα κατά τον απελευθερωτικό Αγώνα της χώρας μου, τα ανταρτικά σχέδια που είχε χρησιμοποιήσει ο Στρατηγός Γρίβας στον Αγώνα της ΕΟΚΑ” (1974)
Εξόχως ενδιαφέρουσα εξάλλου είναι και η εκτενής αναφορά του Βρεττανού ταξίαρχου Μάγκαν, που πολέμησε για τη διάλυση της ΕΟΚΑ στην Κύπρο και έγραψε το 1959, λαμβανομένου υπ᾽όψιν ότι υπήρξε αντίπαλός του: «Ο Γρίβας είναι ένας άνθρωπος που διαθέτει αρχές… Όταν έχει να κάνει με χρήματα είναι έντιμος, όχι σχετικά έντιμος με βάση τα πρότυπα των Λεβαντίνων, αλλά αυστηρά έντιμος με όποια πρότυπα κι αν γίνει η σύγκριση». Ο Βρετανός θεωρεί ότι είναι φανατικός υποστηρικτής της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. «Είναι σκληραγωγημένος, εργατικός, λιτοδίαιτος και εξαιρετικά τσιγκούνης. Δεν πτοείται από τους κινδύνους και τα τυχαία γεγονότα της ημέρας που παρουσιάζονται στο προσκήνιο, επειδή έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του και διαθέτει την επινοητικότητα να τα αντιμετωπίσει. Είναι πανούργος, καχύποπτος, προσεκτικός, απότομος και ειλικρινής. Τον απασχολούν τα τρέχοντα προβλήματα και η πρακτική επίλυσή τους».
Θα μπορούσα να περατώσω την ομιλία μου εδώ, αφού το σημερινό φιλολογικό μνημόσυνο του Διγενή αφορά τα 60 χρόνια από το πέρας του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ.
Ζώντας όμως τη σημερινή συστηματική προσπάθεια ορισμένων να αμαυρώσουν τη μνήμη του αγωνιστή για ιδέες ΔΙΓΕΝΗ και να μας πείσουν ότι η δική τους, υποχωρητική προς τους Τούρκους, πολιτική του εφικτού είναι προτιμότερη από την επιδίωξη του ευκταίου, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η απελευθέρωση της κατεχόμενης μισής μας πατρίδας και η εφαρμογή των Ευρωπαϊκών Δημοκρατικών Αρχών σε μια σύγχρονη κανονική πολιτεία, θα ολοκληρώσω την ομιλία μου με περιληπτική αναφορά στη μέχρι τον θάνατό του, δράση του Γ. Γρίβα-Διγενή.
Μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας
Παρά την επιτυχία και του αγώνα της ΕΟΚΑ και του Διγενή, στον ίδιο δεν δίνεται το δικαίωμά να μείνει στη Κύπρο και ζει στην Αθήνα.
Τον Ιούνιο του 1964, μετά την Τουρκοκυπριακή Ανταρσία, ο Διγενής αποδέχεται την πρόσκληση των αγωνιστών της ΕΟΚΑ και με την έγκριση της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου ανέλαβε, ως επικεφαλής 5.000 στρατιωτών, την αρχηγία των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων και στη συνέχεια και της Εθνικής Φρουράς της Κύπρου με τη συναίνεση του προέδρουΜακάριου ως ΑΣΔΑΚ. Όπως προαναφέρθηκε, η Κύπρος μετατρέπεται τότε σε απόρθητο φρούριο για την Τουρκία και η επίτευξη του στόχου της Ένωσης ήταν όσο ποτέ άλλοτε κοντά.
Δυστυχώς, η λανθασμένη τοποθέτηση της Κυπριακής πολιτικής στο διεθνές πολιτικό σκηνικό, μεσούντος τότε του ψυχρού πολέμου (1965-᾽67), και η αρνητική προς την παρουσία των Ελλήνων στρατιωτών συμπεριφορά και στάση παραγόντων και κομμάτων της Κύπρου οδήγησαν στην αποδόμηση του έργου αυτού του Διγενή.
Η ανάληψη τον Απρίλιο του ᾽67 της εξουσίας στην Ελλάδα από τη Χούντα των Συνταγματαρχών, προς την οποία ο Διγενής δεν έκρυβε την αντιπάθειά του, άλλαξαν πλήρως το διεθνές πολιτικό σκηνικό εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου. Η προβοκάτσια των γεγονότων της Κοφίνου, που ο ίδιος ο Διγενής δεν διέταξε αλλά ως στρατιωτικός εξετέλεσε με κάθε επιτυχία μετά από απόφαση της Κυπριακής και Ελληνικής κυβέρνησης οδήγησαν τον Νοέμβριο του 1967 στην απόσυρση της Ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο και την ανάκληση του Γρίβα στην Ελλάδα. Ο Διγενής τίθεται από τη Χούντα σε απομόνωση στο σπίτι του στο Χαλάνδρι, από όπου οργανώνει με άλλους Έλληνες αξιωματικούς και Κύπριους φοιτητές τον αντιχουντικό του αγώνα.
Τόσο η έγνοια του για ην συνεχή διολίσθηση των ενδοκυπριακών διαπραγματεύσεων που διεξήγοντο στη Κύπρο όσο και οι συμφωνίες της Χούντας με την Τουρκία στα πλαισια του ΝΑΤΟ καθώς και η παρατεταμένη έλλειψη δημοκρατικών διαδικασιών οδήγησαν τον Διγενή στην κάθοδο του για τελευταία φορά στο νησί μυστικά, στις 31 Αυγούστου 1971. Παράλληλα με τη μυστική διοργάνωση μηχανισμού αντίδρασης προς την καταστροφική πορεία, επεδίωξε και πέτυχε συνάντηση και συνεννόηση με τον Μακάριο, η οποία δυστυχώς δεν έγινε σεβαστή εκ μέρους του Προέδρου και ανεκλήθη ή/και παραβιάστηκε αμέσως μετά τη συνομολόγηση της.
Τρία χρόνια αργότερα, άφησε την τελευταία του πνοή στο κρησφύγετό του στη Λεμεσό. Η Βουλή των Αντιπροσώπων, σε ειδική συνεδρία της στις 31 Ιανουαρίου 1974, ανακήρυξε τον Διγενή «άξιον τέκνον της Κύπρου διά τας εξαιρέτους υπηρεσίας τας οποίας προσέφερε προς την ιδιαιτέραν του Πατρίδα», ενώ η Ακαδημία Αθηνών απέδωσε τις οφειλόμενες τιμές.
Στον περιορισμένο χρόνο μιας ομιλίας δεν είναι δυνατόν να σκιαγραφηθεί πλήρως η προσωπικότητα και να εξαντληθούν όλες οι πτυχές της δράσης ενός μεγάλου ανδρός όπως ο Γεώργιος Γρίβας-Διγενής. Το έπος του 1955-59, οι ήρωες και ο Διγενής αποτελούν για εμάς την πιο ιερή παρακαταθήκη που δεν μας επιτρέπεται ούτε να αγνοούμε ούτε να χρησιμοποιούμε για εξυπηρέτηση οποιωνδήποτε κομματικών σκοπιμοτήτων. Γιατί αυτό αποτελεί τυμβωρυχία και η τυμβωρυχία μέγιστη ύβρι και ασυγχώρητη ιεροσυλία.
Αντίθετα, το μέγα μάθημα που μας παρέχει η περίπτωση του Αγώνα της ΕΟΚΑ και του αρχηγού Διγενή είναι η πίστη στο δίκαιο του αγώνα για Ελευθερία και Δικαιοσύνη και η διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας στη γη μας, στους τάφους των προγόνων μας, στην πολιτιστική μας κληρονομιά, στο παρελθόν και στο μέλλον μας. Και αυτήν τη στιγμή, με τη μισή μας πατρίδα κάτω από τον τουρκικό ζυγό, το μάθημα αυτό είναι για εμάς περισσότερο απαραίτητο από ποτέ.


Ίδρυμα Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα - Διγενή
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ, ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΦΥΛΑ

Πρόκειται για νομαδικό ελληνικό φύλο, που συνιστά μάλιστα, σύμφωνα με τους ειδικούς, ένα από τα αρχαιότερα σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η ακριβής καταγωγή τους δεν είναι επαρκώς προσδιορισμένη. Μία εκδοχή είναι πως είναι Ακαρνάνες, από την δυτική Αιτωλοακαρνανία δηλαδή, και συγκεκριμένα από την περιοχή του Βάλτου. Άλλη πως κατάγονται από το χωριό Συράκο της Αράχθου κοντά στα Ιωάννινα.

Οι ίδιοι υποστηρίζουν πως οι ρίζες τους εναποτίθενται στα Άγραφα της Πίνδου. Ζούσαν εκεί για αρκετούς αιώνες τηρώντας τα ήθη και τα έθιμα της ελληνικής τους παράδοσης (τιμούσαν τον Άγιο Γεώργιο, τον Άγιο Δημήτριο, κλπ). Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 ώθησε τους Σαρακατσάνους να εκφράσουν και αυτοί, όπως όλοι οι Έλληνες, το πένθος τους με έναν ξεχωριστό και ιδιαίτερο τρόπο. Τι έκαναν; Ξεκρέμασαν τα κουδούνια από τον λαιμό των προβάτων τους (έθιμο που υφίσταται ως σήμερα για την δήλωση πένθους μετά τον χαμό νέων ανθρώπων), κράτησαν μόνο τα πρόβατα εκείνα που ήταν μαύρα και οι ίδιοι φόρεσαν μαύρα μαντήλια στο κεφάλι τους. Τέλος, αρνήθηκαν να πληρώσουν φόρο στους Τούρκους και εφ’ εξής άρχισαν να μετακινούνται συνεχώς. Οι Τούρκοι βλέποντάς τους έτσι ντυμένους στα μαύρα και συνεχώς μετακινούμενους, προκειμένου να αποφύγουν την σύλληψη, τους ονόμαζαν «Καρακατσάν», που σημαίνει «μαύροι φυγάδες»! Έτσι προέκυψε και η ονομασία τους με μία μικρή παραφθορά. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες εκδοχές γύρω από την προέλευση της ονομασίας τους. Μία είναι πως το όνομα «Σαρακατσάνος» προέρχεται από το αραβικό –sara-(=γη) και το τουρκικό ρήμα –kacan- (φεύγω), λόγω της συνεχούς μετακίνησής τους. Άλλη εκδοχή είναι πως οφείλεται στο χωριό Σακαρέτσι του Βάλτου Ακαρνανίας. Όπως ήταν φυσικό, οι Σακατσαναίοι, ως γνήσιοι Έλληνες δεν περιορίστηκαν στις μετακινήσεις αλλά ξεκίνησαν αγώνες εναντίον του κατακτητή και γι’ αυτό οι Τούρκοι εξαπέλυσαν διωγμούς εναντίον τους. Ανάμεσα στις μεγάλες επαναστατικές μορφές που γέννησαν οι Σαρακατσάνοι είναι οι Βλαχόπουλοι (Δημήτρης, Αλεξάκης, κ.α.), οι Κατσαντώνηδες, ο Καραϊσκάκης (την καταγωγή του διεκδικούν και οι Βλάχοι), ο Βασίλης Δίπλας, κλέφτης επί Τουρκοκρατίας, ο Δημήτρης «Τσάμης» Καρατάσος, οπλαρχηγός του ’21, ο Κωνσταντίνος Γαρέφης, Μακεδονομάχος και πολλοί άλλοι. Λόγω του άκρως εχθρικού κλίματος πολλοί Σαρακατσάνοι ταξίδεψαν στην επαναστατημένη Πελοπόννησο, όπου και έμειναν. Άλλοι πάλι κινήθηκαν προς τον Βορρά, όπου αντιμετώπισαν πολλά προβλήματα… Με την προσάρτηση της ανατολικής Ρωμυλίας στην Βουλγαρία υποχρεούντο να λάβουν άδεια από τις τουρκικές αρχές, προκειμένου να διαβούν τα σύνορα. Έτσι οι Τούρκοι τους έδιναν ναι μεν την άδεια να φύγουν αλλά δεν τους επέτρεπαν εν συνεχεία να επιστρέψουν στα πάτρια εδάφη. Ως αποτέλεσμα, περίπου 1000 οικογένειες εγκλωβίστηκαν στην Βουλγαρία και 250 στην Γιουκοσλαβία, ενώ πολλοί ξέμειναν στην Σερβία. Πολλοί κατάφεραν να πλουτίσουν και ανακηρύχθηκαν μεγάλοι ευεργέτες, προς τιμήν των οποίων υπήρχαν πολλές επιγραφές γραμμένες στα ελληνικά, λόγω των δωρεών τους! Φυσικά αυτό ενόχλησε τους Βουλγάρους, ώστε έσπευσαν να τις αντικαταστήσουν με βουλγαρικές. Ξέχασαν όμως ότι από τους Σαρακατσάνους διδάχθηκαν την τέχνη της τυροκομικής! Έμαθαν να φτιάχνουν κασέρι, το οποίο έγινε γνωστό στην Βουλγαρία με το όνομα «κασκαβάλι»! Όταν το 1923 ξεκαθάρισε το ζήτημα των συνόρων οι περισσότεροι Σαρακατσάνοι επέστρεψαν στην γενέτειρά τους και διασκορπίστηκαν σε όλο το ηπειρωτικό κομμάτι της, μεταφέροντας τα έθιμα που είχαν κρατήσει ζωντανά παρά την πολύχρονη απομάκρυνσή τους από την Ελλάδα. Μέχρι σήμερα πολλά Ρουμελιώτικα και Αρβανίτικα έθιμα θεωρούνται Σαρακατσάνικα! Κάποιοι, βέβαια, δεν κατάφεραν να επιστρέψουν, με αποτέλεσμα στις μέρες μας να αριθμούν: 5.000 ή 10.000 ή και 20.000(!) στην Βουλγαρία και κυρίως στις περιοχές του Αίμου, στο Κάρλοβο, στο Καζανλί, στην Ντούμπτσα, και αλλού. Προσπαθούν με κάθε τρόπο να διατηρήσουν την ελληνικότητα τους και παρά την διγλωσσία τους (ελληνικά-βουλγαρικά) το καταφέρνουν μια χαρά. Διατηρούν κατά 95% την ενδογαμία, μαθαίνουν την ελληνική γλώσσα και χορεύουν με την ελληνική μουσική. Όσο για την ενδυμασία τους, αυτή έχει ως εξής: Η ανδρική απαρτίζεται από την κλασσική φουστανέλα, από το σεγκώνι (μάλλινη φουστανέλα με λαγκιόλια, κομμάτια δηλαδή υφάσματος σε τριγωνικό σχήμα ραμμένα μεταξύ τους) και από το ποτούρι (ένα είδος βράκας). Από πάνω φορούν τσαμαντάνι, λευκό πουκάμισο που ενώνεται με την φουστανέλα, στην μέση φορούν ένα μάλλινο ζωνάρι και από πάνω από αυτό το σλιάφι, δερμάτινη ζώνη δηλαδή, και στο κεφάλι έναν βελούδινο μαύρο σκούφο. Η γυναικεία αποτελείται από το κατασάρκι (μάλλινη φανέλα), το λευκό πουκάμισο με τα κεντημένα μανίκια, την μάλλινη φούστα με τις πολλές αποχρώσεις, το γιλέκο, το ζωνάρι, το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και η παναούλα (μάλλινη υφαντική ολοκέντητη, με χρυσές και ασημένιες κορδέλες, ποδιά, που συμβολίζει την γονιμότητα, την ευημερία και την αφθονία). Και οι δύο στολές βρίθουν ελληνικών, κυρίως γεωμετρικών συμβόλων, γεγονός που αναδεικνύει την ελληνική καταγωγή των Σαρακατσάνων. Μερικά χαρακτηριστικά έθιμά τους είναι ο ζωναράδικος χορός που συνοδεύει το τραγούδι «Μικρό Πραγματευτόπουλο», ο βαρύς συρτός στα τρία και οι αστείοι χοροί των τραγουδιών τύπου «Πώς το τρίβουν το πιπέρι», κλπ.
Τα τραγούδια τους αναφέρονται κυρίως στην αγαπημένη τους πατρίδα, τα Άγραφα, στην Κωνσταντινούπολη, ως την μητέρα όλων των Ελλήνων και στους Αγώνες των Κλεφτών και των Αρματολών.


ΕΛΛΑΝΙΑ ΠΥΛΗ 
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

ΤΟ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΣΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΧΩΡΙ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ : ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΑΣΚΑΛΟ ΚΕΜΑΛ ΣΤΟ ΜΑΘΗΤΗ ΧΙΤΛΕΡ

Είναι πολλές οι περιπτώσεις όπου ο προσφυγικός Ελληνισμός και ειδικότερα ο Ποντιακός αφού πέρασε από το μαχαίρι του Κεμάλ, βίωσε και το όπλο του Χίτλερ.  Τραπεζούντα, Τρίπολη, Κερασούντα, Σαμψούντα, Μερζιφούντα, Αργυρούπολη και στη συνέχεια Πύργοι, Μεσόβουνο, Κερδύλλια, Χορτιάτης, Ελευθεροχώρι. 
Οι  πενήντα οικογένειες διασωθέντων από το χωριό Σαχνά Ντερέ του Ακ Νταγ Μαντέν από την πολιτική εξολόθρευσης του Μουσταφά Κεμάλ στον Πόντο, εγκαταστάθηκαν το 1924 στο Ελευθεροχώρι Γιαννιτσών, το οποίο ονομάστηκε μετά από πρωτοβουλία των προσφύγων -κατοίκων του προς τιμήν του Ελευθερίου Βενιζέλου.



Στις 23 Μαρτίου 1944 οι Γερμανοί  Ναζί, συνοδευόμενοι από Τάταρους συνεργάτες τους (.....) εισέβαλαν στο  Ελευθεροχώρι  επιδόθηκαν σε πλιάτσικο, άρπαξαν, κατέστρεψαν, έκαψαν, εκτελώντας και καίγοντας ζωντανούς άνδρες, γυναίκες, παιδιά και δύο  βρέφη. Συνολικά αφαίρεσαν τη ζωή σε 17 (σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες 19)  ανθρώπους. Ανάμεσα στα θύματα Βενιζέλος Χαμαλίδης  που βοσκούσε τα κατσίκια του, ακολούθησε ο Ιωσήφ Χατζηβασιλειάδης, τα κορίτσια  Αναστασία Καλτσίδου και η Βαρβάρα Σεβαστιάδου. 

Τη Χαρίκλεια Στοφορίδη που ήταν έγκυος, οι Ναζί με τη ξιφολόγχη της έσκισαν την κοιλιά, το μωρό πετάχτηκε έξω και το κάρφωσαν και αυτό, ενώ με το μαχαίρι αποτελείωσαν και τη μάνα.

 Σε άλλο σπίτι οι Ναζί δολοφόνησαν τη μόλις 9 ημερών λεχώνα, Εύχαρι Καπακίδου μαζί με το βρέφος της και την πεθερά της, Δέσποινα Καπακίδου.

Η κόρη της Δέσποινα που είχε το ίδιο όνομα με τη μητέρα της τραυματίστηκε και προσποιούμενη ότι ήταν νεκρή, γλίτωσε. Τον γέροντα Κωνσταντίνο Χαμαλίδη, τον σήκωσαν από το κρεβάτι, όπου κειτόταν άρρωστος και αφού τον γύρισαν στα σπίτια για να δει τους σκοτωμένους, τον πήγαν ξανά στο σπίτι του, τον έβγαλαν στην αυλή του και τον αποκεφάλισαν με τσεκούρι πάνω στο κούτσουρο όπου έκοβαν τα ξύλα.

Του Κουσίδη τις δύο κόρες, την Αναστασία και τη Δέσποινα τις σκότωσαν μαζί. Η Παρθένα Αμανατιάδου ήταν η δεύτερη που επέζησε νομίζοντας την νεκρή μετά τον πυροβολισμό της, ενώ τον ηλικιωμένο Γεώργιο  Καλτσίδη και αφού τον περιέφεραν  σε όλα τα σπίτια του χωριού  τον σκότωσαν την άλλη μέρα.

Όσοι σώθηκαν από τη διαστροφή, τη μανία και τη βαρβαρότητα των Ναζί εγκληματιών αφού έθαψαν τα θύματα σε ομαδικό τάφο, εγκατέλειψαν το χωριό

Η ανάδειξη των εγκλημάτων του Ναζισμού είναι αυτονόητο καθήκον, το οποίο  πρέπει να συνδέεται ευλόγως για εμάς με τα εγκλήματα του προδρόμου του που είναι ο Κεμαλισμός. 
Άλλωστε αυτά που έκαναν τα όργανα του μαθητή Χίτλερ στην Ελλάδα τα είχε υλοποιήσει  ο δάσκαλος Κεμάλ. 
Σε κάθε περίπτωση οφείλει κάθε Έλληνας και Ελληνίδα να αναδείξει το μαζικό έγκλημα του Κεμαλισμού, τη Γενοκτονία που επειδή δεν τιμωρήθηκε, επαναλήφθηκε από το Ναζισμό από το Ολοκαύτωμα. 

Υ.Γ. Η ανταλλαγή κατηγοριών από την Τουρκία και τη Γερμανία περί Δικτάτορα και Ναζί, είναι γνωστή στους Έλληνες και τις Ελληνίδες ως Σκύλλα και Χάρυβδη, είναι γνωστό ότι το υπόβαθρο της υποκριτικής αυτής αντιπαράθεσης  έχει πολύ αίμα.....




ΜΑΛΚΙΔΗΣ 
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ


25ῃ ΜΑΡΤΙΟΥ. ΕΛΛΗΝΑ ΓΙΝΟΥ ΠΑΛΙ ΕΛΛΗΝ ΔΙΟΤΙ ΕΙΣΑΙ ΕΛΛΗΝ


Του Νικολάου Μπαραμπούτη

 The Times (Λονδίνο) φύλ. 11269 11 Ἰουνίου 1821γράφουν:
«Πρωσφώνηση τοῦ ΓΕΡΜΑΝΟΥ, Ἐπισκόπου Πατρῶν, πρός τούς Κληρικούς καί πιστούς τῆς Πελοποννήσου πού ἀπαγγέλθηκε στό Μοναστήρι τοῦ βουνοῦ Βέλικο στίς 8 Μαρτίου 1821( μέ τό παλιό ἡμερολόγιο +13 ἡμέρες): Ἀγαπητά μου ἀδέλφια ὁ Κύριος πού ταλαιπώρησε τούς πατέρες μας καί τά παιδιά μας σᾶς ἀναγγέλλει μέ τό δικό του στόμα τόν τερματισμό τῶν ἡμερῶν τῶν δακρύων καί τῶν δοκιμασιῶν. Ἡ φωνή του προαναγγέλλει ὁτι ἐσεῖς θά εἶσθε τό στεφάνι τῆς δόξας Του καί τό διάδημα τῆς Βασιλείας Του. Ἡ ὥρα τῆς ἀναχώρησις τῶν Τούρκων ἀπό τήν Ἑλλάδα ἔχει φθάσει, σύμφωνα μέ τόν λόγον τοῦ Θεοῦ».
  Σεβαστή  Κυρία καί σεβαστέ Κύριε, ἀξιότιμη Ἑλληνίδα καί ἀξιότιμε Ἕλληνα, ἡ πατρίδα μας ἡ Ἑλλάδα μας εἶναι ἡ χώρα τοῦ μύθου και τοῦ παραμυθιοῦ τῶν ἡρώων και τῶν φιλοσόφων τῶν Βασιλέων καί τῶν Αὐτοκρατόρων.  Ἐμεῖς δέ, ἔχομεν συμφώνως πρός τάς ἐπιστημονικάς ἀνακοινώσεις κατά 99,5% τό ἴδιον  D.N.A μέ τούς ἀρχαίους Ἕλληνες, ἡ ἀπόλυτος καθαρότης γένους. Ἐμεῖς εἴμεθα οἱ ἀπόγονοι των, οἱ διάδοχοι των οἱ κληρονόμοι των. Ἕλληνα γίνου πάλιν Ἕλλην, διότι ὅλοι μέσα μας κρύβομαι μας ἕναν πολεμιστήν, ἕναν ἥρωα, ἕνα φιλόσοφον, εἴμεθα τά παιδιά τοῦ Ἀχιλλέα, τοῦ Λεωνίδα, τοῦ Μίνωα,  τοῦ Μ. Ἀλέξανδρου, τοῦ Μιλτιάδη, τοῦ Θεμιστοκλῆ τοῦ Κ. Παλαιολόγου, τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ Νικηταρᾶ, τοῦ Πλάτωνα, τοῦ Σωκράτη, τοῦ Ἀριστοτέλη καί τόσων ἄλλων, πού οὔκ ἔστι τέλος. Τό 0,5% , ἐχθρεύεται  τήν Ἑλληνικήν ἱστορίαν καί τάς ἙλληνοΧριστανικάς παραδόσεις.
Μέ ποτάμια αἵματος εἰς τά πεδία τῶν μαχῶν ἐπότισαν τό δένδρον τῆς Ἐλευθερίας διά νά μάς τήν κληροδοτήσουν Ἐλευθέραν καί καθαράν καί ἐμεῖς  ἀναπνέωμεν τόν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας μέ τάς ἰδικάς των θυσίας. Ὁφείλομεν εἰς τόν παρόντα χρόνον, ἀλλά καί εἰς τό ἀπώτατον μέλον νά εἴμεθα εὐγνώμονες πρός τούς ἥρωας μας καί προγόνους μας.
  Ὁ Μεγάλος ἥρωας μας Κολοκοτρώνης μέ τό δισάκκι του στον ὦμο γιά τόν δρόμο, πού μέσα θα εἶχε κάποιο ξεροκόματο, καμιά ἐλιά καί κανά παγούρι μέ νερό, διά νά ἀπελευθερώση τήν Ἑλλάδα μας καί ἐμᾶς ἀπό τόν βάρβαρον Τούρκο, ἐπεῖγεν τό ἔτος 1807 νά ὁρκισθῆ εἰς τό Μοναστήριον τῆς Εὐαγγελλιστρίας τῆς Σκιάθου. Ἐνῶ, ἐάν ἐπιθυμοῦσεν θά ζοῦσεν μέσα στήν χλιδή καί τόν πλοῦτο,  προσφέροντας τίς ὑπηρεσίες του στόν πασᾶ, μά δέν τό ἔπραξεν. Μαζί του τότε στήν ὁρκωμοσία ἦσαν καί ἄλλοι μεγάλοι καπετανέοι, ὁ Μιαούλης, ὁ Παπαβλαχάβας, ὁ  διδάσκαλος τοῦ Γένους Δημητριάδης, οἱ Λαζαίοι, ὁ Σταθάς, ὁ Νικοτσάρας, ὁ Τσάμης καί ἄλλοι.  Τότε εἰς τό Μοναστήριον τῆς Εὐαγγελίστριας τῆς Σκιάθου ὅλα αὐτά τά πεινασμένα γιά ἐλευθερία παληκάρια ὁρκίστηκαν γιά τοῦ Χριστοῦ τήν Πίστη τήν Ἁγίαν καί τῆς Πατρίδος τήν Ἐλευθερίαν κάτω ἀπό τό πετραχήλι καί τάς εὐλογίας  τοῦ Μοναχοῦ Νήφωνα

             Ὁρκίστηκαν νά ἐλευθερώσουν την Πατρίδα μας ἀπό τήν σκλαβιά τῶν βάρβαρων, αἱμοχαρῶν, ἀπολίτιστων Τούρκων. Τότε δέ, ἐθεσπίσθει καί ἡ πρώτη σημαία τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖτο ἀπό λευκόν Σταυρόν σέ γαλαζιο φόντο.
  Σεβαστέ Ἕλληνα ἔχεις  ἀκούσει τήν λέξιν ψωροκώσταινα, ὑπονοόντας  τήν πρό ὁλίγων ἐτῶν πτωχήν Ἑλλάδα. Μόνον πού ἡ ψωροκώσταινα, δέν ἦταν καθόλου ψωροκώσταινα, ἀλλά ἀντιθέτως μιά πολύ ὡραία Κυρία καί ἀρχόντισα ἀπό τήν Κυδωνιά, δηλ, ἀπό τό Ἀϊβαλή. Ἦταν ἡ Πανωραία  Χατζηκώστα, ἡ ὁποία ἐκεῖ εἰς τό Ἀϊβαλή τό 1821 οἱ Τούρκοι σκότωσαν τόν ἄνδρα της καί τά παιδιά της, μαζί μέ τούς κατοίκους τοῦ Ἀϊβαλή. Ἔτυχεν  νά ζήση, ὅπου πρῶτα ἐπῆγεν εἰς τά Ψαρᾶ, καί ἀπό ἐκεῖ εἰς τό Ναύπλιον. Ἐκεῖ διά νά ζήση ἔκανεν διάφορες ἐργασίες, τήν ἀχθοφόρον, τήν πλύστραν κ.τ.λ. τῆς ἔδωσαν τό παρατσούκλι ψωροκώσταινα. Τό 1826 διά τό πολύπαθον Μεσσολόγι ἐγένετο ἔρανος. Ἐπειδή τότε ὅλοι οἱ Ἕλληνες πεινοῦσαν, δέν ἦσαν πρόθυμοι εἰς τόν ἔρανον. Τότε διῆλθεν ἀπό ἐκεῖ ἡ ψωροκώσταινα καί προθύμως εἶπεν, «Δέν ἔχω τίποτα ἄλλο ἀπό αὐτό τό ἀσημένιο δαχτυλίδι κι αὐτό τό γρόσι. Αύτά τά τιποτένια προσφέρω στό μαρτυρικό Μεσολόγγι». Τότε συγκινημένοι ἀπό τήν πράξιν τῆς ψωροκώσταινας, ἔβαλλαν καί οἱ ἄλλοι τό χέρι εἰς τήν τσέπην. 
  Νά ἀναφερθῶμεν βεβαίως, καί εἰς τήν ἄρνησιν ἀλλά καί πολεμικήν ἀρετήν καί φιλοπατρίαν τοῦ Σουλιώτη Τζίμα Ζέρβα εἰς τήν πλουσιοπάροχην προσφοράν τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ διά νά ἐγκαταλείψη τό Σούλι, τοῦ γράφει:
''Βεζύρη Ἀλή Πασά, σ΄εὐχαριστῶ πολύ γιά τήν ἀγάπην πού ἔχεις γιά τά μένα, μον΄τά πουγκιά πού μοῦ γράφεις μέ τόν Μέτζο νά μοῦ στείλης, νά μήν μοῦ τά στείλης, γιατί δέν ξέρω νά τά μετρήσω καί δέν ξέρω τί νά τά κάνω, μόν καί ἀν ἤξερα πάλιν δέν εἶμαι εὐχαριστημένος νά σοῦ δίνω οὖτε ἕνα λιθάρι ἀπό τούς βράχους τῆς πατρίδος μου καί ὄχι νά φύγω ἀπό τό Σούλι διά τά πουγκιά σου.
Τιμές καί δόξαις πού μοῦ τάζεις νά μοῦ δίνης δέν μοῦ χρειάζονται, γιατί εἰς ἐμένα πλοῦτος, δόξαις καί τιμές εἶναι τ΄ἄρματα μου, ὁπου μ΄ἐκείνα φυλάω τήν πατρίδα μου τήν ἐλευθερίαν μου καί τά παιδιά μου, τιμῶ τ΄ ὄνομα τοῦ Σουλιώτου καί ἀποθανατίζω καί τό δικό μου ὄνομα''                                                                  Σούλι  4 Μαϊου 1801                                                                        
                                                                                                      Τζίμας  Ζέρβας
Ἕνα ἄλλο περιστατικό καί στιγμιότυπο τῆς ἐπαναστάσεως;
Ἦταν παραμονή τοῦ Ἄϊ Βασίλη, καί ἐπῆγαν τά παιδιά νά ψάλλουν τά κάλαντα εἰς τό σπίτι τοῦ Νικηταρᾶ. Ἔτυχεν νά εἶναι ἐκεῖ καί ὁ θεῖος του ὁ Κολοκοτρώνης. Ὅταν τά παιδιά τελείώνουν τά κάλαντα ὁ Νικηταράς γυρνώντας πρός τόν Κολοκοτρώνη τοῦ λέγει, μήπως ἔχεις χρήματα γιά νά φιλέψω τά παιδιά.
Καί ὁ Κολοκοτρώνης γιά νά τόν πειράξη τοῦ λέγει, μά δέν ντρέπεσαι λιγάκι, κατζάμ καπετάνιος μέ τόσες δόξες νά ζητιανέβης, τί σόϊ στρατηγός εἶσαι.
  Καί ὁ Νικηταράς τοῦ ἀπαντᾶ, τό εἶχε ἡ μοίρα μου καπετάνιος να γίνω, μά δέν θέλω να κάμω πραμάτεια τό καπετανλίκη μου καί νά πλουταίνω. Πραματευτής δέν εἶμαι μπάρμα.
  Ἀγαπητέ συνέλληνα, διατί ἐσύ σήμερα γίνεσαι πραματευτής καί μάλιστα φτηνός πραματευτής καί τῆς κακιάς ὥρας. Διατί προκειμένου νά κερδίσης μισή χούφτα εὐρώ χρησιμοποιεῖς στήν ἐργασίαν σου ἀλλοδαπούς.Τόσον πολύ τυφλώθηκες ἀπό τόν ἦχον τοῦ χρήματος, ὥστε νά συμπερηφέρεσαι ὡς ἄτομον περιορισμένης εὐθύνης καί ἐλαστικῆς συνειδήσεως. Διατί  ἀδιαφορεῖς διά τήν δολοφονίαν τοῦ παιδιοῦ σου ἀπό τούς ἀλλοδαπούς, τόν βιασμόν τῆς ἀδελφῆς σου, τήν ληστείαν τοῦ σπιτιοῦ σου, γιατί μαράζωσες ψυχικά, διατί προσβάλεις τούς προγόνους σου, διατί προδίδεις τούς ἀγῶνες των, δέν ντρέπεσαι να ἀγοράζης το κουλούρι τοῦ παιδιοῦ σου ἀπό τό ἐνοίκιο


τοῦ ἀλλοδαποῦ.
Γνωρίζεις ὅτι εἶσε ὁ ἡθικός αὐτουργός ὅλων τῶν ἐγκληματικῶν ἐνεργειῶν πού ἔχουν διαπράξει οἱ ἀλλοδαποί.
  Βεβαίως ὑπάρχουν καί αἱ ἀντίθεται ἀπόψεις ὅπως αὐτή τῆς κας Θάλεια Δραγώνα ἡ ὁποία ἦτο γνωστή καί φίλη εἰς τό περιβάλον τοῦ κου Σιμήτη τοποθετημένη εἰς τό ψηφοδέλτιον ἐπικρατείας ἐγένετο βουλευτής τοῦ ΠΑΣΟΚ, ἔχει γράψει καί βιβλία εἰς ἕνα ἀπό αὐτά τό "Τι είν' η Πατρίδα μας;"μετάξύ τῶν ἄλλων γράφει:
 «Αυτή η στρατηγική [της άρνησης] είναι ιδιαίτερα προφανής στις αποσιωπήσεις και παραλήψεις ιστορικών γεγονότων, που εντοπίζονται στα σχολικά εγχειρίδια. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αποσιώπηση της σημασίας, της τεράστιας δύναμης, της έκτασης και του κύρους της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αντίστοιχη είναι και η πλήρης απουσία οποιασδήποτε μνείας στον πολιτισμό, τα γράμματα και τις τέχνες της οθωμανικής αυτοκρατορίας».
 Δέν θά σχολίασωμεν ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, τήν βαρβαρότητα τῶν Τούρκων, ἀλλά θά ἀναφέρωμεν μόνον ἕναν ἐκ τῶν πολλῶν ξένων πού ἔχουν γράψει γιά τούς Τούρκους, τοῦ Γουίλιαμ Γλάδστων – Πρωθυπουργοῦ τῆς Μ. Βρεττανίας: «Ἦταν εἰς τό σύνολον τους, ἀπό τήν πρώτην μαύρην ἡμέρα πού μπῆκαν εἰς τήν Εὐρώπην, τό μόνον δείγμα τῆς ἀνθρωπότητας πού ἔδειξεν  τήν μεγαλυτέραν ἔλλειψιν ἀνθρωπισμοῦ. Ὁπουδήποτε καί ἀν πῆγαν, μιά  πλατιά κηλίδα αἴματος ἔδειχνε τά ἴχνη τοῦ περάσματος των καί εἰς ὅλην τήν ἔκτασιν τῆς κυριαρχίας των ὁ πολιτισμός ἐξαφανιζόταν».
 Ἐπίσης ὁ κος Φίλης, λέγει ὅτι οἱ Χριστιανοί εἶναι ὀπισθοδρομικοί καί εἰδωλολάτρες, ἐνῶ εἰς τούς λαθρομετανάστες μουσουλμάνους ὀφείλομεν νά κτίσωμεν Τζαμιά ἐντός Ἑλλάδος γιά νά προσεύχονται στόν θεό τους. Ἐπίσης δέν ἀναγνωρίζει τήν γενοκτονίαν τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου ἀπό τούς Τούρκους. Δέν διαπιστώσαμεν δέ κάποιον ἀπό τήν ὀλιγάριθμον κοινοβουλευτική ὁμάδα τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, νά ἔχη ἀντίθετον ἀποψιν. Ἡ κα Ρεπούση δηλώνει πῶς εἰς τήν Σμύρνην ἔγινεν συνωστισμός. Καί παρά τό γεγονός ὅτι σέ καθημερινήν βάσιν τήν διαψεύδουν οἱ Τούρκοι, δηλώνοντας μέ ὑπερηφάνιαν ὅτι ἐκεῖ εἰς τήν Σμύρνην ἔπνιξαν εἰς τήν θάλασσαν τούς Ἕλληνες καί τά κόκκαλα τους εἶναι εἰς τό βυθόν, δέν αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά πεῖ ὅτι ἔκανεν λάθος.
 Μερικοί ὡς φαίνεται ἔχουν μία συγγένειαν σκέψεως μέ τά λεγόμενα τῶν Τούρκων. Μήπως ὑπάρχει καί συγγένεια αἵματος. Διότι ὁ μεγάλος μας ἥρωας Κολοκοτρώνης ὁμιλόντας μέ σοφίαν εἰς τούς μαθητάς τῆς Α! Λυκείου εἰς τήν Πνύκα τήν 7/10/1838 μεταξύ τῶν ἄλλων εἶπεν: «μερικοί  γιά ταῖς δόξες καί ταῖς ἡδονές ἄφηναν τήν πίστην τους καί ἐγίνοντο μουσουλμάνοι».

ΖΗΤΩ  Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ 1821
ΖΗΤΩ ΟΙ ΗΡΩΕΣ  ΤΟΥ 1821 
ΖΗΤΩ   ΟΙ   ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ  1821 


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ 


ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

http://4.bp.blogspot.com/_NuhZMDR5O28/S_qK4rCNqWI/AAAAAAAAATQ/FgeBEEMBpt0/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters