Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΠΕΣΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΣΤΙΣ 29 & 30 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1912


Του Σπύρυ Μούλια

Αν. Αξιωματικού Διπλ. Μ-Η Μηχανικού ΕΜΠ

Στις  29 Νοεμβρίου 2025, συμπληρώνονται  113 χρόνια από τότε που ο Ελληνικός Στρατός απελευθέρωσε το χωριό Πεστά Ιωαννίνων από τον τούρκο κατακτητή, μετά από σκληρή μάχη που έμεινε στην ιστορία ως «η Μάχη τωνΠεστών». Ήταν μια από τις ένδοξες σελίδες της ιστορίας του Ελληνικού Στρατού γι΄αυτό και το όνομα «Πεστά» είναι χαραγμένο στην πάνω αριστερή μεριά του Μνημείου του «Άγνωστου Στρατιώτη» στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα. Επίσης πολλοί δρόμοι στην Πατρίδα μας φέρουν το όνομα του Ιστορικού αυτού Χωριού, όπως στην Κυψέλη των Αθηνών, στη Θεσσαλονίκη, στη Λάρισα κ.λ.π. 

Κατά την διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων εκείνης της εποχής, μετά την απελευθέρωση των Πεστών στο μέτωπο της Ηπείρου, δεν έμενε παρά μόνο το πανίσχυρο, κατά τα άλλα, οχυρό του Μπιζανίου  για την κατάληψη των Ιωαννίνων, που η απελευθέρωση της Πόλεως από τον τουρκικό ζυγό έγινε αμέσως μετά από 3 μήνες, στις 21 Φεβρουαρίου του 1913.

Ακολουθεί παρακάτω, ένα διαχρονικό δημοσίευμα από το τεύχος του Οκτωβρίου 2013 του περιοδικού Ήπειρος – Άπειρος Χώρα, που παρουσιάζει με εξαιρετικό τρόπο ο Ηπειρώτης Εκπαιδευτικός – Συγγραφέας κ. Σωκράτης Βασιλείου, στον οποίο είχα δώσει σχετική συνέντευξη στο σπίτι μου στο Χωριό Πεστά όπου ήταν καλεσμένος μου.

Το δημοσίευμα αναφέρει ιστορικά γεγονότα της μάχης αυτής και αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά το μεγαλείο της Ελληνικής ψυχής και ότι χάριν της ομοψυχίας και της ενότητος του Ελληνικού Λαού κερδίζεται η Ελευθερία. Έτσι λοιπόν χάριν αυτής της ενότητος, του ηρωισμού και της ομοψυχίας των Ελευθερωτών που αναφέρονται στο δημοσίευμα, απελευθερώθηκε το Χωριό Πεστά από τον Τούρκο κατακτητή. 

Για όσους δεν γνωρίζουν την περιοχή, το ιστορικό Χωριό Πεστά, βρίσκεται σε απόσταση 25 χιλιομέτρων από την Πόλη των Ιωαννίνων, στις πλαγιές του Μακρυβουνίου, σε υψόμετρο 750 μέτρων και σε μικρή απόσταση από το Χάνι Εμίν Αγά, όπου μετά την επιτυχή έκβαση της μάχης των Πεστών, στις 15 Ιανουαρίου 1913 ο Αρχιστράτηγος Διάδοχος τότε του Θρόνου Κωνσταντίνος,  εγκατέστησε το Στρατηγείο του και ακολούθησε η κατάληψη του Μπιζανίου, η οποία και αποτέλεσε το κλειδί για την απελευθέρωση της Πόλεως των Ιωαννίνων καθώς και ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου από τον Τουρκικό ζυγό και την παράδοση της Πόλεως από τον Τούρκο Στρατιωτικό Διοικητή Εσσάτ Πασά στον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο, στις 21 Φεβρουαρίου 1913.

Οι κάτοικοι του Χωριού Πεστών, τιμώντας τους Ήρωες που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για την απελευθέρωσή τους, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, έχουν θεσπίσει την 29η Νοεμβρίου ως Επετειακή ημέρα.

Z

Στο διαχρονικό αυτό δημοσίευμα ο Σωκράτης Βασιλείου γράφει :

    Το αφιέρωμα αυτό στην ιστορική και αποφασιστικής σημασίας, για την προέλαση του ελληνικού στρατεύματος προς το Μπιζάνι, μάχη, το έχουμε υποσχεθεί, εδώ και καιρό στον εκλεκτό μας φίλο, εκ Πεστών καταγόμενο, συνταγματάρχη ε.α. Σπύρο Μούλια ο οποίος μας δέχθηκε στο σπίτι του στα Πεστά το οποίο βλέπει, προς τη θεϊκή Ολύτσικα, απέναντι από τη Δωδώνη, το αρχαιότερο μαντείο σε χώρο ελληνικό, στα μέρη των αρχαίων Σελλών, των αρχέγονων Ελλήνων.

Σκληρή η Μάχη στα Πεστά, έμεινε στην ιστορία ως “η Μάχη των Πεστών”, και χαράχτηκε ως μια από τις ένδοξες σελίδες της ιστορίας του ελληνικού στρατού. Σε πιστοποίηση αυτού, το όνομα “Πεστά”, είναι χαραγμένο στην πάνω αριστερή μετώπη του μνημείου του “Άγνωστου Στρατιώτη”, στην πλατεία Συντάγματος της πρωτεύουσας. Μετά τη νικηφόρο έκβαση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στα Πεστά, στο μέτωπο της Ηπείρου, δεν έμενε παρά μόνον το πανίσχυρο οχυρό του Μπιζανίου.

    Με την έναρξη του πολέμου, οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις στην Ήπειρο, Στρατιά Ηπείρου, πέρασαν τον Άραχθο και αφού κατέλαβαν, μετά από σύντομο αγώνα, διάφορα δεσπόζοντα υψώματα στα βορειοδυτικά της Άρτας, προέλασαν προς την Πρέβεζα την οποία απελευθέρωσαν στις 21 Οκτωβρίου και την οργάνωσαν ως βάση εφοδιασμού τους.

    Επακολούθησαν σκληροί αγώνες, στη διάρκεια των οποίων τα ελληνικά τμήματα κατέλαβαν στις 28 Οκτωβρίου την ισχυρή τοποθεσία Πέντε Πηγάδια και συνέχισαν προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο όγκος των τουρκικών δυνάμεων.

    Μετά από τα Πέντε Πηγάδια οι Τούρκοι οπισθοχώρησαν και κατέλαβαν οχυρές θέσεις στα Πεστά.

2Q==

Εκεί στη μάχη των Πεστών στις 29-11-1912 ο Ιερός Λόχος των Κρητών εθελοντών φοιτητών, θα λάβει το βάπτισμα του πυρός και θα είναι αυτός που θα εισέλθει πρώτος στο χωριό, υπό το γενναίο Λοχαγό Σταύρο Ρήγα. Στη μάχη των Πεστών ο εθελοντής φοιτητής Απόστολος Χαζιράκης διακρίνεται για την ανδρεία του, καθώς «ευρεθείς αντιμέτωπος με Τούρκον αξιωματικόν και σχεδόν μονομαχήσας, εφόνευσεν αυτόν δια τη λόγχης του, παραλαβών το ξίφος του και το πιστόλι…», όπως βεβαιώνει η εφημερίδα “Ανεξάρτητος” της 20/1/1913.

    Στη μάχη των Πεστών ο Ιερός Λόχος των Κρητών Φοιτητών θα έχει και τον πρώτο του νεκρό, το φοιτητή της Νομικής Νικόλαο Σαμαριτάκη, ενώ τραυματίστηκε και ο λοχαγός του φοιτητικού λόχου, Σταύρος Ρήγας «με διαμπερές τραύμα επί της μιας παρειάς εξελθόν από το κάτω μέρος του ωτός…», όπως δημοσιεύει ο “Αρχολέων” το 1971. Η κηδεία του ηρωικού νεκρού, έγινε την επομένη στο νεκροταφείο του χωριού, με πάνδημη συμμετοχή.

Για τον Ιερό Λόχο των εθελοντών Κρητών φοιτητών, που ανήκε στο 1ο Τάγμα Κρητών του Ανεξάρτητου Συντάγματος Κρητών, ο ιερολοχίτης Ιωάννης Κ. Χατζιδάκης, και μετέπειτα γεωπόνος, στο βιβλίο του “Ηρώον Πολεμιστών” που εξέδωσε το 1927, μας δίνει μια πλήρη και συνοπτική εικόνα της οργάνωσης και της δράσης αυτού του ηρωικού λόχου.

    «Ο κρητικός Εθελοντικός Λόχος απετελέσθη εκ 250 φοιτητών και σπουδαστών, οίτινες εγκαταλείψαντες τα μαθητικά θρανία, έσπευσαν αμέσως, μετά την κήρυξιν των Βαλκανικών Πολέμων, αυθορμήτως να χύσωσιν και αυτοί το αίμα των ως Ιερολοχίται του 1821, υπέρ της απελευθερώσεως των, υπό τον Τουρκικόν Ζυγόν, στεναζόντων αδελφών μας.

    Έλαβον μέρος απ’ αρχής μέχρι τέλους εις την γιγαντομαχίαν του Ηπειρωτικού Αγώνος, διεδραμάτισαν κύριον ρόλον εις την μάχη των Πεστών, κυριεύσαντες και δύο πυροβόλα και πρώτοι εισελθόντες εις Πεστά…».

    Ένας άλλος εθελοντής, ο Γιάγκος Τορναρίτης, από τη μεγαλόνησο Κύπρο, πολεμιστής στο μέτωπο Ηπείρου και στη μάχη των Πεστών, εκείνες τις ένδοξες μέρες του Νοεμβρίου του 1912, καταθέτει μια συγκλονιστική μαρτυρία.

    «Αλλ’ εκείνο το οποίον συνεκλόνισε σύρριζα την ψυχήν μου και εκύλησεν άφθονα τα δάκρυα, ήτο η αδύνατη, αλλά διαπεραστική φωνή ενδεκαετούς παιδιού, ζητωκραυγάζοντος υπέρ του Ελληνισμού. Ακόμη αντηχεί εις την ακοήν μου το ηχηρόν εκείνο κύμα της παιδικής ζητωκραυγής. Επροχωρήσαμεν προς το χωρίον, τα Πεστά, αλλ’ εκρατούσα σφικτά από το χέρι το Ηπειρωτάκι εκείνο, το οποίον μέσα εις την πλημμύραν εκείνην των συγκινήσεων, πόσα και πόσα δεν εσυμβόλιζε εις την φαντασίαν μου. Όταν τα όνειρα ενσαρκούνται εις την απτήν πραγματικότητα προ του μεγάλου εσωτερικού σεισμού, μετατοπίζεται καθαυτό η ψυχή…»!

    Σε μια από τις επισκέψεις μας στα Πεστά, φιλοξενούμενοι του συνταγματάρχη Σπύρου Μούλια, όταν η συζήτηση έφτασε στην ιστορία του Χωριού του μας είπε :

9k=

«Κορυφαία στιγμή της ιστορίας των Πεστών είναι η περίφημη μάχη, που καταγράφτηκε σαν μια από τις πλέον αποφασιστικές μάχες των πολεμικών επιχειρήσεων στην Ήπειρο. Τα Πεστά βρίσκονταν υπό τουρκική κατοχή μέχρι την 29η Νοεμβρίου 1912. Τότε, ο παππούς μου, ο Σπύρος Μούλιας, παλικάρι 20-22 χρόνων, ήταν ήδη παντρεμένος, είχαν αποκτήσει τον πρώτο τους γιο, τον Παναγιώτη, τον πατέρα μου και είχαν και ένα βρέφος, ολίγων εβδομάδων, αβάφτιστο. Όταν είχαν ήδη φύγει οι Τούρκοι κυνηγημένοι από τους ευζώνους, έπρεπε να βαφτιστεί το βρέφος.

    Ο παππούς από ενθουσιασμό και για να τιμήσει την απελευθέρωση του χωριού του, ζήτησε από το νουνό να του δώσει το όνομα “Ελευθέριος”. Έτσι ο δεύτερος γιος του παππού, ο θείος μου, έλαβε το όνομα Ελευθέριος.

 Και συνεχίζοντας ο κ. Μούλιας ανέφερε ότι, όταν στις 29 Νοεμβρίου του 1912, οι Κρήτες εθελοντές, έμπαιναν στα Πεστά, τότε ένας Πεστιώτης, ο Μήτρο-Βλάχος έτρεξε με προφυλάξεις προς το Μακρυβούνι. Aγνάντεψε πέρα και ευτυχής αντίκρισε τους ευζώνους, με επί κεφαλής τις σημαίες τους, να φτάνουν γοργά προς το χωριό μας.

    Γύρισε αμέσως στο χωριό, όπου συνάντησε τον Παπά-Γιώργη.

-Παπα-Γιώργη, γρήγορα τις καμπάνες! Έρχεται ο ελληνικός στρατός! Έρχονται οι εύζωνοι!

    Το τι έγινε τότε, δεν περιγράφεται. Άρχισαν οι καμπάνες να διαλαλούν εκκωφαντικά το χαρμόσυνο μήνυμα της απελευθέρωσης! Επί τέλους τα Πεστά ελεύθερα!

    Στήθηκε παλλαϊκό πανηγύρι στα Πεστά. Δεν άργησαν να συγκεντρωθούν στην πλατεία ο παπα-Γιώργης, ο Μήτρο-Βλάχος, ο παππούς μου Σπύρος Μούλιας και πολλοί άλλοι Πεστιώτες: Ο Θεόδωρος Ανδρίκος, που ήταν τότε ο πρόεδρος του Χωριού, ο Γούλα-Τασούλας, ο Ηλίας Φλόκας, Γρηγόρης Κατσάνος, ο Νικόλας Κατσάνος, ο Γρηγόρης Ζησόπουλος και πολλοί ακόμα».

    Αυτά μας αφηγήθηκε τότε ο φίλος Συνταγματάρχης, σχετικά με τη μάχη και την απελευθέρωση των Πεστών, όπως του τα είχε αφηγηθεί ο θείος του ο Λευτέρης Μούλιας, στον οποίον πάλι τα είχε αφηγηθεί ο Πατέρας του Σπύρος Μούλιας, που αργότερα το 1922 έχασε τη ζωή του στη Μικρασιατική εκστρατεία.

Z

Αυτόν λοιπόν το καιρό, τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου 1912, οι συνθήκες εκείνου του αγώνα είχαν μεταβληθεί σημαντικά, είχαν δραματοποιηθεί. Ο χειμώνας ενέσκηπτε κάθε μέρα και βαρύτερος. Οι Τουρκικές δυνάμεις της Ηπείρου, είχαν ενισχυθεί με νέες δυνάμεις από την περιοχή του Μοναστηρίου. Έτσι η προέλαση του Ελληνικού στρατεύματος, όλο και γινόταν πιο δύσκολη. Μετά μάλιστα τη νικηφόρα μάχη των Πεστών, οι αντίπαλοι περιορίστηκαν σε ανταλλαγή πυρών και αγώνα προφυλακών. Τον ίδιον αυτόν καιρό, το τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, είχε ενταθεί, εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως, και είχε καταστεί έντονη, η πίεση προς το στρατό, να επιδιώξει και να επιτύχει, όσο γίνεται πιο γρήγορα, την απελευθέρωση της Ηπείρου, πριν μάλιστα από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων. Η ίδια η Κυβέρνηση πιεζόταν από το χρόνο και αυτή με τη σειρά της πίεζε το στράτευμα, το οποίο ενίσχυσε με τη IΙ Μεραρχία, που μετέφερε από τη Θεσσαλονίκη.

    «Στα Πεστά βρήκαμε μεγάλη αντίσταση. Ένας Τούρκος από την Αραπιά με το κανόνι του μας σκότωσε πολλά παιδιά, μας κατέστρεψε ένα πεδινό κανόνι σκοτώνοντας τους πυροβολητές. Εκεί στον κάμπο του Τερόβου έμειναν πολλά παλικάρια. Όταν φθάσαμε στα Πεστά, μας υποδέχθηκε ένας γέρος παπάς ονόματι Παπαγιώργης, με ένα ξύλο και ένα άσπρο πανί δεμένο για σημαία φωνάζοντας: “Ζήτω ο Ελληνικός Στρατός»!

Και αυτός ο γέρο-Παπαγιώργης μας έδειξε, πού ήταν η θέση του πυροβόλου του Αράπη, που ήταν εγκαταστημένος στην Πεστιώτικη τοποθεσία “Αυλότοπος”. Κατορθώσαμε με μεγάλη δυσκολία να πλησιάσουμε προς το μέρος του πυροβολείου, εγώ με δύο άλλους και να σκοτώσουμε τον Αράπη, που μας σκότωσε τόσα παιδιά. Μετά το σκοτωμό του Αράπη, οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή. Οι εύζωνοι ασυγκράτητοι προέλασαν. Με μεγάλη σφοδρότητα. Σημαντική προώθηση για την πορεία του πολέμου. Τώρα πια έμενε μονάχα το Μπιζάνι, το απόρθητο Μπιζάνι, το πανίσχυρο οχυρό. Οι κακουχίες λόγω του πολύ σκληρού χειμώνα εξοντωτικές, απάνθρωπες. «Άνθρωποι κοιμώμενοι τόσα έτη επί κλίνης, να κοιμώμεθα εις την παγετώδη γην, να βρεχόμεθα, να σηκωνόμεθα μέσα στο χιόνι, λεπτό να μην αισθανόμεθα το πρωί αν έχωμεν ποδάρια, διότι καταντούν σαν κρύσταλλο. Φωτιά να ζεσταθούμε σπανίως μας επιτρέπεται ν’ ανάψωμεν, διότι αμέσως οι Τούρκοι μας κτυπούν. Το όπλο όλο εις το χέρι», αφηγείται ο Ηπειρώτης Κωνσταντίνος Τσιάνος, που είχε έρθει ως εθελοντής από την Αμερική.

    Τις σκληρές καθημερινές συνθήκες των ευζώνων στην πρώτη γραμμή του μετώπου, περιγράφει δραματικά με τους στίχους του, ο άγνωστος λαϊκός δημιουργός.

“Μου γράφεις μάνα μια γραφή και με ρωτάς τι κάνω.

Στου Μπιζανιού την παγωνιά, στο κρύο θα πεθάνω!

Στα Πεστά και στο Μπιζάνι, Μάνα μου τι κρύο κάνει!

Στα Πεστά στη Μανωλιάσα, που δεν πήραμε ανάσα…”!

9k=

Από το μέτωπο ο Μιχαήλ Στιβαρός έγραφε σε παλαιό καθηγητή του, στο Ημιγυμνάσιο Λεμεσού:

«Ό,τι αισθάνομαι τας ημέρας αυτάς που έγινα στρατιώτης, δεν το ησθάνθην ποτέ. Αισθάνομαι ότι εδιπλασιάσθη το σώμα μου και η ψυχή μου. Είμαι ακούραστος μεθ’ όλον τον βαρύν οπλισμόν. Η κυπριακή φοιτητική ομάς, να είστε βέβαιος, ότι θα τιμήσει και πατρίδα και γονείς και εκπαιδευτήρια, από τα οποία εδιδάχθημεν τον μέγα πατριωτισμόν…»!

     Ο Μιχαήλ Στιβαρός έλαβε μέρος στις καθοριστικές μάχες Πεστών και Αετοράχης και κατά τους επίσημους καταλόγους του υπουργείου Στρατιωτικών έπεσε ηρωικά στις μάχες του Μπιζανίου στις 5 Δεκεμβρίου ή σύμφωνα με άλλες πληροφορίες στις 16 Δεκεμβρίου 1912.

Z 

Το Μνημείο Πεσόντων στα Πεστά

Μεταξύ των πεσόντων στα Πεστά ο Μιλτιάδης Σαλονικιός από τη Χαλκίδα. Στη μεγάλη μάχη των Πεστών τραυματίστηκε ο ιερολοχίτης Ιωάννης Ροβάτσος, ενώ πληγώθηκε ελαφρά στην ωμοπλάτη από οβίδα, προαχθείς σε υπολοχία και ο Βασιλάκης Νικόλαος από τα Καρδάμυλα της Χίου


ΕΛΙΣΜΕ

Τρίτη 1 Ιουλίου 2025

1 ΙΟΥΛΙΟΥ 1913 : Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ


Του Γιάννη Ιωαννίδη
 
«Χαράς ευαγγέλια! Ελευθερία και Ελευθέρια εορτάζομεν από της 4 μ.μ. έν τη Δράμα. Αναπνέομεν! Ζώμεν! Κινούμεθα! Ο ελληνικός μας στρατός νικητής και τροπαιούχος είσήλθεν είς την Δράμαν. Χαρά! Αγαλλίασις, άσματα! Ελευθερία!» Έτσι ακριβώς απαθανατίζει τον πανηγυρισμό για την απελευθέρωση της Δράμας από τον ελληνικό στρατό, την 1η Ιουλίου 1913, ο τότε Μητροπολίτης Αγαθάγγελος, εκ των πρωταγωνιστών των γεγονότων εκείνων των ημερών.
Ο ελληνικός στρατός εισήλθε απελευθερωτής στην πόλη, υπό την ηγεσία του Συνταγματάρχη Νικολάου Μιχαλόπουλου Αρκαδινού, έπειτα από 529 χρόνια δουλείας, με πολλά δεινά για τον ντόπιο πληθυσμό της περιοχής, που, παρά τα όσα υπέστη, ούτε μια στιγμή δεν ξέχασε τη μεγάλη ιστορία του ούτε και απεμπόλησε την ταυτότητά του.
Σε αυτό, τεράστια υπήρξε η συμβολή των ίδιων των Ελλήνων, αλλά εξίσου επίζηλη στη διατήρηση της ελληνικότητας της περιοχής υπήρξε η συμβολή των Εφοροδημογερόντων, αλλά και των ηρωικών ταγών της Εκκλησίας, οι οποίοι, ως καλοί ποιμένες, έθεσαν την ψυχή τους υπέρ του ευσεβούς ποιμνίου τους, θέτοντας κάτω από τη δαμόκλεια σπάθη των κατακτητών την κεφαλή τους, θεωρώντας ως πράξη θεάρεστη τον όλο αγώνα τους. Έναν αγώνα συναδελφωμένο με το θάνατο.
Το ΑΠΕ-ΜΠΕ ερεύνησε διάφορες πηγές για τα γεγονότα των ημερών εκείνων (Γενικό Επιτελείο Στρατού/ Διεύθυνση Ιστορίας, Δημόσια Βιβλιοθήκη Δράμας, Ημερολόγιο Μητροπολίτου Αγαθάγγελλου, «Οι δραματικαί περιπέτειαι της Δράμας μέχρι της απελευθερώσεως αυτής, Εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ, συγγραφέων, Γ.Χατζόπουλου, Β.Πασχαλίδη, Τ.Τσελεπίδη) και αναδεικνύει ορισμένα κομβικά σημεία τους καθώς και το ρόλο του μητροπολίτη Αγαθάγγελου.
Ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος
«Και είναι αναμφίλεκτο ότι δύσκολα θα μιλούσαμε σήμερα για Ελληνική Δράμα, αν δεν υπήρχαν οι θεόσταλτες μορφές του Χρυσόστομου Καλαφάτη και του Αγαθάγγελου Β΄Κωνσταντινίδη, του Μάγνητος, οι οποίοι, ως φιλόστοργοι γονείς, έθεσαν πολλές φορές κάτω από τις φτερούγες τους το δοκιμαζόμενο σκληρά ποίμνιο τους»,αναφέρει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο συγγραφέας και πρώην Λυκειάρχης κ. Γιώργος Χατζόπουλος.
Να, τι αναφέρεται χαρακτηριστικά στο βιβλίο- ημερολόγιο του Μητροπολίτη Αγαθάγγελου: «Τιτάνια η συμβολή του Χρυσόστομου Καλαφάτη, του Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Δράμας – Σμύρνης, ο οποίος ερχόμενος στη Δράμα, σε ένα χώρο δεινώς και ανηλεώς πυρακτούμενο από ανθέλληνες, ζήτησε εν γνώσει του το σταυρό του μαρτυρίου.
Καθιστάμενος από νωρίς στόχος απροσπέλαστος των κατακτητών, απομακρύνθηκε βίαια από το προσφιλές ποίμνιο του! Αλλά η Θεία Πρόνοια, η περιβάλλουσα με ιδιαίτερη στοργή το Γένος των Ελλήνων, μερίμνησε κατά τρόπο εύστοχο και σοφό για τη διαδοχή του.
Στις 13 Μαρτίου 1910, δύο ημέρες μετά την απομάκρυνση του Χρυσόστομου Καλαφάτη από τη Μητρόπολη της Δράμας , φθάνει ο Αγαθάγγελος, η έλευση του οποίου υπήρξε για τον ίδιο νέα πυρακτωμένη κάμινος, αλλά ευεργετική για το ποίμνιο του, το οποίο δοκιμαζόμενο σκληρά ουδέποτε ξέχασε τη ιστορία του.
Αντιλαμβάνεται από την πρώτη στιγμή την κατάσταση που επικρατεί στο νομό και συναισθάνεται το βάρος της αποστολής του. Υπολογίζει με ακρίβεια το μέγεθος του αγώνα που θα κάνει. Μα δεν πτοείται. Η ψυχή του γίνεται γρανίτης πάνω στον οποίο θα συντρίβονται καθημερινώς τα μανιασμένα κύματα των κατακτητών».
Μελετώντας κάποιος το λεπτομερές έργο του «Αι Δραματικαί Περιπέτειαι Δράμας μέχρι της απελευθερώσεως αυτής, ήτοι από της 1ης Ιουνίου μέχρι της 1ης Ιουλίου 1913», διαπιστώνει το πλήθος των αρετών ενός Ιεράρχη, ο οποίος επιδίδεται σε αγώνα προστασίας, στήριξης , αναπτέρωσης του ηθικού του ποιμνίου του και απόκρουσης ανόμων σχεδίων των πανσλαβιστών και Βουλγάρων.
Οι αρετές του αυτές διαφαίνονται από τη μελέτη των περίπου 20 εγγράφων και των ισαρίθμων τηλεγραφημάτων, που έστελνε κάθε τόσο στους πανίσχυρους της εποχής εκείνης- Δόμπρεφ, Βούλγαρο πολιτικό διοικητή της Δράμας , Κοετσίκωφ, Στρατιωτικό διοικητή του Νομού Δράμας , Στρατηγό Κοβάτσεφ, Βούλκωφ, Γενικό διοικητή Μακεδονίας καθώς και στο Βούλγαρο βασιλιά Φερδινάνδο.
Θαυμάζει κάποιος το θάρρος με το οποίο διαμαρτύρεται προς τους ανωτέρω παραλήπτες των εγγράφων και τηλεγραφημάτων του για όσες βαρβαρότητες διέπρατταν εις βάρος του δραμινού λαού οι κατακτητές. Δεν είναι δε λίγες οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι διαμαρτυρίες παίρνουν τη μορφή της απειλής.
Έντονη είναι η διαμαρτυρία του για τις συλλήψεις των ιερέων της Μητρόπολής του, τις κακοποιήσεις των προκρίτων της υπαίθρου, τις ληστείες εις βάρος των ελληνικών οικογενειών και την προσβολή της τιμής των γυναικών της Νικήσιανης και του Παγγαίου.
Από τους άμβωνες των εκκλησιών προτρέπει, συχνότατα, περιφρονώντας κάθε κίνδυνο, τους Έλληνες Χριστιανούς να επιδείξουν εγκαρτέρηση και θάρρος μπροστά στις βουλγαρικές ωμότητες.
Είναι χαρακτηριστικό της γενναιότητάς του το ακόλουθο περιστατικό, σε μια από τις εξόδους του στην πόλη της Δράμας, κατά την οποία λίγο έλειψε να λογχισθεί από πενταμελή βουλγαρική στρατιωτική περίπολο.
Τη σκηνή μας την περιγράφει ανάγλυφα στο Ημερολόγιό του: «Πορευόμενος εκ της Ιεράς μου Μητρόπολης εις το Διοικητήριο διατρέχω τον κίνδυνο να λογχισθώ εις τας 11 το πρωί της 26ης Ιουνίου 1913 υπό πενταμελούς βουλγαρικής περιπόλου. Δύο εκ των περιπόλων, γνωρίζοντες την Τουρκική ήλθον προς με, με εφ’ όπλου λόγχην και προτείνοντες αυτάς είπον να απέλθω εις την Μητρόπολη μου αμέσως διότι απαγορεύεται εις πάντας η εκ των οικιών έξοδος. Απήντησα ότι δι’εμέ ως Βλαδίκαν, δηλαδή αρχιερέα, επιτρέπεται. Τότε εις θυμωθείς έτι μάλλον έθηκε και φυσίγγια εις το όπλον και επλησίασε κατ’ εμού, οπότε δείξας τον επί του στήθους μου πάντοτε κατά τας εξόδους μου κρεμάμενον μέγαν εγκόλπιον σταυρόν, τω είπον να κτυπήσει τον σταυρόν και το στήθος. Εκείνος απήντησε: “Δεν κτυπώ τον σταυρόν”. Τότε τω λέγω δυνατή τη φωνή τουρκιστί: Εύγε, είσαι καλός Χριστιανός, βγάλε τον σκούφον σου και φίλησον τον σταυρόν. Και εκείνος εφίλησε τον σταυρόν και το χέρι μου».
Ο θαυμασμός για τον Ιεράρχη εντείνεται με την απόφασή του να διατηρεί, με απόλυτη μυστικότητα, ένοπλες ελληνικές ομάδες. Είναι τα τμήματα εκείνα που βρίσκονταν σε διαρκή εγρήγορση για να εμποδίσουν τον κατακτητή να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του για την εξόντωση του ελληνικού στοιχείου της Δράμας.
Μα κάποτε τα δεινά τελείωσαν. Ο εφιάλτης του θανάτου χάθηκε. Ο ελληνικός στρατός κατατρόπωσε τον εχθρό και την 1η Ιουλίου 1913 απελευθερώνει τη Δράμα. Ο μεθυσμένος από το “νέκταρ” της λευτεριάς δραμινός λαός ξεχύνεται στους δρόμους. Προηγείται η βιβλική μορφή του Αγαθαγγέλου. Πρώτος στον κίνδυνο ο Ιεράρχης, πρώτος και στον πανηγυρισμό της Λευτεριάς.
Η απελευθέρωση της Δράμας ανήκει ιστορικά στο πλαίσιο των πολεμικών επιχειρήσεων, που έλαβαν χώρα στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων.
Η έναρξη του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, το Σεπτέμβριο του 1912, βρίσκει την Ελλάδα σύμμαχο της Σερβίας, της Βουλγαρίας και του Μαυροβουνίου, ενώ η Δράμα, όπως και όλη η Βόρεια Ελλάδα, βρίσκεται υπό την κατοχή της Τουρκίας. Η τελευταία, «σκιά» πια της άλλοτε κραταιής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κλονίζεται ήδη ισχυρά, υπό το βάρος της επικείμενης επίθεσης των συνασπισμένων λαών της Βαλκανικής, που αγωνίζονται να απελευθερώσουν τα εθνικά τους εδάφη.
Η πορεία των επιχειρήσεων φέρνει τελικά την Ελλάδα στη Θεσσαλονίκη, ενώ η Βουλγαρία καταλαμβάνει, το Νοέμβριο του 1912, την περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και, φυσικά, τη Δράμα. Έκτοτε κι επί οχτώ μήνες, η Δράμα παραμένει στα χέρια των Βουλγάρων. Είναι η περίοδος της πρώτης βουλγαρικής κατοχής.
Με την έναρξη του δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου, στις 17 Ιουνίου 1913, οι Βούλγαρου βρίσκονται αντιμέτωποι με τους τέως συμμάχους τους, τους Έλληνες και τους Σέρβους. Η απληστία και η υπεροψία τους τούς εμποδίζει να αντιληφθούν ότι μειονεκτούν έναντι των αντιπάλων τους. Έτσι, η μία μετά την άλλη, οι ελληνικές πόλεις απελευθερώνονται.
«Πήραμε την Θεσσαλονίκη μας, τας Σέρρας τας ωραίας και την Δράμα», τραγουδούσαν, σε εμβατηριακούς ρυθμούς, οι Έλληνες της εποχής.
Πώς όμως ο ελληνικός στρατός έφτασε στη μεγάλη αυτή νίκη; Σύμφωνα με στοιχεία από τα αρχεία του Γενικού Επιτελείου/Διεύθυνση Ιστορίας, η προέλαση του Ελληνικού Στρατού προς τους νέους αντικειμενικούς σκοπούς, όπως αυτοί καθορίστηκαν με διαταγή του Γενικού Στρατηγείου, άρχισε σταδιακά και αφού προηγουμένως οι μονάδες συμπλήρωσαν τις απαραίτητες προετοιμασίες τους.
Η VII Μεραρχία, αφού ενισχύθηκε με το 15ο Σύνταγμα Πεζικού της VIII Μεραρχίας, που έφτασε στις Σέρρες μέσω Θεσσαλονίκης από την Κορυτσά, έστειλε στις 30 Ιουνίου το 21ο Σύνταγμα Πεζικού και μία μοίρα Πυροβολικού προς τη Δράμα και με την υπόλοιπη δύναμή της προέλασε από το πρωί της 1ης Ιουλίου προς το Νευροκόπι.
Το Απόσπασμα του 21ου Συντάγματος (Απόσπασμα Δράμας) έφτασε το βράδυ της 30ής Ιουνίου στο χωριό Αγγίστα και την επομένη, ύστερα από σύντομο αγώνα, εισήλθε στη Δράμα, που πρόλαβε να σώσει από βέβαιο εμπρησμό. Οι κάτοικοι της πόλεως επιφύλαξαν θερμή υποδοχή στα ελληνικά τμήματα.
Στην κωμόπολη του Δοξάτου, όμως, στα νοτιοανατολικά της Δράμας, οι Βούλγαροι κατά την υποχώρησή τους, στις 30 Ιουνίου, διέπραξαν μεγάλης εκτάσεως βανδαλισμούς, την πυρπόλησαν και έσφαξαν περισσότερους από 3.000 κατοίκους της, μεταξύ των οποίων πολλούς ιερείς, γυναίκες και παιδιά.
Η υπόλοιπη δύναμη της VII Μεραρχίας, προελαύνοντας προς το Κάτω Νευροκόπι, κατέλαβε, στις 2 Ιουλίου, ύστερα από μεγάλο αγώνα, τα υψώματα Μπαμπίνας και προωθήθηκε στα νότια του χωριού Κάτω Βροντού.
Χαρακτηριστικό ήταν και το τηλεγράφημα που απέστειλε στο τότε Υπουργείο Στρατιωτικών ο Στρατηγός Δούσμανης, ο οποίος αναφέρει- μεταξύ άλλων- για την απελευθέρωση της Δράμας: «…Σήμερον εις το αριστερόν και το κέντρον του μετώπου μας ο στρατός προήλασε χωρίς να συναντήση τον εχθρόν. Εις το άκρον δεξιόν ημών ημέτεραι δυνάμεις μετά πείσμονα μάχην διηρκέσασαν από 9ης πρωίας μέχρι 4.30′ εσπερινής ώρας παρά την Αλιστράτην και Κρίτσαβαν έτρεψαν τον εχθρόν εις φυγήν και κατέλαβον την Δράμαν. Ο Μητροπολίτης Δράμας και πάντες οι κάτοικοι μη εξαιρουμένων ουδέ των Τούρκων και Ισραηλιτών μετά δακρύων χαράς εδέχθησαν ως σωτήρα τον Ελληνικόν Στρατόν, σώσαντα αυτούς ως έλεγον εκ βεβαίας καταστροφής…».
Η Δράμα δεν είναι μια συνηθισμένη πόλη του ελληνικού χώρου που υπέστη απλά πολλαπλές καταστροφές από τους εξωτερικούς εχθρούς. Η πόλη κι ο νομός κυριολεκτικά ξεκληρίστηκαν από τους εκάστοτε επιδρομείς και το αίμα των Δραμινών μαρτύρων πότισε βαθειά τη γη.


Πηγή: ΑΠΕ
ΕΛΛΑΣ
http://ellas2.wordpress.com/




Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ : Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΠΛΑΤΑΝΟΥΔΙΑ ΤΕΡΠΝΗΣ ΣΕΡΡΩΝ ΣΤΙΣ 17 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1913

Το δεύτερο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου 1913 , βουλγαρικός στρατός , ένα τάγμα πεζικού , μια ίλη ιππικού και πυροβολικό , ξεκινώντας από τις Σέρρες , πέρασε τη γέφυρα του Όρλιακου (σήμερα Στρυμονικό ) αιφνιδιαστικά και αφού εξουδετέρωσε την ελληνική φρουρά της και τις ολιγάριθμες φρουρές των στρατιωτικών φυλακίων Δημητριτσίου και Λυγαριάς στάθμευσε στην Αγία Παρασκευή. Από κει έστειλε αγγελιοφόρο στο βουλγαρικό λόχο στη Νιγρίτα. Ο αγγελιοφόρος επιστρέφοντας στις 16/2/1913 συνελήφθη από περίπολο του ελληνικού λόχου που έδρευε στην Τερπνή. Δεν ξέρουμε τι αποκάλυψε ή τι έγγραφα κατασχέθηκαν πάνω του.
Τα σχέδια όμως των Βουλγάρων ήταν πλέον φανερά. Επεδίωκαν την κυριαρχία στην περιοχή της Νιγρίτας. Κατείχαν το Λαχανά και το Κιλκίς. Άρχισαν ήδη να προβάλλουν δικαιώματα συγκυριαρχίας στη Θεσσαλονίκη. Προετοιμάζονταν να διαλύσουν τη συμμαχία. Με τα δεδομένα λοιπόν αυτά , η προδρομική μάχη στα Πλατανούδια , δεν είναι ένα συνηθισμένο πολεμικό περιστατικό. Αποτελεί το πρώτο αποκαλυπτικό σημάδι , που αφυπνίζει και προετοιμάζει την Ελλάδα , πριν από τη συνθήκη του Λονδίνου που έγινε στις 17/30 Μαίου 1913.
Το βουλγαρικό τάγμα, που ήταν στην Αγία Παρασκευή, αφού ξημέρωσε η 17 η Φεβρουαρίου και ο αγγελιοφόρος δεν γύρισε , ξεκίνησε για τη Νιγρίτα. Η ελληνική διλοχία αποφάσισε να μην αφήσει τους Βουλγάρους να μπουν στη Νιγρίτα. Ένα τμήμα 130 ανδρών με διοικητή τον υπολοχαγό Σταυριανόπουλο και τους αξιωματικούς Κορδογιάννη , Γαρδίκα , Γαλανόπουλο και Παπακώστα καταλαμβάνει θέσεις στα υψώματα της Τερπνής με κεντρικό σημείο άμυνας τη θέση Πλατανούδια.
Πολλοί Τερπνιώτες οπλισμένοι σπεύδουν να συμπολεμήσουν με τους στρατιώτες. Ταυτόχρονα στη Νιγρίτα , τμήμα στρατού με τον ανθυπολοχαγό Φαλάγγα , ενισχυμένο με τα σώματα από ενόπλους χωρικούς των καπεταναίων Βλάχμπεη και Γιαγκλή και Νιγριτινούς πολίτες , κλείνουν τους στρατιώτες του βουλγαρικού λόχου στα χάνια και στο Α΄ δημοτικό σχολείο , όπου ήταν καταυλισμένοι. Ο Βλάχμπεης και ο Γιαγκλής , θα μεταβούν κατόπιν και θα ενισχύσουν τους στρατιώτες στην Τερπνή. Ο καιρός ήταν άθλιος . Έπεφτε χιονόνερο και είχε παγωνιά. Η μάχη άρχισε στις 2 το μεσημέρι και ήταν επίμονη , σκληρή και άγρια. Ακριβείς λεπτομέρειες για τη μάχη από ειδικό στρατιωτικό δεν έχουμε. Η προφορική παράδοση, όπως είναι φυσικό, διασώζει αρκετές παραλλαγές. Μας ενδιαφέρει όμως το κύριο γεγονός και το αποτέλεσμα. Ας ακούσομε πως την περιγράφει ένας σύγχρονος Τερπνιώτης.
« Το πεζικό των Βουλγάρων αναπτύσσεται με άλματα και προσπαθεί να πλησιάσει το λόχο μας , αλλά όλες του οι επιθέσεις αποκρούονται με πολλούς νεκρούς. Ένα βουλγαρικό τμήμα μετακινείται προς τα αμπέλια δεξιά για να πλευροκοπήσει τις θέσεις μας. Αποκρούεται και αυτό από τον ανθυπολοχαγό Κορδογιάννη με λίγους στρατιώτες και Τερπνιώτες οπλισμένους. Το βουλγαρικό ιππικό προσπαθεί να πλησιάσει από τον κάμπο με ξαφνικές επελάσεις , μα τα πολυβόλα του λόχου μας και οι πολίτες της Τερπνής που έχουν σχηματίσει γραμμή μετωπική από τα Πλατανούδια μέχρι τη Νιγρίτα , το θερίζουν ....»
Είναι βέβαιον, πως τα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα της περιοχής Νιγρίτας, που ανήκαν στις προφυλακές της 7 ης Μεραρχίας, απέκρουσαν τον βουλγαρικό με δική τους ευθύνη και πρωτοβουλία. Σχετικά με τις διαταγές που είχαν γράφει πάλι ο Σπυριδάκης .
« Είχον διαταγάς να μη γίνωνται αίτιοι προς ρήξιν , να φροντίζωσι δε πάντοτε να φέρωνται προς τους Βουλγάρους ως προς συμμάχους. Προς τούτο δε διά ύψιστα συμφέροντα της πατρίδος , ως έγραφον επί λέξει αι σχετικαί διαταγαί του στρατιωτικού διοικητού Θεσσαλονίκης, καθόσον, ως υπενοείτο, αι μεραρχίαι αι ιδικαί μας ευρίσκοντο πάσαι εις το εν Ηπείρω θέατρον , πλην της 7 ης της ολιγαριθμοτέρας τότε ... Πάντες όμως αντελαμβάνοντο ότι δεν ήτο δυνατόν να διαρκέση επ΄ άπειρον αυτή η κατάστασις , διότι πολλάκις παρέσχον οι Βούλγαροι αποδείξεις της συμμαχικής των απιστίας..»
Διοικητή της διλοχίας αναφέρει ο Νιγριτινός συγγραφέας Παπαθανασίου τον λοχαγό Παναγιώτη Γαργαλίδη και άλλοι τον υπολοχαγό Σταυριανόπουλο.
Κατά τη μάχη στα Πλατανούδια ο ελληνικός λόχος είχε 16 στρατιώτες νεκρούς και αρκετούς τραυματίες ανάμεσα στους οποίους και οι αξιωματικοί Κορδογιάννης και Γαρδίκας. Σκοτώθηκε και ένας κάτοικος της Τερπνής από τυχαία σφαίρα μέσα στο σπίτι του. Οι Βούλγαροι αποδεκατίστηκαν , και δεν κατόρθωσαν να μπουν στη Νιγρίτα.
Η μάχη αυτή σφραγίζεται από μια μοναδικότητα. Ότι από μέρος των Βουλγάρων , προκειμένου περί συμμάχου, ήταν ο πρώτος δόλιος αιφνιδιασμός , που αποσκοπούσε στην αλλαγή της στρατιωτικής ισορροπίας στην περιοχή της Νιγρίτας.
Η ίδια τακτική θα εφαρμοστεί λίγο αργότερα με τους αιφνιδιασμούς στην περιοχή Παγγαίου. Οι Βούλγαροι δεν αναγνώριζαν ως έγκυρες τις καταλήψεις περιοχών από ένοπλους πολίτες και Μακεδονομάχους , μολονότι αυτοί χρησιμοποιούσαν γνωστούς κομιτατζήδες.
Ένα άλλο αξιόλογο στοιχείο που πρέπει εδώ να εξαρθεί , είναι η αθρόα συμμετοχή των Τερπνιωτών και Νιγριτινών , που έδωσαν εθελοντικά το βροντερό παρών στο τρομερό προσκλητήριο της ελευθερίας. Για τους κατοίκους της Βισαλτίας , ο δάσκαλος της Νιγρίτας Δημήτριος Δαμάνης έγραψε το 1911 : « Άρρενες και θήλειαι χαρακτηρίζονται από το ανδρικόν αυτών ύφος και την άκραν εμμονήν εις τα πάτρια ήθη και έθιμα....»



http://visaltis.blogspot.com
ΘΕΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2024

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΤΙΣ 26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1912

Φωτογραφία από την κατάληψη της Θεσσαλονίκης
σε καρτ-ποστάλ της εποχής:
 Άνδρες του ελληνικού ιππικού εισέρχονται θριαμβευτικά
στη Θεσσαλονίκη.
Του Ιάκωβου Δ. Μιχαηλίδη,
Αναπληρωτού καθηγητού Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, ΑΠΘ.

Η κήρυξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου τον Οκτώβριο του 1912 αποτέλεσε τη συσσωρευμένη έκρηξη των παθών που οι βαλκανικοί λαοί είχαν επί αιώνες συσσωρεύσει εναντίον των Οθωμανών. Παρά τις αρχικές προβλέψεις, η κατάρρευση της Υψηλής Πύλης υπήρξε αναπάντεχα σύντομη. Τα μέτωπα του πολέμου υπήρξαν δύο, εκείνο της Θράκης με «έπαθλο» την ίδια την Κωνσταντινούπολη, και εκείνο της Μακεδονίας με κορύφωση την προσάρτηση της Θεσσαλονίκης.
Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης υπήρξε, πριν ακόμη από την έναρξη του πολέμου, στρατηγική επιδίωξη των Ελλήνων.
Δεν ήταν μόνο τα απαράγραπτα ιστορικά δίκαια του ελληνισμού στην περιοχή, αλλά και η αδήριτη γεωστρατηγική ανάγκη για προσάρτηση των εύφορων μακεδονικών εδαφών που θα συντελούσαν αποφασιστικά στην οικονομική επιβίωση του έθνους. Για τους λόγους αυτούς οι εντολές του πρωθυπουργού Βενιζέλου προς τη στρατιωτική ηγεσία ήταν από την αρχή ξεκάθαρες και αποφασιστικές. Κεντρικός στόχος της στρατιάς Θεσσαλίας θα ήταν η απελευθέρωση της μακεδονικής πρωτεύουσας. Ο στόχος αυτός επιβεβαιώθηκε όταν απελευθερώθηκε η Κοζάνη, και κατέστη εφικτός αμέσως μετά την επική μάχη των Γιαννιτσών (19-20 Οκτωβρίου 1912).

Τα τελευταία συγκλονιστικά εικοσιτετράωρα πριν από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης έχουν συνοπτικά ως εξής: Στις 25 Οκτωβρίου 1912 το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο με επικεφαλής τον Αρχιστράτηγο και Διάδοχο Κωνσταντίνο εγκαταστάθηκε σε κτήριο στο χωριό Τόψιν (σημερινή Γέφυρα), λίγα μόλις χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη. Το αγρόκτημα ανήκε στον εβραίο μεγαλοκτηματία και τραπεζίτη Σαούλ Μοδιάνο.
Είχαν προηγηθεί οι κρίσιμες στιγμές της προέλασης του ελληνικού στρατού από τα Γιαννιτσά στη Θεσσαλονίκη υπό καταρρακτώδη βροχή. Ο ποταμός Αξιός είχε πλημμυρίσει, εμποδίζοντας την κίνηση των ελληνικών στρατιωτικών μονάδων. Ταυτόχρονα, πληροφορίες ανέφεραν ότι Βούλγαροι στρατιώτες βάδιζαν γοργά προς τη Θεσσαλονίκη.

Στις 3 τα ξημερώματα της 25ης Οκτωβρίου ο πρωθυπουργός Βενιζέλος τηλεφώνησε στον βασιλιά Γεώργιο, που βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια, ζητώντας του να διατάξει τον γιο του να προελάσει άμεσα προς τη Θεσσαλονίκη. «Σας καθιστώ προσωπικώς υπευθύνους διά την βραδύτητα με την οποία διεξάγετε τας επιχειρήσεις, αι οποίαι κινδυνεύουν να φέρουν τους Βουλγάρους πρώτους εις Θεσσαλονίκην», του έγραφε.
Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Έξι ελληνικές μεραρχίες, μονάδα ιππικού και ένα απόσπασμα Ευζώνων είχαν κυκλώσει τη Θεσσαλονίκη, έτοιμες να επιτεθούν μόλις λάμβαναν τη σχετική εντολή. Ένα λουτρό αίματος στη μακεδονική πρωτεύουσα ήταν πλέον πολύ πιθανό.
Την ίδια στιγμή οι οθωμανικές Αρχές της Θεσσαλονίκης, με τη μεσολάβηση των προξένων πολλών μεγάλων δυνάμεων, ξεκίνησαν τις διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης. Τελικά, μετά από αγωνιώδεις διαπραγματεύσεις, στις 17:30 το απόγευμα της 26ης Οκτωβρίου 1912 ο λοχαγός Αλέξανδρος Μαζαράκης παρέδωσε στον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο επιστολή του Χασάν Ταξίν Πασά, διοικητή της 8ης στρατιάς του Οθωμανικού Στρατού, με την οποία γνωστοποιούνταν ότι οι οθωμανικές Αρχές της πόλης είχαν αποφασίσει την παράδοση της πόλης στους Έλληνες.

Ο Χασάν Ταξίν Πασάς επικρίθηκε έντονα –αλλά άδικα κατά τη γνώμη μου– τα επόμενα χρόνια για την απόφασή του να παραδώσει αμαχητί τη Θεσσαλονίκη. Ο ίδιος στις αναμνήσεις του δικαιολογεί εκείνη την απόφασή του και χαρακτηρίζει τραγική την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η οθωμανική φρουρά της πόλης. «Βρέθηκα μπροστά στο τραγικό δίλημμα της έσχατης αντίστασης ή της παράδοσης υπό όρους με την ευχή του λαού της πόλης, των πολιτικών Αρχών και των προξένων», σημειώνει. «Αφού αντιλήφθηκα με βαθύτατη ψυχική οδύνη ότι ήταν αδύνατο να συνεχισθεί ο αγώνας και ότι κάθε περαιτέρω προσπάθεια ήταν μάταιη, πήρα την τραγική αλλά αναπόφευκτη πλέον απόφαση να διαπραγματευθώ με τον αντίπαλο».
Αμέσως μόλις του επιδόθηκε η επιστολή του Ταξίν Πασά, ο Κωνσταντίνος διέταξε τον αντιστράτηγο Βίκτωρα Δούσμανη και τον Ιωάννη Μεταξά να μεταβούν στη Θεσσαλονίκη για να συντάξουν και να υπογράψουν το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης. Ταυτόχρονα, ο Κωνσταντίνος έστειλε επιστολή στον διοικητή των βουλγαρικών στρατιωτικών δυνάμεων, στρατηγό Θεοδορόφ, ενημερώνοντάς τον για την παράδοση της Θεσσαλονίκης στον ελληνικό στρατό.

Ήταν 21:30 το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου 1912, ανήμερα του πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου Δημητρίου, όταν ο Δούσμανης και ο Μεταξάς έφτασαν στο Διοικητήριο προκειμένου να συναντήσουν τον Χασάν Ταξίν Πασά και να υπογράψουν το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης. Λίγες ώρες αργότερα, στη 1:30 το πρωί, το πρωτόκολλο –που είχε συνταχθεί στα γαλλικά– υπογράφηκε από τους Οθωμανούς και τους Έλληνες. Το όνειρο των Ελλήνων και η πρόβλεψη του Βενιζέλου πως σε είκοσι μόλις μέρες ο ελληνικός στρατός θα απελευθέρωνε τη Θεσσαλονίκη, είχε γίνει πραγματικότητα.
Την ίδια στιγμή που οι Μεταξάς και Δούσμανης κατευθύνονταν στο Διοικητήριο, ενθουσιώδεις Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες κατευθύνονταν προς την πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Ο Αλέξανδρος Ζάννας ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη, το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου 1912. Μαζί του ήταν και αρκετοί Εύζωνες που επισκέφθηκαν αμέσως στο καφενείο Όλυμπος, βασικό σημείο συνάντησης των Θεσσαλονικέων.

Ο Θεσσαλονικιός δημοσιογράφος Αρίστος Χασηρτζόγλου αφηγείται την αγωνία και την αδημονία των Θεσσαλονικέων για την επικείμενη είσοδο του ελληνικού στρατού: «Μα γιατί καθυστερούν, πρωί δεν μας είπαν και βράδυασε. Ξαφνικά γοργά ποδοβολητά αλόγων ακούστηκαν έξω από το μεγάλο εκείνο κέντρον κι ευθύς αμέσως ύστερα άνοιγε διάπλατα η βαρειά δρύινη και δίφυλλη τζαμόπορτα της μπυραρίας. Ήταν ένας αξιωματικός. Ένας Έλληνας αξιωματικός. Και ύστερα ένας άλλος. Και ύστερα και τρίτος. Γεια σας, είπαν λεβέντικα και βρόντηξαν τα σπιρούνια. Τόσο απλά, τόσο απλά και συνηθισμένα ήρθε στους ραγιάδες της Θεσσαλονίκης το πρώτο μήνυμα της ελευθερίας».
Εκείνο το βράδυ της 26ης προς 27η Οκτωβρίου 1912 κανένας από τους Έλληνες της πόλης δεν κοιμήθηκε. Τα νέα της εμφάνισης του ελληνικού στρατού διαδόθηκαν ταχύτατα και πλήθος από ελληνικές σημαίες γέμισαν τα μπαλκόνια της Θεσσαλονίκης. Στις 27 Οκτωβρίου ο Ίων Δραγούμης και ο λοχαγός Αθανάσιος Εξαδάκτυλος ύψωσαν την ελληνική σημαία στο κτήριο του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη. Λίγο αργότερα ο ποιητής Σπύρος Ματσούκας, συνοδευόμενος από τον ζωγράφο Γεώργιο Ροϊλό, έφτασε στο ναό του Αγίου Μηνά και απήγγειλε πατριωτικά ποιήματα, την ίδια ώρα που το συγκεντρωμένο πλήθος έψαλε το Χριστός Ανέστη. Η ιστορική εφημερίδα Μακεδονία του Ιωάννη Βελλίδη κυκλοφόρησε με τυπωμένη σε ολόκληρη την πρώτη σελίδα της την ελληνική σημαία, ενώ η Νέα Αλήθεια του Γιάννη Κούσκουρα είχε πρωτοσέλιδο άρθρο με τίτλο «Ευλογημένος ο ερχόμενος». Την Κυριακή, 28η Οκτωβρίου 1912, εισήλθε στην πόλη και ο διάδοχος Κωνσταντίνος και εγκαταστάθηκε στο Διοικητήριο, όπου υψώθηκε η ελληνική σημαία. Μια μέρα αργότερα έφθασε στην πόλη και ο βασιλιάς Γεώργιος. Η αρχή του ελεύθερου εθνικού βίου για τους Έλληνες της Θεσσαλονίκης είχε μόλις αρχίσει.

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2024

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ : Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ ΣΤΙΣ 11 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1912

Του Ηλία Κοτρίδη Αντισυνταγματάρχου ε.α. 

Η είσοδος του ελληνικού στρατού στο τουρκικό έδαφος με σκοπό την απελευθέρωση της Μακεδονίας ξεκίνησε στις 5 Οκτωβρίου 1912. Ήταν η στιγμή τα όνειρα αιώνων να γίνουν πραγματικότητα. Πέντε ελληνικές μεραρχίες, δύο ταξιαρχίες ευζώνων, τέσσερα συντάγματα ορεινού πυροβολικού και δύο μοίρες ορειβατικού πυροβολικού σφυροκοπούσαν τις τούρκικες θέσεις στο μέτωπο των συνόρων της Θεσσαλίας.

Ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε από τον Προφήτη Ηλία, το Μπουρνάζι του Τυρνάβου, το Ρεσένι και τη Μελούνα και προέλασε, χωρίς ουσιαστική αντίσταση, προς την Τσαριτσάνη (Μελούνα), στα περίχωρα της Ελασσόνας. Στις 6 Οκτωβρίου, ύστερα από τετράωρη πεισματώδη μάχη προ των τουρκικών οχυρώσεων, ο στρατός της Θεσσαλίας, υπό τον αρχιστράτηγο διάδοχο Κωνσταντίνο και τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, υποστράτηγο Παναγιώτη Δαγκλή, κατέλαβε την Ελασσόνα, όπου του επιφυλάχθηκε ενθουσιώδης υποδοχή. Την ίδια στιγμή οι τουρκικές δυνάμεις αποσύρθηκαν στα στενά του Σαρανταπόρου, τις Σιδηρές Πύλες. Ο ελληνικός στρατός άρχισε να χτυπάει τις τουρκικές οχυρώσεις και συγχρόνως οι Έλληνες έκαναν μεγάλη κυκλωτική κίνηση στα όρια του σημερινού νομού Κοζάνης από τα χωριά Μόκρο (Λιβαδερό), Ράχοβο (Πολύραχο) και Μεταξάδες.
Τα πρώτα τμήματα είχαν περάσει τις δασωμένες κορυφές αυτών των βουνών και μπορούσαν να βλέπουν την Κοζάνη, όπου ακούγονταν οι βολές των πυροβόλων, αφού η απόσταση δεν ήταν παραπάνω από τριάντα χιλιόμετρα. Η στενωπός του Σαρανταπόρου καταλαμβάνεται στις 10 Οκτωβρίου, μετά από σφοδρή επίθεση των ελληνικών δυνάμεων και ανοίγει η δίοδος προς τη Μακεδονία. Τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας η IVη Μεραρχία απελευθέρωσε τα Σέρβια και κατέλαβε τη γέφυρα του Αλιάκμονα, που οδηγούσε στην Κοζάνη.

Η μάχη του Σαρανταπόρου υπήρξε θρίαμβος πραγματικός του ελληνικού στρατού. Οι Τούρκοι εγκατέλειψαν το Σαραντάπορο και τα Σέρβια, τα οποία έκαψαν. Η φυγή τους ήταν τόσο άτακτη, που άφησαν άθικτη τη γέφυρα του Αλιάκμονα, φοβούμενοι να φέρουν εκρηκτικά από τις αποθήκες της Κοζάνης, γνωρίζοντας ότι ο λαός της πόλης, καθαρά ελληνικός, είχε ξεσηκωθεί και κάθε σπίτι είχε και μερικά οπλισμένα παλικάρια με όπλα που είχαν κρυμμένα για αυτή ακριβώς τη στιγμή. Έτσι αποτραβήχτηκαν στα χωριά Κιτσελέρ (Βαθύλακο) και Τζιτζελέρ (Πετρανά). Ο ελληνικός στρατός προχωρούσε μεθοδικά για να προφταίνει τα προελαύνοντα μάχιμα τμήματα.
Εν αντιθέσει με τα Σέρβια, η Κοζάνη εγκαταλείφθηκε από τους Τούρκους αμαχητί. Πανικόβλητος ο κύριος όγκος της τούρκικης φρουράς της πόλης εγκατέλειπε τα όπλα, αρπάζοντας ψωμιά, τρόφιμα και κρέατα από φούρνους, μαγαζιά και κρεοπωλεία, σπάζοντας τις πόρτες τους. Μετά τη μάχη του Σαρανταπόρου, στις 9 Οκτωβρίου 1912, το τουρκικό επιτελείο συνεδρίασε και αποφάσισε να εγκαταλείψει την Κοζάνη. Κάποιος αξιωματικός του επιτελείου πρότεινε το βομβαρδισμό και την πυρπόληση της πόλης, όμως την καταστροφή απέτρεψε ο συγκρατημένος Τούρκος Αρχιστράτηγος Ταχσίν πασάς, έχοντας με το μέρος του και τον αλβανικής καταγωγής Μουτίρ μπέη.

Οι Τούρκοι υπάλληλοι διατάχτηκαν να παραλάβουν τα αρχεία τους και ο κύριος όγκος του στρατού, όσος ήταν ακόμα συνταγμένος κινήθηκε προς τη Βέροια. Μόνο δύο τάγματα του στρατού σχεδόν διαλυμένα έφυγαν άτακτα προς τα Καϊλάρια (την Πτολεμαΐδα) και ανασυντάχτηκαν έξω από το χωριό Περδίκας με την φρουρά των Καϊλαρίων. Στο μεταξύ οι Κοζανίτες έτρεξαν στους τούρκικους στρατώνες κι άρπαξαν όπλα, πυρομαχικά, τρόφιμα, φάρμακα κι ό,τι άλλο υπήρχε μέσα σʼ αυτές. Από όλες τις γειτονιές κατέβηκαν οπλισμένοι κάτοικοι στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο κέντρο της πόλης και τοποθέτησαν στο καμπαναριό τη γαλανόλευκη και το σταυρό της ορθοδοξίας.
Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε ο πρώτος ιππέας, «πρόσκοπος ανιχνευτής» από το Νότο, την πλευρά του Τζιτζελέρ (Πετρανά) και δέχτηκε τους ασπασμούς των συγκινημένων πολιτών. Η δουλεία πέντε αιώνων είχε υποχωρήσει. Οι μέχρι εκείνη τη στιγμή υπόδουλοι Κοζανίτες με τα όπλα που κατείχαν, τρελοί από χαρά και αγαλλίαση τράνταζαν την ατμόσφαιρα από τους πυροβολισμούς τους. Ο στρατός, το ιππικό, διέκοψε προς στιγμή την πορεία του, νομίζοντας ότι πρόκειται για μάχη που διεξάγονταν μέσα στην πόλη, μεταξύ πληθυσμού και εχθρού. Όταν όμως βεβαιώθηκε από τον ανιχνευτή του για τις εκδηλώσεις χαράς των κατοίκων, ο επικεφαλής της Ιλαρχίας του Ιππικού Στρατηγός Σούτσος, διέταξε βραδεία εκκίνηση της φάλαγγας προς την πόλη. Ενώ οι καμπάνες ηχούσαν χαρμόσυνα, ο λαός δεν άργησε να βρεθεί στην έξοδο της πόλης με τα βλέμματα προσηλωμένα στο μέρος απ’ όπου θα έφταναν οι ελευθερωτές.
Μόλις οι Κοζανίτες αντίκρισαν τους στρατιώτες καβαλάρηδες ξέσπασαν σε ζητωκραυγές και σε παρατεταμένα χειροκροτήματα. Το φέσι, το αιώνιο σήμα της σκλαβιάς, ξεσχίστηκε από το ενθουσιασμένο πλήθος και πετάχτηκε στο δρόμο για να ποδοπατηθεί από τα άλογα του ένδοξου Ελληνικού ιππικού. Όλες αυτές οι σκηνές εξελίχτηκαν στις 11 Οκτωβρίου 1912, 5 η ώρα το απόγευμα κατά μήκος της οδού από τον σημερνό κόμβο Θεσσαλονίκης-Αθηνών μέχρι την είσοδο της πόλης, σημερινό κτίριο τεχνικού Ο.Τ.Ε., που από τότε ονομάστηκε οδός 11ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ.

Μετά την είσοδο του ιππικού, ο λαός ύστερα από τρικούβερτο γλέντι, γύρισε στα σπίτια του διαβιβάζοντας το ευχάριστο γεγονός στους γέρους της γειτονιάς με τη φράση: «Παππού, ήρθε το Ελληνικό». Οι γέροι με συγκίνηση και δάκρυα σταυροκοποιούνταν και απαντούσαν: «Τώρα ας πεθάνουμε». Οι στιγμές του ενθουσιασμού του πλήθους, αλλά και των στρατιωτών που δάκρυζαν από συγκίνηση στη θέα των δακρυσμένων από χαρά υπόδουλων, που απολάμβαναν την ελευθερία, παραμένουν απερίγραπτες. Οι δημοτικές και κοινοτικές αρχές με τον Μητροπολίτη και το Δήμαρχο συγχάρηκαν τους ελευθερωτές και τους οδήγησαν στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, όπου έγινε δοξολογία. Στο Δημαρχείο παρέδωσαν τα ξίφη ο αρχίατρος Χουσείν, ο αρχιφαρμακοποιός Πιναρδάκης Κρης, χριστιανός και κάποιος Άραβας αξιωματικός. Ελήφθη μέριμνα για τους 57 Τούρκους τραυματίες από τους οποίους κάποιοι ήταν αξιωματικοί.
Την επόμενη μέρα 12 Οκτωβρίου 1912 με πανηγυρική όψη η πόλη γεμάτη σημαίες υποδέχτηκε τμήματα των Μεραρχιών και το υπόλοιπο της ταξιαρχίας του ιππικού καθώς και τον Αρχιστράτηγο Διάδοχο Κωνσταντίνο. Μόλις έφτασε ο Αρχιστράτηγος έγινε δοξολογία και το επιτελείο του στρατού εγκαταστάθηκε στα γραφεία της Μητρόπολης. Την Κυριακή 14 Οκτωβρίου έφτασε στην Κοζάνη και ο Έλληνας βασιλιάς Γεώργιος που φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Κωνσταντίνου Δρίζη, που ήταν στο κέντρο της πόλης μαζί με την ακολουθία του. Από εκεί έδωσε διαταγή μια μικρή δύναμη να απελευθερώσει τα Καϊλάρια και ο υπόλοιπος στρατός να κινηθεί προς Βέροια και Θεσσαλονίκη που κινδύνευε πλέον από τον Βουλγαρικό στρατό, που με ραγδαία προέλαση είχε φθάσει μέχρι τον Αξιό ποταμό, που ευτυχώς είχε κατεβάσει πολύ νερό πλημμυρίζοντας τον κάμπο και είχε ανακόψει την πορεία του.
Το «ελληνικό» μπήκε στην Κοζάνη στις 11 Οκτωβρίου 1912, όταν Μητροπολίτης της πόλης ήταν ο Φώτιος, Δήμαρχος ο Νικόλαος Αρμενούλης και Γυμνασιάρχης ο Παναγιώτης Λιούφης. Η Κοζάνη έγινε τότε και τυπικά ελληνική, πεντακόσια σχεδόν χρόνια μετά την ίδρυσή της. Στην πραγματικότητα πάντοτε ήταν ελληνική πόλη σε όλη της την ιστορική πορεία στην Τουρκοκρατία. Σαν επαρχία ανήκε στην μητέρα του Σουλτάνου, ήταν δηλαδή η πόλη μαλικιανές και οι εκάστοτε άρχοντες της με τους κατάλληλους χειρισμούς και χρήματα των πλούσιων Κοζανιτών εμπόρων από την ξενιτιά, είχαν αποκτήσει πολλά προνόμια.
Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω γεγονός: Οι πρώτες καρτ ποσταλ που πωλούνταν στην πόλη για τους Έλληνες φαντάρους απεικόνιζαν την είσοδο του ιππικού στην πόλη και ανάμεσα στα σπίτια ξεχώριζαν τούρκικα τζαμιά. Η Κοζάνη όμως δεν είχε ούτε ένα τούρκικο τζαμί, ούτε μία Εβραϊκή συναγωγή και έτσι σε μια βδομάδα τυπώθηκαν νέες καρτ ποσταλ, χωρίς τζαμιά, γιατί οι φαντάροι σταμάτησαν να αγοράζουν τις παλιές, καθώς διαπίστωσαν την πραγματικότητα και το τόνιζαν αυτό, όταν έγραφαν στους δικούς τους.


ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΟΠΩΣ ΤΑ ΔΙΗΓΗΘΗΚΑΝ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΤΑ ΕΖΗΣΑΝ

Ο πρώτος Έλληνας στρατιώτης, ένας ιππέας, έφθασε στην Κοζάνη, το απόγευμα της 11/10/1912. Στο σημείο που διασταυρώνεται η οδός 11ης Οκτωβρίου με το σημερινό δρόμο Δημητρίου Παγούνη, ανάμεσα στον κόσμο, περιμένει και μια Κοζανίτισσα νοικοκυρά. Είναι η Στεργιανή Θ. Χασάπη, που κατοικούσε εκεί κοντά. Κρατά κάτι στα χέρια της. Μόλις βλέπει τον Έλληνα φαντάρο, τον πλησιάζει, τον σταματά και τον τυλίγει με την Ελληνική Σημαία που κρατούσε. Δακρυσμένος και με τη Σημαία στους ώμους του, o ελευθερωτής, ακολούθησε το δρόμο, για τον προορισμό του στο κέντρο της πόλης.
Το φέσι είναι κάτι που οι Κοζανίτες ανέχονταν υποχρεωτικά. Έτσι μόλις έφθασε ο Ελληνικός Στρατός και ποδοπατήθηκαν τα φέσια, ο καθένας φόρεσε στο κεφάλι του ότι ήταν δυνατόν να βρει, αρκεί να ήταν κάτι Ελληνικό. Ο Θωμάς Δαβόρας φορούσε την ημέρα της απελευθερώσεως, ένα παιδικό ναυτικό καπέλο, επάνω στο οποίο ήταν γραμμένη η λέξη ΑΒΕΡΩΦ.
Έξω από το εμπορικό κατάστημα του Νικολάου Κωνσταντίνου, μαζί με το πλήθος που ενθουσιασμένο υποδέχεται τον Ελληνικό Στρατό, βρίσκεται και η προχωρημένης ηλικίας Ευαγγελία Λ. Τσιτσελίκη, μητέρα των δικηγόρων Κώστα και Γιάννη Τσιτσελίκη. Είναι ντυμένη με την ενδυμασία της εποχής, ντόπια φορέματα και στο κεφάλι το φέσι. Ένας στρατιώτης βγαίνει από τη γραμμή του, την πλησιάζει, την αγκαλιάζει και της λέει: «Πολλά χιλιόμετρα έκανα, να έλθω ως εδώ. Ξέρεις γιατί; Για να μη φοράς αυτό στο κεφάλι σου». Βγάζει το φέσι από το κεφάλι της Κοζανίτισσας και της το δίνει στο χέρι.
Στο σπίτι της ηλικιωμένης Βασιλικής Δ. Δελιβάνη (70 ετών) έχουν συγκεντρωθεί συγγενικά της πρόσωπα. Πήγαν να την επισκεφθούν, να την συγχαρούν για τη λευτεριά. Όταν άκουσε να συζητούν και να λεν ότι τα φέσια ανήκουν στο παρελθόν η σπιτονοικορυρά σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο κελάρι του σπιτιού. Σε ένα ντουλάπι είχε φυλαγμένες τέσσερις ρεμπούπλικες. Είχε γιους που έλειπαν στο εξωτερικό, όταν ερχόταν στην Κοζάνη, φορούσαν καπέλα ευρωπαϊκά και όταν έφευγαν υποχρεωτικά φορούσαν φέσι. Εκείνη την εποχή κανένας δεν κυκλοφορούσε ασκεπής. Η μητέρα τους φύλαγε τα καπέλα που άφηναν. Τώρα τα μοίρασε στους συγγενείς της. Όταν ο γιος της Νικόλας ήλθε στο σπίτι και πήγε στο ντουλάπι δεν βρήκε καπέλο για τον εαυτό του. Στον ενθουσιασμό της η μητέρα τον είχε ξεχάσει!


ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ
https://www.pemptousia.gr/2019/10/11-oktovriou-1912-i-apeleftherosi-tis-kozanis/


ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ : Η ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΑΡΧΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΑΣΣΟΝΑΣ & ΔΕΣΚΑΤΗΣ ΣΤΙΣ 6 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1912

Της Ευαγγελίας Ράπτου, Καθηγήτριας Ελληνικής Φιλολογίας - Υπ. Δρ. Παν. Αιγαίου

Βογγούν τα όρη τα βουνά κάτω στην Ελασσόνα
Μέσα στο Σαραντάπορο πέφτουν πολλά κανόνια
Για να ξυπνήσουν ήρωες άνδρες του εικοσιένα.
Ξύπνα δεσπότη Γρεβενών να ιδής την Ελασσόνα
Να ιδής τα Σέρβια τη σφαγή παπάδες αγιασμένοι
Να κείτονται σαν τα τραγιά στο αίμα βουτημένοι...
Με το τραγούδι αυτό ο λαός της Ελασσόνας και της ευρύτερης περιοχής χαιρέτισε τη νικηφόρα μάχη της Μελούνας και του Σαρανταπόρου.

Έτος ορόσημο για την Ελασσόνα το 2012 με τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από την απελευθέρωσή της. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι άλλαξαν τον χάρτη της βαλκανικής χερσονήσου. Για την Ελλάδα υπήρξαν το μεγαλύτερο έπος μετά την Ελληνική Επανάσταση ή, καλύτερα, η ολοκλήρωσή της. Η ολοκλήρωση του οράματος του Ρήγα Φεραίου και η δεύτερη και ουσιώδης Αγία Λαύρα.
Πρέπει, ωστόσο, να λάβουμε υπόψη ότι οι Βαλκανικοί Πόλεμοι είχαν προετοιμαστεί πολύ νωρίτερα, μέσα από την άνοδο των αντίπαλων βαλκανικών εθνικισμών και τη σταδιακή παρακμή της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν ακολουθήσει σταθερά, από τις αρχές του 19ου αιώνα, την πολιτική διατήρησης του status quo στη Γηραιά Ήπειρο, ώστε να αποφευχθεί ένας ευρωπαϊκός πόλεμος.
Για το νεοσύστατο, ακόμα, ελληνικό κράτος του 1830, το οποίο ασφυκτιούσε μέσα στα στενά του σύνορα, η Μεγάλη Ιδέα αναθέρμαινε τις ελπίδες για ανακατάληψη των αλύτρωτων εδαφών της, αλλά δεν προσμέτρησε τις αντίστοιχες εδαφικές βλέψεις των άλλων βαλκανικών εθνών για τα οθωμανικά εδάφη, με αποτέλεσμα τα επεκτατικά βαλκανικά σχέδια να αλληλοεπικαλύπτονται στον χάρτη και να προοιωνίζουν την τελική σύγκρουση.
Η μεγαλύτερη ανατολική κρίση του 1875-1878 έληξε με το Συνέδριο του Βερολίνου το 1881 όταν έγιναν ανεξάρτητα κράτη η Σερβία, η Ρουμανία και το Μαυροβούνιο και, προκειμένου για την περιοχή μας, αποφασίζεται η προσάρτηση της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, εκτός της περιοχής της Ελασσόνας. Έτσι χαράχτηκαν τα σύνορα σε απόσταση αναπνοής από την πόλη μας, στις κορυφογραμμές της Μελούνας.
Το 1897 ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Δεληγιάννης, φανατικός μεγαλοϊδεάτης, συνεργάζεται με την Εθνική Εταιρεία, μια οργάνωση υπερεθνικιστών που έχουν μεγαλοϊδεατικές ιδέες και στοχεύουν στην «Κόκκινη Μηλιά», συγκεντρώνει στα σύνορα της Μελούνας 43.000 στρατιώτες, 1000 ιππείς και 70 πυροβόλα και είναι έτοιμος να εισβάλλει μέσω Μελούνας στην Ελασσόνα και στη συνέχεια στη Μακεδονία, πιέζοντας τον διάδοχο Κωνσταντίνο να ηγηθεί του στρατού. Η Τουρκία προσπαθεί να συνδιαλαγεί, δεν βρίσκει ανταπόκριση και κηρύσσει αιφνιδίως τον πόλεμο στις 5 Απριλίου 1897. Ο τουρκικός στρατός εφορμά από τη Μελούνα και γίνεται χαλασμός. Οι Έλληνες ανθίστανται ηρωικά για δύο ολόκληρες ημέρες και την τρίτη αρχίζει άτακτη φυγή προς όλα τα σημεία του ορίζοντα. «Ο σώζων εαυτώ σωθήτω».
Στις 30 Απριλίου οι Έλληνες δέχονται άνευ όρων το σχέδιο των μεγάλων δυνάμεων για ειρήνευση και στις διαπραγματεύσεις που ακολουθούν στην Κωνσταντινούπολη επιδικάστηκε ένα τεράστιο ποσό για τους Τούρκους που πληρώθηκε με δάνεια. Έτσι προήλθε ο ιστορικός οικονομικός έλεγχος –ΔΟΕ- που τον πληρώσαμε για πενήντα σχεδόν χρόνια.
Ας τονίσουμε, παρενθετικά ότι η ιδέα της συμμαχίας των Χριστιανικών λαών της Βαλκανικής, που έχει τις ρίζες της στην «Εταιρεία» του Ρήγα Βελεστινλή, είχε οπαδούς και στη Σερβία και στη Βουλγαρία, αλλά δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί, γιατί ο σοβινισμός τόσο στην Αθήνα όσο και στη Σόφια, το Βελιγράδι και το Βουκουρέστι έβαλε αξεπέραστα εμπόδια.
Μεγάλο ρόλο διαδραμάτισε η επικράτηση των Νεοτούρκων. Μετά την επανάσταση του 1908 στη Θεσσαλονίκη, σε ολόκληρο τον Μακεδονικό χώρο και στην Ελασσόνα οι Χριστιανοί εξαπατήθηκαν, ακόμα και οι φυγάδες κρυπτόμενοι παλαιοί Μακεδονομάχοι πίστεψαν στην αμνηστία και στην ισοπολιτεία, εγκατέλειψαν το κρησφύγετό τους και κατέβηκαν στις πόλεις ομαδικά «εν χορδαίς και τυμπάνοις», με κλαρίνα και χορούς.
Όμως δεν πέρασε πολύς καιρός και οι Τουρκικές αρχές έγιναν επιθετικές, με πολλές συλλήψεις από την Ελασσόνα και τη γύρω περιοχή, χειροτερεύοντας την κατάσταση. Μετά από διαπραγματεύσεις και προσεγγίσεις τα βαλκανικά κράτη περίμεναν την αφορμή.
Το Ιούλιο του 1912 οι Τουρκικές αρχές οργάνωσαν σφαγές χριστιανών στην πόλη Κότσανα, στις 10 Σεπτεμβρίου Τουρκικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στη Σάμο και άνοιξαν πυρ κατά του ελληνικού πλοίου Ρούμελη με κάποιους νεκρούς. Ήταν, λοιπόν, ευκαιρία μοναδική, για να συμμαχήσουν οι Σέρβοι, Βούλγαροι και Έλληνες, για να διώξουν τους Τούρκους από τα Βαλκάνια. Οι Βούλγαροι θέτουν στην Πύλη μια σειρά από όρους. Η Πύλη τους απορρίπτει και στις 4 Οκτώβρη κηρύσσει τον πόλεμο κατά των Σερβοβουλγάρων. Στις 5 Οκτώβρη ο Έλληνας πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη απέδωσε ανακοίνωση στην Τουρκία για διακοπή των σχέσεων των δύο κρατών και την κήρυξη του πολέμου. Έτσι η Ελλάδα από τις 5 Οκτώβρη βρισκόταν πλέον σε εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία. Στις 2 Οκτώβρη ετοιμοπόλεμος στρατός από 85.000 περίπου χιλιάδες άνδρες είχε καταλάβει τις προδιαγεγραμμένες θέσεις του στη Θεσσαλία κοντά στα σύνορα, κάτω από τη Μελούνα, και αδημονούσε να επιτεθεί κατά του προαιώνιου εχθρού, τον οποίο έπρεπε να συντρίψει, έστω κι αν επρόκειτο να πεθάνει.
Η μάχη της Ελασσόνας:
«Πρώτη αυτή ανύψωσε την του σταυρού σημαίαν
Και πρώτη εις αίμα τουρκικόν έβαψε την ρομφαίαν»
«Στις 5 Οκτωβρίου 1912, όπως την εποχή του μύθου, πάνοπλος ο Άρης κατέρχεται από το όρος των θεών στις γειτονικές θεσσαλικές πεδιάδες για να συναντήσει εκεί του γενναίους και νικητές να τους οδηγήσει στην πραγματοποίηση ωραίων ονείρων της Φυλής».
Ο διάδοχος, λοιπόν, Κωνσταντίνος ήταν επικεφαλής και αρχηγός του Γενικού Επιτελείου ο αντιστράτηγος Γ. Δαγκλής. Οι 85.000 άνδρες του Ελληνικού στρατού ήταν πλέον στρατοπεδευμένοι κάτω από τη Μελούνα και αδημονούσαν να επιτεθούν κατά του προαιώνιου εχθρού, αποφασισμένοι να τον συντρίψουν πάση θυσία.
Την 6η Οκτωβρίου η 1η και 2η Μεραρχία κινήθηκαν για να καταλάβουν την Ελασσόνα, στην οποία θα προέβαλλαν αντίσταση μικρές τουρκικές δυνάμεις, δηλαδή 3 τάγματα πεζικού, 2 πυροβολαρχίες και μία ίλη ιππικού, οι οποίες ήταν πρόχειρα οχυρωμένες στα υψώματα της Ελασσόνας. Οι ελληνικές δυνάμεις ακολούθησαν κυκλωτική πορεία, κατευθυνόμενη η πρώτη από ανατολικά και η δεύτερη από δυτικά, και υποχρέωσαν τις τουρκικές να υποχωρήσουν στις δύο τα ξημερώματα μετά από τρίωρη μάχη, αφού προηγήθηκε και μονομαχία πυροβολικού. Η Ελασσόνα ελευθερώθηκε, αλλά η καταδίωξη των ελληνικών στρατευμάτων και η υποχώρηση του τουρκικού στρατού συνεχίστηκαν μέχρι τις 2 το μεσημέρι.
Μέχρι το βράδυ της ίδιας ημέρας οι μεραρχίες δεν βρήκαν πουθενά εχθρική αντίσταση, ούτε ήρθαν σε επαφή με τον εχθρό, παρά μόνο στα βορειο-ανατολικά της Σκόμπας και ανατολικά του Δομενίκου ανταλλάχθηκαν τουφεκιοβολισμοί με ανιχνευτικές ομάδες τούρκικου ιππικού.
Οι ελληνικές δυνάμεις, λοιπόν, έκαναν εισβολή από τρία σημεία: από τον Προφήτη Ηλία και το Μπουγάζι Τυρνάβου με κατεύθυνση το Δαμάσι και την Γκόλα, από το Ρεβένι και τη Γέφυρα Κουτσοχείρου με κατεύθυνση τη Μελόγουστα και από το στενό της Μελούνας προς Τσαριτσάνη. Το ίδιο βράδυ οι δυνάμεις καταυλίστηκαν ως εξής: η 1η Μεραρχία στα βόρεια της Τσαριτσάνης, η 2η στη Σκόμπα, η 3η στο Δομένικο και η 4η στο Μεγάλο Ελευθεροχώρι.
Τα χαράματα της 6ης Οκτώβρη ο υποστράτηγος Μανουσογιαννάκης κατηύθυνε τις δυνάμεις της 1ης Μεραρχίας από την αμαξιτή οδό της Μελούνας προς την πεδιάδα της Ελασσόνας με κατεύθυνση δεξιά. Ο υποστράτηγος Κάλλαρης κατηύθυνε τη 2η Μεραρχία αριστερά των υψωμάτων της Ελασσόνας και το 4ο τάγμα ευζώνων προήλασε πίσω από την Τσαριτσάνη, για να αποκόψει την υποχώρηση του τουρκικού στρατού, κατά μέτωπο του οποίου θα έκαναν επίθεση οι δύο μεραρχίες. Τα σχέδια του τουρκικού στρατού έμειναν απραγματοποίητα, καθώς ο ελληνικός στρατός προχώρησε ακάθεκτα προς την πεδιάδα της Ελασσόνας, προβάλλοντας ταυτόχρονα στον κάμπο τμήματα του 2ου πεζικού συντάγματος, της 1ης Μεραρχίας και του 4ου πεζικού της 2ης Μεραρχίας.
Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού στρατού την πρώτη ημέρα των επιχειρήσεων ήταν 46 νεκροί, μεταξύ των οποίων δύο ανθυπολοχαγοί, ο Ιωάννης Μαυροδήμος από βλήμα πυροβόλου, ο οποίος θάφτηκε στην Ελασσόνα και τιμήθηκε δεόντως, και ο ανθυπολοχαγός Μπούκης, ο οποίος θάφτηκε στην Τσαριτσάνη.
Την ίδια ημέρα της 6ης Οκτωβρίου δύο τάγματα Ευζώνων κατέλαβαν τη Δεσκάτη. Αρχηγός ήταν ο αντισυνταγματάρχης του μηχανικού Γεννάδης. Τα τάγματά του συναντήθηκαν στον σταθμό Τσούκα, δεξιά της Καλαμπάκας. Μετά από πεισματώδη μάχη που διήρκεσε όλη την ημέρα, οι εχθρικές δυνάμεις τράπηκαν σε φυγή, περνώντας τη Δεσκάτη, ανερχόμενοι στα υψώματα και απομακρυνόμενοι με κατεύθυνση το Σαραντάπορο. Οι απώλειες ήταν ο Λοχαγός Μανουσάκης, ένας Λοχίας και ένας εύζωνας και τραυματίες έξι. Από την πλευρά των Τούρκων 24 νεκροί, εκ των οποίων 4 υπαξιωματικοί, 8 αιχμάλωτοι, και πολλοί τραυματίες.

http://aktines.blogspot.gr/2012/10/12.html

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ : Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΟΥ ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΙΣ 9-10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1912

Οι χώρες που αποσπάσθηκαν διαδοχικά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι οποίες αποτέλεσαν τα ελεύθερα Χριστιανικά Κράτη της Βαλκανικής, αμέσως μετά την ανεξαρτησία τους, επιδόθηκαν με φανατισμό τόσο στην κρατική τους οργάνωση, όσο και στη δημιουργία εθνικής συνειδήσεως, όχι μόνο μέσα στα όρια των εδαφών που τους δόθηκαν αλλά και πολύ πέρα από αυτά, μέχρι εκεί που εκτείνονταν οι ιστορικές παραδόσεις, διεκδικήσεις και βλέψεις τους. Έτσι, η Μακεδονία και η Θράκη, αποτέλεσαν το πεδίο έντονης δράσεως προπαγάνδας των νεοσύστατων κρατών.  Παρότι, όμως, τα κράτη αυτά είχαν πολλές και μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, ο κοινός Τουρκικός κίνδυνος για μια σύγκρουση στη Βαλκανική, η οποία είχε αρχίσει να διαφαίνεται ως πιθανή, τα εξανάγκασε να ενώσουν τις προσπάθειές τους για κοινή δράση.
Για το σκοπό αυτό, στις 22 Φεβρουαρίου 1912, υπογράφηκε η συνθήκη συμμαχίας Σερβίας – Βουλγαρίας.  Στις 16 Μαΐου 1912, επακολούθησε στη Σόφια η αμυντική συμμαχία Ελλάδας – Βουλγαρίας.  Αργότερα, στις 22 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, υπογράφηκε μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας και στρατιωτική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση Βουλγαροτουρκικού πολέμου η Ελλάδα να επιτεθεί κατά της Τουρκίας με 120.000 στρατό και ολόκληρο το στόλο, η δε Βουλγαρία θα τηρούσε την ίδια στάση σε περίπτωση Ελληνοτουρκικού πολέμου με 300.000 στρατό. Με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο η Ελλάδα δε συνδέθηκε, με καμιά συνθήκη ή σύμβαση. Το Μαυροβούνιο μάλιστα, είχε εκδηλώσει ανεπιφύλακτα την επιθυμία του να συμμετέχει σε οποιοδήποτε συνδυασμό εναντίον της Τουρκίας.  Όμως, παρά τις προσπάθειες αυτές των Βαλκανικών Κρατών, κοινό Σχέδιο Επιχειρήσεων για το συντονισμό των στρατών τους εναντίον των Τούρκων δεν εκπονήθηκε, εξαιτίας των αντίθετων βλέψεων και επιδιώξεων τους.  Αποτέλεσμα ήταν, οι στρατοί τους να ενεργήσουν ανεξάρτητα, υποβοηθούμενοι μόνο από το ότι προσβάλλουν τον ίδιο εχθρό, οι Βούλγαροι στη Θράκη προς Ανδριανούπολη, οι Σέρβοι προς Σκόπια και Μοναστήρι και οι Έλληνες προς τη Μακεδονία.
Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού 1912, η κατάσταση στη Χερσόνησο του Αίμου είχε επιδεινωθεί και γινόντουσαν σοβαρά, μεθοριακά κυρίως, επεισόδια.  Η Τουρκία, στη συνέχεια  διέταξε την ενίσχυση  των παραμεθόριων φρουρών της και συγχρόνως άρχισε να κινητοποιεί δυνάμεις στη Θράκη.  Αυτό έγινε γνωστό στη Βουλγαρία, η οποία μαζί με τη Σερβία, κήρυξαν επιστράτευση  στις 15 Σεπτεμβρίου.  Η Ελλάδα, ακολούθησε και άρχισε την επιστράτευση  τη νύκτα 17/18 Σεπτεμβρίου. Το Μαυροβούνιο, μετά από υποκίνηση, κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας στις 20 Σεπτεμβρίου 1912.  Τέλος, στις 5 Οκτωβρίου 1912, η Σερβία η Βουλγαρία και η Ελλάδα έμπαιναν και αυτές στον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας.
Ο Ελληνικός Στρατός, μετά το κίνημα του 1909, αφού οργανώθηκε κατάλληλα, εξοπλίσθηκε με απόλυτα σύγχρονο οπλισμό (τυφέκιο Μάνλιχερ, πυροβόλα Σβάρτς – Λύζε, Πυροβόλο Σνάιντερ και ορειβατικό Σνάιντερ – Δαγκλή), εκπαιδεύθηκε άρτια και αποτέλεσε πολύ αξιόλογη δύναμη κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου.  Ο στρατός οργανώθηκε στη Στρατιά Θεσσαλίας, υπό τη Διοίκηση του Αρχιστράτηγου Διαδόχου Κωνσταντίνου (με επιτελάρχη τον Υποστράτηγο  Δαγκλή Παναγιώτη) και περιλάμβανε 7 Μεραρχίες, μία Ταξιαρχία  Ιππικού, 2 Αποσπάσματα Ευζώνων και το σύνολο του πεδινού πυροβολικού και στο τμήμα Στρατιάς Ηπείρου, υπό τη Διοίκηση του Αντιστράτηγου Σαπουντζάκη Κωνσταντίνου, που δεν περιλάμβανε καμία  Μεγάλη Μονάδα, παρά μόνο μονάδες κλιμακίου Ταξιαρχίας και κάτω, συνολικής δυνάμεως περίπου μιας Μεραρχίας.
Η Στρατιά Θεσσαλίας, αφού πέρασε στις 5 Οκτωβρίου την Ελληνοτουρκική μεθόριο, απώθησε αρχικά τα τουρκικά φυλάκια των συνόρων και στη συνέχεια, στις 6 Οκτωβρίου, τα εγκαταστημένα στην Ελασσόνα και Δεσκάτη τμήματα του εχθρού.  Από τις 7 Οκτωβρίου η Στρατιά άρχισε να προελαύνει προς Βορρά για να συναντήσει τις κύριες τουρκικές δυνάμεις, που αποτελούνταν από δύο και περισσότερες Μεραρχίες, υπό το Στρατηγό Χασάν Ταξίν Πασά και ήταν εγκαταστημένες αμυντικά στην οχυρή τοποθεσία Σαρανταπόρου (Γλύκοβο) και Λαζαράδων – Βογκόπετρας.

Περιγραφή  του  Πεδίου   της  Μάχης (Σχεδ. 23)

ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 023 19120910 ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΟΣ

Η τοποθεσία Σαρανταπόρου, που είχε επιλέξει και οργανώσει η Τουρκική Διοίκηση, ήταν  φύσει ισχυρή και προσφερόταν για ισχυρή άμυνα, με εξαίρετα προ αυτής ευρέα πεδία βολής.
Το ύψωμα Σκοπιά (4-5 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του χωριού Σαραντάπορο), αμέσως δυτικά από το οποίο περνάει ο Σαραντάπορος  ποταμός και η αμαξιτή οδός Ελασσόνα – Σέρβια , δεσπόζει σε ολόκληρο το προς νότια και νοτιοανατολικά, έδαφος μέχρι την απόσταση των 10 χιλιομέτρων περίπου. Οι προσβάσεις  βάλλονται δραστικά από τα κατεχόμενα νότια και νοτιοδυτικά της Σκοπιάς αντερείσματα. Πάρα πολύ ισχυρό επίσης έρεισμα, αποτελούν τα υψώματα νοτιοδυτικά της Σκοπιάς, καθώς και αυτά βόρεια του χωριού Σαραντάπορο (Γλύκοβο). Η ισχύς της τοποθεσίας  αυτής επαυξάνεται σημαντικά και από το ότι τα πλευρά της στηρίζονται ανατολικά στα απότομα νότια αντερείσματα του Τιτάρου όρους και δυτικά στο δεσπόζον ύψωμα Αμάρβες, στα Καμβούνια όρη.  Και στα δύο πλευρά επιτρέπεται η κίνηση μόνο σε πολύ δύσβατες ατραπούς και ορεινές οδεύσεις.
Η τοποθεσία  Λαζαράδες  – Βογκόπετρα, φράσσει τις οδεύσεις από Δεσκάτη προς Σέρβια και από Λουτρό και Λειβαδερό προς τον Αλιάκμονα ποταμό. Είναι περιοχή ορεινή και δύσβατη που επιτρέπει την κίνηση μόνο σε ορεινές οδεύσεις.

Δυνάμεις  και Διάταξη Τούρκων

Μετά την περιορισμένη σχετικά αντίσταση που πρόβαλαν οι Τούρκοι στην Ελασσόνα και τη Δεσκάτη, συμπτύχθηκαν από τις οδούς Ελασσόνας – Σαρανταπόρου και Δεσκάτης – Λαζαράδων  προς Βορρά, στην αμυντική τοποθεσία Σαρανταπόρου και στην τοποθεσία Λαζαράδων – Βογκόπετρας, όπου ήταν εγκαταστημένες οι κύριες δυνάμεις τους.
Η διάταξη του τουρκικού στρατού, σύμφωνα με στοιχεία του Τουρκικού Επιτελείου από το έτος 1929, είχε όπως παρακάτω:
  • Η 22η Μεραρχία (Κοζάνης), στον Αριστερό τομέα της τοποθεσίας Σαρανταπόρου, από το ύψ. Σκοπιά μέχρι το χ. Λειβάδι, με 9 τάγματα Πεζικού, 12 πυροβόλα και 2 λόχους πολυβόλων.
  • Η Έφεδρη Μεραρχία Ανασελίτσας (Νεάπολης),  στο Δεξιό Τομέα Σαραντάπορου, με 5 τάγματα Πεζικού και 10  πυροβόλα.
  • Δύο ίλες Ιππικού προωθημένες, κάλυπταν το δεξιό των Τούρκων προς την κατεύθυνση του χωριού Γιαννωτά.
Όριο των δύο όπως παραπάνω Μεραρχιών ήταν η μεγάλη χαράδρα δυτικά της αμαξιτής οδού προς Σέρβια – Κοζάνη.
  • Στρατηγεία: Το Στρατηγείο  του 8ου Εκτάκτου Σώματος Στρατού, στο οποίο υπάγονταν οι αναφερόμενες Μεραρχίες, όπως και αυτό της 22ης Μεραρχίας, στα Χάνια Σκοπιάς και της Μεραρχίας Ανασελίτσας στο  Σαραντάπορο (Γλύκοβο).
  • Τέσσερα τάγματα Πεζικού με λόχο Πολυβόλων (προφανώς υπό τη Διοίκηση Συντάγματος) στην τοποθεσία Λαζαράδων – Βογκόπετρας.
Εκτός από τις παραπάνω Μονάδες βρίσκονταν στην περιοχή των Σερβίων: 1 τάγμα Πεζικού στο Χάνι Καστανιάς, 1 τάγμα Πεζικού στους Καλβάδες, 1 τάγμα Πεζικού με ουλαμό πεδινού Πυροβολικού στα Σέρβια.  Μέσα στην Κοζάνη βρίσκονταν το Στρατηγείο της Έφεδρης Μεραρχίας Δράμας, καθώς και 1 τάγμα Πεζικού και γύρω από αυτήν (χωριό Πετρανά και Κρόκος) 3 τάγματα Πεζικού.
Οι παραπάνω δυνάμεις των Τούρκων, μπορούσαν να ενισχυθούν από τις περιοχές Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης.  Επομένως, ο τουρκικός στρατός που επρόκειτο να αντιπαραταχθεί στη Στρατιά  Θεσσαλίας, μπορούσε να ανέλθει, σύμφωνα με τις πληροφορίες που υπήρχαν μέχρι την παραμονή της μάχης, σε 31 τάγματα Πεζικού, 10 ίλες Ιππικού και 35 πυροβολαρχίες.

Δυνάμεις  και Διάταξη Ελλήνων

Οι Μονάδες της Στρατιάς Θεσσαλίας, αφού προωθήθηκαν στις 8 Οκτωβρίου, έφθασαν μέχρι τις εσπερινές ώρες της ίδιας μέρας στις περιοχές συγκεντρώσεως μάχης, όπως παρακάτω:
  • Η 1η Μεραρχία, υπό τον Υποστράτηγο Μανουσογιαν-νάκη Εμμανουήλ, χωρίς το πεδινό πυροβολικό της, στο χωριό Κοκκινόγη.
  • Η 2η Μεραρχία, υπό τον Υποστράτηγο Καλλάρη Κωνσταντίνο, με το πεδινό πυροβολικό της 3ης Μεραρχίας, στην περιοχή του υψώματος 385, ανατολικά του χωριού Λυκούδι.
  • Η 3η  Μεραρχία, υπό τον Υποστράτηγο Δαμιανό Κωνσταντίνο, στο χωριό Λυκούδι.
  • Η 4η Μεραρχία, υπό τον Υποστράτηγο Μοσχόπουλο Κωνσταντίνο, χωρίς το πεδινό πυροβολικό της, στο χωριό Γιαννωτά.
  • Η 5η Μεραρχία, υπό τον Συνταγματάρχη Μηχανικού Ματθαιόπουλο Δημήτριο, επίσης χωρίς το πεδινό πυροβολικό της, στο χωριό Λουτρό.
  • Η 6η  Μεραρχία, υπό το Συνταγματάρχη Ιππικού Μηλιώτη Κομνηνό, στο χωριό Πετρωτό.
  • Η Ταξιαρχία Ιππικού, υπό το Συνταγματάρχη Σούτσο Δημήτριο, στη Δεσκάτη.
  • Το Απόσπασμα Ευζώνων (1ο και 4ο Τάγματα Ευζώνων), υπό το Συνταγματάρχη  Μηχανικού Γεννάδη Στέφανο, στη Δεσκάτη.
  • Το Απόσπασμα Ευζώνων (2ο και 6ο Τάγματα Ευζώνων), υπό το Συνταγματάρχη  Μηχανικού Κωνσταντινόπουλο Κωνσταντίνο, στο χωριό Καλύβια.
  • Το πεδινό πυροβολικό της  2ης, 4ης και 5ης  Μεραρχιών, συγκεντρώθηκε στην περιοχή διασταυρώσεως των οδών Ελασσόνας – Σερβίων και Ελασσόνας – Αγ. Δημητρίου, υπό το Συνταγματάρχη Πυροβολικού Παρασκευόπουλο Λεωνίδα (Διοικητή Πυροβολικού 2ης Μεραρχίας), για να υποστηρίξει τον αγώνα συγκεντρωτικά, ως Πυροβολικό  Στρατιάς.
  • Η 7η  Μεραρχία, υπό το Συνταγματάρχη Πυροβολικού Κλεομένη Κλεομένη, αφού συγκέντρωσε τις Μονάδες της στη Λάρισα, διέθεσε, μετά από διαταγή του Γενικού Στρατηγείου, όλα τα μεταγωγικά της στην Υπηρεσία Μετόπισθεν.
  • Το Γενικό Στρατηγείο στην Ελασσόνα.
Η Στρατιά Θεσσαλίας υπό τις διαταγές του Διαδόχου – Αρχιστρατήγου αποτελούνταν συνολικά από 49 τάγματα Πεζικού, 6 τάγματα Ευζώνων, 60 πολυβόλα, 26 πεδινές πυροβολαρχίες, 5 ορειβατικές πυροβολαρχίες, 8 ίλες Ιππικού, 6 ημιλαρχίες, 7 λόχους μηχανικού, 2 λόχους τηλεγραφητών, 2 λόχους γεφυροποιών και στολίσκο από 4 αεροπλάνα αναγνωρίσεως.

Σχέδια  και Αποστολές  Τούρκων

Με την απόφαση που έλαβε η Τουρκική Διοίκηση διέταξε σθεναρή άμυνα, με το σύνολο σχεδόν των διατιθέμενων δυνάμεων στις από τη φύση τους οχυρές τοποθεσίες  Σαρανταπόρου και Λαζαράδων – Βογκόπετρας, με σκοπό την απόφραξη των κατευθύνσεων Ελασσόνα – Σέρβια και Δεσκάτη – Λαζαράδες – Σέρβια και την απαγόρευση της προελάσεως του Ελληνικού Στρατού προς Βορρά.

Σχέδια  και Αποστολές  Ελλήνων

Το σχέδιο ενεργείας του Γενικού Στρατηγείου βασιζόταν γενικά στην κατά μέτωπο επίθεση εναντίον των αμυνόμενων στη Στενωπό Σαρανταπόρου κύριων τουρκικών δυνάμεων, με ταυτόχρονη και από τις δύο πλευρές υπερκερωτική ενέργεια προς τα Σέρβια, για  αποκοπή της συμπτύξεώς τους με κατάληψη της γέφυρας στον Αλιάκμονα ποταμό και καταστροφή του εχθρού.  Η επίθεση αυτή θα συνδυαζόταν με ευρύτερο κυκλωτικό ελιγμό, από την περιοχή Λαζαράδων, διαμέσου του πόρου Ζάμπουρδας προς Κοζάνη. Για την υλοποίηση του σχεδίου αυτού, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε στις 8 Οκτωβρίου τις παρακάτω σχετικές διαταγές και οδηγίες επιχειρήσεων:
Στις 1400, προς  τα τμήματα Δεσκάτης (Ταξιαρχία Ιππικού και Απόσπασμα Γεννάδη) να ενεργήσουν από το πρωί της 9ης Οκτωβρίου, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχαν σταλεί την προηγούμενη μέρα.  Ειδικότερα, να κινηθούν, η Ταξιαρχία Ιππικού από την αμαξιτή οδό βορειοδυτικά των Καμβουνίων προς τα Σέρβια, ενεργώντας κυκλωτικά και το Απόσπασμα Γεννάδη από το χωριό Ελάτη, να κατέβει προς τον πόρο Ζάμπουρδας τον οποίο και να καταλάβει, για να καλύψει το αριστερό της Ταξιαρχίας Ιππικού και να προετοιμάσει τη διάβαση της V Μεραρχίας για  εκμετάλλευση προς Κοζάνη.  Τις επόμενες μέρες, τόσο η Ταξιαρχία όσο και το Απόσπασμα, θα ενεργούσαν, με πρωτοβουλία τους, στο πλαίσιο των προθέσεων του Γενικού Στρατηγείου, οι οποίες ήταν, η εκβίαση της τοποθεσίας Σαρανταπόρου με έγκαιρη κατάληψη των Σερβίων και η καταστροφή των τουρκικών δυνάμεων σε αυτήν.  Πρόσθεσε επίσης, ότι «έγκαιρη εμφάνιση της Ταξιαρχίας Ιππικού στα Σέρβια, θα προκαλέσει ολοκληρωτική καταστροφή του εχθρού».
Την ίδια μέρα, προς την ΙV Μεραρχία, να προελάσει στις 9 Οκτωβρίου δια του Λειβαδερού προς Μεταξά και από εκεί, εάν διεξαγόταν ζωηρός αγώνας στο Σαραντάπορο, να στραφεί προς την κατεύθυνση αυτή και να προσβάλλει το δεξιό των Τούρκων, ενώ αν σε αντίθετη περίπτωση, παρουσιάζονταν ενδείξεις για κάμψη της εχθρικής αντιστάσεως, να κινηθεί προς Σέρβια, με σκοπό την αποκοπή και συντριβή του εχθρού.
Ταυτόχρονα σχεδόν, στάλθηκαν οδηγίες  προς την V Μεραρχία, για να υπερβεί τα Καμβούνια στις 9 Οκτωβρίου και από τους Λαζαράδες να κατευθυνθεί προς τον πόρο του Αλιάκμονα στη Ζάμπουρδα, για να καταδιώξει τον εχθρό και να κυκλώσει τα τουρκικά τμήματα σε περίπτωση που θα διέφευγαν από τα Σέρβια.  Η κύρια όμως ενέργεια της Μεραρχίας περιοριζόταν μέχρι τον πόρο Ζάμπουρδας, μετά από επιφύλαξη του Γενικού Στρατηγείου να εκδώσει στον κατάλληλο χρόνο νέα διαταγή, αν συνέτρεχαν γι’ αυτό το σκοπό ευνοϊκές  συνθήκες, για την εκτέλεση της ευρύτερης κυκλωτικής ενέργειας.
Τέλος, στις 2045 εκδόθηκε διαταγή επιχειρήσεων, με την οποία καθορίζονταν οι ενέργειες των υπόλοιπων Μεραρχιών εναντίον του Σαρανταπόρου, όπως παρακάτω:
  • Η 3η  Μεραρχία να επιτεθεί στις 0730 της 9ης Οκτωβρίου αριστερά (δυτικά) της ΙΙ Μεραρχίας και σε επαφή με αυτή, με το δεξιό της πλευρό προς το Σαραντάπορο.
  • Η 2η Μεραρχία να επιτεθεί την ίδια ώρα από τις πλευρές  της αμαξιτής οδού Ελασσόνας – Σερβίων και να καταλάβει με το αριστερό της το Σαραντάπορο και με το δεξιό της το αριστερό  (δυτικό) τμήμα του υψώματος Σκοπιά.
  •  Η 1η Μεραρχία να επιτεθεί στις 0900 της 9ης Οκτωβρίου στην κατεύθυνση Κοκκινόγη – Σκοπιά και να καταλάβει το δεξιό (ανατολικό) του υψώματος Σκοπιά.  Το υπό τις διαταγές της Απόσπασμα Κωνσταντινόπουλου, να κινηθεί από τις 0630 της ίδιας μέρας  από τα Καλύβια προς Λειβάδι και από εκεί να επιτεθεί προς Νεοχώρι εναντίον του αριστερού και των νώτων των Τούρκων.  Με τμήμα Ιππικού η Μεραρχία να καλυφθεί από την κατεύθυνση Αγίου Δημητρίου (Στενά Πέτρας).
  • Η 6η Μεραρχία να παραμείνει στην αρχή μέσα στο χωριό Πετρωτό κάτω από τις άμεσες διαταγές του Γενικού Στρατηγείου.
  • Η 7η  Μεραρχία, επειδή παρουσίαζε ακόμη ελλείψεις διατάχθηκε στις 0700 της 9ης Οκτωβρίου να κινηθεί από τη Λάρισα προς την Ελασσόνα μόνο με το Πεζικό της.

Διεξαγωγή της Μάχης

Στη διάρκεια της 9ης Οκτωβρίου, όταν και έγινε η κύρια μάχη του Σαρανταπόρου, οι Μονάδες, από τα αριστερά προς τα δεξιά, ενήργησαν όπως παρακάτω:
  • Άκρο Αριστερό
    • Απόσπασμα Γεννάδη: Αναχώρησε στις 0700 από την περιοχή Δεσκάτης, και αφού πέρασε το όρος Βουνάσα, έφθασε στις 1000 στο χωριό Ελάτη και από εκεί κατευθύνθηκε στον πόρο Ζάμπουρδας του Αλιάκμονα.  Πραγματοποίησε στη συνέχεια αναγνώριση για ζεύξη του ποταμού και προέκρινε, αντί του πόρου Ζάμπουρδα, αυτόν του Λογγά, που απέχει 1.500 περίπου μέτρα από τον προηγούμενο, προς τον κατάρρουν του ποταμού.  Το χρονικό διάστημα που το Απόσπασμα ασχολούνταν με την περισυλλογή υλικών για ζεύξη του ποταμού, ακούσθηκαν πυρά πυροβολικού από την περιοχή Λαζαράδων.  Μετά από αυτό, αφού άφησε δύο λόχους για φύλαξη του πόρου, κινήθηκε με την υπόλοιπη δύναμη του στην αμαξιτή οδό προς Λαζαράδες.  Από τις 1600, το Απόσπασμα άρχισε να επιτίθεται εναντίον των Λαζαράδων και σημείωσε μερικές επιτυχίες με ταυτόχρονη σύνδεση του και με την από τα δεξιά  V Μεραρχία.  Επειδή όμως ήρθε το σκοτάδι, το Απόσπασμα, δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει την κατάληψη των Λαζαράδων.
    • Ταξιαρχία  Ιππικού:Η Ταξιαρχία κινήθηκε στις 0700 από την αμαξιτή οδό Δεσκάτης – Παλιουριάς – Λαζαράδων – προς Λαζαράδες.  Γύρω στις 1200, όταν έφθασε νότια του πόρου Ζάμπουρδα, πληροφορήθηκε για την τουρκική αντίσταση στους Λαζαράδες και τη μάχη που γινόταν.  Μετά από αυτό, διέκοψε την κίνηση της και παρέμεινε αδρανής όλη την ημέρα  μέχρι το τέλος της μάχης.  Τις βραδινές ώρες κινήθηκε μέχρι το χωριό Ελάτη, όπου και διανυκτέρευσε.
    • 5η  Μεραρχία:Κινήθηκε στις 0700 από το χ. Λουτρό προς Λαζαράδες  από την ημιονική οδό που ένωνε τα δύο χωριά.  Γύρω στις 1100 οι εμπροσθοφυλακές της Μεραρχίας ήρθαν σε επαφή με τον εχθρό.  Μετά την ολοκλήρωση των αναγνωρίσεων, η Μεραρχία άρχισε να επιτίθεται, με δύο Συντάγματα σε πρώτο κλιμάκιο, εναντίον της τοποθεσίας  Λαζαράδες – Βογκόπετρα.  Το 23ο Σύνταγμα που ενεργούσε προς τη Βογκόπετρα, εκτόπισε τους Τούρκους από τις προχωρημένες θέσεις νοτιοδυτικά του χωριού αυτού και κινήθηκε γρήγορα προς τις κύριες αμυντικές θέσεις του εχθρού, που βρίσκονταν πριν από το χωριό, ενεργώντας με τάγμα από το δεξιό πλευρό.  Το 16ο Σύνταγμα με κατεύθυνση τους Λαζαράδες κινήθηκε κάπως αργότερα, λόγω του ανώμαλου και δύσβατου εδάφους και έφθασε μπροστά από τις νοτιοανατολικά και ανατολικά του χωριού οργανωμένες αμυντικές θέσεις του εχθρού. Η Μεραρχία πέρασε τη νύκτα στις αναφερόμενες θέσεις, σε στενή επαφή με τον εχθρό.
  • Αριστερό
    • Η 4η Μεραρχία παρά τις οδηγίες που είχε λάβει, καθόρισε με διαταγή της, μοναδικό σκοπό την ταχεία κίνηση μέσω Λειβαδερού και Μεταξά, με σύντονη πορεία και προώθηση των Μονάδων της προς Σέρβια στα νώτα της εχθρικής διατάξεως. Στη διαταγή της προέβλεψε ισχυρή συγκρότηση της εμπροσθοφυλακής, για την ταχεία άρση των τυχόν εχθρικών αντιστάσεων που θα συναντούσε και την αποφυγή καθυστερήσεων στην προέλαση. Η Μεραρχία άρχισε να κινείται από τις 0600 γρήγορα, και αφού απώθησε ελαφρές τουρκικές αντιστάσεις στο Λειβαδερό, Κεφαλολείβαδο και Μεταξά, έφθασε γύρω στις 1400 αμέσως πριν από το χωριό Τριγωνικό. Την ίδια ώρα η εμπροσθοφυλακή της Μεραρχίας παρατήρησε σε κάποια θέση νότια του Αγίου Χριστόφορου εχθρική φάλαγγα, που κινούνταν, από τα Σέρβια προς Λαζαράδες. Μπροστά στην παραπάνω κατάσταση, η Μεραρχία επιτέθηκε με δύναμη  2 περίπου ταγμάτων κατά της φάλαγγας, την οποία και διέλυσε. Με άλλο τάγμα, και στο ύψος του χωριού Μεταξά, κάλυψε το δεξιό της από την κατεύθυνση του Σαραντάπορου.  Στη συνέχεια, με την κύρια δύναμή της κινήθηκε προς τα χωριά  Πολύρραχο και Προσήλιο, τα οποία και κατέλαβε γύρω στις 1730, ενώ οι Τούρκοι υποχωρούσαν άτακτα προς τα Στενά της Πόρτας.  Κατά τη διάρκεια της νύκτας, ολόκληρη σχεδόν η δύναμη της Μεραρχίας συγκεντρώθηκε στα δύο χωριά και προχωρημένα τμήματά της εγκαταστάθηκαν πάνω στα υψώματα αμέσως νοτιοδυτικά της Στενωπού.
  • Κέντρο: Τις πρωινές ώρες άρχισε η προέλαση των Μεραρχιών του κέντρου προς τους αντικειμενικούς τους σκοπούς, δηλαδή από αριστερά προς τα δεξιά ΙΙΙ, ΙΙ, Ι.  Κάθε Μεραρχία ενεργούσε με δύο Συντάγματα στο πρώτο κλιμάκιο.  Επειδή στην αρχή η απόσταση από τις  εχθρικές θέσεις ήταν μεγάλη (8 – 10 χιλιόμετρα περίπου), τα τμήματα  είχαν να αντιμετωπίσουν μόνο τις δυσχέρειες του εδάφους.  Από τις 1000 όμως τα τμήματα εισήλθαν στη ζώνη πυρός του εχθρικού πυροβολικού και, παρά τη δραστικότητα του και τις απώλειες, συνέχιζαν την κίνηση τους κάτω από ανεπαρκή μάλιστα υποστήριξη του φίλιου πυροβολικού, στο οποίο εδαφικές δυσκολίες δεν επέτρεψαν να ταχθεί έγκαιρα.  Η εξέλιξη του αγώνα στον κάθε τομέα, κάθε Μεραρχίας είχε όπως παρακάτω:
    • 3η Μεραρχία (Αριστερά): Αρχικά η Μεραρχία κινήθηκε σε δύο συγκλίνουσες κατευθύνσεις, δηλαδή Φαρμάκι – Τσαπουρνιά – Σαραντάπορο (Α) και Μηλιά – Σαραντάπορο (Β).  Το 10ο Σύνταγμα που ενεργούσε στην (Α) κατεύθυνση κατέλαβε το χωριό Φαρμάκι και γύρω στις 1130 ήρθε σε στενή επαφή με τον εχθρό που κατείχε τα υψώματα γύρω από το χωριό Τσαπουρνιά.  Η προέλαση του 12ου Συντάγματος, που ενεργούσε στη (Β) κατεύθυνση, βράδυνε λόγω του δύσβατου  εδάφους και της δραστικότητας των εχθρικών πυρών.  Επειδή το 10ο Σύνταγμα είχε εμπλακεί στον αγώνα κατά των υψωμάτων Τσαπουρνιάς και υποχρεώθηκε έτσι να αποκλίνει από την κατεύθυνση προς το Σαραντάπορο, οπότε δημιουργήθηκε μεγάλο κενό μεταξύ αυτού και του 12ου Συντάγματος που ενεργούσε δεξιά, η Μεραρχία διέταξε το 6ο εφεδρικό Σύνταγμα να επιτεθεί διαμέσου των δύο προηγουμένων, κατευθυνόμενο προς την εκκλησία του Σαραντάπορου.  Γύρω στις 1430 το 10ο Σύνταγμα μετά από αγώνα στον οποίο συμμετείχαν και τα τρία τάγματά του, ολοκλήρωσε την κατάληψη των υψωμάτων Τσαπουρνιάς και στράφηκε στο Σαραντάπορο, αλλά το δύσβατο έδαφος το δυσκόλευε να προχωρήσει γρήγορα.  Στη συνέχεια, επειδή νύκτωσε, υποχρεώθηκε να εγκατασταθεί και να διανυκτερεύσει γύρω στα 2 χιλιόμετρα, βόρεια της Τσαπουρνιάς, χωρίς να συνδεθεί με τη Μεραρχία, αλλά ούτε και με το 6ο Σύνταγμα που ενεργούσε δεξιά.  Τα δύο άλλα Συντάγματα της Μεραρχίας (6ο, 12ο), μετά από αγώνα, κατόρθωσαν να φθάσουν σε απόσταση 600 – 1.000  μέτρων, περίπου από τις κύριες αμυντικές θέσεις των Τούρκων, όπου διανυκτέρευσαν.
    • 2η Μεραρχία (Κέντρο):Η Μεραρχία κινήθηκε σε δύο κατευθύνσεις από τις δύο πλευρές της αμαξιτής οδού, αριστερά (δυτικά) με το 7ο Σύνταγμα και δεξιά (ανατολικά) με το 1ο Σύνταγμα.  Η κίνηση της Μεραρχίας, παρά το ότι αρχικά επιβραδύνθηκε για να καταφθάσει και το πεδινό πυροβολικό, συντελέσθηκε κανονικά μέχρι τις 1030, οπότε τα τμήματα άρχισαν να βάλλονται από πυρά του πεζικού των Τούρκων, που κατείχε θέσεις πάνω στο αντέρεισμα νότια του υψώματος 514. Γύρω στις 1300 τα προχωρημένα τμήματα της Μεραρχίας κατέλαβαν το ύψωμα 514 και οι Τούρκοι απωθήθηκαν προς την κύρια γραμμή αντιστάσεως.  Από αυτήν την ώρα, η Μεραρχία ανέπτυξε μεγαλύτερη  δραστηριότητα, με το να προωθεί συνέχεια τα τμήματα της και ενέπλεξε στον αγώνα μέρος της εφεδρείας της λόγω της ισχυρής εχθρικής αντιστάσεως.  Γύρω στις 1600, τα δύο Συντάγματα που ενεργούσαν μπροστά, κατόρθωσαν να φθάσουν σε απόσταση 700-1.000 μ. περίπου από τις κύριες θέσεις των Τούρκων, χωρίς να μπορέσουν να προχωρήσουν παραπέρα, λόγω ισχυρής αντιστάσεως των Τούρκων.  Τελικά, υποχρεώθηκαν να διανυκτερεύσουν στη γραμμή αυτή.
    • 1η Μεραρχία (Δεξιά): Η Ημιλαρχία της 1ης Μεραρχίας, που προπορευόταν, ανέφερε την παρουσία τουρκικού τμήματος στο Λειβάδι, που ασχολούνταν με την κατασκευή ορυγμάτων σε λόφο της  Μονής Προφήτη  Ηλία.  Επίσης, ότι μέχρι την είσοδο της στενωπού Πέτρας δε συνάντησε εχθρό.  Στις 0940 ότι έφθασε σε απόσταση χιλιομέτρου από τον Άγιο Δημήτριο χωρίς να συναντήσει εχθρό. Η κίνηση της Μεραρχίας, που έγινε με δύο Συντάγματα στο πρώτο κλιμάκιο, 5ο (Αριστερά) και  (4ο Δεξιά), αρχικά και μέχρι τις 1100 περίπου χωρίς δυσκολία, λόγω της μεγάλης αποστάσεως των τουρκικών θέσεων. Τα προπορευόμενα τμήματα της Μεραρχίας βλήθηκαν στην αρχή από πυρά πεζικού από το ύψωμα Τσούμα (810), που βρισκόταν βορειοανατολικά της θέσεως Καλύβια Κούλα. Επειδή η ενέργεια τους ήταν άμεση, ανέτρεψαν το τουρκικό τμήμα και γύρω στις 1230 κατέλαβαν το ύψωμα.  Στη συνέχεια η κίνηση της Μεραρχίας άρχισε να επιβραδύνεται, εξαιτίας της δραστικότητας των τουρκικών πυρών, που εκτοξεύονταν από την κύρια γραμμή αντιστάσεως. Γύρω στις 1600 η Μεραρχία, κατέλαβε τα υψώματα 673 και 667, που απείχαν γύρω στα 500-600 μ. από τα τουρκικά χαρακώματα. Επειδή, όμως, δεν μπόρεσε να κινηθεί πιο πέρα εξαιτίας της τουρκικής αντιδράσεως, σταθεροποιήθηκε και διανυκτέρευσε στα υψώματα που είχαν καταληφθεί.
  • Δεξιό:Το Απόσπασμα Κωνσταντινόπουλου, που υπαγόταν στην 1η Μεραρχία, κινήθηκε στις 0630 από τα Καλύβια (Χειμάδι) με επικεφαλής το 6ο Τάγμα Ευζώνων και έφθασε, χωρίς να συναντήσει εχθρό, γύρω στις 1500 στους λόφους πάνω από τις θέσεις Προφήτη Ηλία  (εξωκκλήσι του χωριού Λειβάδι), όπου και διανυκτέρευσε. Γύρω στις 1600, όταν αποσύρθηκε για μια στιγμή η ομίχλη που επικρατούσε, το Απόσπασμα βλήθηκε από πυρά πεζικού.
    • Εφεδρεία  (6η   Μεραρχία) – Πυροβολικό  Στρατιάς: Η 6η Μεραρχία διατάχθηκε, γύρω στο μεσημέρι, να κινηθεί προς το χωριό Γεράνια, για να βρίσκεται πιο κοντά στη ζώνη μάχης, και να αποστείλει τάγμα προς την κατεύθυνση  Αγίου  Δημητρίου (Στενά Πέτρας) για την κάλυψη  του Δεξιού της Στρατιάς. Αργότερα, η Μεραρχία προωθήθηκε ακόμη πιο βόρεια στην περιοχή Χάνι Χατζηγώγου.
    • Το πεδινό πυροβολικό της Στρατιάς, από το γεγονός ότι δεν υπήρχαν οδεύσεις στην περιοχή και κατάλληλοι χώροι αναπτύξεως, δεν μπόρεσε από την αρχή να υποστηρίξει ικανοποιητικά τον αγώνα των τριών Μεραρχιών του Κέντρου. Η υποστήριξη δόθηκε από τις πρώτες απογευματινές ώρες και μετά.
Όταν βράδιασε, ο αγώνας στο μέτωπο των τριών Μεραρχιών του Κέντρου, διακόπηκε και η άμυνα των Τούρκων στην κύρια γραμμή αντιστάσεως εξακολουθούσε να είναι ισχυρή.  Όλα σχεδόν  τα τμήματα της Στρατιάς, όλη τη μέρα της 9ης Οκτωβρίου, κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες αφού πάλαιψαν όχι μόνο εναντίον ισχυρά οργανωμένου αντιπάλου, αλλά και ενάντια στις εδαφικές και καιρικές δυσχέρειες. Οι σοβαρές απώλειες από το τουρκικό πυρ, ιδιαίτερα στις Μεραρχίες που ενεργούσαν κατά μέτωπο, όπως και η σωματική κούραση, είχαν δυσμενή επίδραση στο ηθικό των μονάδων.  Έτσι, με σκοπό την τόνωση του ηθικού, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε στις 2200 την παρακάτω διαταγή προς τις  1η, 2η, 3η και 4η Mεραρχίες: «Να κοινοποιήσετε στο στράτευμα, ότι η σημερινή ανδρεία του και επιτυχία του, μου δίνουν την πεποίθηση της τελικής νίκης για αύριο. Στους αρχηγούς, συνιστώ, ακάθεκτη επίθεση και σύνδεσμο μεταξύ Πεζικού και Πυροβολικού».
Για την επομένη, διατάχθηκε επίσης οι τρείς Μεραρχίες του Κέντρου (1η, 2η, 3η) να συνεχίσουν από το πρώτο φως τον αγώνα, για την εκδίωξη των Τούρκων από την τοποθεσία τους. Μετά από αυτό, τις πρωινές ώρες της 10ης Οκτωβρίου οι Μεραρχίες προ του Σαρανταπόρου, προετοιμάζονταν για τη συνέχιση της επιθέσεως. Καμμιά κίνηση δεν παρουσιαζόταν όμως στην τοποθεσία των Τούρκων. Από τις περιπόλους των επικεφαλής  τμημάτων που στάλθηκαν, διαπιστώθηκε ότι οι Τούρκοι κατά τη διάρκεια της νύκτας 9/10 Οκτωβρίου, είχαν εγκαταλείψει την τοποθεσία και άρχισαν να συμπτύσσονται εσπευσμένα προς τα Σέρβια, γιατί φοβήθηκαν, όπως φάνηκε από την αρχή ότι θα αποκοπούν από την απειλητική γι’ αυτούς ενέργεια της ΙV Μεραρχίας. Πραγματικά, η σύμπτυξη των Τούρκων άρχισε μετά τα μεσάνυχτα, δεν έγινε όμως αντιληπτή. Σε αυτό, συντέλεσαν οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες και η έλλειψη συνεχούς και στενής επαφής με τον εχθρό.
Το Γενικό Στρατηγείο, όταν στο μεταξύ πληροφορήθηκε  τη σύμπτυξη των Τούρκων, εξέδωσε στις 0810 και 0855 της 10ης Οκτωβρίου, διαταγές, με τις οποίες καθορίζονταν τα εξής:
  1. Η 6η  Μεραρχία να καταδιώξει τους Τούρκους κατά μήκος της στενωπού προς τα Στενά  Πόρτας, και να υπερβεί στην ανάγκη τη 2η  Μεραρχία, αν αυτή καθυστερούσε.
  2.  Η 2η Μεραρχία να καταδιώξει τους Τούρκους κατά μήκος της στενωπού.
  3. Η 1η Μεραρχία και το Απόσπασμα Κωνσταντινοπούλου να καταδιώξουν τους Τούρκους στην κατεύθυνση Νεοχώρι-Λάβα προς Σέρβια.
  4. Η 3η Μεραρχία να κινηθεί στην αμαξιτή οδό Σαρανταπόρου  πίσω από την  2η και 6η Μεραρχίες.
  5. Η 4η Μεραρχία να κατέλθει στα Στενά Πόρτας και στην κοιλάδα του Αλιάκμονα.
Η 5η Μεραρχία με το Απόσπασμα Γεννάδη, επειδή δεν έλαβε έγκαιρα τη διαταγή του Γενικού Στρατηγείου για καταδίωξη των Τούρκων, κινήθηκε προς το χωριό Λαζαράδες (που είχε εκκενωθεί από τους Τούρκους), όπου και στάθμευσε.
Η Ταξιαρχία Ιππικού, επειδή δε συνδεόταν με την 5η Μεραρχία, μόλις στις 0930 πληροφορήθηκε τη σύμπτυξη των Τούρκων. Γύρω στο μεσημέρι, έφθασε στους Λαζαράδες, όπου και στάθμευσε για αρκετό διάστημα, παρά τις επίμονες συστάσεις του Διοικητή της 5ης Μεραρχίας να προωθηθεί η Ταξιαρχία γρήγορα στη γέφυρα Σερβίων για αποκοπή της συμπτύξεως των Τούρκων. Στη συνέχεια, η Ταξιαρχία κινήθηκε δια του Μικροβάλτου  στο Προσήλιο, όπου και διανυκτέρευσε χωρίς να συμβάλει καθόλου στην καταδίωξη.
Για την υλοποίηση των νέων διαταγών του Γενικού Στρατηγείου, οι Μεραρχίες τέθηκαν σε κίνηση και πέτυχαν να κυριεύσουν ολόκληρο σχεδόν το Πεδινό Πυροβολικό, μέρος από το υπόλοιπο υλικό των Τούρκων, και να αιχμαλωτίσουν περιορισμένο αριθμό αποκομμένων τμημάτων και ανδρών. Η 4η Μεραρχία, κινήθηκε γρήγορα και με την Ημιλαρχία της κατέλαβε άθικτη τη γέφυρα του Αλιάκμονα. Γύρω στα μεσάνυχτα περίπου της 10/11 Οκτωβρίου η Στρατιά, εξέδωσε διαταγή σταθμεύσεως και ανασυγκροτήσεως των Μονάδων της, σε θέσεις αμέσως βόρεια της Στενωπού και μέχρι τη γέφυρα του Αλιάκμονα.  Έτσι, έληξε ουσιαστικά η μάχη  Σαρανταπόρου.

Αποτελέσματα

Οι απώλειες του Ελληνικού Στρατού στη μάχη του Σαρανταπόρου, ήταν:
  • Από τις Μεραρχίες Κέντρου, 11 αξιωματικοί και 110 οπλίτες νεκροί και 25 αξιωματικοί και 806 οπλίτες τραυματίες.
  • Από τις 4η και 5η  Μεραρχίες και τα Αποσπάσματα Ευζώνων, 7 αξιωματικοί και 46 οπλίτες  νεκροί και 5 αξιωματικοί και 159 οπλίτες τραυματίες.
Η γρήγορη και νικηφόρα έκβαση της μάχης Σαρανταπόρου αύξησε το ηθικό του Στρατού και άνοιξε τις πύλες για την απελευθέρωση στη συνέχεια της Δυτικής και Κεντρικής  Μακεδονίας.

Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα

  • Η υπερκερωτική ενέργεια της 4ης Μεραρχίας αποτέλεσε την κύρια αιτία που υποχρέωσε τους Τούρκους σε σύμπτυξη.  Ο Διοικητής της 4ης Μεραρχίας, παρά το γεγονός ότι με τις οδηγίες που δόθηκαν δεσμεύονταν και με ενέργεια προς Σαραντάπορο επειδή αποσκοπούσε στην επίτευξη αποφασιστικού αποτελέσματος, καθόρισε ως μοναδική ενέργειά του τη γρήγορη προς Σέρβια προέλαση της Μεραρχίας, για να απειλήσει τα νώτα του αντιπάλου και την αποκοπή της συμπτύξεώς του προς Κοζάνη.  Η ορθή αυτή σύλληψη και υλοποίηση  του παραπάνω ελιγμού, συντέλεσε πάρα πολύ στην ήττα του αντιπάλου και κατέδειξε ότι οι στενωποί και γενικότερα οι οργανωμένες τοποθεσίες παραβιάζονται καλύτερα με υπερκερωτικές ενέργειες, αν φυσικά συνηγορούν σ’ αυτό και οι υπόλοιποι παράγοντες (έδαφος, δρομολόγια, διάταξη κτλ.).
  • Εφόσον ο πλησιέστερος υπερκερωτικός ελιγμός προς Σέρβια ανατέθηκε στην 4η Μεραρχία (έστω και ως μέρος της αποστολής της), δε θα έπρεπε η κατάληψη των Σερβίων να ανατεθεί ταυτόχρονα και ως αποστολή στην Ταξιαρχία Ιππικού, γιατί με αυτόν τον τρόπο υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως των αποστολών.  Όπως φάνηκε, το Γενικό Στρατηγείο δεν περίμενε τέτοια εξέλιξη της καταστάσεως και ότι η ενέργεια της 4ης Μεραρχίας θα συντελούνταν τόσο γρήγορα.
  • Η  εκτέλεση  του ευρύτερου υπερκερωτικού ελιγμού προς Κοζάνη όπως σχεδιάσθηκε από το Γενικό Στρατηγείο έπρεπε να αφεθεί στην πρωτοβουλία του Διοικητή της 5ης Μεραρχίας και να μη δεσμευθεί αυτός αναμένοντας τη λήψη νεότερης διαταγής. Λαμβάνεται μάλιστα υπόψη, η ανυπαρξία σχεδόν την εποχή εκείνη των μέσων επικοινωνιών που δημιουργεί καθυστερήσεις στη διαβίβαση των εκδιδόμενων διαταγών. Η συγκρότηση και η υπαγωγή όλων των τμημάτων που ενεργούσαν στο άκρο αριστερό (5η Μεραρχία, Ταξιαρχία Ιππικού, Απόσπασμα Γεννάδη) υπό ενιαία Διοίκηση και η ανάθεση σε αυτή του ελιγμού για γρήγορη κατάληψη της Κοζάνης, θα συνέβαλε όπως φάνηκε, στην αιχμαλωσία όλων των Τουρκικών Δυνάμεων, που ενεργούσαν στα νότια της.  Οι επιδιωκόμενοι από μια Ανώτερη Διοίκηση σκοποί καθορίζουν και ανάλογη συγκρότηση των Μονάδων και επιβάλλουν αποδέσμευση των πρωτοβουλιών στις Διοικήσεις  τους, όταν μάλιστα αυτές είναι κλιμακίου Μεραρχίας.
  • Η Ταξιαρχία Ιππικού, μετά την άφιξή της στους Λαζαράδες, παρά τις συστάσεις και παροτρύνσεις του Διοικητή της 5ης  Μεραρχίας, για να κινηθεί προς Βορρά  και να αποκόψει τη σύμπτυξη των Τούρκων, ως καταλληλότερη για τέτοιες ενέργειες μονάδα, αδράνησε, γεγονός το οποίο συνέβαλε στη μη ολοκληρωτική επιτυχία του ελιγμού που σχεδιάσθηκε (καταστροφή των Τούρκων).
  • Η εγκατάλειψη στη διάρκεια της νύχτας 9/10  Οκτωβρίου, από τους Τούρκους της τοποθεσίας Σαρανταπόρου, έγινε αντιληπτή μόλις το πρωί στις 10 Οκτωβρίου με αποτέλεσμα να διαρρεύσει προς τα πίσω ολόκληρη σχεδόν η εχθρική δύναμη, ανενόχλητη. Επιβάλλεται, λοιπόν πάντοτε η στενή και συνεχής επαφή με τον αντίπαλο, ώστε να γνωρίζουμε κάθε στιγμή τι κάνει ο εχθρός.
  • Η υποστήριξη των Μεραρχιών που ενεργούσαν στο Κέντρο από το σύνολο του  Πεδινού Πυροβολικού, μέχρι τις 1300 της 9ης Οκτωβρίου, ήταν μηδαμινή, λόγω καθυστερήσεως στην επέμβαση του στον αγώνα, εξαιτίας της ανυπαρξίας οδεύσεων και κατάλληλων χώρων αναπτύξεως. Η συγκεντρωτική χρησιμοποίηση του Πυροβολικού  κατά την επίθεση, θεωρείται κατάλληλη, αλλά, αφού πρώτα εξασφαλισθούν οι προϋποθέσεις, για την έγκαιρη ανάπτυξη του.
  • Η συγκέντρωση τριών ολόκληρων Μεραρχιών στο Κέντρο και η χρησιμοποίησή τους για επίθεση σε μέτωπο 15 περίπου χιλιομέτρων πρέπει να χαρακτηρισθεί υπερβολική. Σε αυτό άλλωστε οφείλονταν και οι μεγάλες απώλειες τους. Συνεπώς δε θεωρείται κατάλληλη η συσσώρευση πολλών Μονάδων σε περιορισμένους χώρους και μάλιστα τέτοιους, ελεγχόμενους από το εχθρικό πυρ, όταν δεν υπάρχει επαρκής  υποστήριξη  Πυροβολικού.
  • Η ανάθεση της καταδιώξεως ταυτόχρονα σε δύο Μεραρχίες (2η και 6η) που κινούνταν στο ίδιο δρομολόγιο, το οποίο περνούσε κατά μήκος Στενωπού και που δεν  επέτρεπε και από τα δύο πλευρά ευχερή  κίνηση των τμημάτων, δημιούργησε βραδύτητα,  εμπλοκή και σύγχυση  των Μονάδων, η οποία κατέληξε τελικά σε βάρος της αποτελεσματικής καταδιώξεως. Θεωρείται κατάλληλη επομένως η καταδίωξη, να αναλαμβάνεται από ανέπαφα και όχι καταπονημένα τμήματα και στα οποία να εξασφαλίζεται η ελευθερία των δρομολογίων, για την ευχερή και γρήγορη κίνηση τους.
  • Η επιλογή από μέρους των Τούρκων, ως πεδίου αμυντικής μάχης της τοποθεσίας Σαρανταπόρου, της οποίας η φυσική ισχύς επαυξήθηκε πάρα πολύ με ανάλογη τεχνική οργάνωση (η τοποθεσία οργανώθηκε από το Γερμανό Στρατηγό Φον Ντερ Γκολτς Πασά), αποτέλεσε ορθή πράξη, γιατί με αυτή φράσσονταν οι οδεύσεις προς το υψίπεδο Κοζάνης – Πελαγονίας  και την πεδιάδα Καμπανίας (Θεσσαλονίκης).

ΘΕΜΑΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi9AYAjQboFh1_5M3bFMvoiwdv6qY5bDyiuBuwvPV3Yjtp1ZG3BAXNnY5CWdpxeWu7FvNRIyWEpe_RHBqBZHx93XDCYKW4LJe3j_4jgmwduvaKGVqaTsCSNu7bWjJSewd6rxVoBPh5kloo/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters