Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2025

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ''ΕΠΟΣ ΤΟΥ 40'' ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΣΤΕΛΛΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΧΗ ΣΤΟΥΣ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΕΣ

από το βιβλίο - προσωπική μαρτυρία του Δημήτριου Γ. Μαστέλλου
"Οδοιπορικό του έπους 1940", Εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ
 
 
Η βροχή συνεχίστηκε μέχρι τις 7 η ώρα το πρωί. Ξημέρωσε μία θολή συννεφιασμένη ημέρα αλλά επιτέλους η βροχή είχε κοπάσει.
Τότε ακούσαμε βόμβο αεροπλάνων. Ήτο ένα ανιχνευτικό Ελληνικό. Μετά παρέλευσιν δευτερολέπτων άρχισε μπαράζ βαρέως πυροβολικού και δικού μας εχθρικού: προοίμιον επιθέσεως.

Κατά τις 7:45 π.μ. ο λοχαγός διέταξε να βγάλουμε ανιχνευτάς προς αναγνώρισιν εδάφους...
...Τότε προχωρήσαμε ο Νικολάου και εγώ με κάθε επιφύλαξη και προσοχή, δεδομένου ότι στα εκατό μέτρα βασίλευε πανδαιμόνιο από τις οβίδες. Χαλούσε ο κόσμος! Ήτο αδύνατον να προχωρήσουμε από τα διασταυρούμενα πυρά!
Ήτο η ώρα οκτώ παρά ένα λεπτό. Ο λοχαγός μας με το επιτελείο του ήτο πίσω μας, επάνω σε μία μεγάλη πέτρα. Καθώς ήτο ψηλός και λεβέντης εφάνταζε ωσάν Ολύμπιος Ζευς!

5 Δεκεμβρίου 1940, ώρα 8 το πρωί! Αριστερά μας, ψηλά στο ύψωμα ήτο το 12ο Σύνταγμα Πατρών και δεξιά μας προς Κακαβιά το 39ο Σύνταγμα Μεσολογγίου.                   

Οκτώ η ώρα ακριβώς ακούστηκε η βροντερή φωνή του λοχαγού: «Εφ’ όπλου λόγχη!» και ταυτοχρόνως είχε δοθεί η ίδια εντολή σε όλη τη γραμμή από κορυφής έως Κακαβιάς από το στρατηγείο.
Την ίδια στιγμή οι σαλπιγγταί έδιναν με τις σάλπιγγες το σύνθημα «προχωρείτε – προχωρείτε»!!! Ανατρίχιασα! Ανάμικτα συναισθήματα κυριαρχούσαν μέσα μου. Ενθουσιασμός, συγκίνηση κι αυτό το δυνατό συναίσθημα ότι υπερασπιζόμουν αυτήν την στιγμή ότι ιερότερο είχα: την τιμή και το δίκαιο της πατρίδας μου! Όλα αυτά με γέμισαν έναν αυθορμητισμό, που πιστεύω ότι όλοι μας έτσι σκεπτόμαστε: να ριχτούμε στη μάχη και να νικήσουμε με κάθε τρόπο τον εχθρό!

Οι αλαλαγμοί μας έφθαναν στον ουρανό. Κι έτσι μ’ αυτό το σύνθημα ξεκινήσαμε αλαλάζοντες συνθήματα ενθουσιώδη όπως: «Αέρα – αέρα! Στην θάλασσα τους Ιταλούς! Ζήτω η Ελλάς! Ζήτω η Βόρειος Ήπειρος!» και προχωρούσαμε προς κατάληψη του χωριού.

Όταν φθάσαμε στα πρώτα σπίτια του χωριού Βουλιαράτες, απευθύνεται σε μένα αγριεμένος ο ανθυπολοχαγός Καρβέλης και μου λέει:
«Προχώρα στο κέντρο του χωριού και εγώ πάω δεξιά να πιάσω τα μεταγωγικά με κανόνια ορειβατικού πυροβολικού που είχαν κυκλώσει οι δικοί μας».
Ήτο η τελευταία στιγμή που είδα τον Καρβέλη. Χάθηκε τρέχοντας από τα μάτια μου, καθώς προχωρούσα προσεκτικά προς το κέντρο του χωριού εκτελώντας τη διαταγή του. Οι άνδρες είχαν μοιραστεί. Κάποιοι τον ακολούθησαν, άλλοι προχωρούσαμε μαζί ακροβολισμένοι, κοντά στα σπίτια, στον δρόμο του χωριού, προς τα εκεί που πιστεύαμε ότι θα βρούμε την πλατεία. Νοιώθαμε πίσω από τα παραθυρόφυλλα μάτια να μας παρακολουθούν... Ελπίζαμε ότι θα ήταν φιλικά... και τότε άρχιζαν να τερετίζουν τα μυδραλιοβόλα.                             

Όλμοι έπεφταν από παντού, εμείς προσπαθούσαμε να καλυφθούμε χωρίς να διαλυθούμε, να οχυρωθούμε κάπου και να απαντήσουμε στα πυρά. Με κοφτές διαταγές ένας λοχίας μας οδήγησε προς το ύψωμα Άγιος Αθανάσιος από τη μια πλαγιά του χωριού. Πυροβολούσαμε προς το σημείο που φαίνονταν τα εχθρικά πυρά. Κάποιοι από τους δικούς μας που είχαν προηγηθεί και βρίσκονταν στην άλλη πλευρά του χωριού χωρίς να τους έχουν πάρει είδηση οι Ιταλοί, έκαναν αιφνιδιαστική έφοδο. 

Το τι έγινε δεν περιγράφεται! Μπροστά στα μάτια μας καθώς ξεχυθήκαμε και εμείς με «Αέρα, Αέρα!», ξετυλίχθηκαν στιγμές ηρωισμού. Η μάχη προχωρούσε, εμείς προωθούμεθα για να ενωθούμε με τους υπολοίπους. Ένας δικός μας, τόσο μπαρουτοκαπνισμένος, ώστε δεν μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του, είχε πιάσει κάποιους Ιταλούς αιχμαλώτους. Υπό την απειλή του όπλου του, οδηγούσε τρεις – τέσσερις φρατέλλους προς ένα δίπατο σπίτι. Ήσαν αξιοθρήνητοι. Με τα χέρια ψηλά έκλαιγαν και κάτι έλεγαν σιγανά. Σαν παρακάλια μου φάνηκαν. Όλα αυτά τα είδα και τα αντελήφθην με την άκρη των ματιών μου σε κλάσματα δευτερολέπτων. Συνέχισα να τρέχω μαζί με τους άλλους κρατώντας το όπλο μου στο χέρι στο ύψος του ποδιού μου. 
Εκείνη τη στιγμή έκρηξη, λάμψη, πόνος, όλα μαζί και μετά σκοτάδι...

Όταν συνήλθα, ο πόνος μου τρύπαγε το μυαλό. Ήμουν μόνος, δεν ήξερα τι είχε γίνει στη μάχη και το πόδι μου αιμορραγούσε και πονούσε αβάσταχτα. Είχα παγώσει και με δυσκολία προσπάθησα να τραβήξω από το γυλιό μου κάτι από το κουτί πρώτων βοηθειών για να δέσω το πόδι μου. Βλέποντας το αίμα να τρέχει ένοιωσα στο στόμα μου μία λιγούρα, στα μάτια μου μία θολούρα, μία ζάλη... Μόνος εκεί, μέσα στη λάσπη στην παγωνιά, έκλαψα καθώς θυμώμουν τα λόγια του πατέρα μου για τις κακουχίες... Τότε άκουσα λίγο πιο πέρα βογγητά. Και συνειδοτοποίησα ότι η μάχη είχε σταματήσει, δεν ακούγονταν ούτε πυροβολισμοί, ούτε όλμοι, ούτε τίποτα. Αγωνία με κυρίευσε για την έκβαση της. Κοίταξα γύρω μου για το όπλο μου. Ήτο πιο πέρα διαλυμμένο. Ο όλμος το είχε διαλύσει πριν με κτυπήσει...

-Συνάδελφε, με ακούς; Άκουσα λίγο πιο κάτω μία φωνή. Τα χείλη μου ήταν ξερά, προσπάθησα να μιλήσω, μα η φωνή μου δεν έβγαινε.
-Ζεις ρε; Ξαναφώναξε πάλι.
-Ζω! Απάντησα με κόπο. Προσπάθησα να κουνηθώ λίγο αλλά ο πόνος μου έκοψε την ανάσα.
Άκουγα τον άλλον να έρχεται σκυφτά προς το μέρος μου βογγώντας σιγανά.
-Που κτύπησες εσύ; Τον ρώτησα χαμηλόφωνα.
- Στο χέρι. Εσύ;
- Στο πόδι!
Είχε πια πλησιάσει.
-Συνάδελφε! Αφού δεν μας φάγανε οι παλιομακαρονάδες, πάλι καλά!
Τον ρώτησα για τη μάχη. Δεν ήξερε κι αυτός σίγουρα.
-Μάλλον νικήσαμε, μου απάντησε, αφήνοντας έναν βαθύ αναστεναγμό.

Το χέρι του κρεμόταν και μία άσχημη πληγή φαινόταν μέσα από το σκισμένο και καμμένο του μανίκι. Τον βοήθησα να το δέσει, ώστε να σταματήσουμε την αιμορραγία. Τον έλεγαν Κώστα κι ήταν από ένα χωριό της Κορίνθου. Τότε, αφού δέσαμε το χέρι του όσο καλύτερα μπορούσαμε, σχίσαμε με την ξιφολόγχη του τη σκελέα μου. Το πόδι αιμορραγούσε συνεχώς. Έπρεπε να το δέσουμε. Από το γυλιό τραβήξαμε μία φανέλλα. Την κόψαμε στα δύο και δέσαμε το πόδι επάνω και κάτω από το γόνατο σφιχτά. Προσπάθησα να τεντώσω λίγο το πόδι μου κρατώντας το με το χέρι μου, μήπως έτσι αντιληφθώ το μέγεθος της... ζημιάς. Τότε ένοιωσα έναν πόνο οξύ, διαπεραστικό και ταυτοχρόνως, κάτι να πέφτει στη χούφτα μου...

Ήτο το βλήμα που με είχε κτυπήσει! Από μία παραξενιά της τύχης κρατούσα στο χέρι μου το γύρισμα της ζωής μου! Το έβαλα μ’ ένα μικρό, ίσως μοιρολατρικό χαμόγελο στον γυλιό μου... Ήθελα να το φυλάξω αυτό το βλήμα, που είχε απ’ ότι φαίνεται εξοστρακιστεί στο όπλο μου – το οποίον και διέλυσε – πριν με κτυπήσει, ως ενθύμιον αυτής της μάχης, ως παράσημο της δικής μου συνεισφοράς αίματος για την αγαπημένη μου πατρίδα και την ελευθερία της, για τα ιερά μου ιδανικά!

Το έφερα μαζί μου σαν γύρισα ζωντανός αργότερα και το έχω για να θυμάμαι τα γεγονότα αυτά, να το δείχνω στα παιδιά μου και τα εγγόνια μου και να τους διηγούμαι αυτή την ιστορία, όπως έφερε ο μακαρίτης ο πατέρας μου τα παράσημα του από τις νίκες που του θύμιζαν τις ηρωικές και συνάμα τραγικές στιγμές εκείνων των μαχών το 1912, 1913 έως και το 1917... Όστροβον, Σόροβιτς, Κορυτσά! Κιλκίς – Λαχανά, Κρέσνα – Τσουμαγιά! Δάκρυα κυλούσαν στα μάτια μου, συναισθανόμενος την συνέχεια, την αλυσίδα, την διάρκεια των υπέρ της Πίστεως και της Πατρίδος Αγώνων των Ελλήνων!
Ήτο η σειρά της δικής μου της γενιάς!!!

Τότε από το ύψωμα ακούσαμε ελληνικές φωνές και είδαμε δικούς μας στρατιώτες να προχωρούν παρατεταγμένοι προς το χωριό. Φωνάξαμε να μας βοηθήσουν, μα οι φωνές μας από την αιμορραγία, τον πόνο είχαν εξασθενήσει... Αλλά και από την φασαρία που έκαναν οι ίδιοι δεν ήτο δυνατόν να μας ακούσουν.
Τους βλέπαμε να απομακρύνονται και απογοητευθήκαμε!

-Μήπως σε κρατάνε τα πόδια σου να πας εσύ να τους φθάσεις; Ρώτησα τον συνάδελφο. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
- Δεν σ’αφήνω μόνο σου, μου είπε. Με συγκίνησε η αυταπάρνηση και η ευγένεια της ψυχής του! Δεν κοίταξε τον εαυτό του όπως ίσως θα έκαναν οι περισσότεροι... Έμεινε πίσω για μένα!
Ειλικρινώς, τα πιο ζεστά και βαθειά ανθρώπινα αισθήματα ευγνωμοσύνης κατέκλυσαν την ψυχήν μου! Τότε ο συνάδελφος Κώστας, έσκυψε και δείχνοντας μου την πλάτη του μου είπε:
-Ανέβα Μίμη στην πλάτη μου και κρατήσου καλά. Αν μείνουμε εδώ να περιμένουμε, θα παγώσουμε από το κρύο. Ας προσπαθήσουμε μόνοι μας να πάμε σε κάποιο σπίτι και μετά βλέπουμε... 
Είχε δίκαιο. Με κόπο και πόνο και μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες κατόρθωσα να ανέβω στην πλάτη του. Το χέρι του πονούσε, το πόδι μου το ίδιο και είχαμε αρχίσει να μουδιάζουμε από το κρύο, αλλά τα καταφέραμε... 

Η βροχή είχε ξαναρχίσει... Τα γκρίζα σύννεφα και η ομίχλη μας τριγύριζαν σαν σάβανο. Σαν μεθυσμένοι κατηφορήσαμε προς το χωριό... Το θέαμα για κάποιον τρίτο θα ήτο κωμικοτραγικό. Οι πόνοι μας γίνονταν αβάσταχτοι. Ο Κώστας είχε λαχανιάσει. Η αιμορραγία στο χέρι του, το βάρος μου και το κρύο τον είχαν εξουθενώσει... Το καταλάβαινα και η ευγνωμοσύνη μου για την πράξη του πλημμύριζε την ψυχή μου. Θα μπορούσε να με είχε αφήσει εκεί που με βρήκε... Ή να φύγει μόνος του και να προσπαθήσει να ειδοποιήσει για μένα... Ή... Πολλά τα «ή»... Όμως όχι! 
Βρισκόμαστε κι οι δυο, ο ένας επάνω στον άλλον σ’ ένα λασπωμένο χωματόδρομο, ενός Βορειοηπειρωτικού χωριού, τραυματισμένοι, εξαντλημένοι, ανήμποροι πλέον μα όμως αλληλέγγυοι και Δόξα τω Θεώ, ζωντανοί! Η Μεγαλόχαρη μας είχε σκεπάσει και μας είχε σώσει.

Μπροστά μας υψωνόταν ένα μεγάλο πέτρινο σπίτι με πολλά παράθυρα από την πλευρά του δρόμου και μία τεράστια ξύλινη αυλόπορτα. Κτυπήσαμε δυνατά και κροταλίσαμε το σιδερένιο ζεμπερέκι. Σε λίγο ακούστηκαν βήματα στην εσωτερική αυλή και σύρτες να τραβιούνται. Η πόρτα μισάνοιξε, ένα κεφάλι πρόβαλε λίγο διστακτικά πίσω από το πορτόφυλλο και αμέσως, ω του θαύματος, η πόρτα άνοιξε!
Μία ψηλή, γεροδεμένη αρχοντογυναίκα στεκόταν στην είσοδο. Μας κοίταξε καλά και σταδιακά πέρασαν από το πρόσωπο της διάφορες εκφράσεις. Συγκινημένη γονάτισε επάνω στις λασπωμένες πέτρες της αυλής κι έσκυψε το αρχοντικό της μαντηλοφορεμένο κεφάλι και φίλησε τα πόδια μας.

- Μα τι κάνετε εκεί; Ρωτήσαμε με όση φωνή μας είχε απομείνει μ’ ένα στόμα κι οι δυο.

- Είχα ορκιστεί να φιλήσω τα πόδια των ελευθερωτών μας! Τα πόδια των πρώτων Ελλήνων στρατιωτών που θα έφθαναν στο χωριό μας, στο σπιτικό μας ελευθερωτές!

Τα μάτια μας έσταζαν δάκρυα. Τέτοια υποδοχή δεν τη φανταζόμαστε. Δάκρυα κυλούσαν κι από τα δικά της μάτια... Σηκώθηκε, άνοιξε διάπλατα την πόρτα της κι άπλωσε τα χέρια της σε μια κίνηση, σε μια αγκαλιά να περάσουμε.
 - Περάστε παλληκάρια μας! Περάστε αδέρφια μας! Περάστε ελευθερωτές μας!

Τότε κατάλαβε το πόσο τραυματισμένοι είμαστε. Έβαλε μια φωνή και μας βοήθησε να φθάσουμε στη σκάλα. Εκεί έγειρε ο Κώστας και με ακούμπησε όσο πιο σιγά μπορούσε στα σκαλοπάτια. Έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και σωριάστηκε πλάι μου ξέπνοος από την τόση υπεράνθρωπη προσπάθεια που είχε καταβάλει!
Για πότε γέμισε η σκάλα, η αυλή φωνές και πρόσωπα δεν καταλάβαμε. Σαν να σήμανε συναγερμός! Μας ελευθέρωσαν από τους γυλιούς, τις μουσκεμένες χλαίνες, τα κράνη και τα αμπέχωνα...

Σε λίγο ο ψυχογυιός της αρχόντισσας έκοβε μ’ ένα ψαλίδι το παντελόνι μου. Η εικόνα που παρουσίαζε το πόδι μου με άφησε άφωνο. Ήτο καταμέλανο κι αιμορραγούσε σε πολλά σημεία. Αλλά το κυρίως τραύμα ήτο στο γόνατο. Το κοίταζα κι έκανα το σταυρό μου... «Παναγία μου! Άγιε μου Γεράσιμε κι Άγιε μου Βλάση!» ψιθύρισα. Θα ξαναπερπατήσω; Θα μείνω κουτσός ή μήπως και μου κόψουν το ποδι; Οι σκέψεις θόλωσαν το μυαλό μου. Ανησύχησα πολύ για το πόδι μου. Μα οι περιποιήσεις και η αγάπη με την οποία μας περιέβαλαν αυτοί οι άνθρωποι μας έκαναν τόση εντύπωση. 

Σε λίγο μας έπλυναν με ζεστό νερό, μας έδωσαν καθαρά ρούχα να φορέσουμε και μας έβαλαν σε κρεβάτια να αναπαυθούμε και να κοιμηθούμε. Τα λευκά σεντόνια έτριζαν από καθαριότητα, κολλαρισμένα και μοσχοβολούσαν λεβάντα. Μας σκέπασαν με υφαντές κουβέρτες. Το πόδι μου το είχαν τυλίξει με επιδέσμους και ένα αφέψημα που μου είχαν δώσει είχε λιγοστέψει τους πόνους μου.

Ο Νικολιός ο παραγυιός είχε πάει στην πλατεία να ειδοποιήσει τον στρατό για μας. Το τι γινόταν στην πλατεία, μας είπε όταν γύρισε, χαλασμός! Γλέντι τρικούβερτο! Οι χωριανοί πανηγύριζαν την ελευθερία τους! Μα και στο σπίτι του νοικοκύρη Γιάννη Ζιόγκα που ήτο στην Αμερική και είμαστε φιλοξενούμενοι του καθώς μας είπαν, έγινε μεγάλο γλέντι! Αργότερα μας έφεραν να φάμε. 

Ω Θεέ μου μεγαλεία! Από μία μεγάλη πορσελάνινη σουπιέρα μας σέρβιραν αχνιστή κοτόσουπα με τραχανά, αυγοκομμένη! Με λεμόνι και πιπεράκι! Τρώγοντας κάναμε κι εμείς γλέντι! Νηστικοί, πεινασμένοι, κακοπαθημένοι, μας φάνηκε ότι δεν είχαμε ξαναφάει πιο νόστιμη σούπα! Αλολούθησε ο μεζές... πανδεσία! Ούτε στα πλουσιότερα ανάκτορα, ούτε τα πολυτελέστερα εδέσματα δεν θα μας έκαναν τόση ευχαρίστηση κι εντύπωση! 
Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη φιλοξενία τους, την αγάπη τους, την προσφορα τους, τον Ελληνισμό τους! Ας είναι καλά όσοι απ’ αυτούς τους ανθρώπους ζούνε, κι ο Κύριος ας αναπαύει τις ψυχές των κεκοιμημένων... που μας άνοιξαν το σπίτι τους και την καρδιά τους.

Η οικοδέσποινα έδωσε το πρόσταγμα να μας αφήσουν να κοιμηθούμε. Πριν φύγει μας έδωσε πάλι το αφέψημα και πράγματι κοιμηθήκαμε βαριά σαν μολύβι! Ήτο η κούραση, ήτο η αϋπνία τόσων ημερών, το αίμα που είχα χάσει, ο πόνος που με κατέβαλε, η συγκίνηση; Δεν ξέρω... Κοιμήθηκα σαν μωρό!

Το πρωί μας ξύπνησαν οι ζητοκραυγές απ’ το δρόμο. Μπήκε η νοικοκυρά και άνοιξε διάπλατα τα παράθυρα. Του Αγίου Νικολάου σήμερα και οι καμπάνες κτυπούσαν χαρμόσυνα! Σύρθηκα μέχρι το παράθυρο.  Ο Κώστας είχε ήδη πιάσει θέση. Τι ήταν εκείνο που αντικρύσαμε Θεέ μου; Όλο το χωριό είχε ξεχυθεί στους δρόμους! 
Σε κάθε παράθυρο ανέμιζε από μία ελληνική σημαία! Τις είχαν υφάνει στους αργαλειούς, τις φύλαγαν στην κασέλα τους γι’ αυτήν την ώρα, την ώρα της λευτεριάς! Μ’ αυτό τον βαθιά κρυφό πόθο ζούσαν οι Βορειοηπειρώτες! Και τώρα βίωναν οι άνθρωποι σαν σε όνειρο, αυτό που χρόνια περίμεναν: την λευτεριά τους!!!
Στο αρχοντόσπιτο, οι περιποιήσεις έδιναν και έπαιρναν. Μας έφεραν ζεστό, φρεσκοαρμεγμένο γάλα, καφέ, χονδρές φέτες ψωμί, τουλουμίσιο τυρί και μέλι. Όταν αποφάγαμε και πήραμε και πάλι το ευπρόσδεκτο πια αναλγητικό αφέψημα, η οικοδέσποινα μας είπε ότι περίμεναν με λαχτάρα να μας δουν κάποιοι συγχωριανοί της.
- Εμάς;
- Ναι! Διοτί σε σας βλέπουμε τους ελευθερωτές! Τα παιδιά μας! Αυτούς που τραυματίστηκαν απελευθερώνοντας το χωριό μας!
Αυτό που ακολούθησε ήτο πάνω από τη φαντασία μας. Παρέλασε όλη η γειτονιά να μας ευχηθεί τα δέοντα. Με περηφάνια και συγκίνηση δεχθήκαμε τις εκδηλώσεις αγάπης και πατριωτικού ενθουσιασμού των κατοίκων του χωριού... 
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα έφθασαν και οι τραυματιοφορείς του λόχου να μας μεταφέρουν στο πρόχειρο ιατρείο που είχε συσταθεί για την περίθαλψη των τραυματιών. Έτσι με συγκίνηση και αισθήματα ευγνωμοσύνης, αποχαιρετίσαμε την φιλόξενη ευεργέτιδα μας, την οικογένεια της και το σπιτικό της που μας αγκάλιασε με τόση στοργή και φροντίδα. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτούς τους ανθρώπους. Θα τους ευγνωμονώ όσο ζω και θα προσεύχομαι γι’ αυτούς.
Το μικρό διάλλειμα της ανάπαυλας, των περιποιήσεων, της ζεστασιάς, της οικογενειακής θαλπωρής τελείωσε... Πίσω στη ζωή του πολεμιστού τώρα. 
Στο αντίσκηνο που λειτουργούσε σαν ιατρείο ο γιατρός μας εξέτασε. Έβγαλε την σφαίρα από το χέρι του Κώστα, τον έρραψε, τον περιποιήθηκε και τον έστειλε να του γράψουν αναρρωτική άδεια. Μετά γύρισε σ’ εμένα. Με κατάπληξη με άκουσε να του διηγούμαι για το πως έπεσε το θραύσμα της οβίδας μέσα στη χούφτα μου. Και με ακόμα μεγαλύτερη κατάπληξη διεπίστωσε ότι το γόνατο και τα κόκκαλα δεν είχαν πειραχτεί! Έκανε τον σταυρό του! Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο διαμπερές τραύμα που να μην έχουν πειραχτεί τα οστά ή τα νεύρα! Μου είπε ότι ήμουν τυχερός στην ατυχία μου και με περιποιήθηκε με μεγάλη προσοχή.
- Άγιο είχες! μου ειπε χαμογελώντας. Με καθησύχασαν τα λόγια και η συμπεριφορά του κι ευχαρίστησα και πάλι την Παναγία, τον Άγιο Γεράσιμο και τον Άγιο Βλάσιο, πολιούχους του Ξυλοκάστρου και προστάτες μου. Και βέβαια τον Άγιο Σάββα που γιόρταζε την ημέρα που τραυματίστηκα!
Από κει και μετά οι διαδικασίες ακολούθησαν τον δρόμο τους με ρυθμούς χελώνας, πολλά εμπόδια και δυσκολίες λόγω των συνθηκών πολέμου και του χειμώνα που έπεφτε βαρύς. Διακομισθήκαμε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων και από κει στο Μεσολόγγι.
Εδώ θα ήθελα να σταθώ στον αποχαιρετισμό μου με τον Κώστα, ο οποίος έφυγε από τα Γιάννενα για το σπίτι του με άδεια ενός μηνός. Πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και κλαίγαμε σαν μικρά παιδιά. Είναι αλήθεια ότι ο τραυματισμός μου με είχε κάνει πολύ ευσυγκίνητο.
- Μου έσωσες τη ζωή, ο Θεός να σου δίνει πάντα υγεία κι ευτυχία κι ότι   άλλο επιθυμείς, του ευχήθηκα με ευγνωμοσύνη. Καλήν αντάμωσιν!
- Το ίδιο θα έκανες κι εσύ, μου απάντησε ταπεινά. Περαστικά! Και καλήν αντάμωσιν!
-Στη Ρώμη! του φώναξα, καθώς ανέβαινε στο καμιόνι που θα τον κατέβαζε πιο κάτω.
-Στη Ρώμη! φώναξε κι εκείνος κουνώντας μου το γερό του χέρι σε αποχαιρετισμό.
Αυτή ήτο και η τελευταία φορά που τον είδα. Ο Κώστας, ο σωτήρας μου, μετά την ανάρρωση ξαναγύρισε στο μέτωπο και όπως έμαθα αργότερα από την οικογένεια του όταν τον αναζήτησα μετά το πέρας του πολέμου, σκοτώθηκε από τους Γερμανούς κατά την εαρινή επίθεση τον Απρίλιο του 1941. Αιωνία του η μνήμη! Άγιο το χώμα που τον σκέπασε, αυτόν τον καλό Σαμαρείτη, τον απλό Έλληνα Στρατιώτη με την μεγάλη καρδιά! Τον ήρωα της πατρίδος!



ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ




Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025

ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ


Του Ιωάννη Χ. Κουριαννίδη

Διευθυντή περιοδικού «Ενδοχώρα» 

Η κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι στερείται εθνικού οράματος και απλώς αρκείται στην (αποτυχημένη συνήθως) γραφειοκρατική διαχείριση ακόμα και των πιο απλών πραγμάτων

Το πρόβλημα, λοιπόν, με το μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη είναι ποιος θα το προστατεύει. Αν δηλαδή θα είναι αρμόδιο το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ή το υπουργείο Εθνικής Αμυνας! Διαχειριστικό, επομένως, και αυτό το θέμα για μία κυβέρνηση που έχει αποδείξει ότι στερείται εθνικού οράματος και απλώς αρκείται στην (αποτυχημένη συνήθως) γραφειοκρατική διαχείριση ακόμα και των πιο απλών πραγμάτων.

Ο πρωθυπουργός δήλωσε, σχετικά, πρόσφατα: «Το μνημείο ανήκει στην ιστορική μνήμη. Ενα μνημείο ανοιχτό σε όλους τους Ελληνες. Αλλά και σε κάθε επισκέπτη που θέλει να το θαυμάσει. Αυτόν τον γνωστό χαρακτήρα, που είχε πάντα ο Αγνωστος Στρατιώτης, οφείλουμε να διατηρήσουμε».

Θα πρέπει, όμως, να πει κάποιος στον κ. Μητσοτάκη ότι το μνημείο αυτό είναι ένα εθνικό τοπόσημο, ένα μνημείο της Ιστορίας του έθνους των Ελλήνων και όχι απλώς ένα μνημείο της Ιστορίας. Ενα μνημείο που συμβολίζει τους αγώνες του ελληνικού λαού όχι μόνο για την ελευθερία, αλλά και για την εθνική του ολοκλήρωση. Γι’ αυτό και επί αυτού αναγράφονται μάχες που δόθηκαν στην Κορυτσά, στο Μοναστήρι, στον Σαγγάριο, στο Αφιόν Καραχισάρ, στην Οδησσό, στη Χειμάρρα, στην Κύπρο…

Από την 25η Μαρτίου 1932, όταν αποκαλύφθηκε επίσημα το μνημείο, η φύλαξή του είναι τιμητική και αυτή έχει ανατεθεί σε ειδικό στρατιωτικό λόχο της Φρουράς της Προεδρίας της Δημοκρατίας, που από το 1973 ονομάστηκε Προεδρική Φρουρά. Η φύλαξή του είναι τιμητική και όχι ουσιαστική, αφού μέχρι και τα τελευταία χρόνια δεν ετίθετο θέμα βανδαλισμού ή ασχημιών σε βάρος του μνημείου.

Κι αυτό διότι στην ελληνική κοινωνία υπήρχε η ενσυναίσθηση της εθνικής σημασίας του μνημείου, που βοηθούσε στη δημιουργία μιας υγιούς και αρμονικής αλληλεπίδρασης των πολιτών με αυτό. Αυτό, όμως, ήταν το αποτέλεσμα μίας παιδείας που καλλιεργείτο σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Ηταν, ακόμη, η ανθοφορία της κοινωνίας των πολιτών στις εθνικές μας αξίες, σε ένα κοινό δηλαδή σύστημα αξιών, που διαμορφώθηκε σε μία κοινωνία ανθρώπων κοινής καταγωγής και κληρονομιάς.

Τα τελευταία χρόνια αυτά άλλαξαν. Και κάποιοι καμαρώνουν γι’ αυτό! Ο σημερινός πρωθυπουργός είχε δηλώσει το 2019 στη Βουλή: «Είμαι υπερήφανος όταν πηγαίνω σε παρελάσεις και βλέπω μια κοινωνία η οποία μετατρέπεται σε πολυπολιτισμική σιγά σιγά». Κανείς δεν μπορεί να απαγορεύσει στον κ. πρωθυπουργό να νιώθει υπερήφανος (καθένας με τις προσλαμβάνουσές του!), αλλά ας μάθει ότι αυτή η «πολυπολιτισμικότητα» δεν είναι κοινωνία. Δεν είναι δηλαδή ένας σχηματισμός που χαρακτηρίζεται από κοινά στοιχεία, όπως η γλώσσα, η ιστορία, ο πολιτισμός και η καταγωγή.

Επομένως, δεν μπορεί να αναπτύξει εθνική συνείδηση. Τα μέλη της δεν μπορούν να αντιληφθούν, τόσο νοητικά όσο και συναισθηματικά, ότι μοιράζονται μία κοινή ταυτότητα, που υπερβαίνει τον ατομισμό. Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η απαξίωση της ιστορικής μνήμης και η απόρριψη του συστήματος αξιών που για αιώνες γαλούχησε μία εθνική κοινωνία. Το συνονθύλευμα αυτό που διαμορφώνεται, ραγδαία πλέον, είναι λογικό να μη νιώθει το νόημα και τη σημασία ενός εθνικού μνημείου, όπως αυτό του Αγνωστου Στρατιώτη, αλλά και οτιδήποτε άλλο έχει αναφορά στην εθνική μνήμη και την κληρονομιά.

Ο μόνος τρόπος, λοιπόν, για να προστατευθεί ουσιαστικά και όχι «τιμητικά» το μνημείο είναι να επανέλθει η διδαχή της σημασίας του στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, συνοδευόμενη από μία γενικότερη επιστροφή της παιδείας μας στα εθνοκεντρικά πρότυπα, που κάποτε δικαιολογούσαν απόλυτα τον τίτλο του αρμόδιου υπουργείου ως «Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων». Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι αρμόδιοι για τη φύλαξή του θα ξεφτιλίζονται από όσους θα συνεχίζουν να το πυρπολούν και να το βεβηλώνουν με κάθε τρόπο.

 

https://www.dimokratia.gr/apopseis/606038/to-mnimeio-tis-agnosias/?fbclid=IwY2xjawNglaZleHRuA2FlbQIxMABicmlkETFWT2lFMEJHVzd3WkJHT243AR51mULrqDkGxuKVjolaO4wUkZ1eZ_ee36fvP8s3YlJO8v9XkFW20vTvE2t_lA_aem_Mu-33hzCXKcIVZfh6WuhpA

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40 : ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΤΟΥ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΕΤΑΞΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΩΡΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1040

Ο στενός και έμπιστος συνεργάτης του Ιωάννου Μεταξά, Δημήτριος Θ. Τραυλός, αφηγείται τα γεγονότα προ και κατά την 28η Οκτωβρίου 1940, όπως τα έζησε ως αυτήκοος μάρτυς, δίπλα στον τότε Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως. 

Στη συνέχεια παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
 
Γιατί δεν ακούτε τον Μεταξά;
Με ημερομηνία 17 Οκτωβρίου 1940, ο (Πρεσβευτής της Αγγλίας) Πάλαιρετ, μέμφεται τηλεγραφικώς τους αρμοδίους στο Φόρεϊν Όφφις, γιατί δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τις προειδοποιήσεις και προβλέψεις του Μεταξά, σχετικά με την συγκέντρωσι όλης της συμμαχικής βοήθειας στην Τουρκία:
«Το Στρατηγείον Μέσης Ανατολής έχει λάβει κοινοποιήσεις των πολυαρίθμων τηλεγραφημάτων μου, τα οποία αναφέρουν την αίτησιν του προέδρου του (ελληνικού) υπουργικού συμβουλίου δι’ οπλισμόν και προ πάντων δι’αεροπορικήν υποστήριξην, εις περίπτωσιν επιθέσεως εναντίον της Ελλάδος (βλέπε τηλεγράφημά μου 950, 14ης Οκτωβρίου προς Φόρεϊν Όφφις). Καθ’ ον χρόνον ανασκοπείτε την θέσιν μας εις την Μέσην Ανατολήν, θα επεθύμουν να τονίσω ότι ο στρατηγός Μεταξάς δεν είναι μόνον πολιτικός, αλλά και επιτελικός αξιωματικός διεθνούς φήμης. Έχει θεμελιώσει την πολιτική του επί της πίστεως εις την νίκην μας. Αλλά μας έχει και προειδοποιήσει επιμόνως περί του στρατηγικού κινδύνου της συγκεντρώσεως πάσης βοηθείας μας προς την Τουρκίαν με την εξαίρεσιν της Ελλάδος, εις περίπτωσιν μιας εκστρατείας του Άξονος εναντίον της Ελλάδος και της Τουρκίας.
Πιστεύει ότι ο στρατός του θα ηδύνατο να συγκρατήση τον ιταλικόν στρατόν ξηράς, τον ευρισκόμενον τώρα εις Αλβανίαν, και να προστατεύση ούτω το πλευρόν μας – εάν του παρασχεθή κάποια αεροπορική υποστήριξις και μερικά αντιαρματικά όπλα. Υπάρχει εν τούτοις ο κίνδυνος του αποτελέσματος ενός άνευ αντιστάσεως αεροπορικού βομβαρδισμού, τόσον επί του ηθικού του στρατού, όσον και επί της αποφασιστικότητος των πολιτών.

2. Αντιλαμβάνομαι πλήρως ότι η άμυνα της Αιγύπτου πρέπει να είναι ο πρωταρχικός μας στόχος και ότι η υποστήριξις της Τουρκίας είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής μας εις την Εγγύς Ανατολήν. Αλλά αμφιβάλλω κατά πόσον αι προειδοποιήσεις του στρατηγού Μεταξά ελήφθησαν αρκούντως υπ’ όψιν ή κατά πόσον εις το αποτέλεσμα ενδεχομένου αεροπορικού βομβαρδισμού της Ιταλίας εξ Ελλάδος, εδόθη η σημασία την οποίαν όλαι αι πληροφορίαι μας περί της καταστάσεως εις την Ιταλίαν φαίνονται να απαιτούν. Δύναμαι, επομένως, να ζητήσω όπως το θέμα της αεροπορικής υποστηρίξεως της Ελλάδος εξετασθή εκ νέου σοβαρώς και παραμείνη συνεχώς υπό εξέτασιν, καθ’ ον χρόνον αποστέλλονται αι ενισχύσεις μας;»
Διασκέψεις και διαβουλεύσεις γίνονται στο Φόρεϊν Όφφις την 14ην Οκτωβρίου με αντικείμενον την χορήγησιν βοηθείας στην Ελλάδα. Δύο μνημόνια με την ίδια ημερομηνία αναφέρονται στις συνέπειες που θα είχε μία ιταλική επίθεσις εναντίον της Ελλάδος:
«Αφ’ ενός επιθυμούμεν διαρκώς η Ελλάς να αντισταθή εναντίον επιθέσεως του Άξονος εφ’ όσον:
α) η κατάρρευσις αμαχητί της Ελλάδος, παρά την βρεταννικήν εγγύησιν, θα είχε σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις ανά την Εγγύς και Μέσην Ανατολήν, και, ιδία, στην Τουρκίαν και
β) μία Ιταλική επίθεσις κατά της Ελλάδος θα αποτελούσε πιθανώτατα ευπρόσδεκτο περισπασμό από την κυρία επίθεσιν κατά της Αιγύπτου και πιθανώς να μας έδιδε την ευκαιρία να καταφέρωμε πλήγμα κατά του ιταλικού ναυτικού. Αφ’ ετέρου, μία Ιταλική επίθεσις θα απέληγε εν πάση περιπτώσει πιθανώτατα σε ταχεία κατάληψιν μεγάλου τμήματος της ηπειρωτικής Ελλάδος και σε εντατικό βομβαρδισμό Ελληνικών πόλεων, με αποτέλεσμα να προκληθούν ευρείας εκτάσεως καταστροφές κτισμάτων και σοβαρές απώλειες ανθρώπων, για τις οποίες αναποτρέπτως θα εθεωρούμεθα κατά μέγα μέρος υπεύθυνοι» (…)
…………………………….
Δυό μέρες πριν
Δύο μέρες πριν από την ιταλική εισβολή στην Ήπειρο, ο στρατηγός Παπάγος συναντάται με τον στρατιωτικό ακόλουθο της Βρεταννικής Πρεσβείας Αθηνών και η συνομιλία τους μεταδίδεται στο Λονδίνο:
«1. Ο Έλλην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου (Αλέξανδρος Παπάγος) συνεζήτησε σήμερα το πρωϊ μαζί μου την αλβανική κατάστασιν, η οποία, από στρατιωτικής απόψεως, είναι ανεξήγητη.
2. Εάν ιταλική πρόθεσις ήταν πραγματικά η επίθεσις κατά της Ελλάδος, τότε με την έως τώρα καθυστέρησίν των φαίνεται να έχουν θυσιάσει όλα τα πλεονεκτήματα, περιλαμβανομένης της εκπλήξεως, του καταλλήλου καιρού και της αριθμητικής υπεροχής στο πεδίο των επιχειρήσεων.
3. Οι Ιταλοί πιθανώτατα ημπορούν να παρατάξουν και χρησιμοποιήσουν πέντε μόνον μεραρχίες πεζικού λόγω ελλείψεως επικοινωνιών. Οι Έλληνες έχουν τώρα συμπληρώσει τις προετοιμασίες των και φρονούν ότι έχουν επαρκείς χερσαίες δυνάμεις για να συγκρατήσουν επίθεσιν.
4. Οι Ιταλοί πρέπει συνεπώς, να εξαρτήσουν κατά μέγα μέρος την οιανδήποτε επιτυχίαν των από αεροπορικές επιδρομές εναντίον της Ελλάδος, η οποία από αέρος είναι σχεδόν ανυπεράσπιστη. Ίσως να σχεδιάζουν και συνδυασμένη επίθεσιν κατά της ελληνικής δυτικής ακτής.
5. Τα ιταλικά στρατεύματα παραμένουν στα όρη σε σκηνές με σταθερώς χειρότερες συνθήκες και, ως οι Έλληνες υποστηρίζουν, με μειωμένο ηθικό.
6. Ο καιρός επί του παρόντος είναι κακός κατά μήκος της μεθορίου με πυκνές βροχές, χαμηλά νέφη, ψύχος και χιόνια στις κορυφές. Ίσως να βελτιωθεί επ’ ολίγον πριν αρχίση ο χειμώνας.
7. Παρ’ όλα αυτά, οι Ιταλοί έχουν προωθήσει προς την μεθόριον κατά τις τελευταίες ημέρες προκεχωρημένα στρατιωτικά τμήματα (…).
8. Δεν υπάρχουν μεθοριακά επεισόδια ούτε πολιτικές η στρατιωτικές πληροφορίες που να υποδεικνύουν σχεδιαζομένη επίθεσιν».
………………..…….
Την αυγή της 28ης Οκτωβρίου 1940, μετά την απόρριψι του τελεσιγράφου Γκράτσι, ο Μεταξάς τηλεφωνεί στον Πρεσβευτή Πάλαιρετ και του αναγγέλλει τα δραματικά γεγονότα. Ο Πάλαιρετ τηλεγραφεί αμέσως στον λόρδο Χάλιφαξ στο Φόρεϊν Όφφις:
«Σερ Μ. Πάλαιρετ προς υποκόμητα Χάλιφαξ
Αθήναι, 28 Οκτωβρίου 1940
Νο 271
Λόρδε μου
Ο Πρόεδρος του (ελληνικού) Υπουργικού Συμβουλίου μου ετηλεφώνησε σήμερον την πρωϊαν εις τας 3.30’ προκειμένου να με πληροφορήση περί του τελεσιγράφου το οποίον είχε λάβει ημίσειαν ώραν ενωρίτερον από τον Ιταλόν πρεσβευτήν. Έχω την τιμήν να σας διαβιβάσω εσωκλείστως ένα αντίγραφον του εγγράφου τούτου, του οποίου το σημερινόν Νο 994 τηλεγράφημά μου σας έδωσε βραχείαν περίληψιν. Θα ήτο δύσκολον να εύρη κανείς καλύτερον δείγμα αναισχύντου ψευδολογίας, ακόμη και μεταξύ των πολυαρίθμων παρομοίων προϊόντων των Δυνάμεων του Άξονος.
2. Φαίνεται σχεδόν απίστευτον ότι ο Ιταλός πρεσβευτής ενεφανίσθη αδυνατών να απαντήση εις την ερώτησιν του στρατηγού Μεταξά, ως προς ποία στρατηγικά σημεία (της Ελλάδος) η κυβέρνησίς του προετίθετο να καταλάβη και όμως, ούτω συνέβη.
3. Η ελληνική κυβέρνησις δεν επέδωσε γραπτήν απάντησιν εις την διακοίνωσιν αυτήν. Όπως είχα την τιμήν να σας αναφέρω, ο στρατηγός Μεταξάς εδήλωσεν αμέσως προς τον σινιόρ Γκράτσι ότι τούτο ισοδυναμούσε με κήρυξιν πολέμου, ενήργησε δε αναλόγως. Η πρώτη του ενέργεια ήτο να ζητήση την βοήθειά μου.
Διατελώ κ.λ.π.
Μάϊκλ Παλλαιρέτ
……………….
Επειδή έτυχε να είμαι αυτήκοος μάρτυς μιας τηλεφωνικής συνδιαλέξεως μεταξύ των δύο ανδρών, θεωρώ υποχρέωσίν μου χάριν της Ιστορίας, να εκθέσω τα εξής:
Κατά τας μεσονυκτίους ώρας μιας των ανωτέρω ημερομηνιών, όταν επέστρεψεν εκ του γραφείου ο Αείμνηστος Πρόεδρος εις την εν Κηφισσία οικίαν του, συνοδευόμενος υπό του Υφυπουργού Ασφαλείας κ. Κ. Μανιαδάκη, με εκάλεσαν και μου έδωσαν εντολήν όπως, επειδή ο Πρόεδρος αναμένει επείγουσαν τηλεφωνικήν συνδιάλεξιν μετά του Έλληνος Πρεσβευτού από το Βερολίνον και επειδή πιθανώς να βραδύνη, και ο Πρόεδρος είχεν ανάγκην αναπαύσεως, λόγω υπερκοπώσεως, παραμείνω εις το τηλέφωνον, ίνα αφυπνίσω τον Πρόεδρον προς πραγματοποίησιν της τηλεφωνικής συνδιαλέξεως. Πράγματι κατά την 2αν νυκτερινήν, εκτύπησε το τηλέφωνον και εζήτησαν από την Ελληνικήν Πρεσβείαν Βερολίνου να επικοινωνήση με τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως.
Αμέσως αφύπνισα τον Πρόεδρον και άρχισε την τηλεφωνικήν συνομιλίαν του μετά του Έλληνος Πρεσβευτού Ραγκαβή. Αύτη ήτο σχετική με την προηγηθείσαν προ ολίγου συνομιλίαν του Έλληνος Πρεσβευτού μετά του Γερμανού Υπουργού των Εξωτερικών Φον Ρίμπεντροπ και αντελήφθην τον Πρόεδρον ΙΩΑΝΝΗΝ ΜΕΤΑΞΑΝ σε νευρικήν έξαψιν και με έντονον ύφος να λέγη «Κύριε Ραγκαβή να επισκεφθής και αύριον πάλιν τον Φον Ρίμπεντροπ και να του ανακοινώσητε εκ μέρους μου ότι,
Η ΕΛΛΑΣ ΘΑ ΠΟΛΕΜΗΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ ΠΟΥ ΘΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΕΘΗ,

και εντός της αύριον να με ενημερώσης.
Ταύτα εκθέτω ίνα πειστούν όσοι τυχόν υπάρχουν αμφιβάλλοντες δια ειλικρινήν εξωτερικήν πολιτικήν του ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΕΤΑΞΑ, όστις όπως πάντοτε άλλο δεν εσκέπτετο παρά μόνον την Ελλάδα και μόνον την Ελλάδα.
Εν Αθήναις τη 15η Ιανουαρίου 1971
Δημήτριος Θ. Τραυλός
28η Οκτωβρίου 1940
Ώρα 2.45’ νυκτερινήν με ξυπνούν. Ο Υπαξιωματικός Υπηρεσίας μου αναφέρει ότι, ήλθεν ο Γάλλος Πρεσβευτής και ζητεί να δη τον κ. Πρόεδρον, κτυπάμε το κουδούνι, αλλά δεν ακούει κανείς από μέσα. Σηκώνουμε αμέσως, δια του μυστικού τηλεφώνου καλώ τον Αείμνηστον Πρωθυπουργόν Ιωάννην Μεταξάν και του αναφέρω:
«Κύριε Πρόεδρε, εδώ Ενωματάρχης Τραυλός, έχει έλθει ο Πρεσβευτής της Γαλλίας και θέλει να σας δη».
Και μου απαντά: Τέτοια ώρα μωρέ Τραυλέ; Καλά, θα σηκωθώ.
Αμέσως και εγώ εξέρχομαι του οικήματος της φρουράς και ευρίσκομαι έξωθι της οικίας του Προέδρου, όπου είχε σταματήσει το αυτοκίνητον του Ιταλού Πρεσβευτού, και όχι του Γάλλου, ως ανακριβώς μου είχεν αναφέρει ο Υπαξιωματικός Υπηρεσίας, τούτο διότι λόγω του σκότους, ενόμισαν την σημαίαν του αυτοκινήτου ως Γαλλικήν. Εν τω μεταξύ ήνοιξεν η θύρα της προς την κουζίναν εισόδου, όπου ενεφανίσθη με την νυχτικιάν του ο Πρόεδρος. Επηκολούθησεν η είσοδος του Ιταλού Πρεσβευτού Γκράτσι. Όπισθέν του ηκολούθησα και εγώ. Μετά τον τυπικόν χαιρετισμόν, οι δύο άνδρες εισήλθον εις ιδιαίτερον δωμάτιον, εγώ δε παρέμεινα εις τον διάδρομον.
Η συζήτησις μεταξύ των διήρκεσεν επί πέντε λεπτά περίπου, καθ’ ην ήκουον την έντονον φωνήν του αειμνήστου Πρωθυπουργού Ιωάννου Μεταξά. Άμα τη εξόδω του Ιταλού Πρεσβευτού, τον οποίον σημειωτέον, δεν συνόδευσε μέχρι της θύρας, εξήλθεν εις τον διάδρομον ο Πρόεδρος και με πλήρη ηρεμίαν, ως να μη συνέβαινε τίποτε το σπουδαίον, μου λέγει:
«Δημήτρη, παιδί μου, έχουμε πόλεμο».
Και εγώ τον ερωτώ: Και τι θα κάνουμε Κύριε Πρόεδρε;
Μου απαντά:
«ΘΑ ΠΟΛΕΜΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΖΙ ΜΑΣ! Σε παρακαλώ τηλεφώνησε αμέσως στο Νικολούδην και Μαυρουδήν να έλθουν εδώ και ετοίμασε την Ασφάλειάν μου για το Υπουργείον».
Ο ίδιος ετηλεφωνούσε εις τον Βασιλέα, Παπάγον και Άγγλον Πρεσβευτήν. Μετ’ ολίγον ήρχισαν να καταφθάνουν, οι ανωτέρω Υπουργοί, ο Άγγλος Πρεσβευτής και άλλοι, αργότερον δε κατήλθον άπαντες εις το Υπουργείον των Εξωτερικών.

Αθήναι τη 15η Ιανουαρίου 1971 Δημήτριος Θ. Τραυλός_

Από το περιοδικό: ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ Τεύχος 112 , ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2011


ΑΒΕΡΩΦ

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ...ΑΘΑΝΑΤΟΣ - Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΝΕΑΡΟΥ ΑΥΤΟΥ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1904)

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ… 13/10/1904. Θάνατος του Παύλου Μελά .

Ο γενικός αρχηγός των ανταρτικών σωμάτων της Δυτικής Μακεδονίας, Ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς (Μίκης Ζέζας), μετά από πιθανή προδοσία από το Βουλγαρικό Κομιτάτο, κυκλώνεται από τουρκικό απόσπασμα στο χωριό Στάτιστα (Μελάς) Κορεστίων. Μετά από σκληρή μάχη τραυματίζεται σοβαρά και πεθαίνει, ενώ επτά από τους άνδρες του συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι. Η θυσία του νεαρού αυτού αξιωματικού αποτελεί από τότε σύμβολο του αγώνα για τη σωτηρία της Μακεδονίας.






ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ Η Ζωή και τό Εργο του

Παύλος Μελάς: Δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και τον τόπον μου
Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στην Μασσαλία της Γαλλίας. Πατέρας του ήταν Μιχαήλ Γ. Μελάς (1833-1897) και μητέρα του η Ελένη, το γένος Βουτσινά, κόρη γνωστού Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό.
Ο Παύλος Μελάς κατάγεται από τη μεγάλη και ιστορική οικογένεια των Μελάδων της Ηπείρου, με ρίζες που φθάνουν ως την Κωνσταντινούπολη (πριν την Άλωση), ανάμεσα στις πιο ισχυρές στρατιωτικές και πολιτικές οικογένειες του Βυζαντίου, των Κεφαλάδων ή κατά άλλους των Μελανιάδων (λόγω του χαρακτηριστικού μελαμψού χρώματος του προσώπου τους), ενώ κατά άλλους των Στρατηγόπουλων 1.
Ο πατέρας του Παύλου, στη Μασσαλία, ασχολήθηκε με το εμπόριο και απόκτησε σημαντική περιουσία μεγάλο μέρος της οποίας, σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειάς του, διέθεσε για εθνικούς και για κοινωνικούς σκοπούς. Δραστήρια κοινωνικά και εθνικά ήταν και η μητέρα του Παύλου.
Το 1874 η οικογένεια Μελά έρχεται για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και κατοικούν στο κτίριο της οδού Πανεπιστημίου όπου βρίσκεται η Αθηναϊκή Λέσχη. Εκεί μεγαλώνει ο Παύλος με τα έξι αδέλφια του, το όμορφο, ψηλό και μελαχρινό αγόρι. Τα καλοκαίρια τους τα περνούν πότε στην Οδησσό και πότε στο Φάληρο, αλλά πιο συχνά στην Κηφισιά όπου ο πατέρας του κτίζει το εξοχικό τους σπίτι. Η μητέρα του, μεριμνά για όλους και για όλα, επιβλέπει και κατευθύνει το υπηρετικό προσωπικό, ράβει και πλέκει η ίδια για τα παιδιά της, φροντίζει για τους φτωχούς και γενικά, προσπαθεί να τους ικανοποιήσει όλους. Τα βράδυα με τον σύζυγο της, ομορφοντυμένη, παραβρίσκεται στις χοροεσπερίδες της κοσμικής – τότε – Αθήνας. Πολλές φορές, με ένα λαντώ (αμαξίδιο της εποχής) παίρνει τα παιδιά της να παίξουν στις εξοχές της Κηφισιάς, του Φαλήρου, του Ελαιώνα ή του Βασιλικού – τότε, Εθνικού σήμερα – Κήπου.
«… Το περιβάλλον του σπιτού του, η εθνική δράσις του πατέρα του, η παρακολούθηση των εθνικών εορτών και τελετών, ενασκούν τεράστια ψυχολογική επίδραση επ” αυτού [του νεαρού τότε Παύλου]. Το τυχαίον αντίκρυσμα πολλών όπλων φυλασσομένων κρυφά εις τα υπόγεια του σπιτιού του και προοριζομένων διά την Κρήτην, αι συζητήσεις περί των εθνικών θεμάτων που ήκουε συχνά εις το σπίτι του την εποχήν εκείνη, μετά τον Ρωσσοτουρκικόν Πόλεμον και την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), του επροξένησαν μεγάλη εντύπωσιν. Έκτοτε ήδη ωνειροπόλει να καταταγή εις τον Στρατόν, όταν μγαλώσει, ώστε και αυτός να αγωνισθή διά την επανόρθωσιν των αδικιών …» 2.
Μεγαλώνοντας ο Παύλος αρχίζει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα αδέρφια του για την προθυμία του, την υποχωρητικότητά του και κυρίως για την καλοσύνη του και το ενδιαφέρον του προς τα μικρότερα παιδιά ή τα ζώα και γενικότερα τους αδυνάτους. Στο σχολείο υποστηρίζει τα μικρότερα και τ” αδύνατα παιδιά όταν τα ενοχλούσαν τα μεγαλύτερα και αργότερα, παλικάρι πια, φροντίζει μια άρρωστη φτωχή δασκάλα, ενώ συνεισφέρει και ενισχύει πρόθυμα, μυστικά, κάθε εθνική και φιλανθρωπική δράση.
Ο Παύλος Μελάς αγαπά με πάθος οτιδήποτε έχει σχέση με την Ελλάδα! Στον πατέρα του οφείλεται το ότι δεν ξεχνάει την γιαννιώτική του καταγωγή και ο μεγάλος πόθος του να ελευθερωθούν τα Γιάννενα. Ακούει με έντονο ενδιαφέρον τις ιστορίες που του λέει ο πατέρας του για τις οικογενειακές περιπέτειες του 1821 και η αγάπη του για την πατρίδα γίνετα όλο και πιο δυνατή. Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου για τον Παύλο είναι μεγάλη ημέρα και συμμετέχει με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση.
Αυτή η εποχή, που μεγαλώνει ο Παύλος, είναι μια εποχή ιδιαίτερης αναταραχής για τα Βαλκάνια και τους βαλκανικούς λαούς. Από την Κρήτη μέχρι την Βοσνία [οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι "Βόσνιοι" ονομάζονται οι εξισλαμισμένοι Σέρβοι!] έχουν ξεσηκωθει με επαναστάσεις ενάντια στον Τούρκο Σουλτάνο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Κρήτη, η Θεσσαλία, η Μακεδονία και η Ήπειρος βρίσκονται ξεσηκωμένες και επαναστατικά αντάρτικα σώματα ξεπηδούν από παντού ζητώντας ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό και την ένωση με την «Μητέρα Ελλάδα». Τα σώματα αυτά ενισχύονται διαρκώς από εθελοντές, λαϊκοί και κληρικοί, στρατιωτικοί, χωροφύλακες, φοιτητές, μέχρι παιδιά-μαθητές και γέροι τρέχουν να ποσφέρουν βοήθεια στους υπόδουλους αδελφούς τους. Εθελοντές και βοήθεια με την μορφή εράνων φθάνουν από την Κύπρο, από το εξωτερικό, από παντού! Ταυτόχρονα, μεγάλα συλλαλητήρια ξεσπούν στην Ελλάδα κι ο λαός απαιτεί να κηρύξει η Ελλάδα πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό της Ρωσσίας (έχει ήδη ξεσπάσει ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος). Και ενώ ξεκινάει η επιστράτευση, ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος τελειώνει και υπογραφεται ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας (1878). Ο Ελληνικός Στρατός τελικά βρίσκεται συγκεντρωμένος στη Λαμία, χωρίς να προλάβει να πάρει μέρος στον πόλεμο. Το ώφελος της Ελλάδας από αυτά τα γεγονότα ήταν να επιτύχει αμνηστία για τους αγωνιστές- επαναστάτες της Κρήτης, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και την αποστολή Χριστιανού Διοικητή στην Κρήτη, και κάποιες αόριστες υποσχέσεις για το μέλλον…
Ο οκτάχρονος – τότε – Παύλος Μελάς πολύ λίγα καταλαβαίνει από τα γεγονότα αυτά, ζει όμως μέσα σ” αυτή την ατμόσφαιρα κι ανυπομονεί να μεγαλώσει για να πολεμήσει κι αυτός. Κάποτε, ψάχνοντας να βρει τον πατέρα του, κατέβηκε στο υπόγειο του σπιτιού τους και με έκπληξή του αντίκρυσε ξύλινες κάσες γεμάτες με όπλα. Ο μικρός Παύλος διακατέχεται από έντονη επιθυμία να τα δει από κοντά, να τ” αγγίξει. Το ίδιο ξαφνιάστηκε και ο πατέρας του που τον βρήκε εκεί. Του εξήγησε ότι αυτά τα όπλα βρισκόταν εκεί για να συγκεντρωθούν και να σταλούν κρυφά στους επαναστάτες της Κρήτης και ότι δεν πρέπει να το συζητήσει με κανέναν αυτό και να το κρατήσει μυστικό. Κι ο μικρός Παύλος φυλάει γερά το μυστικό βαθιά στην καρδιά του αλλά το μυαλό του γυρίζει διαρκώς εκεί, στον αγώνα για την λευτεριά της πατρίδας.
Το 1881 ελευθερώνονται και προσαρτούνται στο Ελληνικό Κράτος η Θεσσαλία και η Άρτα, ενώ το 1885, σαν τελειόφοιτος του Γυμνασίου, ζει έντονα τα γεγονότα της προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε. Τα πατριωτικά του αισθήματα πληγώνονται και υποφέρει σε μεγάλο βαθμό. Σχεδιάζει να καταταγεί εθελοντής στο Στρατό ή να βγει «αντάρτης» στα ελληνο-τουρκικά σύνορα, να πολεμήσει, αλλά ένα σπάσιμο του ποδιού του τον κρατά τελικά καθηλωμένο στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά (1886), του δίνεται η ευκαιρία να δώσει εξετάσεις για την εισαγωγή του στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων (ΣΣΕ).
Η εισαγωγή του Παύλου Μελά στη Σχολή Ευελπίδων
Η συνειδητή αυτή επιλογή του συμφωνεί απόλυτα με τα ευγενή και υψηλά ανθρωπιστικά του αισθήματα αλλά και τους υψηλούς και ανιδιοτελείς εθνικούς του σκοπούς. Από τις σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο, τρεις μέρες πριν από τις εισιτήριες εξετάσεις στην ΣΣΕ (Αύγουστος 1886) διαβάζουμε:» … Επιλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου … Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και, όπως κάθε καλός στρατιώτης, θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι” αυτήν να αποθάνω. Καμιά δυσκολία δεν θα με σταματήσει … Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων. Προς το παρόν, άλλωστε, δεν θα υποστώ εις την Στρατιωτικήν Σχολήν, παρά πειθαρχίαν, ολίγον σκληράν, και μερικές στερήσεις …» 3.
Τον Σεπτέμβριο του 1886 ο Παύλος γίνεται δεκτός στην ΣΣΕ και ένα πρωινό του ιδίου μήνα, με ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης, αποχαιρετά του γονείς και διαβαίνει την πύλη της Σχολής, που εκείνη την εποχή στεγάζεται στον Πειραιά. Ταραγμένος νιώθει ακόμη την παράξενη συγκίνηση με την οποία, πριν να φύγει, είχε φιλήσει το χέρι των γονιών του και στ΄αυτιά του αντηχούν η βραχνη φωνή του πατέρα του που τον συμβουλεύει: «… υποταγή στο καθήκον… “Ετσι θα πάρωμε τα Γιάννενα…», και ο τρυφερός αποχαιρετισμός της μητέρας του: «…ο Θεός μαζί σου, γιέ μου …».
Από τις πρώτες κιόλας μέρες της εισόδου του στην ΣΣΕ, αναγκάζεται -όπως κι οι υπόλοιποι Ευέλπιδες- να προσαρμοστεί, τόσο στο πρόγραμμα όσο και στο πνεύμα της Σχολής. Η ζωή του αλλάζει από τα καθιερωμένα. Το ντύσιμό του, τώρα, είναι το γαλαζόμαυρο αμπέχωνο με τις κίτρινες επωμίδες, το μακρύ παντελόνι και το πηλήκιο της στολής. Το πρωινό εγερτήριο είναι στις 4:30 το πρωί το καλοκαίρι και στις 5 το πρωί τον χειμώνα. Μαθήματα, μελέτη, σκληρά γυμνάσια, κρύο φαγητό, μικρή ψυχαγωγία και σιωπητήριο στις 9.30 μ.μ. Ανάμεσα όμως σ΄αυτά, που αποτελούν το καθημερινό πρόγραμμα του εύελπι, υπάρχουν και τα καψόνια από τους ανωτέρους, που συχνά του φέρνουν δάκρυα στα μάτια, όχι από τον πόνο αλλά από την προσβολή και την οργή που νιώθει, γιατί δεν μπορεί ν΄αντιδράσει. Μόνο να τα εγκαταλείψει όλα μπορεί, αλλά δεν το κάνει, γιατί θα φανεί δειλός και άλλωστε μόνος του αποφάσισε να γίνει στρατιωτικός. Και σφίγγει τα δόντια και υπομένει και ξαφνικά γίνεται άντρας και μαθαίνει να ξεπερνά τις δυσκολίες και να επιμένει στο σκοπό του. Δε λείπουν επίσης και οι επιπλήξεις για τα σφάλματα συμπεριφοράς και οι ποινές – οι καμπάνες – για ό,τι προβλέπει ή και δεν προβλέπει ο κανονισμός. Κρατήσεις, στερήσεις εξόδου, φυλακίσεις και παρουσίαση στο Διοικητή την ώρα της αναφοράς κρίνονται αναγκαία, για να συνηθίσουν το νέο σ΄έναν αυστηρό και πειθαρχημένο τρόπο ζωής γιατί έτσι θα πρέπει να ζει στο εξής. Ευχάριστα διαλείμματα στην αυστηρά προγραμματισμένη ζωή του αποτελούν οι ολιγόωρες εξόδοι της Κυριακής και η άδεια, μια φορά το μήνα, με ή χωρίς διανυκτέρευση.
Στις αρχές Οκτωβρίου 1886 ορκίζεται πρωτοετής Εύελπις.
Η επιστολή που στέλνει στον πατέρα του, μετά την ορκωμοσία του, αντανακλά έντονα τις ιδέες και τα συναισθήματα που κατακλύζουν τον νεαρό Εύελπη, τις μελλοντικές προσδοκίες και τα όνειρά του, αλλά και της αίσθησης της ευθύνης που αναλαμβάνει, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Γράφει λοιπόν:» … Σεβαστέ μου πατέρα … Προχθές το πρωί έδωσα τον νενομισμένον όρκον … Σας βεβαιώ ότι ορκίσθην έχων πλήρη συναίσθησιν των υπό του όρκου επιβαλλομένων καθηκόντων, σταθεράν δεν απόφαση να τα εκτελέσω. Διά τούτο και εκ βάθους καρδίας ωρκίσθην υπακοήν εις τους νόμους της Πατρίδος, σέβας, πίστιν και αφοσίωσιν εις τον Βασιλέα μου, και ότι θέλω υπερασπίσει μέχρι τελευταίας πνοής την σημαίαν και την Πατρίδαν … Πριν τελειώσω την επιστολή μου σας παρακαλώ, Σεβαστέ μου πατέρα, να μ” ευχηθείτε όπως ο Θεός με βοηθήσει να τηρήσω εντίμως τον όρκον μου, μέχρι τελευταίας στιγμής της ζωής μου …» 4.
Με αγωνία περιμένει τον Παύλο η μητέρα του σε κάθε άδειά του κι ενώ τον περιποιείται, προσπαθεί με τρόπο να καταλάβει πώς περνά. Αλλά και ο Παύλος νιώθει μισή τη χαρά της άδειας, αν δεν κατορθώσει να περάσει κάποια ώρα το απόγευμα με τον πατέρα του συζητώντας μακριά από τους άλλους για τα όσα συμβαίνουν γύρω τους. Αλληλογραφεί συχνά με την οικογένειά του και ιδίως με τη μητέρα του και κυρίως, όταν για κάποια απειθαρχία του, χάνει την άδειά του.
Και φθάνει ο πέμπτος και τελευταίος χρόνος. Και ο Παύλος, αφού μαθαίνει τα αποτελέσματα των εξετάσεων, σβήνει με το μολύβι την τελευταία ημέρα στο ημερολόγιό του, ενώ ταυτόχρονα περνούν από μπροστά του τα όσα πέρασε στα πέντε χρόνια των σπουδών του, πού όμως δεν θα ήθελε να ξαναζήσει, έστω και αν τα θυμάται με αγάπη.
Η αποφοίτησή του από την ΣΣΕ και ο γάμος του με την Ναταλία Δραγούμη
Τον Αύγουστο του 1891 και μετά από 5ετή φοίτηση στην ΣΣΕ, ο Παύλος Μελάς αποφοίτησε σαν Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού (ΠΒ). Για τρεις μήνες όμως υπηρετεί σαν απλός στρατιώτης στην αρχή και ως υπαξιωματικός στη συνέχεια, στους στάβλους και στους θαλάμους του Α” Συντάγματος Πυροβολικού.
Για να διοικήσεις αργότερα σωστά, πρέπει να γνωρίζεις και συ αλλά και ο τελευταίος στρατιώτης σου ότι είσαι ικανός για όλα (να περιποιείσαι τα άλογα, να κοιμάσαι σε σανίδες κ.λ.π.). Και κάθε μέρα με τον ίδιο ενθουσιασμό κάνει πρωί και απόγευμα την υπηρεσία του: γυμνάσια, επιθεώρηση, εκπαίδευση ανδρών, θεωρία, βολή. Τους άνδρες του τους γνωρίζει καλά έναν-έναν, τους αγαπάει. Κι αυτοί τον εμπιστεύονται, του φανερώνουν τις στενοχώριες τους, τις σκέψεις τους και τον αποκαλούν πατέρα. Και είναι ακόμη τόσο νέος και είναι η αρχή!
Το ίδιο καλοκαίρι του 1891 που τελειώνει τη Σχολή, γνωρίζει και τη Ναταλία Δραγούμη, που την παντρεύεται τον επόμενο χρόνο, τον Οκτώβριο του 1892. Είναι σε ηλικία 22 μόλις χρονών. Πεθερός του είναι ο Στέφανος Δραγούμης, που ασχολείται με την πολιτική, αλλά και με αρχαιολογικές και γλωσσολογικές μελέτες. Αδερφός της Ναταλίας είναι ο Ίωνας Δραγούμης. Η οικογένεια Δραγούμη κατάγεται απο το Βογατσικό της Μακεδονίας και είναι ένθερμοι πατριώτες, περήφανοι για την καταγωγή τους. Ο γάμος του αυτός, με την Ναταλία, υπήρξε καθοριστικός για τον Παύλο, τόσο για την αποκρυστάλλωση των πατριωτικών του αισθημάτων και πεποιθήσεων προς την Μακεδονία, όσο και για την μετέπειπα σύντομη ζωή του.
Αυτό ομολογεί κι ο ίδιος σε επιστολή του που σώζεται προς τη σύζυγό του, στα οποία μεταξύ άλλων της γράφει: » … τα πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, αλλ” ιδίως ηθικού, τα οποία συνάντησα εις την αγαπητήν, την αγία σου οικογένεια μ” εβοήθησαν …»5.
Ο Παύλος συμφωνεί απόλυτα με τη γυναίκα του στις ιδέες, γιατί έχουν υποστεί και οι δύο τον ίδιο τρόπο της πατριαρχικής ανατροφής με τα πολλά και χαρούμενα αδέλφια. Η νέα οικογένεια του Παύλου δεν τον ξεχωρίζει από τα παιδιά της και τα αδέλφια της γυναίκας του λατρεύουν αυτόν τον ψηλό αξιωματικό, το γλυκομίλητο, με το ωραίο πρόσωπο και το λιγερό παράστημα και που στα μάτια τους φαντάζει σαν Εκτορας ή Μάρκος Μπότσαρης ή Αθανάσιος Διάκος. Και η ζωή του κυλά ήρεμα και όμορφα ανάμεσα στην καθημερινή του υπηρεσία στο στρατώνα, στο σπίτι του, στις εκδρομές, στους χορούς και στις συναναστροφές.
Στα μέσα του 1894 γεννιέται το πρώτο του παιδί, ο Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη.
Τη χαρά όμως που νιώθει από τη γέννηση και το μεγάλωμά του γιου του, του τη μειώνει η γενική κατάσταση της πατρίδας του, που δεν είναι καθόλου ικανοποιητική. Η Μακεδονία υπονομεύεται από τη Βουλγαρία, η Κρήτη σιγοβράζει επικίνδυνα κάτω πάλι από Τούρκο επίτροπο, η Κρητική επανάσταση του 1889 μένει αβοήθητη από τον Ελληνικό Στρατό και η οικονομία της χώρας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Οταν όμως το 1895 με έξοδα του ηπειρώτη Αβέρωφ αρχίζει να γίνεται το Παναθηναϊκό Στάδιο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες που θα γίνονταν το 1896 στην Αθήνα, ο ελληνισμός για λίγο ανασαίνει. Κι όταν ο Μαρουσιώτης Σπύρος Λούης, ανάμεσα σε τόσους ξένους αθλητές έρχεται πρώτος στο Μαραθώνιο δρόμο, ο ελληνισμός μεθάει από τη νίκη και καμαρώνει ξεχνώντας για λίγο τα προβλήματά του!
Το Μαΐο του 1896 ξεσπά καινούρια επανάσταση στην Κρήτη και η αδράνεια του Ελληνικού Στόλου ενοχλεί και στενοχωρεί τον Παύλο, που με τη Χαρτογραφική Υπηρεσία του Στρατού βρίσκεται εκείνη την εποχή στους Μύλους του “Αργους. Στα τέλη του Αυγούστου 1896, η Τουρκία φοβισμένη από τη διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων για τις σφαγές των Αρμενίων στην Κων/πολη, παραχωρεί στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας και οι Κρήτες ησυχάζουν. Οταν όμως στο τέλος του Οκτωβρίου 1896 δεν εφαρμόζεται σωστά ο νέος οργανισμός, αρχίζουν καινούριες ταραχές. Η Κρήτη ξεσηκώνεται και στις 25 Ιανουαρίου 1897 η επαναστατική κυβέρνηση κηρύσσει στη Χαλέπα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η συμπαράσταση τότε του ελληνικού στόλου είναι άμεση και κατεβαίνει στην Κρήτη, για να εμποδίσει την απόβαση τουρκικού στρατού στις ακτές του νησιού. Ο Παύλος που τον απασχολούν ιδιαίτερα τα εθνικά θέματα, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τα γεγονότα της Κρήτης, ενώ ταυτόχρονα ανησυχεί πολύ για τη Μακεδονία, που υποφέρει και από τους Τούρκους και από τους Βουλγάρους. Η ίδρυση της Εθνικής Εταιρείας – 12 Νοεμβρίου 1894 – της μυστικής δηλαδή οργάνωσης – που έχει σαν σκοπό της να βοηθήσει στην επίλυση των εθνικών προβλημάτων με τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και την ηθική της ανύψωση, τον ανακουφίζει και τον κάνει να ελπίζει για το καλύτερο.
Το «βάπτισμα του πυρός» του Ανθυπολοχαγού (ΠΒ) Παύλου Μελά και η συμμετοχή του στον «άτυχο» πόλεμο του 1897
Ο Παύλος υπηρετεί ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου του 1897 διατάσσεται να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας αναχωρεί στρατός, για να καταλάβει την Κρήτη.

Απογοητευμένος γιατί η δική του μονάδα δε μετέχει σ΄αυτή την επιχείρηση, επιστρέφει στο σπίτι του και ενημερώνει τους δικούς του. Και παρά την πίκρα του, παίρνοντας μέρος στη γενική χαρά γράφει στο σημειωματάριό του «…με κόπο συγκρατω τά δάκρυά μου… Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος… δέν έζησα παρά μέ αυτήν καί δι΄αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή…».

 

Στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ο Παύλος κατευοδώνει μια στρατιωτική φάλαγγα, μαθαίνει με χαρά ότι η πεδινή πυροβολαρχία του πρίγκιπα Νικολάου στην οποία υπηρετεί, διατάσσεται ν΄αναχωρήσει το γρηγορότερο για τη Λάρισα. Πετώντας σχεδόν επιστρέφει στο στρατώνα του για να καταλήξει σπίτι του και να παίξει με το γιο του. Πρώτη φορά δεν αισθάνεται λύπη που θα αφήσει τους δικούς του. Μετά τρεις ημέρες επιβιβαζόμενοι σε πλοία στον Πειραιά αναχωρούν και μέσω Χαλκίδας φθάνουν στο Βόλο, απ΄όπου σιδηροδρομικώς καταλήγουν στη Λάρισα, όπου η υποδοχή που τους γίνεται αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. «… Είμαι ευτυχής μόνον μέ τήν ιδέαν ότι είμεθα εδώ διά νά υπερασπίσωμεν την πατρίδα…» γράφει στη γυναίκα του περιμένοντας την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, «… από στιγμής εις στιγμήν αναμένομεν να φύγωμεν. Ο Θεός να δώση…».
Στις 5 Απριλίου 1897 αρχίζουν οι εχθροπραξίες. Το τηλεγράφημα του Παύλου που φθάνει στην Αθήνα φανερώνει τον ενθουσιασμό του για το ξεκίνημα του πολέμου «… Ευχηθητε υπέρ πατρίδος μόνον. Ασπάζομαι πάντας. Εύχομαι Μίκης αισθανθή ποτε καί αυτός χαράν μου…»
Ενθουσιασμένος κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, πολύ σύντομα και σε λίγες μόνο μέρες γίνεται αφάνταστα πικραμένος, λόγω της τροπής που πήρε για την Ελλάδα ο πόλεμος εκείνος. Μέσα από τα επόμενα γράμματά προς τη γυναίκα του, γραμμένα τα περισσότερα βιαστικά με μολύβι, περνούν τα δυσάρεστα γεγονότα αλλά και τα όσα νιώθει ο ίδιος αυτές τις τριάντα (30) οδυνηρές ημέρες του 1897. Ετσι ο αρχικός του ενθουσιασμός : «… εις ολίγα λεπτά φεύγομεν διά το Μπουγάζι (αριστερά του Τυρνάβου)… Περιττόν να σου ειπω τήν χαράν, την ευτυχία μου….», μετατρέπεται γρήγορα σε απογοήτευση: «… Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν την συλλογίζωμαι … 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πώς έρχονται οι Τούρκοι…». Ύστερα, και πάλι σε καινούρια ελπίδα με τη διαταγή του Διαδόχου : «… ότι θέλομεν υπερασπισθή το έδαφος του Δομοκου …», για να καταλήξει σε λίγο πάλι σε απόγνωση και απελπισία : «.. ήρχισεν η νυκτερινή αυτή υποχώρησις. Φοβερωτέρας ώρας ουδέποτε διηλθον…». Σε άλλο του γράμμα πάλι, καταλήγει: «… Σκέπτομαι αδιάκοπα τα αγαπημένα μου πρόσωπα και παρακαλώ τον Θεόν να μου επιτρέψει να τα ξαναδώ, μόνον αφού σβύσωμεν την φιβεράν ατιμίαν του δυστυχισμένου τόπου μας …» 6.
Τέλος, το τηλεγράφημα του πατέρα του, που έρχεται από την Αθήνα με τα λόγια: «… Απεφασίσθη ανακωχή…» (6η Μαΐου 1897), είναι για τον Παύλο ο ταπεινωτικός επίλογος μιας εκστρατείας, από την οποία περίμενε πολλά!
Κουρασμένος τότε περισσότερο ψυχικά – «… κατόπιν της εκ Δομοκού γενναίας φυγής μας …» – παρά σωματικά, αρρωσταίνει με υψηλό πυρετό. Ανήσυχος ο γιατρός του Συντάγματος τον στέλνει στη Λαμία, όπου στο πλωτό νοσοκομείο «Θεσσαλία» συναντά τη γυναίκα του Ναταλία, η οποία υπηρετεί εκεί ως νοσοκόμος. Τρομαγμένη αντικρίζει τον αδύνατο και εξαντλημένο άνδρα της και σιωπηλή και ξάγρυπνη κάθεται όλη τη νύκτα στο πλάι του, ενώ εκείνος παραδέρνει σε ύπνο ταραγμένο. Φθάνοντας στη συνέχεια στην Αθήνα βρίσκει παρηγοριά στην οικογενειακή θαλπωρή. Δεν μένει όμως πολύ. Σε μία εβδομάδα ζητάει να μετατεθεί στη Λαμία, στις προφυλακές. Κι ενώ υπηρετεί χωρίς απρόοπτα στην πυροβολαρχία του, ένα μήνυμα για την αρρώστια του πατέρα του τον ταράζει. Κατεβαίνει αμέσως στην Αθήνα και τον προλαβαίνει ζωντανό. Σε δυο όμως ημέρες, ο πατέρας του πεθαίνει. Ο θάνατος αυτός, που τον συγκλονίζει, είναι γι΄αυτόν το συμπλήρωμα της εθνικής καταστροφής!
Μετά το θάνατο του πατέρα του ξαναγυρίζει απαρηγόρητος στη Λαμία. Η συγκατοίκησή του με δύο αγαπητούς του συναδέλφους μετριάζει τη βαθιά του λύπη. Χωρίς αυτούς θα είχε παραιτηθεί και θα είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Τότε μάλιστα περνά την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του. “Οπως ομολογεί και ο ίδιος «… πότε ειμαι ευχαριστημένος … διότι ελπίζω να διορθωθη αυτή η κατάστασις πότε πάλιν αηδιάζω και απογοητεύομαι καί δέν θέλω ν΄ακούω και να σκέπτωμαι τίποτε …». Παντού όμως και πάντα θυμάται τον πατέρα του, που κοντά του «… ελησμονούσα όλας τάς στεναχωρίας μου …».
Κι ενώ τον πνίγει η μονοτονία της Λαμίας, στις 5 Μαΐου 1898 (έναν χρόνο μετά την ανακωχή του 1897) αρχίζει η εκκένωση του θεσσαλικού κάμπου από τους Τούρκους. Ο Παύλος, έφιππος, επισκέπτεται το χώρο που μόλις έχουν εγκαταλείψει οι Τούρκοι και μεταξύ άλλων γράφει σθγκινημένος στους δικούς του. «… ειναι αδύνατον να σας ειπώ τι αισθάνεται ένας άνθρωπος, όταν επαναβλέπει μέρη και πράγματα παρά τα οποία ησθάνθη συγκινήσεις διά βίου αλησμονήτους …» .
Η 1η αποστολή του Παύλου Μελά στην Μακεδονία
Όπως ήδη αναφέραμε παραπάνω, η πρώτη αποστολή του Παύλου Μελά στην Μακεδονία, ήταν σαν μέλος μιας τετραμελούς ομάδας Αξιωματικών και έγινε με Κυβερνητική εντολή. Οι άδειες που τους δόθηκαν από το Υπουργείο Στρατιωτικών αφορούν τις μετακινήσεις τους μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους (αντικειμενικός στόχος τους είναι η περιοχή μεταξύ Μοναστηρίου και Καστοριάς όπου δραστηροποιούνται κύρια οι Βούλγαροι κομιτατζήδες), και τα διαβατήριά τους εκδόθηκαν με ψευδώνυμα. Το ψευδώνυμο που διάλεξε ο Παύλος είναι ΜΙΚΗΣ ΖΕΖΑΣ.
Μίκης, από το όνομα του γιου του Μιχαήλ, που φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη και Ζέζας, από το όνομα της κόρης του Ζωής, που φωνάζουν χαϊδευτικά Ζέζα!
Ο Παύλος ετοιμάζεται με ιδιαίτερη χαρά να εκτελέσει αυτή την αποστολή. Όπως γράφει στο σημειωματάριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 1904, «… Σήμερον επί τέλους εκπληρούται ο πόθος μου…». Πριν αναχωρήσει, επισκέπτεται τον τάφο του πατέρα του, που λάτρευε τη Μακεδονία και θυμάται ότι πάνω στο φέρετρό του είχε ορκισθεί και να πεθάνει αν χρειαστεί, γι΄αυτήν. Επιστρέφει στη συνέχεια ήρεμος στο σπίτι του, περνά μερικές ώρες με τους δικούς του κι ενώ τους αποχαιρετά με τα λόγια «Ζήτω η Μακεδονία», ξεκινά συγκινημένος για την επικίνδυνη αποστολή του.
Φθάνοντας στον προορισμό του, μετά από ταξίδι μερικών ημερών, αρχίζει το έργο του. Ενημερώνεται, ζει σε άθλιες συνθήκες, συμπάσχει, παρηγορεί και εμψυχώνει τους τυραννισμένους Έλληνες από χωριό σε χωριό. Συνεχίζει απτόητος και ακούραστος την εκτέλεση της αποστολής του μέχρις ότου κρυπτογραφική επιστολή του “Ιωνα Δραγούμη τον πληροφορεί για την πρόθεση της Αθήνας, ότι «… Η τουρκική πρεσβεία, μαθούσα την παρουσίαν των κ.κ. Μελά και Κοντούλη εις τα πέριξ της Καστορίας, προέβη εις παραστάσεις. Οπως διασκεδασθώσιν αι υποψίαι των Τούρκων εκρίναμεν αναγκαίον νά επιστρέψη προσωρινώς ο κ. Μελάς τουλάχιστον…».
Ο Παύλος αντιδρά βίαια, αρνείται να υπακούσει. Μάταια ένα ημερονύκτιο ο Κοντούλης προσπαθεί να τον μεταπείσει. Μόνον όταν του θυμίζει ότι σαν Αξιωματικός έχει ορκισθεί υπακοή και του τονίζει ότι εξαιτίας του ίσως και να αποτύχει ολόκληρη η αποστολή τους, πείθεται με βαριά καρδιά, να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Στις 29 Μαρτίου 1904, Δευτέρα του Πάσχα, ο Παύλος ξαναβρίσκεται επιτέλους με την οικογένειά του στην Αθήνα.
Ο θάνατος του Παύλου Μελά και η σημασία του για τον αγώνα στην Μακεδονία
Ακαταπόνητος συνεχίζει τον αγώνα του και με αγωνία περιμένει όπλα από τις αθηναϊκές πατριωτικές οργανώσεις, για να εξοπλίσει όλα τα χωριά της περιοχής του. Στο μεταξύ, με όσα διαθέτει και παρά τις εναντίον του βουλγαρικές απειλές, οργανώνει την άμυνα τεσσάρων χωριών και προειδοποιεί ότι θα κάψει τα σπίτια εκείνων που θα συμπράξουν με τους βούλγαρους κομιτατζήδες.
Παράλληλα, εξακολουθώντας να εμπιστεύεται στα γράμματά του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σημειώνει. «… Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ αλλ΄ ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον. Και εδώ έχω τας ικανοποιήσεις μου και εκεί την ευτυχίαν μου. Αλλ΄εδώ με κρατεί επί πλέον το καθήκον και πρό πάντων αι υποχρεώσεις ας ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θα κατορθώσω τίποτε; ΄Η θα χανδακώσω την ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω και πότε ενθουσιώ…».
Στο μεταξύ το σώμα του ενισχύεται και με ντόπιους και φθάνει τώρα τα 50 άτομα και έτσι οι χωρικοί νιώθουν πιο ασφαλείς γνωρίζοντας την παρουσία του. Κι ενώ βαδίζει για να συναντηθεί με άλλο σώμα Ελλήνων ανταρτών, για να συναποφασίσουν γενικότερη κατά των βουλγαρικών συμμοριών επίθεση, σταματά στο χωριό Στάτιστα, (ή και Σιάτιστα) για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Στις αντιρρήσεις που εκφράζει για αυτή τη στάση τους ο φίλος και υπαρχηγός του Νίκος Πύρζας, επειδή στο χωριό κατά τις πληροφορίες τους υπάρχει τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, ο Παύλος απαντά: «… Ειναι αμαρτία, τά παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα ας μείνωμεν εις το χωριό νά στεγνώσουν ολίγον …».
Αυτή η απόφαση του θα είναι τελικά γι΄αυτόν μοιραία, γιατί οι Τούρκοι ειδοποιημένοι και οδηγημένοι από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο για την εκεί παρουσία τους, επιτίθενται και κατά τη συμπλοκή ο Παύλος τραματίζεται σοβαρά, «… στη μέση με πήρε, παιδιά …». Κι ενώ οι άντρες του τρέχουν να τον βοηθήσουν μπαίνει μόνος του στο σπίτι, κάθεται και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα του λέει: «… Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να τους πης ότι το καθήκον μου έκαμα …».
Στη συνέχεια βγάζει το πορτοφόλι του με τις φωτογραφίες των παιδιών του κι επειδή αρχίζει να πονά, παρακαλεί να τον σκοτώσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό στα χέρια των Τούρκων. Ολοι γύρω του λυπημένοι και ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούν τις τελευταίες στιγμές του παλικαριού που ψιθυρίζει πότε «… πονώ!», πότε «… σκοτώστε με!» και πότε τα ονόματα των παιδιών του «… Μίκη, Ζωή!». Και αφού με δυνατούς πόνους παιδεύεται μισή περίπου ώρα, με τη λέξη «… πονώ!» αφήνει την τελευταία του πνοή επάνω στη διψασμένη για αίμα ηρώων Ελληνική γη..
Η τραγική είδηση φθάνει στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα με τηλεγράφημα του Προξένου του Μοναστηρίου που αναφέρει τα εξής : «… Παρελθούσαν Τετάρτην, 13 τρέχοντος (Οκτωβρίου) ημετέρων ευρεθέντων εν χωρίω Στάτιστα και περί ώραν 5 μ.μ. ήρξατο πυρός κατά των ημετέρων. Ημέτεροι απήντησαν γενναίως, μετά δίωρον δε ανταλλαγήν πυροβολισμών, απεφάσισαν επιχειρήσωσιν έξοδον. Παύλος Μελάς ώρμησε πρώτος επί κεφαλής αυτών, οπότε σφαίρα τουρκική πλήξασα αυτόν κατά την οσφυακήν χώραν, ετραυμάτισε θανασίμως. Σύντροφοί του τον… εναπέθεσαν παρακειμένω οικίσκω, ένθα, μετά ημίσειαν ώραν, διαρκούσης πάντοτε συμπλοκής, εθνικός ήρως ησύχασε …» !
Ο θάνατός του αιφνιδιάζει και θλίβει τους Μακεδόνες, γιατί σ΄αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες για τη σωτηρία τους. Και μολονότι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, αρχίζει η δυσάρεστη διαδικασία του ενταφιασμού. Από γράμμα που στέλνει ο ελληνοδιδάσκαλος και υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου Βασίλειος Αγοραστός στον “Ιωνα Δραγούμη, γυναικάδελφο του Παύλου, έχουμε τις λεπτομέρειες του ενταφιασμού. Σύμφωνα με αυτές, ο ίδιος ο Αγοραστός εκτελώντας εντολή του προξενείου φθάνει στο Πισοδέρι, για να μεριμνήσει για την ταφή του ήρωα. Επειδή εκεί πληροφορείται ότι οι κάτοικοι της Στάτιστας τον έχουν ήδη ενταφιάσει σε ασφαλές μέρος, προχωρεί στο Ζέλοβο απ΄όπου στέλνει άνδρα του σώματος του Παύλου μεταμφιεσμένο στη Στάτιτσα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του γενναίου αρχηγού του.
Κι ενώ έχει αρχίσει η εκταφή του νεκρού, αναγγέλλεται ότι ισχυρό τουρκικό απόσπασμα κατευθύνεται στο χωριό. Για ν΄αποφύγουν τότε την αυτόφωρη σύλληψη, κόβουν την κεφαλή του παλικαριού και θάβουν ξανά το σώμα του. Και τη στιγμή που ο Τούρκος αποσπασματάρχης έχει συγκαλέσει τους χωρικούς στην πλατεία και με απειλές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, τους ζητά τον τόπο της ταφής, ο απεσταλμένος κατορθώνει να διαφύγει έχοντας στο σακίδιό του το κεφάλι του άτυχου αρχηγού του και να φθάσει στο Ζέλοβο. Εκεί ως πιο κατάλληλο για την ταφή του επιλέγουν το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής στο Πισοδέρι, όπου και ενταφιάζεται στον προ της Ωραίας Πύλης χώρο στις 18 Οκτωβρίου 1904.



http://computer.gr/melas/  
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ


ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



ἐπισταμένους πρὸς εἰδότας ὅτι δίκαια μὲν ἐν τῷ
ἀνθρωπείῳ λόγῳ ἀπὸ τῆς ἴσης ἀνάγκης κρίνεται, δυνατὰ δὲ
ο
ἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν. –

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi9AYAjQboFh1_5M3bFMvoiwdv6qY5bDyiuBuwvPV3Yjtp1ZG3BAXNnY5CWdpxeWu7FvNRIyWEpe_RHBqBZHx93XDCYKW4LJe3j_4jgmwduvaKGVqaTsCSNu7bWjJSewd6rxVoBPh5kloo/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters