Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2021

Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ


Του 
Αθανασίου Μπαντέ

Αριστοτέλης: «Ηθικά Ευδήμια», βιβλίο έβδομο, μετάφραση Βασίλειος Μπετσάκος, εκδόσεις, ΖΗΤΡΟΣ, Θεσσαλονίκη 2018.

Συνεχίζοντας τη διερεύνηση του ζητήματος της φιλίας ο Αριστοτέλης διερωτάται: «Άραγε πρέπει να εξυπηρετούμε και να βοηθούμε μόνο τον ενάρετο ή μήπως όποιον μα ανταποδίδει –ή έστω μπορεί να μας ανταποδώσει κάτι αντίστοιχο;» (1244a 2-4).

Και το ερώτημα θα γίνει σαφέστερο: «Πρόκειται, βέβαια, για το ίδιο πρόβλημα με το εξής: το καλό του φίλου μας πρέπει να πράττουμε ή το καλό του ενάρετου ανθρώπου;» (1244a 4-6).

Το δίλημμα αν πρέπει να βοηθάει κανείς εκείνον που μπορεί να του φανεί χρήσιμος με μια μελλοντική ανταπόδοση της ευεργεσίας ή τον ενάρετο, που ενδεχομένως αδυνατεί να ανταποδώσει, δίνει την εντύπωση ότι επαναφέρεται το ζήτημα του κατά πόσο οι προτεραιότητες πρέπει να διαμορφώνονται με βάση την ωφέλεια ή την αρετή. Εν τέλει, τίθεται θέμα συμπεριφοράς. Ο προβληματισμός έχει να κάνει με τη συμπεριφορά που πρέπει να κρατηθεί απέναντι στους ανθρώπους θεωρώντας δεδομένη τη συναναστροφή μαζί τους.

Γι’ αυτό και η διευκρίνιση: «Και αν μεν ο φίλος μας είναι και ένας ενάρετος άνθρωπος, δεν υπάρχει θέμα, παρά μόνο αν κανείς υπερτιμήσει τη φιλία και υποτιμήσει την αρετή του άλλου» (1244a 6-8).Ζ

Το δεδομένο ότι ο φίλος κατέχει την αρετή (αν βέβαια δεν υπάρξει η πλάνη της υπερεκτίμησής του) διευκολύνει τα πράγματα, αφού σε μια τέτοια περίπτωση η βοήθεια κρίνεται ανεπιφύλακτη: «Αν, όμως, ο φίλος δεν είναι ενάρετος, αναφύονται πολλά προβλήματα» (1244a 9).

Η αναγνώριση ότι τα προβλήματα ξεκινούν με την προϋπόθεση της έλλειψης της αρετής καθιστά σαφές ότι, εν τέλει, δεν τίθεται θέμα προτεραιοτήτων, αφού η επίγνωση της αρετής διαλύει όλες τις αμφιβολίες καθιστώντας τη βοήθεια αναντίρρητη. Μονάχα η φιλία της χρησιμότητας γεννά αμφιβολίες, οι οποίες σχετίζονται με το μέγεθος της ωφέλειας που μπορεί να εισπραχθεί σε σχέση με τη βοήθεια που ζητείται. Σε τελική ανάλυση, η βοήθεια στο φίλο της χρησιμότητας δε θα μπορούσε παρά να είναι εξίσου χρησιμοθηρική, αφού η ωφέλεια τίθεται ως μοναδικό μέτρο αυτών των σχέσεων.

Το βέβαιο είναι ότι όπως δεν πρέπει κανείς ανεπιφύλακτα να προσφέρει μια τέτοια βοήθεια, έτσι δεν πρέπει και να την αρνείται. Η φιλία αυτού του είδους μπορεί να κρίνεται κατώτερη, αλλά δεν παύει να έχει τη δική της αξία.

Εξάλλου ισχύει και το εξής: «… τα έργα δεν πρέπει να αποδίδονται όλα στον πατέρα· υπάρχουν και αυτά που δικαιούται κι η μητέρα, κι ας είναι ανώτερος ο πατέρας. Και στον Δία ακόμα υπάρχουν θυσίες που δεν του τις προσφέρουμε, και τις τιμές δεν τις αποδίδουμε όλες σ’ αυτόν αλλά συγκεκριμένες» (1244a 16-18).

 Με άλλα λόγια, όπως η μητέρα, αν και κατώτερη, δικαιούται τις δικές της τιμές, έτσι και ο χρήσιμος, αν και κατώτερος του ενάρετου, δικαιούται επίσης τη δική του προσοχή: «Έτσι, λοιπόν, άλλα είναι που αρμόζουν στο φίλο μας το χρήσιμο και άλλα σ’ έναν άνθρωπο ενάρετο» (1244a 19-20). Η τελική συμπεριφορά διαμορφώνεται με βάση τις αξίες του αναλογικού δικαίου, όπου ο καθένας αξίζει την προσοχή με βάση την αξία του.

Με τον ίδιο τρόπο όμως θα μπορούσε να ισχύει και το αντίστροφο: «Έστω, για παράδειγμα, ότι κάποιος μας δίνει ψωμί και ό,τι χρειαζόμαστε· δε σημαίνει ότι πρέπει να συζήσουμε και μαζί του. Ούτε και με αυτόν που μοιραζόμαστε τη συμβίωση, πρέπει οπωσδήποτε να του ανταποδίδουμε πράγματα που δε μας δίνει αυτός αλλά κάποιος άλλος χρήσιμος» (1244a 20-22).

Το τελικό συμπέρασμα που επιβεβαιώνει ότι πρέπει να αποδίδεται στον καθένα αυτό που πράγματι αξίζει, όσο κι αν δεν αποκλείει τη χρησιμότητα, είναι αδύνατο να αποκρύψει την προτεραιότητα που δίνεται στην αρετή. Στην ουσία ο προβληματισμός για το ζήτημα της βοήθειας του φίλου αποτελεί προέκταση του δεδομένου των διαφόρων ειδών φιλίας που υπάρχουν.

Αποδεχόμενοι ότι υπάρχουν πολλές φιλίες είναι λογικό να υπάρχουν και πολλές εκδοχές βοήθειας προς το φίλο, ανάλογα το είδος της φιλίας που εκφράζεται: «Και όλα όσα λέγονται περί φιλίας και οι ορισμοί που της αποδίδονται, τη φιλία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αφορούν, πλην όμως όχι την ίδια φιλία. Το “να θέλεις το καλό του φίλου” λέγεται και για τον χρήσιμο και για τον άνθρωπο που μας κάνει το καλό και για εκείνον που είναι αυτό που είναι (δεν το διευκρινίζει ο συγκεκριμένος ορισμός, σε ποιον ακριβώς αναφέρεται)» (1244a 24-28).

Κι όχι μόνο αυτό: «Ακόμα, μπορεί για τον ένα να ποθούμε να έχει ζωή, για τον άλλο να ποθούμε τη ζωή μαζί του· με τον ένα να μοιραζόμαστε την ηδονή, με άλλον τις χαρές και τις λύπες στη ζωή. Όλοι αυτοί οι ορισμοί στη φιλία αναφέρονται, αλλά για την ακρίβεια σε κάποια συγκεκριμένη μορφή της ο καθένας· και δεν υπάρχει ένας ορισμός για μία φιλία» (1244a 29-32).

Όπως δεν υπάρχει ένας ορισμός για τη φιλία, έτσι δεν μπορούν να υπάρξουν τα ίδια μέτρα για όλες τις περιπτώσεις. Ο τρόπος που πρέπει να συμπεριφερθεί κανείς είναι ανάλογος με το είδος της φιλίας που απευθύνεται. Ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Πολλοί είναι οι ορισμοί, και ο καθένας –έτσι το βλέπουμε– καλύπτει μια πλευρά της. Αλλά αυτό δεν ισχύει» (1244a 32-33).

Η τελευταία προσθήκη («αλλά αυτό δεν ισχύει») δεν προτίθεται να αναιρέσει όλα τα παραπάνω διαψεύδοντας τις πεποιθήσεις των περισσότερων ανθρώπων (εξάλλου, αυτό θα αναιρούσε και την αριστοτελική αντίληψη των πολλών εκδοχών της φιλίας), αλλά να καταστήσει σαφές ότι, όσο κι αν υπάρχουν διαφορετικά είδη φιλίας, δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως φιλίες όλες οι ανθρώπινες σχέσεις. Το ότι μπορεί κανείς να επιθυμεί το καλό για κάποιον δε σημαίνει ότι υπάρχει κατ’ ανάγκη φιλία (οποιασδήποτε μορφής) ανάμεσά τους, ακόμη κι αν το ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο κρίνεται απολύτως ειλικρινές.

Ως απόδειξη αυτού ο Αριστοτέλης θα επικαλεστεί τις σχέσεις του ευεργέτη με τον ευεργετούμενο: «Για παράδειγμα ο ορισμός: φιλία είναι να θέλεις να υπάρχει ο άλλος. Και ο φίλος που είναι ανώτερος και ευεργέτης του άλλου, επίσης θέλει να υπάρχει το έργο του· το ίδιο όμως συμβαίνει και αντίστροφα: και για αυτόν που μας ευεργέτησε θέλουμε την ύπαρξη και του το ανταποδίδουμε, αλλά δε φτάνουμε και στο να επιθυμούμε τη συμβίωση μαζί του, όπως το επιθυμούμε για όποιον μας είναι ηδύς» (1244a 33-37).

Το ότι δεν υπάρχει επιθυμία συμβίωσης δεν αναιρεί τη φιλία, αφού και η φιλία της χρησιμότητας δε συνοδεύεται από την επιθυμία της συμβίωσης. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν παράλογο να οριστεί ως φίλος μονάχα εκείνος που επιθυμούμε τη συμβίωση. Αυτή η φιλία είναι σπάνια και αφορά μονάχα την αρετή.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, όλοι αυτοί οι προβληματισμοί (ασχέτως αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί μαζί τους) δεν μπορούν παρά να ενταχθούν στο ευρύτερο πλαίσιο της διερεύνησης της ανθρώπινης αυτάρκειας. Κι αυτό ακριβώς είναι το πεδίο που θέλει να στρέψει την έρευνα ο Αριστοτέλης: «Τώρα είναι η ώρα να εξετάσουμε τη σχέση αυτάρκειας και φιλίας, και να δούμε πώς συσχετίζεται η λειτουργικότητα της μιας με τη λειτουργικότητα της άλλης» (1244b 1-2).

Στο πλαίσιο αυτής της διερεύνησης θα ξεκινήσει νέος κύκλος ερωτημάτων: «Έστω ότι ένας άνθρωπος είναι απόλυτα αυτάρκης· θα έχει φίλους; Ή μήπως η φιλία προϋποθέτει μιαν έλλειψη, και ο αυτάρκης δεν έχει ανάγκη από φίλους; Μήπως ο άνθρωπος ο αγαθός είναι απόλυτα αυτάρκης; Μήπως ο άνθρωπος της αρετής έχει την ευτυχία, και τότε τι τον θέλει τον φίλο;» (1244b 3-7).

Όμως, η υπόθεση της απόλυτης αυτάρκειας που δε χρειάζεται κανενός είδους συναναστροφή προσομοιάζει περισσότερο στη θεϊκή παρά στην ανθρώπινη φύση: «Ο αυτάρκης δεν έχει ανάγκη ούτε τους χρήσιμους ούτε και τους ηδείς (ευχάριστους). Αλλά και τη συμβίωση με τον άλλο, επίσης δεν την έχει ανάγκη· η παρέα με τον εαυτό του, του είναι υπεραρκετή. Άνετα το βλέπουμε αυτό στο θεό: προφανώς και δεν έχει καμία ανάγκη από τίποτε, άρα ούτε κι από κάτι που κάποια στιγμή μπορεί να του λείψει» (1244b 7-12).

Αποδεχόμενοι ότι είναι αδύνατο να υπάρξει τέτοιος άνθρωπος γίνεται αντιληπτό ότι η πλήρης αυτάρκεια δεν αρμόζει στην ανθρώπινη φύση, ή, αν πρέπει να ειπωθεί αλλιώς, ότι ο άνθρωπος είναι αδύνατο να φτάσει στην ύψιστη ευτυχία της ολοκληρωτικής αυτάρκειας: «Άρα και ο άνθρωπος της ύψιστης ευτυχίας δεν πρόκειται να νιώσει καθόλου την ανάγκη της φιλίας, παρά μόνο στο βαθμό που δεν αντέχεται απ’ τον άνθρωπο η ίδια η αυτάρκεια» (1244b 12-14).

Η απόρριψη του ανθρώπου-θεού σηματοδοτεί και την απόρριψη της απόλυτης (θεϊκής) αυτάρκειας για τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση κοινωνικό ον κι όποιος δεν νιώθει την ανάγκη της κοινωνικότητας επιμένοντας να ζει εντελώς μόνος στερείται της ανθρώπινης υπόστασης ως ον ανώτερο ή κατώτερο του ανθρώπου· είναι ή ζώο ή θεός.

Το αδύνατο, όμως, μιας τέτοιας εκδοχής δεν αποκλείει την κατ’ αναλογία προσέγγισή της. Με άλλα λόγια, όσο πιο ευτυχής αισθάνεται κάποιος, τόσο πιο αυτάρκης νιώθει, οπότε τόσο λιγότερους φίλους χρειάζεται: «Υποχρεωτικό συμπέρασμα: όποιος ζει ζωή άριστη, έχει φίλους ελάχιστους, και μάλιστα αυτοί πρέπει να λιγοστεύουν. Και να μη νοιάζεται πια να βρει καινούριους· να αδιαφορεί τόσο για τους χρήσιμους όσο και για κείνους που θα του άρεζε μαζί τους η συμβίωση. Αλλά και σε αυτήν την περίπτωση –όλοι θα το δεχόντουσαν– ο φίλος δεν είναι για χρήση ούτε για ωφέλεια, παρά μόνο για την αρετή» (1244b 15-21).

  Σε τελική ανάλυση, η ανάγκη του φίλου ξεκινά μετά την εξασφάλιση της αυτάρκειας: «Διότι όταν δεν μας λείπει τίποτε, τότε αποζητάμε –όλοι μας– τους ανθρώπους που θα μοιραστούμε μαζί τους τις απολαύσεις μας· να τους ευεργετήσουμε μάλλον θέλουμε, παρά να ευεργετηθούμε. Και η κρίση μας είναι πιο καθαρή μες την αυτάρκεια παρά μες στην ανάγκη· αυτάρκεις όντες, ζητούμε και τους φίλους που αξίζει να ζήσουν μαζί μας» (1244b 22-26).

Η εκδοχή που θέλει την αναζήτηση των φίλων ως αποτέλεσμα της αυτάρκειας καταρρίπτει όλους τους σχετικούς προβληματισμούς. Ο άνθρωπος επιζητά τους φίλους όχι για να πετύχει την αυτάρκεια, αλλά για να τη μοιραστεί μαζί τους, χωρίς αυτό να ανατρέπει το δεδομένο ότι μονάχα η πόλη μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο την πληρότητα των αγαθών που έχει ανάγκη.

Ο άνθρωπος ζει σε κοινωνίες για να αποκτήσει αυτάρκεια, κι όταν αυτή επιτευχθεί, στρέφεται και πάλι στους άλλους ανθρώπους για να μοιραστεί-ολοκληρώσει την ευτυχία του. Η θέση της εκ φύσεως κοινωνικότητας όχι μόνο δεν αμφισβητείται, αλλά ενισχύεται.

Η αντίληψη ότι ο άριστος βίος, ως έκφραση της υψηλότερης μορφής αυτάρκειας, επιβάλλει την ολιγοφιλία, δεν αφορά την υπονόμευση της συντροφικότητας, αλλά την αυστηρή επιλεκτικότητα που πρεσβεύει η αρετή. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν έχει ανάγκη τη συντροφικότητα του χρήσιμου και οι υψηλές του απαιτήσεις αξιώνουν και την αντίστοιχη ποιότητα του ευχάριστου. Οι άνθρωποι που θα τον πλαισιώσουν θα εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις που του αρμόζουν, οι οποίες αναγκαστικά θα ορίζονται από τις επιταγές της αρετής.

Εξάλλου, η ευτέλεια της χρησιμοθηρικής φιλίας ενδέχεται να φτάσει σε τέτοιο σημείο που τα πράγματα να θεωρούνται πολυτιμότερα από το φίλο: «Ορισμένοι φίλοι αδικούν το φίλο τους· η αιτία είναι ότι αγαπούν τα πράγματα πιο πολύ από το φίλο τους που τα κατέχει. Οπότε τον αγαπάνε με τον τρόπο που διαλέγουν το ένα ή το άλλο κρασί ως πιο ηδύ, ή όπως διαλέγουν τον πλούτο για τη χρησιμότητά του: απλώς δηλαδή ο ένας φίλος τους είναι πιο χρήσιμος από τον άλλο» (1244a 37-41).

Αυτού του είδους οι φιλίες εκφυλίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις καταδεικνύοντας ότι η εκδοχή της άκρατης χρησιμότητας μπορεί να μετατρέψει τους ανθρώπους σε πράγματα. Ο ενάρετος δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Έχοντας επίγνωση της σπανιότητας στις φιλίες της αρετής προτιμά τις λίγες συναναστροφές.

Όμως, αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη θεϊκή αυτάρκεια της απόλυτης μοναξιάς. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με άρνηση της φύσης του.

 

https://eranistis.net/wordpress/2021/11/02/%ce%bf-%ce%b1%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b7-%ce%b4%ce%b9%ce%b5%cf%81%ce%b5%cf%8d%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%86%ce%b9%ce%bb/

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ (ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ ΤΟΥ 490 π.Χ. - ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ (ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ 6.105.1-6.117.3)


Ηρόδοτος Ἱστορίαι (6.103.1-6.117.3)

[6,103] Ἀθηναῖοι δὲ ὡς ἐπύθοντο ταῦτα, ἐβοήθεον καὶ αὐτοὶ ἐς τὸν Μαραθῶνα. ἦγον δὲ σφέας στρατηγοὶ δέκα, τῶν ὁ δέκατος ἦν Μιλτιάδης· τοῦ τὸν πατέρα Κίμωνα τὸν Στησαγόρεω κατέλαβε φυγεῖν ἐξ Ἀθηνέων Πεισίστρατον τὸν Ἱπποκράτεος. (2) καὶ αὐτῷ φεύγοντι Ὀλυμπιάδα ἀνελέσθαι τεθρίππῳ συνέβη, καὶ ταύτην μὲν τὴν νίκην ἀνελόμενόν μιν τὠυτὸ ἐξενείκασθαι τῷ ὁμομητρίῳ ἀδελφεῷ Μιλτιάδῃ· μετὰ δὲ τῇ ὑστέρῃ Ὀλυμπιάδι τῇσι αὐτῇσι ἵπποισι νικῶν παραδιδοῖ Πεισιστράτῳ ἀνακηρυχθῆναι, καὶ τὴν νίκην παρεὶς τούτῳ κατῆλθε ἐπὶ τὰ ἑωυτοῦ ὑπόσπονδος. (3) καί μιν ἀνελόμενον τῇσι αὐτῇσι ἵπποισι ἄλλην Ὀλυμπιάδα κατέλαβε ἀποθανεῖν ὑπὸ τῶν Πεισιστράτου παίδων, οὐκέτι περιεόντος αὐτοῦ Πεισιστράτου· κτείνουσι δὲ οὗτοί μιν κατὰ τὸ πρυτανήιον νυκτὸς ὑπείσαντες ἄνδρας. τέθαπται δὲ Κίμων πρὸ τοῦ ἄστεος, πέρην τῆς διὰ Κοίλης καλεομένης ὁδοῦ· καταντίον δ᾽ αὐτοῦ αἱ ἵπποι τεθάφαται αὗται αἱ τρεῖς Ὀλυμπιάδας ἀνελόμεναι. (4) ἐποίησαν δὲ καὶ ἄλλαι ἵπποι ἤδη τὠυτὸ τοῦτο Εὐαγόρεω Λάκωνος, πλέω δὲ τουτέων οὐδαμαί. ὁ μὲν δὴ πρεσβύτερος τῶν παίδων τῷ Κίμωνι Στησαγόρης ἦν τηνικαῦτα παρὰ τῷ πάτρῳ Μιλτιάδῃ τρεφόμενος ἐν τῇ Χερσονήσῳ, ὁ δὲ νεώτερος παρ᾽ αὐτῷ Κίμωνι ἐν Ἀθήνῃσι, οὔνομα ἔχων ἀπὸ τοῦ οἰκιστέω τῆς Χερσονήσου Μιλτιάδεω Μιλτιάδης.

[6,104] οὗτος δὴ ὦν τότε ὁ Μιλτιάδης ἥκων ἐκ τῆς Χερσονήσου καὶ ἐκπεφευγὼς διπλόον θάνατον ἐστρατήγεε Ἀθηναίων. ἅμα μὲν γὰρ οἱ Φοίνικες αὐτὸν οἱ ἐπιδιώξαντες μέχρι Ἴμβρου περὶ πολλοῦ ἐποιεῦντο λαβεῖν τε καὶ ἀναγαγεῖν παρὰ βασιλέα· (2) ἅμα δὲ ἐκφυγόντα τε τούτους καὶ ἀπικόμενον ἐς τὴν ἑωυτοῦ δοκέοντά τε εἶναι ἐν σωτηρίῃ ἤδη, τὸ ἐνθεῦτέν μιν οἱ ἐχθροὶ ὑποδεξάμενοι ὑπὸ δικαστήριον αὐτὸν ἀγαγόντες ἐδίωξαν τυραννίδος τῆς ἐν Χερσονήσῳ. ἀποφυγὼν δὲ καὶ τούτους στρατηγὸς οὕτω Ἀθηναίων ἀπεδέχθη, αἱρεθεὶς ὑπὸ τοῦ δήμου.

[6.105.1] Καὶ πρῶτα μὲν ἐόντες ἔτι ἐν τῷ ἄστεϊ οἱ στρατηγοὶ ἀποπέμπουσι ἐς Σπάρτην κήρυκα Φιλιππίδην, Ἀθηναῖον μὲν ἄνδρα, ἄλλως δὲ ἡμεροδρόμην τε καὶ τοῦτο μελετῶντα· τῷ δή, ὡς αὐτός τε ἔλεγε Φιλιππίδης καὶ Ἀθηναίοισι ἀπήγγελλε, περὶ τὸ Παρθένιον ὄρος τὸ ὑπὲρ Τεγέης ὁ Πὰν περιπίπτει. [6.105.2] βώσαντα δὲ τὸ οὔνομα τοῦ Φιλιππίδεω τὸν Πᾶνα Ἀθηναίοισι κελεῦσαι ἀπαγγεῖλαι, δι᾽ ὅ τι ἑωυτοῦ οὐδεμίαν ἐπιμέλειαν ποιεῦνται, ἐόντος εὐνόου Ἀθηναίοισι καὶ πολλαχῇ γενομένου σφι ἤδη χρηστοῦ, τὰ δ᾽ ἔτι καὶ ἐσομένου. [6.105.3] καὶ ταῦτα μὲν Ἀθηναῖοι, καταστάντων σφι εὖ [ἤδη] τῶν πρηγμάτων, πιστεύσαντες εἶναι ἀληθέα ἱδρύσαντο ὑπὸ τῇ ἀκροπόλι Πανὸς ἱρόν, καὶ αὐτὸν ἀπὸ ταύτης τῆς ἀγγελίης θυσίῃσί τε ἐπετείοισι καὶ λαμπάδι ἱλάσκονται. [6.106.1] τότε δὲ πεμφθεὶς ὑπὸ τῶν στρατηγῶν ὁ Φιλιππίδης οὗτος, ὅτε πέρ οἱ ἔφη καὶ τὸν Πᾶνα φανῆναι, δευτεραῖος ἐκ τοῦ Ἀθηναίων ἄστεος ἦν ἐν Σπάρτῃ, ἀπικόμενος δὲ ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας ἔλεγε· [6.106.2] Ὦ Λακεδαιμόνιοι, Ἀθηναῖοι ὑμέων δέονται σφίσι βοηθῆσαι καὶ μὴ περιιδεῖν πόλιν ἀρχαιοτάτην ἐν τοῖσι Ἕλλησι δουλοσύνῃ περιπεσοῦσαν πρὸς ἀνδρῶν βαρβάρων· καὶ γὰρ νῦν Ἐρέτριά τε ἠνδραπόδισται καὶ πόλι λογίμῳ ἡ Ἑλλὰς γέγονε ἀσθενεστέρη. [6.106.3] ὁ μὲν δή σφι τὰ ἐντεταλμένα ἀπήγγελλε, τοῖσι δὲ ἕαδε μὲν βοηθέειν Ἀθηναίοισι, ἀδύνατα δέ σφι ἦν τὸ παραυτίκα ποιέειν ταῦτα οὐ βουλομένοισι λύειν τὸν νόμον· ἦν γὰρ ἱσταμένου τοῦ μηνὸς εἰνάτη, εἰνάτῃ δὲ οὐκ ἐξελεύσεσθαι ἔφασαν μὴ οὐ πλήρεος ἐόντος τοῦ κύκλου. [6.107.1] οὗτοι μέν νυν τὴν πανσέληνον ἔμενον, τοῖσι δὲ βαρβάροισι κατηγέετο Ἱππίης ὁ Πεισιστράτου ἐς τὸν Μαραθῶνα, τῆς παροιχομένης νυκτὸς ὄψιν ἰδὼν [ἐν τῷ ὕπνῳ] τοιήνδε· ἐδόκεε ὁ Ἱππίης τῇ μητρὶ τῇ ἑωυτοῦ συνευνηθῆναι. [6.107.2] συνεβάλετο ὦν ἐκ τοῦ ὀνείρου κατελθὼν ἐς τὰς Ἀθήνας καὶ ἀνασωσάμενος τὴν ἀρχὴν τελευτήσειν ἐν τῇ ἑωυτοῦ γηραιός. ἐκ μὲν δὴ τῆς ὄψιος συνεβάλετο ταῦτα, τότε δὲ κατηγεόμενος τοῦτο μὲν τὰ ἀνδράποδα τὰ ἐξ Ἐρετρίης ἀπέβησε ἐς τὴν νῆσον τὴν Στυρέων, καλεομένην δὲ Αἰγιλίην, τοῦτο δὲ καταγομένας ἐς τὸν Μαραθῶνα τὰς νέας ὅρμιζε οὗτος, ἐκβάντας τε ἐς γῆν τοὺς βαρβάρους διέτασσε. [6.107.3] καί οἱ ταῦτα διέποντι ἐπῆλθε πταρεῖν τε καὶ βῆξαι μεζόνως ἢ ὡς ἐώθεε· οἷα δέ οἱ πρεσβυτέρῳ ἐόντι τῶν ὀδόντων οἱ πλεῦνες ἐσείοντο· τούτων ὦν ἕνα [τῶν ὀδόντων] ἐκβάλλει ὑπὸ βίης βήξας· ἐκπεσόντος δὲ ἐς τὴν ψάμμον αὐτοῦ ἐποιέετο σπουδὴν πολλὴν ἐξευρεῖν. [6.107.4] ὡς δὲ οὐκ ἐφαίνετό οἱ ὁ ὀδών, ἀναστενάξας εἶπε πρὸς τοὺς παραστάτας· Ἡ γῆ ἥδε οὐκ ἡμετέρη ἐστὶ οὐδέ μιν δυνησόμεθα ὑποχειρίην ποιήσασθαι· ὁκόσον δέ τί μοι μέρος μετῆν, ὁ ὀδὼν μετέχει. [6.108.1] Ἱππίης μὲν δὴ ταύτῃ τὴν ὄψιν συνεβάλετο ἐξεληλυθέναι· Ἀθηναίοισι δὲ τεταγμένοισι ἐν τεμένεϊ Ἡρακλέος ἐπῆλθον βοηθέοντες Πλαταιέες πανδημεί· καὶ γὰρ καὶ ἐδεδώκεσαν σφέας αὐτοὺς τοῖσι Ἀθηναίοισι οἱ Πλαταιέες, καὶ πόνους ὑπὲρ αὐτῶν [οἱ] Ἀθηναῖοι συχνοὺς ἤδη ἀναραιρέατο· ἔδοσαν δὲ ὧδε. [6.108.2] πιεζεύμενοι ὑπὸ Θηβαίων οἱ Πλαταιέες ἐδίδοσαν πρῶτα παρατυχοῦσι Κλεομένεΐ τε τῷ Ἀναξανδρίδεω καὶ Λακεδαιμονίοισι σφέας αὐτούς. οἱ δὲ οὐ δεκόμενοι ἔλεγόν σφι τάδε· Ἡμεῖς μὲν ἑκαστέρω τε οἰκέομεν καὶ ὑμῖν τοιήδε τις γίνοιτ᾽ ἂν ἐπικουρίη ψυχρή· φθαίητε γὰρ ἂν πολλάκις ἐξανδραποδισθέντες ἤ τινα πυθέσθαι ἡμέων. [6.108.3] συμβουλεύομεν δὲ ὑμῖν δοῦναι ὑμέας αὐτοὺς Ἀθηναίοισι, πλησιοχώροισί τε ἀνδράσι καὶ τιμωρέειν ἐοῦσι οὐ κακοῖσι. ταῦτα συνεβούλευον οἱ Λακεδαιμόνιοι οὐ κατὰ εὐνοίην οὕτω τῶν Πλαταιέων ὡς βουλόμενοι τοὺς Ἀθηναίους ἔχειν πόνους συνεστεῶτας Βοιωτοῖσι. [6.108.4] Λακεδαιμόνιοι μέν νυν Πλαταιεῦσι ταῦτα συνεβούλευσαν, οἱ δὲ οὐκ ἠπίστησαν, ἀλλ᾽ Ἀθηναίων ἱρὰ ποιεύντων τοῖσι δυώδεκα θεοῖσι ἱκέται ἱζόμενοι ἐπὶ τὸν βωμὸν ἐδίδοσαν σφέας αὐτούς. Θηβαῖοι δὲ πυθόμενοι ταῦτα ἐστράτευον ἐπὶ τοὺς Πλαταιέας· Ἀθηναῖοι δέ σφι ἐβοήθεον. [6.108.5] μελλόντων δὲ συνάπτειν μάχην Κορίνθιοι οὐ περιεῖδον, παρατυχόντες δὲ καὶ καταλλάξαντες ἐπιτρεψάντων ἀμφοτέρων οὔρισαν τὴν χώρην ἐπὶ τοῖσδε, ἐᾶν Θηβαίους Βοιωτῶν τοὺς μὴ βουλομένους ἐς Βοιωτοὺς τελέειν. Κορίνθιοι μὲν δὴ ταῦτα γνόντες ἀπαλλάσσοντο, Ἀθηναίοισι δὲ ἀπιοῦσι ἐπεθήκαντο Βοιωτοί, ἐπιθέμενοι δὲ ἑσσώθησαν τῇ μάχῃ. [6.108.6] ὑπερβάντες δὲ οἱ Ἀθηναῖοι τοὺς οἱ Κορίνθιοι ἔθηκαν Πλαταιεῦσι εἶναι οὔρους, τούτους ὑπερβάντες τὸν Ἀσωπὸν αὐτὸν ἐποιήσαντο οὖρον Θηβαίοισι πρὸς Πλαταιέας εἶναι καὶ Ὑσιάς. ἔδοσαν μὲν δὴ οἱ Πλαταιέες σφέας αὐτοὺς Ἀθηναίοισι τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ, ἧκον δὲ τότε ἐς Μαραθῶνα βοηθέοντες. [6.109.1] τοῖσι δὲ Ἀθηναίων στρατηγοῖσι ἐγίνοντο δίχα αἱ γνῶμαι, τῶν μὲν οὐκ ἐώντων συμβαλεῖν (ὀλίγους γὰρ εἶναι στρατιῇ τῇ Μήδων συμβαλεῖν), τῶν δὲ καὶ Μιλτιάδεω κελευόντων. [6.109.2] ὡς δὲ δίχα τε ἐγίνοντο καὶ ἐνίκα ἡ χείρων τῶν γνωμέων, ἐνθαῦτα, ἦν γὰρ ἑνδέκατος ψηφιδοφόρος ὁ τῷ κυάμῳ λαχὼν Ἀθηναίων πολεμαρχέειν (τὸ παλαιὸν γὰρ Ἀθηναῖοι ὁμόψηφον τὸν πολέμαρχον ἐποιεῦντο τοῖσι στρατηγοῖσι), ἦν δὲ τότε πολέμαρχος Καλλίμαχος Ἀφιδναῖος, πρὸς τοῦτον ἐλθὼν Μιλτιάδης ἔλεγε τάδε· [6.109.3] Ἐν σοὶ νῦν, Καλλίμαχε, ἐστὶ ἢ καταδουλῶσαι Ἀθήνας ἢ ἐλευθέρας ποιήσαντα μνημόσυνον λιπέσθαι ἐς τὸν ἅπαντα ἀνθρώπων βίον οἷον οὐδὲ Ἁρμόδιός τε καὶ Ἀριστογείτων [λείπουσι]. νῦν γὰρ δή, ἐξ οὗ ἐγένοντο Ἀθηναῖοι, ἐς κίνδυνον ἥκουσι μέγιστον, καὶ ἢν μέν γε ὑποκύψωσι τοῖσι Μήδοισι, δέδεκται τὰ πείσονται παραδεδομένοι Ἱππίῃ, ἢν δὲ περιγένηται αὕτη ἡ πόλις, οἵη τέ ἐστι πρώτη τῶν Ἑλληνίδων πολίων γενέσθαι. [6.109.4] κῶς ὦν δὴ ταῦτα οἷά τέ ἐστι γενέσθαι, καὶ κῶς ἐς σέ τοι τούτων ἀνήκει τῶν πρηγμάτων τὸ κῦρος ἔχειν, νῦν ἔρχομαι φράσων. ἡμέων τῶν στρατηγῶν ἐόντων δέκα δίχα γίνονται αἱ γνῶμαι, τῶν μὲν κελευόντων συμβαλεῖν, τῶν δὲ οὔ. [6.109.5] ἢν μέν νυν μὴ συμβάλωμεν, ἔλπομαί τινα στάσιν μεγάλην διασείσειν ἐμπεσοῦσαν τὰ Ἀθηναίων φρονήματα ὥστε μηδίσαι· ἢν δὲ συμβάλωμεν πρίν τι καὶ σαθρὸν Ἀθηναίων μετεξετέροισι ἐγγενέσθαι, θεῶν τὰ ἴσα νεμόντων οἷοί τέ εἰμεν περιγενέσθαι τῇ συμβολῇ. [6.109.6] ταῦτα ὦν πάντα ἐς σὲ νῦν τείνει καὶ ἐκ σέο ἄρτηται· ἢν γὰρ σὺ γνώμῃ τῇ ἐμῇ προσθῇ, ἔστι τοι πατρίς τε ἐλευθέρη καὶ πόλις πρώτη τῶν ἐν τῇ Ἑλλάδι· ἢν δὲ ‹τὴν› τῶν ἀποσπευδόντων τὴν συμβολὴν ἕλῃ, ὑπάρξει τοι τῶν ἐγὼ κατέλεξα ἀγαθῶν τὰ ἐναντία. [6.110.1] ταῦτα λέγων ὁ Μιλτιάδης προσκτᾶται τὸν Καλλίμαχον· προσγενομένης δὲ τοῦ πολεμάρχου τῆς γνώμης ἐκεκύρωτο συμβάλλειν. μετὰ δὲ οἱ στρατηγοὶ τῶν ἡ γνώμη ἔφερε συμβάλλειν, ὡς ἑκάστου αὐτῶν ἐγίνετο πρυτανηίη τῆς ἡμέρης, Μιλτιάδῃ παρεδίδοσαν· ὁ δὲ δεκόμενος οὔτι κω συμβολὴν ἐποιέετο, πρίν γε δὴ αὐτοῦ πρυτανηίη ἐγένετο. [6.111.1] ὡς δὲ ἐς ἐκεῖνον περιῆλθε, ἐνθαῦτα δὴ ἐτάσσοντο ὧδε οἱ Ἀθηναῖοι ὡς συμβαλέοντες· τοῦ μὲν δεξιοῦ κέρεος ἡγέετο ὁ πολέμαρχος [Καλλίμαχος]· ὁ γὰρ νόμος τότε εἶχε οὕτω τοῖσι Ἀθηναίοισι, τὸν πολέμαρχον ἔχειν κέρας τὸ δεξιόν. ἡγεομένου δὲ τούτου ἐξεδέκοντο ὡς ἀριθμέοντο αἱ φυλαί, ἐχόμεναι ἀλληλέων· τελευταῖοι δὲ ἐτάσσοντο, ἔχοντες τὸ εὐώνυμον κέρας, Πλαταιέες. [6.111.2] ἀπὸ ταύτης γάρ σφι τῆς μάχης Ἀθηναίων θυσίας ἀναγόντων ἐς τὰς πανηγύρις τὰς ἐν τῇσι πεντετηρίσι γινομένας κατεύχεται ὁ κῆρυξ ὁ Ἀθηναῖος ἅμα τε Ἀθηναίοισι λέγων γίνεσθαι τὰ ἀγαθὰ καὶ Πλαταιεῦσι. [6.111.3] τότε δὲ τασσομένων τῶν Ἀθηναίων ἐν τῷ Μαραθῶνι ἐγένετο τοιόνδε τι· τὸ στρατόπεδον ἐξισούμενον τῷ Μηδικῷ στρατοπέδῳ, τὸ μὲν αὐτοῦ μέσον ἐγίνετο ἐπὶ τάξις ὀλίγας, καὶ ταύτῃ ἦν ἀσθενέστατον τὸ στρατόπεδον, τὸ δὲ κέρας ἑκάτερον ἔρρωτο πλήθεϊ. [6.112.1] ὡς δέ σφι διετέτακτο καὶ τὰ σφάγια ἐγίνετο καλά, ἐνθαῦτα ὡς ἀπείθησαν οἱ Ἀθηναῖοι, δρόμῳ ἵεντο ἐς τοὺς βαρβάρους. ἦσαν δὲ στάδιοι οὐκ ἐλάσσονες τὸ μεταίχμιον αὐτῶν ἢ ὀκτώ. [6.112.2] οἱ δὲ Πέρσαι ὁρῶντες δρόμῳ ἐπιόντας παρεσκευάζοντο ὡς δεξόμενοι, μανίην τε τοῖσι Ἀθηναίοισι ἐπέφερον καὶ πάγχυ ὀλεθρίην, ὁρῶντες αὐτοὺς ἐόντας ὀλίγους, καὶ τούτους δρόμῳ ἐπειγομένους οὔτε ἵππου ὑπαρχούσης σφι οὔτε τοξευμάτων. [6.112.3] ταῦτα μέν νυν οἱ βάρβαροι κατείκαζον· Ἀθηναῖοι δὲ ἐπείτε ἀθρόοι προσέμειξαν τοῖσι βαρβάροισι, ἐμάχοντο ἀξίως λόγου. πρῶτοι μὲν γὰρ Ἑλλήνων πάντων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν δρόμῳ ἐς πολεμίους ἐχρήσαντο, πρῶτοι δὲ ἀνέσχοντο ἐσθῆτά τε Μηδικὴν ὁρῶντες καὶ τοὺς ἄνδρας ταύτην ἐσθημένους· τέως δὲ ἦν τοῖσι Ἕλλησι καὶ τὸ οὔνομα τὸ Μήδων φόβος ἀκοῦσαι. [6.113.1] μαχομένων δὲ ἐν τῷ Μαραθῶνι χρόνος ἐγίνετο πολλός. καὶ τὸ μὲν μέσον τοῦ στρατοπέδου ἐνίκων οἱ βάρβαροι, τῇ Πέρσαι τε αὐτοὶ καὶ Σάκαι ἐτετάχατο· κατὰ τοῦτο μὲν δὴ ἐνίκων οἱ βάρβαροι καὶ ῥήξαντες ἐδίωκον ἐς τὴν μεσόγαιαν, τὸ δὲ κέρας ἑκάτερον ἐνίκων Ἀθηναῖοί τε καὶ Πλαταιέες. [6.113.2] νικῶντες δὲ τὸ μὲν τετραμμένον τῶν βαρβάρων φεύγειν ἔων, τοῖσι δὲ τὸ μέσον ῥήξασι αὐτῶν συναγαγόντες τὰ κέρεα [ἀμφότερα] ἐμάχοντο, καὶ ἐνίκων Ἀθηναῖοι. φεύγουσι δὲ τοῖσι Πέρσῃσι εἵποντο κόπτοντες, ἐς ὃ ἐπὶ τὴν θάλασσαν ἀπικόμενοι πῦρ τε αἴτεον καὶ ἐπελαμβάνοντο τῶν νεῶν. [6.114.1] καὶ τοῦτο μὲν ἐν τούτῳ τῷ πόνῳ ὁ πολέμαρχος [Καλλίμαχος] διαφθείρεται, ἀνὴρ γενόμενος ἀγαθός, ἀπὸ δ᾽ ἔθανε τῶν στρατηγῶν Στησίλεως ὁ Θρασύλεω· τοῦτο δὲ Κυνέγειρος ὁ Εὐφορίωνος ἐνθαῦτα ἐπιλαμβανόμενος τῶν ἀφλάστων νεός, τὴν χεῖρα ἀποκοπεὶς πελέκεϊ πίπτει, τοῦτο δὲ ἄλλοι Ἀθηναίων πολλοί τε καὶ ὀνομαστοί. [6.115.1] ἑπτὰ μὲν δὴ τῶν νεῶν ἐπεκράτησαν τρόπῳ τοιούτῳ Ἀθηναῖοι, τῇσι δὲ λοιπῇσι οἱ βάρβαροι, ἐξανακρουσάμενοι καὶ ἀναλαβόντες ἐκ τῆς νήσου ἐν τῇ ἔλιπον τὰ ἐξ Ἐρετρίης ἀνδράποδα, περιέπλεον Σούνιον, βουλόμενοι φθῆναι τοὺς Ἀθηναίους ἀπικόμενοι ἐς τὸ ἄστυ. αἰτίη δὲ ἔσχε ἐν Ἀθηναίοισι ἐξ Ἀλκμεωνιδέων μηχανῆς αὐτοὺς ταῦτα ἐπινοηθῆναι· τούτους γὰρ συνθεμένους τοῖσι Πέρσῃσι ἀναδέξαι ἀσπίδα ἐοῦσι ἤδη ἐν τῇσι νηυσί. [6.116.1] οὗτοι μὲν δὴ περιέπλεον Σούνιον· Ἀθηναῖοι δὲ ὡς ποδῶν εἶχον [τάχιστα] ἐβοήθεον ἐς τὸ ἄστυ, καὶ ἔφθησάν τε ἀπικόμενοι πρὶν ἢ τοὺς βαρβάρους ἥκειν, καὶ ἐστρατοπεδεύσαντο ἀπιγμένοι ἐξ Ἡρακλείου τοῦ ἐν Μαραθῶνι ἐν ἄλλῳ Ἡρακλείῳ τῷ ἐν Κυνοσάργεϊ. οἱ δὲ βάρβαροι τῇσι νηυσὶ ὑπεραιωρηθέντες Φαλήρου (τοῦτο γὰρ ἦν ἐπίνειον τότε τῶν Ἀθηναίων) ὑπὲρ τούτου ἀνακωχεύσαντες τὰς νέας ἀπέπλεον ὀπίσω ἐς τὴν Ἀσίην. [6.117.1] ἐν ταύτῃ τῇ ἐν Μαραθῶνι μάχῃ ἀπέθανον τῶν βαρβάρων κατὰ ἑξακισχιλίους καὶ τετρακοσίους ἄνδρας, Ἀθηναίων δὲ ἑκατὸν καὶ ἐνενήκοντα καὶ δύο. ἔπεσον μὲν ἀμφοτέρων τοσοῦτοι· [6.117.2] συνήνεικε δὲ αὐτόθι θῶμα γενέσθαι τοιόνδε, Ἀθηναῖον ἄνδρα Ἐπίζηλον τὸν Κουφαγόρεω ἐν τῇ συστάσι μαχόμενόν τε καὶ ἄνδρα γινόμενον ἀγαθὸν τῶν ὀμμάτων στερηθῆναι, οὔτε πληγέντα οὐδὲν τοῦ σώματος οὔτε βληθέντα, καὶ τὸ λοιπὸν τῆς ζόης διατελέειν ἀπὸ τούτου τοῦ χρόνου ἐόντα τυφλόν. [6.117.3] λέγειν δὲ αὐτὸν περὶ τοῦ πάθεος ἤκουσα τοιόνδε τινὰ λόγον, ἄνδρα οἱ δοκέειν ὁπλίτην ἀντιστῆναι μέγαν, τοῦ τὸ γένειον τὴν ἀσπίδα πᾶσαν σκιάζειν· τὸ δὲ φάσμα τοῦτο ἑωυτὸν μὲν παρεξελθεῖν, τὸν δὲ ἑωυτοῦ παραστάτην ἀποκτεῖναι. ταῦτα μὲν δὴ Ἐπίζηλον ἐπυθόμην λέγειν

 

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ


103 [ ] Τον αθηναϊκό στρατό διοικούσαν δέκα στρατηγοί, από τους οποίους τελευταίος ήταν ο Μιλτιάδης. Ο πατέρας του, ο Κίμωνας, γιος του Στησαγόρα, είχε εξοριστεί από την Αθήνα από τον Πεισίστρατο, γιο του Ιπποκράτη. Ενώ βρισκόταν στην εξορία, είχε την τύχη να κερδίσει τον αγώνα με τον τέθριππο στην Ολυμπία κι έτσι να αποσπάσει την ίδια δόξα με τον ομομήτριο αδερφό του, Μιλτιάδη. Στους επόμενους Ολυμπιακούς αγώνες, κέρδισε πάλι το έπαθλο με τα ίδια άλογα, αλλά αυτή τη φορά παραιτήθηκε από τη νίκη για χάρη του Πεισίστρατου· γι αυτήν του την πράξη, ο τελευταίος του επέτρεψε να γυρίσει στην Αθήνα. Σε μια μεταγενέστερη διοργάνωση των Ολυμπιακών, κέρδισε για τρίτη φορά τη νίκη, πάντα με τα ίδια άλογα. Λίγο αργότερα, αφού πέθανε ο Πεισίστρατος, δολοφονήθηκε από τους γιους του τυράννου, που έστειλαν τη νύχτα μερικούς άνδρες να του στήσουν ενέδρα στον δρόμο κοντά στο πρυτανείο. Θάφτηκε έξω από την Αθήνα, στην άλλη πλευρά του δρόμου που λέγεται Κοίλη οδός και απέναντι από τον τάφο του θάφτηκαν τα άλογα με τα οποία είχε κερδίσει τρεις φορές στην Ολυμπιάδα. Τριπλή νίκη είχε επιτευχθεί από μια μοναδική ομάδα αλόγων, αυτή του Ευαγόρα από τη Λακωνία· από τότε, δεν το έχει κατορθώσει κανείς άλλος. Την εποχή εκείνη, ο Στησαγόρας, πρωτότοκος από τους δύο γιους του, ζούσε στη Χερσόνησο με τον θείο του, Μιλτιάδη, ενώ ο μικρότερος, που είχε πάρει το όνομα Μιλτιάδης από τον μεσολαβητή στη Χερσόνησο, βρισκόταν με τον πατέρα του στην Αθήνα.

104. Αυτός ο Μιλτιάδης έγινε τώρα ένας από τους δέκα στρατηγούς των Αθηναίων. Είχε έρθει πρόσφατα από τη Χερσόνησο και δυο φορές λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του. Τη μια όταν τον καταδίωξαν οι Φοίνικες μέχρι την Ίμβρο, προσπαθώντας να τον συλλάβουν και να τον πάνε στον βασιλιά, και τη δεύτερη, όταν, αφού γλίτωσε απ’ αυτή την απειλή κι έφτασε στην ασφάλεια της πατρίδας του, βρήκε τους εχθρούς του να τον περιμένουν και σύρθηκε στα δικαστήρια για την τυραννική διακυβέρνησή του στη Χερσόνησο. Πάντως, ξέφυγε κι απ’ αυτό τον κίνδυνο και μετά τη νίκη του, εκλέχτηκε στρατηγός από τον λαό.

[6.105.1] Η πρώτη ενέργεια των στρατηγών, πριν ακόμη κινήσουν από την πόλη, ήταν να στείλουν στη Σπάρτη κήρυκα τον Φιλιππίδη, που βέβαια ήταν Αθηναίος, κι επίσης ταχυδρόμος — αυτή ήταν η δουλειά του. Αυτόν λοιπόν, όπως διηγόταν ο ίδιος ο Φιλιππίδης και το ανάγγειλε στους Αθηναίους, τον συνάντησε ο Παν στην περιοχή του Παρθενίου όρους, που βρίσκεται πάνω από την Τεγέα. [6.105.2] Και πως ο Παν φωνάζοντας τον Φιλιππίδη με τ᾽ όνομά του τον πρόσταξε ν᾽ αναγγείλει στους Αθηναίους, για ποιό λόγο δεν του προσφέρουν καμιά λατρεία, αυτόν που θέλει το καλό των Αθηναίων και σε πολλές περιπτώσεις τούς στάθηκε χρήσιμος, και θα τους σταθεί και στο μέλλον. [6.105.3] Οι Αθηναίοι λοιπόν πίστεψαν πως αυτά είναι αληθινά, κι έτσι, όταν αποκαταστάθηκαν με τον καλύτερο τρόπο τα πράγματα της πόλης τους, ίδρυσαν ναό του Πανός κάτω από την Ακρόπολη και, εξαιτίας του μηνύματος που τους έστειλε, κάθε χρόνο προσπέφτουν στη χάρη του με θυσίες και λαμπαδηφορία.
[6.106.1] Λοιπόν, τότε αυτός ο Φιλιππίδης, που στάλθηκε με εντολή των στρατηγών και που, κατά τα λεγόμενά του, του εμφανίστηκε ο Παν, ξεκινώντας απ᾽ την πόλη της Αθήνας, την επόμενη μέρα έφτασε στη Σπάρτη, παρουσιάστηκε στους άρχοντες κι έλεγε: [6.106.2] «Λακεδαιμόνιοι, οι Αθηναίοι σάς ζητούν να τους βοηθήσετε και να μην αφήσετε να πέσει σκλαβωμένη στα χέρια των βαρβάρων η αρχαιότερη ελληνική πόλη· γιατί νά, τώρα η Ερέτρια έχει υποδουλωθεί και η δύναμη της Ελλάδας μειώθηκε με το να χαθεί μια υπολογίσιμη πόλη». [6.106.3] Αυτός λοιπόν τους μετέφερε όσα του είχαν παραγγείλει, κι εκείνοι δέχτηκαν βέβαια να βοηθήσουν τους Αθηναίους, τους ήταν όμως αδύνατο να το κάνουν αυτό αμέσως, επειδή δεν ήθελαν να καταργήσουν το έθιμό τους· δηλαδή ήταν η ένατη μέρα του μήνα και την ένατη μέρα, καθώς δεν έχουν ακόμη πανσέληνο, είπαν πως δε θα βγουν σε εκστρατεία.
[6.107.1] Αυτοί λοιπόν περίμεναν την πανσέληνο, ενώ ο Ιππίας, ο γιος του Πεισιστράτου, οδηγούσε τους βαρβάρους στον Μαραθώνα· την προηγούμενη νύχτα είδε ένα τέτοιο όνειρο: του φάνηκε του Ιππία πως έσμιξε στο κρεβάτι με τη μητέρα του. [6.107.2] Λοιπόν έδωσε την εξής εξήγηση στο όνειρο: πως θα γυρίσει από την εξορία στην Αθήνα, θα ξαναπάρει στα χέρια του την εξουσία κι ύστερα θα πεθάνει σε βαθιά γεράματα στην πόλη του. Αυτή λοιπόν την εξήγηση έδωσε στο όνειρο, κι οδηγώντας τότε τους Πέρσες, αποβίβασε πρώτα πρώτα σ᾽ ένα νησί των Στύρων που λέγεται Αιγιλία τα ανδράποδα που κυρίεψαν στην Ερέτρια, κι ύστερα έφερε τα καράβια σε αραξοβόλια και οργάνωσε την παράταξη των βαρβάρων που είχαν αποβιβαστεί. [6.107.3] Και την ώρα που ρύθμιζε αυτά, τον έπιασε φτάρνισμα και βήχας δυνατότερος από το συνηθισμένο· κι έτσι που ο άνθρωπος τα ᾽χε τα χρονάκια του, τα περισσότερα δόντια του κουνήθηκαν. Μάλιστα απ᾽ το δυνατό βήξιμο ένα πετάχτηκε απ᾽ το στόμα του κι έπεσε στην άμμο· κι εκείνος και τί δεν έκανε για να το βρει. [6.107.4] Και μη βρίσκοντας το δόντι του, αναστέναξε και είπε στη συνοδεία του: «Η γη αυτή δεν είναι δική μας κι ούτε θα μπορέσουμε να τη βάλουμε στο χέρι· κι αν είχα κάποιο μερίδιο σ᾽ αυτή, το κατέχει τώρα το δόντι μου».
[6.108.1] Ο Ιππίας λοιπόν συσχέτιζε με αυτά την οπτασία που είχε δει· τώρα, στους Αθηναίους που είχαν παραταχτεί στο τέμενος του Ηρακλή ήρθαν σε επικουρία οι Πλαταιείς πανστρατιά· γιατί οι Πλαταιείς είχαν προσαρτήσει την πόλη τους στην Αθήνα, κι οι Αθηναίοι είχαν κιόλας πάρει πάνω τους πολλούς αγώνες για να τους υπερασπιστούν. Νά πώς παρέδωσαν την πόλη τους: [6.108.2] καθώς τους πίεζαν οι Θηβαίοι, οι Πλαταιείς την παρέδωσαν πρώτα στον Κλεομένη, το γιο του Αναξανδρίδα, και στους Λακεδαιμονίους που βρέθηκαν στα μέρη τους. Κι εκείνοι δε δέχονταν και τους έλεγαν τα εξής: «Εμείς κατοικούμε πολύ μακριά κι η βοήθειά μας σε σας θα έφτανε κατόπιν εορτής· γιατί δέκα φορές οι εχθροί θα υποδούλωναν την πόλη σας πριν καν κάποιος από μας το πάρει είδηση. [6.108.3] Σας συμβουλεύουμε λοιπόν να παραδώσετε την πόλη σας στους Αθηναίους που είναι γείτονές σας κι είναι σπουδαίοι σύμμαχοι». [6.108.4] Οι Λακεδαιμόνιοι έδιναν αυτές τις συμβουλές όχι επειδή ήθελαν τόσο πια το καλό των Πλαταιέων, όσο επειδή ήθελαν να ᾽χουν σκοτούρες οι Αθηναίοι από τις προστριβές με τους Βοιωτούς. Αυτές λοιπόν τις συμβουλές έδωσαν στους Πλαταιείς οι Λακεδαιμόνιοι, κι εκείνοι δεν τους παράκουσαν, αλλά, τη μέρα που οι Αθηναίοι πρόσφεραν θυσίες στους δώδεκα θεούς, αυτοί κάθισαν ικέτες στο βωμό και τους παρέδωσαν την πόλη τους. Μαθαίνοντας αυτά οι Θηβαίοι εκστράτευσαν εναντίον της Πλάταιας, κι οι Αθηναίοι έσπευσαν να βοηθήσουν. [6.108.5] Και την ώρα που ήταν να έρθουν στα χέρια, οι Κορίνθιοι δεν άφησαν να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα, αλλά μπήκαν στη μέση κι έδωσαν τέλος στον πόλεμό τους· κι ύστερα, καθώς και οι δυο μεριές δέχτηκαν τη διαιτησία τους, οι Κορίνθιοι όρισαν τα σύνορα αναμεταξύ τους, με τον όρο να μη πειράξουν οι Θηβαίοι όσους Βοιωτούς δεν ήθελαν να μετέχουν στον βοιωτικό συνασπισμό. Αυτή την κρίση έβγαλαν οι Κορίνθιοι και σηκώθηκαν κι έφυγαν, κι ενώ αποσύρονταν και οι Αθηναίοι, οι Βοιωτοί τούς επιτέθηκαν, αλλά η επίθεσή τους κατέληξε σε ήττα. [6.108.6] Λοιπόν οι Αθηναίοι καταπάτησαν τα σύνορα που όρισαν οι Κορίνθιοι για τους Πλαταιείς· τα καταπάτησαν κι έφεραν τα σύνορα των Θηβαίων με τους Πλαταιείς πιο πέρα, στον ποταμό Ασωπό και στην πόλη Υσιές. Με τον τρόπο που διηγηθήκαμε λοιπόν παρέδωσαν την πόλη τους στους Αθηναίους οι Πλαταιείς, και τότε έφτασαν στον Μαραθώνα για να βοηθήσουν.
[6.109.1] Αλλά οι γνώμες των Αθηναίων στρατηγών μοιράστηκαν στα δυο· ορισμένοι δεν έδιναν τη συγκατάθεσή τους να δοθεί μάχη (γιατί, έλεγαν, ήταν λίγοι για να δώσουν μάχη με το στρατό των Περσών), ενώ οι άλλοι και ο Μιλτιάδης επέμεναν να δοθεί. [6.109.2] Μοιράζονταν λοιπόν οι γνώμες και πλειοψηφούσε η χειρότερη· αλλά, επειδή κι ένας ενδέκατος είχε δικαίωμα ψήφου, αυτός που έπαιρνε με κλήρο το αξίωμα του πολεμάρχου των Αθηναίων (γιατί τον παλιό καιρό οι Αθηναίοι έδιναν στον πολέμαρχο ψήφο που είχε το ίδιο βάρος με την ψήφο των στρατηγών), ο Μιλτιάδης πήγε και βρήκε τον Καλλίμαχο από τις Αφίδνες, που ήταν τότε πολέμαρχος, και του μίλησε έτσι: [6.109.3] «Καλλίμαχε, τώρα στα χέρια σου είναι ή να ρίξεις στη σκλαβιά την Αθήνα ή να την κάνεις ελεύθερη και να μείνει τ᾽ όνομά σου όσο θα υπάρχουν άνθρωποι, πιο δοξασμένο απ᾽ του Αρμοδίου και του Αριστογείτονος. Γιατί, βλέπεις, τώρα η Αθήνα διατρέχει τον πιο μεγάλο κίνδυνο απ᾽ τον καιρό της ίδρυσής της, κι αν μπει κάτω απ᾽ το ζυγό των Μήδων, όλος ο κόσμος ξέρει τί θα πάθει στα χέρια του Ιππία, αν όμως η πόλη αυτή σωθεί, μπορεί ν᾽ αναδειχτεί η πρώτη απ᾽ τις ελληνικές πόλεις. [6.109.4] Λοιπόν, πώς μπορούν να γίνουν αυτά, και κάτω από ποιές συνθήκες η τελική απόφαση γι᾽ αυτά είναι στα χέρια σου, θα σου το πω τώρα. Εμάς, των δέκα στρατηγών, οι γνώμες είναι στα δυο· άλλοι υποστηρίζουν να δώσουμε μάχη κι άλλοι να μη δώσουμε. [6.109.5] Λοιπόν, αν δε δώσουμε μάχη, φοβάμαι μήπως ξεσπάσει καμιά μεγάλη διχόνοια και κλονίσει το φρόνημα των Αθηναίων, με αποτέλεσμα να μηδίσουν· αν όμως δώσουμε μάχη προτού κάτι σάπιο φωλιάσει στις ψυχές μερικών Αθηναίων, θα μπορέσουμε, φτάνει οι θεοί να κρατήσουν δίκαιη ζυγαριά, να βγούμε νικητές στη σύγκρουση. [6.109.6] Λοιπόν όλ᾽ αυτά εσένα περιμένουν και από σένα κρέμονται· δηλαδή, αν προσθέσεις την ψήφο σου στη δική μου γνώμη, θα ᾽χεις πατρίδα ελεύθερη κι η πόλη σου θα είναι η πρώτη ανάμεσα στις ελληνικές· αν προτιμήσεις τη γνώμη αυτών που πασχίζουν ν᾽ αναβάλουν τη σύγκρουση, θα πετύχεις τα αντίθετα από τα καλά που σου απαρίθμησα».
[6.110.1] Μ᾽ αυτά τα λόγια ο Μιλτιάδης προσεταιρίζεται τον Καλλίμαχο· και με την προσθήκη της γνώμης του πολεμάρχου πάρθηκε η τελική απόφαση, να δώσουν μάχη. Κατόπιν, οι στρατηγοί που είχαν ταχθεί με τη γνώμη να δώσουν μάχη, όταν με τη σειρά του ο καθένας αποχτούσε το γενικό πρόσταγμα για μια μέρα, το παραχωρούσε στον Μιλτιάδη· κι αυτός το δεχόταν, δεν έλεγε όμως να δώσει μάχη παρά μόνο όταν έφτασε η μέρα που είχε με τη σειρά του το γενικό πρόσταγμα.
[6.111.1] Κι όταν ήρθε η σειρά του, νά πώς παρατάχτηκαν οι Αθηναίοι για να δώσουν μάχη· επικεφαλής στη δεξιά πτέρυγα ήταν ο πολέμαρχος· γιατί τότε αυτή ήταν η τάξη στην Αθήνα, να έχει τη δεξιά πτέρυγα ο πολέμαρχος· κι αρχίζοντας απ᾽ αυτήν έρχονταν η μια αμέσως ύστερ᾽ από την άλλη οι φυλές των πολιτών, με τη σειρά της απαρίθμησής τους· την παράταξη έκλειναν οι Πλαταιείς, που κρατούσαν την αριστερή πτέρυγα. [6.111.2] Κι από τη μάχη αυτή και μετά, όταν οι Αθηναίοι προσφέρουν θυσίες στις μεγάλες γιορτές που γίνονται κάθε πέμπτο χρόνο, ο Αθηναίος κήρυκας, στις ευχές που απαγγέλλει για να δώσουν οι θεοί ευτυχία στους Αθηναίους, προσθέτει «και στους Πλαταιείς». [6.111.3] Τότε λοιπόν η παράταξή τους στον Μαραθώνα πήρε ένα τέτοιο σχήμα: το στρατόπεδό τους σχημάτιζε μέτωπο ίσο με το μέτωπο των Περσών, αλλά στο κέντρο είχε μικρό βάθος κι ήταν το πιο αδύνατο σημείο της παράταξής τους, ενώ οι δυο πτέρυγες με τις πυκνές γραμμές τους ήταν ενισχυμένες.
[6.112.1] Κι όταν πήραν τις θέσεις μάχης κι οι θυσίες έδωσαν αίσιους οιωνούς, τότε, μόλις τους δόθηκε το σύνθημα, οι Αθηναίοι χύθηκαν τρέχοντας εναντίον των βαρβάρων· και η απόσταση που χώριζε τους δυο στρατούς δεν ήταν μικρότερη από οχτώ σταδίους. [6.112.2] Κι οι Πέρσες, βλέποντάς τους να έρχονται πάνω τους τρέχοντας, ετοιμάζονταν να τους αντιμετωπίσουν, και καταλόγιζαν στους Αθηναίους μανία που τους οδηγούσε στον αφανισμό, βλέποντάς τους να είναι λίγοι, κι αυτοί οι λίγοι να εξορμούν ακράτητοι, την ώρα που δεν τους στήριζαν ούτε ιππικό ούτε τοξότες· [6.112.3] λοιπόν τέτοια υποτιμητική ιδέα σχημάτισαν γι᾽ αυτούς οι βάρβαροι. Κι οι Αθηναίοι, καθώς ήρθαν σε πυκνό σχηματισμό στα χέρια με τους βαρβάρους, πολεμούσαν με έξοχη παλικαριά. Κι αλήθεια, απ᾽ όσο ξέρουμε εμείς, ήταν οι πρώτοι απ᾽ όλους τους Έλληνες που επιτέθηκαν τρέχοντας εναντίον των εχθρών, και πρώτοι που δε δείλιασαν αντικρίζοντας τη μηδική στολή και τους άντρες που τη φορούσαν· ενώ πρωτύτερα οι Έλληνες και μόνο που άκουγαν το όνομα Μήδοι κυριεύονταν από φόβο.
[6.113.1] Η μάχη τους στον Μαραθώνα κράτησε ώρες πολλές. Λοιπόν, στο κέντρο του μετώπου νικούσαν οι βάρβαροι, εκεί όπου είχαν παραταχτεί οι ίδιοι οι Πέρσες και οι Σάκες· σ᾽ αυτό το σημείο νικούσαν οι βάρβαροι, δημιούργησαν ρήγμα και συνέχιζαν την καταδίωξη προς τα μεσόγεια· αλλά στη μια και στην άλλη πτέρυγα νικούσαν οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς. [6.113.2] Και παίρνοντας τη νίκη, τους βαρβάρους που είχαν στρέψει τα νώτα τούς παράτησαν στη φευγάλα τους, ενώ, ενώνοντας τις δυο πτέρυγές τους σ᾽ ένα σώμα, έδιναν μάχη με τους Πέρσες που είχαν πετύχει το ρήγμα στο κέντρο του μετώπου· νικητές βγήκαν οι Αθηναίοι. Και πήραν στο κυνήγι τους Πέρσες που τράπηκαν σε φυγή και τους έσφαζαν, ώσπου έφτασαν στη θάλασσα κι έψαχναν να βρουν φωτιά και γαντζώνονταν στα καράβια των εχθρών.
[6.114.1] Και σ᾽ αυτόν τον αγώνα σκοτώνεται ο πολέμαρχος, που αναδείχτηκε ήρωας, σκοτώθηκε κι από τους στρατηγούς ο Στησίλαος, ο γιος του Θρασυλάου· κι από τους άλλους ο Κυνέγειρος, ο γιος του Ευφορίωνος, γαντζωμένος τότε στη φιγούρα της πρύμης καραβιού, έπεσε νεκρός όταν του έκοψαν με τσεκούρι το χέρι· κι άλλοι ακόμα Αθηναίοι, πολλοί και ονομαστοί.
[6.115.1] Μ᾽ ένα τέτοιο τρόπο οι Αθηναίοι αιχμαλώτισαν εφτά καράβια, κι οι βάρβαροι με τα υπόλοιπα βγήκαν στ᾽ ανοιχτά, πήραν τα ανδράποδα της Ερέτριας από το νησί όπου τα είχαν αφήσει κι αρμενίζοντας έκαναν το γύρο του Σουνίου θέλοντας να φτάσουν πρώτοι στην πόλη, προλαβαίνοντας τους Αθηναίους. Και καταγγέλθηκε στην Αθήνα πως αυτή τους η ιδέα ήταν δόλιο σχέδιο των Αλκμεωνιδών· γιατί ετούτοι, ειπώθηκε, συνεννοημένοι με τους Πέρσες, ύψωσαν ασπίδα την ώρα που εκείνοι ήταν κιόλας στα καράβια.
[6.116.1] Αυτοί λοιπόν έκαναν με τα καράβια τους το γύρο του Σουνίου· κι οι Αθηναίοι απ᾽ τη μεριά τους, τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, έσπευδαν να υπερασπιστούν την πόλη και πρόλαβαν κι έφτασαν πριν έρθουν οι βάρβαροι· αφήνοντας το τέμενος του Ηρακλή στον Μαραθώνα ήρθαν και στρατοπέδευσαν σ᾽ ένα άλλο τέμενος του Ηρακλή, στο Κυνόσαργες. Οι βάρβαροι τότε, με τα καράβια τους να σαλεύουν στα νερά του Φαλήρου (γιατί τότε αυτό ήταν ο ναύσταθμος της Αθήνας), κράτησαν λοιπόν τα καράβια τους στα πανιά απέναντι απ᾽ το Φάληρο κι ύστερα πήραν το δρόμο του γυρισμού για την Ασία.
[6.117.1] Στη μάχη αυτή του Μαραθώνα σκοτώθηκαν από τους βαρβάρους περίπου έξι χιλιάδες τετρακόσιοι άντρες κι από τους Αθηναίους εκατόν ενενήντα δυο· αυτές ήταν οι απώλειες που είχαν τα δυο μέρη. [6.117.2] Και στην ίδια μάχη συνέβη ένα τέτοιο καταπληκτικό περιστατικό: ένας Αθηναίος, ο Επίζηλος, ο γιος του Κουφαγόρα, που πολεμούσε ηρωικά εκεί που πάλευαν στήθος με στήθος, έχασε το φως των ματιών του χωρίς να δεχτεί ούτε χτύπημα ούτε βέλος σε κανένα μέρος του σώματός του κι από τότε έμεινε σ᾽ όλη τη ζωή του τυφλός. [6.117.3] Κι άκουσα να διηγούνται για το πάθημά του μια τέτοια ιστορία, πως του φάνηκε να στέκεται αντίκρυ του ένας πελώριος οπλίτης, που η γενειάδα του σκέπαζε ολόκληρη την ασπίδα του· κι αυτό το φάντασμα προσπέρασε τον ίδιο και σκότωσε τον συμπολεμιστή του. Αυτή την ιστορία άκουσα πως διηγιόταν ο Επίζηλος.

 

https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=155 

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020

Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

Απόσπασμα από συνέντευξη του Π. Κονδύλη στον Σ. Τσακνιά
περιοδικό «ΔΙΑΒΑΖΩ», τ.384, Απρίλιος 1998

«Θεωρώ την εντρύφηση μου στα κλασσικά γράμματα ως ένα από τα μεγάλα ευτυχήματα και τα αναντικατάστατα ερείσματα της πνευματικής μου συγκρότησης. Η εντρύφηση αυτή άρχισε στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια, παίρνοντας σχεδόν την μορφή μανίας, και διαρκεί, με διάφορες εντάσεις και διακοπές πλέον, έως σήμερα. Χαριτολογώντας εξομολογούμαι σε φίλους μου ότι, καθώς μ’ ευχαριστεί τόσο το διάβασμα, δεν θα έπρεπε ποτέ να κάνω επάγγελμα μου το γράψιμο, και αναθυμάμαι με φθόνο τον λόρδο Χένρυ, στο Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ, ο οποίος έλεγε ότι το διάβασμα του άρεσε τόσο, ώστε δεν του έκανε όρεξη να γράψει ο ίδιος βιβλία.

Τώρα, όποτε φαντάζομαι ότι θα ξέμπλεκα με όλα τα βάσανα του γραψίματος και θα αφιέρωνα τον χρόνο μου στην απόλαυση του διαβάσματος, το πρώτο που μου έρχεται στο νου είναι η κλασσική γραμματεία, ελληνική και λατινική, σ’ όλη της την έκταση. Αν ο αναγνώστης τη γνωρίζει ο ίδιος, τότε περιττεύει να του εξηγήσω το γιατί· αν πάλι δεν τη γνωρίζει, τότε είναι άσκοπο. Ωστόσο επιθυμώ ν’ απαντήσω, έστω και μέσες-άκρες, στην ερώτηση σας εξαίροντας μερικά σημεία ιδιαίτερης προσωπικής σημασίας.

Πρώτα-πρώτα, η εξοικείωση με την αρχαιοελληνική και τη λατινική γλώσσα, ως συντακτικά και γραμματικά μορφώματα και ως αντίστοιχα ρυθμισμένες εκφραστικές δυνατότητες, σήμανε για μένα τη μεγάλη και πειθαρχημένη μύηση στο φαινόμενο «γλώσσα» εν γένει, και μάλιστα μέσα από μιαν άκρως προνομιακή πρόσβαση. Γλώσσες, όπου τα περιγράμματα των λέξεων και των φράσεων δεν τα θολώνουν τα –γόνιμα ή άγονα, αδιάφορο– νεφελώματα του νεώτερου υποκειμενισμού, μοιάζουν με κυκλώπεια τείχη χτισμένα με ξερολιθιά, με οφθαλμοφανείς τις αρμοδεσιές και χειροπιαστά τα ερείσματα, με αδρές τις αντιστοιχίες ανάμεσα στο σημαίνον και στο σημαινόμενο, στο πελέκημα του λόγου και στη λάξευση του στοχασμού.

Η σαφήνεια και η απλότητα δεν είναι εδώ αιτήματα προβαλλόμενα εκ των έξω, αλλά απόρροια και κριτήριο εσωτερικού βάθους. Έχω αγαπήσει πολλούς νεώτερους συγγραφείς που υφολογικά στέκονται στους αντίποδες αυτού του ιδεώδους. Όταν όμως πρέπει να γράψω ο ίδιος, δεν μπορώ παρά να ακολουθήσω τις δικές μου υφολογικές κλίσεις, να βρω τους κατάλληλους αγωγούς για να διοχετεύσω τη δική μου σκέψη.

Και ακριβώς η δόμηση της σκέψης μου με φέρνει κοντά στο διαυγές και κατά το δυνατόν απέριττο ύφος, πολύ περισσότερο γιατί πιστεύω, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για θεωρητικά κείμενα, ότι η πνευματική εντιμότητα απαγορεύει την επικάλυψη ατελειών της σκέψης με φιοριτούρες και λεκτικές ακροβασίες. Ειδικότερα, η γλώσσα, όπου πρωτογράφω τα βιβλία μου, προσφέρει εξαιρετικά πλεονεκτήματα στον γνώστη των κλασσικών γλωσσών: η γερμανική διατηρεί πολύ περισσότερο απ’ ό,τι άλλες γλώσσες τις συντακτικές δομές και τους λεκτικούς τρόπους της αρχαιοελληνικής και της λατινικής.

Ιδιαίτερα οι απεριόριστες σχεδόν δυνατότητες διαπλοκής κυρίων και δευτερευουσών προτάσεων εντός μακρών περιόδων επιτρέπουν την ακριβή άρθρωση πολυεπίπεδων διανοημάτων, όπου στη συντακτική πλοκή αποτυπώνεται ανάγλυφα η πλοκή και η υφή των σχέσεων μεταξύ των διαφόρων διαστάσεων του νοήματος. Σε καμμιά άλλη απ’ όσες γλώσσες γνωρίζω δεν θα μπορούσε να αποδοθεί τόσο καλά το θουκυδίδειο ύφος λ.χ. Σε Γερμανούς αναγνώστες μου, οι οποίοι με ρωτούν πώς μπορώ να γράφω αβίαστα σε μιά ξένη γλώσσα, και μάλιστα με αξιώσεις προσωπικού ύφους, απαντώ ότι τούτο οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην τριβή μου με τις κλασσικές γλώσσες. Όσοι τις κατέχουν καταλαβαίνουν εύκολα τι εννοώ.

Πέρα από τη γλώσσα, αλλά όχι άσχετα προς αυτήν, κλασσική είναι μιά σκέψη ή μια εποχή της ιστορίας του πνεύματος όταν διατυπώνει με αναντικατάστατη εννοιολογία προβλήματα διηνεκώς επανερχόμενα, δηλαδή προβλήματα, στα οποία προσκρούει με εσωτερική αναγκαιότητα κάθε βαθύτερος στοχασμός – κοντολογής, έσχατα προβλήματα. Πώς είναι όμως δυνατό να έχει διαχρονική κλασσική αξία ό,τι νοήθηκε και εκφράσθηκε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο;

Όπως στην ανθρώπινη κατάσταση γενικότερα υπάρχουν ορισμένα μεγέθη συνεχώς ανακυκλούμενα, παρά την εκάστοτε διαφορετική κοινωνικοϊστορική τους επένδυση, έτσι και η ανθρώπινη σκέψη κινείται γύρω από ορισμένα θεμελιώδη μεγέθη, οι βασικοί συνδυασμοί των οποίων είναι αριθμητικά περιορισμένοι, άρα περιορισμένες είναι και οι έσχατες επιλογές. Στην αρχαία Ελλάδα έγινε κάτι πράγματι εκπληκτικό: σε σχετικό σύντομο χρονικό διάστημα, και μέσα από τις εσωτερικές αναγκαιότητες της κίνησης του στοχασμού, ανακαλύφθηκαν και συνοψίσθηκαν οι έσχατες αυτές επιλογές.

Όποιος π.χ. μελετήσει προσεκτικά και σ’ όλες της τις πτυχές την αντιπαράθεση σοφιστικής και Πλάτωνος θα διαπιστώσει ότι εδώ συνοψίστηκε, κατά τρόπο κυριολεκτικά ανυπέρβλητο, ό,τι κατά βάθος ταλανίζει έκτοτε, γεννώντας παράλληλα ποικίλες ενδιάμεσες λύσεις, τη δυτική σκέψη και όχι μόνον αυτή: το δίλημμα «μεταφυσική ή μηδενισμός», όπου η ηθική διάσταση του προβληματισμού συνάπτεται συνειδητά με τη γνωσιοθεωρητική ή κοσμολογική.

Αυτό ούτε άλλαξε, ούτε και θα μπορούσε ν’ αλλάξει, γιατί εδώ τον λόγο τον έχουν τα σταθερά μεγέθη, για τα οποία μιλήσαμε. Αλλά μήπως ο Θουκυδίδης δεν κατέστησε ορατές, κατά τρόπο εννοιολογικά επαρκή, ορισμένες σταθερές της πολιτικής συμπεριφοράς και των διεθνών σχέσεων, ούτως ώστε ν’ αποτελεί σήμερα (εκτός Ελλάδος, εννοείται) υποχρεωτικό ανάγνωσμα όσων ασχολούνται ουσιαστικά με τέτοια ζητήματα. Εδώ πρέπει ίσως να προλάβω μιά παρεξήγηση.

Το κλασσικό δεν εξαντλείται στο αρχαιοελληνικό, όπως ήθελαν να πιστεύουν οι αρχαιολάτρες της παλαιάς ουμανιστικής σχολής. Η νεώτερη φιλοσοφία, κοινωνιολογία, ιστοριογραφία και λογοτεχνία έχουν κι αυτές τους κλασσικούς τους, με την έννοια που δώσαμε παραπάνω στον όρο. Η αναστροφή με τους αρχαίους κλασσικούς όχι μόνον δεν μπορεί να συνιστά κανενός είδους πρόσκομμα στην προσοικείωση των νεώτερων, αλλά έχει το αντίθετο αποτέλεσμα: εθίζει το πνεύμα στην απαρέσκεια έναντι των εκάστοτε συρμών και διδάσκει πώς να συγκροτεί κανείς την παιδεία του πάνω σε εδραία και μόνιμα θεμέλια.

Πολλοί, έχοντας αφοσιωθεί περίπου υπαρξιακά σε μια πνευματική μόδα, χάνουν τον προσανατολισμό τους μόλις αυτή περάσει και τρέχοντας ξοπίσω της σ’ όλη τους τη ζωή στενεύουν αδιάκοπα τον ορίζοντά τους. Συνιστώ ένθερμα στους νεώτερους, που ενδιαφέρονται να συστηματοποιήσουν στα σοβαρά τα πνευματικά τους ενδιαφέροντα, να το κάμουν με αφετηρία τους αρχαίους και νεώτερους κλασσικούς, επιστρέφοντας αδιάκοπα σ’ αυτούς. Έτσι και χρόνο θα εξοικονομήσουν, μπαίνοντας απ’ ευθείας στην καρδιά των προβλημάτων, και θα αποφύγουν τον πνευματικό εκείνο εξευτελισμό που υφίσταται όποιος, αγνοώντας ευρύτερες συνάφειες και μακρές προϊστορίες, ατενίζει χάσκοντας τον εκάστοτε διερχόμενο διάττοντα αστέρα.

Στον βαθμό όπου κατανοούσα καλύτερα τους μηχανισμούς της ιδεολογικής και ουτοπικής σκέψης, την κλασική αρχαιότητα την έφερνε κοντύτερα μου ένα ακόμα γνώρισμα της: η απουσία εσχατολογίας και ευθύγραμμων αντιλήψεων για το ιστορικό γίγνεσθαι, οι οποίες ως γνωστόν έχουν ιουδαιοχριστιανική προέλευση και εκκοσμικεύθηκαν τόσο από τον σοσιαλιστικό μαρξισμό όσο και από τον καπιταλιστικό φιλελευθερισμό.

Για να αποφευχθεί η υστερία μπροστά στον πλήρη και αμετάκλητο θάνατο, νομιμοποιήθηκε κοσμοθεωρητικά η υστερία της εσχατολογίας. Όποιος μαθαίνει να ζει χωρίς ρητές ή άρρητες εσχατολογίες και χωρίς ηθικισμούς ως υποκατάστατα τους, πρέπει και να μάθει να πεθαίνει, πλήρως και αμετάκλητα, με γαλήνη και φαιδρότητα ψυχής.

Αν κάπου μπορεί να πάρει κανείς αυτό το ύψιστο μάθημα, είναι από την κλασσική αρχαιότητα, η οποία αγνόησε την ευθεία γραμμή με την αίσια απόληξη για να προσηλωθεί στην θέαση και βίωση του αΐδιου κύκλου».

.




Τρίτη 6 Αυγούστου 2019

ΟΛΟΙ ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΣΕ ΕΝΑ ΘΕΜΑΤΙΚΟ ΠΑΡΚΟ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ.

Δημιουργήθηκε στη γενέτειρα του Έλληνα φιλόσοφου στα Στάγειρα και το επισκέπτονται χιλιάδες μαθητές...
Ο αρχαίος έλληνας φιλόσοφος, Αριστοτέλης, γεννήθηκε το 384 π.Χ, στην περιοχή Στάγειρα της Χαλκιδικής.
Μπορεί να μην έζησε μεγάλο διάστημα στη γενέτειρα του, όμως οι επόμενες γενιές, φρόντισαν να αναδείξουν το έργο και την προσωπικότητα του μεγάλου φιλόσοφου και δάσκαλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, με έναν ιδιαίτερο τρόπο.


Ένα άλσος αφιερωμένο στον αρχαίο φιλόσοφο Αριστοτέλη
Ένα άλσος αφιερωμένο στον αρχαίο φιλόσοφο Αριστοτέλη
Σε υψόμετρο 500 μέτρων βρίσκεται το μοναδικό θεματικό πάρκο της Χαλκιδικής. Το ονόμασαν «Άλσος του Αριστοτέλη», ώστε να τιμήσουν τον μεγάλο φιλόσοφο ο οποίος γεννήθηκε στα Αρχαία Στάγειρα, ενώ την έκταση κοσμεί ένα μεγαλοπρεπές άγαλμα του φιλοσόφου από το 1956.
Τα πρωτότυπα διαδραστικά όργανα που φιλοξενούνται στον χώρο του άλσους τοποθετήθηκαν το 2003 από τη Δημοτική Επιχείρηση Σταγείρων-Ακάνθου και σήμερα το διαχειρίζεται η Δημοτική Ανώνυμη Επιχείρηση του Δήμου Αριστοτέλη. Πρόκειται για πειραματικά όργανα που λειτουργούν βάσει των φυσικών νόμων οι οποίοι αναφέρονται στα συγγράμματα του Αριστοτέλη και ιδιαίτερα στο έργο του «Τα Φυσικά».
Με αυτή την προσθήκη, το «Άλσος του Αριστοτέλη» έχει γίνει προορισμός για σχολικές εκδρομές, καθώς συνδυάζει την ψυχαγωγία και την εκπαίδευση.
Υπολογίζεται ότι μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες δέχεται περισσότερους από 15.000 επισκέπτες.
Τα πειραματικά όργανα
Φακός: Η πινακίδα δίπλα στον φακό μας πληροφορεί ότι κάθε φωτόνιο, δηλαδή κάθε στοιχειώδες ποσό φωτεινής ενέργειας, από μόνο του έχει ελάχιστη ενέργεια, όταν όμως όλα μαζί συγκεντρωθούν σ’ ένα σημείο η ενέργεια αυτή γίνεται πολύ μεγάλη.
"Ο φακός"
«Ο φακός»
Πυξίδα: Είναι τοποθετημένη μπροστά από το άγαλμα του Αριστοτέλη και συμβολίζει το ότι η φιλοσοφία του έχει φθάσει σε όλα τα μέρη του κόσμου και είναι αφετηρία της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης, παγκόσμια και κτήμα της ανθρωπότητας. Σ’ αυτήν απεικονίζονται η κατεύθυνση και η απόσταση των πιο γνωστών πόλεων στον κόσμο με σχέση με το άλσος.
"Η πυξίδα"
«Η πυξίδα»
Οπτικοί Δίσκοι: Εικόνες περνούν με μεγάλη ταχύτητα μπροστά από το οπτικό μας πεδίο, το ανθρώπινο μάτι δεν τις αντιλαμβάνεται ως διαφορετικές, αλλά δημιουργεί ένα συνεχές οπτικό σύνολο, όπως όταν βλέπουμε μια ταινία. Αυτό συμβαίνει διότι η εντύπωση της εικόνας εξακολουθεί να διαρκεί ακόμα 1/16 περίπου του δευτερολέπτου πάνω στο οπτικό νεύρο, λόγω αδράνειας. Αυτή η ιδιότητα του ματιού ονομάζεται μετείκασμα. Ο κινηματογράφος στηρίζεται ουσιαστικά στην «αδυναμία» του ματιού να δει περισσότερες από 24 φωτογραφίες το δευτερόλεπτο.
"Οπτικοί Δίσκοι"
«Οπτικοί Δίσκοι»
Υδροστρόβιλος: Στο διαφανές δοχείο με το υγρό δημιουργείται μια δίνη με την περιστροφή του μοχλού. Έτσι γίνεται κατανοητή η δυναμική του φαινομένου, ενώ παραλληλίζεται με την περιστροφική κίνηση του αέρα που δημιουργεί τον ανεμοστρόβιλο.
"Υδροστρόβιλος"
«Υδροστρόβιλος»
Σφαίρες αδράνειας: Παίζοντας με τις σφαίρες αδράνειας γίνεται αισθητό το φαινόμενο της μεταφοράς της ορμής, όταν κατά την κρούση των σφαιρών διατηρείται η αρχική ορμή και μεταφέρεται διαδοχικά διαμέσου όλων των σφαιρών για να φτάσει κάθε φορά στην τελευταία.
"Σφαίρες Αδράνειας"
«Σφαίρες Αδράνειας»
Ηλιακό ρολόι: Το μεγάλο, οριζόντιο, ηλιακό ρολόι δείχνει τον ακριβή χρόνο στο σημείο όπου βρίσκεστε. Το καλοκαίρι υπάρχει διαφορά 1 ώρας και 25 λεπτών με την τρέχουσα ώρα, ενώ το χειμώνα η διαφορά είναι 25 λεπτά. Οι καμπύλες γραμμές πάνω στην πλάκα του ρολογιού είναι για να μπορεί να προσδιοριστεί ο μήνας που διανύουμε.
"Ηλιακό ρολόι"
«Ηλιακό ρολόι»

mixanitouxronou.gr  
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2019

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΚΑΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ



Του Νικολάου Μπαραμπούτη
 
Τό ἔτος ἐνάρξεως τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων ἀναφέρεται ὅτι εἶναι τό 776 Π.Χ, καθ΄ ὅτι οἱ Ὀλυμπιακοί προϋπῆρχον, καί ἕως τό 58 Μ.Χ.συμετεῖχον μόνον Ἕλληνες, δηλ. ἀδιαλείπτως διά 800 καί πλέον ἔτη συμμετεῖχον μόνον Ἕλληνες, ἀπό ὅλα τά μήκη καί πλάτη  τοῦ πλανήτη Γῆ. Ἐκτός ἀπό τό 56 Μ.Χ ποῦ συμμετεῖχεν ὁ Νέρων, ἀλλά καί αὐτός ἐπικαλέσθηκεν ὡς ἐπιχείρημα, τό ὅτι καί ἐμεῖς οἱ Ρωμαίοι Ἕλληνες ἤμαστε, βεβαίως δέ καί τήν ἰσχύν του.  
  Σκοπός τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων ἦτο ἡ σφυρηλάτησις τῆς Ἐθνικῆς ὁμοψυχίας καί ἡ καθιέρωσις τῆς ἀνωτερότητος τοῦ γένους τῶν Ἑλλήνων ἐν συγκρίσει μέ τούς βαρβάρους. Εἰς τούς Ὀλυμπιακούς ἀγῶνας συνευρίσκοντο οἱ Ἕλληνες καί ἀντήλλασον ἀπόψεις διά ὅλα τά θέματα.
 Πολλαί ποδοσφαιρικαί καί ὄχι μόνον ὁμάδαι, ἀναβιώνοντας τόν ἀθλητισμόν ὀνομάσθησαν μέ αὐτά τά ἐπιφανῆ ὀνόματα, ὥς Ἄρης, Ὀλυμπιακός, Παναθηναϊκός, Ἡρακλῆς,  ΠΑΟΚ, Ἀπόλων, Πανιώνιος. Ἐργοτέλης κ.τ.λ. Μέχρις προσφάτως ἐσυνεχίζετο αὐτή ἡ παράδοσις καί εἰς τάς ποδοσφαιρικάς ὁμάδας ἡγωνίζοντο μόνον τά Ἑλληνόπουλα. Ἕως ὅτου ἔφθασεν ἡ παρακμή εἰς τήν ἀγαπημένη μας Ἑλλάδα, καί εἰς τάς ποδοσφαιρικάς ὁμάδας βλέπεις αὐτό τό γελεῖον  φαινόμενον, πού προκαλεῖ μόνον οἶκτον γιά τήν κατάντια μας καί τόν ξεπεσμόν μας νά ἀγωνίζωνται καί νά φοροῦν ἀθλητικήν περιβολήν τῶν παναρχαίων καί δοξασμένων αὐτῶν ὀνομάτων, ὁ κάθε περιπλανόμενος ἀλλά  καί χρυσοπληρωμένος ἀπό ἐμᾶς τούς ἰδίους, καί ἐμεῖς ὡς ἡλίθιοι μαζάνθρωποι νά τούς χειροκροτοῦμαι.
Καί μία ἱστορική διαδρομή διά μερικούς Ὁλυμπιονίκας τής ἐνδόξου ἐκείνης περιόδου.
 Θεαγένης ὁ Θεσσαλός ἐκέρδιδεν 24 πρώτας νίκας καί ἔλεβεν 1.400 στεφάνους.
Σώστρατος ὁ Σικυώνιος  μέγας ἀθλητής τοῦ Παγκρατίου, ἐκέρδισεν 17 πρώτας νίκας.
Πολυδάμας  ὁ  Θεσσαλός το 408 π.Χ. Ὀλυμπιονίκης εἰς  τό παγκράτιον, ἐνίκησεν 12κις ἐν Ὀλυμπία, κατά τόν Παυσανία, ἦταν ὁ πλέον μεγαλόσωμος ἄνθρωπος πού ἔζησεν ποτέ. Ἀναφέρεται ὅτι ἔπιασεν ζωντανό ἕνα λιοντάρι εἰς τόν Ὄλυμπον.
Μίλων ὁ Κροτωνιάτης μέγας παλαιστής, 6 φορές Ὀλυμπιονίκης, ἐκέρδισεν ἐπίσης 7 στεφάνους εἰς τά Πύθια, 10 εἰς τά Ἴσθμια, 9 εἰς τά Νέμεα. Ὁ Φύλαρχος ἀναφέρει ὅτι μετέφερεν εἰς τούς ὤμους του ἕνα δαμάλι τεσσάρων ἐτῶν.
Τίτορμος ὁ Αἰτωλός, ὅστις κατώρθωνε νά κρατῆ συγχρόνως δύο ταύρους μαινομένους καί ἐξαγριωμένους.  Δι΄αὐτόν ὁ Μήλων ὁ Κροτωνιάτης  εἶπεν:
«Ζεύς ἔπεμψεν ἀνθρώποις Ἡρακλέα».
Διαγόρας ὁ Ρόδιος ὑπῆρξεν ἕνας μεγάλος ἀθλητής, ὁ διασημότερος πυγμάχος τῆς ἀρχαιότητος τοῦ 5ου Π.Χ αἰῶνος, εἶχεν ἀνακηρυχθεῖ πρωταθλητής εἰς τούς τέσσερις πανελλήνιους ἀγῶνας, Πύθια, Νέμεα, Ὀλυμπιακούς, καί Ἴσθμια, καθώς καί σέ ἄλλους τοπικούς ἀγῶνας εἰς τάς Ἀθήνας, Πελλήνη,  Μέγαρα,  Ρόδο καί Αἴγινα. Ὅταν ἐγέρασεν εἶχεν τήν εὐτυχίαν νά ἴδῃ καί τούς τρεῖς υἱούς  Ὀλυμπιονίκας, τόν Ἀκουσίαλον, τόν Δημάγετον καί Δωριέα. 

Τά παιδιά του ἀμέσως μετά  τήν νίκην τους, εἰς τούς Ὀλυμπιακούς ἀγώνας, ἔβγαλαν τά στεφάνια ἀπό τά κεφάλια τους καί στεφάνωσαν τόν πατέρα τους. Κατόπιν σηκώνοντας τον εἰς τούς ὤμους των τόν περιέφεραν θριαμβευτικά εἰς τό Ὀλυμπιακόν στάδιον. Οἱ θεαταί ἐζητωκραύγαζαν τόν πατέρα καί τά παιδιά του, κάποιος δέ θεατής φώναξε: <Κάτθανε Διαγόρα, οὐκ εἰς τόν Ὀλυμπο ἀναβήσει>, δηλ πέθανε Διαγόρα διατί δέν μπορεῖς νά γίνης καί Ὀλύμπιος, τώρα εἶναι ἡ εὐτυχεστέρα στιγμή τῆς ζωῆς σου. Καί πραγματικά ὁ γέρων ἀθλητής ἀπέθανεν μέσα σέ λίγα λεπτά σέ μεγάλη εὐτυχία. Ἡ ὡδή ποῦ τοῦ ἔγραψε ὁ Πίνδαρος ἐγράφει μέ μεγάλα γράμματα εἰς τόν τοῖχον τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀθηνᾶς εἰς τήν Ρόδον. Εἶχεν καί μίαν κόρην τήν Καλλιπάτειραν, ἡ ὁποία καί αὐτή εἶχεν υἱόν ἀθλητήν. Τότε εἰς τούς Ὀλυμπιακούς ἀγῶνας ἀπαγορευόταν ἡ εἴσοδος τῶν γυναικῶν, ἡ δέ παραβάτης κατακρημνιζόταν ἀπό τό βραχῶδες ὄρος Τύπαιον. Ἡ Καλλιπάτειρα προκειμένου νά ἴδῃ τόν υἱόν της Πεισίρροδον ἀγωνιζόμενον, μετεμφιέσθη σέ γυμναστήν καί εἰσῆλθεν ἐντός τοῦ σταδίου. Ὁ υἱός της ἐνίκησεν, ἀλλά ἀπό τήν χαράν της διά τήν νίκην τοῦ υἱοῦ της ἐζητωκραύγασεν καί ἐγένετο ἀντιληπτή. Δέν τῆς ἐπεβλήθει ἡ τιμωρία, διότι οἱ Ἑλλανόδικοι  ἔκριναν ὅτι τῆς ὀφείλουν σεβασμόν, καθ΄ὅτι εἶχεν πατέραν, ἀδέλφια καί παιδιά Ὀλυμπιονίκας. 
Ἀγεύς ὁ Ἀργεῖος, ὅστις ἐνίκησεν ἐν Ὀλυμπία, καί αὐθημερόν μετέβει εἰς τό  Ἄργος διά νά ἀναγγείλη τήν νίκην του διατρέξας 90 χιλιόμετρα.
Πυθαγόρας ὅστις ἐνίκησεν ἐν Ὀλυμπία εἰς ἀγώνισμα πυγμαχίας
Πλάτων ὅστις ἐνίκησεν νίκην πάλης εἰς τά Ἴσθμια.
Σωκράτης ἦτο ἄριστος γνώστης τοῦ Παγρατίου καί μέγας πολεμιστής, εἶχεν διαπρέψει είς τήν μαχην τῆς Ἀμφιπόλεως, τῆς Τανάγρας καί Ποτιδαίας.
Ὁ φιλόσοφος Ἐμπεδοκλῆς ὅστις ἐνίκησεν ἱπποδρομικήν νίκην κέλητος ἵππου.
Λεωνίδας ὁ Ρόδιος ἐστέφθει νικητής εἰς 4 Ὀλυμπιάδες. Ἔγινεν διάσημος και

τελικῶς ἐθεοποιήθει διά τάς  νίκας του σε τρία ἀγωνίσματα  δρόμου: τό στάδιο, τόν δίαυλο καί τόν ὀπλίτη δρόμο. Αἱ ἱστορικαί μαρτυρίαι τόν χαρακτηρίζουν ὡς τόν αθλητήν μέ τό δαιμόνιον τάχος (τήν δαιμονισμένην ταχύτητα). Ὁ Ρόδιος δρομεύς κατάφερε νά νικήση καί εἰς τά  τρία αγωνίσματα σέ τέσσερις διαδοχικάς Ὀλυμπιάδες, ἕνα ἐπίτευγμα πού δέν ἐπαναλήφθηκεν ἀπό ἄλλον ἀθλητήν.
Λάδας ἐκ Σπάρτης Ἔξοχος δρομεύς. Ἐνέπνευσεν τόν Μύρωνα εἰς τήν κατασκευήν ἑνός ἀγγάλματος, διά τό ὁποῖον οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγον πῶς εἶχεν πνοή.
οἱ Συρακούσιοι τύρανοι Γέλων καί Ἰέρων, νικηταί εἰς  ἀρματοδρομίαν.
ὁ Κίμων νικητής εἰς  ἀρματοδρομίαν
 Ὁ ἔξ Ἀλεξανδρείας,  Στάτων
Ὁ ἔκ Τενέδου, Δημόκριτος
Δημήτριος ὁ Σαλαμίνιος ἐκ Κύπρου, νικητής εἰς τρεῖς Ὀλυμπιάδας εἰς τό στάδιον
Ἠρακλείδης  ὁ Σαλαμίνιος ἐκ Κύπρου νικητής εἰς τήν 144ην Ὁλυμπιάδαν.
Ὀνησίκριτος ὁ Σαλαμίνιος ἐκ Κύπρου νικητής εἰς τό στάδιον εἰς τήν 150 Ὀλυμπιάδαν.
 

Ἀλκιβιάδης συμμετάσχει εἰς τούς Ὀλυμπιακούς ἀγώνας εἰς τήν ἀρματοδρομίαν μέ  

7 τέθριππα ἄλογα καί ἐστέφθει Ὀλυμπιονίκης κερδίζων τάς τρεῖς πρώτας θέσεις.  Θεαγένης ο Θάσιος, ἕνας ἀπό τούς διασημότερους ἀθλητάς τῆς ἀρχαιότητος, ἐστέφθει Ὀλυμπιονίκης τό 480 εἰς τήν πυγμαχίαν καί τό 476 Ὀλυμπιονίκης  εἰς
τό Παγκράτιον,  ἐπέτυχεν 3 νίκες εἰς τά Πύθια, 9 εἰς τά Νέμεα, 10 εἰς τά Ἴσθμια.   
Ἐργοτέλης ἐκ Κνωσσοῦ ὑπῆρξεν Ὀλυμπιονίκης. Ἔνίκησεν εἰς  Ὀλυμπίαν σέ ἀγῶνας δολιχοδρομίας. Νίκησε ἐπίσης στά Πύθια καί τά Ἴσθμια. Τόν ὕμνησεν ὁ Πίνδαρος.
Δόλιχος=μακρύς, δολιχοδρομία=μακρύς δρόμος , ὁ δόλιχος ἦτο 24 στάδια,  ἕνα στάδιον περίπου 190μέτρα.
Φειδιππίδης διάσημος  Ἀθηναῖος δρομεύς. Στάλθηκε ἀπό τούς Ἀθηναίους εἰς τήν Σπάρτην, πρό τῆς μάχης τοῦ Μαραθῶνος διά νά ζητήση  βοήθειαν. Διέτρεξεν τήν ἀπόστασιν ἐντός δύο ἡμερῶν.
Εὐχίδας ἐκ Πλαταιῶν περίφημος δρομεύς, συμμετεῖχεν εἰ ςτήν μάχην τῶν Πλαταιῶν. Μετά τήν νίκην τῶν Ἑλλήνων μετέβει εἰς τό μαντεῖον τῶν Δελφῶν ἀπ' ὅπου παρέλαβεν τό ἱερόν πῦρ, ἐπιστρέφοντας αὐθημερόν εἰς τό Ἑλληνικόν στρατόπεδον. Ὑπολογίζεται ὅτι ἐντός μιάς ἡμέρας διήνυσεν 185χιλιόμετρα. Ὅταν ἄναψεν τόν βωμόν πού εἶχεν κατασκευασθῆ διά τόν ἑορτασμόν τῆς νίκης, ἀσπάσθηκεν τούς συμπολεμιστάς του καί ἀπεβίωσεν.
Ὁ Βασιλεύς Φίλιππος Β, πατήρ τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου ἐστεύθη τρεῖς φορές Ὀλυμπιονίκης εἰς τήν ἀρματοδρομίαν, τήν 106ῃ, τήν 107ῃ καί τήν 108ῃ Ὀλυμπιάδα.

Οἱ ἐξ Ἀθηνῶν, Καλλίας καί Φρύνων
Οἱ  Θηβαῖοι, Κλειτόμαχος καί Θεαγένης
Δημόκριτος, ἐκ Τενέδου
Ταυροσθένης, ἐξ Αἰγίνης
Βασιλεύς Ἀλέξανδρος Α!  Ὀλυμπινίκης δρομεύς  συμετεῖχεν εἰς 80ην Ὀλυμπιάδα.
Δαμασίας ἐξ Ἀμφιπόλεως  δρομεύς, ἐνίκησεν εἰς τήν 115ην Ὀλυμπιάδα
Σεβαστέ μου Ἕλληνα καί ἀγαπητέ μου φίλε τοῦ ποδοσφαίρου, ἔφθασεν ἡ ὥρα νά ἀπαιτήσης. Νά ἀπαιτήσης εἰς τούς ποδοσφαιρικούς ἀγῶνας νά βλέπης τό παιδί σου νά ἀγωνίζεται,  αὐτό νά χειροκροτῆς αὐτό νά σηκώσης στούς ὤμου σου μέ χαρά καί μέ καμάρι. Σήκωσε ψηλά τά ἰδανικά καί τήν μεγαλοπρέπειαν τῆς Ἑλλάδος. Τρέξε καί ἐσύ διά τά ἄϋλα ἀγαθά καί τά μεγάλα ἰδανικά ποῦ ἐθεμελίωσαν οἱ πρόγονοι μας, πατρίδα, θρησκεία οἰκογένεια, νά βγῆς ὁ νικητής γιά νά φορέσης τό στεφάνι τῆς ἐλιάς, τό στεφάνι τῆς δόξας.
Α) Τίθεται ἕνα ἐρώτημα, οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι ἐγνώριζαν τήν μπάλα; ἤ  ἐγνώριζαν τό ποδόσφαιρο;  Μά καί βεβαίως ἐγνώριζαν τήν σφαίραν (μπάλα), ἐγνώριζαν καί  τό ποδόσφαιρον τό ὀνόμαζαν δέ ἐπίσκυρον.  
Ἡ σφαίρα ἦτο γνωστή ἀπό τά Ὁμηρικά χρόνια, εἰς τήν ραψωδίαν θ 370-375 διαβάζωμεν:

Ἀλκίνοος δ᾿ Ἅλιον καὶ Λαοδάμαντα κέλευσεν
μουνὰξ ὀρχήσασθαι, ἐπεί σφισιν οὔ τις ἔριζεν.
οἱ δ᾿
ἐπεὶ οὖν σφαῖραν καλὴν μετὰ χερσὶν ἕλοντο,
πορφυρέην,
τήν σφιν Πόλυβος ποίησε δαί̈φρων,
τὴν ἕτερος ῥίπτασκε ποτὶ νέφεα σκιόεντα
 ἰδνωθεὶς ὀπίσω, ὁ δ᾿ ἀπὸ χθονὸς ὑψόσ᾿ ἀερθεὶς
ῥηιδίως μεθέλεσκε, πάρος ποσὶν οὖδας ἱκέσθαι.
 


Ὁ Ἀλκίνοος ἐκάλεσεν τόν Ἅλιον καί τόν Λαοδάμαντα
νά ἀρχήσουν  μόνοι τους νά παίζουν καί μέ τούς ὁποίους κανείς δέν μπορεῖ νά ἀνταγωνισθῆ
αὐτοί λοιπόν ἐπῆραν τήν ὡραίαν σφαῖραν πορφυροῦ χρώματος  εἰς τά χέρια τους καί τήν ὁποίαν γιά χάρη τους εἶχεν φτιάξει τό κοφτερό μυαλό τοῦ Πόλυβου, τήν ὁποίαν δέ  ὁ ἕνας ἔκ τῶν δύο τήν ἔρριψεν πρός τά σκιοφόρα νέφη τεντωθείς πρός τά πίσω, ὁ δέ ἄλλος ἀπό τήν Γῆν ὑψώθηκεν καί εὐκόλως τήν ἔπιασεν  πρωτοῦ τά πόδια του ἀγγίξουν τήν Γῆ
Ἀλλά καί ὁ Σωκράτης μᾶς κάμει  περιγραφήν τῆς σφαίρας.  
 

Λέγεται τοίνυν, ἔφη, ὦ ἑταῖρε, πρῶτον μὲν εἶναι τοιαύτη ἡ γῆ αὐτὴ ἰδεῖν, εἴ τις ἄνωθεν θεῷτο, ὥσπερ αἱ δωδεκάσκυτοι σφαῖραι, ποικίλη, χρώμασιν διειλημμένη, ὧν καὶ τὰ ἐνθάδε εἶναι χρώματα ὥσπερ δείγματα, οἷς δὴ οἱ γραφῆς καταχρῶνται.


Λέγεται λοιπόν ὦ φίλε, πρῶτον μέν, πῶς  ἡ Γῆ, ἐάν κάποιος θά ἡδύνατο νά τήν ἴδῃ  ἀπό ἄνωθεν (ἀπό ψιλά), νά εἶναι ὡσάν τάς δώδεκα-ἰμαντοδερμάτινας σφαίρας διαχωριζομένη σέ ποικήλα χρώματα καί τῶν ὁποίων τά χρώματα αὐτά ἐδῶ εὐρίσκονται ὡς δείγματα,  μέ τά ὁποία οἱ ζωγράφοι χρωματίζουν.


σκῦτος=δέρμα, ἱμάς ἐκ δέρματος. Ὁ Σωκράτης μᾶς περιγράφει πῶς ἡ σφαίρα ἦτο  κατασκευασμένη ἀπό 12 ποικηλοχρώμους δερματίνους ἱμάντας.
    
Μᾶς διασώζονται ἀκόμη καί τά ὀνόματα διασήμων ποδοσφαιριστῶν τῆς ἀρχαιότητος, ὅπως τοῦ Αριστόνικου τοῦ Καρυστίου, τοῦ Δημοτέλη τοῦ Χίου, τοῦ Χαιρεφάνη καί τοῦ Κτησιβίου,  Χαλκιδέων.

Β) Οἱ Ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι ἔπαιζαν κάτι σάν τό σημερινόν τάβλι.  Μά καί βέβαια ἔπαιζαν καί τό εἶχον ὀνομάσει πεντάγραμμον.
Ἀμφορεύς τοῦ 530 π.Χ. (δημιούργημα τοῦ ἀγγειοπλάστου Ἐξηκία) ὁ ὁποῖος ἀπεικονίζει τόν Ἀχιλλέα καί τόν Αἴαντα κατά τόν Τρωϊκόν πόλεμον νά παίζουν τό ἐπιτραπέζιον παιχνίδι πού ὀνομαζόταν  πεντάγραμμον. Τό παιχνίδι αὐτό  ἐπινόησεν ὁ Παλαμήδης, παιζόταν μέ πεσσούς (πούλια-πιόνια, πού τά μετακινούσαν μέσα σέ πέντε γραμμές) καί κύβους (ζάρια).
Ὁ Αχιλλεύς φαίνεται νά ψιθυρίζει ''τέσσερα''καί ὁ  Αἴαντας ''Τρία." 

(εἶναι γραμμένο ἐπάνω εἰς τόν ἀμφορέα μπροστά ἀπό τό στόμα ἐκάστου ἤρωα).
Ἡ σκηνή μέ τόν Ἀχιλλέα καί τόν  Αἴαντα νά παίζουν ἕνα ἐπιτραπέζιον παιχνίδι, εἴτε ἔχουν θεατάς εἴτε ὄχι, εἶναι σάν μιά ὀλόϊδια σημερινή σκηνή, εἴτε αὐτή εἶναι σέ μιά Ἑλληνική αὐλή ἤ σέ ἕνα Ἑλληνικόν καφενεῖον 3.000 χρόνια μετά. Ἴδιοι καί ἀπαράλλακτοι. 

Γ) Οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι ἔπαιζαν κάποιο ἐπιτραπέζιον παιχνίδι ὅπως τό σκάκι; μά καί βέβαια, τό γνωστόν  ζατρίκιον.        
Τό ζα εἶναι μεγενθυτικόν (ζά πλουτος), τό τριάζω =νικῶ τρεῖς φοράς, κατανικῶ
 

Ὁ Βρετανός ἀρχαιολόγος Σέρ Ἔρθουρ Ἔβανς ἐπραγματοποιοῦσεν τάς  ἀνασκαφάς εἰς τήν Κνωσσόν εἰς τά τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος ἔφαιρεν εἰς τό φῶς μίαν μεγάλην πλάκα πό ἐλεφαντόδοντον καί πέτρα χρώματος μπλέ, μέ γυάλινη ἐπικάλυψη καί χρυσά φύλλα. Τό ἐντυπωσιακόν αὐτόν εὔρημα ἦταν τό «Μέγα Ζατρίκιον» πού συνοδευόταν μέ πέντε πιόνια ἀπό ἐλεφαντόδοντον καί εἶχεν διαστάσεις 104Χ61 ἐκατοστά. Τό «Μέγα Ζατρίκιον» ἦτο ἕνα βασιλικόν παιχνίδι ἀνάλογον μέ τό σύγχρονον σκάκι καί δι’ αὐτό ὁ χῶρος πού ἀνακαλύφθηκεν ὀνομάστηκεν «Διάδρομος τοῦ Ζατρικίου».
  Δ) Οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι ἔπαιζαν χόκεϊ. Μά καί βεβαίως ἔπαιζαν τό γνωστόν κερετίζειν. Ἡ ὀνομασία  τοῦ ἀθλήματος προέρχεται ἀπό τήν λέξιν κέρας πού σημαίνει κέρατο. Ἰδού ἠ ἀπόδειξις.




Ε) Οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι ἔπαιζαν κάποιο παιχνίδι σχετίζόμενον μέ τήν καλαθοσφαίρησιν. Μά καί βεβαίως ἔπαιζαν καί τό ὀνόμαζαν ἀπόρραξη. Καί αἱ γυναῖκαι ἦσαν γνώστριαι καί ἔπαιζαν εἰς αὐτό τό  ἄθλημα 



Ζ) Ἔπαιζαν τό σημερινόν γιο-γιό εἰς τήν ἀρρχαίαν Ἑλλάδα;  Μά καί βέβαια ἔπαιζαν
 


Καί ὄχι μόνον αὐτά ἔπαιζαν τότε!  ἀλλά καί πολλά ἄλλα παιχνίδια.




Τά δέ παιχνίδια τῶν παιδιῶν εἶναι τά ἴδια μέ τά σημερινά
Ἔπαιζαν καί τήν σβούρα, ἀλλά δυστυχῶς γιά παιδιά πού ἐγεννήθησαν μετά τό 2.000 τούς εἶναι ἄγνωστη.
 


Ὁ Πλάτων εἰς τήν πολιτείαν του διά τήν σβούραν=στρόβιλος γράφει:
....Οὕτω.Οὐκοῦν καὶ εἰ ἔτι μᾶλλον χαριεντίζοιτο ὁ ταῦτα λέγων, κομψευόμενος ὡς οἵ γε στρόβιλοι ὅλοι ἑστᾶσί τε ἅμα καὶ κινοῦνται, ὅταν ἐν τῷ αὐτῷ πήξαντες τὸ κέντρον περιφέρωνται, ἢ καὶ ἄλλο τι κύκλῳ περιιὸν ἐν τῇ αὐτῇ ἕδρᾳ  τοῦτο δρᾷ, οὐκ ἂν ἀποδεχοίμεθα,
   ....Ἔτσι.  Λοιπόν καί ἐάν ἔτι περισσότερον κάποιος χαριεντιζόμενος ἔλεγεν αὐτά, καί θέλοντας νά μᾶς πουλήση πνεῦμα,  ἔλεγεν ὅτι οἱ σβοῦρες(στρόβιλοι) εἶναι μέν σταθεραί ἀλλά καί συγχρόνως κινοῦνται ὅταν μέ τό κέντρο τους μπηγμένον εἰς τήν Γῆν περιστρέφονται, ἤ καί ἄλλο τί ἐπί  κύκλου περιστρεφόμενον ἔχοντας  σταθερήν βάσιν τό ἴδιο κάμει, ἐμεῖς δέν θά ἀποδεχόμεθα αὐτά;
Μέ μίαν ἀπλήν παρατήρησιν διαπιστοῦμεν ὁτι ὁ χρόνος εἶναι, ὡς νά ἔχη σταματήση, ἐδῶ καί τρεῖς-τέσσερις χιλιάδες χρόνια.
 Ἀπό τότε μέχρις σήμερα ἤμασταν καί εἴμεθα ὁ ἴδιος λαός. Ἡ μόνη διαφορά μας εἶναι καί ὀρθῶς εἶναι, ἡ θρησκεία. Τό 12θεον τό εἶχαν γκρεμίσει οἱ μεγάλοι μας φιλόσοφοι Σωκράτης, Πλάτων, Ἀριστοτέλης, οἱ ὁποίοι ὁμιλοῦσαν διά ἕναν Θεόν, καί τόν ὁποῖον ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος ἐγνώρισεν εἰς τούς Ἕλληνας. 
 

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



ἐπισταμένους πρὸς εἰδότας ὅτι δίκαια μὲν ἐν τῷ
ἀνθρωπείῳ λόγῳ ἀπὸ τῆς ἴσης ἀνάγκης κρίνεται, δυνατὰ δὲ
ο
ἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν. –

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi9AYAjQboFh1_5M3bFMvoiwdv6qY5bDyiuBuwvPV3Yjtp1ZG3BAXNnY5CWdpxeWu7FvNRIyWEpe_RHBqBZHx93XDCYKW4LJe3j_4jgmwduvaKGVqaTsCSNu7bWjJSewd6rxVoBPh5kloo/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters