Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΟΣ ΤΟΥ 40. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΟΣ ΤΟΥ 40. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1940 - ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΑΝΙΣΗΣ ΠΑΛΗΣ


Βιργινία Ζάννα«ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΟΛΕΜΟΥ ’40-‘41»(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 141-142)

Τούτες τις ΄Αγιες Ημέρες,πολλοί συμπατριτώτες μας ομιλούν για την "άνιση πάλη με την εξουσία"...Ας θυμηθούμε λίγες στιγμές από μια άλλη "άνιση πάλη"που έδωσαν με σθένος οι παπούδες μας τα Χριστούγεννα του 1940... 
23 Δεκεµβρίου
Καταλάβαμε τήν Χειμάρρα καί αιχμαλωτίσαμε ολόκληρο τάγμα.…Κορυτσά … Αργυρόκαστρο ……Άγιοι Σαράντα ... Χειµάρρα … Όλα ελληνικά ονόματα, ονόματα πού συγκινούν βαθιά, γιατί συνδέονται από παλιά µέ τό Έθνος µας.Η Αθήνα λένε πανηγυρίζει, χτυπούν οι καμπάνες, σημαίες βγαίνουν παντού, ο κόσμος χύθηκε στούς δρόμους, φιλιέται καί κλαίγει. Εµείς εδώ γιατί δέν τό νοιώθοµε έτσι; Γιατί δέν εξωτερικεύεται η κρυφή χαρά πού κλείνοµε µέσα µας; Η χαρά πού κάνει τήν καρδιά νά χτυπά πιό γρήγορα.Πανηγύρι θά έπρεπε νά ήταν καί εδώ, µά είµαστε πολύ κοντά στόν τόπο όπου πολεµούν, οι καταστροφές από τίς εναέριες επιδρομές φαίνονται παντού. Είναι πρόσφατος ο άµεσος κίνδυνος πού περάσαµε καί µόνο συγκινηµένη χαρά γιά τό θαύµα πού έγινε, πληµµυρίζει τήν ψυχή µας. Τό θαύµα τού Δαυΐδ µέ τόν Γολιάθ, τής άνισης πάλης.Τό θαύµα πού, εάν ακούσεις τούς φαντάρους καί τίς γυναικούλες όταν ανάβουν τό κεράκι τους στήν εκκλησία, τό εκανε η «Παναγία η Μεγαλόχαρη». Όσοι δέν µπορούν νά πιστέψουν στά θαύματα, λένε πώς τό έκανε η αθάνατη ελληνική ψυχή καί η αγάπη τής λευτεριάς.Στίς νίκες δέν χτυπούν εδώ οι καµπάνες. Λές καί η Θεσσαλονίκη φοβάται νά ταράξει τήν φαινομενική της γαλήνη. Φοβάται, γιατί οι κρότοι πού τήν αναστατώνουν είναι οι άγριες στριγγλιές, σειρήνες, οι µπόµπες πού σκάζουν, τό αντιαεροπορικό πού βαρά καί ο βόµβος από τά αεροπλάνα τά εχθρικά καί τά δικά µας, πού συνοδεύουν όλους αυτούς τούς κρότους. Τά νοσοκοµεία είναι ξέχειλα από τραυµατίες, καί πένθος θανάτου έχει ήδη µπεί σέ πολλά σπίτια. Υπάρχει η χαρά στήν ψυχή µας, µά ο φόβος καί ο πόνος έχει ριζώσει καί αυτός. Έτσι κινούνται όλοι σιγαλά, σάν νά έπαιρναν µόνο ελαφριές ανάσες. Γι' αυτό δέν χτυπούν εδώ οι καµπάνες, δέν σηµαιοστολίζοµε, δέν πανηγυρίζει η πρωτεύουσα τής Μακεδονίας σάν τήν Αθήνα.Παραµονή Χριστουγέννων.Βυθίσαµε τρία µεταγωγικά τού εχθρού καί τό κατόρθωµα αυτό τό εκανε τό υποβρύχιο «Παπανικολής» µέ κυβερνήτη τόν Ιατρίδη.Η δουλειά εξακολουθεί ίδια πάντα, σάν νά µήν υπήρχαν γιορτές χριστιανικές. Πήγα σέ διάφορα νοσοκοµεία γιά νά ευχηθώ τίς αδελφές, καί νά δώ τά παλικάρια, πού καθένα µέ κάποια νοσταλγία θά σκέπτεται τέτοια ώρα τό σπίτι του καί τούς δικούς του.Τό τµήµα ψυχαγωγίας εργάζεται πιό εντατικά ακόµα, καί οργανώνει γιορτές καί µικροπαραστάσεις παντού.Στόν Σιδηροδροµικό Σταθµό στόλισαν γιορτινά, µέ σηµαίες καί πρασινάδα, τήν καντίνα.Σ' ένα τραπέζι, κάθονται τρείς άντρες σιωπηλά, λές καί δέν σχετίζονται µέ όσα γίνονται γύρω τους. Μέ τούς άλλους πού φορούν τό όµοιο χακί. Μοιάζουν τόσο απόµακροι, σάν νά περιµένουν κάτι πού δέν µπορεί νά έλθει. Τούς πλησιάζω:- «Τί είναι, παιδιά;»Σηκώνουν τό κεφάλι. Τυφλοί είναι καί οι τρείς. Ο ένας έχει επίδεσµο στά µάτια, οι άλλοι τίποτα.- «Τόν συνοδό περιμένομε… Είπε έτσι, νά τόν περιμένομε, λέγει, θά έλθη νά μάς πάρη.»Δέν παραπονιούνται, δέν ζητούν τίποτα. Καρτερικός ο τρόπος τους καί υποµονετική ηαναµονή τους. Εκείνος µέ τόν επίδεσµο είναι νά µπεί σέ νοσοκοµείο στήν Αθήνα, οι δύο άλλοι φεύγουν µέ άδεια γιά τά σπίτια τους στήν Πελοπόννησο. Τίς συµπάθειες καί τίς περιποιήσεις πού τούς κάνουν τά κορίτσια τής καντίνας, τίς δέχονται ήρεµα, σχεδόν αδιάφορα, ήδη µοιάζει νά τούς χωρίζει κόσµος ολόκληρος από τούς καλότυχους πού βλέπουν. Εάν περνώντας, τούς σκουντουφλήσει κανένας στρατιώτης, έτσι ακίνητοι όπως κάθονται, λένε µόνο: «Σιγά, συνάδελφε». Χωρίς άλλη διαμαρτυρία ή παράπονο. Λές καί τούς έχει πιά υποτάξει τό γραφτό τους.


http://www.eoniaellhnikhpisti.blogspot.com/
http://chaonia.blogspot.com/2008/12/1940.html


Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΕΤΑΞΑ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940


Του Ιωάννη Δασκαρόλη

ιστορικού, διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου. 

Oι συνθήκες επίδοσης του ιταλικού τελεσιγράφου τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 είχαν μεταφερθεί στον τότε ημερήσιο Τύπο σε αδρές γραμμές, χωρίς όμως να δοθούν ιδιαίτερες λεπτομέρειες. Αντιθέτως, από την 29η Οκτωβρίου ο Γεώργιος Βλάχος με πρωτοσέλιδα άρθρα του στην «Καθημερινή», που υπέγραφε με το γνωστό Γ.Α.Β., είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην ηθική διάσταση του τρόπου με τον οποίον επιδόθηκε το τελεσίγραφο: στις τρεις τα ξημερώματα, σε μια προσπάθεια απόλυτου αιφνιδιασμού, με λίγες ώρες διορία, ώστε η Ελλάδα να έχει τα μικρότερα δυνατά περιθώρια αντίδρασης («Το στιλέτο», 29/10/1940 – «Η επιβουλή», 30/10/1940 – «Το τελεσίγραφον», 1/11/1940 – «Το λάθος της ώρας», 2/11/1940). Για τον λόγο αυτό ίσως δεν ήταν τυχαίο ότι επιλέχθηκε η «Καθημερινή» για να δοθεί από τον Ιωάννη Μεταξά μια λεπτομερής αφήγηση του χρονικού απόρριψης του ιταλικού τελεσιγράφου.

«Alors, c’ est la guerre!»

Η εν λόγω αφήγηση («Μια ιστορική στιγμή: 28η Οκτωβρίου, ώρα 3η π.μ. Συνομιλία με τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως κ. Ι. Μεταξάν») δημοσιεύθηκε στην πρώτη σελίδα της «Καθημερινής» στις 9 Νοεμβρίου 1940, με υπογραφή Β. Η συνομιλία έγινε σε μια σχετικά θετική πολεμική συγκυρία για την Ελλάδα: η VIII Μεραρχία υπό τη διοίκηση του υποστράτηγου Χαράλαμπου Κατσιμήτρου είχε αποκρούσει τις πρώτες ισχυρές ιταλικές επιθέσεις στο Καλπάκι προκαλώντας μεγάλες απώλειες στον εχθρό. Η ελληνική επιστράτευση έβαινε προς την ολοκλήρωσή της, το ηθικό των Ελλήνων ήταν πολύ υψηλό, παρά το γεγονός ότι, με τα μέτρα εκείνης της εποχής, αντιμετώπιζαν μια στρατιωτική υπερδύναμη, ενώ το σύνολο πλέον του ελληνικού στρατού ετοιμαζόταν να εμπλακεί στην πολεμική σύρραξη με προοπτική αντεπίθεσης στον τομέα της Κορυτσάς.

«Δεν ήτο ανάγκη να σκεφθώ πολύ»

Στην πρώτη σελίδα της «Καθημερινής» της 9ης Νοεμβρίου 1940 φιλοξενήθηκε η συνέντευξη υπό τον τίτλο: «Μια ιστορική στιγμή: 28η Οκτωβρίου, ώρα 3η π.μ. Συνομιλία με τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως κ. Ι. Μεταξάν». Το κείμενο έφερε υπογραφή Β.

Η αφήγηση του Μεταξά για την ιστορική νύχτα ξεκινάει με μια σύντομη γενική ανασκόπηση της κατάστασης το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου: η ελληνική κυβέρνηση γνώριζε τις επιθετικές κινήσεις ιταλικών μονάδων στην ελληνοαλβανική μεθόριο και ότι ήταν πολύ πιθανό ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας να εκδηλωθεί ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας. Η απόλυτη σιγή της ιταλικής πρεσβείας έδωσε ελπίδες στον Μεταξά ότι ίσως η επίθεση τελικά αναβαλλόταν, και με αυτές κατακλίθηκε στις 11.30 το βράδυ.

Ο Μεταξάς περιγράφει ότι ο αιφνιδιασμός του προέκυψε όταν τον ξύπνησαν στις 3 π.μ. και τον ενημέρωσαν ότι είχε έρθει στην οικία του ο πρέσβης της Γαλλίας και όχι της Ιταλίας. Ο ίδιος άνοιξε την εξωτερική θύρα της οικίας του και αντίκρισε τον Ιταλό πρέσβη Εμανουέλε Γκράτσι (Emanuele Grazzi). Οι δύο άνδρες κάθισαν στο σαλόνι και ο Ιταλός πρέσβης τού επέδωσε αμέσως το γνωστό τελεσίγραφο. Ο Μεταξάς διάβασε αργά το έγγραφο και μετά την ανάγνωσή του σηκώθηκε όρθιος και του είπε σταθερά: «Κύριε πρέσβη, το περιεχόμενο του τελεσιγράφου και ο τρόπος κατά τον οποίο μου επεδόθη ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου». Βλέπουμε ότι η απάντηση του Μεταξά δεν επικεντρώνεται μόνο στο περιεχόμενο του τελεσιγράφου, αλλά και στον τρόπο που αυτό επιδόθηκε (αιφνιδιαστικά, χωρίς να δοθεί εύλογο χρονικό περιθώριο αντίδρασης). Ο Γκράτσι τότε προσπάθησε να δώσει μια διέξοδο στη συζήτηση λέγοντας στον Μεταξά ότι αν έδινε διαταγή στα ελληνικά στρατεύματα να αφήσουν ελεύθερη τη δίοδο…

Ωστόσο, ο Ελληνας πρωθυπουργός τον διέκοψε και του είπε: «Δεν πρόκειται να δώσω καμμίαν διαταγήν εις τα στρατεύματά μας να αφήσουν εις τα ιταλικά ελευθέραν την δίοδον!». Επίσης προσέθεσε: «[…] γνωρίζω ότι η Ιταλία μη καταλείπουσα ουδεμίαν εκλογήν μεταξύ συρράξεως και ειρήνης, κηρύσσει εις την Ελλάδαν τον πόλεμον!». Και τότε, για να δώσει στον Γκράτσι να καταλάβει ότι η συζήτηση τελείωσε, του είπε το περίφημο «Alors, c’ est la guerre!». (Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο.) Σύμφωνα με τον Μεταξά, ο Γκράτσι ήταν ταραγμένος, θέλησε να πει κάτι, όμως τελικά δεν είπε τίποτε, υποκλίθηκε και έφυγε, ενώ οι δύο άνδρες δεν αντάλλαξαν χειραψία.

Μετά το «Οχι»

Στη συνέχεια της συνομιλίας, ο Μεταξάς περιέγραψε την εργώδη προσπάθειά του, μετά την αποχώρηση του Γκράτσι, να ενημερώσει όσο το δυνατόν ταχύτερα όλους τους αρμόδιους φορείς του κράτους, τηλεφωνώντας διαδοχικά στον βασιλιά Γεώργιο Β΄, στον αρχιστράτηγο Παπάγο, στους υπουργούς Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας, σε άλλους υπουργούς, στους διοικητές των τραπεζών, ενώ διέταξε να ετοιμαστεί αμέσως το διάταγμα της επιστράτευσης. Στις 4.10 π.μ. ειδοποιήθηκε, όπως αναφέρει, ο αρχισυντάκτης της «Καθημερινής» να κρατήσει κενό το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ώστε να δημοσιευθούν τα διαγγέλματα του βασιλιά, του Μεταξά, αλλά και η διαταγή της γενικής επιστράτευσης.

Ο συντάκτης της «Καθημερινής» ρώτησε τον Μεταξά αν κατά τη διάρκεια ανάγνωσης του τελεσιγράφου δίστασε, κι αυτός απάντησε: «Ούδ’ επί μίαν στιγμήν. Από την πρώτην λέξιν του τελεσιγράφου μέχρι της τελευταίας, καθώς εδιάβαζα, είχον αρκετόν καιρόν να εννοήσω ότι οι Ελληνες καλούμεθα να ζήσωμεν ή ελεύθεροι ή δούλοι. Δεν ήτο ανάγκη λοιπόν να σκεφθώ πολύ…».

Η συνομιλία τελείωσε κάπως απότομα, καθώς ο αξιωματικός υπηρεσίας εισήλθε στο γραφείο του πρωθυπουργού και ανακοίνωσε την παρουσία του πρέσβη της Αγγλίας.

Η άλλη εξιστόρηση

Οπως είδαμε, η αφήγηση του Μεταξά για τη μεταμεσονύχτια συνάντησή του με τον Γκράτσι και την απόρριψη του ιταλικού τελεσιγράφου είναι σε γενικές γραμμές όμοια με την αντίστοιχη μεταγενέστερη περιγραφή του Ιταλού πρέσβη που γνωρίζουμε. Εχουν όμως και κάποιες διαφορές: ο Μεταξάς παρουσιάζει τον εαυτό του αποφασιστικό, σταθερό και απόλυτο στον τρόπο έκφρασης και απόρριψης του τελεσιγράφου, χωρίς καμία διάθεση για περαιτέρω συζητήσεις. Επίσης εμφανίζει τον Γκράτσι διστακτικό και ταραγμένο.

Αντιθέτως ο Γκράτσι παρουσιάζει τον Μεταξά αδύναμο, τρεμάμενο, θλιμμένο, να έχει μια σχεδόν αξιολύπητη εικόνα ηττοπάθειας, ακόμη ίσως και φευγαλέας διακύμανσης όταν ο Ελληνας πρωθυπουργός ζήτησε να μάθει ποια στρατηγικά σημεία θέλει να καταλάβει η Ιταλία. Ο ίδιος παρουσιάζει τον εαυτό του στενοχωρημένο, καθώς όφειλε ως επαγγελματίας διπλωμάτης να διεκπεραιώσει τυπικά ένα θλιβερό καθήκον.

Μάλιστα, υπάρχει και μια ακόμη διαφορά που έχει ενδιαφέρον: ο Γκράτσι περιγράφει ότι στο τέλος της συζήτησής τους ο Μεταξάς, εμφανώς συγκινημένος και εξουθενωμένος, του είπε στα γαλλικά ότι οι Ιταλοί ήταν πιο ισχυροί, υπονοώντας ότι πιθανώς θα ήταν και οι τελικοί νικητές του πολέμου μεταξύ των δύο χωρών (Emanuele Grazzi, «Η αρχή του τέλους», Εστία, Αθήνα 1980, σ.σ. 284-286).

Οι δύο αφηγήσεις της ιστορικής νύχτας της 28ης Οκτωβρίου δόθηκαν από τους δύο συμμετέχοντες με μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους και χωρίς ο ένας να γνωρίζει τι αφηγήθηκε ο άλλος. Η αφήγηση του Μεταξά έγινε έντεκα ημέρες μετά την επίμαχη βραδιά, άρα είχε την εικόνα της συνάντησης πολύ πιο πρόσφατη και ζωντανή. Ισως, όμως, είναι επηρεασμένη και από τη συγκυρία του πολέμου, που μοιάζει θετική για τα ελληνικά όπλα, ενώ και ο ίδιος προφανώς ήθελε να τονίσει θετικά τον δικό του ρόλο, αλλά και να ανυψώσει το ηθικό των Ελλήνων. Η αφήγηση του Γκράτσι δημοσιεύθηκε μεταπολεμικά, το 1946, με αρκετή απόσταση από την 28η Οκτωβρίου 1940, και ήταν εμφανώς διανθισμένη από τις προσωπικές του ενοχές για τον δικό του ρόλο, κάτι που είχε επίπτωση και στην ατμόσφαιρα της σχετικής του αφήγησης.

Ειλημμένη απόφαση

Στην ιστοριογραφία, στη δημόσια συζήτηση αλλά και στη συλλογική μνήμη έχει λίγο-πολύ καθιερωθεί και κατακυρωθεί η περιγραφή της συνάντησης από τον Γκράτσι, αφού άλλωστε η εν λόγω αφήγηση του Μεταξά δεν έχει τύχει ανάλογης δημοσιότητας. Ομως, αν συνυπολογίσει κανείς το γεγονός ότι η απόφαση του Μεταξά να πολεμήσει ήταν ειλημμένη και καταγεγραμμένη στα αρχεία του Foreign Office ήδη από το καλοκαίρι του 1939 και εκφράστηκε απερίφραστα και στο τελευταίο υπουργικό συμβούλιο της 25ης Οκτωβρίου 1940, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι πιθανό η δική του αφήγηση να είναι πιο κοντά στα γεγονότα.

Τέλος, στην αφήγηση του Μεταξά επιβεβαιώνεται η περίφημη φράση «Αlors, c’ est la guerre» ως η εμβληματική απάντηση – αποδοχή του τετελεσμένου κήρυξης πολέμου. Στην αφήγηση δεν υπάρχει η λέξη «Οχι», είτε στα ελληνικά είτε στα γαλλικά (καθιερώθηκε εκ των υστέρων στον Τύπο και στην κοινή γνώμη), επιβεβαιώνεται όμως εμμέσως και από τον Μεταξά ότι η συζήτηση μεταξύ τους έγινε στα γαλλικά.

 

 (https://www.kathimerini.gr/istoria/563910463/den-ito-anagki-na-skeftho-poly/) 

https://www.istorikathemata.com/2025/11/28-1940.html 

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40 : Ο ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΣΤΙΣ 31 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΤΑ ΑΝΤΙΤΟΡΠΙΛΙΚΑ ''ΣΠΕΤΣΕΣ'' ΚΑΙ ''ΨΑΡΑ'' ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ

Σαν σήμερα στις 31 Οκτωβρίου του 1940 τα αντιτορπιλικά μας "Σπέτσες" και "Ψαρά" καταφτάνουν στα αλβανικά παράλια, απέναντι από την Κέρκυρα, όπου αποβιβάζονται ιταλικά στρατεύματα. και τους βομβαρδίζουν για μιάμιση ώρα.

Στις 30 Οκτώβρη, τρίτη μέρα του πολέμου ο ελληνικός στρατός πιέζονταν από τους ιταλούς στο νότιο αριστερό τομέα του μετώπου και το Γενικό Στρατηγείο, προκειμένου να ανακουφίσει τα αμυνόμενα τμήματα ζήτησε τη συνδρομή του Ναυτικού.

Παράλληλα με τη βοήθεια που θα παρεχόταν στο στρατό ξηράς, σημαντική θα ήταν η ηθική ενίσχυσή του και η κατάδειξη ότι ο ελληνικός στόλος μπορούσε να κινηθεί ελεύθερα στο στενό της Κέρκυρας, παρά την κατοχή από τον αντίπαλο της ηπειρωτικής ακτής.

Το ελαφρό καταδρομικό ΕΛΛΗ, το οποίο τορπιλλίστικε στην Τήνο το 1940, αγκυροβολημένο στα κερκυραϊκά νερά

Για το σκοπό αυτό, στις 14.15’ της 30ης Οκτώβρη απέπλευσαν από το ναύσταθμο τα αντιτορπιλικά «Ψαρά» και «Σπέτσες». Επρόκειτο για νέα σχετικά σκάφη ( 7 ετών) τύπου Dardo ιταλικής ναυπήγησης, αλλά με προβληματικό υλικό και πανομοιότυπα με τα «Ύδρα» και «Κουντουριώτης».

Στο «Ψαρά» επέβαινε αντισυνταγματάρχης του Γενικού Στρατηγείου προκειμένου με τη συνεργασία του να καθοριστούν με ακρίβεια οι εχθρικοί στόχοι που θα βομβαρδίζονταν. Τα πλοία, πέρασαν τον Ισθμό, τον Κορινθιακό κόλπο, τα φράγματα του Πατραϊκού και 16 ώρες αργότερα, ξημερώματα 31 Οκτώβρη, μέσω του στενού της Λευκίμμης έπλεαν πολύ κοντά στην ηπειρωτική ακτή για να πετύχουν αιφνιδιαστική εμφάνιση.

Στις 06.15’, βρίσκονταν απέναντι από τους στόχους Αρκούδι, Κονίσπολη, Σαγιάδα δυστυχώς υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες και με περιορισμένη ορατότητα. Ο βομβαρδισμός άρχισε στις 06.45΄ και έληξε στις 07.30’.

Τα δύο πλοία, πλέοντας με μέση ταχύτητα 8 κόμβων και σε αποστάσεις 10-17000 μέτρων, έβαλαν συνολικά 238 εκρηκτικά βλήματα (188 ρίχτηκαν από το «Σπέτσες» και 50 από το «Ψαρά») με ακαθόριστα αποτελέσματα. Από την ιταλική πλευρά δεν εκδηλώθηκε καμία ενέργεια και ο ένας βασικός σκοπός που ήταν η τόνωση του ηθικού των μαχόμενων ελληνικών τμημάτων και του πληθυσμού της Κέρκυρας επιτεύχθηκε.


 
Κέρκυρα, λίγο πριν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Τα τέσσερα αντιτορπιλλικά τύπου Dardo: Κουντουριώτης, Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά τα οποία είχε το ελληνικό ναυτικό, αγκυροβολημένα στην Κέρκυρα μαζί με άλλα μικρότερα πλοία. Στο κέντρο της φωτογραφίας, πλησιέστερα προς την ακτή, το Α/Τ Κουντουριώτης και στο βάθος σέρβικο τουριστικό. Το τέταρτο από τα Dardo μόλις που διακρίνεται αριστερά καλυπτόμενο από τα κτίρια κοντά στο Καφέ Γυαλί.

Στις επόμενες εβδομάδες του πολέμου, μοίρες αντιτορπιλικών έκαναν τρεις φορές επιδρομές στην Αδριατική, παρά την εκεί κοντά ισχυρότατη παρουσία του Ιταλικού Στόλου, ενώ τα υποβρύχια είχαν αναλάβει συστηματικές και επιτυχείς προσβολές κατά εχθρικών πλοίων που μετέφεραν εφόδια στον ιταλικό στρατό στην Αλβανία. 
Από τα δύο αντιτορπιλικά που εκτέλεσαν το βομβαρδισμό στις 31 Οκτώβρη, το «Ψαρά» βυθίστηκε στον κόλπο των Μεγάρων από γερμανικά αεροπλάνα την Κυριακή του Πάσχα 20 Απρίλη 1941, ενώ το «Σπέτσες» διέφυγε στην Αίγυπτο, και παρέμεινε εν δράσει σε όλη τη διάρκεια του πολέμου.

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2025

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ''ΕΠΟΣ ΤΟΥ 40'' ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΣΤΕΛΛΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΧΗ ΣΤΟΥΣ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΕΣ

από το βιβλίο - προσωπική μαρτυρία του Δημήτριου Γ. Μαστέλλου
"Οδοιπορικό του έπους 1940", Εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ
 
 
Η βροχή συνεχίστηκε μέχρι τις 7 η ώρα το πρωί. Ξημέρωσε μία θολή συννεφιασμένη ημέρα αλλά επιτέλους η βροχή είχε κοπάσει.
Τότε ακούσαμε βόμβο αεροπλάνων. Ήτο ένα ανιχνευτικό Ελληνικό. Μετά παρέλευσιν δευτερολέπτων άρχισε μπαράζ βαρέως πυροβολικού και δικού μας εχθρικού: προοίμιον επιθέσεως.

Κατά τις 7:45 π.μ. ο λοχαγός διέταξε να βγάλουμε ανιχνευτάς προς αναγνώρισιν εδάφους...
...Τότε προχωρήσαμε ο Νικολάου και εγώ με κάθε επιφύλαξη και προσοχή, δεδομένου ότι στα εκατό μέτρα βασίλευε πανδαιμόνιο από τις οβίδες. Χαλούσε ο κόσμος! Ήτο αδύνατον να προχωρήσουμε από τα διασταυρούμενα πυρά!
Ήτο η ώρα οκτώ παρά ένα λεπτό. Ο λοχαγός μας με το επιτελείο του ήτο πίσω μας, επάνω σε μία μεγάλη πέτρα. Καθώς ήτο ψηλός και λεβέντης εφάνταζε ωσάν Ολύμπιος Ζευς!

5 Δεκεμβρίου 1940, ώρα 8 το πρωί! Αριστερά μας, ψηλά στο ύψωμα ήτο το 12ο Σύνταγμα Πατρών και δεξιά μας προς Κακαβιά το 39ο Σύνταγμα Μεσολογγίου.                   

Οκτώ η ώρα ακριβώς ακούστηκε η βροντερή φωνή του λοχαγού: «Εφ’ όπλου λόγχη!» και ταυτοχρόνως είχε δοθεί η ίδια εντολή σε όλη τη γραμμή από κορυφής έως Κακαβιάς από το στρατηγείο.
Την ίδια στιγμή οι σαλπιγγταί έδιναν με τις σάλπιγγες το σύνθημα «προχωρείτε – προχωρείτε»!!! Ανατρίχιασα! Ανάμικτα συναισθήματα κυριαρχούσαν μέσα μου. Ενθουσιασμός, συγκίνηση κι αυτό το δυνατό συναίσθημα ότι υπερασπιζόμουν αυτήν την στιγμή ότι ιερότερο είχα: την τιμή και το δίκαιο της πατρίδας μου! Όλα αυτά με γέμισαν έναν αυθορμητισμό, που πιστεύω ότι όλοι μας έτσι σκεπτόμαστε: να ριχτούμε στη μάχη και να νικήσουμε με κάθε τρόπο τον εχθρό!

Οι αλαλαγμοί μας έφθαναν στον ουρανό. Κι έτσι μ’ αυτό το σύνθημα ξεκινήσαμε αλαλάζοντες συνθήματα ενθουσιώδη όπως: «Αέρα – αέρα! Στην θάλασσα τους Ιταλούς! Ζήτω η Ελλάς! Ζήτω η Βόρειος Ήπειρος!» και προχωρούσαμε προς κατάληψη του χωριού.

Όταν φθάσαμε στα πρώτα σπίτια του χωριού Βουλιαράτες, απευθύνεται σε μένα αγριεμένος ο ανθυπολοχαγός Καρβέλης και μου λέει:
«Προχώρα στο κέντρο του χωριού και εγώ πάω δεξιά να πιάσω τα μεταγωγικά με κανόνια ορειβατικού πυροβολικού που είχαν κυκλώσει οι δικοί μας».
Ήτο η τελευταία στιγμή που είδα τον Καρβέλη. Χάθηκε τρέχοντας από τα μάτια μου, καθώς προχωρούσα προσεκτικά προς το κέντρο του χωριού εκτελώντας τη διαταγή του. Οι άνδρες είχαν μοιραστεί. Κάποιοι τον ακολούθησαν, άλλοι προχωρούσαμε μαζί ακροβολισμένοι, κοντά στα σπίτια, στον δρόμο του χωριού, προς τα εκεί που πιστεύαμε ότι θα βρούμε την πλατεία. Νοιώθαμε πίσω από τα παραθυρόφυλλα μάτια να μας παρακολουθούν... Ελπίζαμε ότι θα ήταν φιλικά... και τότε άρχιζαν να τερετίζουν τα μυδραλιοβόλα.                             

Όλμοι έπεφταν από παντού, εμείς προσπαθούσαμε να καλυφθούμε χωρίς να διαλυθούμε, να οχυρωθούμε κάπου και να απαντήσουμε στα πυρά. Με κοφτές διαταγές ένας λοχίας μας οδήγησε προς το ύψωμα Άγιος Αθανάσιος από τη μια πλαγιά του χωριού. Πυροβολούσαμε προς το σημείο που φαίνονταν τα εχθρικά πυρά. Κάποιοι από τους δικούς μας που είχαν προηγηθεί και βρίσκονταν στην άλλη πλευρά του χωριού χωρίς να τους έχουν πάρει είδηση οι Ιταλοί, έκαναν αιφνιδιαστική έφοδο. 

Το τι έγινε δεν περιγράφεται! Μπροστά στα μάτια μας καθώς ξεχυθήκαμε και εμείς με «Αέρα, Αέρα!», ξετυλίχθηκαν στιγμές ηρωισμού. Η μάχη προχωρούσε, εμείς προωθούμεθα για να ενωθούμε με τους υπολοίπους. Ένας δικός μας, τόσο μπαρουτοκαπνισμένος, ώστε δεν μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του, είχε πιάσει κάποιους Ιταλούς αιχμαλώτους. Υπό την απειλή του όπλου του, οδηγούσε τρεις – τέσσερις φρατέλλους προς ένα δίπατο σπίτι. Ήσαν αξιοθρήνητοι. Με τα χέρια ψηλά έκλαιγαν και κάτι έλεγαν σιγανά. Σαν παρακάλια μου φάνηκαν. Όλα αυτά τα είδα και τα αντελήφθην με την άκρη των ματιών μου σε κλάσματα δευτερολέπτων. Συνέχισα να τρέχω μαζί με τους άλλους κρατώντας το όπλο μου στο χέρι στο ύψος του ποδιού μου. 
Εκείνη τη στιγμή έκρηξη, λάμψη, πόνος, όλα μαζί και μετά σκοτάδι...

Όταν συνήλθα, ο πόνος μου τρύπαγε το μυαλό. Ήμουν μόνος, δεν ήξερα τι είχε γίνει στη μάχη και το πόδι μου αιμορραγούσε και πονούσε αβάσταχτα. Είχα παγώσει και με δυσκολία προσπάθησα να τραβήξω από το γυλιό μου κάτι από το κουτί πρώτων βοηθειών για να δέσω το πόδι μου. Βλέποντας το αίμα να τρέχει ένοιωσα στο στόμα μου μία λιγούρα, στα μάτια μου μία θολούρα, μία ζάλη... Μόνος εκεί, μέσα στη λάσπη στην παγωνιά, έκλαψα καθώς θυμώμουν τα λόγια του πατέρα μου για τις κακουχίες... Τότε άκουσα λίγο πιο πέρα βογγητά. Και συνειδοτοποίησα ότι η μάχη είχε σταματήσει, δεν ακούγονταν ούτε πυροβολισμοί, ούτε όλμοι, ούτε τίποτα. Αγωνία με κυρίευσε για την έκβαση της. Κοίταξα γύρω μου για το όπλο μου. Ήτο πιο πέρα διαλυμμένο. Ο όλμος το είχε διαλύσει πριν με κτυπήσει...

-Συνάδελφε, με ακούς; Άκουσα λίγο πιο κάτω μία φωνή. Τα χείλη μου ήταν ξερά, προσπάθησα να μιλήσω, μα η φωνή μου δεν έβγαινε.
-Ζεις ρε; Ξαναφώναξε πάλι.
-Ζω! Απάντησα με κόπο. Προσπάθησα να κουνηθώ λίγο αλλά ο πόνος μου έκοψε την ανάσα.
Άκουγα τον άλλον να έρχεται σκυφτά προς το μέρος μου βογγώντας σιγανά.
-Που κτύπησες εσύ; Τον ρώτησα χαμηλόφωνα.
- Στο χέρι. Εσύ;
- Στο πόδι!
Είχε πια πλησιάσει.
-Συνάδελφε! Αφού δεν μας φάγανε οι παλιομακαρονάδες, πάλι καλά!
Τον ρώτησα για τη μάχη. Δεν ήξερε κι αυτός σίγουρα.
-Μάλλον νικήσαμε, μου απάντησε, αφήνοντας έναν βαθύ αναστεναγμό.

Το χέρι του κρεμόταν και μία άσχημη πληγή φαινόταν μέσα από το σκισμένο και καμμένο του μανίκι. Τον βοήθησα να το δέσει, ώστε να σταματήσουμε την αιμορραγία. Τον έλεγαν Κώστα κι ήταν από ένα χωριό της Κορίνθου. Τότε, αφού δέσαμε το χέρι του όσο καλύτερα μπορούσαμε, σχίσαμε με την ξιφολόγχη του τη σκελέα μου. Το πόδι αιμορραγούσε συνεχώς. Έπρεπε να το δέσουμε. Από το γυλιό τραβήξαμε μία φανέλλα. Την κόψαμε στα δύο και δέσαμε το πόδι επάνω και κάτω από το γόνατο σφιχτά. Προσπάθησα να τεντώσω λίγο το πόδι μου κρατώντας το με το χέρι μου, μήπως έτσι αντιληφθώ το μέγεθος της... ζημιάς. Τότε ένοιωσα έναν πόνο οξύ, διαπεραστικό και ταυτοχρόνως, κάτι να πέφτει στη χούφτα μου...

Ήτο το βλήμα που με είχε κτυπήσει! Από μία παραξενιά της τύχης κρατούσα στο χέρι μου το γύρισμα της ζωής μου! Το έβαλα μ’ ένα μικρό, ίσως μοιρολατρικό χαμόγελο στον γυλιό μου... Ήθελα να το φυλάξω αυτό το βλήμα, που είχε απ’ ότι φαίνεται εξοστρακιστεί στο όπλο μου – το οποίον και διέλυσε – πριν με κτυπήσει, ως ενθύμιον αυτής της μάχης, ως παράσημο της δικής μου συνεισφοράς αίματος για την αγαπημένη μου πατρίδα και την ελευθερία της, για τα ιερά μου ιδανικά!

Το έφερα μαζί μου σαν γύρισα ζωντανός αργότερα και το έχω για να θυμάμαι τα γεγονότα αυτά, να το δείχνω στα παιδιά μου και τα εγγόνια μου και να τους διηγούμαι αυτή την ιστορία, όπως έφερε ο μακαρίτης ο πατέρας μου τα παράσημα του από τις νίκες που του θύμιζαν τις ηρωικές και συνάμα τραγικές στιγμές εκείνων των μαχών το 1912, 1913 έως και το 1917... Όστροβον, Σόροβιτς, Κορυτσά! Κιλκίς – Λαχανά, Κρέσνα – Τσουμαγιά! Δάκρυα κυλούσαν στα μάτια μου, συναισθανόμενος την συνέχεια, την αλυσίδα, την διάρκεια των υπέρ της Πίστεως και της Πατρίδος Αγώνων των Ελλήνων!
Ήτο η σειρά της δικής μου της γενιάς!!!

Τότε από το ύψωμα ακούσαμε ελληνικές φωνές και είδαμε δικούς μας στρατιώτες να προχωρούν παρατεταγμένοι προς το χωριό. Φωνάξαμε να μας βοηθήσουν, μα οι φωνές μας από την αιμορραγία, τον πόνο είχαν εξασθενήσει... Αλλά και από την φασαρία που έκαναν οι ίδιοι δεν ήτο δυνατόν να μας ακούσουν.
Τους βλέπαμε να απομακρύνονται και απογοητευθήκαμε!

-Μήπως σε κρατάνε τα πόδια σου να πας εσύ να τους φθάσεις; Ρώτησα τον συνάδελφο. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
- Δεν σ’αφήνω μόνο σου, μου είπε. Με συγκίνησε η αυταπάρνηση και η ευγένεια της ψυχής του! Δεν κοίταξε τον εαυτό του όπως ίσως θα έκαναν οι περισσότεροι... Έμεινε πίσω για μένα!
Ειλικρινώς, τα πιο ζεστά και βαθειά ανθρώπινα αισθήματα ευγνωμοσύνης κατέκλυσαν την ψυχήν μου! Τότε ο συνάδελφος Κώστας, έσκυψε και δείχνοντας μου την πλάτη του μου είπε:
-Ανέβα Μίμη στην πλάτη μου και κρατήσου καλά. Αν μείνουμε εδώ να περιμένουμε, θα παγώσουμε από το κρύο. Ας προσπαθήσουμε μόνοι μας να πάμε σε κάποιο σπίτι και μετά βλέπουμε... 
Είχε δίκαιο. Με κόπο και πόνο και μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες κατόρθωσα να ανέβω στην πλάτη του. Το χέρι του πονούσε, το πόδι μου το ίδιο και είχαμε αρχίσει να μουδιάζουμε από το κρύο, αλλά τα καταφέραμε... 

Η βροχή είχε ξαναρχίσει... Τα γκρίζα σύννεφα και η ομίχλη μας τριγύριζαν σαν σάβανο. Σαν μεθυσμένοι κατηφορήσαμε προς το χωριό... Το θέαμα για κάποιον τρίτο θα ήτο κωμικοτραγικό. Οι πόνοι μας γίνονταν αβάσταχτοι. Ο Κώστας είχε λαχανιάσει. Η αιμορραγία στο χέρι του, το βάρος μου και το κρύο τον είχαν εξουθενώσει... Το καταλάβαινα και η ευγνωμοσύνη μου για την πράξη του πλημμύριζε την ψυχή μου. Θα μπορούσε να με είχε αφήσει εκεί που με βρήκε... Ή να φύγει μόνος του και να προσπαθήσει να ειδοποιήσει για μένα... Ή... Πολλά τα «ή»... Όμως όχι! 
Βρισκόμαστε κι οι δυο, ο ένας επάνω στον άλλον σ’ ένα λασπωμένο χωματόδρομο, ενός Βορειοηπειρωτικού χωριού, τραυματισμένοι, εξαντλημένοι, ανήμποροι πλέον μα όμως αλληλέγγυοι και Δόξα τω Θεώ, ζωντανοί! Η Μεγαλόχαρη μας είχε σκεπάσει και μας είχε σώσει.

Μπροστά μας υψωνόταν ένα μεγάλο πέτρινο σπίτι με πολλά παράθυρα από την πλευρά του δρόμου και μία τεράστια ξύλινη αυλόπορτα. Κτυπήσαμε δυνατά και κροταλίσαμε το σιδερένιο ζεμπερέκι. Σε λίγο ακούστηκαν βήματα στην εσωτερική αυλή και σύρτες να τραβιούνται. Η πόρτα μισάνοιξε, ένα κεφάλι πρόβαλε λίγο διστακτικά πίσω από το πορτόφυλλο και αμέσως, ω του θαύματος, η πόρτα άνοιξε!
Μία ψηλή, γεροδεμένη αρχοντογυναίκα στεκόταν στην είσοδο. Μας κοίταξε καλά και σταδιακά πέρασαν από το πρόσωπο της διάφορες εκφράσεις. Συγκινημένη γονάτισε επάνω στις λασπωμένες πέτρες της αυλής κι έσκυψε το αρχοντικό της μαντηλοφορεμένο κεφάλι και φίλησε τα πόδια μας.

- Μα τι κάνετε εκεί; Ρωτήσαμε με όση φωνή μας είχε απομείνει μ’ ένα στόμα κι οι δυο.

- Είχα ορκιστεί να φιλήσω τα πόδια των ελευθερωτών μας! Τα πόδια των πρώτων Ελλήνων στρατιωτών που θα έφθαναν στο χωριό μας, στο σπιτικό μας ελευθερωτές!

Τα μάτια μας έσταζαν δάκρυα. Τέτοια υποδοχή δεν τη φανταζόμαστε. Δάκρυα κυλούσαν κι από τα δικά της μάτια... Σηκώθηκε, άνοιξε διάπλατα την πόρτα της κι άπλωσε τα χέρια της σε μια κίνηση, σε μια αγκαλιά να περάσουμε.
 - Περάστε παλληκάρια μας! Περάστε αδέρφια μας! Περάστε ελευθερωτές μας!

Τότε κατάλαβε το πόσο τραυματισμένοι είμαστε. Έβαλε μια φωνή και μας βοήθησε να φθάσουμε στη σκάλα. Εκεί έγειρε ο Κώστας και με ακούμπησε όσο πιο σιγά μπορούσε στα σκαλοπάτια. Έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και σωριάστηκε πλάι μου ξέπνοος από την τόση υπεράνθρωπη προσπάθεια που είχε καταβάλει!
Για πότε γέμισε η σκάλα, η αυλή φωνές και πρόσωπα δεν καταλάβαμε. Σαν να σήμανε συναγερμός! Μας ελευθέρωσαν από τους γυλιούς, τις μουσκεμένες χλαίνες, τα κράνη και τα αμπέχωνα...

Σε λίγο ο ψυχογυιός της αρχόντισσας έκοβε μ’ ένα ψαλίδι το παντελόνι μου. Η εικόνα που παρουσίαζε το πόδι μου με άφησε άφωνο. Ήτο καταμέλανο κι αιμορραγούσε σε πολλά σημεία. Αλλά το κυρίως τραύμα ήτο στο γόνατο. Το κοίταζα κι έκανα το σταυρό μου... «Παναγία μου! Άγιε μου Γεράσιμε κι Άγιε μου Βλάση!» ψιθύρισα. Θα ξαναπερπατήσω; Θα μείνω κουτσός ή μήπως και μου κόψουν το ποδι; Οι σκέψεις θόλωσαν το μυαλό μου. Ανησύχησα πολύ για το πόδι μου. Μα οι περιποιήσεις και η αγάπη με την οποία μας περιέβαλαν αυτοί οι άνθρωποι μας έκαναν τόση εντύπωση. 

Σε λίγο μας έπλυναν με ζεστό νερό, μας έδωσαν καθαρά ρούχα να φορέσουμε και μας έβαλαν σε κρεβάτια να αναπαυθούμε και να κοιμηθούμε. Τα λευκά σεντόνια έτριζαν από καθαριότητα, κολλαρισμένα και μοσχοβολούσαν λεβάντα. Μας σκέπασαν με υφαντές κουβέρτες. Το πόδι μου το είχαν τυλίξει με επιδέσμους και ένα αφέψημα που μου είχαν δώσει είχε λιγοστέψει τους πόνους μου.

Ο Νικολιός ο παραγυιός είχε πάει στην πλατεία να ειδοποιήσει τον στρατό για μας. Το τι γινόταν στην πλατεία, μας είπε όταν γύρισε, χαλασμός! Γλέντι τρικούβερτο! Οι χωριανοί πανηγύριζαν την ελευθερία τους! Μα και στο σπίτι του νοικοκύρη Γιάννη Ζιόγκα που ήτο στην Αμερική και είμαστε φιλοξενούμενοι του καθώς μας είπαν, έγινε μεγάλο γλέντι! Αργότερα μας έφεραν να φάμε. 

Ω Θεέ μου μεγαλεία! Από μία μεγάλη πορσελάνινη σουπιέρα μας σέρβιραν αχνιστή κοτόσουπα με τραχανά, αυγοκομμένη! Με λεμόνι και πιπεράκι! Τρώγοντας κάναμε κι εμείς γλέντι! Νηστικοί, πεινασμένοι, κακοπαθημένοι, μας φάνηκε ότι δεν είχαμε ξαναφάει πιο νόστιμη σούπα! Αλολούθησε ο μεζές... πανδεσία! Ούτε στα πλουσιότερα ανάκτορα, ούτε τα πολυτελέστερα εδέσματα δεν θα μας έκαναν τόση ευχαρίστηση κι εντύπωση! 
Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη φιλοξενία τους, την αγάπη τους, την προσφορα τους, τον Ελληνισμό τους! Ας είναι καλά όσοι απ’ αυτούς τους ανθρώπους ζούνε, κι ο Κύριος ας αναπαύει τις ψυχές των κεκοιμημένων... που μας άνοιξαν το σπίτι τους και την καρδιά τους.

Η οικοδέσποινα έδωσε το πρόσταγμα να μας αφήσουν να κοιμηθούμε. Πριν φύγει μας έδωσε πάλι το αφέψημα και πράγματι κοιμηθήκαμε βαριά σαν μολύβι! Ήτο η κούραση, ήτο η αϋπνία τόσων ημερών, το αίμα που είχα χάσει, ο πόνος που με κατέβαλε, η συγκίνηση; Δεν ξέρω... Κοιμήθηκα σαν μωρό!

Το πρωί μας ξύπνησαν οι ζητοκραυγές απ’ το δρόμο. Μπήκε η νοικοκυρά και άνοιξε διάπλατα τα παράθυρα. Του Αγίου Νικολάου σήμερα και οι καμπάνες κτυπούσαν χαρμόσυνα! Σύρθηκα μέχρι το παράθυρο.  Ο Κώστας είχε ήδη πιάσει θέση. Τι ήταν εκείνο που αντικρύσαμε Θεέ μου; Όλο το χωριό είχε ξεχυθεί στους δρόμους! 
Σε κάθε παράθυρο ανέμιζε από μία ελληνική σημαία! Τις είχαν υφάνει στους αργαλειούς, τις φύλαγαν στην κασέλα τους γι’ αυτήν την ώρα, την ώρα της λευτεριάς! Μ’ αυτό τον βαθιά κρυφό πόθο ζούσαν οι Βορειοηπειρώτες! Και τώρα βίωναν οι άνθρωποι σαν σε όνειρο, αυτό που χρόνια περίμεναν: την λευτεριά τους!!!
Στο αρχοντόσπιτο, οι περιποιήσεις έδιναν και έπαιρναν. Μας έφεραν ζεστό, φρεσκοαρμεγμένο γάλα, καφέ, χονδρές φέτες ψωμί, τουλουμίσιο τυρί και μέλι. Όταν αποφάγαμε και πήραμε και πάλι το ευπρόσδεκτο πια αναλγητικό αφέψημα, η οικοδέσποινα μας είπε ότι περίμεναν με λαχτάρα να μας δουν κάποιοι συγχωριανοί της.
- Εμάς;
- Ναι! Διοτί σε σας βλέπουμε τους ελευθερωτές! Τα παιδιά μας! Αυτούς που τραυματίστηκαν απελευθερώνοντας το χωριό μας!
Αυτό που ακολούθησε ήτο πάνω από τη φαντασία μας. Παρέλασε όλη η γειτονιά να μας ευχηθεί τα δέοντα. Με περηφάνια και συγκίνηση δεχθήκαμε τις εκδηλώσεις αγάπης και πατριωτικού ενθουσιασμού των κατοίκων του χωριού... 
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα έφθασαν και οι τραυματιοφορείς του λόχου να μας μεταφέρουν στο πρόχειρο ιατρείο που είχε συσταθεί για την περίθαλψη των τραυματιών. Έτσι με συγκίνηση και αισθήματα ευγνωμοσύνης, αποχαιρετίσαμε την φιλόξενη ευεργέτιδα μας, την οικογένεια της και το σπιτικό της που μας αγκάλιασε με τόση στοργή και φροντίδα. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτούς τους ανθρώπους. Θα τους ευγνωμονώ όσο ζω και θα προσεύχομαι γι’ αυτούς.
Το μικρό διάλλειμα της ανάπαυλας, των περιποιήσεων, της ζεστασιάς, της οικογενειακής θαλπωρής τελείωσε... Πίσω στη ζωή του πολεμιστού τώρα. 
Στο αντίσκηνο που λειτουργούσε σαν ιατρείο ο γιατρός μας εξέτασε. Έβγαλε την σφαίρα από το χέρι του Κώστα, τον έρραψε, τον περιποιήθηκε και τον έστειλε να του γράψουν αναρρωτική άδεια. Μετά γύρισε σ’ εμένα. Με κατάπληξη με άκουσε να του διηγούμαι για το πως έπεσε το θραύσμα της οβίδας μέσα στη χούφτα μου. Και με ακόμα μεγαλύτερη κατάπληξη διεπίστωσε ότι το γόνατο και τα κόκκαλα δεν είχαν πειραχτεί! Έκανε τον σταυρό του! Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο διαμπερές τραύμα που να μην έχουν πειραχτεί τα οστά ή τα νεύρα! Μου είπε ότι ήμουν τυχερός στην ατυχία μου και με περιποιήθηκε με μεγάλη προσοχή.
- Άγιο είχες! μου ειπε χαμογελώντας. Με καθησύχασαν τα λόγια και η συμπεριφορά του κι ευχαρίστησα και πάλι την Παναγία, τον Άγιο Γεράσιμο και τον Άγιο Βλάσιο, πολιούχους του Ξυλοκάστρου και προστάτες μου. Και βέβαια τον Άγιο Σάββα που γιόρταζε την ημέρα που τραυματίστηκα!
Από κει και μετά οι διαδικασίες ακολούθησαν τον δρόμο τους με ρυθμούς χελώνας, πολλά εμπόδια και δυσκολίες λόγω των συνθηκών πολέμου και του χειμώνα που έπεφτε βαρύς. Διακομισθήκαμε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων και από κει στο Μεσολόγγι.
Εδώ θα ήθελα να σταθώ στον αποχαιρετισμό μου με τον Κώστα, ο οποίος έφυγε από τα Γιάννενα για το σπίτι του με άδεια ενός μηνός. Πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και κλαίγαμε σαν μικρά παιδιά. Είναι αλήθεια ότι ο τραυματισμός μου με είχε κάνει πολύ ευσυγκίνητο.
- Μου έσωσες τη ζωή, ο Θεός να σου δίνει πάντα υγεία κι ευτυχία κι ότι   άλλο επιθυμείς, του ευχήθηκα με ευγνωμοσύνη. Καλήν αντάμωσιν!
- Το ίδιο θα έκανες κι εσύ, μου απάντησε ταπεινά. Περαστικά! Και καλήν αντάμωσιν!
-Στη Ρώμη! του φώναξα, καθώς ανέβαινε στο καμιόνι που θα τον κατέβαζε πιο κάτω.
-Στη Ρώμη! φώναξε κι εκείνος κουνώντας μου το γερό του χέρι σε αποχαιρετισμό.
Αυτή ήτο και η τελευταία φορά που τον είδα. Ο Κώστας, ο σωτήρας μου, μετά την ανάρρωση ξαναγύρισε στο μέτωπο και όπως έμαθα αργότερα από την οικογένεια του όταν τον αναζήτησα μετά το πέρας του πολέμου, σκοτώθηκε από τους Γερμανούς κατά την εαρινή επίθεση τον Απρίλιο του 1941. Αιωνία του η μνήμη! Άγιο το χώμα που τον σκέπασε, αυτόν τον καλό Σαμαρείτη, τον απλό Έλληνα Στρατιώτη με την μεγάλη καρδιά! Τον ήρωα της πατρίδος!



ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ




ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΠΟΣ ΤΟΥ ''40 : ΘΕΙΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ...ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΟΜΒΕΣ - ''ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΕΡΠΑΤΗΣΕ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ''

Στρατιωτικός ιερέας ευλογεί τους οπλίτες πριν από τη μάχη
Από το νεανικό περιοδικό Προς τη Νίκη

Περίοπτη θέση μέσα στην πολλαπλή προσφορά της Εκκλησίας στον Αγώνα του ‘ 40 κατέχει ή δράση τών στρατιωτικών ιερέων στο μέτωπο. Δεκάδες ιερείς φορώντας το χακί διέσχισαν τη γραμμή του πυρός, παρηγορώντας τους τραυματίες και σκορπώντας τόν ενθουσιασμό μέ τά φλογερά τους κηρύγματα. Εξομολογούσαν πολλές φορές ολόκληρο τό στράτευμα και τόνωναν τήν πίστη τών στρατιωτών. Και λειτουργώντας αδιάκοπα, πολλές φορές και σέ ώρα βομβαρδισμού, χάριζαν ώρες πνευματικής ανάτασης στους γενναίους πολεμιστές μας.

Άπό τις μαρτυρίες πού υπάρχουν, ξεχωρίζουμε δύο, χαρακτηριστικές γιά τήν ατμόσφαιρα στό μέτωπο.

*Γράφει ό στρατιωτικός ιερέας Αρχιμανδρίτης π. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος1 ότι κατά τήν Εαρινή επίθεση του Μουσολίνι, τό Σύνταγμα όπου υπηρετούσε βαλλόταν άπό οβίδες. Ό συνταγματάρχης απελπισμένος του είπε ότι δεν έπρεπε νά γίνει Θεία Λειτουργία, γιατί ήταν επικίνδυνο. Εκείνος όμως του απάντησε ότι γι’ αυτόν ακριβώς τό λόγο έπρεπε νά γίνει! Καί πράγματι έγινε. Στή διάρκεια της Λειτουργίας ό τόπος αυλακωνόταν άπό τις οβίδες. Μιά οβίδα έγλειψε τόν τοίχο του μικρού δωματίου πού τους χρησίμευε ώς ναός, αλλά δεν έσκασε. Μιά άλλη είχε βυθισθεί πιό πέρα στό χώμα, χωρίς κι αυτή νά κάνει ζημιά. Μιά τρίτη όμως έσκασε λίγο πιό κάτω άπ’ τό δωμάτιο, μέσα σ’ ένα αμπρί2. Καί αύτη σκότωσε τέσσερις άνδρες καί τραυμάτισε άλλους τρεις, πού πήγαν εκεί νά φυλαχθοΰν καί δεν έμειναν στή Θεία Λειτουργία… Τό απόγευμα τους διάβασε τή νεκρώσιμη ακολουθία.

Τήν ίδια εκείνη μέρα ό ιερέας έγραψε μέ συγκίνηση στό ημερολόγιο του: «Τά αεροπλάνα νά μουγγρίζουν… καί ατάραχοι νά τελούμε τήν Θείαν Λειτουργίαν. Ποιον θάρρος μας έδινες, Κύριε, τότε!».

Ό Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού Γεώργιος Παυλίδη ς3 καταθέτει καί τή δική του μαρτυρία γιά τή δράση του ίδιου ιερέα:
«Πρό της εοπιθπέσεως τών Ιταλών της 9ης Μαρτίου 1941 είχαμε καταυλισθεί λίγο πιό κάτω άττ’ τό χωριό Τόσκεσι… Κάναμε τεχνητή άπόκρυψη τών σκηνών καί τών πυροβόλων μέ κλαδιά δέντρων. Μιά βραδιά είχε βρέξει καί δεν ρίξαμε κλαδιά στή σκηνή μας. Τό πρωί ερχόταν ένα αναγνωριστικό (ιταλικό) αεροπλάνο… έπαιρνε φωτογραφί&ς… καί αν άνακά-
λυπταν παραλλαγή του χώρου, έρχονταν και βομβάρδιζαν. Έτσι και τήν ήμερα εκείνη ήλθε, βρήκε τή σκηνή χωρίς καμουφλάζ, τή φωτογράφισε και μετά μιάμιση ώρα… ήλθαν 15-20 στούκας, που κατέβηκαν στά 3Ο-35 μ. χαμηλά… και άρχισαν νά σπέρνουν βόμβες.

…Τρέξαμε νά κρυφτούμε… Έγώ χώθηκα σε ένα σωρό από τσουβάλια… Οι κρότοι ήταν εκκωφαντικοί… Είχε καλυφθεί από καπνούς όλος ο καταυλισμός…

Όπως ήμουνα ξαπλωμένος (ανάσκελα), έβλεπα καθαρά τό αεροπλάνο, τόν αεροπόρο… τά χέρια τον, τις βόμβες. Είπα μέσα μον: Τώρα πιά, «νυν άπολύεις τόν Δουλον σου, Δέσποτα». Επιτέλους, κάποτε …τά αεροπλάνα εφυγαν…
Με δισταγμό σηκώθηκα… Δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος. Ησυχία θανάτου. Μονολόγησα: «Έγώ μόνο ζώ». “Ομως, σιγά σιγά έβλεπα νά σηκώνονται μερικά κουρέλια… Λίγο λίγο γέμισε ο τόπος…
Ζητωκραυγές, σταυροκοπήματα παντού. Ό Διοικητής διατάσσει προσκλητήριο. Και τό θαύμα: Μέσα σ΄αυτή τή φωτιά του σιδήρου δέν είχαμε ούτε ενα στρατιώτη… νεκρό ούτε και πληγωμένο…
Ό Διοικητής… δέχθηκε τήν πρόταση μου νά κάνονμε μιά ευχαριστήρια Θεία Λειτουργία. Κοντά μας ήταν ο στρατιωτικός Ιερέας… Συγκεντρωθήκαμε και αποφασίσαμε νά γίνει πρώτα εξομολόγηση… Πράγματι… εξομολογήθηκαν αξιωματικοί και οπλίτες και τό πρωί σε μιά μεγάλη σπηλιά ο π. Χρυσόστομος λειτούργησε. Πρίν άπό τή Θεία Λειτουργία μας μίλησε… Και στό «Μετά φόβου Θεού»… κοινωνήσαμε όλοι.

Δέν θά λησμονήσω εκείνη τή Θεία Λειτουργία. Καθώς προσέρχονταν οί στρατιώτες γιά νά κοινωνήσουν, έκλαιγαν. Και τά δάκρυα τους έπεφταν στην άγια λαβίδα. Ετσι τό Σώμα και τό Αίμα του Χρίστου αναμειγνυόταν μέ τά δάκρυα των στρατιωτών… “Εκείνες τις μέρες περπάτησε ο Θεός ανάμεσα μας…».

Στόν πόλεμο του ’40 μέ ενθουσιασμό προχώρησαν οί φαντάροι μας στή μεγαλειώδη τους επέλαση. Ούτε οι βόμβες και η φρίκη τού πολέμου, ούτε οί στερήσεις ή τό κρύο μπόρεσαν νά τους ανακόψουν. Γιατί οί ιερείς τής Εκκλησίας μας τους κάλυπταν μέ τό τιμημένο ράσο τους. Ζέσταιναν τά παγωμένα τους κορμιά. Καί τόνωναν τίς φοβισμένες τους καρδιές, σταλάζοντας μέσα τους πίστη και θάρρος.



1. Μετέπειτα Μητροπολίτης Αργολίδος
2. Υπόγειο χαράκωμα γιά στρατιώτες της πρώτης γραμμής
3. Μετέπειτα Μητροπολίτης Νικαίας
Πηγή
Ί. Μ. Χατζηφώτη, Ή Εκκλησία στόν αγώνα τοΰ Σαράντα, Έκδ. «Ατλαντίς», Αθήναι, σ. 98-99,154-155.


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ  
ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ



Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40 : ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΤΟΥ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΕΤΑΞΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΩΡΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1040

Ο στενός και έμπιστος συνεργάτης του Ιωάννου Μεταξά, Δημήτριος Θ. Τραυλός, αφηγείται τα γεγονότα προ και κατά την 28η Οκτωβρίου 1940, όπως τα έζησε ως αυτήκοος μάρτυς, δίπλα στον τότε Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως. 

Στη συνέχεια παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
 
Γιατί δεν ακούτε τον Μεταξά;
Με ημερομηνία 17 Οκτωβρίου 1940, ο (Πρεσβευτής της Αγγλίας) Πάλαιρετ, μέμφεται τηλεγραφικώς τους αρμοδίους στο Φόρεϊν Όφφις, γιατί δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τις προειδοποιήσεις και προβλέψεις του Μεταξά, σχετικά με την συγκέντρωσι όλης της συμμαχικής βοήθειας στην Τουρκία:
«Το Στρατηγείον Μέσης Ανατολής έχει λάβει κοινοποιήσεις των πολυαρίθμων τηλεγραφημάτων μου, τα οποία αναφέρουν την αίτησιν του προέδρου του (ελληνικού) υπουργικού συμβουλίου δι’ οπλισμόν και προ πάντων δι’αεροπορικήν υποστήριξην, εις περίπτωσιν επιθέσεως εναντίον της Ελλάδος (βλέπε τηλεγράφημά μου 950, 14ης Οκτωβρίου προς Φόρεϊν Όφφις). Καθ’ ον χρόνον ανασκοπείτε την θέσιν μας εις την Μέσην Ανατολήν, θα επεθύμουν να τονίσω ότι ο στρατηγός Μεταξάς δεν είναι μόνον πολιτικός, αλλά και επιτελικός αξιωματικός διεθνούς φήμης. Έχει θεμελιώσει την πολιτική του επί της πίστεως εις την νίκην μας. Αλλά μας έχει και προειδοποιήσει επιμόνως περί του στρατηγικού κινδύνου της συγκεντρώσεως πάσης βοηθείας μας προς την Τουρκίαν με την εξαίρεσιν της Ελλάδος, εις περίπτωσιν μιας εκστρατείας του Άξονος εναντίον της Ελλάδος και της Τουρκίας.
Πιστεύει ότι ο στρατός του θα ηδύνατο να συγκρατήση τον ιταλικόν στρατόν ξηράς, τον ευρισκόμενον τώρα εις Αλβανίαν, και να προστατεύση ούτω το πλευρόν μας – εάν του παρασχεθή κάποια αεροπορική υποστήριξις και μερικά αντιαρματικά όπλα. Υπάρχει εν τούτοις ο κίνδυνος του αποτελέσματος ενός άνευ αντιστάσεως αεροπορικού βομβαρδισμού, τόσον επί του ηθικού του στρατού, όσον και επί της αποφασιστικότητος των πολιτών.

2. Αντιλαμβάνομαι πλήρως ότι η άμυνα της Αιγύπτου πρέπει να είναι ο πρωταρχικός μας στόχος και ότι η υποστήριξις της Τουρκίας είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής μας εις την Εγγύς Ανατολήν. Αλλά αμφιβάλλω κατά πόσον αι προειδοποιήσεις του στρατηγού Μεταξά ελήφθησαν αρκούντως υπ’ όψιν ή κατά πόσον εις το αποτέλεσμα ενδεχομένου αεροπορικού βομβαρδισμού της Ιταλίας εξ Ελλάδος, εδόθη η σημασία την οποίαν όλαι αι πληροφορίαι μας περί της καταστάσεως εις την Ιταλίαν φαίνονται να απαιτούν. Δύναμαι, επομένως, να ζητήσω όπως το θέμα της αεροπορικής υποστηρίξεως της Ελλάδος εξετασθή εκ νέου σοβαρώς και παραμείνη συνεχώς υπό εξέτασιν, καθ’ ον χρόνον αποστέλλονται αι ενισχύσεις μας
Διασκέψεις και διαβουλεύσεις γίνονται στο Φόρεϊν Όφφις την 14ην Οκτωβρίου με αντικείμενον την χορήγησιν βοηθείας στην Ελλάδα. Δύο μνημόνια με την ίδια ημερομηνία αναφέρονται στις συνέπειες που θα είχε μία ιταλική επίθεσις εναντίον της Ελλάδος:
«Αφ’ ενός επιθυμούμεν διαρκώς η Ελλάς να αντισταθή εναντίον επιθέσεως του Άξονος εφ’ όσον:
α) η κατάρρευσις αμαχητί της Ελλάδος, παρά την βρεταννικήν εγγύησιν, θα είχε σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις ανά την Εγγύς και Μέσην Ανατολήν, και, ιδία, στην Τουρκίαν και
β) μία Ιταλική επίθεσις κατά της Ελλάδος θα αποτελούσε πιθανώτατα ευπρόσδεκτο περισπασμό από την κυρία επίθεσιν κατά της Αιγύπτου και πιθανώς να μας έδιδε την ευκαιρία να καταφέρωμε πλήγμα κατά του ιταλικού ναυτικού. Αφ’ ετέρου, μία Ιταλική επίθεσις θα απέληγε εν πάση περιπτώσει πιθανώτατα σε ταχεία κατάληψιν μεγάλου τμήματος της ηπειρωτικής Ελλάδος και σε εντατικό βομβαρδισμό Ελληνικών πόλεων, με αποτέλεσμα να προκληθούν ευρείας εκτάσεως καταστροφές κτισμάτων και σοβαρές απώλειες ανθρώπων, για τις οποίες αναποτρέπτως θα εθεωρούμεθα κατά μέγα μέρος υπεύθυνοι» (…)
…………………………….
Δυό μέρες πριν
Δύο μέρες πριν από την ιταλική εισβολή στην Ήπειρο, ο στρατηγός Παπάγος συναντάται με τον στρατιωτικό ακόλουθο της Βρεταννικής Πρεσβείας Αθηνών και η συνομιλία τους μεταδίδεται στο Λονδίνο:
«1. Ο Έλλην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου (Αλέξανδρος Παπάγος) συνεζήτησε σήμερα το πρωϊ μαζί μου την αλβανική κατάστασιν, η οποία, από στρατιωτικής απόψεως, είναι ανεξήγητη.
2. Εάν ιταλική πρόθεσις ήταν πραγματικά η επίθεσις κατά της Ελλάδος, τότε με την έως τώρα καθυστέρησίν των φαίνεται να έχουν θυσιάσει όλα τα πλεονεκτήματα, περιλαμβανομένης της εκπλήξεως, του καταλλήλου καιρού και της αριθμητικής υπεροχής στο πεδίο των επιχειρήσεων.
3. Οι Ιταλοί πιθανώτατα ημπορούν να παρατάξουν και χρησιμοποιήσουν πέντε μόνον μεραρχίες πεζικού λόγω ελλείψεως επικοινωνιών. Οι Έλληνες έχουν τώρα συμπληρώσει τις προετοιμασίες των και φρονούν ότι έχουν επαρκείς χερσαίες δυνάμεις για να συγκρατήσουν επίθεσιν.
4. Οι Ιταλοί πρέπει συνεπώς, να εξαρτήσουν κατά μέγα μέρος την οιανδήποτε επιτυχίαν των από αεροπορικές επιδρομές εναντίον της Ελλάδος, η οποία από αέρος είναι σχεδόν ανυπεράσπιστη. Ίσως να σχεδιάζουν και συνδυασμένη επίθεσιν κατά της ελληνικής δυτικής ακτής.
5. Τα ιταλικά στρατεύματα παραμένουν στα όρη σε σκηνές με σταθερώς χειρότερες συνθήκες και, ως οι Έλληνες υποστηρίζουν, με μειωμένο ηθικό.
6. Ο καιρός επί του παρόντος είναι κακός κατά μήκος της μεθορίου με πυκνές βροχές, χαμηλά νέφη, ψύχος και χιόνια στις κορυφές. Ίσως να βελτιωθεί επ’ ολίγον πριν αρχίση ο χειμώνας.
7. Παρ’ όλα αυτά, οι Ιταλοί έχουν προωθήσει προς την μεθόριον κατά τις τελευταίες ημέρες προκεχωρημένα στρατιωτικά τμήματα (…).
8. Δεν υπάρχουν μεθοριακά επεισόδια ούτε πολιτικές η στρατιωτικές πληροφορίες που να υποδεικνύουν σχεδιαζομένη επίθεσιν».
………………..…….
Την αυγή της 28ης Οκτωβρίου 1940, μετά την απόρριψι του τελεσιγράφου Γκράτσι, ο Μεταξάς τηλεφωνεί στον Πρεσβευτή Πάλαιρετ και του αναγγέλλει τα δραματικά γεγονότα. Ο Πάλαιρετ τηλεγραφεί αμέσως στον λόρδο Χάλιφαξ στο Φόρεϊν Όφφις:
«Σερ Μ. Πάλαιρετ προς υποκόμητα Χάλιφαξ
Αθήναι, 28 Οκτωβρίου 1940
Νο 271
Λόρδε μου
Ο Πρόεδρος του (ελληνικού) Υπουργικού Συμβουλίου μου ετηλεφώνησε σήμερον την πρωϊαν εις τας 3.30’ προκειμένου να με πληροφορήση περί του τελεσιγράφου το οποίον είχε λάβει ημίσειαν ώραν ενωρίτερον από τον Ιταλόν πρεσβευτήν. Έχω την τιμήν να σας διαβιβάσω εσωκλείστως ένα αντίγραφον του εγγράφου τούτου, του οποίου το σημερινόν Νο 994 τηλεγράφημά μου σας έδωσε βραχείαν περίληψιν. Θα ήτο δύσκολον να εύρη κανείς καλύτερον δείγμα αναισχύντου ψευδολογίας, ακόμη και μεταξύ των πολυαρίθμων παρομοίων προϊόντων των Δυνάμεων του Άξονος.
2. Φαίνεται σχεδόν απίστευτον ότι ο Ιταλός πρεσβευτής ενεφανίσθη αδυνατών να απαντήση εις την ερώτησιν του στρατηγού Μεταξά, ως προς ποία στρατηγικά σημεία (της Ελλάδος) η κυβέρνησίς του προετίθετο να καταλάβη και όμως, ούτω συνέβη.
3. Η ελληνική κυβέρνησις δεν επέδωσε γραπτήν απάντησιν εις την διακοίνωσιν αυτήν. Όπως είχα την τιμήν να σας αναφέρω, ο στρατηγός Μεταξάς εδήλωσεν αμέσως προς τον σινιόρ Γκράτσι ότι τούτο ισοδυναμούσε με κήρυξιν πολέμου, ενήργησε δε αναλόγως. Η πρώτη του ενέργεια ήτο να ζητήση την βοήθειά μου.
Διατελώ κ.λ.π.
Μάϊκλ Παλλαιρέτ
……………….
Επειδή έτυχε να είμαι αυτήκοος μάρτυς μιας τηλεφωνικής συνδιαλέξεως μεταξύ των δύο ανδρών, θεωρώ υποχρέωσίν μου χάριν της Ιστορίας, να εκθέσω τα εξής:
Κατά τας μεσονυκτίους ώρας μιας των ανωτέρω ημερομηνιών, όταν επέστρεψεν εκ του γραφείου ο Αείμνηστος Πρόεδρος εις την εν Κηφισσία οικίαν του, συνοδευόμενος υπό του Υφυπουργού Ασφαλείας κ. Κ. Μανιαδάκη, με εκάλεσαν και μου έδωσαν εντολήν όπως, επειδή ο Πρόεδρος αναμένει επείγουσαν τηλεφωνικήν συνδιάλεξιν μετά του Έλληνος Πρεσβευτού από το Βερολίνον και επειδή πιθανώς να βραδύνη, και ο Πρόεδρος είχεν ανάγκην αναπαύσεως, λόγω υπερκοπώσεως, παραμείνω εις το τηλέφωνον, ίνα αφυπνίσω τον Πρόεδρον προς πραγματοποίησιν της τηλεφωνικής συνδιαλέξεως. Πράγματι κατά την 2αν νυκτερινήν, εκτύπησε το τηλέφωνον και εζήτησαν από την Ελληνικήν Πρεσβείαν Βερολίνου να επικοινωνήση με τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως.
Αμέσως αφύπνισα τον Πρόεδρον και άρχισε την τηλεφωνικήν συνομιλίαν του μετά του Έλληνος Πρεσβευτού Ραγκαβή. Αύτη ήτο σχετική με την προηγηθείσαν προ ολίγου συνομιλίαν του Έλληνος Πρεσβευτού μετά του Γερμανού Υπουργού των Εξωτερικών Φον Ρίμπεντροπ και αντελήφθην τον Πρόεδρον ΙΩΑΝΝΗΝ ΜΕΤΑΞΑΝ σε νευρικήν έξαψιν και με έντονον ύφος να λέγη «Κύριε Ραγκαβή να επισκεφθής και αύριον πάλιν τον Φον Ρίμπεντροπ και να του ανακοινώσητε εκ μέρους μου ότι,
Η ΕΛΛΑΣ ΘΑ ΠΟΛΕΜΗΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ ΠΟΥ ΘΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΕΘΗ,

και εντός της αύριον να με ενημερώσης.
Ταύτα εκθέτω ίνα πειστούν όσοι τυχόν υπάρχουν αμφιβάλλοντες δια ειλικρινήν εξωτερικήν πολιτικήν του ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΕΤΑΞΑ, όστις όπως πάντοτε άλλο δεν εσκέπτετο παρά μόνον την Ελλάδα και μόνον την Ελλάδα.
Εν Αθήναις τη 15η Ιανουαρίου 1971
Δημήτριος Θ. Τραυλός
28η Οκτωβρίου 1940
Ώρα 2.45’ νυκτερινήν με ξυπνούν. Ο Υπαξιωματικός Υπηρεσίας μου αναφέρει ότι, ήλθεν ο Γάλλος Πρεσβευτής και ζητεί να δη τον κ. Πρόεδρον, κτυπάμε το κουδούνι, αλλά δεν ακούει κανείς από μέσα. Σηκώνουμε αμέσως, δια του μυστικού τηλεφώνου καλώ τον Αείμνηστον Πρωθυπουργόν Ιωάννην Μεταξάν και του αναφέρω:
«Κύριε Πρόεδρε, εδώ Ενωματάρχης Τραυλός, έχει έλθει ο Πρεσβευτής της Γαλλίας και θέλει να σας δη».
Και μου απαντά: Τέτοια ώρα μωρέ Τραυλέ; Καλά, θα σηκωθώ.
Αμέσως και εγώ εξέρχομαι του οικήματος της φρουράς και ευρίσκομαι έξωθι της οικίας του Προέδρου, όπου είχε σταματήσει το αυτοκίνητον του Ιταλού Πρεσβευτού, και όχι του Γάλλου, ως ανακριβώς μου είχεν αναφέρει ο Υπαξιωματικός Υπηρεσίας, τούτο διότι λόγω του σκότους, ενόμισαν την σημαίαν του αυτοκινήτου ως Γαλλικήν. Εν τω μεταξύ ήνοιξεν η θύρα της προς την κουζίναν εισόδου, όπου ενεφανίσθη με την νυχτικιάν του ο Πρόεδρος. Επηκολούθησεν η είσοδος του Ιταλού Πρεσβευτού Γκράτσι. Όπισθέν του ηκολούθησα και εγώ. Μετά τον τυπικόν χαιρετισμόν, οι δύο άνδρες εισήλθον εις ιδιαίτερον δωμάτιον, εγώ δε παρέμεινα εις τον διάδρομον.
Η συζήτησις μεταξύ των διήρκεσεν επί πέντε λεπτά περίπου, καθ’ ην ήκουον την έντονον φωνήν του αειμνήστου Πρωθυπουργού Ιωάννου Μεταξά. Άμα τη εξόδω του Ιταλού Πρεσβευτού, τον οποίον σημειωτέον, δεν συνόδευσε μέχρι της θύρας, εξήλθεν εις τον διάδρομον ο Πρόεδρος και με πλήρη ηρεμίαν, ως να μη συνέβαινε τίποτε το σπουδαίον, μου λέγει:
«Δημήτρη, παιδί μου, έχουμε πόλεμο».
Και εγώ τον ερωτώ: Και τι θα κάνουμε Κύριε Πρόεδρε;
Μου απαντά:
«ΘΑ ΠΟΛΕΜΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΖΙ ΜΑΣ! Σε παρακαλώ τηλεφώνησε αμέσως στο Νικολούδην και Μαυρουδήν να έλθουν εδώ και ετοίμασε την Ασφάλειάν μου για το Υπουργείον».
Ο ίδιος ετηλεφωνούσε εις τον Βασιλέα, Παπάγον και Άγγλον Πρεσβευτήν. Μετ’ ολίγον ήρχισαν να καταφθάνουν, οι ανωτέρω Υπουργοί, ο Άγγλος Πρεσβευτής και άλλοι, αργότερον δε κατήλθον άπαντες εις το Υπουργείον των Εξωτερικών.

Αθήναι τη 15η Ιανουαρίου 1971 Δημήτριος Θ. Τραυλός_

Από το περιοδικό: ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ Τεύχος 112 , ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2011


ΑΒΕΡΩΦ

ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi9AYAjQboFh1_5M3bFMvoiwdv6qY5bDyiuBuwvPV3Yjtp1ZG3BAXNnY5CWdpxeWu7FvNRIyWEpe_RHBqBZHx93XDCYKW4LJe3j_4jgmwduvaKGVqaTsCSNu7bWjJSewd6rxVoBPh5kloo/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters