Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΣΚΑΡΟΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΣΚΑΡΟΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

9η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1926 : Η ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ Η ΑΘΗΝΑ ΕΓΙΝΕ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ ΜΕ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 400ους ΝΕΚΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΡΑΥΜΑΤΙΕΣ


Γραφει ο Ιωάννης Δασκαρόλης

Πριν από εκατό χρόνια, πυροβόλα και τεθωρακισμένα συγκρούστηκαν στην καρδιά της πρωτεύουσας. Η αιματηρή διάλυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων, η εξέγερση στους δρόμους και το βίαιο τέλος μιας εποχής στρατιωτικών κινημάτων. 

Το πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου 1926 οι Αθηναίοι ξύπνησαν σε μια πόλη που έμοιαζε να προετοιμάζεται για πόλεμο.

Από τα χαράματα στρατιωτικές περίπολοι κινούνταν στους κεντρικούς δρόμους. Στο Κολωνάκι στήνονταν πρόχειρες θέσεις μάχης. Στρατεύματα είχαν αποκλείσει τις εγκαταστάσεις των Δημοκρατικών Ταγμάτων, ενώ πυροβόλα είχαν ταχθεί στην πλατεία Ρηγίλλης, στο Γουδή και κοντά στο νοσοκομείο Συγγρού. Στρατιωτικά αυτοκίνητα χρησιμοποιούνταν ως οδοφράγματα. Δυνάμεις από τη Χαλκίδα έφθαναν εσπευσμένα στην Αθήνα.

Λίγες ώρες αργότερα, οβίδες των 75 χιλιοστών θα έπλητταν τεθωρακισμένα οχήματα στην περιοχή του Ευαγγελισμού, πολυβόλα θα έβαλλαν μέσα στην πόλη και εκατοντάδες ένοπλοι άνδρες θα συγκρούονταν σε απόσταση λίγων λεπτών από το Σύνταγμα.

Ήταν η κορύφωση μιας από τις βιαιότερες εσωτερικές συγκρούσεις που γνώρισε η Αθήνα του Μεσοπολέμου.


Από την πτώση του Πάγκαλου στη νέα κρίση

Μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε καταρρεύσει η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου. Στις 22 Αυγούστου 1926 ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης είχε επικρατήσει με τη βοήθεια, μεταξύ άλλων, των ίδιων των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Τα Τάγματα αυτά δεν αποτελούσαν συνηθισμένες μονάδες του ελληνικού Στρατού. Ήταν επίλεκτοι, καλά αμειβόμενοι σχηματισμοί, με ισχυρή πολιτική παρουσία και δικούς τους δεσμούς μέσα στο στράτευμα. Στην Αθήνα διέθεταν περίπου 1.200 άνδρες και τεθωρακισμένα οχήματα, ενώ διοικούνταν από δύο φιλόδοξους αξιωματικούς: τον Ναπολέοντα Ζέρβα και τον Βασίλειο Ντερτιλή. Για ένα διάστημα οι δύο διοικητές πίστεψαν ότι, έχοντας συμβάλει αποφασιστικά στην πτώση του Πάγκαλου, θα διατηρούσαν τη θέση τους ως εγγυητές της νέας πολιτικής κατάστασης. Η κοινωνία όμως είχε κουραστεί.

Από το 1922 η Ελλάδα είχε γνωρίσει δικτατορίες, κινήματα, αντικινήματα, στρατιωτικές επεμβάσεις και εκκαθαρίσεις. Στο μεγάλο συλλαλητήριο που πραγματοποιήθηκε στο Σύνταγμα μετά την πτώση του Πάγκαλου, το πλήθος δεν ζητούσε μόνο ελεύθερες εκλογές και οικουμενική κυβέρνηση. Ζητούσε επίμονα και τη διάλυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Ανάμεσα στα πολιτικά συνθήματα ακουγόταν και ένα πολύ περισσότερο γήινο: «φτηνό ψωμί». Η μεταπολεμική και μεταπροσφυγική Αθήνα ήταν μια πόλη πολιτικής έντασης, αλλά και βαθιάς φτώχειας.

Ταυτόχρονα, μεγάλο μέρος του σώματος των αξιωματικών θεωρούσε τα Τάγματα έναν απαράδεκτο στρατό μέσα στον Στρατό. Ο Κονδύλης βρέθηκε έτσι μπροστά σε ένα παράδοξο: οι άνθρωποι που τον είχαν βοηθήσει να φθάσει στην εξουσία είχαν μετατραπεί μέσα σε λίγες ημέρες στο μεγαλύτερο εμπόδιο για τη σταθεροποίησή της.


Η παγίδα της 8ης Σεπτεμβρίου

Το απόγευμα της 8ης Σεπτεμβρίου ο Κονδύλης υπέγραψε το διάταγμα υπ' αριθ. 21815 για τη διάλυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Η διαταγή περιείχε μια ιδιαίτερα σημαντική πρόβλεψη: οι διοικητές των κυβερνητικών μονάδων μπορούσαν να ανοίξουν πυρ εναντίον τους, εφόσον το θεωρούσαν αναγκαίο, χωρίς να ζητήσουν νέα άδεια.

Ακολούθησε μυστική στρατιωτική σύσκεψη που κράτησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Η επιχείρηση σχεδιάστηκε σαν κανονική πολεμική ενέργεια. Πεζικό, ιππικό και όλο το διαθέσιμο πεδινό πυροβολικό της Αττικής αναπτύχθηκαν γύρω από τις θέσεις των Ταγμάτων. Πυροβόλα στην πλατεία Ρηγίλλης είχαν αποστολή να εμποδίσουν την κάθοδο των τεθωρακισμένων προς το υπουργείο Στρατιωτικών. Άλλα είχαν ήδη σκοπεύσει τα παραπήγματα των Ταγμάτων.

Το πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου ο Ζέρβας ξύπνησε από έναν δημοσιογράφο που τον ειδοποίησε ότι στρατεύματα κινούνταν στην περιοχή. Ήταν ήδη αργά. Στις 8.30 είχε ολοκληρωθεί η περικύκλωση. Στις 9.15 επιδόθηκε στους δύο διοικητές η διαταγή διάλυσης. Οι άνδρες τους μπορούσαν είτε να μεταταγούν στη Χωροφυλακή με τις ίδιες αποδοχές είτε να απολυθούν λαμβάνοντας δύο μισθούς. Ζέρβας και Ντερτιλής θα αποστρατεύονταν με τιμητική σύνταξη.

Την ίδια ώρα αεροπλάνα πετούσαν πάνω από τα στρατόπεδα ρίχνοντας φυλλάδια. Ο ίδιος ο Κονδύλης προειδοποιούσε τους στρατιώτες να μην αντισταθούν, επειδή ήταν περικυκλωμένοι και η αντίσταση θα οδηγούσε σε «λουτρό αίματος». Η προειδοποίηση αποδείχθηκε προφητική.


10.05: η μοιραία απόφαση

Για περίπου μία ώρα έγιναν απεγνωσμένες προσπάθειες συμβιβασμού. Ο υποστράτηγος Παλαιολόγου, ο ναύαρχος Δεμέστιχας και άλλοι αξιωματικοί προσπάθησαν να πείσουν τον Ζέρβα να μην κινηθεί. Ο Κονδύλης δέχθηκε ακόμη και μικρή υποχώρηση των κυβερνητικών δυνάμεων, ώστε να εκτονωθεί η κατάσταση. Στο στρατόπεδο όμως η ένταση είχε ξεπεράσει κάθε έλεγχο. Όταν ένας λοχίας τόλμησε να προτείνει συνθηκολόγηση, οι άνδρες στράφηκαν εναντίον του και παραλίγο να τον λιντσάρουν. Σύμφωνα με το μεταγενέστερο κατηγορητήριο, ο λοχαγός Παπαδόπουλος απείλησε ακόμη και τον Ζέρβα ότι θα τον έδενε εάν υποχωρούσε.

Στις 10.05 ο Ζέρβας πήρε τη μοιραία απόφαση. Λίγο πριν είχε δηλώσει στους δημοσιογράφους ότι ο ίδιος και ο Ντερτιλής θα πολεμούσαν «μέχρις εσχάτων». Οι άνδρες του, με τις χαρακτηριστικές γαλάζιες στολές τους, παρατάχθηκαν πίσω από τρία τεθωρακισμένα.

Ήταν, όπως αποδείχθηκε, η τελευταία παρέλαση του Β΄ Δημοκρατικού Τάγματος. Στις 10.10 η φάλαγγα άρχισε να κινείται προς το κέντρο. Ο Ζέρβας ήταν έφιππος και τα τεθωρακισμένα προπορεύονταν. Ο προορισμός, κατά τον ίδιο αργότερα, ήταν το υπουργείο Στρατιωτικών για να συναντήσει τον Κονδύλη. Όμως μια στρατιωτική μονάδα που προχωρούσε με πολυβόλα και τεθωρακισμένα προς το κέντρο της πρωτεύουσας δύσκολα μπορούσε να θεωρηθεί απλή αντιπροσωπεία διαπραγμάτευσης.


Η έκρηξη στον Ευαγγελισμό

Στις 10.20 περίπου, κοντά στη Ριζάρειο και στον Ευαγγελισμό, οι δύο αντίπαλοι σχηματισμοί βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. Κανείς δεν μπόρεσε να αποδείξει με απόλυτη βεβαιότητα στη δίκη που ακολούθησε ποιος έριξε την πρώτη σφαίρα. Υπάρχουν όμως ισχυρές μαρτυρίες ότι οι πρώτοι πυροβολισμοί προήλθαν από κυβερνητική μονάδα.

Από εκεί και πέρα δεν υπήρχε επιστροφή. Ο αντισυνταγματάρχης Τσαγγαρίδης διέταξε γενίκευση του πυρός. Μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά, ένα πυροβόλο των 75 χιλιοστών είχε ήδη σκοπεύσει τα τεθωρακισμένα. Η πρώτη οβίδα πέτυχε το προπορευόμενο όχημα. Στο εσωτερικό του υπήρχαν 24 δοχεία βενζίνης.

Η έκρηξη ήταν τρομακτική. Το τεθωρακισμένο ανατινάχθηκε, και το πλήρωμά του απανθρακώθηκε και διαμελίστηκε. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν ο λοχαγός Ποιητίδης, κουνιάδος του Ζέρβα. Δεύτερη οβίδα χτύπησε το επόμενο τεθωρακισμένο. Μια τρίτη, με πυρά διασποράς, έπεσε πάνω στην πρώτη διμοιρία του Τάγματος και την έθεσε σχεδόν ολόκληρη εκτός μάχης.

Και τότε άνοιξαν πυρ όλες οι γύρω κυβερνητικές θέσεις. Οι άνδρες του Ζέρβα έπεσαν στο έδαφος ή κατέλαβαν τα γύρω κτίρια και ανταπέδωσαν από παράθυρα και ταράτσες. Το πυροβολικό συνέχισε να βάλει.

Οι τραυματίες ούρλιαζαν μπροστά στο μέγαρο Ταμπακόπουλου. Το κτίριο όπου είχε καταφύγει ο Ζέρβας γέμιζε νεκρούς και αιμόφυρτους στρατιώτες. Μια οβίδα έπληξε γειτονικό σπίτι και το πυρπόλησε, ενώ άμαχοι έτρεχαν πανικόβλητοι στους δρόμους. Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν λευκά σεντόνια στα παράθυρα. Ο Ζέρβας παραδόθηκε στις 13.00.


Ο Ντερτιλής και η «τρελή πορεία»

Στο άλλο στρατόπεδο ο Ντερτιλής είχε επίσης αρνηθεί να υπακούσει. Όταν του επιδόθηκε η διαταγή, απάντησε ότι η διάλυση του Τάγματός του ισοδυναμούσε με «τον θάνατον της νεαράς Δημοκρατίας». Οι άνδρες του υποσχέθηκαν ότι θα πολεμούσαν «μέχρις ενός».

Σύντομα οι θέσεις του δέχθηκαν καταιγισμό οβίδων από το Γουδή και τα Τουρκοβούνια. Οι βολές δεν περιορίστηκαν στο στρατόπεδο. Στην προσφυγική συνοικία του Θων μία οβίδα σκότωσε τον σύζυγο της Καλλινίκης Τσεβλιάδου. Δεύτερη οβίδα απέκοψε το χέρι της ίδιας από τον αγκώνα. Η γυναίκα ήταν πέντε μηνών έγκυος. Άλλες οβίδες σκότωσαν περαστικούς κοντά στο Νοσοκομείο Παίδων και κατέστρεψαν σπίτια.

Ο Ντερτιλής τότε επιχείρησε μια σχεδόν απίστευτη έξοδο. Μπήκε σε τεθωρακισμένο και κατευθύνθηκε προς το κέντρο της Αθήνας. Το όχημα πέρασε από την Κηφισίας κάτω από εκατοντάδες πυροβολισμούς, κινήθηκε μπροστά από το υπουργείο Στρατιωτικών, συνέχισε προς την Ερμού, την Αιόλου και την Ευριπίδου και τελικά έφθασε κοντά στο Ταχυδρομείο της Ομόνοιας. Οι περισσότεροι άνδρες του πληρώματος είχαν στο μεταξύ σκοτωθεί ή τραυματιστεί.

Ο Ντερτιλής, τραυματισμένος στην ωμοπλάτη, τηλεφώνησε τελικά στον Κονδύλη και παραδόθηκε.

Και τότε εξεγέρθηκε η Αθήνα

Η στρατιωτική μάχη όμως ήταν μόνο το πρώτο μέρος της ημέρας. Μόλις οι πρώτες οβίδες ακούστηκαν στο κέντρο, οι Αθηναίοι πανικοβλήθηκαν. Τα καταστήματα έκλειναν, το Χρηματιστήριο διέκοψε τη συνεδρίασή του και οι εφημερίδες κυκλοφορούσαν έκτακτα παραρτήματα.

Σύντομα η αγωνία μετατράπηκε σε οργή. Χιλιάδες πολίτες κινήθηκαν προς το Σύνταγμα φωνάζοντας:

«Κάτω τα κινήματα»

«Κάτω η στρατοκρατία»

«Ζήτω ο λαός»

«Οικουμενική».

Πολλοί πήραν σανίδες και καδρόνια από οικοδομές. Στρατιώτες και χωροφύλακες ξυλοκοπούνταν και αφοπλίζονταν. Στο Σύνταγμα, στην Ομόνοια, στη Σταδίου και στη Χαλκοκονδύλη επικρατούσε χάος. Οι διαδηλωτές έφθασαν ακόμη και στο σημείο να καταλάβουν προσωρινά το εγκαταλελειμμένο τεθωρακισμένο του Ντερτιλή, να σκαρφαλώσουν επάνω του και να το περιφέρουν στο κέντρο καλώντας τον κόσμο σε εξέγερση.

Άλλες ομάδες λεηλάτησαν αποθήκη της Χωροφυλακής και άρπαξαν 31 τυφέκια, 60 περίστροφα και 20.000 φυσίγγια.  Ακολούθησαν επιθέσεις στη Γενική Ασφάλεια, στο υπουργείο Ναυτικών και στα υπουργεία Εσωτερικών και Οικονομικών. Μια άλλη ομάδα πολιόρκησε την Εθνική Τράπεζα. Στο εσωτερικό της, υπάλληλοι και στελέχη περίμεναν με τα λιγοστά όπλα τους, ενώ το πλήθος προσπαθούσε επί μία ώρα να παραβιάσει τις βαριές σιδερένιες πόρτες.

Η κυβέρνηση απάντησε με στρατό, ιππικό και τεθωρακισμένα. Ο Κονδύλης έριξε από αεροπλάνο προκήρυξη πάνω από την πόλη: «Απαγορεύεται η συγκέντρωσις πολιτών... Οι παραβάται... διατρέχουν κίνδυνον ζωής». Μέχρι το απόγευμα ο Στρατός είχε ανακτήσει τον έλεγχο. Στη διασταύρωση Πεσμαζόγλου και Πανεπιστημίου είχαν σχηματιστεί λίμνες αίματος.



Το πρωί μετά

Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν εξακριβώθηκε ποτέ. Η επίσημη ανακοίνωση ανέφερε μόλις 29 νεκρούς και 75 τραυματίες. Όμως στην ομαδική κηδεία της επομένης ενταφιάστηκαν ήδη 43 στρατιώτες των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Άλλες πηγές μιλούσαν για 49, 70 ή 85 νεκρούς. Η έρευνα οδηγεί στην εκτίμηση ότι μόνο τα Δημοκρατικά Τάγματα πιθανότατα είχαν περισσότερους από 100 νεκρούς και πάνω από 200 τραυματίες. Υπήρχαν επιπλέον απώλειες των κυβερνητικών δυνάμεων και πολίτες νεκροί και τραυματίες.

Το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου η περιοχή του Ευαγγελισμού έμοιαζε με πεδίο μάχης. Κατεστραμμένα τεθωρακισμένα κάπνιζαν ακόμη. Οι προσόψεις των κτιρίων ήταν διάτρητες από σφαίρες. Τα καλώδια του τραμ είχαν πέσει. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι αίματα και συντρίμμια. Στα νοσοκομεία συγγενείς αναζητούσαν απεγνωσμένα τους ανθρώπους τους. Από τους νεκρούς των τεθωρακισμένων αρκετοί δεν μπορούσαν καν να αναγνωριστούν.

Ίσως αυτή να είναι και η ουσία της 9ης Σεπτεμβρίου.

Τα δημοκρατικά τάγματα είχαν μεταβληθεί σε έναν ένοπλο πολιτικό παράγοντα που δεν μπορούσε πλέον να ενσωματωθεί ομαλά στον τακτικό Στρατό. Οι διοικητές τους έλαβαν αποφάσεις που οδήγησαν αναπόφευκτα στην καταστροφή. Η κυβέρνηση Κονδύλη, από την άλλη, είχε προετοιμαστεί να τους εξοντώσει με μέσα πραγματικού πολέμου στο κέντρο μιας κατοικημένης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας.


Όταν όλα τελείωσαν, οι περισσότεροι από εκείνους που πλήρωσαν το τίμημα δεν ήταν οι άνθρωποι που είχαν διαμορφώσει την πολιτική κρίση. Ήταν απλοί στρατιώτες, περαστικοί, πρόσφυγες, εργάτες, παιδιά και γυναίκες. Στις 10 Σεπτεμβρίου σαράντα τρία φέρετρα στρατιωτών των Δημοκρατικών Ταγμάτων οδηγήθηκαν στο νεκροταφείο με τις τιμές που προβλέπονταν για άνδρες του ελληνικού Στρατού πεσόντες εν ώρα μάχης.

Οι ίδιοι άνθρωποι που, μία ημέρα νωρίτερα, είχαν χαρακτηριστεί στασιαστές και είχαν δεχθεί τις οβίδες του ελληνικού πυροβολικού, κηδεύονταν τώρα ως νεκροί στρατιώτες του ελληνικού κράτους. Η 9η Σεπτεμβρίου 1926 έκλεισε έτσι, μέσα σε αίμα, έναν πρώτο μεγάλο κύκλο της στρατοκρατίας του Μεσοπολέμου.

Και έμεινε ως μία από τις πλέον αιματηρές —και σήμερα σχεδόν λησμονημένες— ημέρες στην ιστορία της Αθήνας.

Πηγή

Ιωάννης Β. Δασκαρόλης, Δημοκρατικά Τάγματα – οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (γ΄ έκδοση), Παπαζήσης, Αθήνα 2025.


https://www.istorikathemata.com/2026/09/9-1926-400.html

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ...«ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΣΥΣΤΗΜΑ»


Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΤΟΥ 1920 ΕΙΝΑΙ Ο ΜΗΝΑΣ που δολοφονήθηκε ο Ίων Δραγούμης στην Αθήνα από το παραστρατιωτικό Τάγμα Ασφαλείας του Παύλου Γύπαρη «κατ’ εντολήν» (τινός …αγνώστου μέχρι σήμερα). Ο Δραγούμης έχει επιστρέψει από την σκληρή του εξορία, που διήρκεσε δυόμισι χρόνια σε Αιάκειο της Κορσικής και Σκόπελο, μόλις τον Νοέμβριο του 1919 (αν και ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης διατείνεται  σε βιβλίο του ότι αυτός ήταν …«αυτοεξόριστος στο Παρίσι»!). Βρίσκεται σε πυρετικές διαβουλεύσεις  και συζητήσεις στους κύκλους της αντιβενιζελικής παράταξης και προαλείφεται ως αρχηγός της Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως στις επικείμενες εκλογές. Συντάσσει μαχητικά άρθρα, δίνει συνεντεύξεις και προετοιμάζεται.  Εδώ, σε ένα μικρό σημείωμα στην εφημερίδα «Πολιτεία»-Αθηνών (αρ. φ. 209, Πέμπτη 5 Μαρτίου 1920) καταγγέλλει το καταχρηστικό σύστημα της λογοκρισίας που, παρά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και την συναφθείσα  Ειρήνη, στην Ελλάδα, με το πρόσχημα της Μικρασιατικής εκστρατείας που βρίσκεται σε εξέλιξη, το βενιζελικό καθεστώς εξακολουθεί ακόμα να διατηρεί σε πλήρη ανάπτυξη. Μάλιστα, ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως ακόμα κι αυτό το κείμενο που καταγγέλλει τη λογοκρισία ...λογοκρίθηκε στα σημεία που επισημαίνουμε (κάποτε λείπει μια ολόκληρη παράγραφος κι αλλού μια δυο σειρές). Φαίνεται οι λογοκριτές, άγρυπνοι, παραμόνευαν τις νύχτες πλάι στους στοιχειοθέτες των εφημερίδων...

          Για να σχηματίσει, όποιος το επιθυμεί μιαν επαρκέστερη άποψη της περιόδου της Γαλλικής Κατοχής στην Ελλάδα και της Βενιζελικής «Τυραννίδος» συνιστώ ανεπιφύλακτα το βιβλίο του φίλου ιστορικού Γιάννη Β. Δασκαρόλη Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και το εσωτερικό μέτωπο (1917-1920), Α΄ Τόμος: η αντιβενιζελική εμπειρία (1917-1919) που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα από τις εκδόσεις Επίκεντρο.

 

 

ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΣΥΣΤΗΜΑ

 

Τρίς, εἰς διάστημα μηνός, μοῦ ἀπήλειψεν ἄρθρα ἡ λογοκρισία. Τοῦτο δὲν μὲ θίγει ὡς ἀτομικὸν ζήτημα ἀλλ’ ἀντανακλᾷ εἰς ὅλους ἡμᾶς τοὺς ζῶντας εἰς ἐλεύθερον λεγόμενον κράτος.

[ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ]

       Τὴν πρώτην φορὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀπαντήσεώς μου διὰ τῆς «Καθημερινῆς» εἰς δηλώσεις τοῦ κ. Βενιζέλου ἐν τῇ Βουλῇ. Εἶχε δὲ τὸ ἑξῆς ἄτοπον ἡ ἀπάλειψις τοῦ ἄρθρου μου ἐκείνου, ὅτι, ἐνῷ ὁ πρωθυπουργός εἶχε προκαλέσει τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ δηλώσῃ, ἂν ἀναγνωρίζῃ τὸ καθεστώς, ἕνας βουλευτής (καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἔτυχε νὰ εἶμαι ἐγώ, ἀλλ’ ἠμποροῦσε νὰ εἶνε καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος) θέλων ν’ ἀπαντήσῃ, εὑρέθη πρὸ ἀδυναμίας νὰ τὸ πράξη, διότι τὸ ἀπηγόρευσεν ἡ λογοκρισία. Δηλαδή ἀπηγορεύθη εἰς ἕνα βουλευτὴν νὰ γράψῃ ὅσα θὰ ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν παρίστατο εἰς τὰς συνεδριάσεις της.

    Τὴν δευτέραν φορὰν ἐπρόκειτο περὶ ἄρθρου εἰς τὸ περιοδικὸν «Μέλλον», ὅπου ἐπραγματευόμην τὸ ζήτημα τῆς ἀπὸ διεθνοῦς ἀπόψεως θέσεως τῆς Ἑλλάδος ὡς κράτους ἀνεξαρτήτου ἐν σχέσει καὶ μὲ τὴν κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ζήτημα δηλαδὴ ἐκτάκτως ἐπίκαιρον καθ’ ἣν στιγμὴν συνεζητεῖτο εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἐπικύρωσις τῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι κανονίζουν τὰς νεωτέρας σχέσεις τῶν κρατῶν μεταξύ των.

[ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ]

        Τὸ ζήτημα, ὡς εἶπα, δὲν εἶνε προσωπικόν, ἀλλά γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, καὶ ὡς τοιοῦτο ἀξίζει νά τύχῃ τῆς προσοχῆς πάντων. Τῆς λογοκρισίας ἡ ἔννοια καὶ ὁ σκοπὸς δὲν εἶνε ὁ περιορισμός ὁ περιορισμός τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως, ἀλλ’ ἡ μὴ ἀνακοίνωσις πληροφοριῶν δυναμένων νὰ ἐκθέσουν εἰς κινδύνους τὰς στρατιωτικὰς μετακινήσεις ἢ ἐπιχειρήσεις, ὁσάκις κηρύσσεται γενικὴ ἐπιστράτευσις ἢ γίνεται πόλεμος.

                         

      Τὸ πολὺ δύναται νὰ ἐκταθῇ ἡ περιοριστική ἐξουσία τῆς λογοκρισίας καὶ εἰς δημοσιεύματα ἐκθέτοντα εἰς κίνδυνον τὰς διπλωματικὸς ἢ συμμαχικὰς σχέσεις τῆς χώρας μὲ ἄλλα κράτη. Ἀλλὰ δὲν εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ δίδεται τοιαύτη ἐλαστικότης εἰς τοὺς περιορισμοὺς τῆς λογοκρισίας, ὥστε νὰ καταπνίγεται ὁλοτελῶς ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψεως καὶ νὰ καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἔκφρασις τῶν διανοημάτων.   

[ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ]

      Τοιαύτην ἔκτασιν ἀσφαλῶς δὲν ἔχει δικαιωματικῶς ἡ λογοκριτικὴ ἐξουσία, τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ γίνεται χρῆσις μὲ ὑπερβολικὴν διάκρισιν, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ εὐλογημένος καιρὸς τῆς καταργήσεώς της. Ἀσφαλέστερα εἶνε τὰ καθεστῶτα, ὅπου ὁμιλεῖ κανεὶς ἐλεύθερα. 

    Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος ἔπαυσε νὰ εἶνε ἀγαπητὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἀλλὰ κυρίως ἀφότου δὲν αἰσθάνεται ὁ κόσμος ὅτι εἶνε ἐλεύθερος νὰ ὁμιλῇ περὶ πολιτικῆς δημοσίᾳ. 

       Καὶ ἂν ἡ Βουλή, μὴ οὖσα Βουλή, δέχεται τὴν λογοκρισίαν ἀδιαμαρτύρητος, καὶ ἂν ὁ τύπος ἀναγκάζεται νὰ ὑποκύπτῃ εἰς αὐτὴν διαμαρτυρόμενος, καὶ ἂν ἀκόμη καὶ τὰ δικαστήρια δὲν τὴν ἀποκρούουν προκειμένου διὰ τὴν περικεκομμένην δημοσίευσιν τῶν πρακτικῶν των, τὸ κοινὸν ὅμως, ὡς λέγει καὶ ὁ Gide, φέρει καὶ αὐτὸ βαρεῖαν τὴν εὐθύνην· «Ἡ ἀνεκτικότης τὴν ὁποίαν ἐπέδειξε καὶ ἡ εὐπείθεια μεθ’ ἧς ὑπεβλήθη εἰς τὸ ἀνελεύθερον σύστημα τῆς λογοκρισίας, ἐπέτρεψαν τὴν διατήρησιν αὐτοῦ ἐπὶ πενταετίαν, καὶ ἀναμφιβόλως θὰ διηυκόλυνον τὴν ἐπ’ ἄπειρον παράτασίν του. Διότι τοῦτο εἶνε τὸ ἀνησυχητικόν. Ἄς αποθαυμάζουν ἄλλοι ὡς πολιτικὴν ἀρετὴν τὴν παθητικότητα ταύτην τοῦ κοινοῦ.               

 [ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ]

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ


https://dragoumision.blogspot.com/2026/07/blog-post_10.html

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΕΤΑΞΑ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940


Του Ιωάννη Δασκαρόλη

ιστορικού, διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου. 

Oι συνθήκες επίδοσης του ιταλικού τελεσιγράφου τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 είχαν μεταφερθεί στον τότε ημερήσιο Τύπο σε αδρές γραμμές, χωρίς όμως να δοθούν ιδιαίτερες λεπτομέρειες. Αντιθέτως, από την 29η Οκτωβρίου ο Γεώργιος Βλάχος με πρωτοσέλιδα άρθρα του στην «Καθημερινή», που υπέγραφε με το γνωστό Γ.Α.Β., είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην ηθική διάσταση του τρόπου με τον οποίον επιδόθηκε το τελεσίγραφο: στις τρεις τα ξημερώματα, σε μια προσπάθεια απόλυτου αιφνιδιασμού, με λίγες ώρες διορία, ώστε η Ελλάδα να έχει τα μικρότερα δυνατά περιθώρια αντίδρασης («Το στιλέτο», 29/10/1940 – «Η επιβουλή», 30/10/1940 – «Το τελεσίγραφον», 1/11/1940 – «Το λάθος της ώρας», 2/11/1940). Για τον λόγο αυτό ίσως δεν ήταν τυχαίο ότι επιλέχθηκε η «Καθημερινή» για να δοθεί από τον Ιωάννη Μεταξά μια λεπτομερής αφήγηση του χρονικού απόρριψης του ιταλικού τελεσιγράφου.

«Alors, c’ est la guerre!»

Η εν λόγω αφήγηση («Μια ιστορική στιγμή: 28η Οκτωβρίου, ώρα 3η π.μ. Συνομιλία με τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως κ. Ι. Μεταξάν») δημοσιεύθηκε στην πρώτη σελίδα της «Καθημερινής» στις 9 Νοεμβρίου 1940, με υπογραφή Β. Η συνομιλία έγινε σε μια σχετικά θετική πολεμική συγκυρία για την Ελλάδα: η VIII Μεραρχία υπό τη διοίκηση του υποστράτηγου Χαράλαμπου Κατσιμήτρου είχε αποκρούσει τις πρώτες ισχυρές ιταλικές επιθέσεις στο Καλπάκι προκαλώντας μεγάλες απώλειες στον εχθρό. Η ελληνική επιστράτευση έβαινε προς την ολοκλήρωσή της, το ηθικό των Ελλήνων ήταν πολύ υψηλό, παρά το γεγονός ότι, με τα μέτρα εκείνης της εποχής, αντιμετώπιζαν μια στρατιωτική υπερδύναμη, ενώ το σύνολο πλέον του ελληνικού στρατού ετοιμαζόταν να εμπλακεί στην πολεμική σύρραξη με προοπτική αντεπίθεσης στον τομέα της Κορυτσάς.

«Δεν ήτο ανάγκη να σκεφθώ πολύ»

Στην πρώτη σελίδα της «Καθημερινής» της 9ης Νοεμβρίου 1940 φιλοξενήθηκε η συνέντευξη υπό τον τίτλο: «Μια ιστορική στιγμή: 28η Οκτωβρίου, ώρα 3η π.μ. Συνομιλία με τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως κ. Ι. Μεταξάν». Το κείμενο έφερε υπογραφή Β.

Η αφήγηση του Μεταξά για την ιστορική νύχτα ξεκινάει με μια σύντομη γενική ανασκόπηση της κατάστασης το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου: η ελληνική κυβέρνηση γνώριζε τις επιθετικές κινήσεις ιταλικών μονάδων στην ελληνοαλβανική μεθόριο και ότι ήταν πολύ πιθανό ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας να εκδηλωθεί ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας. Η απόλυτη σιγή της ιταλικής πρεσβείας έδωσε ελπίδες στον Μεταξά ότι ίσως η επίθεση τελικά αναβαλλόταν, και με αυτές κατακλίθηκε στις 11.30 το βράδυ.

Ο Μεταξάς περιγράφει ότι ο αιφνιδιασμός του προέκυψε όταν τον ξύπνησαν στις 3 π.μ. και τον ενημέρωσαν ότι είχε έρθει στην οικία του ο πρέσβης της Γαλλίας και όχι της Ιταλίας. Ο ίδιος άνοιξε την εξωτερική θύρα της οικίας του και αντίκρισε τον Ιταλό πρέσβη Εμανουέλε Γκράτσι (Emanuele Grazzi). Οι δύο άνδρες κάθισαν στο σαλόνι και ο Ιταλός πρέσβης τού επέδωσε αμέσως το γνωστό τελεσίγραφο. Ο Μεταξάς διάβασε αργά το έγγραφο και μετά την ανάγνωσή του σηκώθηκε όρθιος και του είπε σταθερά: «Κύριε πρέσβη, το περιεχόμενο του τελεσιγράφου και ο τρόπος κατά τον οποίο μου επεδόθη ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου». Βλέπουμε ότι η απάντηση του Μεταξά δεν επικεντρώνεται μόνο στο περιεχόμενο του τελεσιγράφου, αλλά και στον τρόπο που αυτό επιδόθηκε (αιφνιδιαστικά, χωρίς να δοθεί εύλογο χρονικό περιθώριο αντίδρασης). Ο Γκράτσι τότε προσπάθησε να δώσει μια διέξοδο στη συζήτηση λέγοντας στον Μεταξά ότι αν έδινε διαταγή στα ελληνικά στρατεύματα να αφήσουν ελεύθερη τη δίοδο…

Ωστόσο, ο Ελληνας πρωθυπουργός τον διέκοψε και του είπε: «Δεν πρόκειται να δώσω καμμίαν διαταγήν εις τα στρατεύματά μας να αφήσουν εις τα ιταλικά ελευθέραν την δίοδον!». Επίσης προσέθεσε: «[…] γνωρίζω ότι η Ιταλία μη καταλείπουσα ουδεμίαν εκλογήν μεταξύ συρράξεως και ειρήνης, κηρύσσει εις την Ελλάδαν τον πόλεμον!». Και τότε, για να δώσει στον Γκράτσι να καταλάβει ότι η συζήτηση τελείωσε, του είπε το περίφημο «Alors, c’ est la guerre!». (Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο.) Σύμφωνα με τον Μεταξά, ο Γκράτσι ήταν ταραγμένος, θέλησε να πει κάτι, όμως τελικά δεν είπε τίποτε, υποκλίθηκε και έφυγε, ενώ οι δύο άνδρες δεν αντάλλαξαν χειραψία.

Μετά το «Οχι»

Στη συνέχεια της συνομιλίας, ο Μεταξάς περιέγραψε την εργώδη προσπάθειά του, μετά την αποχώρηση του Γκράτσι, να ενημερώσει όσο το δυνατόν ταχύτερα όλους τους αρμόδιους φορείς του κράτους, τηλεφωνώντας διαδοχικά στον βασιλιά Γεώργιο Β΄, στον αρχιστράτηγο Παπάγο, στους υπουργούς Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας, σε άλλους υπουργούς, στους διοικητές των τραπεζών, ενώ διέταξε να ετοιμαστεί αμέσως το διάταγμα της επιστράτευσης. Στις 4.10 π.μ. ειδοποιήθηκε, όπως αναφέρει, ο αρχισυντάκτης της «Καθημερινής» να κρατήσει κενό το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ώστε να δημοσιευθούν τα διαγγέλματα του βασιλιά, του Μεταξά, αλλά και η διαταγή της γενικής επιστράτευσης.

Ο συντάκτης της «Καθημερινής» ρώτησε τον Μεταξά αν κατά τη διάρκεια ανάγνωσης του τελεσιγράφου δίστασε, κι αυτός απάντησε: «Ούδ’ επί μίαν στιγμήν. Από την πρώτην λέξιν του τελεσιγράφου μέχρι της τελευταίας, καθώς εδιάβαζα, είχον αρκετόν καιρόν να εννοήσω ότι οι Ελληνες καλούμεθα να ζήσωμεν ή ελεύθεροι ή δούλοι. Δεν ήτο ανάγκη λοιπόν να σκεφθώ πολύ…».

Η συνομιλία τελείωσε κάπως απότομα, καθώς ο αξιωματικός υπηρεσίας εισήλθε στο γραφείο του πρωθυπουργού και ανακοίνωσε την παρουσία του πρέσβη της Αγγλίας.

Η άλλη εξιστόρηση

Οπως είδαμε, η αφήγηση του Μεταξά για τη μεταμεσονύχτια συνάντησή του με τον Γκράτσι και την απόρριψη του ιταλικού τελεσιγράφου είναι σε γενικές γραμμές όμοια με την αντίστοιχη μεταγενέστερη περιγραφή του Ιταλού πρέσβη που γνωρίζουμε. Εχουν όμως και κάποιες διαφορές: ο Μεταξάς παρουσιάζει τον εαυτό του αποφασιστικό, σταθερό και απόλυτο στον τρόπο έκφρασης και απόρριψης του τελεσιγράφου, χωρίς καμία διάθεση για περαιτέρω συζητήσεις. Επίσης εμφανίζει τον Γκράτσι διστακτικό και ταραγμένο.

Αντιθέτως ο Γκράτσι παρουσιάζει τον Μεταξά αδύναμο, τρεμάμενο, θλιμμένο, να έχει μια σχεδόν αξιολύπητη εικόνα ηττοπάθειας, ακόμη ίσως και φευγαλέας διακύμανσης όταν ο Ελληνας πρωθυπουργός ζήτησε να μάθει ποια στρατηγικά σημεία θέλει να καταλάβει η Ιταλία. Ο ίδιος παρουσιάζει τον εαυτό του στενοχωρημένο, καθώς όφειλε ως επαγγελματίας διπλωμάτης να διεκπεραιώσει τυπικά ένα θλιβερό καθήκον.

Μάλιστα, υπάρχει και μια ακόμη διαφορά που έχει ενδιαφέρον: ο Γκράτσι περιγράφει ότι στο τέλος της συζήτησής τους ο Μεταξάς, εμφανώς συγκινημένος και εξουθενωμένος, του είπε στα γαλλικά ότι οι Ιταλοί ήταν πιο ισχυροί, υπονοώντας ότι πιθανώς θα ήταν και οι τελικοί νικητές του πολέμου μεταξύ των δύο χωρών (Emanuele Grazzi, «Η αρχή του τέλους», Εστία, Αθήνα 1980, σ.σ. 284-286).

Οι δύο αφηγήσεις της ιστορικής νύχτας της 28ης Οκτωβρίου δόθηκαν από τους δύο συμμετέχοντες με μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους και χωρίς ο ένας να γνωρίζει τι αφηγήθηκε ο άλλος. Η αφήγηση του Μεταξά έγινε έντεκα ημέρες μετά την επίμαχη βραδιά, άρα είχε την εικόνα της συνάντησης πολύ πιο πρόσφατη και ζωντανή. Ισως, όμως, είναι επηρεασμένη και από τη συγκυρία του πολέμου, που μοιάζει θετική για τα ελληνικά όπλα, ενώ και ο ίδιος προφανώς ήθελε να τονίσει θετικά τον δικό του ρόλο, αλλά και να ανυψώσει το ηθικό των Ελλήνων. Η αφήγηση του Γκράτσι δημοσιεύθηκε μεταπολεμικά, το 1946, με αρκετή απόσταση από την 28η Οκτωβρίου 1940, και ήταν εμφανώς διανθισμένη από τις προσωπικές του ενοχές για τον δικό του ρόλο, κάτι που είχε επίπτωση και στην ατμόσφαιρα της σχετικής του αφήγησης.

Ειλημμένη απόφαση

Στην ιστοριογραφία, στη δημόσια συζήτηση αλλά και στη συλλογική μνήμη έχει λίγο-πολύ καθιερωθεί και κατακυρωθεί η περιγραφή της συνάντησης από τον Γκράτσι, αφού άλλωστε η εν λόγω αφήγηση του Μεταξά δεν έχει τύχει ανάλογης δημοσιότητας. Ομως, αν συνυπολογίσει κανείς το γεγονός ότι η απόφαση του Μεταξά να πολεμήσει ήταν ειλημμένη και καταγεγραμμένη στα αρχεία του Foreign Office ήδη από το καλοκαίρι του 1939 και εκφράστηκε απερίφραστα και στο τελευταίο υπουργικό συμβούλιο της 25ης Οκτωβρίου 1940, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι πιθανό η δική του αφήγηση να είναι πιο κοντά στα γεγονότα.

Τέλος, στην αφήγηση του Μεταξά επιβεβαιώνεται η περίφημη φράση «Αlors, c’ est la guerre» ως η εμβληματική απάντηση – αποδοχή του τετελεσμένου κήρυξης πολέμου. Στην αφήγηση δεν υπάρχει η λέξη «Οχι», είτε στα ελληνικά είτε στα γαλλικά (καθιερώθηκε εκ των υστέρων στον Τύπο και στην κοινή γνώμη), επιβεβαιώνεται όμως εμμέσως και από τον Μεταξά ότι η συζήτηση μεταξύ τους έγινε στα γαλλικά.

 

 (https://www.kathimerini.gr/istoria/563910463/den-ito-anagki-na-skeftho-poly/) 

https://www.istorikathemata.com/2025/11/28-1940.html 

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2024

«ΤΟ ΑΙΜΑΤΗΡΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ 9ης ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1923 - Η ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»...ΠΡΙΝ ΤΟ ΑΙΜΑΤΟΚΥΛΙΣΜΑ (1-8 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1923)

Το νέο βιβλίο εδώ: https://www.epikentro.gr/?book=1403

Οι προετοιμασίες των Βασιλοφρόνων


Καθώς είχε ήδη τεθεί το πολιτειακό ζήτημα υπό επίσημη συζήτηση και συλλήβδην όλα τα αντιβενιζελικά κόμματα είχαν κηρύξει αποχή από τις ερχόμενες εκλογές, είχε καταστεί φανερό σε όλους ότι η Βασιλεία έχανε έδαφος στην Ελλάδα. Το ογκώδες βενιζελικό συλλαλητήριο της 2ας Δεκεμβρίου δημιούργησε την εντύπωση ότι οι αντιβενιζελικοί είχαν πλέον καταστεί μειοψηφία στην πρωτεύουσα. Επίσης η πρόσκληση του Βενιζέλου να επιστρέψει - που χάρις την συμμετοχή των αντιβενιζελικών στο βενιζελικό συλλαλητήριο έμοιαζε υπερκομματική - αποδοκιμαζόταν έντονα από τους αδιάλλακτους αντιβενιζελικούς. Ο Βενιζέλος αποτελούσε ακόμη τον κακό δαίμονα της αντιβενιζελικής παράταξης που αδυνατούσε να αντιληφθεί την αντιφατική αλήθεια, ότι ο κρητικός πολιτικός αποτελούσε την μοναδική ελπίδα για να διασωθεί η Βασιλεία στην Ελλάδα. Έτσι, μετά το ογκώδες δημοκρατικό συλλαλητήριο της Αθήνας στις 2 Δεκεμβρίου υπέρ της επιστροφής Βενιζέλου στο πολιτικό προσκήνιο, οι βασιλόφρονες ζήτησαν άδεια διεξαγωγής όμοιου συλλαλητηρίου με σκοπό να υποστηριχθεί η διατήρηση της Βασιλείας στην Ελλάδα.

Κάπως απρόσμενα η Επαναστατική Κυβέρνηση ενέκρινε την τέλεση του συλλαλητηρίου, πιστεύοντας ότι δεν είχε τίποτε να φοβηθεί. Την οργάνωση του συλλαλητηρίου των βασιλοφρόνων ανέλαβε μια επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους της Αθήνας, του Πειραιά, των Μεσόγειων, ενώ προσήλθαν και εκπρόσωποι των προσφύγων. Τα μέλη της Οργανωτικής Επιτροπής προέρχονταν από όλες τις επαγγελματικές τάξεις, ενώ εσκεμμένα ανάμεσά τους δεν υπήρχαν πολιτευτές κομμάτων, ώστε να προβληθεί ο υπερκομματικός χαρακτήρας τόσο του συλλαλητηρίου όσο και του θεσμού.[1] Από την πρώτη στιγμή η Επιτροπή του Συνταγματικού συλλαλητηρίου κατέστησε σαφές με ανακοίνωσή της ότι η εκδήλωση δεν θα είχε πολιτικό (αντιβενιζελικό) χαρακτήρα, αλλά πολιτειακό. Υποτίθεται ότι θα ήταν μια λαϊκή υπερκομματική εκδήλωση υπέρ του ισχύοντος πολιτεύματος, στην οποία μπορούσαν να προσέλθουν πολίτες όλων των κομματικών αποχρώσεων, ενώ η εκδήλωση είχε ειρηνικές προθέσεις με διάθεση αποφυγής επεισοδίων ή άλλων ακροτήτων.[2]

Η επιτροπή με συνεχείς της συνεδριάσεις όρισε ομιλητές για το συλλαλητήριο τους δικηγόρους Δημήτριο Μπαμπάκο, Μιχαήλ Παυλόπουλο, τον καθηγητή Ποινικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Τιμολέοντα Ηλιόπουλο και τον Μικρασιάτη πρόσφυγα Β. Κοζακίδη. Καθώς η ημερομηνία του συλλαλητηρίου πλησίαζε, η αδημονία των βασιλοφρόνων μεγάλωνε καθώς το ένα μετά το άλλο όλα τα αντιβενιζελικά κόμματα και οι ανεξάρτητοι αντιβενιζελικοί πολιτευτές κήρυσσαν αποχή από τις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου, κάτι που σήμαινε ότι η Δ΄ Εθνοσυνέλευση που έμελλε να συγκληθεί, δεν θα είχε αντιβενιζελικούς εκπροσώπους. Το Σώμα αυτό θα αποφαινόταν για την διατήρηση του βασιλικού θεσμού ή όχι, κάτι που σήμαινε ότι η τύχη του θεσμού έμοιαζε προδιαγεγραμμένη. Έτσι οι προετοιμασίες για το συλλαλητήριο ήταν πυρετώδεις μεταξύ των αντιβενιζελικών, παρά τις πολλές οργανωτικές δυσκολίες που υπήρχαν και την έλλειψη οικονομικών πόρων. Αντιπροσωπείες των χωριών της Αττικής προσέρχονταν για να δηλώσουν την καθολική συμμετοχή των κατοίκων τους, ενώ η οργανωτική επιτροπή προσπαθούσε να τους εξασφαλίσει τα μεταφορικά μέσα για την  μετάβασή τους στον χώρο του συλλαλητηρίου.[3]

Παρά την εχθρότητα του επίσημου κράτους, την έλλειψη οργάνωσης και την γλισχρότητα των διαθέσιμων οικονομικών πόρων, οι βασιλόφρονες κατάφεραν να κινητοποιήσουν τους υποστηρικτές τους κυρίως μέσω του Τύπου, αλλά και μέσω μαχητικών πολιτικών συλλόγων στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής και της Βοιωτίας. Σύμφωνα με φήμες, την χρηματοδότηση της εκδήλωσης φαίνεται ότι ανέλαβαν οι ισχυροί αντιβενιζελικοί επιχειρηματίες Επαμεινώνδας Χαρίλαος και Άγγελος Κανελλόπουλος.[4] Οι στήλες των αντιβενιζελικών εφημερίδων γέμισαν με προσκλητήρια φοιτητικών συλλόγων για προσέλευση στο συλλαλητήριο. Επίσης πολλοί πολιτιστικοί σύλλογοι της Παλαιάς Ελλάδας με έδρα την Αθήνα με ανακοινώσεις τους στις αντιβενιζελικές εφημερίδες ζητούσαν από τα μέλη τους να προσέλθουν στο συλλαλητήριο. Τα αντιβενιζελικά κόμματα ομοίως κατέβαλλαν προσπάθειες να κινητοποιήσουν μέσω της υποτυπώδους οργάνωσής τους τα στελέχη και τα μέλη τους, σε μια εποχή όμως που οι μηχανισμοί τους ήταν εξουθενωνόμενοι από τις διώξεις που είχαν προηγηθεί το προηγούμενο διάστημα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η συμμετοχή σε ένα φιλοβασιλικό – σαφώς αντικυβερνητικό – συλλαλητήριο σε εκείνη την συγκυρία με μερική λογοκρισία και Στρατιωτική Κυβέρνηση ενείχε κινδύνους και οι συμμετέχοντες προσέρχονταν έχοντας οι περισσότεροι απόλυτη γνώση αυτών. Πάντως είναι γεγονός ότι το κύριο βάρος της κινητοποίησης στην Αθήνα το έφεραν οι Λαϊκοί Πολιτικοί Σύλλογοι. Οι σύλλογοι αυτοί είχαν ιδρυθεί στις παραμονές των εκλογών του 1920 και ήταν ουσιαστικά η συνέχεια των περίφημων επιστρατικών συλλόγων που είχαν διαλυθεί διά νόμου μετά από το Συμμαχικό τελεσίγραφο της 23ης Σεπτεμβρίου 1916. Οι Λαϊκοί Πολιτικοί Σύλλογοι συγκέντρωσαν τα πλέον μαχητικά και αδιάλλακτα στοιχεία του αντιβενιζελισμού και το όνομά τους είχε εμπνεύσει την μετονομασία του Κόμματος των Εθνικοφρόνων σε ΛΚ τον Οκτώβριο του 1920. Αν και μετά την Επανάσταση του 1922 ο αντιβενιζελισμός αντιμετωπιζόταν εχθρικά από το επίσημο κράτος, οι Λαϊκοί Πολιτικοί Σύλλογοι δεν είχαν χάσει εντελώς την δύναμή τους, αλλά διατηρούσαν ακόμη μαχητικούς πυρήνες στις γειτονιές των Αθηνών, οι οποίοι ενεργοποιήθηκαν για να οργανωθεί η λαϊκή προσέλευση στο συλλαλητήριο. Οι πυρήνες αυτοί βρίσκονταν στις περιοχές Λιόσια–Καματερό, Κολωνός – Κολοκυνθού, Μεταξουργείο, Θησείο – Πετράλωνα, Παγκράτι, Εξάρχεια, Ιλισός, Άγιος Παντελεήμονας, Κυψέλη, Σεπόλια, Νεάπολη, πλατεία Κάνιγγος, Βάθη, Παγκράτι, Άγιοι Απόστολοι και Μετς.

Οι πυρήνες των Λαϊκών Πολιτικών Συλλόγων κινητοποίησαν τους μηχανισμούς τους στις περιοχές αυτές ορίζοντας σημεία προσέλευσης περιμετρικά της Πλατείας Συντάγματος μία ώρα πριν το συλλαλητήριο. Ένας από τους τρόπους που χρησιμοποίησαν ήταν με προκηρύξεις που μοιράζονταν χέρι με χέρι που όριζαν τα ακριβή σημεία προσυγκεντρώσεων. Οι προκηρύξεις αυτές είχαν έντονο αντιβενιζελικό περιεχόμενο και καλούσαν τους αντιβενιζελικούς να προσέλθουν στο συλλαλητήριο για τους νεκρούς τους (τους εκτελεσθέντες στη Θήβα και την Λειβαδιά το 1917, τον Ίωνα Δραγούμη και τον Κωνσταντίνο Έσλιν αλλά και τον άταφο Βασιλιά Κωνσταντίνο) και όσα είχαν υποφέρει κατά την περίοδο 1917-1920.[5] Προφανώς η τακτική αυτή ήταν παράνομη καθώς η αστυνομία είχε απαγορεύσει μεμονωμένες συγκεντρώσεις πολιτών πριν το συλλαλητήριο, αλλά είχε ζητήσει η προσέλευση να γίνει ατομικά. Πολλοί πολίτες από την επαρχία είχαν έρθει στην Αθήνα από την προηγουμένη και διέμεναν σε συγγενείς τους ή στα ξενοδοχεία της πόλης, ώστε να μπορέσουν να μεταβούν εγκαίρως στον χώρο του συλλαλητηρίου. Την παραμονή του συλλαλητηρίου, κατέπλευσε στον Πειραιά ένα ατμόπλοιο που μετέφερε 2.500 βασιλόφρονες από την Πελοπόννησο ώστε να συμμετάσχουν στο συλλαλητήριο.[6]

-         Η εχθρότητα της Κυβέρνησης Γονατά

Ο οργανωτικός πυρετός των βασιλοφρόνων δεν πέρασε απαρατήρητος από τους βενιζελικούς που έβλεπαν με αγωνία και εκνευρισμό την εκ νέου συσπείρωση του πολιτικού τους αντιπάλου, ενώ και οι εφημερίδες τους εκδήλωναν την αποδοκιμασία τους για τις ετοιμασίες. Αρχικά η άδεια για να γίνει το συλλαλητήριο των βασιλοφρόνων δόθηκε από την Επανάσταση παρά το γεγονός ότι υπήρχαν πληροφορίες για τις επιθετικές διαθέσεις πολλών ομάδων ακραίων βασιλοφρόνων. Μετά τα δύο συλλαλητήρια, το μικρό των Δημοκρατικών και το μεγάλο των βενιζελικών, υπήρχε η αίσθηση ότι ο αντιβενιζελισμός είχε αποσυντεθεί και έπνεε τα λοίσθια, έχοντας χάσει την λαϊκή δυναμική του. Επίσης, το αποτυχημένο κίνημα των Γαργαλίδη – Λεοναρδόπουλου και οι πολιτικές διώξεις που υπέστησαν οι αντιβενιζελικοί αμέσως μετά, ήταν αναμενόμενο ότι θα ανέστελλαν τις προθέσεις τους να αντιδράσουν. Έτσι, η άδεια για την τέλεση του συλλαλητηρίου δόθηκε με την κρυφή ελπίδα ότι η εκδήλωση θα φανέρωνε την αριθμητική ανεπάρκεια των οπαδών του Θεσμού, ίσως δίνοντας σε αυτόν και την χαριστική βολή.

Τελικά οι ελπίδες αυτές διαψεύστηκαν στην πράξη, καθώς το συλλαλητήριο φάνηκε να ανανεώνει την ζωτικότητα των φανατικότερων αντιβενιζελικών για αντίσταση, συσπειρώνοντας όλους τους αντιπάλους της Κυβέρνησης. Οι δύο εφημερίδες του αντιβενιζελικού Τύπου (ΣΚΡΙΠ, Εμπρός) των οποίων απρόσμενα δεν είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία και η Βραδυνή που μόλις είχε εμφανιστεί, καθημερινά με εμπρηστικά δημοσιεύματα δυναμίτιζαν το κλίμα, αψηφώντας τις κρατικές προειδοποιήσεις. Το ΣΚΡΙΠ στις 8 Δεκεμβρίου καλούσε με πηχυαίους τίτλους άνδρες και γυναίκες να μεταβούν σε μια μυσταγωγία στους στύλους του Ολυμπίου Διός όπου μέσω της παρουσίας τους θα στερέωναν την Βασιλεία. Η Κυβέρνηση είχε αιφνιδιαστεί από την δυναμική που αποκτούσε το συλλαλητήριο των βασιλοφρόνων που από συγκέντρωση λίγων γραφικών όπως είχε υπολογιστεί λανθασμένα, διαμορφωνόταν σε ένα επικίνδυνο τέχνασμα των βασιλοφρόνων με σοβαρές πολιτικές προεκτάσεις αν πετύχαινε. Για τον λόγο αυτό η Κυβέρνηση επιζητούσε πάση θυσία την αποτυχία του και οι Αρχές έλαβαν δρακόντεια μέτρα ασφαλείας θέτοντας σε επιφυλακή τη Χωροφυλακή και όλες τις διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις στο λεκανοπέδιο. Η Χωροφυλακή καθόρισε τον χώρο του συλλαλητηρίου στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, απαγορεύοντας κάθε μετέπειτα διαδήλωση των συγκεντρωμένων στους δρόμους της πόλης.[7] Οι Αρχές φοβούνταν αυτό που ακριβώς που έμελλε να συμβεί: μια διαδήλωση στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας γύρω από τα κεντρικά κρατικά κτήρια, που θα μπορούσε πολύ εύκολα να ξεφύγει από τον έλεγχό τους και να εξελιχθεί σε γενική λαϊκή εξέγερση.

Το Α΄ Σώμα Στρατού απαγόρευσε την πύκνωση των σιδηροδρομικών δρομολογίων από και προς την Αθήνα την ημέρα του συλλαλητηρίου όπως είχε ζητήσει η Οργανωτική Επιτροπή του συλλαλητηρίου, ενώ απαγόρευσε την προσθήκη βαγονιών στα υφιστάμενα.[8] Η Οργανωτική Επιτροπή διαμαρτυρήθηκε στον Πλαστήρα που συνέχισε να τους διαβεβαιώνει  ότι η Επανάσταση δεν θα έφερνε κανένα εμπόδιο στην διεξαγωγή του συλλαλητηρίου τους. Σταδιακά, όμως, η Κυβέρνηση αντιλαμβανόταν την έντονη κινητοποίηση των βασιλοφρόνων ειδικά στις Αχαρνές και στα Μεσόγεια και άρχισε να αντιμετωπίζει την διαμορφούμενη κατάσταση με έκδηλη αγωνία. Έτσι, στις 7 Δεκεμβρίου 1923 η Αστυνομία εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία απαγόρευε την είσοδο οχημάτων στην Αθήνα με «τυχόν χωρικούς» από τα Μεσόγεια ώστε να αποφευχθούν ατυχήματα αλλά και για λόγους «τάξεως, ευκοσμίας και ευπρεπείας»! Επίσης η ανακοίνωση απαγόρευε σε όσους συμμετείχαν στο συλλαλητήριο να φέρουν εικόνες Βασιλέων, αλλά και μουσικά όργανα.[9]

Ο Γεώργιος Δ. Ράλλης, μετριοπαθής αντιβενιζελικός από τους λίγους που δεν είχαν συλληφθεί μετά το κίνημα Γαργαλίδη, σε ανακοίνωσή του διατύπωσε την απορία του για τις απαγορεύσεις, ενώ υπενθύμισε ότι το συλλαλητήριο ήταν υπέρ του πολιτεύματος που ήταν το νόμιμο εν ισχύι, ο Γεώργιος Β΄ παρέμενε ο νόμιμος Ανώτατος Άρχων της χώρας, άρα η δημόσια επίδειξη της εικόνας του δεν μπορούσε να θεωρηθεί από τις Αρχές ως ανατρεπτική ενέργεια. Αλλά και στην κεντρική στήλη του η βασιλόφρων εφημερίδα ΣΚΡΙΠ αναρωτιόταν με νόημα γιατί η παρουσία των χωρικών με τις παραδοσιακές τους φορεσιές πρόσβαλλε την αισθητική των Αρχών.

Το σχέδιο των Αρχών προέβλεπε ότι ισχυρές δυνάμεις της Χωροφυλακής και του Στρατού θα τάσσονταν περιμετρικά του χώρου του συλλαλητηρίου. Όταν αυτό θα ολοκληρωνόταν, οι δυνάμεις αυτές δεν θα επέτρεπαν συγκεντρώσεις διαδηλωτών και θα επέβαλλαν την ήσυχη διάλυσή τους. Αν αυτό δεν γινόταν σεβαστό από τους διαδηλωτές, θα είχαν ταχθεί ισχυρά στρατιωτικά αποσπάσματα επί της λεωφόρου Αμαλίας που θα εμπόδιζαν την είσοδο των διαδηλωτών στο Σύνταγμα, στην εσχάτη των περιπτώσεων, ακόμη και ενόπλως.[10] Στο Σύνταγμα θα βρισκόταν και ο λόχος της πυροσβεστικής με υδραντλίες για να διαλύσει το πλήθος αν η κατάσταση ξέφευγε, ενώ εκτός από νερό οι αντλίες ήταν εφοδιασμένες και με μελάνι.[11]

Την τελευταία στιγμή και ενώ η δυναμική του συλλαλητηρίου μεγάλωνε, φαίνεται ότι οι Αρχές τελικά επέλεξαν να εμποδίσουν όλους τους χωρικούς των Αχαρνών (Μενιδίου) που ήταν και οι πλέον δυναμικοί, να μεταφερθούν προς την Αθήνα με οποιοδήποτε μέσον. Αυτοί έκαναν δικό τους ξεχωριστό συλλαλητήριο την ίδια ημέρα στο κέντρο του Μενιδίου εκδίδοντας και σχετικό ψήφισμα με μομφές κατά της Επαναστατικής Κυβέρνησης. Στις παραμονές της 9ης Σεπτεμβρίου, οι αστυνομικοί εμπόδιζαν την τοιχοκόλληση αφισών για το συλλαλητήριο, ενώ συνέλαβε προληπτικά ορισμένους απότακτους αξιωματικούς για τους οποίους υπήρχαν πληροφορίες ότι ίσως καλούσαν τους διαδηλωτές σε ένοπλη εξέγερση κατά την διάρκειά του συλλαλητηρίου. Συνολικά είχαν συλληφθεί και κρατούνταν 10 απότακτοι (ανάμεσα τους οι υποστράτηγος Παυλόπουλος, Μαντούβαλος και Θεοδωρόπουλος) μέσω σημειωμάτων που εξέδιδε το Α΄ Σώμα Στρατού.[12]

 



Υποσημειώσεις

[1] ΣΚΡΙΠ, 6.12.1923.

[2] Στο ίδιο.

[3] ΣΚΡΙΠ, 7.12.1923.

[4] Ριζοσπάστης, 11.12.1923.

[5] Ελεύθερος Λόγος, 14.12.1923.

[6] Πατρίς, 9.12.1923.

[7] Εμπρός, 7.12.1923.

[8] Στο ίδιο.

[9] Στο ίδιο.

[10] Έθνος, 9.12.1923.

[12] Έθνος, 9.12.1923.


ΘΕΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2023

ΕΠΟΣ ΤΟΥ 40 : 28 ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ ΩΣ ΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940


Του 

Ιστορικού – Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου

Πρόλογος – ο ύπουλος τορπιλισμός της Έλλης στο λιμάνι της Τήνου και η Ιταλική επιθετική κλιμάκωση (15 Αυγούστου - 30 Σεπτεμβρίου 1940)

Στις 14 Ιουνίου 1940 τα γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν θριαμβευτικά στο Παρίσι ολοκληρώνοντας την απροσδόκητη και ταχεία κατάρρευση των Συμμαχικών στρατευμάτων στο Δυτικό Μέτωπο. Τέσσερις μέρες νωρίτερα, η Ιταλία του Moussolini είχε εισβάλει στην Γαλλία εισερχόμενη στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας του Hitler. Μετά τη Δουνκέρκη και την συνθηκολόγηση της Γαλλίας, ουσιαστικά όλη η Ευρώπη έχει κύψει τον αυχένα στους Γερμανούς πλην των Άγγλων που όμως είχαν βρεθεί σε απελπιστική κατάσταση.[1] Aπό τις αρχές Ιουλίου δέχονταν αεροπορικές επιθέσεις στα αστικά τους κέντρα, στο πλαίσιο της έναρξης της περίφημης "Μάχης της Αγγλίας". 

Μετά την ειρηνική κατάληψη της Αλβανίας τον Απρίλιο του 1939 από την Ιταλία, οι διμερείς σχέσεις της με την Ελλάδα επιδεινώνονταν σταθερά και εξανάγκασαν την ελληνική κυβέρνηση να αναθεωρήσει το αμυντικό της σχεδιασμό αναδιατάσσοντας τις δυνάμεις της με ισομερή σχεδόν πρόβλεψη διάταξης μονάδων στην ελληνοαλβανική και ελληνοβουλγαρική μεθορίους. Κορυφαίο γεγονός της Ιταλικής επιθετικότητας υπήρξε ο άνανδρος τορπιλισμός του εύδρομου Έλλη στο λιμάνι της Τήνου κατά τον εορτασμό της Κοίμησης της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου 1940. Τον τορπιλισμό διενήργησε το Ιταλικό υποβρύχιο Delfino υπό τον Πλωτάρχη Giuseppe Aicardi, και το πλοίο βυθίστηκε υπό δραματικές συνθήκες παρά τις προσπάθειες αυτοθυσίας του πληρώματος που είχε 9 νεκρούς και 24 τραυματίες. Η εθνικότητα του υποβρυχίου έγινε αμέσως γνωστή στην ελληνική κυβέρνηση από τα θραύσματα της τορπίλης που βρέθηκαν, αλλά δεν δημοσιοποιήθηκε έτσι ώστε να αποφευχθεί η τελική ρήξη με την Ιταλία και να κερδηθεί χρόνος για καλύτερη στρατιωτική παρασκευή.[2]

Χίτλερ - Μουσολίνι στο Μόναχο 18 Ιουνίου 1940
Ο άνανδρος τορπιλισμός της Έλλης αποτελούσε το προανάκρουσμα μιας ιταλικής επίθεσης που είχε σχεδιαστεί να εκτελεστεί στα τέλη Αυγούστου, αλλά εμποδίστηκε από την Γερμανία που δεν επιθυμούσε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο στα Βαλκάνια.[3] Η Ελλάδα τήρησε ψύχραιμη στάση έναντι της ιταλικής προκλητικότητας, η οποία προκάλεσε την ζωηρή επιδοκιμασία της Αγγλίας με δεκάδες θετικά δημοσιεύματα στις στήλες του αγγλικού Τύπου.[4] Στις 26 Αυγούστου ο Τσώρτσιλ απέστειλε προσωπικό μήνυμα στον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά με το οποίο εξέφραζε τον θαυμασμό του για την αποφασιστικότητα και την δεξιοτεχνία με την οποία χειρίστηκε την κατάσταση.[5] Ο Μεταξάς σε νέα του συνομιλία με τον πρέσβη της Αγγλίας στην Ελλάδα Palairet, διατρανώνει την θέλησή του "να αντισταθεί σε κάθε ενέργεια του ΄Άξονος κατά της Ελλάδος" ξεκαθαρίζοντας ότι "προτιμά την καταστροφή από την ταπείνωση".[6] Το ίδιο περιεχόμενο είχε και η δήλωση του Μεταξά στον Αμερικάνο πρεσβευτή Mc Vee στις 29 Αυγούστου του 1940. Σύμφωνα με τηλεγράφημα του τελευταίου στον πρόεδρο Roosevelt, ο Έλληνας πρωθυπουργός σε ιδιωτική συζήτηση του δήλωσε ότι "Αν η χώρα μου υποστεί επίθεση από οποιονδήποτε θα πολεμήσει ως τον τελευταίο άνδρα, την τελευταία γυναίκα το τελευταίο παιδί".[7] Αναμφίβολα η ελληνική κοινή γνώμη είχε εξαγριωθεί από τον ύπουλο τορπιλισμό, αλλά συνάμα προετοιμάστηκε ψυχολογικά για την επικείμενη αναμέτρηση.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 1940 ο α΄ γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στο Βερολίνο Αλέξης Κύρου συναντήθηκε με τον επικεφαλής των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών ναύαρχο Kanaris. Ο Kanaris του μετέφερε ότι η Γερμανία επενέβη αποφασιστικά και αθόρυβα στην Ιταλία για να διασώσει την Ελλάδα και έτσι η ακεραιότητά της έχει εξασφαλιστεί ως το τέλος του πολέμου. Ακολούθως του σύστησε να βελτιώσει η Ελλάδα τις διμερείς της σχέσεις με την Ιταλία και πρότεινε στην ελληνική κυβέρνηση να μεσολαβήσει ο ίδιος για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός.[8] 

Η απάντηση του Μεταξά προς τον Kanaris ήταν μάλλον επιθετική. Αρχικά παρατήρησε ότι κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει την μεταπολεμική εικόνα της Ευρώπης καθώς ο πόλεμος βρισκόταν σε εξέλιξη. Ακολούθως, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα απέφυγε κάθε κίνηση που θα μπορούσε να εκληφθεί ως πρόκληση από την Ιταλία, αλλά ταυτόχρονα σημείωσε "είμεθα έτοιμοι ψυχικώς και υλικώς προς αγώνα υπέρ των όλων αδιαφορούντες διά τα αποτελέσματα αυτού και προτιμώντες πλήρη καταστροφήν παρά υποδούλωσιν και ατίμωσιν...".[9]

Τα πρώτα 14 μερόνυχτα αγωνίας (1 Οκτωβρίου - 14 Οκτωβρίου 1940)


Στις 1 Οκτωβρίου η κυβέρνηση λαμβάνει μήνυμα από τον πρέσβη στην Ρώμη
Ι. Πολίτη που ενημερώνει ότι η Ιταλία ετοιμάζεται να παρουσιάσει διάφορα αιτήματα στην ελληνική κυβέρνηση και να φτάσει μέχρι πολέμου αν αυτά δεν ικανοποιηθούν. Ο Πολίτης διαβεβαίωσε τον συνομιλητή του ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν θα παζαρέψει οποιαδήποτε παρέκκλιση από την ουδετερότητά της, λαμβάνοντας τα εύσημα του Μεταξά για την απάντηση αυτή. [10]

Μεταξάς- Grazzi
Στις 2 Οκτωβρίου μεταφέρονται στην ελληνική κυβέρνηση καθησυχαστικές πληροφορίες από γερμανικές πηγές, που διαβεβαίωναν ότι αποκλείεται η Ιταλία να επιτεθεί στην Ελλάδα. Αλλά στα ελληνοαλβανικά σύνορα συνεχίζονταν οι ιταλικές στρατιωτικές συγκεντρώσεις, αναγκάζοντας το Μεταξά να υπογράψει την μυστική επιστράτευση της ΙΧ Μεραρχίας.[11] Ο Άγγελος Βλάχος, νέος υπάλληλος στο Διπλωματικό Σώμα στην υπηρεσία αποκρυπτογραφήσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, εισήλθε στο πρωθυπουργικό γραφείο με τα νέα των μετακινήσεων. «...έμπαινα μέσα σ’ ένα μισοσκόταδο, όπου η μόνη φωτισμένη μορφή ήταν του Μεταξά καθισμένου στο γραφείο του και οι άλλες, ο Μανιαδάκης, ο Μαυρουδής, ο Παπάγος, ο Μελάς κι ένας άλλος στρατιωτικός τον οποίον δεν ήξερα (ήταν ο Πιτσίκας, Διοικητής Στρατιάς Ηπείρου), έμοιαζαν, απολύτως ακίνητες, σαν άυλα φάσματα, συγκεντρωμένα γύρω από τον ταγό, περιμένοντας ένα νεύμα του για να δράσουν. Άρχισα να διαβάζω. [. . .] ακούστηκε, μεσ’ από το μισοσκόταδο, ανυπόμονη, σχεδόν επιτιμητική, η φωνή του αγνώστου μου στρατιωτικού: “Kύριε Πρόεδρε! Θα διατάξετε επί τέλους επιστράτευση!”. Και τότε ο Μεταξάς αποκρίθηκε έντονα: “Άκουσε Πιτσίκα! Δεν κινδυνεύεις εσύ να σε βγάλει προδότη η Ιστορία! Κινδυνεύω εγώ! Αν διατάξω επιστράτευση, για έναν στρατιώτη που στέλνω στα σύνορα ο Μουσολίνι θα στέλνει δύο και τότε η ελάχιστη ελπίδα που έχουμε να μην επιτύχει το σχέδιό τους θα εξατμισθεί!”».[12]

Στις 3 Οκτωβρίου ο Μεταξάς σημειώνει στο ημερολόγιό του ότι δεν είχε λάβει ακόμη κανένα ιταλικό τελεσίγραφο, αλλά υπήρχε απόλυτη σιωπή, κάτι που εκτιμούσε ως ανησυχητικό. Η ατμόσφαιρα στη Χώρα είχε γίνει βαριά, ειδικά για όσους βρίσκονταν σε θέσεις ευθύνης.[13] Την ίδια ημέρα, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών προώθησε στην ιταλική πρεσβεία σημείωμα για μια σειρά παραβιάσεων του ελληνικού εναερίου χώρου από ιταλικά πολεμικά αεροπλάνα στις 23, 24, 27 Σεπτεμβρίου και 1 Οκτωβρίου, στην αμυντική ζώνη της βόρειας και νότιας Αίγινας, του Ξυλοκάστρου Κορινθίας και του ναυτικού οχυρού Φλεβών.[14] Στις 3 Οκτωβρίου ο Ιταλός πρέσβης στην Ελλάδα Grazzi ενημέρωνε την Ρώμη ότι η Ελλάδα είχε μερικώς επιστρατευτεί μυστικά και είχε υπό τα όπλα 250.000 οπλίτες με φανερή πρόθεση να αντισταθεί εναντίον κάθε επιβουλής και έχοντας την αμέριστη λαϊκή υποστήριξη.[15]

Στις 4 Οκτωβρίου η ελληνική κυβέρνηση ενημερώθηκε για την ουδετερότητα της Ισπανίας του Franco έναντι των εμπολέμων, αλλά ταυτόχρονα για νέες απειλητικές συγκεντρώσεις ιταλικών στρατευμάτων στα σύνορα.[16] Την ίδια ημέρα το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Αμύνης συνεδρίασε στην Αθήνα προκειμένου να λάβει αποφάσεις για την μεταφορά από την Αγγλία υλικών στην Ελλάδα για τα υπό ναυπήγηση 2 αντιτορπιλικά του Βασιλικού Ναυτικού (Βασιλεύς Κωνσταντίνος, Βασίλισσα Σοφία).[17]

Οι απειλητικές συγκεντρώσεις Ιταλικών στρατευμάτων συνεχίστηκαν και στις 5 Οκτωβρίου, με τον Μεταξά να σημειώνει στο ημερολόγιό του ότι "Όπως και να έχη το πράγμα, εμείς είμεθα έτοιμοι και αποφασισμένοι."[18] 

Στις 8 Οκτωβρίου, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών προώθησε στην ιταλική πρεσβεία σημείωμα για επανειλημμένες παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου από ιταλικά πολεμικά αεροπλάνα στις 3, 5 και 6 του μηνός σε Εύβοια, κόλπο Καλλονής Λέσβου και Ηράκλειο Κρήτης, και υπερπτήσεων στους άξονες Αμοργός-Ζάκυνθος, Μαντούδι-Ωρεοί Ευβοίας, Κέρκυρα-Αμοργός (και αντίστροφα) ακόμα και στην απαγορευμένη στρατιωτική ζώνη άνωθεν της νότιας Αίγινας.[19] Την ίδια ημέρα o Mussolini έμαθε για την κατάληψη της Ρουμανίας από τους Γερμανούς προκειμένου να προστατέψουν τις πετρελαιοπηγές του Πλοέστι και έγινε έξαλλος καθώς είχε βρεθεί προ τετελεσμένων. Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, δίνοντας την τελική ώθηση στον Ιταλό δικτάτορα να εισβάλει στην Ελλάδα χωρίς να ενημερώσει τους Γερμανούς συμμάχους του.[20]

Η ψυχολογία του Μεταξά ήταν πολύ κακή, καθώς ο ίδιος βρισκόταν (εύλογα) σε μια συνεχή αγωνία και αδιάκοπο εκνευρισμό. Στις 10 Οκτωβρίου ο Μεταξάς περιγράφει τον θυμό του στο ημερολόγιό του για το γεγονός ότι εν αναμονή ενός πολέμου με μια Mεγάλη Δύναμη είχε να διευθετήσει ζητήματα εσωτερικής (μικρο)πολιτικής. Την επομένη τσακώθηκε έντονα με την κόρη του για οικογενειακό τους ζήτημα, καθώς ο ίδιος είχε χάσει την υπομονή του με όλα γύρω του. Στις 12 Οκτωβρίου ενώ προσπαθούσε να συμφιλιωθεί με την κόρη του, ξέχασε ότι είχε επείγουσα συνάντηση με τον Άγγλο πρέσβη Palairet στο γραφείο του![21] 

Στις 13 Οκτωβρίου ο Έλληνας πρέσβης στη Βουδαπέστη Σκέφερις τηλεγράφησε ότι στους κύκλους του Yπουργείου Eξωτερικών της Ουγγαρίας, θεωρείτo επικείμενη η επίθεση της Ιταλίας κατά της Ελλάδας. Την ίδια στιγμή άλλη πηγή ενημέρωνε τον Μεταξά ότι οι ιταλικές πολεμικές ετοιμασίες αφορούσαν την εκστρατεία στην Αίγυπτο.[22]

Στις 14 Οκτωβρίου, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών προώθησε στην ιταλική πρεσβεία σημείωμα για παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου από ιταλικά πολεμικά αεροπλάνα στις 9 και 12 του μηνός σε Ηράκλειο Κρήτης, νήσο Ψυττάλεια όπως και υπερπτήσεις πολεμικών και πολιτικών αεροπλάνων στις 9 και 11 του μηνός κατά τους άξονες Λεχαινά-Άστρος, Ποντικονήσι-Ηγουμενίτσα, Αμοργός-Κεφαλλονιά.[23] Την ίδια ημέρα, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Αμύνης σε συνεδρίασή του έλαβε περαιτέρω αποφάσεις για την μεταφορά υλικών που προορίζονταν για τα ναυπηγούμενα αντιτορπιλικά, αλλά και υλικά και εξοπλισμό της Βασιλικής Αεροπορίας.[24]

Η κορύφωση του δράματος και η μεγάλη στιγμή (15 Οκτωβρίου - ξημερώματα 28ης Οκτωβρίου 1940)

Sir Michael Palairet
Στις 15 Οκτωβρίου 1940 στο γραφείο του Benito Mussolini στη Ρώμη πραγματοποιήθηκε κρίσιμη σύσκεψη, στην οποία ελήφθησαν οι τελικές αποφάσεις για την επίθεση εναντίον της Ελλάδας. Παρόντες στη σύσκεψη ήταν, εκτός του Ιταλού δικτάτορα, ο υπουργός Εξωτερικών Ciano, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού Badoglio, ο Ιταλός τοποτηρητής στην Αλβανία Jacomoni, ο διοικητής των Ενόπλων Δυνάμεων στην Αλβανία Prasca και άλλοι αξιωματούχοι. Μέσα σε κλίμα έκδηλου ενθουσιασμού ο Duce ανακοίνωσε την απόφασή του για την κήρυξη πολέμου εναντίον της Ελλάδας, απόφαση που, όπως είπε, είχε ωριμάσει μέσα του «επί πολύ καιρό». Ο αντικειμενικός σκοπός της επιχείρησης θα ήταν σε πρώτο στάδιο η κατάληψη της Ηπείρου, της Μακεδονίας ως τη Θεσσαλονίκη και των Επτανήσων. Σε δεύτερη φάση θα καταλαμβανόταν όλη η ελληνική επικράτεια και ως μέρα έναρξης της επίθεσης επελέγη η 26η Οκτωβρίου 1940,[26] ενώ ζήτησε από τον Ciano να σκηνοθετηθεί ένα επεισόδιο στην ελληνοαλβανική μεθόριο στις 24 Οκτωβρίου ώστε να δικαιολογηθεί η εισβολή.[27] Ήταν φανερό όμως πως τα πρόχειρα ιταλικά σχέδια υπερτιμούσαν τις ιταλικές δυνάμεις που είχαν ελλιπή προετοιμασία, υποτιμούσαν τις αντίστοιχες ελληνικές που είχαν ενδυναμωθεί την τελευταία διετία, αλλά και μια σειρά από άλλους σημαντικούς παράγοντες της εκστρατείας (καιρός, ορεινή τοποθεσία κ.τ.λ.) που κανείς από τους παριστάμενους δεν τόλμησε να θίξει στον Mussolini.[28]

Ο τοποτηρητής Jacomoni, σε μυστικό υπόμνημά του προς τον υπουργό Αλβανικών Υποθέσεων, Benini, στις 19 Οκτωβρίου 1940, μεταξύ των άλλων γράφει: “…Από την άλλη προετοιμάζω αλβανικά στοιχεία, εξακριβωμένα θαρραλέα, ειδικά Τσαμουριώτες, τα οποία θα έχουν ως αποστολή να εισέλθουν κρυφά στο ελληνικό έδαφος και εκεί, την ώρα που θα επιτεθεί ο στρατός μας, θα διαπράξουν με τη βοήθεια των πέρα από τα σύνορα φίλων τους τις παρακάτω πράξεις: καταστροφή τηλεγραφικών και τηλεφωνικών συρμάτων, εξάλειψη των φυλακίων και των παρατηρητηρίων κατά μήκος των συνοριακών γραμμών (…)”. Τελικά για τεχνικούς λόγους η εισβολή στην Ελλάδα αναβλήθηκε για την 28η Οκτωβρίου και συνεπακόλουθα το μεθοριακό επεισόδιο για την 26η.

Από τις 17 έως τις 23 Οκτωβρίου παρατηρήθηκε μια γενική παύση όλων των επιθετικών κινήσεων της Ιταλίας προς την Ελλάδα. Ο Μεταξάς προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι τελικά ίσως δεν εκδηλωνόταν η ιταλική επίθεση. Στις 20 Οκτωβρίου μετέβη οικογενειακώς στην Πάρνηθα για αναψυχή και στις 21 Οκτωβρίου στο Βασιλικό Θέατρο. Στις 19 Οκτωβρίου στην τελευταία του συνεδρίαση, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Αμύνης ασχολήθηκε με ζητήματα παθητικής αεράμυνας της χώρας.[29]


Στις 23 Οκτωβρίου 1940 ο Έλληνας πρεσβευτής στην Ρώμη, καλά πληρο­φορημένος τηλεγραφούσε στην Ελληνι­κή κυβέρνηση ότι: «κατά πληροφορίες στρατιωτικής πηγής, η εναντίον της Ελλάδος ενέργεια έχει προσδιορισθεί για τις 25 έως 28 Οκτωβρίου...». Ιταλικά αναγνωριστικά αεροπλάνα πετούσαν πάνω από την Ελλάδα φωτογραφίζοντας καθετί που είχε στρατιωτικό ενδιαφέρον αλλά και γενικότερα πόλεις, χωριά, διαβάσεις κ.τ.λ. Σταδιακά όλοι οι ανώτεροι Έλληνες αξιωματούχοι του Κράτους είχαν πεισθεί ότι η Ιταλική επίθεση ήταν θέμα χρόνου.[30]

Στις 24 Οκτωβρίου ο Μεταξάς σημειώνει στο ημερολόγιό του ότι σύμφωνα με φήμες που κυκλοφορούσαν, η Ιταλία θα κήρυσσε τον πόλεμο στην Ελλάδα την επομένη. «Φήμαι ότι αύριο πρωί αρχίζει Ιταλία επίθεσιν εναντίον μας. Από Αμερική, Πάλαιρετ. Από Ρώμην. Από Ιωάννινα».[31] Ο Μεταξάς ενημέρωσε όλους τους Αρχηγούς των επιτελείων να μην μετακινούνται εκτός Αθηνών, ή αν υπάρξει τέτοια ανάγκη να ενημερώσουν που θα βρίσκονται ώστε να μπορεί να γίνει άμεση επικοινωνία μαζί τους σε περίπτωση άμεσης ανάγκης.[32] Τέλος σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Ελάβαμεν όλα τα μέτρα μας». 

Στις 25 Οκτωβρίου ο Μεταξάς ενημερώθηκε ότι στην αριστερή πτέρυγα της ιταλικής παράταξης προωθήθηκε ένα σύνταγμα έναντι των συνόρων με καταφανή επιθετική πρόθεση.[33] Στο Υπουργικό Συμβούλιο της 25ης Οκτωβρίου, ο Μεταξάς ενημέρωσε τους υπουργούς του για τις απειλητικές συγκεντρώσεις Ιταλικών στρατευμάτων στα σύνορα που έπειθαν ότι ήταν πολύ πιθανή μια επίθεση. Για την σχεδιαζόμενη επίθεση υπήρχαν πληροφορίες από τις ελληνικές πρεσβείες του εξωτερικού, αλλά η κυβέρνηση δεν σκόπευε όχι μόνο να συζητήσει ουσιαστική παραχώρηση ελληνικών εδαφών, αλλά ούτε και να προβεί σε συμβολική κίνηση ικανοποίησης των Ιταλών.[34]

Από την παράσταση Μαντάμ Μπατερφλαϋ το 1940

Το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου 1940 έγινε η περίφημη πρεμιέρα της ιταλικής παράστασης Μαντάμ Μπατερφλαϋ με την παρουσία του
Antonio Puccini γιού του μεγάλου συνθέτη, στη σκηνή του Βασιλικού Θεάτρου. Η παράσταση είχε προγραμματιστεί πριν τον τορπιλισμό της Έλλης και την επιδείνωση των σχέσεων των δύο Χωρών, ενώ ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν και ο περίφημος Ιταλός συγγραφέας Curzio Malaparte. Ο Μεταξάς αρνήθηκε να παραστεί, όπως και όλο το Υπουργικό Συμβούλιο, εκτός του υφυπουργού Εξωτερικών Μαυρουδή και του υφυπουργού Τύπου Νικολούδη.[35]

Στις 26 Οκτωβρίου ο πρεσβευτής στην Ρώμη Πολίτης ανέφερε, ότι διετάχθη η αναστολή εξυπηρέτησης της αεροπορικής γραμμής Αθηνών – Ρόδου μέχρι νεοτέρας. Σημείωνε επίσης, ότι ταξιδιώτης που έφθασε από την Ρόδο στην Ρώμη με το τελευταίο αεροπλάνο είπε ότι αυτό δεν προσέγγισε την Αθήνα λόγω του ότι όπως εξήγησε ο κυβερνήτης του αεροπλάνου, οι σχέσεις με την Ελλάδα «εισήλθον εις κρίσιν».[36] Το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου 1940 έγινε δεξίωση στην ιταλική πρεσβεία προς τιμήν του Antonio Puccini και της συζύγου του. Κατά την διάρκεια της δεξίωσης ο Ιταλός πρέσβης Grazzi συνεχώς έλειπε από τους καλεσμένους του, καθώς στο επάνω όροφο υπαγορευόταν από τη Ρώμη το πολεμικό τελεσίγραφο που θα επιδίδετο στην Ελλάδα το επόμενο βράδυ.[37] Ο Νικολούδης επεσήμανε την συνεχή απουσία του και τον εκνευρισμό του,[38] ενώ κατά την διάρκεια της δεξίωσης ενημερώθηκε τηλεφωνικά για την νέα προβοκάτσια των Ιταλών στην ελληνοαλβανική μεθόριο.[39]

Τη νύχτα της 26ης προς 27η Οκτωβρίου το ιταλικό Πρακτορείο Stefani μετέδωσε ότι ένοπλη ελληνική συμμορία επιτέθηκε με πυροβολισμούς και χειροβομβίδες εναντίον αλβανικών φυλακίων πλησίον της Κορυτσάς. Είναι η τελευταία πράξη του προβοκατόρικου σχεδίου του Jacomoni, προκειμένου να δικαιολογήσει την εισβολή στην Ελλάδα. Το προηγούμενο βράδυ, σύμφωνα με όσα μετέδιδε το πρακτορείο, είχε γίνει έκρηξη τριών βομβών κοντά στο γραφείο του Ιταλού λιμενάρχη στους Αγίους Σαράντα και οι αρχές αναζητούσαν τους «Έλληνες ή Βρετανούς πράκτορες που τις έβαλαν». [40]

Ο Γεώργιος Σεφέρης το 1940

Ο Νικολούδης από την δεξίωση την Ιταλική πρεσβεία, τηλεφώνησε στον Μεταξά τα ξημερώματα της 27ης Οκτωβρίου και του ανέφερε το περιστατικό κρίνοντας ότι ήταν πολύ σημαντικό. Ο Μεταξάς συνδύασε όλες τις πληροφορίες αλλά και τις φήμες για την πιθανή ημερομηνία εισβολής και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εκείνη την νύχτα θα γινόταν η κήρυξη πολέμου. Στις 27 Οκτωβρίου στις 04.00 τα ξημερώματα το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων με εντολή του Μεταξά διέψευσε κατηγορηματικά και τις δύο ειδήσεις για τα επεισόδια στην ελληνοαλβανική μεθόριο. Ο ίδιος ξάπλωσε να κοιμηθεί στις 05.00, αλλά δεν τα κατάφερε για περισσότερο από 2 ώρες.[41]

Η Κυριακή 27 Οκτωβρίου 1940 αναμφίβολα υπήρξε η κορύφωση του δράματος για την ελληνική ηγεσία και τους αξιωματούχους του Στρατού και του Κράτους. Το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων με συνεχείς ανακοινώσεις του τροφοδοτούσε την ελληνική και τη διεθνή Κοινή Γνώμη για τις δραματικές εξελίξεις στην Ήπειρο. Η ελληνική κυβέρνηση είχε στραμμένη την προσοχή της στην μεθόριο όπου τις απογευματινές ώρες συναντήθηκαν Έλληνες και Ιταλοί αξιωματικοί για να δοθούν αμοιβαίες εξηγήσεις για το επεισόδιο. Λίγες ώρες μετά, ένας Ιταλός ανθυπασπιστής μετέβη ως εκπρόσωπος στην Ελληνική πλευρά των συνόρων, αλλά δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για συζήτηση και διευθέτηση του ζητήματος που είχε ανακύψει. Μέχρι τις 23.00 το βράδυ η ελληνική κυβέρνηση η ελληνική κυβέρνηση είχε θετικές πληροφορίες για μετακινήσεις ιταλικών μονάδων προς την ελληνική μεθόριο. Οι συνεργάτες του Μεταξά τον προέτρεψαν να αποσυρθεί για να ξεκουραστεί. Λίγο μετά αφού είχε αποχωρήσει, έφτασε η είδηση μέσα από την ιταλική πρεσβεία ότι επίκειται Ιταλική κήρυξη πολέμου εντός λίγων ωρών. Αποφασίστηκε όμως να μην ειδοποιηθεί ο πρωθυπουργός καθώς όμοιες ειδήσεις είχαν μεταδοθεί πολλές φορές εκείνες τις ταραγμένες ημέρες.[42]

Το αυτοκίνητο του Μεταξά έφυγε από το πρωθυπουργικό γραφείο για την Κηφισιά μέσα στη νύχτα, χωρίς ο επιβαίνον να έχει ενημερωθεί για την σημαντικότερη -αν και μη διασταυρωμένη- πληροφορία εκείνων των ημερών. Όσα ακολούθησαν είναι Ιστορία…

Πηγές

Beevor Antony, Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2018.

Grazzi Emanuele, Η αρχή του τέλους, εκδόσεις Εστία, Αθήνα 1980.

Βλάσσης Κωνσταντίνος, Οι εξοπλισμοί της Ελλάδος 1936-1940, εκδόσεις Δούρειος Ίππος, Αθήνα 2013.

Βλάχου Αγγέλου, Μια φορά κι ένα καιρό ένας διπλωμάτης, Α΄ Τόμος Ακόλουθος, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1984.

Κολιόπουλος Ιωάννης, Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του ΄40, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1994.

Κορόζης Αθανάσιος, Οι Πόλεμοι του 1940 – 41 – επιτυχίαι και ευθύναι, Αθήνα 1957.

Λάμψας Γιάννης, Πολιτικά αινίγματα ΄40-΄41, εκδόσεις Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1991.

Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Δ2), εκδόσεις Γκοβόστη, χ.χ.

1940: Οι παραμονές του πολέμου μέσα από το ημερολόγιο του Γ. Σεφέρη και τα τηλεγραφήματα του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων,(https://www.ogdoo.gr/erevna/thema/1940-mesa-apo-to-imerologio-tou-g-seferi) . 

Νούσκας Κωνσταντίνος (υποστράτηγος ε.α.), Ενώ πλησίαζε η 28η Οκτωβρίου 1940, από το περιοδικό ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ (τεύχος 226-227- έτος 1991).

Νικολάου Χαράλαμπος, (Ταξίαρχου ε.α., τ. καθηγητή Στρατιωτικής Ιστορίας ΣΣΕ), Ποιος ο ρόλος της Αλβανίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, https://www.istorikathemata.com/2010/10/28-1940.html.

Παπαδάκης Βασίλειος, Διπλωματική Ιστορία του ελληνικού πολέμου 1940-1945, Αθήνα 1957. https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/c/3/5/metadata-446-0000003.tkl.

Σακελλαρίου Αλέξανδρος, Ένας ναύαρχος θυμάται...(τόμος Α΄), εκδόσεις Γιώτα Σίγμα επε, χ.χ.

Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική (1900-1945), εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2005.

Ιστορικό Λεύκωμα, 28η Οκτωβρίου 1940, εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2007.



[1] Beevor Antony, Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος, σελ. 168.

[2] Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική (1900-1945), σελ. 274.

[3] Ό.π., σελ. 272.

[4] Παπαδάκης Βασίλειος, Διπλωματική Ιστορία του ελληνικού πολέμου 1940-1945, σελ. 32.

[5] Κολιόπουλος Ιωάννης, Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του ΄40, σελ. 202.

[6] Λάμψας Γιάννης, Πολιτικά αινίγματα 1940-1941, σελ. 22.

[7] Ό.π., σελ. 26.

[8] Ό.π., σελ. 80. Ο Kanaris μάλλον μετέφερε ακριτομυθίες από τις γερμανικές διαπραγματεύσεις με την Ιταλία κατά τις οποίες ο Mussolini χαρακτήρισε την Ελλάδα ως πρόβλημα που θα έβρισκε την λύση του στην «τράπεζα της ειρήνης», βλ. Κολιόπουλος Ιωάννης, Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του ΄40, σελ. 203.

[9] Λάμψας Γιάννης, Πολιτικά αινίγματα 1940-41, σελ. 82.

[10] Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Δ2), σελ. 508-509.

[11] Ό.π., σελ. 509.

[12] Βλάχου Άγγελου, Μια φορά κι ένα καιρό ένας διπλωμάτης, (Α΄ Τόμος Ακόλουθος), Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1984, σελ. 56, όπου και: «Βγήκα από το πρωθυπουργικό γραφείο συγκλονισμένος και καθώς, μετά από λίγο, οι άλλοι συνάδελφοι έφυγαν κι έμεινα μόνος για να χτυπήσω το τηλεγράφημα στη μηχανή, ο νους μου πήγε πίσω μακριά σ’ άλλες στιγμές που βρήκαν τον Ελληνισμό εν αγωνία. Προδότης ο Θεμιστοκλής αν δεν είχε επιτύχει η παγίδα που είχε στήσει στον Ξέρξη, προδότης ο Παυσανίας στις Πλαταιές, αν διατάζοντας, νύχτα, μυστικά, αλλαγή μετώπου, επικίνδυνη για όλη την παράταξη, δεν είχε προκαλέσει την ίδια κίνηση του εχθρού κι έτσι βρέθηκαν οι δύο αντίπαλοι στις ίδιες αντίστοιχες θέσεις, προδότης ο Κολοκοτρώνης που αρνήθηκε πεισματικά να προσπαθήσει να εμποδίσει τον Δράμαλη να ξεχυθεί στον κάμπο του Άργους για να τον εξασθενήσει, να τον κάνει να εξαντλήσει τα εφόδιά του κι ύστερα να του επιτεθεί κόβοντάς του την υποχώρηση στα Δερβενάκια. Τιμή σ’ εκείνους που, όταν βλέπουν ότι δεν υπάρχει άλλη πιθανή σωτηρία παρά το ριψοκίνδυνο τέχνασμα και τα έχουν όλα σταθμίσει, κατορθώνουν να υπερνικήσουν το άγχος τους και το άγχος των γύρω τους κι αποδέχονται το ενδεχόμενο της αυτοθυσίας».

[13] Σακελλαρίου Αλέξανδρος, Ένας ναύαρχος θυμάται..., σελ. 225.

[14] Κορόζη Αθανασίου συνταγματάρχου, Οι Πόλεμοι του 1940 – 41 – επιτυχίαι και ευθύναι, Τόμος Β΄, σελ. 218-219.

[15] Grazzi Emanuele, Η αρχή του τέλους, σελ. 234-235.

[16] Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Δ2), σελ. 509.

[17] Βλάσσης Κωνσταντίνος, Οι εξοπλισμοί της Ελλάδος 1936-1940, σελ. 466-468. Το ΑΣΕΑ πραγματοποίησε 75 συνεδριάσεις μεταξύ 11 Ιανουαρίου 1936 – 19 Οκτωβρίου 1940, κατά την διάρκεια των οποίων υπό την προεδρία του πρωθυπουργού η πολιτικοστρατιωτική ηγεσία ελάμβανε αποφάσεις κυρίως επί εξοπλιστικών προγραμμάτων των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Εν τέλει δεν κατέστη δυνατή η ολοκλήρωση της ναυπήγησης των 2 αντιτορπιλλικών.

[18] Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Δ2), εγγραφή 5ης Οκτωβρίου, σελ. 509.

[19] Κορόζης Αθανάσιος , Οι Πόλεμοι του 1940 – 41 – επιτυχίαι και ευθύναι, Τόμος Β΄, σελ. 219-220.

[20] Beevor Antony, Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος, σελ. 190.

[21] Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Δ2), εγγραφή 12ης Οκτωβρίου, σελ. 510.

[23] Κορόζης Αθανάσιος, Οι Πόλεμοι του 1940 – 41 – επιτυχίαι και ευθύναι (Τόμος Β΄), σελ. 221-222.

[24] Βλάσσης Κωνσταντίνος, Οι εξοπλισμοί της Ελλάδος 1936-1940, σελ. 470-476. 

[25] Κορόζης Αθανάσιος, Οι Πόλεμοι του 1940 – 41 – επιτυχίαι και ευθύναι (Τόμος Β΄), σελ. 221-222.

[26] Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική (1900-1945), σελ. 279.

[27] Για μια λεπτομερή παρουσίαση των πρακτικών του Πολεμικού Συμβουλίου δες Παπαδάκης Βασίλειος, Οι παραμονές της 28ης Οκτωβρίου 1940, σελ. 79-90.

[28] Beevor Antony, Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος, σελ. 190.

[29] Βλάσσης Κωνσταντίνος, Οι εξοπλισμοί της Ελλάδος 1936-1940, σελ. 481-488.

[30] Σακελλαρίου Αλέξανδρος, Ένας ναύαρχος θυμάται..., σελ. 226.

[31] Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Δ2), σελ. 512 εγγραφή 24ης Οκτωβρίου.

[32] Σακελλαρίου Αλέξανδρος, Ένας ναύαρχος θυμάται..., σελ. 228.

[33] Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Δ2), σελ. 513.

[34] Αναμνήσεις Αμβρόσιου Τζίφου, υπουργού εμπορικής ναυτιλίας την περίοδο 1938-1941. Ο πρεσβευτής στην Ρώμη Πολίτης ανέφερε: «Εξακολουθούν αι φήμαι περί επικειμένης καθ’ ημών επιθέσεως κατά δε πληροφορίας στρατιωτικής πηγής προστίθεταιο ήδη και χρονικός προσδιορισμός μεταξύ 25 και 28 τρέχοντος μηνός διά την εκδήλωσιν της εναντίον της Ελλάδος, ενεργείας». Από την πλευρά του, ο πρεσβευτής στην Βέρνη Ψαρούδας ενημέρωνε: «Κατά πληροφορίας εκ Βερολίνου, η επίθεσις κατά της Ελλάδος είναι ζήτημα ημερών». Παρομοίως, ο γενικός πρόξενος Τιράνων Αργυρόπουλος, ενημέρωνε μεταξύ άλλων: «Διάχυτος είναι η γνώμη ότι ευρισκόμεθα εις τα πρόθυρα ιταλικής δράσης», βλ. Κορόζη Αθανασίου συνταγματάρχου, Οι Πόλεμοι του 1940 – 41 – επιτυχίαι και ευθύναι, Τόμος Β΄, σελ. 222-223.

[35] Το πρωί της 25ης Οκτωβρίου στο τελευταίο Υπουργικό Συμβούλιο ο Μεταξάς είπε στους υπουργούς του: «επειδή όλοι σας θα έχετε ίσως λάβει προσκλήσεις και εννοώ πόσο δυσάρεστο είναι διά τον καθένα σας είναι να δεχθεί το φιλί του Ιούδα, καθορίζω εγώ τα εξής: ο ίδιος δεν θα δεχθώ και από τους υπουργούς θα πάν μόνο δύο, οι υφυπουργοί Εξωτερικών και Τύπου και κανείς άλλος», βλ.  Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Δ2), σελ. 744.

[36] Κορόζης Αθανάσιος, Οι Πόλεμοι του 1940 – 41 – επιτυχίαι και ευθύναι, (Τόμος Β΄), σελ. 223.

[37] Grazzi Emanuele, Η αρχή του τέλους, σελ. 271-272.

[38] «Αισθανόμουν να μου σφίγγεται η καρδιά και το πρόσωπό μου να κοκκινίζει στη σκέψη ότι, ενώ εδίδετο μια θαυμάσια γιορτή προς τιμήν της ιταλικής τέχνης, είχε ήδη ωριμάσει στην Ιταλία το σχέδιο να μαχαιρώσουν τη φτωχή εκείνη χώρα» , βλ. Grazzi Emanuele, Η αρχή του τέλους, σελ. 269.

[39] Μαρτυρία Γιάννη Μπαστιά γιού του Κωστή στον δημοσιογράφο Γιώργο Λεονταρίτη. Από Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Μπάτερφλϋ του πολέμου, σελ. 24-28.

[40] Νύχτα Σαββάτου προς Κυριακή (26-27). «Κατά τη μία μού τηλεφώνησαν την είδηση του «Στέφανι»: Μια συμμορία ελληνική μπήκε στο αλβανικό έδαφος και χτυπήθηκε με τους Ιταλούς κατά τα μέρη της Βίγλιστας. Δύο μπόμπες στην κατοικία του Ιταλού διοικητή στους Αγίους Σαράντα. Οι δράστες, λένε οι Ιταλοί, είναι Έλληνες ή Άγγλοι κατάσκοποι. Ο Νικολούδης είναι στην ιταλική πρεσβεία που έχει δεξίωση, ύστερα από την πρεμιέρα μιας όπερας του Πουτσίνι στο "Βασιλικό". Είπα να τον ειδοποιήσουν αμέσως. Οι διαψεύσεις βγήκαν τη νύχτα, καθαρές και ξάστερες». Γιώργος Σεφέρης-Μέρες Γ΄(1934-1940), εκδόσεις Ίκαρος.

[41] Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Δ2), σελ. 513-514.

[42] Παπαδάκης Βασίλειος, Διπλωματική Ιστορία του ελληνικού πολέμου 1940-1945, σελ. 99-101.


https://www.istorikathemata.com/2020/10/28-28-1940.html

ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



ἐπισταμένους πρὸς εἰδότας ὅτι δίκαια μὲν ἐν τῷ
ἀνθρωπείῳ λόγῳ ἀπὸ τῆς ἴσης ἀνάγκης κρίνεται, δυνατὰ δὲ
ο
ἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν. –

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi9AYAjQboFh1_5M3bFMvoiwdv6qY5bDyiuBuwvPV3Yjtp1ZG3BAXNnY5CWdpxeWu7FvNRIyWEpe_RHBqBZHx93XDCYKW4LJe3j_4jgmwduvaKGVqaTsCSNu7bWjJSewd6rxVoBPh5kloo/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters