Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΚΑΡΓΑΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΚΑΡΓΑΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2024

(ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ) ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΑΡΑΝΤΟΥ ΚΑΡΓΑΚΟΥ : Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΜΦΙΠΟΛΗ

 

Σε αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στη δημοσιογράφο Μαρία Γιαχνάκη αναλύει τη διαίσθησή του για το μεγάλο μυστικό του τάφου και τη σχέση με τον Μέγα Αλέξανδρο. Επίσης ξεσπά μπροστά στη κάμερα του NewsbombTV - με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο - για την κατάντια της σημερινής Ελλάδας. 

 Επιμένει ότι οι αρχαιολόγοι ήρθαν δεύτεροι. Η απουσία κτερισμάτων μέχρι στιγμής, αποτελεί ένδειξη ότι ο τάφος είναι συλημένος. Πιθανώς κατά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο Γάλλοι μηχανικοί, στη διάρκεια κατασκευής οχυρών, να μπήκαν πρώτοι στον τάφο, καθότι διέθεταν και τον απαραίτητο εξοπλισμό. Δυστυχώς οι αρχαιοκάπηλοι εμφανίζονται συνήθως πρίν τους αρχαιολόγους, αλλά και μετά από αυτούς! Τονίζει την ανάγκη να ενισχυθεί η φύλαξη και να προστατευθεί ο λόφος από τις καιρικές συνθήκες. 

Δυστυχώς στη πατρίδα μας, περισσότερο "ζωντανοί" είναι αυτού που βρίσκονται στα νεκροταφεία. Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή κατοικείται από ανθρώπους, οι οποίοι είναι άψυχοι. Εάν τολμήσεις και πεις το όνομα Ελλάδα, πατρίδα ή τη λέξη Έθνος, χαρακτηρίζεσαι εθνικιστής. Είναι ντροπή! Είναι ντροπή, να ντρέπεται κάποιος για την καταγωγή του και για τη δόξα των προγόνων του. Δεν μπορούμε εμείς, στο χάλι που έχουμε φτάσει, να δημιουργήσουμε μια δόξα για τα παιδιά μας. Ας αφήσουμε τη δόξα των παλαιών!!! - Δεν μπορούν οι νάνοι του σήμερα... να υψώνουν το ανάστημά τους, στους γίγαντες του χθες. 

 - Η απώλεια ενός κόκκου ή ενός χαλικιού μπορεί να είναι μεγάλη ζημιά για την αρχαιολογική έρευνα. Ελπίζει όμως ότι θα βρεθούν επιγραφές, που θα βοηθήσουν την αρχαιολογική έρευνα. 

- Να γίνει ένας πανελλήνιος έρανος για την ενίσχυση των ανασκαφών!!!

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΤΕΜΠΕΛΗ (Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ)



Του Σαράντου Καργάκου

Στίς 3 Ἰανουαρίου, συμπληρώνονται 112 χρόνια ἀπό τό θάνατο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911), τοῦ συγγραφέα πού ἔχει συνδεθεῖ ὅσο κανείς ἄλλος μέ τίς πανέορτες καί πανέκλαμπρες ἡμέρες τοῦ Δωδεκαημέρου καί τοῦ ἑλληνικοῦ Πάσχα. Ἀσφαλῶς, καί ἡ πολιτεία καί ἡ ἐκκλησία κάτι θά κάνουν γιά νά τιμήσουν τήν μνήμη του. Ἐπίσης καί τά λογοτεχνικά σωματεῖα. Καί πάλι θά ξανακούσουμε «τά χθεσινά ἐκεῖνα» γιά τόν ἀναμφισβήτητο θρησκευτισμό του, τήν φυσιολατρία, τόν παγανισμό καί τόν ἐρωτισμό του.
Τόν ψάλτη τῆς χαμοζωῆς τόν κατέταξαν παλαιότεροι κριτικοί στούς ἠθογράφους. Δέν εἶδαν τή βαθειά κοινωνική διάσταση τοῦ ἔργου του. Κι ὅμως, ὅπως ἔδειξα μέ τά ἔργα μου «Ξαναδιαβάζοντας τήν Φόνισσα» (Gutenberg 1987) καί «Πολιτικός Παπαδιαμάντης» (Ἁρμός 2003), ὁ Σκιαθίτης συγγραφέας παραμένει, σέ οὐσιαστική καί ὄχι σέ ἐπιδερμική, διάσταση ὁ μεγαλύτερος κοινωνικός καί πολιτικός συγγραφέας τῶν γραμμάτων μας. Τό γεγονός ὅτι δέν σήκωσε καμμιά πολιτική παντιέρα, οὔτε κάν αὐτή τῆς Μεγάλης Ἰδέας, δέν τόν κάνει ἀπολιτικό. Ὅπως συχνά ἔχουμε γράψει, ὁ Παπαδιαμάντης μπορεῖ νά ἦταν ἀπολίτευτος, δέν ἦταν ὅμως ἀπολιτικός. Τό γεγονός ὅτι ἄσκησε ἀμείλικτη κριτική στήν τότε πολιτική, τόν καθιστᾶ ἀντιπολιτευτικό ἀλλά ὄχι ἀπολιτικό. Καί τό σημαντικό εἶναι πώς ὅ,τι ἔγραψε γιά τήν τότε πολιτική, ἰσχύει καί γιά τήν παροῦσα καί, ὅπως βλέπω, καί γιά τήν μέλλουσα. «Οἱ Χαλασοχώρηδες» εἶναι τό θλιβερό πεπρωμένο μας.
Ποιός σήμερα συνετός πολίτης μπορεῖ νά ἀμφισβητήσει τά ὅσα γράφει σ’ ἕνα μικρό κείμενό του ὁ Παπαδιαμάντης ὑπό τόν τίτλο «Οἰωνός», πού δημοσιεύθηκε στήν «Ἀκρόπολιν» τοῦ Βλ. Γαβριηλίδη τήν 1η Ἰανουαρίου 1896; Ἐκεῖ ὁ Παπαδιαμάντης μιλᾶ γιά ἐρείπια οἰκονομικά, στρατιωτικά, πολιτικά. Ποιός φταίει γι’ αὐτά; Ὁ τάχα ἀπόμακρος ἀπό τά πολιτικά συγγραφέας εἶναι ἀμείλικτα καταπελτικός: «Πταίουν οἱ πλάσαντες τά ἐρείπια. Καί τά ἐρείπια τά ἔπλασαν οἱ ἀνίκανοι κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος»!
Λόγος μέ ἀπόλυτη ἰσχύ καί γιά τή δική μας ἐποχή. Ἀλλά αὐτό πού –κατ’ ἐμέ– κάνει τόν Παπαδιαμάντη διαχρονικό εἶναι τοῦτο: περισσότερο σοβαρός εἶναι ὁ κοινωνικός ἐρειπιών, ἡ φιλοσοφία τῆς τεμπελιᾶς σ’ ἕναν κόσμο πού δέν διδάχθηκε ὅτι τό πρῶτο κεφάλαιο τῆς προκοπῆς εἶναι ἡ δουλειά· ὄχι ἡ κλεψιά καί ἡ τεμπελιά. Ἀπό τά 40 περίπου ἀθηναϊκά διηγήματα τό πιό ἐπίκαιρο εἶναι «Τά Χριστούγεννα τοῦ τεμπέλη», πού δημοσιεύθηκε κι αὐτό στήν «Ἀκρόπολιν» τό 1896.
Ὁ μαστρο-Παῦλος Πιστολέτος, διωγμένος ἀπό τήν οἰκογένειά του, ἐπειδή δέν προσεπόριζε τίποτε σ’ αὐτή, σάν κυνηγημένο σκυλί, περιφερόταν ἀπό ταβέρνα σέ ταβέρνα, ἀποζώντας ἀπό κάποια κεράσματα καί ἀναπτύσσοντας τήν θεωρία τῆς ραστώνης, «τό ντόλτσε φάρ νιέντε τῶν ἀδελφῶν Ἰταλῶν». Χωρίς νά ἔχει διαβάσει τήν «Φιλοσοφία τῆς Τεμπελιᾶς» τοῦ Πώλ Λαφάργκ ἔχει φιλοδοξίες κοινωνικοῦ ἀναμορφωτῆ:
«Ἄν εἰς αὐτόν ἀνετίθετο νά συντάξη τόν κανονισμόν τῆς ἑβδομάδος, θά ὥριζε τήν Κυριακήν διά σχόλην (=ἀργία), τήν Δευτέρα διά χουζούρι, τήν Τρίτη διά σουλάτσο, τήν Τετάρτην, Πέμπτην, Παρασκευήν δι’ ἐργασίαν καί τό Σάββατον διά ξεκούρασμα».
Τόν κανονισμό αὐτόν ἐφάρμοσαν στόν παρόντα καιρό τά πολιτικά μας κόμματα. Καί προκόψαμε! Καί ὅπως ὁ μαστρο-Παῦλος, πού ἔστειλε χριστουγεννιάτικα ξένο γαλόπουλο κι ἄλλα ἐδέσματα στήν οἰκογένειά του, γιά νά δείξει ὅτι νοιάζεται γι’ αὐτή, ὅμοια καί οἱ κυβερνῆτες μας, μέ τίς περίφημες ἐπιδοτήσεις, ἔκαναν τήν κηδεία τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας μέ ξένα κόλλυβα. Καί τώρα, ὅπως ὁ μαστρο-Παῦλος, εἰσπράττουμε τή χλεύη τῶν πάντων. Ὁ ἀνεπρόκοπος πατέρας, μήν ξέροντας πώς ἡ ἀπάτη του εἶχε ἀποκαλυφθεῖ, κτύπησε βράδυ τῶν Χριστουγέννων τήν πόρτα τῆς οἰκίας του ἀλλ’ ἄκουσε μέσα ἀπό ἐκεῖ νά βγαίνει «βραχνός μορμορισμός» τοῦ τριετοῦς βλαστοῦ του:
– Τήν ὑγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμπελόσκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε τόν λάλο (=γαλοπούλα). Νά πάλε κι ἐσύ πέντε, κι ἄλλα πέντε, δέκα!
Δηλαδή, ὅ,τι εἰσπράττουμε κι ἐμεῖς. Φεύγοντας κατισχυμένος ὁ μαστρο-Παῦλος, ἄκουσε τήν σπιτονοικοκυρά του νά τοῦ λέει σάν τήν κ. Μέρκελ:
– Τό καλό πού σοῦ θέλω! Δρόμο τώρα, καί μεθαύριο δουλειά, δουλειά!
Κι ὁ μαστρο-Παῦλος συγκατένευσε: «Δρόμο ...δρόμο γιά δουλειά!».
Ἄραγε, τώρα πού ἡ φτώχεια μᾶς κοιτάζει κατάμουτρα, θά συμμορφωθοῦμε; Θά πάρουμε τό δρόμο τῆς δουλειᾶς ἤ θ’ ἀφήσουμε τό μάζεμα τῆς ἐλιᾶς στούς Μαροκινούς πού ἐσχάτως πλημμύρισαν τήν Λακωνία;

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εστία στις 24/12/2010
 

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Tου Σαράντου Ι. Καργάκου
Ιστορικού -συγγραφέως

Ἔχει λεχθεῖ ὅτι ἕνα ἔθνος, ἕνας λαός δέν πλάθεται σύμφωνα μέ τίς καλύτερες ἰδέες πού ἔχει γιά τόν ἑαυτό του, πλάθεται ἀπό δυνάμεις πού ἔχει καί τίς ὁποῖες συχνά ἀγνοεῖ. Καμμιά φορά, χωρίς νά τό ἐννοεῖ. Καί τὸ πλάσιμο αὐτό γίνεται ὅχι σύμφωνα μέ τήν καλύτερη ἰδέα πού εἶχε ὁ συγκεκριμένος αὐτός λαός για τόν ἑαυτό του ἀλλά «κατά τὸ γράμμα» ἄλλων δυνάμεων πού δρώντας κι αὐτές σέ μιά εὑρύτερη ἱστορική περιοχή, λειτουργοῦν σάν «χέρι τῆς μοίρας», χωρίς συχνά οἱ φορεῖς τῶν δυνάμεων αὐτῶν νά ἐννοοῦν, τί ἀκριβῶς δημιουργοῦν. Συγκεκριμενοποιῶ: ὁ ἑλληνικός κόσμος τῆς ἀρχαιότητας εἶχε συνείδηση ἔθνους ἀλλά δὲν ἀπέκτησε ποτέ συνείδηση ἐνιαίου ἔθνους ὑπό τή μορφή ἑθνοκράτους. Ἡ δημοκρατία, πού τόσο συνέβαλε στήν ἀνάδειξη τῆς πολιτικής ζωῆς, συνέβαλε ἀφάνταστα στήν προαγωγή τῆς πόλης ἀλλ᾽ ἐμπόδισε τή δημιουργία ἑνιαίου ἐθνικοῦ σχήματος, Οἱ Ἕλληνες ποτέ στήν ἀρχαιότητα δέν ἀπέκτησαν ἐθνική ἰδεολογία. Τό κήρυγμα τοῦ πανελληνισμοῦ ἔμεινε στή σκέψη κάποιων στοχαστῶν ἀλλά δέν πήρε ποτέ ἔμπρακτο χαρακτῆρα. Κι ὁσάκις εἴχαμε εὐρύτερες συσσωματώσεις (π.χ. Πελοποννησιακή συμμαχία, Ἀθηναϊκή συμμαχία, Θηβαϊκή ἡγεμονία), αὐτές λειτουργοῦσαν στό ὄνομα τῆς πόλης καί ὄχι στό ὄνομα τῆς Ἑλλάδος.

Ὅταν, τέλος, ἦλθε ὁ καιρός τῶν Μακεδόνων βασιλέων, πού ἔνωσαν ὑπό το σκῆπτρο τους τούς Ἕλληνες, οὔτε καί αὐτοί μπόρεσαν νά δώσουν ἕνα εὐρύτερο ἰδεολογικό σχῆμα στήν ἀρχή τους. Ἡ διάχυσή τους μάλιστα στὀν ἀπέραντο χῶρο τῆς ᾿Ανατολῆς καί τῆς Αἰγύπτου ἐμπόδισε τήν ἐντός τοῦ περιορισμένου ἑλληνικοῦ χώρου ἰσχυροποίησή τους. Ἔτσι ἐξάντλησαν καί οἱ Μακεδόνες τή δύναμή τους περισσότερο σέ πολέμους κατά τῶν ἄλλων Ἑλλήνων καί ὀλιγώτερο κατά τῶν μετέπειτα ἐλθόντων Ρωμαίων. Τό τοπικιστικό ἔνστικτο ὑπερίσχυσε τοῦ ἐθνικοῦ σέ ὅλη τή μακρά περίοδο τῆς ἀρχαιότητας. Λύση στό πολιτικό πρόβλημα, ἀφοῦ ἀπέτυχαν οἱ παλαιότερες ἀμφικτυονίες, θά μποροῦσαν νά δώσουν τά «Κοινά», οἱ λεγόμενες «Συμπολιτεῖες». Ἀλλά τόσο ἡ Ἀχαϊκή, ὅσο καί ἡ Αἰτωλική λειτούργησαν ὡς τοπικές ἑνώσεις καί ὄχι ὡς ἐθνικές. Καμμιά ἀρχαία ἑλληνική κοινωνία δέν ἀνέλαβε τήν εὐθύνη γιά τή δημιουργία Ἑλληνικῆς Συμπολιτείας. Ἔτσι καί τά «Κοινά» ἐξαντλήθηκαν στούς μεταξύ τους πολέμους, ἑνῶ στήν τελευταία φάση οἱ ἐσωτερικοί κοινωνικοί ἀγῶνες ὑπέσκαψαν παντελῶς τήν ἰσχύ τῶν ἑλληνικῶν πόλεων. Εἶναι ἐνδεικτικό ὅτι στήν τελευταία μάχη γιά τήν προάσπιση τῆς ἑλληνικὴς ἐλευθερίας, στή Λευκόπετρα τοῦ Ἰσθμοῦ, παρετάχθησαν μόνο 14.500 πεζοί καί 600 ἱππεῖς. Λέγεται μάλιστα ὅτι ἀπό τούς πεζούς, οἱ 12.000 ἦσαν δοῦλοι. Δηλαδή οἱ δοῦλοι τῶν Ἑλλήνων ἐκλήθησαν νά πολεμήσουν ὑπέρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ᾿Ελλήνων!

Αὐτό ὅμως πού δέν ἔγινε στήν Ἑλλάδα διά τῶν Ἑλλήνων ἔγινε διά τῶν Ρωμαίων. Μέσα σέ συνθήκες ὑποταγῆς ὁ ἑλληνικός κόσμος ἔπαυσε πιά νά λειτουργεῖ κατά πόλεις, χωρίς αὐτό νά σημαίνει πώς ἔπαυσε ἡ ἐσωτερική πολιτική λειτουργία τῶν πόλεων ὑπό ρωμαϊκή ἐποπτεία, καί σιγά - σιγά ἄρχισε νά ὡριμάζει ἡ ἰδέα τοῦ Ἕλληνα πολύ περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι στό παρελθόν. ᾿Ασφαλῶς ὑπῆρχαν πάντα οἱ ὅροι Σπαρτιάτης, Ἀθηναῖος, Θηβαῖος, ἀλλά μόνο πρός δήλωση καταγωγῆς κατά τή σημερινή ἔννοια. Οἱ λέξεις εἶχαν πιά ἀποφορτισθεῖ πολιτικά. Ἔτσι, ἀφοῦ ἔλειψε ὁ τοπικιστικός ἀνταγωνισμός, ἄρχισε νά σφυρηλατεῖται ἡ ἔννοια τοῦ Ἕλληνα ὡς μία εὐρύτερη ἐθνική καί πνευματική ἑνότητα πού ἁπλώθηκε τόσο πολύ, ὥστε ἀγκάλιασε τή μεγίστη ἔκταση τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, καί μάλιστα σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε μετά τήν μεταφορά τῆς κρατικῆς πρωτεύουσας ἀπό τή Δύση στήν Ἀνατολή καί παρά τήν ἐπιβολή μιᾶς θρησκείας μή ἑλληνικῆς -στούς πρώτους αἰῶνες μάλιστα ἀνθελληνικῆς-, ὁ ἑλληνικός κόσμος ὑποκατέστησε τόν ρωμαϊκό στή διεύθυνση τῆς αὐτοκρατορίας. Ὀπότε ἡ αὐτοκρατορία, ὑπό ρωμαϊκό ἔνδυμα, ἔνινε σταδιακά ἑλληνική. Καί ἡ ἑλληνικότητα αὐτή, χωρίς νά δηλώνεται ρητά, γινόταν πιό ἔντονη, ὅσο σταδιακά προχωροῦσε ὁ ἐξελληνισμός τῆς θρησκείας, ἀφοῦ φυσικά εἶχε προηγηθεῖ ὁ ἐκχριστανισμός τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου.

Συνεπῶς, εἶναι σφάλμα νά κάνουμε ὡς ἱστορικοί μιά μεγάλη χρονολογική τομή ἐκεῖ γύρω στό 146 π.Χ. καί νά νομίζουμε πώς τήν ἐπαύριο τῆς μάχης τοῦ Ἰσθμοῦ καί τῆς καταστροφῆς τῆς Κορίνθου ἔχουμε μιά ἄλλη Ἱστορία. Ἔχουμε ἁπλῶς ἀλλαγή σελίδας καί συγγραφή ἑνός νέου κεφαλαίου ἤ μᾶλλον συγγραφή κεφαλαίων πού περιγράφουν τή μεταπήδηση ἀπό τό κράτος τῆς πόλης στό πολιτικό κράτος καί πού ὁ ρόλος τῆς πρωτεύουσας εἶναι πάλι καθοριστικός ὄχι ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἀλλά ὡς ἕδρας τοῦ αὑτοκράτορα. Ἡ αὐτοκρατορική ἰδεολογία ὑπερίσχυσε τῆς πολιτικῆς. Καί γιά νά γίνω πιό σαφής: ἡ Βυζαντινή Αὐτοκρατορία θά ἐξακολουθοῦσε νά ὑπάρχει, ἔστω καί ἄν ἔπεφτε ἡ Κωνσιαντινούπολη, ἀρκεῖ ὁ Κωνσταντῖνος νά σωζόταν, μεταφέροντας σέ ἄλλη περιοχή τήν ἕδρα του καί τήν αὐτοκρατορική του ἰδιότητα. Αὐτό συνέβη κατά τήν ἅλωση τοῦ 1204, ὅπου ἡ Αὐτοκρατορία ὑφίστατο ὡς πολιτική ἔννοια, ἀφοῦ ὁ Κωνσταντῖνος Λάσκαρις μετέφερε τήν ἕδρα στή Νίκαια. Συνεπῶς, ἡ Αὐτοκρατορία τῶν Κωνσταντίνων ἔπεσε ὄχι γιατί ἔπεσε ἡ Πόλη ἀλλά γιατί ἔπεσε ὁ Κωνσταντῖνος καί κανείς μετά δέν μπόρεσε ἀλλοῦ νά ὑψώσει τήν αὐτοκρατορική σημαία. Ἔτσι μετά τή ρωμαϊκή ὑποταγή και μειά τή χιλιόχρονη ὑπό «ξένη σημαία» κυριαρχία (πολιτική, πνευματική, γλωσσική καί οἰκονομική) τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου[1], φθάνουμε στήν τουρκική ἐπικράτηση. Ὑπό συνθῆκες δουλείας ὁ ἑλληνικός κόσμος ἀναχωνεύεται, ἀποκτᾶ ὑπόσταση Γένους, ὅπου βαραίνει περισσότερο τό θρησκευτικό στοιχείο, καί ἁκολούθως ἔθνους, ὅπου βαραίνει περισσότερο μιά συνείδηση κοινῶν ἰστορικῶν καταβολῶν κι ὄχι μόνο θρησκευτικῶν. Κι ἐφόσον ἡ ἔννοια τοῦ ἔθνους ἰσχυροποιεῖται στή συνείδηση τῶν ὑποδούλων καί πρωτίστως στή συνείδηση τῶν μή δούλων ἀλλά  χωρίς πατρίδα Ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὡριμάζουν οἱ πολιτικές συνθῆκες γιά τήν ἀποτίναξη τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ καί γιά τό σχηματισμό -γιά πρώτη φορά στήν Ἱστορία τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου -ἑνιαίου ἑλληνικοῦ ἐθνικοῦ κράτους.

Τό λεγόμενο, λοιπόν, ὅτι τά ἔθνη εἶναι μιά ἀρτιγενής σύλληψη 200 περίπου ἐτῶν, εἶναι κάτι πού μπορεῖ νά ἰσχύει γιά τίς ΗΠΑ, τόν Καναδᾶ, τή Βραζιλία, τήν Αὐστραλία ἀλλ᾽ ὄχι γιά τούς ἱστορικούς λαούς τῆς Εὐρώπης καί πολύ περισσότερο γιά τόν κόσμο πού φέρει τή φωνή τῶν Ἑλλήνων, γιατί αὐτός μεταφέρει πάνω του μιά μοριακή σκόνη ἱστορίας τριῶν καί πλέον χιλιετιῶν.

Ἐπιλογικός «πρόλογος»:  Ἄς ἐπανέλθουμε ὅμως στήν εἰσαγωγική μας σκέψη. Εἶναι γνωστή ἡ θέση τοῦ Ἐγέλου γιά τήν κύρια θέση τῆς ᾿Ιδέας στό χῶρο τῆς Ἱστορίας. Ὅλες οἱ δρῶσες στό προσκήνιο καί στό παρασκήνιο δυνάμεις τῆς Ἱστορίας, ἑνῶ ἀγωνίζονται γιά κάποιους δικούς τους διακηρυγμένους σκοπούς, στήν πραγματικότητα ἀγωνίζονται γιά τούς σκοπούς τῆς Ἱστορίας, πού εἶναι καθορισμένοι ἀπό τήν Ἰδέα. Αὐτή εἶναι ἡ «πονηρία τοῦ Νοῦ», κατά τή γνωστή ἐγελειανή ἔκφραση. Τοῦτο δένεται μέ τὰ παραπάνω, ἅν λάβουμε ὑπόψη τό σημεῖο «συμπλοκῆς»  Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ. Οἱ Χριστιανοί, πού μετά τή δεύτερη ἑβραϊκή καταστροφή (2ος μ.Χ. αἰ.), εἶχαν ἔναντι τοῦ ᾿Ιουδαϊσμοῦ μιά αὐθυπαρξία ἔθνους, χωρίς ὡστόσο νά εἶναι, ὀνόμαζαν τούς εἰδωλολάτρες συλλήβδην «Ἕλληνες» καί « Ἐθνικούς»[2].

Ἔτσι σιγά - σιγά, καί παρά τόν ὀνειδιστικό χαρακτήρα πού εἶχαν ἀρχικά, οἱ λέξεις ταυτίστηκαν σημασιολογικά, ὑψώθηκαν ἐννοιολογικά σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε σήμερα, κατά μεγάλο βαθμό, τό χριστιανός νά εἶναι συστατικό τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τοῦ Ἕλληνα.

[1] Ὁ Ἑλληνικός κόσμος στήν περίοδο τοῦ Βυζαντίου οὐσιαστικά ἦταν πλοῖο ἑλληνικό ὑπό ξένη σημαία.

[2] Τό ἐθνικός ἐδῶ εἶναι ἀπόδοση τοῦ ἑβραϊκοῦ «γκογίμ». Γκογίμ ὀμόμαζαν οἱ Ἑβραῖοι τούς ἀλλοεθνεῖς.

 

ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΚΑΡΓΑΚΟΣ

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021

ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΜΥΝΑ


Του Σαράντου Καργάκου

Περιοδικό Ελλοπία, τ. 14, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1993, σελ. 60-62

«…ὄ κι ἐκείνη τήν κραυγή
βγαλμένη ἀπό τά παλιά νεῦρα τοῦ ξύλου
γιατί τήν εἶπες φωνή πατρίδας;»

(Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ: «Λεπτομέρειες στήν Κύπρο»)

Τό 1571 ὁ Γάλλος ποιητής Πιέρ Ρονσάρ ἔγραψε ἕνα σονέττο μέ τίτλο: «Προσευχή στήν ᾿Αφροδίτη γιά νά φυλάξει τήν Κύπρο ἀπό τό στρατό τοῦ Τούρκου». Σ᾽ ἕνα στίχο του λέει: «Οὐράνια θέα, φύλαγε τήν Κύπρο, τήν ὄμορφή σου διαμονή». Σήμερα θέλουν φύλαξη ὅλες οἱ ὄμορφες διαμονές τῶν οὐράνιων Θεῶν. Ὁ στρατός τοῦ Τούρκου ἀπειλεῖ ὁλόκληρο τόν ἑλληνικό χῶρο. Ἣ ἀπειλή τῆς Ἄγκυρας ἔχει μορφή τρίαινας. Τό ἕνα ἄκρο ἔχει μπηχτεῖ βαθειά χρόνια τώρα στή Βόρεια Κύπρο. Τό ἄλλο ἀκουμπᾶ στή Θράκη. Το μεσαῖο, τό πιό μακρύ καί αἰχμηρό, εἶναι ἕτοιμο νά μπηχτεῖ στά νησιά τοῦ Αἰγαίου. Καί ἐμεῖς, ὅπως πάντα, καθεύδομεν τόν νήδυμον ἢ κοιμώμεθα ὑπό μανδραγόραν. Ὑπάρχουν ὅμως καί ἀπειλές πού δέν εἶναι ἐδαφικές. Στόχος εἶναι ὁ Ἑλληνισμός ὡς ἰδέα, ὡς γλῶσσα, ὡς στάση ζωῆς: Νά γίνουμε ἕνας λαός «κοιλιοκεντρικός» πού θά βάζει στή θέση τῆς ἐθνικῆς ἰδεολογίας τήν οἰκονομική εὐημερία. Πού θά χρησιμοποιεῖ μιά γλῶσσα κωδική, ἀριζη. ἀπροσδιορίστου συστάσεως, πού εὔκολα νά λατινοποιηθεῖ ὡς γραφή καί ἀκολούθως νά ὑποκατασταθεῖ ἀπό τήν ἀγγλική. Γι᾿ αὐτό σήμερα τό ἀμύνεσθαι περί γλώττης ἰσοδυναμεῖ μέ τό ἀμύνεσθαι περί πάτρης.

Ἧ γλῶσσα εἶναι πατρίδα!

Αὐτή ἡ «πατρίδα» στόν τόπο μας συνεχῶς λιγοστεύει. γλῶσσα πού χρησιμοποιοῦμε εἶναι ὅ,τι ἀπέμεινε ἀπό την ἑλληνική. Οἱ μισές λέξεις τῆς μοντέρνας νεολαίας εἶναι ξένες καί ὅ,τι πιό βάρβαρο καί βάναυσο παρήγαγε ἠχητικά καί νοηματικά ὃ τόπος μας. Οἱ ξένοι θεωροῦν τά παιδιά μας λόγῳ τῆς γνωστῆς προσλαλιᾶς, πού ὑποκατέστησε ὅλα τά φιλίας καί ἔχθρας σημαντικά, συνονόματα. Ποῦ νά βρεῖ μέσα σ᾽ αὐτά τά λεκτικά λύματα γλωσσικά στηρίγματα ἡ ἑλληνικότητά μας; Γλωσσικῶς ἔχουμε καταντήσει «λινοπάμπακοι».

Δυστυχῶς, μέ τή γνωστή νοοτροπία τοῦ «ζεμανφουτισμοῦ», πού σάν γονιδιακό ὑλικό μᾶς ἄφησε ὁ φραγκολεβαντινισμός, κλείσαμε τά μάτια στούς κινδύνους πού δέν ἧσαν πολεμικοί καί ἀφήσαμε τόν τουρισμό, τή μόδα. τήν ξενομανία καί τόν λαϊκισμό νά διαμορφώσουν τό γλωσσικό ἦθος μας. Γίναμε ἐπιστημονικά «ἀντικειμενικοί» καί «οὐδέτεροι», γιά νά γίνουμε τάχα ἀποδεκτοί ἀπό τήν ξένη ἐπιστημονική κοινότητα, ὅπως γιά παράδειγμα ἡ ᾿Ακαδημία μας, πού δέν παίρνει θέση γιά τή γλῶσσα, διότι ἅπτεται, λέει, τῆς πολιτικῆς, οὔτε γιά τά ἐθνικά θέματα, γιατί τάχα εἶναι ἔξω ἀπό τά διεθνῆ ἐπιστημονικά θέσμια!

Κι ἀκόμη δεχτήκαμε στά πανεπιστήμιά μας ἐπιστήμονες διαβρωμένους ἐθνικά, τήν ὥρα πού ξένα ἐπιστημονικά κέντρα ἔχουν ὀργανώσει μεθοδικά πνευματική ἐπίθεση κατά τῆς Ἑλλάδος. ᾿Αφήσαμε νέους μέ βαθμούς 06 στήν Ἔκθεση καί 02 στήν Ἱστορία νά φοιτήσουν στίς παιδαγωγικές ἀκαδημίες τῶν Σκοπίων, καί ἐσχάτως τῆς Σόφιας. Καί φθάσαμε σήμερα στό θλιβερό σημεῖο στούς 10 νεοδιοριζόμενους δασκάλους οἱ 4 νά εἶναι ἀπόφοιτοι σλαβικῶν σχολῶν. Σλαβική γλῶσσα θά διδάξουν στά παιδιά μας; Ἔτσι ἀνοίγουν οἱ γλωσσικές Κερκόπορτες. Ας μάχεται στήν Πύλη τοῦ Ρωμανοῦ ὁ Κωνσταντῖνος. Ας τινάσσει στόν ἀέρα τό πλοῖο τῆς σκλαβιᾶς ἡ Λευκασιάτισσα Μαρία Συγκλητική. Τό κάστρο τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὕπουλα ὑπονομευμένο θά ἀνατιναχθεῖ. Ἐν γνώσει μας τό περιβόητο Χάρβαρντ δημιουργοῦσε εἰς βάρος μας τή «Μακεδονική ᾿Ἐγκυκλοπαίδεια», τό περίφημο Γέηλ γέμισε ἀπό σλαβικές περί Μακεδονίας μελέτες πού ἐπί 800 τίτλων μόνο 50 ἀφοροῦν σ᾽ ἑλληνικές ἐκδόσεις. Φέτος ὁ δῆθεν ἑλληνικός ἐκδοτικός οἶκος τῆς Γερμανίας «Romyosyni» τύπωνε βιβλίο μέ τίτλο «Kalimerhaba», γιά νά μᾶς προτείνει ἕναν νέο τύπο γλώσσας —κρᾶμα ἑλληνικῶν, τουρκικῶν καί γερμανικῶν στοιχείων— γιά νά διευκολυνθεῖ ἡ ἐνσωμάτωσή μας στήν ΕΟΚ!

Στήν ἀπομένουσα –πρός τό παρόν— ἑλληνική Κύπρο καί στή Δυτική Θράκη κυριαρχεῖ γιά λόγους τουριστικούς ἤ ἀπό λόγους ματαιοδοξίας ἡ ἀγγλική ἐπιγράφή. Στά μάτια τοῦ μέσου τουρίστα, πού δέν ἔχει χρόνο γιά μελέτες, ποιά ὁπτική ἐντύπωση προσφέρουμε; Σήμερα αὐτό πού μετράει καί περνάει δέν εἶναι τό τί λέει ἣ ἱστορία ἀλλά ἣ προβολή. Οἱ Τοῦρκοι προβάλλουν μέ μύριους τρόπους τήν «τουρκικότητα» τῶν περιοχῶν πού κατέχουν ἤ διεκδικοῦν. Ἐμεῖς προωθοῦμε τήν «ἀγγλικότητα» τῶν περιοχῶν πού κατοικοῦμε καί δέν τολμᾶμε νά μιλήσουμε γιά τήν ἑλληνικότητα περιοχῶν πού χάσαμε, γιά νά μήν ταράξουμε τή ραστώνη τῆς ὑπναλέας διπλωματίας μας. Οἱ μάχες σήμερα κερδίζονται στόν τομέα τῶν ἐντυπώσεων. Ἡ Κύπρος εἶναι ἑλληνική, ἐφ᾽ ὅσον τό θέλει, τό λέει, τό δείχνει. Κανείς ξένος δέν θά κάνει ψυχοσκόπηση στούς Κυπρίους, γιά νά βρεῖ τήν ἕλληνικότητά τους. Τήν «ταυτότητα» τή βρίσκει σέ γραφές καί ἐπιγραφές πού σέ ποσοστό 80% δέν εἶναι ἑλληνικές. Ὁ μέσος τουρίστας δέν θά μάθει τήν κυπριακή γλῶσσα, γιά ν᾿ ἀναζητήσει ἀρκαδικές ρίζες. Ὅ,τι θέλει τό μαθαίνει ἀπό τά τουριστικά φυλλάδια. Καί τά τουρκικά εἶναι πιό ἑλκυστικά ἀπό τά ἑλληνικά καί ἐπιδεξίως παραπλανητικά. Διότι μεταφέρουν μέσα ἀπό τήν ἔξυπνη χρήση τῆς γλώσσας τό πολιτικότους μήνυμα. Δύο παραδείγματα: τό τουριστικό φυλλάδιο πού ἀναφέρεται στήν Κ/Πολη, ἀκόμη καί στήν ἑλληνική ἔκδοσή του, ἀμφισβητεῖ τήν ἑλληνική προέλευσῃ τῆς λέξεως «Βυζάντιον». Δεύτερον, μέχρι πέρσι σέ γερμανικά ἀεροδρόμια ὑπῆρχαν ἑλκυστικές τουριστικές ἀφίσσες μέ τήν προτροπή: « Ἐπισκεφθῆτε τήν τουρκική Κύπρο» – «Ἐπισκεφθῆτε τήν τουρκική Θράκη». Οἱ ἀφίσσες ἔδειχναν τοπία καί μνημεῖα τῆς κατεχόμενης Κύπρου καί τῆς ᾿Ανατ. Θράκης. Τό ζήτημα εἶναι, ποιά ἐντύπωση ἔμενε στό βιαστικό περαστικό. Ἡ Κύπρος καί ἡ Θράκη εἶναι τουρκικές! Καί ὅταν ὁ ξένος ἐπισκέπτεται τήν Κύπρο καί βλέπει στό φάκελλο εἰσητηρίων τῶν Κυπριακῶν ᾿Αερογραμμῶν ὅλες οἱ λέξεις νά εἶναι ἀγγλικές, γιατί νά πιστέψει πώς ἐπισκέπτεται ἑλληνική περιοχή; Μήπως ἀπό τίς ἐπιγραφές τοῦ ἀεροδρομίου; Ἴσως γι᾿ αὐτό ἡ Λεμεσός διαθέτει σύλλογο πού ἔχει τίτλο «Λέμε 505».

Κάποτε στήν ὁδό ᾿Αγίου ᾿Ανδρέου στή Λεμεσό οἱ ἀραβικές ἐπιγραφές –κυρίως οἱ λιβανικές– ἦταν περισσότερες ἀπό τίς ἑλληνικές. Μέ πληροφοροῦν ὅτι τώρα τά πράγματα βελτιώθηκαν. Οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνθηκαν ἴσως τήν ἀνάγκη νά σώσουν τά πειστήρια τῆς ἑλληνικότητάς τους. Νά λένε «ἐμπρός» κι ὄχι «ἀλό» στό τηλέφωνο, νά ξαναφέρουν τήν ἑλληνική ἐπιγραφή στούς δρόμους καί τήν ἑλληνική γραφή καί φωνή στήν ψυχή τῶν παιδιῶν τους. Μέ τό να παρενείρουν ὁλόκληρες φράσεις τῆς ἀγγλικῆς κάποιοι Κύπριοι στήν ὁμιλία τους, με τό νά δέχονται βιβλία πού ὑποβαθμίζουν τό εὖρος καί τόν πλοῦτο τῆς ἑλληνικῆς, μέ τό νά υἱοθετοῦν ἀπόψεις γιά τήν καθιέρωση λατινικῆς φωνητικῆς γραφῆς. συνεργοῦν στήν αὐτοεξαφάνισή τους.

Ἧ Θράκη. ἡ Δυτ. Μακεδονία καί ἡ Κύπρος εἶναι οἱ χῶροι πού πρέπει ἡ ἑλληνική γλῶσσα νά δώσει τήν πιό σκληρή μάχη. Ἐδῶ εἶναι τά καινούργια «μαρμαρένια ἁλώνια». Ἂς μήν «ἀλαφροπιάνει ὁ Διενής τσιαί σφιχτοπιάν᾽ ὁ χάρος». Στίς περιοχές αὐτές, ἀντί νά ὑψώνουμε πολεμικά ὁχυρά – χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι παραγνωρίζω τή σημασία τους– ἔπρεπε νά ὑψώνουμε γλωσσικά ὀχυρά. ᾿Αντί νά ἐξαπολύσουμε μιά πολεμική ἐπίθεση μέ ἀβέβαια ἀποτελέσματα. εἶναι προτιμότερο νά ἐξαπολύσουμε μιά ἐπίθεση παιδείας μέ βέβαια ἀποτελέσματα. Τά σχολεῖα μας πρέπει νά εἶναι τό σύγχρονο βαρύ πυροβολικό μας. Αὐτά πρέπει νά δώσουν «στήν ἄπειρη σιωπή μίλημα», ὅπως λέει στήν «Ἔγκωμη» ὁ Σεφέρης. Μίλημα ὅμως ἑλληνικό. Γιατί οἱ μάχες πού θά δώσει στό μέλλον ὁ Ἑλληνισμός θά ἔχουν πνευματικό χαρακτῆρα. Κι ὅμως ἐδῶ ὑψώνονται ἀγγλόφωνα σχολεῖα, τά ὁποῖα ἡ ἑλληνική μ᾽ ἕνα δίωρο διδασκαλίας παίζει τό ρόλο φτωχοῦ συγγενῆ.

Κανείς ξένος σήμερα δέν ἀμφισβητεῖ τή γενναιότητά μας. Ὅμως τό ζήτημα εἶναι ἀλλοῦ. Ποιά ἑλληνική ἰδέα διαπερνᾶ τόν ξένο, ὅταν παρά τήν ὁμολογούμένη ἀπόφασή μας νά ὑπερασπίσουμε κάθε σπιθαμή ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἐν τούτοις ὁ λαός μας ἀφήνει μέ τή θέλησή του νά εἰσβάλει ὄχι στό ἔδαφος ἀλλά στήν ψυχή του ὁ ἀμερικανικός τρόπος ζωῆς, ἡ ἀμερικανική μουσική, ἡ ἀμερικανική ἐνδυμασία, τό ἀμερικανικό φαγητό – ἄν αὐτό λέγεται φαγητό—καί κυρίως ἡ ἀμερικανική ὁμιλία; Γιά ποιά ἑλληνικότητα Κύπροὺ καί Μακεδονίας μιλᾶμε, ὅταν οἱ περιοχές αὐτές ἔχουν κατακλυσθεῖ ἀπό ξένες ἐπιγραφές; Ἢ ἑλληνική γραφή ἐκτοπίζεται εἰδικά στήν Κύπρο ἀκόμη κι ἀπό ἐπίσημα ἔγγραφα. Στή Μακεδονία μέχρι πρόσφατα –γιά τουριστικούς δῆθεν λόγους– ὅλες οἱ παραλίες ἀπό τήν Χαλκιδική ὥς τὸν Πλαταμῶνα, ἦταν γεμᾶτες ἀπό γιουγκοσλαβικές ἐπιγραφές. Ἢ παραλία τῆς Κατερίνης θύμιζε ἐπίνειο τῶν Σκοπίων.

Οἱ περισσότεροι νέοι — τουλάχιστον στήν ᾿Αθήνα— δέν ξέρουν ἤ δέν θέλουν τά πρότυπα τῆς γενιᾶς μου. Δέν θέλουν νά μοιάζουν τοῦ Καραολῆ, τοῦ Δημητρίου, τοῦ Εὐαγόρα Παλληκαρίδη. Θέλουν νά μοιάζουν μέ τούς Ρόκυ, Ράμπο, Κόναν τόν Βάρβαρο καί τ᾽ ἄλλα πιθηκοειδῆ πού παράγουν ἀφειδῶς Εὐρώπη καί ᾿Αμερική. Ὁ Γρηγόρης Αὐξεντίου χάνεται ἀπό τήν ἱστορική μνήμη τῆς νεολαίας. Καί δέν μέ στενοχωρεῖ πού τόσο πολλά παιδιά τόν ἀγνοοῦν, ὅσο τὸ γεγονός ὅτι κάποτε μὶά ἔρευνά μου ἐδῶ στήν Κύπρο ἔδειξε ὅτι τά περισσότερα παιδιά ἀγνοοῦσαν τό ἀγωνιστικό τοὺ ψευδώνυμο Ζῆδρος καί τό χειρότερο δέν ἤξεραν τί εἶναι ὁ Ζῆδρος, ἀγνοοῦσαν τόν ἱστορικό ἱμάντα πού συνδέει ψυχικά τίς δύο ἀκραῖες περιοχές τοῦ Ἑλληνισμοῦ: Μακεδονία και Κύπρο.

Σήμερα ὁ Ἑλληνισμός ἀπειλεῖται. Ἢ Τουρκία ἔχει κηρύἕξει δλικό πόλεμο ἐναντίον μας. Ἢ τουρκοφωνία προωθεῖται στή Β. Κύπρο καί στή Δυτ. Θράκη, ἐνῶ ἡ ἑλληνοφωνία ὑποχωρεῖ ὄχι μόνο στήν Κύπρο ἀλλά παντοῦ. Δέν ζοῦμε στήν Ἑλλάδα ἀλλά στή «μή Ἑλλάδα», πού θυμίζει Μύκονο κατά τήν τουριστική περίοδο. Ἔναντι τῶν ἐχθρικῶν ἐπιβουλῶν ἡ καλύτερη ἄμυνα πού μποροῦμε νά προτάξουμε εἷ-ναι ἡ ἑλληνικότητά μας καί ὄχι ἡ σουσουδίστικη ξενικότητά μας. Πρέπει νά σκάψουμε πιό βαθειά τά ὀχυρά μας. Και μέ αὐτό ἐννοῶ ὅτι πρέπει νά πᾶμε πιό βαθειά τή σπουδή τῆς γλώσσας μας. Νά φθάσουμε στίς ρίζες. Νά μή μένουμε στά φύλλα, γιατί τά φύλλα μαραίνονται. Νά ξαναδέσουμε τήν κλωστή πού ἕνωνε τήν ἀρχαία μέ τή νέα ὁμιλία. Κι ὅμῶς πουθενά τ᾽ ᾿Αρχαῖα Ἐλληνικά δέν κυνηγήθηκαν με τόσο μῖσος, μέ τόσο πάθος ὅσο στήν Ἑλλάδα —καί στην Κύπρο φυσικά. Ὄχι τυχαῖα. Ὅπως δήλωσε τό 1973 ὁ νεκροθάφτης τῆς Κύπρου, ὁ διαβόητος Κίσσινγκερ, ἔπρεπε να καταστραφοῦν οἱ βάσεις τῆς κλασικῆς παιδείας στήν Ἕλλάδα, γιά νά γίνουν οἱ Ἕλληνες ἕνας εὐκολοκυβέρνητος λαός, σύμφωνα μέ τή συνταγή πού ἄφησε σέ μιά ἀγόρευσή του τό 1866 ὁ λόρδος Λοντοντότερυ, ὑπουργός στήν κυβέρνηση Πάλμερστον: «Οἱ Ἕλληνες πρέπει νά γίνουν λαός μικρόψυχος, ὅπως οἱ λαοί τοῦ Ἰνδοστάν, γιά νά εἶναι λιγώτερο ἐπικίνδυνοι».

Κι ὄντως ἐγίναμε λιγώτερο ἐπικίνδυνοι, γίναμε πειθήνιοι. Ἐν τῷ μεταξύ ἡ Τουρκία ὅλο ἑτοιμάζεται. Ποτέ δεν σχεδιάζει’ πάντα προσχεδιάζει. Σήμερα δείχνει πώς βλέπει ἤ προσβλέπει στή Θράκη. Κι ὅμως στό στόχαστρο εἶναι ἣ Κύπρος. Περιμένει μιά καινούργια πολιτική ἀβελτηρία πού θά τῆς δώσει τήν εὐκαιρία νά κάνει στρατιωτική παρέλασῃ στή Λεωφόρο Κίμωνος στή Λάρνακα. Καί τότε θά θρηνήσουν καί οἱ «φοινικοῦες» μιά καί ὁ Ἑλληνισμός θά εἶναι για κλάματα, ἀφοῦ αὐτοπροαιρέτως ἔβαλε τήν ἑλληνικότητά του στή λάρνακα. Καί φυσικά πρῶτο συστατικό τῆς ἑλληνικότητας εἶναι ἡ γλῶσσα. Ἡ γλῶσσα εἶναι σύστημα ἀξιῶν. Κι ὅταν καταρρέει ἡ γλῶσσα, καταρρέει τό σύστημα ἀξιῶν πού ἐκφράζει. Ἕνα παράδειγμα εἶναι ἁπλά ἀνατριχιἀστικό: ἀπό τά μοντέρνα ἀναγνωστικά μας λείπουν πιά τά κείμενα τά ἐμπνευσμένα ἀπό τόν ἐθνικό καί θρησκευτικό βίο. Δέν ὑπάρχουν πλέον πατριωτικά κείμενα. Κι ὅπου ὑπάρχουν εἶναι μπερδεμένα μ᾽ ἕναν νερόβραστο «πατσιφισμό», «ντεφαιτισμό» καί «κουλτουριάρικο» θρησκευτισμό.

Οἱ Τοῦρκοι ἀπεναντίας μέσα ἀπό τά σχολικά τους βιβλία καλλιεργοῦν στούς μαθητές τοὺς πνεῦμα «ἰρρεντετισμοῦ» μέ ποιήματα τοῦ τύπου «ἀγνάντια σου εἶμαι Μυτιλήνη και σέ φθάνω». Κι ἀκόμη χάρη στή στρατιά τῶν φιλολόγων. ἱστορικῶν καί ἀρχαιολόγων θά «ἀποδείξουν», σύμφωνα με τή θεωρία τοῦ ᾿Ατατούρκ, πού ἐπανέλαβε πρό ἐτῶν ὁ Ὀζάλ στήν ᾿Αθήνα, τήν τουρκικότητα τῆς πληθυσμιακῆς βάσεως ὅλων τῶν νήσων καί παραλίων τοῦ Αἰγαίου. Ἐμεῖς στον πνευματικό ἰμπεριαλισμό τῆς Τουρκίας ἀντιτάσσουμε την ἀγγλοφωνία μας. Εὐρωπαϊκώτεροι τῶν Εὐρωπαίων καί ἀμερικανικώτεροι τῶν ᾿Αμερικανῶν, ἔχουμε μετατρέψει τη χώρα μας σ᾽ ἕνα ἀπέραντο Ντίσνεῦλαντ. Ἔμβλημα τῶν σχολείων μας δέν εἶναι ἡ γλαῦκα ἀλλά ὁ Σνούπυ. Οἱ περιπέτειες τοῦ Μίκυ Μάους ὑποκατέστησαν τίς περιπέτειες τοῦ Ἡρακλῆ. Κι ὅμως σάν μαχαιριά στήν ἐθνική μας ὑπερηφάνεια στέκει ἡ τεράστια τουρκική ἐπιγραφή πού καλύπτει ὅλη τή ραχοκοκαλιά τοῦ Πενταδάκτυλου, πού ὑπέρκειται τῆς Λευκωσίας: «Εἶμαι ὑπερήφανος πού εἶμαι Τοῦρκος».

Δυστυχῶς οὔτε στήν Κύπρο, οὔτε στήν Ἑλλάδα, οὔτε στίς ἑλληνικές κοινότητες τοῦ ἐξωτερικοῦ κάναμε τά παιδιά μας νά λένε κάτι παρόμοιο γιά τήν καταγωγή τους. Ἔξ αἰτίας μιᾶς ἀνθελληνικῆς παιδείας, δυσφημίσαμε τους προγόνους μας, προσβάλαμε τή γλῶσσα τους, τούς δείξαμε μικρούς γιά νά μή φανεῖ ἡ δική μας μικρότητα. Τά παιδιά μας δέν εἶναι ὑπερήφανα γιά τή γλῶσσα τους, γιατί δέν την ξέρουν. Μέ τίς ἐκπαιδευτικές ἀπορρυθμίσεις μας κάναμε το ‘Ἑλληνόπουλο νά νοιώθει στήν Ἑλλάδα «σάν στό σπίτι του», μόνο ἄν μιλᾶ… ἀγγλικά! Αὐτό περισσότερο ἰσχύει για τήν Κύπρο. Λέμε πώς ἡ γλῶσσα εἶναι ἡ ψυχή ἑνός ἔθνους πού ζῆ ἁρπαγμένο ἀπό τήν ἱστορία του. ᾿Από ποιά ἱστορία εἶναι ἁρπαγμένη σήμερα ἡ Κύπρος; Ποιά γλῶσσα ἐκφράζει τήν ψυχή της; Ὑπάρχουν ἀκόμη εὐαίσθητοι ποιητές πού γράφουν σέ μιά εὐαίσθητη ἑλληνική. Οἱ στίχοι τους ἔχουν μιά βαθειά μελαγχολία ἤ ἕνα βαθύ σαρκασμό, γιατί νοιώθουν πώς σέ λίγο τά βιβλία τους δέν θά φιλοξενοῦνται στα σχολεῖα ἀλλά στά ἐργαστήρια πολτοποιήσεως.


https://cognoscoteam.gr/%cf%83%ce%b1%cf%81%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b3%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%82-%ce%b3%ce%bb%cf%8e%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%ce%b8%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%ac/?fbclid=IwAR2c0MsZm8vbVXG4fvS6vI-xaDEj_97Zp9E6x7hyefEQrKukN9QB_lka374

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2021

Σ' ΑΠΟΖΗΤΟΥΜΕ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΕ!... - ΕΝΑ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΜΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ 13 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ''ΚΕΡΑΥΝΟΥ''


Tου Σαράντου Ι. Καργάκου

Ιστορικού -συγγραφέως

Πηγή: 
 «ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ», Περιοδική ἔκδοση Ἱ. Ν. Ἁγ. Γεωργίου Γιαννιτσῶν

Ὅταν ἔφυγε ἔγραψα: «Σέ κλαίει ὁ λαός!». Σήμερα, μετά ἀπό τήν παρέλευση τόσων ἐτῶν ἀπό τή θανή του εἶμαι ὑποχρεωμένος νά γράψω: «Σέ θέλει ὁ λαός!».

Στό διάστημα τῆς ἐπίγειας ἀπουσίας του «ἔφυγαν κι ἄλλοι πολλοί, μεγάλοι καί τρανοί, πού ἦσαν πασίγνωστοι ἐδῶ κι ἐκεῖ. Ὅλους ὅμως τούς πῆρε τό ποτάμι τῆς Λήθης. Μόνον ὁ Χριστόδουλος ζῆ -ἄσβηστο καντήλι στήν ψυχή τοῦ ἁγνοῦ λαοῦ πού πονεῖ γιά τήν ἔρμη πατρίδα. Ὅσο ζοῦσε ὁ Χριστόδουλος ὁ λαός εἶχε μιάν ἐλπίδα: εἶχε ἕναν ἡγέτη! Ἦταν γιά τό λαό μας ὅ,τι καί ὁ Χρυσόστομος γιά τόν ἐγκαταλελειμμένο λαό τῆς Σμύρνης. Καί οἱ δύο ὁδηγήθηκαν στό μαρτύριο: ὁ Σμύρνης ἀπό τόν τουρκικό ὄχλο, ὁ Ἀθηνῶν καί Ἑλλήνων πάντων ἀπό τόν δημοσιογραφικό καί χαμηλοπολιτικό ὄχλο. Ὁ ἕνας πέθανε βασανισμένος, ὁ ἄλλος πέθανε φαρμακωμένος. Κανείς δέν ἤπιε τόσο φαρμάκι ὅσο ὁ Χριστόδουλος. Γιατί εἶχε Παπαφλέσσειο ἀνάστημα καί ὕψωνε φωνή ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος. Κουβαλοῦσε μέσα του τήν παράδοση τοῦ 1821. Μέ τόν λόγο του ξαναζωντάνευε τ᾽ ἀρματολίκι, τούς καιρούς τῆς παλληκαριᾶς καί τῆς λεβεντιᾶς.

Τόν ἔφαγε ἡ χαμέρπεια καί ἡ κακομοιριά. Ἡ χυδαία κακολογία καί μικρολογία. Ἔπρεπε νά πέσει γιά νά πεισθοῦν οἱ κακόπιστοι πόσο μεγάλος ἦταν! Δανείζομαι μιά φράση τοῦ Παν. Κανελλόπουλου γιά νά τόν παραστήσω: «Τόν μικρό τόν γνωρίζει κανείς ἀπό τήν ἄνοδό του· τόν μεγάλο ἀπό τήν πτώση του». Ναί, ὅταν ἔπεσε ὁ Χριστόδουλος, ἦταν σάν νά ἔπεσε ἡ Βασιλική Δρῦς τῆς πατρίδας. Ὁ λαός ἔχασε τόν ἄνθρωπο πού τοῦ προσέφερε ὅραμα, δύναμη, ἀντιστασιακή διάθεση.

Ὁ Χριστόδουλος χτυποῦσε διαρκῶς τήν καμπάνα τοῦ συναγερμοῦ, διότι «ἄκουε τήν βοήν τῶν πλησιαζόντων γεγονότων». Γι᾽ αὐτό εἶχε ἀπέναντί του ὅλους αὐτούς πού ἀπεργάστηκαν τήν σημερινή μας κατάντια. Δυστυχῶς, στήν Ἑλλάδα, ἀντί νά χτυπᾶμε αὐτούς πού βάζουν τήν φωτιά, χτυπᾶμε ἐκείνους πού βαρᾶνε τήν καμπάνα τοῦ συναγερμοῦ. Δεκάδες οἱ φαρέτρες μέ τά δηλητηριασμένα βέλη πού στρέφονταν ἐναντίον του. Μέ τήν δῆθεν σάτιρα ἀπό τήν τηλοψία, ἀπό τό ραδιόφωνο, ἀπό τό πάλκο καί τόν τύπο, οἱ νάνοι ἀντίπαλοί του, τοῦ ἔκαναν τή ζωή του φαρμάκι. Κι αὐτός σάν τόν μάρτυρα Χρυσόστομο συγχωροῦσε.

Εἴχαμε στενή φιλία ἀπό παλιά, ἀλλά ποτέ συνεργασία σέ ἐπαγγελματική βάση. Ἡ γνωριμία μας ξεκίνησε ἀπό μιά ἐπιθετική ἐπιστολή πού τοῦ ἔστειλα ἀπό τό ἐρημητήριό μου στόν Πάρνωνα. Ἔσχισε λαγκάδια καί βουνά νά μέ βρεῖ. Ἔκτοτε δεθήκαμε μέ μιά σχέση ἀδελφική. Δέν θά πῶ ποτέ ὅσα μοῦ εἶχε ἐμπιστευθεῖ. Σέ πολλά μέ ἔπειθε. Σ᾽ ἕνα μόνον δέν μέ ἔπειθε: νά εἶμαι συγχωρητικός. «Εἶμαι Μανιάτης, τοῦ ἔλεγα, καί μέσα στό μανιάτικο φυσικό εἶναι ἡ ἀναίδεια». Ἀναίδεια στ᾽ ἀρχαῖα ἑλληνικά σημαίνει ἄρνηση συγγνώμης. Κι αὐτός γελοῦσε παταγωδῶς. Γιατί ἤξερε πώς δέν σοβαρολογῶ. Ἁπλῶς ἐρέθιζα τήν διάθεσή του γιά εὐτραπελία. Ναί, ἦταν ἕνας μεγάλος «μαΐστορας» τοῦ χιοῦμορ. Στά χρόνια του ἡ Ἐκκλησία «ἔλαμπε ἀπό χαμόγελο», μπῆκε τό γέλιο στήν Ἐκκλησία. Κέρδισε τήν παραπαίουσα νεολαία. «Κι ἐγώ μαζί σας ἀλλά κι ἐσεῖς μαζί μου». Κι οἱ νέοι θά πήγαιναν μαζί του, ἔστω κι ἄν τούς ὁδηγοῦσε στό Ζάλογγο. Θά ἔπεφταν, ἀλλά θά ἔπεφταν σάν τόν Ἴκαρο ἀπό ψηλά.

Εἶχε Ἰκάρειο πνεῦμα μέσα του ὁ Χριστόδουλος. Πετοῦσε πάνω ἀπό τά εὐτελῆ καί τούς εὐτελεῖς σάν τόν βασιλικό ἀητό. Ἐκάλυπτε τούς πάντες μέ τήν καλλιφωνία του, τήν πολυγνωσία του, τήν πολυγλωσσία του, μέ τό ἱλαρό φῶς τοῦ προσώπου του. Ἄγρυπνος σάν τόν Ἄργο, μελετοῦσε τά πάντα κι ἦταν ἐνήμερος γιά τά πάντα. Ἔγραφε ἀκατάπαυστα ἀκόμη κι ὅταν συνομιλοῦσε, ἀκόμη κι ὅταν τηλεφωνοῦσε. Συχνά τόν μάλωνα: «Πότε ξεκουράζεσαι;». Κι αὐτός μέ τό δροσᾶτο γέλιο του: «Ὅταν δουλεύω…!». Τοῦ ἄρεσε νά μέ νευριάζει καί νά μέ πιάνει τό «μανιάτικο», ὁπότε οἱ τύποι πήγαιναν περίπατο. Μέ φώναζε -γιά νά μέ ἐρεθίζει- Σαράντη. Τοῦ ᾽λεγα, τοῦ ξανάλεγα ὅτι Σαράντο -κι ὄχι Σαράντη- λέμε στή Μάνη. Κι αὐτός ἐπέμενε στό Σαράντη, ἔτσι γιά νά μέ «φουρτουνιάζει». Τοῦ ἄρεσε ἡ «φουρτούνα» μου. Κάποτε μοῦ εἶπε περιπαικτικά: «Νά δοῦμε πῶς θά περνᾶς στόν Παράδεισο…». Τόν κοίταξα λοξά καί τοῦ εἶπα εἰρωνικά: «Ἔχω κάνει αἴτηση ὡς ἱστορικός νά πάω στήν Κόλαση. Ἐκεῖ θά βρῶ ὅλους τούς μεγάλους τῆς Ἱστορίας. Κι ἀκόμη θά γλυτώσω κι ἀπό σᾶς τούς δεσποτάδες». Κι ὁ μεγαλόθυμος Χριστόδουλος μέ ἀποστόμωσε -παρότι Θρᾶξ- μέ τό λακωνικό: «Μήν τό πολυελπίζεις αὐτό!..».

Ἔτσι, μέ τό χιοῦμορ, τήν ἑτοιμολογία, τήν λεκτική εὐθυβολία, τήν εὐθυφροσύνη καί τήν μεγαλοφροσύνη ἤξερε νά κερδίζει καρδιές. Βέβαια οἱ μικρόψυχοι τόν φθονοῦσαν. Τόν φθονοῦσαν καί ὅσοι εἶχαν βαλθεῖ νά ξεριζώσουν τή γλῶσσα μας, νά ξεπατώσουν τήν παιδεία μας, νά ξεδοντιάσουν τήν Ἐκκλησία μας, νά σπιλώσουν τήν ἱστορία μας, νά ἀκρωτηριάσουν τήν πατρίδα μας. Τόν φθονοῦσαν ὅλοι αὐτοί πού προσπάθησαν καί προσπαθοῦν νά μετατρέψουν ἕναν γίγαντα λαό, σέ λαό νάνων. Σέ λαό θάμνων, κατά τό δικό τους ἀνάστημα.

Τοῦ ὀφείλω ἄπειρη εὐγνωμοσύνη γιά ὅσα ἔκανε γιά τήν ἡμετέρα φουκαροσύνη: προλόγισε τό βιβλίο μου «Ἀπό τό Μακεδονικό Ζήτημα στήν Ἐμπλοκή τῶν Σκοπίων», πού βγῆκε τόν Ἰανουάριο τοῦ 1992, προλόγισε -καί μάλιστα σέ Ἀττική διάλεκτο- τήν τρίτομη «Ἱστορία τῶν Ἀρχαίων Ἀθηνῶν» καί στάθηκε πάντα πατρικά συμβουλευτικός ἀπέναντι στά παιδιά μου.

Ἀφ᾽ ὅτου ἔφυγε, δέν ἔγραψα οὔτε μίλησα ποτέ γι᾽ αὐτόν. Μόνον μιά φορά, τήν ἡμέρα τῆς κηδείας του εἶπα κάποια λόγια πικρά -ὄχι γι᾽ αὐτόν φυσικάστό Ραδιόφωνο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Σήμερα μιλοῦν ἄλλοι, πού κάποτε τόν εἴχανε πικράνει. Τώρα νιώθουν τί «τζοβαϊρικό» ἀξετίμητο χάσαμε. Κι ἄν σήμερα ἀνταποκρίθηκα στό αἴτημα νά χαράξω τίς γραμμές αὐτές, εἶναι γιατί σέ μιά πρόσφατη ἐπίσκεψή μου στό Α ́ Νεκροταφεῖο τῶν Ἀθηνῶν, εἶδα τάφους γυμνούς ἐπιφανῶν, ἐνῶ ὁ τάφος τοῦ Χριστόδουλου ἦταν πνιγμένος στά λουλούδια. Πῆγα νά κόψω ἕνα γαρύφαλλο κι ἀπό κάτω σ᾽ ἕνα χαρτάκι εἶδα γραμμένη τή φράση: «Σ᾽ ἀποζητοῦμε, Χριστόδουλε!…». 


Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

«ΟΙ ΕΜΨΥΧΕΣ ΣΦΑΙΡΕΣ» - ΜΙΑ ΠΡΟΦΗΤΙΚΗ; ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΣΕ ΕΒΡΟ ΚΑΙ ΝΗΣΙΑ

Το μεγάλο όπλο της Τουρκίας είναι οι λαθρο-μετανάστες
 
Του Σαράντου Ι. Καργάκου
Ιστορικού Συγγραφέως

Το μεγάλο όπλο της Τουρκίας είναι οι λαθρο- μετανάστες<--break->Εσχάτως πολύ μᾶς ἀπασχολεῖ τί κάνει ἤ τί πρόκειται νά κάνει ὁ Ἐρντογάν, φυσικά ἐναντίον μας. Ὅμως τό ζητούμενο δέν εἶναι τό τί σχεδιάζει ἐναντίον μας ὁ ἀείποτε ἐχθρός ἡ Τουρκία ἀλλά τό τί κάνουμε ἐμεῖς ὄχι βέβαια εἰς βάρος της ἀλλά γιά τήν προστασία τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τῆς χώρας μας. Ἄν ἔχω καλή πληροφόρηση –καί σίγουρα ἔχω– κάνουμε τά τρία κακά τῆς μοίρας μας. Ἀκούγεται ὅτι ἡ κυβέρνηση καταρτίζει σχέδια ἐπί σχεδίων. Ὅμως ὅλα αὐτά ἔχουν τή σχεδιαστική ἀκρίβεια πού ἔχουν τά μωσαϊκά δαπέδου, στά ὁποῖα μπορεῖ κανείς μέ λίγη φαντασία νά ἰχνηλατήσει κάθε λογῆς παράσταση.
Ἐπί ὀκτώ χρόνια –χρόνια χλιδῆς– ἀντί νά ἑτοιμαζόμαστε γιά κάποιους ἀθέλητους ἀγῶνες, σπαταλήσαμε ἕναν τεράστιο ὄγκο χρημάτων γιά τούς Ὀλυμπιακούς Ἀγῶνες πού μᾶς ἔδωσαν τό «εἰσιτήριο» γιά τήν εἴσοδό μας στό γήπεδο τῆς χρεοκοποίας. Στά ἑπόμενα χρόνια μέχρι τώρα –καί ἕπεται συνέχεια– ἀσχολούμαστε μέ τό πῶς θά βγοῦμε ἀπό τήν κρίση. Σέ κάποια φάση ὁ λαός –ὅπως γινόταν συχνά στό παρελθόν– πίστεψε ὅτι ἐκεῖνοι οἱ φωνασκοί πού θά ψηφίσει θά κάνουν θαύματα. Πρωτίστως οἰκονομικά. Ἀλλά ἀπό τή μυθική ἐποχή δέν γνωρίζουμε πολιτικό πού νά ἔχει τό καταραμένο χάρισμα τοῦ Μίδα ὅτι πιάνει νά γίνεται χρύσος. Γι' αὐτό ὁ λαός ὀφείλει πάντα νά εἶναι συνετός καί νά ἐφαρμόζει μιά δική του οἰκονομική πολιτική πού γιά νά εἶναι ἐπιτυχής πρέπει νά στηρίζεται σέ δύο κανόνες. Ὁ ὑπ' ἀριθμόν ἕνας κανόνας εἶναι νά μή χάνει ποτέ τά χρήματά του. Καί ὁ ὑπ' ἀριθμόν δύο εἶναι νά μήν ξεχνᾶ τόν ὑπ' ἀριθμόν ἕνα! Μιά ἄλλη σοφή οἰκονομική συμβουλή ἀποδίδεται στόν σχολαστικό μεσαιωνικό φιλόσοφο Ὄκαμ καί ἔχει ὡς ἑξῆς: μήν κάνεις μέ περισσότερα ὅ,τι μπορεῖς νά κάνεις μέ λιγότερα. Ἐμεῖς λόγω γονιδιακοῦ ἀρχοντοχωριατισμοῦ ξοδεύουμε ἀκόμη καί γιά ἐξοπλιστικά προγράμματα περισσότερα ἀπ' ὅ,τι ξοδεύουν οἱ Ταλιμπάν!
Μαθαίνω ὅτι λόγω τῆς τουρκικῆς ἀπειλῆς θά ἀγορασθοῦν νέα ἀεροπορικά ἤ πλωτά σκάφη. Οὐδείς λόγος. Ἀλλά τέτοια ἀγορά θά μᾶς κοστίσει πολύ ἀκριβά. Καί θά χρειαστεῖ τουλάχιστον 5ετία γιά τήν παραλαβή. Στό διάστημα αὐτό ἡ Τουρκία μπορεῖ νά ἔχει κάνει τό κακό. Τί χρειάζεται, λοιπόν; Προέχει ἡ «ἐπιστράτευση» τοῦ ὑπάρχοντος ἐπιστημονικοῦ καί ... προσωπικοῦ. Κάποτε εἴχαμε ἕνα τέτοιο θαυμαστό προσωπικό. Παρελάμβανε σκάφη, ἀεροπλάνα καί πλοῖα, καί χάρη στήν κατασκευαστική του δεξιοτεχνία τά ἔκανε ἀξιόμαχα, παρότι ἦσαν μεγάλης ἡλικίας καί κάποια εἶχαν πολλά «παράσημα» ἑλαττωματικῆς κατασκευῆς. Κυρίως ὥς ἕναν μεγάλο βαθμό εἴχαμε λύσει τό πρόβλημα τῶν ἀνταλλακτικῶν πού τώρα –καί τότε– μᾶς κόστιζαν «ὁ κοῦκος ἀηδόνι». Ἐνθυμοῦμαι τό ἀκόλουθο: δύο ἀπόφοιτοι τοῦ Πολυτεχνείου χάρη σέ δύο τρόπους πού μᾶς εἶχαν δώσει οἱ Ἀμερικάνοι μποροῦσαν νά κατασκευάζουν λεπτές ροδίτσες, σάν τοῦ ρολογιοῦ, ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖες γιά τά ἀεροπλάνα, μέ σχεδόν μηδενικό κόστος, ἐνῶ ἕνα κουτάκι ἀπό αὐτές, ἐρχόμενο ἀπό τή Γαλλία, μᾶς κοστίζει 2.000 εὐρώ! Μέ ὅλα αὐτά θέλω νά πῶ ὅτι τό βάρος τῆς ἐξοπλιστικῆς μας πολιτικῆς πρέπει πρός τό παρόν νά πέσει στή συντήρηση. Νά ἀξιοποιηθεῖ καθετί πού μπορεῖ νά συμβάλει στήν ἄμυνά μας. Νά μή μείνει γωνιά ἀθωράκιστη. Νά ἀνασυγκροτηθεῖ ἡ πολεμική μας βιομηχανία καί νά ἀναδημιουργήσουμε τή δική μας «στρατιά» τεχνικῶν καί ἐμπειρογνωμόνων, πού μᾶς δίνουν ἐγγυήσεις ποιότητας. Ἄς θυμηθοῦμε τήν ἐποχή τῶν ἀδελφῶν Μαλτσινιώτη καί τοῦ Προέδρου Μποδοσάκη. Τότε μπορούσαμε τώρα δέν μποροῦμε;
Ὅσον ἀφορᾶ στό συχνό συζητούμενο θέμα γιά τό πῶς, ποῦ, πότε θά μᾶς κτυπήσει ὁ Ἐρντογάν, εἶναι κάτι πού δέν ἀρκεῖ νά τό συζητοῦμε ἀλλά νά ἐνεργοῦμε. Δέν χρειάζεται στόν νέο «Πατισάχ» νά χτυπήσει κάποιο νησί γιατί δέν ξέρει τί θά τοῦ βγεῖ. Τίποτα δυσχερέστερο ἀπό μιά ἀναμενόμενη ἤ προβλεπόμενη ἀποβατική ἐπιχείρηση. Τό κόστος σέ ἔμψυχο καί ἄψυχο ὑλικό γιά τήν κατάληψη τῆς Κρήτης πιθανῶς ἀπότρεψε τόν Χίτλερ ἀπό τό νά κάνει τήν ἀπόβαση στήν Ἀγγλία. Ὁ Ἐρντογάν ἔχει μπλεχτεῖ ἄσχημα στόν πόλεμο μέ τούς Κούρδους στή Συρία. Ἄν γιά ἀντιπερισπασμό θελήσει νά ἔχει μιά ἐπιτυχία –ἔστω τύπου Ἴμια– στό Αἰγαῖο, χωρίς τήν προσδοκώμενη ἐντός 4-5 ὡρῶν ἐπιτυχία, τότε εἶναι σφόδρα πιθανόν νά ἔχει τό τέλος τοῦ Καντάφι. Στήν Τουρκία εἶναι περισσότεροι αὐτοί πού τόν μισοῦν ἀπό αὐτούς πού τόν ἀγαποῦν.
Συνεπῶς, θά συνεχίσει τόν πόλεμο μέ τόν τρόπο πού τόν διεξάγει ἐπί μία τετραετία καί πλέον. Θά μᾶς πολεμᾶ μέ τίς «ἔμψυχες σφαῖρες», καί ἐννοῶ τούς λαθρομετανάστες γιά τούς ὁποίους χρυσοπληρώνονται ἀπό τήν Ε.Ε., τάχα γιά νά τούς προσφέρει περίθαλψη, ἀλλά αὐτός τούς στέλνει «πεσκέσι» σέ μᾶς. Ἔπηξαν τά ἀκριτικά νησιά, ἔπηξε καί τό ἄλλοτε εὐρύ κέντρο τῶν Ἀθηνῶν ἀπό τόν ξένο πληθυσμιακό κατακλυσμό. Τί περιμένει ἀπό ὅλο αὐτό τό «ἀνθρωπομάνι» ὁ πονηρός Λαζός; Ἕναν ξεσηκωμό γιά τίς ἄθλιες συνθῆκες διαβιώσε2018-06-11ως στά νησιά. Νά ξεπάσουν ἐκεῖ ταραχές –δέν λείπουν ἄλλωστε οἱ ὑποκινητές– νά χυθεῖ αἷμα (οὔτε τά σχετικά ὅπλα λείπουν, ἄλλωστε μποροῦν στήν κατάλληλη στιγμή νά μεταφερθοῦν κι ἄλλα), ἡ ἀστυνομία νά μήν μπορεῖ νά συγκρατήσει τό κακό ὁπότε νά ἐπέμβει ὁ στρατός. Καί τότε, ὡς ἄγγελος εἰρήνης, θά φθάσει ἀπό τά ἀνατολικά ὁ «στρατός τῆς Σωτηρίας» γιά τήν προστασία τῶν ὁμοθρήσκων πού τάχα θά ἀπειλοῦνται ἀπό τούς Ἕλληνες μέ γενοκτονία. Καί ἄντε μετά νά τόν διώξεις. Ἄλλωστε, καί στήν Κύπρο σάν εἰρηνευτική δύναμη προσῆλθαν καί σάν δῆθεν τέτοια παραμένουν!
Ὅθεν φρονῶ –κάτι πού ἔγραψα καί στήν «Ἑστία» πρό τριετίας– κανείς λαθρομετανάστης στήν ξηρά, καί κυρίως στά ἀκριτικά νησιά. Πᾶσα φροντίδα ἐπί πλωτῶν μέσων, κυρίως παροπλισμένων πλοίων, πού ὅμως νά προσφέρουν τίς ἀπαραίτητες ἐγγυήσεις γιά ἀνθρώπινη διαμονή. Τό ξαναλέμε: Ὁ Ἐρντογάν θά κτυπήσει ὅποτε καί ὅπου στήν Ἑλλάδα σημειωθεῖ κάποια μεγάλη ἀναταραχή. Καλό θά εἶναι καί ὁ πολιτικός μας κόσμος νά συμμαζευτεῖ...


Δημοσιεύθηκε στις 10/6/2018

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
https://www.dimokratianews.gr/content/87037/oi-empsyhes-sfaires 

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ : ΣΩΦΡΟΝΙΣΜΟΣ-ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΙΣΜΟΣ-ΘΑΝΑΤΙΚΗ «ΠΟΙΝΗ»

Του Σαράντου Καργάκου
Ιστορικού Συγγραφέως


Ο Φραντς Κάφκα στη σκιαγραφία του σύγχρονου ανθρώπου παρουσιάζει το άτομο, που προσπαθεί μάταια να βρει διέξοδο και λύτρωση. Ο άνθρωπος βρίσκεται μετέωρος ανάμεσα στο άλυτο πρόβλημα της εκλογής, όπου τ’ αντίθετα συμπίπτουν: η ελευθερία και η φυλακή. Κάθε εκλογή έχει μέσα της το στοιχείο της έπαρσης και της ενοχής. Η ενοχή όμως τιμωρείται και, για ν’ αποφέρει θετικά για το κοινωνικό σύνολο αποτελέσματα, είναι απαραίτητη η φόρτιση της τιμωρίας μ’ ένα στοιχείο σωφρονισμού για τον κατηγορούμενο και παραδειγματισμού για τους άλλους.
Αυτό είναι μια εκπεφρασμένη από παλιά άποψη, την οποία ανέπτυξε διεξοδικά ο περίφημος Ιταλός ποινικολόγος Τσεζάρε Μπεκαρία με το έργο του «Περί εγκλημάτων και ποινών». Σκοπός της ποινής, γράφει ο Μπεκαρία, δεν είναι η εκδίκηση, αλλ’ ο σωφρονισμός αυτού που διέπραξε το αδίκημα και ο παραδειγματισμός των άλλων. Άρα, ο σκοπός της ποινής είναι η πρόληψη υπό δύο έννοιες: γενική πρόληψη του κακού, δηλαδή ν’ αποτρέψει πολλούς άλλους από το να θελήσουν ν’ αδικήσουν (σωφρονισμός) και ειδική πρόληψη, ν’αποτρέψει, δηλαδή, το συγκεκριμένο άτομο από το να ξαναεγκληματήσει. Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι οποιαδήποτε κι αν είναι τα ελατήρια, που ώθησαν το άτομο που διέ-πραξε το αδίκημα —έστω κι αν αυτά δε φαίνονται άμεσα—, η ποινή που θα του επιβληθεί είναι αναγκαίο να έχει έναν εξαγνιστικό, καθαρτικό χαρακτήρα, μ’ άλλα λόγια να παίξει ένα ρόλο νουθέτησης κι όχι να φορτίζεται με το στοιχείο της εκδίκησης, γιατί τότε πια η τιμωρία παύει να είναι ποινή. Τιμωρία στ’ αρχαία ελληνικά σημαίνει, σε πρώτη σημασία, βοήθεια, αρωγή, συνδρομή. Κατά μία έννοια, συνδρομή παραμένει και με την έννοια της ποινής, εφόσον συμβάλλει στον «επανανθρωπισμό» του εγκληματία. Αντίθετα, μια πράξη βίας, αν αντιμετωπιστεί πάλι με βία, θα επιφέρει στην ψυχή του δράστη περισσότερο μίσος τόσο για τη δικαιοσύνη, όσο και για την κοινωνία, με αποτέλεσμα το έγκλημα να επαναληφθεί περισσότερο βίαιο και αποτρόπαιο, αλλ’ ίσως πιο τεχνικά σχεδιασμένο. Αν και τη δεύτερη φορά επιβληθεί τιμωρία πάλι με τη μορφή εκδίκησης, πιο σκληρή από την προηγούμενη, το μίσος θ’ αυξηθεί και θα ξαναεκτονωθεί σε τρίτο έγκλημα, ακόμη χειρότερο. Έτσι είναι φανερό ότι θα έχουμε μια ακολουθία εγκλημάτων, συνοδευόμενη ταυτόχρονα από μια αντίστοιχη ακολουθία ποινών. Το κακό, λοιπόν, θ’ αναπαράγεται και το αποτέλεσμα θα είναι να «πείσουμε» τον εγκληματία να παραμείνει παντοτινός «πελάτης» των δικαστηρίων και των φυλακών.
Η λύση επομένως δεν είναι δυνατό ν’ αναζητηθεί μέσ’ από την επιβολή τέτοιου είδους ποινών αλλά μόνο μέσ’ από το σωφρονισμό του εγκληματία, γιατί έτσι θα πεισθεί για το λάθος του, θα μπορέσει να δει αντικειμενικότερα την πράξη του, σε συνάρτηση όχι πια με τους υποκειμενικούς παράγοντες, που τον οδήγησαν να ενεργήσει έτσι, αλλά των γενικότερων συνθηκών, που άπτονται και των περιπτώσεων του θύματος. Η οπτική γωνία, που θα του υποδειχθεί να εξετάσει την πράξη του, θα είναι περισσότερο πολύπλευρη και συνεπώς σωστότερη, εφόσον θα εξετάσει σ’ όλο το βάθος και πλάτος το έγκλημά του -όπως κι αν εκδηλώθηκε αυτό- χωρίς να υποτάσσεται σε μικροπρεπείς υποκειμενικότητες, που εμποδίζουν να τοποθετηθεί σωστά απέναντι στην πράξη του.
Με το σωφρονισμό του καταδικαζομένου πετυχαίνουμε το σημαντικότερο αποτέλεσμα, που έγκειται στο να πεισθεί αυτός για το έγκλημά του, ώστε όχι μόνο να μην το επαναλάβει, αλλ’ ούτε -στο μέτρο που μπορεί- ν’ αφήσει κι άλλους να το διαπράξουν. Έτσι ο χτεσινός εγκληματίας, γίνεται σήμερα ανασχετικός παράγοντας στην επέκταση του εγκλήματος. Αυτό συνιστά την ουσία του πραγματικού σωφρονισμού. Γιατί είναι βέβαια επιτυχία το να εμποδίσει η ποινή έναν εγκληματία να μην επαναλάβει την πράξη του, όμως το να μπορέσει να τον σωφρονίσει σε βάθος, με αποτέλεσμα να γίνει ο ίδιος εμπόδιο στην εγκληματική ενέργεια κάποιου άλλου, αποτελεί πολλαπλή επιτυχία και μόνο σ’ αυτήν τη βάση μπορεί να λειτουργήσει η δικαιοσύνη στην πιο άρτια μορφή της.
Εάν, λοιπόν, η οικογένεια δεν κατόρθωσε να δώσει στο άτομο μια σωστή αγωγή, εάν το σχολείο ή το ευρύτερο περιβάλλον του το επηρέασαν αρνητικά στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς κι αν, τέλος, κάποια δυσλειτουργία ορισμένων θεσμών ή κάποια δυσμενής συγκυρία σε συνάρτηση με κάποιους υποκειμενικούς παράγοντες στον τομέα των διαπροσωπικών σχέσεων, το οδήγησαν στο έγκλημα, οφείλει η πολιτεία, χρησιμοποιώντας το θεσμό της δικαιοσύνης, να επαναφέρει τον εγκληματία στην ευθεία και να τον προσανατολίσει σε κάποιες αξίες και να του εμπεδώσει κάποιες αρχές, πείθοντάς τον έτσι ν’ αποφύγει νέες παρεκτροπές. Για πολλούς ευαισθητοποιημένους ανθρώπους η ποινή στη μορφή, τουλάχιστον, που την ξέρουμε, είναι απαράδεκτη. Πιστεύεται ότι ο εγκληματίας είναι ψυχικά ασθενής και δε χρειάζεται τιμωρία αλλά θεραπεία. Συνεπώς, η πολιτεία είναι προτιμότερο να κτίζει όχι φυλακές αλλ’ ειδικού τύπου θεραπευτήρια, που να λειτουργούν ως εκπαιδευτήρια. Όσο κι αν μοιάζει χιμαιρική η φράση του Αδαμαντίου Κοραή πως «και η πλέον θηριώδης ψυχή,ακούουσα τα αθάνατα παραγγέλματα των αρχαίων συγγραφέων της ελληνικής γλώσσης, θα μεταβληθεί εις ενάρετον», εν τούτοις είναι η πλέον ρεαλιστική. Μόνο μορφώνοντας το κεφάλι των ανθρώπων, δε θα χρειαστεί ποτέ η πολιτεία να το κόψει, έλεγε ο Ουγκό.
Θα πρέπει ακόμη μέσα στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας ν’ αναγνωρίζεται στον πολίτη το δικαίωμα του «σφάλλειν»: Μόνο οι δικτάτορες είναι «αλάνθαστοι»! Όμως, από την άποψη αυτή και η ποινή είναι ένα δικαίωμα, έστω και αρνητικό. Είναι λάθος να συνυφαίνεται το δικαίωμα μόνο με τον ωφελιμισμό, μ’ αυτό που μας εξυπηρετεί προσωπικά. Ο Ντοστογιέφσκη πιστεύει πως η ελευθερία υπάρχει στο παράπτωμα. Παράπτωμα χωρίς τιμωρία δε νοείται. Άρα, η τιμωρία είναι το τίμημα της ελευθερίας. Γι’ αυτό συνιστούσε στους ενόρκους να τιμωρούν τους εγκληματίες, αποδίδοντάς τους την αξιοπρέπεια του ενόχου. Θεωρούσε τη μεταβίβαση της ευθύνης στην ένοχη κοινωνία ως την έσχατη προσβολή κατά του ανθρώπινου προσώπου. Ακόμη κι ο ένοχος έχει δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, παρατηρεί ξένος διανοητής. Η αποενοχοποίηση και η ατιμωρησία την αφαιρεί.
Όπως προαναφέρθηκε, η ποινή παίζει διπλό ρόλο. Πέρ’ από το σωφρονισμό αυτού που διέπραξε το αδίκημα, πρέπει να συντελεί και στον παραδειγματισμό των άλλων. Όταν ο εγκληματίας τιμωρηθεί με πνεύμα σωφρονιστικό και τελικά πεισθεί για την ενοχή του, είναι φυσικό να παραδειγματιστούν και πολλοί, όταν διαπιστώσουν ότι ο δράστης αποστρέφεται την πράξη του. Βλέποντας, δηλαδή, τον εγκληματία τιμωρημένο, μετανιωμένο και σωφρονισμένο, είναι δύσκολο να μην παραδειγματιστεί από αυτόν κάποιος, που είχε ροπή προς την αδικία και να μην κρατηθεί μακριά από αυτή. Γιατί σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη παραδείγματος απ’ αυτήν που προσφέρει ο σωφρονισμός του ίδιου του ενόχου.
Μια τέτοια, λοιπόν, ποινή, που ανταποκρίνεται στη διπλή της αποστολή, να επενεργεί, δηλαδή, σωφρονιστικά προς την κατεύθυνση του ενόχου και παράλληλα να λειτουργεί ως παράδειγμα για πολλούς άλλους, μπορεί, χωρίς κανέναν ενδοιασμό να θεωρηθεί ως μια ολοκληρωμένη ποινή, ως ποινή που έχει υλοποιήσει τους στόχους της. Γιατί, ενώ από τη μια θα έχει βοηθήσει τον εγκληματία να συναισθανθεί την ενοχή του και ν’ αποφύγει την επανάληψη αδικημάτων, από την άλλη βοηθώντας τον να εναρμονίσει τη συμπεριφορά με τους κανόνες εκείνους που καθορίζουν αρτιότερες συνθήκες διαβίωσης, δημιουργεί το κοινωνικό πρότυπο, που λόγω κακού παρελθόντος κι έντιμου παρόντος αυξάνει την επιρροή του στα κοινωνικά μέλη.

Φυσικά μια κοινωνία πρέπει να είναι δημοκρατική, αλλά δεν πρέπει να είναι αφελής. Δεν επιτρέπεται στ’ όνομα καμιάς δήθεν σωφρονιστικής σκοπιμότητας η επίδειξη ανοχής. Η τιμωρία -έστω και μικρή- πρέπει να είναι βέβαιο πως θα επιβληθεί. Η ατιμωρησία γεννά την ηθική παραλυσία κι εκτρέφει κάθε λογής αντικοινωνικές συμπεριφορές. Χρειάζεται -τουλάχιστον για τις ατελείς συνειδήσεις- ο φόβος της ποινής. «Ἵνα δέος (= φόβος), ἔνθα καί αἰδώς», έλεγαν οι αρχαίοι με την κομψή τους εκφορά, ενώ ο Μπεκαρία το έλεγε πιο παραστατικά: «Αρχή σοφίας ο νόμος του… χωροφύλακα». Όχι βέβαια πως η αστυνόμευση είναι πανάκεια για την εξάλειψη των αδικιών, όμως χωρίς αστυνομική εποπτεία, χωρίς σοβαρή λειτουργία δικαιοσύνης, το άτομο που έχει αντικοινωνικές τάσεις αποθρασύνεται, βλέποντας μια κοινωνία ανεκτική απέναντι του. Η ατιμωρησία υποθάλπει το έγκλημα, που βρίσκει πρόσφορο έδαφος για ν’ αναπτυχθεί. Αυτό θα επιφέρει και μια άλλου είδους κοινωνική εκτροπή. Όταν η πολιτεία δεν τιμωρεί, θ’ αρχίσουν να τιμωρούν οι πολίτες. Κι αυτό ούτε τον αδικήσαντα συμφέρει (είναι γνωστά τ’ αποτελέσματα του νόμου του Λιντς[1]), ούτε τους αδικημένους (που εξομοιώνονται σε αγριότητα με τους αδικητές), ούτε φυσικά και την κοινωνία, γιατί ο νόμος της αυτοδικίας ξαναγυρίζει τον άνθρωπο στο νόμο της ζούγκλας.
Υπάρχει, τέλος, και το θέμα της θανατικής «ποινής», που τα τελευταία χρόνια επανέρχεται διαρκώς στο πεδίο των έντονων συζητήσεων, λόγω της κατακόρυφης αύξησης της βίας και του εγκλήματος. Προσωπικά πιστεύουμε πως η εκτέλεση του ενόχου δεν είναι ούτε λύση αλλ’ ούτε και ποινή. Κάθε ποινή, όπως είπαμε προοιμιακά, πρέπει να έχει το στοιχείο του σωφρονισμού. Θα ήταν αφέλεια, λοιπόν, να μιλάμε για σωφρονισμό, αναφερόμενοι σε μελλοθάνατους. Όσον αφορά στον τομέα του παραδειγματισμού, κυριαρχεί η άποψη πως η θανάτωση του εγκληματία είναι το αποτελεσματικότερο μέτρο αποτροπής. Η «αποτελεσματικότητα» όμως αυτή οφείλεται στο φόβο· και όταν η συμπεριφορά των πολιτών καθορίζεται από αυτόν, τότε είναι σωστότερο να μιλάμε για τρομοκρατία κι όχι για δημοκρατία. Η δημοκρατία απαιτεί ελευθερία κι η ελευθερία σημαίνει δυνατότητα επιλογών, χωρίς τρομοκρατικούς εξαναγκασμούς. Όταν όμως ο φόβος χαράζει την κατευθυντήρια γραμμή των πράξεών μας, δημιουργεί τον τρομοκρατημένο υπήκοο, που είναι ανίκανος να υπηρετήσει δημοκρατία. Εξάλλου, ο φόβος δεν εξαλείφει το έγκλημα· απλώς το αναβάλλει.

Ακόμη η θανατική εκτέλεση, ως ακραία περίπτωση ποινής, οδηγεί τον εγκληματία σε ακραίες αποφάσεις μέσα από ψυχολογικές διαδικασίες, που καταλήγουν στο να εγκληματεί, αδιαφορώντας για τη θανατική του καταδίκη. Όταν, δηλαδή, ο εγκληματίας γνωρίζει πως η τιμωρία που θα του επιβληθεί είναι ο θάνατος, οδηγείται σε περισσότερο ειδεχθή[2] και φρικιαστικά εγκλήματα, για να εκδικηθεί από τα πριν το θάνατό του. Θα είναι ίσως ανεπίτρεπτη μωρία, να επαναφέρουμε τη θανάτωση ως τιμωρία. Γιατί, ας μη μας διαφεύγει πως πάντοτε εμφωλεύει ο κίνδυνος της ηρωοποίησης. Συχνά ειδεχθείς εγκληματίες, που εκτελέστηκαν, πέρασαν στο θρύλο, έγιναν τραγούδι και λαϊκά ινδάλματα[3]. Ο θάνατός τους λειτούργησε στη λαϊκή συνείδηση μ’ έναν ιδιότυπο τρόπο, ώστε να προβάλλονται ως πρόμαχοι των λαϊκών συμφερόντων κατά της κρατικής εξουσίας.
Πέρ’ απ’ όλα αυτά η θανατική εκτέλεση απαιτεί κι εκτελεστές. Είναι θλιβερό να υπάρχουν κατ’ επάγγελμα δήμιοι, ακόμη θλιβερότερο θανατοποινίτες να εξαγοράζουν τη ζωή τους με το να γίνονται δήμιοι και ακόμη πιο τραγικό κάποια ανυποψίαστα παιδιά του λαού, που καλούνται να υπηρετήσουν την πατρίδα, να μεταβάλλονται ξαφνικά κάποιο πρωινό σε μέλη εκτελεστικού αποσπάσματος. Να συμμετέχουν, δηλαδή, στην εκτέλεση κάποιου, που έστω κι αν είναι κακούργος, δεν παύει να είναι άνθρωπος. Κάποτε στο παρελθόν είχαμε περιπτώσεις αυτοκτονίας στρατιωτών και πάντα περιπτώσεις βαθύτατων ψυχικών κλονισμών. Ας προστεθεί ακόμη ότι η δημόσια εκτέλεση αποτελούσε παλιά είδος λαϊκού θεάματος, που σημαίνει πως ο λαός εθιζόταν στο αίμα ή ερεθιζόταν από το αίμα. Άρα, ούτε κι από την άποψη αυτή βλέποντας το ζήτημα, μπορούμε να θεωρήσουμε τη θανατική τιμωρία ως ποινή.
Έτσι, λοιπόν, η ακραία ποινή του θανάτου θεωρήθηκε ακραίο έγκλημα και, κατά συνέπεια, αποτελούσε ανάγκη η κατάργησή της για τη βελτίωση της λειτουργίας της δικαιοσύνης, για την περισσότερη ασφάλεια των πολιτών και κυρίως για την ηθικοποίησή τους. Επί αιώνες η θανατική ποινή εφαρμοζόταν αδιάλειπτα και συστηματικά. Αυτό δεν έκανε τους ανθρώπους ηθικότερους. Έπρεπε, λοιπόν, να βρεθούν νέοι τρόποι για την περιστολή και καταστολή του εγκλήματος. Η κατάργηση της θανατικής ποινής βοήθησε θετικά προς την κατεύθυνση αυτή. Αναγνωρίστηκε πως ένα κεφάλι γίνεται καλύτερο, όταν το μορφώνεις κι όχι όταν το… κόβεις.
Στις μέρες μας, που η υπαρξιακή αγωνία κι ανασφάλεια διαρκώς επιτείνονται κι επεκτείνονται, καθώς οι δείκτες της βίας και της εγκληματικότητας ακολουθούν. συνεχώς μια ανιούσα τάση, γίνεται περισσότερο επιτακτική η αναγκαιότητα για αρτιότερη λειτουργία του θεσμού της δικαιοσύνης και ουσιαστικότερη η συμβολή του τόσο στα διάφορα πολιτικά θέματα, όσο και στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Μια τέτοια, όμως, ολοκληρωμένη δικαιοσύνη -όχι με την τρέχουσα «δικαστηριακή» σημασία του όρου- έχει έναν και μοναδικό σκοπό της, τη δημιουργία δίκαιων ανθρώπων, που είναι δυνατό να επιτευχθεί με τρεις τρόπους: το σωφρονισμό του θύτη, τη συγγνώμη από τη μεριά του θύματος και τον παραδειγματισμό του «θεατή».

(29 Νοεμβρίου 1985)


[1]Νόμος τον Λιντς: Η χωρίς δίκη άμεση εκτέλεση του εγκληματία από το πλήθος. Ο όρος προέρχεται από τ’ όνομα του Αμερικανού δικαστή Λιντς (1736-1796), όπου στην περιοχή της Βιργινίας επέβαλε την άμεση εκτέλεση του κακούργου.
[2]Ειδεχθής: κακόμορφος, φρικτός, άσχημος, δυσειδής, δύσμορφος, αποκρουστικός.



ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΚΑΡΓΑΚΟΣ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ


Παρασκευή 8 Μαρτίου 2019

ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΚΑΡΓΑΚΟΣ : ΕΝΑΣ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ!

Επιμέλεια: Π. Γιαννακόπουλου
 
 «Ξέρει να δίνει μάχες. Μένει όρθιος “ακόμα κι όταν όλοι γύρω του τα ‘χουν χαμένα”, όπως θα έλεγε και ο Κίπλιγκ. Ξέρει να ακούει τον άλλο, αλλά ξέρει και να αποστομώνει τον αντίπαλό του. Ως διανοητής στάθηκε όρθιος σε δύσκολες στιγμές. Πάνω απ’ όλα, όμως, ο λόγος του παρήγε ήθος. Διανοητικό ήθος. Δημόσιο ήθος. Πολιτικό ήθος. Δημοκρατικό ήθος. Γιατί ενώ δεν πολιτεύθηκε ποτέ, υπήρξε πάντα βαθύτατα πολιτικός. Ποτέ δεν μάσησε τα λόγια του. Και στα γραπτά του και στις ομιλίες του υπήρξε κοφτερός και διαυγής. Αυτό μερικούς τους στενοχώρησε. Ζούμε στην εποχή των “στρογγυλεμένων κοινοτοπιών”. Και η περίπτωση του Σαράντου Καργάκου ήταν τόσο διαφορετική. Κάποιοι δεν του συγχώρεσαν την παρρησία του. Αλλά όλοι, ακόμα και όσοι τον πίκραναν κάποτε, τον εκτιμούσαν και τον σεβόντουσαν», είχε τονίσει ο πρώην Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς σε σύναξη Πελοποννησίων και Αθηναίων διανοουμένων, που τίμησαν τον μεγάλο συμπατριώτη τους.

Πρόσφατα και ο Σύλλογος Λακώνων Θεσσαλονίκης τίμησε το άξιο τέκνο της ιερής γης που το γέννησε, της Μάνης, έκλαμπρο τμήμα της εξαστράπτουσας πατρίδας μας της Ελλάδας, πνευματικής μητέρας απάντων και πασών των εγκαταβιούντων εν τη γη ταύτη. Κεντρικός ομιλητής αυτής της εκδηλώσεως μνήμης για την οποία προσωπικά νιώθω την ανάγκη να συγχαρώ τον Σύλλογο, ήταν ο Αντιστράτηγος ε.α. Γριβάκος Ευάγγελος…

Ο εις τας αιωνίους μονάς μεταστάς την 14/2/2019, ημέρα Δευτέρα, Σαράντος Καργάκος υπήρξε εκπαιδευτικός και δάσκαλος με όλην την σημασία της λέξεως, διακεκριμένος ιστορικός, γλαφυρός λογοτέχνης και αρθρογράφος, κορυφαίος ρεπόρτερ, κριτικός λογοτεχνίας, πολυγνώστης και πολυμαθής, πολιτικός και γεωπολιτικός αναλυτής, μεταφραστής της αρχαίας ελληνικής γραμματολογίας, φανατικός της λημματικής επιλεξιμότητας και εξαίρετος διερμηνευτής της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, συγγραφέας, σύμβουλος εκδόσεων, ταξιδευτής, φιλόλογος με εκπλήττουσα ευρυμάθεια, εκλαϊκευτής δυσερμήνευτων επιστημονικών κειμένων… Σε 105 τόμους ανέρχεται η πνευματική σοδειά  της εύκαρπης ζωής του και σε άπειρες σελίδες τα άρθρα, τα δοκίμια, τα γραπτά του σχόλια. Δεν υπήρξε αρχισυντάκτης, που να αρνήθηκε να φιλοξενήσει κείμενο του Μανιάτη ιστορικού στο έντυπο που επιμελείτο, μηδέ διευθυντής έκδοσης πού να μην ένιωσε μέχρι δακρύων υπερήφανος για τη συμμετοχική συνηγορία του διακεκριμένου φιλολόγου στην γνωσιολογική και αισθητική πληρότητα του περιοδικού, της εφημερίδας ή του βιβλίου που εξέδιδε. Αντίθετα, ανέμενε υπομονετικά ο καθένας με τη σειρά του, για να λάβει το “πνευματικό φιλοδώρημα” του μαίτρ της υψηλής διδακτικής.

Παρακολουθώντας δια των ΜΜΕ και της πληθώρας των δημοσιευμάτων το δημιουργικό έργο του μεγάλου αυτού τέκνου της εύγονης Πελοποννήσου, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι διέθετε το μοναδικό χάρισμα  της διαρκούς και ακαταπαύστου συγγραφής κειμένων ασύγκριτης γλαφυρότητας και ποικίλης εν ταυτώ θεματολογίας, καθ’ όλη της διάρκεια  του 24ώρου, με το ίδιο πάθος, την ίδια ασίγαστη ορμή, ζήλο, σεβασμό και υπευθυνότητα που τον διέκριναν και στα πέτρινα χρόνια της νιότης του, τότε που με ακάματη ευαρέσκεια προωθούσε την ιδέα του επιβαλλομένου γενέσθαι, του ορθώς πραττομένου, του εις το διηνεκές πρέποντος, του προάγοντος και τέλος του ωφελίμου του επιβραβεύεσθαι. Διδασκαλία στα διδασκαλεία περί τόλμης και αρετής και υπόσχεση προς Θεούς: «Ου καταισχυνώ τα όπλά τα ιερά, ούδ’ εγκαταλείψω τόν παραστάτην…», την πρωίαν. «Αμυνώ δέ καί υπέρ ιερών καί οσίων καί μόνος καί μετά πολλών», την μεσημβρίαν. «Τήν πατρίδα δέ ούκ ελάσσω παραδώσω, πλείω δέ καί αρείω όσης άν παραδέξωμαι», το εσπέρας.

Γέμιζε αστραπές ο ουρανός, ο αγέρας λυσσομανούσε και εκείνος αγέρωχος έτρεχε να προλάβει να ολοκληρώσει τις υποσχέσεις του. Λες και όλα θα έπρεπε να τελειώσουν στο εύρος αυτών των λίγων ωρών. Θαρρείς και ολάκαιρη η ζωή, ως σύνολο υπαρξιακών ερωτημάτων, θα έπρεπε να παρουσιασθεί διάφανη, λεία και στιλπνή χωρίς γκρίζες ζώνες και θολά τοπία, σε ένα και μόνον απόγευμα. Ένα απόγευμα κατά τη διάρκεια του οποίου -ως συναφώς ελέχθη και παρά την ένταση και την ψυχική του υπερέκταση, διατηρούσε μια δαιμονιακή ισορροπία μεταξύ λεκτικής πρόκλησης και πράξης, ηφαιστειακής φλόγας και της κατακαθείσης θράκας, ενός άμωμου και ενός αμαρτωλού θυμού. Συντηρούσε δηλονότι εντέχνως μια εκκρεμότητα ξεκάθαρων δηλώσεων και υπαινιγμών που ισορροπούσαν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, χωρίς να κινδυνεύουν να συγκρουσθούν ή να ανατραπούν.

Ο ισάδελφός του Κώστας Τσιρόπουλος, εκδότης της γνωστής ΕΥΘΥΝΗΣ των 370 τευχών που έκλεισε τον κύκλο της πριν μερικά χρόνια, είπε για τον παιδιόθεν φίλο του: «Ο Σαράντος Καργάκος υπήρξε δάσκαλος όλων μας. Ή -καλύτερα- υπήρξε ο δάσκαλος των δασκάλων. Μεγαλώσαμε διαβάζοντας τα σχολικά βιβλία και τα βοηθήματα που έγραψε. Σε μεγαλύτερες ηλικίες, διαβάσαμε τα ιστορικά του αφιερώματα. Όπου με συναρπαστικό τρόπο μας έφερε κοντά σε τόσο απόμακρα γεγονότα, σε τόσο κλασικές και τόσο διαχρονικές αξίες. Σαν τον Οδυσσέα, άκουσε τις “Σειρήνες” του καιρού του, αλλά δεν μαγεύτηκε απ αυτές. Κι αυτό, εγώ προσωπικά το γνωρίζω, το καταθέτω, και δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Με αρετές που σπανίζουν στις μέρες μας: Απλότητα, ταπεινότητα, αλλά και γενναιότητα και ακλόνητο -σπαρτιάτικο- κουράγιο κέρδισε τον σεβασμό όλων. Η συνεπής πολιτεία του, το έργο του το πλουσιότατο και μαζί εμψυχωτικό, η διαυγής σοφία του, η σεμνή μαχητικότητά του και η λατρεία του για την Ελλάδα τον υψώνουν ως μία κλείδα της σύγχρονης Ιστορίας μας, ως παρουσία συνοριακή ανάμεσα στην Ελλάδα και στη μη Ελλάδα. Κάθε φορά που αντιμετωπίζει έναν κίνδυνο νοθείας ή και επιβίωσης η ελληνικότητα των Ελλήνων, ανέρχονται από τα ιερά σπλάχνα του λαού μας κάποιες μορφές ηγετικές, μορφές-κλείδες, διαυγείς ανάβρες συνειδητότητας, διερμηνεύτριες της ελληνικότητας ως συνάλληλης του πνευματικού πολιτισμού της ανθρωπότητας.

Και σήμερα, σ’ ετούτη την κρισιμότατη περίοδο που η ταυτότητα ημών των Ελλήνων αμφισβητείται από ξένα κέντρα αποφάσεων, μέσα στην κοσμοχαλασιά μιας κοινωνίας αδιάφορης και ευδαιμονιστικής, δοκιμάζεται εν ταυτώ και η ελληνικότητά μας, από τις αλλοτριωτικές παρεμβάσεις των αφεντικών των μεγάλων συμφερόντων». Και ο κίνδυνος αυτός για τον Ελληνισμό είναι τεράστιος. Ωστόσο και σήμερα ανέρχονται και λάμπουν κάποιες μορφές που καταυγάζουν με τις ελληνόφρονες χορηγίες τους την συνείδηση του νεοέλληνα και τον οδηγούν σε πράξεις απαράμιλλου θάρρους και ανείπωτου ηρωισμού. Και ο Κ.Τ. ολοκλήρωσε: «Ανάμεσα σ’ ετούτες τις μορφές, τις οδηγητικές, και μαζί εμψυχωτικές, θα βρίσκεται πλέον για πάντα ο φίλτατος, ο θαυμαστός για την υπέροχη αγωνιστικότητά του, ο Σαράντος Καργάκος, πρώτος ανάμεσα στους πρώτους. Φίλτατε, σε καμαρώνουμε, σε θαυμάζουμε, σε μιμούμαστε και σε ευχαριστούμε πολλαπλώς».

Η συγγραφεύς Μαρικαίτη Καμβασσινού ενθυμείται ότι ένας νέος του έγραψε κάποτε:  «“Κύριε Σαράντο Καργάκο, βρισκόμαστε στο έναυσμα πνευματικού πολέμου και εσείς ένας ακόμη τυμπανοκρούστης αφύπνισης του Ελληνικού εφησυχασμού. Η μόνη μας ελπίδα είναι άνθρωποι του δικού σας πνευματικού οίστρου και μεγαλείου. Σας θεωρώ πνευματικό ήρωα του Ελληνικού έθνους, γιατί πιστεύω πως στις μέρες μας οι πόλεμοι κερδίζονται με τη δύναμη του λόγου και του πνεύματος”. Αυτός ο παθιασμένος Μανιάτης, που με την άνεση των αφάνταστων γνώσεών του, τον λιτό μεστό και δυνατό του λόγο, σε παρασέρνει στο ταξίδι, όχι μόνο για να δεις, να ακούσεις, να παρακολουθήσεις τα δρώμενα, αλλά κυρίως να τα αισθανθείς, να τα σεβαστείς και να συμμετάσχεις σ’ αυτά.

Γνώρίζε την ελληνική γλώσσα όσο ελάχιστοι, άκουγε τις νότες της και συνεκινείτο από το μεγαλείο των συνθέσεών της. Ήταν μύστης της ιστορίας και γενικότερα μια πολύπλευρη προσωπικότητα των γραμμάτων. Ήταν ακόμη ένας ανοιχτόμυαλος, σύγχρονος, κυρίως όμως γνήσιος Έλληνας, φανατικός οπαδός της ρήσης του Ευριπίδη, που λέει ότι κάθε ελληνική πόλη είναι γι αυτόν πατρίδα. Απεχθάνονταν τα ατελή, τα πρόχειρα, τα ευκαιριακά και του ήταν αδιανόητη η εξασφάλιση της επιτυχίας ταχέως και ακόπως.

Η διάκριση για τον λόγιο Καργάκο πρϋποθέτει πίστη στον σκοπό, μόχθο, συνέπεια, καρτερικότητα, σθένος, αγάπη για τον συνάνθρωπο. Όσοι επιθυμούν και επιδιώκουν να αντικαταστήσουν την ιστορία με την παραϊστορία, την ιδεολογία με την υστερία, την έννοια της πατρίδας με την έννοια της κάποιας παγκοσμιοποίησης, την ελληνική γλώσσα με τη γλωσσική πενία και την αλαλία, την ανθρωπιά με την μισανθρωπιά, την μνήμη με την αμνησία, την ευθύνη με το βόλεμα, τη γνώση με την ημιμάθεια, την ακριβολογία με την μπουρδολογία, την όραση με την τύφλωση δεν έχουν ελπίδες να διακριθούν. Αργά ή γρήγορα θα …επανδρώσουν το περιθώριο.

Ως γνήσιος δημιουργός, ο Σαράντος Καργάκος , ήταν προσηλωμένος στο έργο του. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δίδαξε επί 35 έτη στα σημαντικότερα εκπαιδευτήρια της Αθήνας και στους μεγαλύτερους φροντιστηριακούς οργανισμούς. Ο Άγγελος Δημ. Γέροντας, έγραψε για τον Σ.Κ. : «Πολύ νωρίς συνειδητοποίησε ότι το αίτιο της νεοελληνικής κακοδαιμονίας είναι το έλλειμμα παιδείας. Ομολογεί ότι και μόνο το άκουσμα της λέξης παιδεία του προκαλεί ψυχικό πόνο:Απόκαμα. Νιώθω πως η κραυγή αγωνίας μου ήταν ψίθυρος στην απέραντη πνευματική και πολιτική μας Σαχάρα”. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από μια εξαιρετική και ταυτόχρονα κατανοητή γλώσσα και από στέρεη επιχειρηματολογία. Η ιστορική του σκέψη έχει τη σπίθα μιας γόνιμης πρωτοπορίας. Οι, λίγες τον αριθμό, ποιητικές του συλλογές διαπνέονται από ένα γοητευτικό, καταθλιπτικό ρεαλισμό.

Ο Σαράντος Καργάκος, ως πνευματικός άνθρωπος ήταν αυτόνομος. Ρύθμιζε μόνος την πολιτική του νομοτέλεια. Δεν καθοδηγείτο, δεν εξαρτάτο από αλλότρια κέντρα, δεν χειραφετείτο πολιτικά, ήταν αυτόφωτος. Ήταν ανιδιοτελής. Και αυτές είναι αρετές που κάποιοι δεν του συγχώρεσαν». Η δυσκολία στην προσιτότητα των σύγχρονων και κορυφαίων επιτευγμάτων του πολιτισμού και των επιστημών ήταν κάτι που προβλημάτιζε σοβαρά τον κορυφαίο φιλόλογο. Επιθυμούσε,  όλοι οι άνθρωποι να συμμετέχουν στη μέθεξη των χρήσιμων, για τους μη έχοντες στον ήλιο μοίρα ανακαλύψεων. Οι επιστημονικές επιτυχίες που στο βάθος του ορίζοντα συναντούσαν τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα σε ένα πανηγύρι συνεργατικότητας και ελπίδας, τον χαροποιούσαν και τον ενθουσίαζαν.

Η θετική ανταπόκριση του κράτους στις επικλήσεις του λαού για την κάλυψη (και απάλειψη) των βασικών ελλείψεων και την γενικότερη αναβάθμισή του, του περιποιούσαν τιμή και ήραν την απαξίωσή του για τα πολιτικά πρόσωπα. Όλο αυτό το αίσθημα της χαράς και της πληρότητας -ως προσγενομένη τιμή- το μετέφερε στους μαθητές του με την υπερηφάνεια και την ελεγχόμενη έπαρση του νεοέλληνα ευπατρίδη. Ο ρόλος του Δασκάλου-Παιδαγωγού σ’ όλο του το μεγαλείο. Ένας ρόλος που οικοδομούσε τον αυριανό Έλληνα με όλα τα γνήσια υλικά της πατρίδας μας: Τη γη, τον ουρανό, τη θάλασσα, την ιστορία και την ελληνικότητά της.  

Αξίζει, πριν κλείσουμε το παρόν κείμενό μας (εισήγηση, αν θέλετε) να τονίσουμε ότι ο μεταστάς Σαράντος Καργάκος, σημαίνον και “στέρεον” μέλος της κοινωνίας των Ελλήνων, απεχθάνονταν μετά βδελυγμίας την αχαριστία, γι’ αυτό και συχνά υπενθύμιζε: «Ἀχάριστος ὅστις εὖ παθῶν ἀμνημονεῖ». Δηλαδή, είναι αχάριστος αυτός που, ενώ ευεργετήθηκε, λησμονεί την ευεργεσία και αμέσως μετά συμπλήρωνε: «Αἰσχρόν ἐστι προδοῦναι τούς εὐεργέτας». Επανελάμβανε δε συχνά το του Ξενοφώντος: «Ἕπεσθαι δοκεῖ μάλιστα τῇ ἀχαριστίᾳ ἀναισχυντία»(=την αχαριστία ακολουθεί αναισχυντία). Αναφέρονταν
όμως και στον Σοφοκλή ο οποίος μας διδάσκει στον Αἴαντά του: «Ἀνδρί τοι χρεών μνήμων προσεῖναι, τερπνόν εἴ τι πάθοι. Χάρις χάριν γάρ ἐστιν ἡ τίκτουσα ἀεί. ὅτου δέ ἀπορρεῖ μνηστός εὖ πεπονθότος, οὐκ ἄν γένοιτο ἔθος οὗτος εὐγενής ἀνήρ», στ.520-529 (= Πρέπει ο άνθρωπος, αν έλαβε κάτι καλό, να το θυμάται. Γιατί η χάρη γεννά την αντιχάρη [όπως συμβαίνει με το αντίδωρο που λαμβάνουμε στην εκκλησία οι Χριστιανοί]. Κι όποιος ξεχνά την ευεργεσία του δεν μπορεί να θεωρείται ευγενής άνθρωπος). Απεναντίας, όπως έλεγαν πάλι οι αρχαίοι μας, «πονηρός ἐστι πᾶς ἀχάριστος  ἄνθρωπος».

Σήμερα, που ο πολυσήμαντος Έλληνας Σαράντος Καργάκος δεν βρίσκεται ανάμεσά μας, όλοι μας, όλοι οι Έλληνες οφείλουμε: να τον ευχαριστήσουμε νοερά, για ό, τι έπραξε για μας και την πατρίδα και να προσευχηθούμε για την ανάπαυση της ψυχής του. Ακολούθως καθίσταται αναγκαίον να διατυπωθεί έντιμος βουλητικός λόγος που να διατρανώνει την ανέκκλητη υπόσχεσή μας, να τηρήσουμε ως ιερά παρακαταθήκη τις διδαχές και παραινέσεις του, οι οποίες όχι μόνο φωτίζουν, παραδειγματίζουν και ποδηγετούν, αλλά βρίσκουν -και αυτό είναι το σπουδαιότερο- πρόσφορες προϋποθέσεις καρποφορίας στις συνειδήσεις μας για το θέριεμα εννοιών ως: Αγάπη προς την πατρίδα, αρετή και τόλμη, ισονομία και δικαιοσύνη, ομόνοια και ομοψυχία, παιδεία και πολιτισμός. Παράλληλα, παρωθούν τους συμπατριώτες μας να ξανανιώσουν και πάλιν ως συνέλληνες. Να συνεργασθούν δηλονότι και να πολιτευθούν εν αγαστή συμπνοία, κόντρα στον καταναλωτικό μηδενισμό, τα ποικίλα συμφέροντα, τις ύποπτες συνεργασίες-συναλλαγές, τις αποπροσανατολιστικές (φανατικές) ιδεολογίες-ιδεοληψίες πού κατακερματίζουν-θρυμματίζουν την προσωπικότητα των λαών και προσβάλλουν το κύρος της Ιστορίας τους.

ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi9AYAjQboFh1_5M3bFMvoiwdv6qY5bDyiuBuwvPV3Yjtp1ZG3BAXNnY5CWdpxeWu7FvNRIyWEpe_RHBqBZHx93XDCYKW4LJe3j_4jgmwduvaKGVqaTsCSNu7bWjJSewd6rxVoBPh5kloo/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters