Στίς 14 Μαρτίου 1821, ο μεζιλτζής (ταχυδρόμος) Νικόλαος Χριστοδούλου ή Σολιώτης καί ο Αναγνώστης Κορδής έστησαν χωσιά (ενέδρα) στή θέση Πόρτες κοντά στό χωριό Αγρίδι τής Αχαΐας καί σκότωσαν τρείς γυφτοχαρατζήδες καί τρείς γραμματοφόρους τού καϊμακάμη τής Τριπολιτσάς Σελήχ, πού πήγαιναν στόν Χουρσίτ πασσά στά Ιωάννινα. Ο σπόρος πού είχε ρίξει ο Παπαφλέσσας στήν ψυχή τού Σολιώτη βλάστησε. Θεωρείται τό πρώτο κτύπημα τής επανάστασης καί έλαβε χώρα στήν επαρχία Καλαβρύτων. Βεβαίως σέ εκείνη τήν περίοδο έγιναν απανωτά κτυπήματα κατά τών Τούρκων καί υπάρχουν πολλές ενστάσεις γιά τόν χρόνο καί τόν τόπο πού οι Ρωμιοί έρριξαν τό πρώτο βόλι.
Δύο ημέρες αργότερα ο Ασημάκης Ζαΐμης έδωσε εντολή στόν Χονδρογιάννη νά επιτεθή στόν Σεϊδή Χαμουτζά Λαλιώτη καί τόν τραπεζίτη Ταμπακόπουλο οι οποίοι μετέφεραν χρήματα Τούρκων αγάδων. Πράγματι ο Χονδρογιάννης από τό Μάζι, ο Λαμπρούλιας από τόν Μποτιά, ο Ντόλκας από τό Κάνι καί ο Δημόπουλος επίσης από τό Μάζι έστησαν ενέδρα στήν θέση Χελωνοσπηλιά, κοντά στήν Κλειτορία Καλαβρύτων. Τόσο ο Σεϊδής όσο καί ο Βυτιναίος τοκογλύφος διέφυγαν στά δάση τού Φενεού, αλλά οι πρώτες επαναστατικές πράξεις έλαβαν χώρα. Τό ποτάμι δέν γυρνούσε πίσω.
Άλλες επιθέσεις πού πραγματοποιήθηκαν ήταν στό Λιβάρτζι όπου κατ' εντολή τού Ασημάκη Φωτήλα σκοτώθηκαν δύο Τούρκοι σπαχήδες οι Τσιπουγλαίοι, στό Βερσοβά Χασιών όπου ο Νικόλαος Σολιώτης κτύπησε Αλβανούς ενόπλους καί στήν Ακράτα όπου οι Πετμεζαίοι πυροβόλησαν απόσπασμα 18 Τούρκων πού κατευθύνονταν από τά Σάλωνα (Άμφισσα) στήν Τριπολιτσά.
Στίς 21 Μαρτίου 1821 ο Γεωργάκης Ντρίτζας σκότωσε στά Βλάχικα τής Καρύταινας τέσσερεις Τούρκους, ενώ ο Γεώργιος Δανόπουλος σκότωσε στή θέση Δερβενάκια τόν τάταρη τής Κορίνθου πού πήγαινε στό Άργος. Στά Λαγκάδια κήρυξαν τήν επανάσταση οι Δεληγιανναίοι, παρότι ο αδελφός τους Θεοδωράκης βρισκόταν όμηρος τού καϊμακάμη τής Τριπολιτσάς, ενώ οι αδελφοί Κολιόπουλοι (Γεώργιος καί Δημήτριος Πλαπούτας) κάλεσαν τούς κατοίκους τής Καρύταινας στά όπλα καί επιτέθηκαν εναντίον τών Λαλαίων (Τούρκων από τό Λάλα) στό χωριό Μπέτσι.

Τό πιό σοβαρό όμως επεισόδιο ήταν η επίθεση εναντίον ανθρώπων τού Τούρκου βοεβόδα (διοικητή) τών Καλαβρύτων Ιμπραήμ πασά Αρναούτογλου, πού είχε ξεκινήσει στίς 20 Μαρτίου 1821 γιά τήν Τριπολιτσά. Προπορευόταν ο αράπης δούλος του καί ο καφετζής (υπεύθυνος για τήν παραμονή) μέ εντολή νά ετοιμάσουν τό τσιφλίκι του στό Δάρα όπου θά διανυκτέρευε ο αφέντης τους. Στή θέση Παλιόπυργος οι Πετμεζαίοι καί οι Μαζαίοι σκότωσαν τούς υπηρέτες τού πασά, ο οποίος μόλις τό πληροφορήθηκε έσπευσε νά κλεισθή μαζί μέ τούς Τούρκους κατοίκους τής περιοχής στούς τρείς οχυρούς πύργους τών Καλαβρύτων.
«Εις τά Καλάβρυτα, κατά τήν 21ην Μαρτίου συνεκεντρώθησαν εις τήν Μονήν τής Αγίας Λαύρας ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, ο Νικόλαος Σολιώτης, ο Ιωάννης Παπαδόπουλος (Μουρτογιάννης) καί οι Βασίλειος καί Νικόλαος Πετμεζαίοι καί παραλαβόντες ένα ασήμαντο κανόνι τού μοναστηριού καί μέ σημαίαν τήν χρυσοκέντητον εικόνα τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου, (Λάβαρο τής επανάστασης) πού υπήρχεν εις τήν Ωραίαν Πύλην τού ναού, ώρμησαν κατά τών Καλαβρύτων. Η πολιορκία δέν κράτησε πολύ. Ο Αρναούτογλου μέ τούς άλλους Τούρκους ηναγκάσθησαν νά παραδοθούν.»
Διονύσιος Κόκκινος - Ελληνική Επανάστασις
Στήν επαρχία τής Κορίνθου, οι οικογένειες τών προκρίτων Νοταράδων (καταγόμενοι από τόν πρωθυπουργό τού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου Λουκά Νοταρά) διατηρούσαν στενές σχέσεις μέ τόν διοικητή τής πόλης Χουσεΐν Κιαμήλμπεη καί αντιδρούσαν σφόδρα στήν ιδέα τής επαναστάσεως. Κατέφθασαν τότε στήν Κορινθία Καλαβρυτινοί καί Δερβενοχωρίτες υπό τόν Γιάννη Χατζή καί ξεκίνησαν τήν πολιορκία τών Τούρκων πού είχαν κλειστεί στό κάστρο τής Ακροκορίνθου. Ομοίως καί οι Τούρκοι τής Αργοναυπλίας δέχτηκαν επίθεση καί κλείστηκαν στά κάστρα τού Άργους καί τού Ναυπλίου, ενώ στίς 25 Μαρτίου 1821 ιδρύθηκε στρατόπεδο στά Βέρβαινα Κυνουρίας από τούς Αναγνώστη Κονδάκη, τόν επίσκοπο Βρεσθένης Θεοδώρητο, τόν Παναγιώτη Γιατράκο από τόν Μυστρά καί τόν Νικόλαο Δεληγιάννη.
Τέλη Μαρτίου καί ολόκληρος ο Μωριάς φλεγόταν. Στίς 26 Μαρτίου ο Γεώργιος Σισίνης κήρυξε τήν επανάσταση στήν Γαστούνη, ο Χαράλαμπος Βιλαέτης στόν Πύργο Ηλείας, καί μετά από κοινού πολιόρκησαν τούς Τούρκους πού είχαν κλειστεί στό κάστρο Χλεμούτσι τής Γλαρέντζας (σημερινή Κυλλήνη). Ακολούθησαν Μεθώνη, Κορώνη, Τριφυλία. Παντού οι πρώην σκλάβοι έτρεχαν ελεύθεροι καί οι πρώην δεσμοφύλακες κλείνονταν στά κάστρα. Ο ξεσηκωμός τών σκλάβων συνοδεύτηκε από σφαγές πολλών Τούρκων καί από αποτρόπαια εγκλήματα, τά οποία μπορούν νά παραλληλιστούν μέ τόν ξεσηκωμό τών Γάλλων χωρικών καί τήν σφαγή χωρίς διάκριση όλων τών ευγενών μέ τίς περίφημες καρμανιόλες.
Στίς αναφορές τους οι Άγγλοι ιστορικοί αναφέρονται συχνά σέ σφαγές μουσουλμάνων από Έλληνες, ενώ τό βασικό τους μέλημα είναι νά δικαιολογήσουν τίς πολιτικές πράξεις τής κυβέρνησής τους καί τίς ενέργειες τού τουρκόφιλου προξένου τους στήν Πάτρα (Philip James Green). Οι "πολιτισμένοι" Ευρωπαίοι θέλουν νά δείχνουν ότι είναι αντικειμενικοί καί τέλειοι στήν ιστορική τους παρουσίαση. Έτσι ο Φίνλεϊ θεωρεί τούς κλέφτες "sheep stealers and brigands". Γιά τόν Ζαχαριά καί τόν Κολοκοτρώνη αναφέρει ότι "they lived at the expense of the poor Christian peasants and they rarely ventured to plunder a rich aga". Επίσης τονίζει ότι οι Τούρκοι τών Καλαβρύτων σφαγιάστηκαν από τούς Έλληνες, ενώ δικαιολογεί τόν καϊμακάμη τής Τριπολιτσάς ότι έριξε όλους τούς πρόκριτους σέ ένα ελεεινό μπουντρούμι γιά νά τούς σώσει από τόν όχλο!
Διαβάζοντας τόν Βρετανό συγγραφέα νομίζει κανείς ότι οι Έλληνες ήταν οι κατακτητές καί οι Τούρκοι σκλάβοι στόν τόπο τους, ενώ υποβαθμίζει τήν μεταχείριση τών Χριστιανών από τούς Τούρκους. Στό βιβλίο του (History of the Greek revolution) μιλάει μόνο γιά σφαγές μουσουλμάνων από Ελληνες, ενώ όπου απλώς σκότωναν (καί όχι έσφαζαν) οι Τούρκοι τό έκαναν έξ ανάγκης. Γιά τόν Μαχμούτ Β' γράφει: "his conduct was guided by political principles, which were considered prudent at Constantinople.", δηλαδή η διαγωγή τού σουλτάνου θεωρείται συνετή, αφού ότι έκανε τό έκανε γιά νά προστατεύσει τούς αθώους Τούρκους!
Ο Εγγλέζος τονίζει ότι δέν ήταν Έλληνες όσοι έκαναν τήν επανάσταση αλλά Αλβανοί, Βλάχοι έ άντε καί Έλληνες, αλλά δέν μάς διαβάζει καί καμμία προκήρυξη πού νά έγινε στήν αλβανική ή βλαχική γλώσσα. Ο George Finlay καί όλοι οι Βρετανοί υποστηρίζουν τούς Οθωμανούς διότι διέπραξαν τά ίδια εγκλήματα. Κατέλαβαν εδάφη άλλων λαών καί τούς εξόντωσαν μέχρι ενός. Καί άν δέν υπήρχε η βρετανική αυτοκρατορία η οποία ουδέποτε επιθυμούσε τή Ρωσία νά αποκτήσει πρόσβαση στή Μεσόγειο, οι τσάροι θά είχαν σβήσει τήν οθωμανική αυτοκρατορία από τόν χάρτη καί η Κωνσταντινούπολη θά ήταν καί πάλι χριστιανική.
Ο David Brewer παραβλέπει τίς σφαγές καί τούς ανασκολοπισμούς τών Ελλήνων στήν Πάτρα από τόν κυβερνητικό στρατό, ο οποίος όφειλε νά κυνηγήσει καί νά τιμωρήσει μόνο τούς επαναστάτες καί ρίχνει όλο τό βάρος τής συγγραφής του στήν δημιουργία μίας καλής εικόνας γιά τόν Άγγλο πρόξενο Γκρήν, ο οποίος ήταν ο βασικός πληροφοριοδότης τών Οθωμανών.
Οι κύριοι τής Ευρώπης θεωρούν λεπτομέρεια τό γεγονός ότι οι Τούρκοι εισέβαλλαν καί κατέκτησαν τά εδάφη μας, εξόντωσαν εκατομμύρια Χριστιανών, μάς κρατούσαν σέ ελεεινή κατάσταση γιά αιώνες, μάς μαγάρισαν τούς ναούς μας καί τίς γυναίκες μας. Οι κύριοι τής Ευρώπης παραβλέπουν τήν πληθώρα βασανιστηρίων, τίς καταναγκαστικές εργασίες, τήν φτώχεια, τό παιδομάζωμα, τά σκλαβοπάζαρα, τόν τρόμο πού επικρατούσε καί ότι κάποτε οι Ρωμιοί όφειλαν νά εκδικηθούν γιά όλα αυτά πού τράβηξαν.
Οι ίδιοι πολιτισμένοι Ευρωπαίοι τά προηγούμενα χρόνια είχαν διαπράξει γενοκτονία στήν Αμερική καί τήν Αυστραλία, αλλά αυτό δέν τό αναφέρουν πουθενά στά βιβλία τους. Τό 1770 θά παρακολουθούσαν απαθείς τίς σφαγές τών Χριστιανών τής Πελοποννήσου μέ τά ορλωφικά, τόν Απρίλιο τού 1821 θά παρακολουθούσαν τίς σφαγές στήν Κωνσταντινούπολη, όπου οι πρέσβεις τους είχαν εντολή νά μήν παράξουν καμμία βοήθεια στούς Χριστιανούς. Οι Βρετανοί τραπεζίτες θά μάς δάνειζαν μέ ληστρικά δάνεια εκμεταλλευόμενοι τήν αγωνία μας γιά επιβίωση, ενώ έναν αιώνα αργότερα ο στόλος τής Δύσης θά παρακολουθούσε μέ κινηματογραφικές κάμερες τίς σφαγές στή Σμύρνη.
Γι' αυτό τό λόγο δίνω βάρος στά απομνημονεύματα τών Ρωμιών πού έζησαν τόν τουρκική βαρβαρότητα. Όλοι οι πρωταγωνιστές τού αγώνα είχαν θύματα στήν οικογένειά τους από τόν κατακτητή καί θεώρησαν τήν επανάσταση ως απόδοση δικαιοσύνης. Η οικογένεια τού Κολοκοτρώνη, τού Τζαβέλα καί τού Μπότσαρη είχε ξεκληριστεί, τού Νικηταρά ο αδελφός καί ο πατέρας είχαν σκοτωθεί από τούς Τούρκους, ο πατέρας τής Μπουμπουλίνας σάπισε στό Γεντί Κουλέ, τού Δεληγιάννη τόν έσφαξαν στό κρεβάτι τού σπιτιού, τού Λόντου καρατομήθηκε, τού Ζαΐμη στραγγαλίστηκε. Προτείνω τίς μαρτυρίες όσων τούς έσκιαζε η φοβέρα καί τούς πλάκωνε η σκλαβιά.

«Τούς δεσποτάδες, τούς προεστούς, τούς σωματοφύλακες καί τούς δούλους τούς κατέβασαν, στίς 17 τού Απρίλη στό μπουντρούμι τού διοικητηρίου. Ο Φιλήμονας πού τό είδε μάς τό περιγράφει μέ τούτο εδώ τόν τρόπο:
"υπόγειον ή ισόγειον, πανταχόθεν τετειχισμένον, ουδέποτε δεχόμενον νέον αέρα, αμυδρώς φωτιζόμενον δι 'υψηλού τινος θυριδίου σιδηρού, αδιαίρετον, άνευ δαπέδου, μικράς χωρητικότητος, αείποτε υγρόν, πάντοτε ακαθάριστον, βαρέως δυσώδες, πλήθος εντόμων καί ζωϊδίων, αυτόχρημα τόπος κολάσεως".
Άμα τούς μπάσανε σ' αυτό βάλανε στόν καθένα μιά σιδερένια λαιμαριά κι έπειτα πέρασαν μέσα απ' αυτή, δένοντας έτσι δεκαοκτώ μαζί, χοντρή αλυσίδα ωσάν τό μπράτσο ενός άντρα, πού ζύγιζε 270 οκάδες. Γιά τίς φυσικές τους ανάγκες είχανε κουβάδες, τίς περίφημες βούτες, πού επέζησαν καί στά δικά μας κρατητήρια. Έτσι, όποιος ήθελε νά πάει ώς αυτές ν' ανακουφιστεί, έπρεπε "νά κινηθώσι συγχρόνως καί οι έτεροι δεκαεπτά θέλοντες καί μή θέλοντες, τής αλύσεως συμπαρασυρομένης, εάν δέ τις ησθένει ακίνητος μένων, ηναγκάζοντο καί οι έτεροι, ίνα μένωσιν ακίνητοι ή συμπαρασύρωσιν εκάστοτε τόν ασθενούντα".
Όπως πάγαιναν νά σκάσουν από τό στρίμωγμα, τήν ανάσα τόσων ανθρώπων καί τίς ακαθαρσίες τους, ικέτεψαν νά τούς αραιώσουν. Καί πραγματικά οι Τούρκοι τούς κάνανε τό χατήρι, πήραν τούς σωματοφύλακές τους, τούς έβγαλαν στήν αυλή καί τούς έκοψαν.»
Δημήτρης Φωτιάδης - Επανάσταση τού 21
«Οι όμηροι μεταφέρθηκαν εις τό κάτω μέρος τού σεραγίου, εις δεινοτάτην καί φρικτοτάτην ειρκτήν τών καταδίκων. Αύτη δέ η ειρκτή περιωρισμένη εις έν δωμάτιον έκειτο υπό τό σεράγιον επί τού εδάφους, αριστερώθεν τού εισερχομένου δια τής τού σεραγίου πύλης.
Δέθηκαν όλοι εις τό φοβερόν κούτσουρον, εις τάς οπάς τού οποίου εισήρχοντο οι πόδες τών βασανιζομένων. Εισελθόντες δέ εις ταύτην τήν φυλακήν συνέδεσαν διά μακράς αλύσεως τούς αρχιερείς καί προύχοντας τήν εσπέραν εκείνην.
Ελθών δέ καί ο Μεραγαρζίκος Τούρκος Λαγκαδινός, κατά τόν αυτόν μήνα έμπροσθεν τής φυλακής καί θεωρήσας από τό παράθυρον τούς ένδον φυλακισμένους είπεν:
"- Τί κάμνετε;
- Τί νά κάμωμεν; εδώ μέσα είμεθα άρρωστοι καί δυστυχισμένοι.
- Αμή ο Παπαλέξης τί κάνει;
- Εδώ μέσα ειν' άρρωστος.
- Έτσι τόχουν οι ψηλοί γκρεμίζοντ' ογλίγωρα..."
Ο Μήτρος Ροδόπουλος ένεκα τού φόβου ηρνήθη τήν πατρώαν ημών θρησκείαν καί απέφυγε τά δεινά τής φυλακής, ενώ ο καϊμακάμης παρέλαβε υπό τήν προστασία του τόν Αναστάση Μαυρομιχάλη καί τόν Ανδρέα Καλαμογδάρτη καί ο Κιαμήλμπεης τόν Κορίνθου Κύριλλο καί τόν Σωτηράκη Νοταρά, οι οποίοι δέν φυλακίστηκαν, αλλά παρέμειναν στό σεράγι καθ' όλη τή διάρκεια τής πολιορκίας.
Ώστε ουδέ τούς πόδας ηδύναντο νά εκτείνωσιν, αλλά νυχθημερόν καθήμενοι διελέγοντο, καί ούτως εκοιμώντο επί πέντε ολοκλήρους μήνας, μή δυνάμενοι νά ανακληθώσι. Αέναος ιδρώς έρρεε ποταμιδόν εκ τών σωμάτων αυτών, εξ ου τά ενδύματα αυτών εσάπησαν.
Εκτελέστηκαν δεκαοκτώ υπηρέτες καί σωματοφύλακες τών αιχμαλώτων αφού έρριψαν επάνω τους επτακοσίας βολάς τηλεβόλων, απέτεμαν τάς κεφαλάς, εκτός ενός νέου, ο οποίος δείλιασε, εξώμοσε καί αφέθηκε ελεύθερος.
Απεβίωσε δέ τότε ο Μονεμβασίας Χρύσανθος διά τε τήν κακοπάθειαν καί δι' ατροφίαν. Ολίγων δέ ημερών παρελθουσών, απέθανεν ωσαύτως καί ο ιεροδιάκονος τού Χριστιανουπόλεως. Εν μία ημέρα απεβίωσαν ο Ναυπλίου Γρηγόριος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ο Δημητσάνης Φιλόθεος, ο Παπαλέξης, ο Αναγνώστης Κωστόπουλος από Μηλιάκικα. Ο δέ Θεόδωρος Δεληγιάννης εψυχορράγει κρατούμενος υπό τού Ιωσήφ Ζαφειροπούλου.»
Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, Οι αρχιερείς καί οι προύχοντες εντός τής εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821
«Αγαπητοί μας γέροντες τών χωρίων Κατζάναις καί λοιποί σας χαιρετώ. Εις τό αυτόθι εδιωρίσθη μέ γνώμην καί απόφασιν εδικήν μας ο καπετάν Κωνσταντής Πετιμεζάς δια νά έλθη νά συνάξη ανθρώπους, όσοι λοιπόν είσθε ικανοί καί μέ άρματα όλοι θέλει ακολουθήσετε κοντά του προσέχοντες διά νά μή κάμνετε στραπάτζον καί αταξίαν καί χωρίς τήν γνώμην τού καπετάν Κωνσταντή νά μήν επιχειρίζεσθε τό παραμικρόν.»
Ο προεστός Σωτήρης Χαραλάμπης καλεί στά όπλα τούς Καλαβρυτινούς, 20 Μαρτίου 1821, Ζαρούχλα
«Οι προύχοντες καί οι αρχιερείς εκοιμήθησαν εκεί εις τό μοναστήρι, καί ήσαν φοβισμένοι καί απηλπισμένοι. Τότε ο Ασημάκης Φωτήλας είπε τά εξής:
"Ό,τι εδυνήθημεν εκάμαμεν μέχρι τούδε καί αρκετά μακρύναμεν τόν καιρόν, αλλ' εις τό εξής οι Τούρκοι δέν μάς πιστεύουν, όσον καί αν προσπαθήσουμε νά τούς γελάσωμεν, ώστε όπως έφθασαν τά πράγματα αυτοί θά κόψουν τά κεφάλια μας, καί όχι μόνο τά ιδικά μας, αλλά καί όλων τών Χριστιανών, καί Κύριος οίδεν, άν δέν στείλουν τίς γυναίκες καί τά παιδιά μας εις τήν Ανατολήν. Αλλ' η γνώμη μου είναι νά πιάσωμεν τά όπλα καί ο Θεός νά μάς βοηθήση, καί ό,τι γίνει ας γίνη."
Οι λόγοι αυτοί τού Φωτήλα υπήρξαν η υστερινή των απόφασις».
Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθόπουλος)
«Ce sont les kleftis, si renommes avant et depuis la guerre de l' independance, hommes mis hors la loi par les Turcs. Sans cesse les armes a la main, vivant de peu et jouissant d' une rude liberte, ils harcelaient continuellement les tyrans (οι κλέφτες μέ τό όπλο στό χέρι χαίρονταν τήν ελευθερία καί κτυπούσαν τούς τυράννους) de la Grece. Les kleftis, pareils aux compagnons des Hercule et des Thesee, se montrerent souvent les redresseurs des torts et les protecteurs de la faiblesse (παρόμοιοι μέ τόν Ηρακλή καί τόν Θησέα ήταν οι προστάτες τών αδυνάτων). Telle etait la deplorable ressource du courage offense par une tyrannie barbare.
C' est par ces intrepides kleftis que l' usage des armes fut conserve en Grece. Leur existence etait une protestation vivante (η ύπαρξή τους αποτελούσε έντονη διαμαρτυρία) contre une domination abhorree (ενάντια σέ μία μισητή κυριαρχία). Les noms de Ζαχαριάς, Μπουκουβάλας, Κατσαντώνης, et de plusieurs autres, sont graves dans la memoire se tous les Grecs.».
Francois Maxim Raybaud - Memoires sur la Grece, Paris 1824, γιά τούς κλέφτες πού ήταν οι προστάτες τών αδυνάτων καί οι τιμωροί τών τυράννων
ΚΑΛΑΜΑΤΑ
Στό λιμανάκι τού Αρμυρού τής Μάνης άραξε, στά μέσα Μαρτίου 1821, τό καράβι τού Μέξη πού είχε ναυλώσει ο Παπαφλέσσας όταν βρισκόταν στό Αϊβαλί.
Τό καράβι μετέφερε μπαρουτόβολα καί τά παρέλαβαν ο Νικηταράς καί ο Νικήτας Δικαίος,
αδελφός τού Παπαφλέσσα.
Στή συνέχεια ανέλαβαν τή μεταφορά καί τήν παράδοση τού φορτίου στόν
Αρχιμανδρίτη πού βρισκόταν στό μοναστήρι τού προφήτη Ηλία στήν Πόλιανη.
«Καθώς πέρναγε η συνοδεία έξω από τήν Καλαμάτα,
στάθηκε σέ κάποιο πηγάδι γιά νά ποτίσουν τά φορτωμένα ζωντανά. Ξεφεύγει
απ' αυτά
ένα βαρελάκι καί πέφτοντας σπάζει καί χύνεται τό μπαρούτι. Σέ λίγο
φτάνει στό πηγάδι ο σεΐζης (σταβλίτης) τού Σουλεϊμάν αγά, βοεβόδα τής
Καλαμάτας, νά ποτίσει
τό άτι τού αφεντικού του. Βλέπει τό μπαρούτι, τρέχει στόν αγά καί τού
φανερώνει τί είδε. Ο βοεβόδας προστάζει νά τού φέρουν τούς προύχοντες
τών ραγιάδων.
- Τί είναι τούτα, μπρέ ραγιάδες;
- Αγωγιάτες καί ραγιάδες είναι αγά μου καί κουβαλάνε λάδι.
- Αμή γιατί είναι αρματωμένοι;
- Φοβούνται τούς κλέφτες, αγά μου.
- Πρώτη φορά ακούω πώς έχει κλέφτες στόν καζά μου. Ίσαμε πόσοι νά ΄ναι;
- Λένε πώς είναι χιλιάδες. Αγά μου ένα απομένει. Στείλε μήνυμα στούς Μανιάτες νά μάς γλυτώσουν από δαύτους.»
Επανάσταση τού 21, Δημήτρη Φωτιάδη
Καί ο Αρναούτογλου προσκάλεσε τούς επαναστάτες νά έρθουν στήν Καλαμάτα γιά νά τόν προστατέψουν!
Πράγματι ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης έστειλε τόν γιό του
Ηλία Μαυρομιχάλη, στίς 19 Μαρτίου, μέ 150 Μανιάτες οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σέ σπίτια Χριστιανών.
Ο Ηλίας έγραψε στόν πατέρα του νά ειδοποιήσει όλα
τά καπετανάτα νά πλακώσουν στήν Καλαμάτα γιά νά πάρουν τήν πόλη.
Πράγματι στίς 23 Μαρτίου 1821 μπήκαν στήν πόλη ελευθερωτές πλέον οι Μαυρομιχάληδες,
οι Μούρτζινοι (Τρουπάκηδες), οι Κουμουνδουράκηδες, οι Γρηγοράκηδες,
οι Καπετανάκηδες, οι Χρηστέοι, ο Παναγιώτης Βενετσάνος, ο Κεφάλας, ο
Παπαφλέσσας, ο Κυβέλος, ο Κουτράκος, ο Πατριαρχέας, ο Μητροπέτροβας,
ο Αναγνώστης Παπαγεωργίου (Αναγνωσταράς), ο Νικήτας Σταματελόπουλος
(Νικηταράς) καί μαζί μέ αυτούς, όπως γράφει ο Κόκκινος
"συνεβάδιζε κρατών μακράν ράβδον καί χωρίς όπλον καί φέρων τό ερυθρόν ένδυμα
τού αξιωματικού τών επτανησιακών ταγμάτων ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ωσάν αλλόκοτος οδοιπόρος μεταξύ τών ενόπλων."
Ο Αρναούτογλου είχε πέσει στήν παγίδα καί παραδόθηκε αμέσως. Στίς 23 Μαρτίου 1821 μπροστά στόν βυζαντινό ναό τών Αγίων Αποστόλων,
24 ιερείς
ευλόγησαν, κατά τή διάρκεια πανηγυρικής δοξολογίας καί μέσα σέ
ατμόσφαιρα ξέφρενης χαράς καί ενθουσιασμού, τίς ελληνικές σημαίες.
Βέβαια, στήν Τσίμοβα (Αερόπολη) είχε προηγηθεί άλλη δοξολογία, μπροστά
στόν Ιερό Ναό τών Ταξιαρχών,
όπου οι αεί ελεύθεροι Μανιάτες, στίς 17 Μαρτίου τού 1821,
είχαν υψώσει τό λάβαρο τού Αγώνα, δηλαδή τή μανιάτικη σημαία.
Η σημαία ήταν λευκή, μέ μπλε σταυρό στή μέση. Στήν πάνω πλευρά έγραφε
«Νίκη ή Θάνατος» καί στήν κάτω τό ένδοξο «Τάν ή Επί Τάς».
Από εδώ καί πέρα θά ξεχωρίσει η κορυφαία μορφή τού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος είχε φθάσει
από τήν Ζάκυνθο στήν Μάνη, στίς6 Ιανουαρίου 1821 καί κρυβόταν στόν πύργο τού φίλου του καπετάν Παναγιώτη Μούρτζινου στήν
Καρδαμύλη. Μετά τήν απελευθέρωση τής Καλαμάτας, ο
"Γέρος τού Μωριά"
πήρε 300 Μανιάτες από τόν Μούρτζινο καί τόν Μαυρομιχάλη
καί κίνησε γιά τό εσωτερικό τής Πελοποννήσου.
Μπροστά, βάδιζε ένας θεόρατος καλόγερος ο παπά Τούρτας κρατώντας ψηλά έναν μεγάλο σταυρό.
«Εις τάς 23 Μαρτίου 1821
επιάσαμε τούς Τούρκους εις τήν Καλαμάτα, τόν Αρναούτογλην, σημαντικόν Τούρκον τής Τριπολιτζάς.
Είμεθα 2000 Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, ο Μούρτζινος, ο Κυβέλος, Δυτική Σπάρτη.
Εκατό ήτον οι Τούρκοι μεινεμένοι, ως 10000 η φήμη τους μεγάλη,
(διέδιδαν ότι ήταν 10000 Τούρκοι). Η Ανατολική
Σπάρτη εκινήθη τήν ίδιαν ώραν. Ο Τζανετάκης μέ τήν Κακαβουλιά (Μέση Μάνη) εκινήθη διά τόν Μυστρά. Οι Τούρκοι τής Μπαρδούνιας καί Μυστρά
υπάγουν, τραβιούνται εις τήν Τριπολιτζά. Οι Τούρκοι είχαν βάλει υποψία,
επροσκάλεσαν τούς προεστούς καί δεσποτάδες, καί αυτοί επήγαν
(κράτησαν ομήρους τούς προεστούς). Ήτον έμβα τού Μαρτίου. Δέν τούς εσκότωσαν.
Είπα νά πάμε εις τήν παλαιάν Αρκαδία, εις τό κέντρο, διά νά βοηθούμε
τούς άλλους. Τότενες τούς είπα: "Εάν μού δώσετε βοήθεια από τούτο τό
στράτευμα,
καλώς, ειμή αναχωρώ νά υπάγω εις τό κέντρο". Είχα λάβει γράμμα από τόν Κανέλλο (Δεληγιάννη),
μ' επροσκαλούσε, ότι είχε 10000 άρματα, καί νά έμβω
επί κεφαλής. Τού Μούρτζινου αρρώστησε τό παιδί του, ο Διονύσιος, καί
έτζι δέν εκίνησαν όλοι οι Μανιάται.
Έλαβα 200 από αυτόν (Μούρτζινο) καί 70 από τόν Μπέη (Πετρόμπεη
Μαυρομιχάλη) μέ τόν καπετάν Βοϊδή καί μέ 30 εδικούς μου εγενήκαμε 300
καί έκοψα ευθύς δύο
σημαίες μέ σταυρό καί εκίνησα. (Ξεκίνησε μέ 300 Μανιάτες γιά τό
εσωτερικό τής Πελοποννήσου).
Οι Ανδρουσιάνοι Τούρκοι, (Ανδρούσα Μεσσηνίας) 260 άνδρες, μανθάνοντας ότι
είμεθα ασκέρι (στρατός) φεύγουν, πάνε στά κάστρα τής Μεσσηνίας.
Κινώντας εγώ, είχαν μίαν προθυμίαν οι Έλληνες, όπου όλοι μέ τάς εικόνας έκαναν δέηση καί ευχαριστήσεις.
Μού ήρχετο τότε νά κλαύσω από τήν προθυμίαν πού έβλεπα.»
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Διήγηση Συμβάντων τής Ελληνικής Φυλής
Στίς 25 Μαρτίου 1821 ένοπλοι από τό Ζυγοβίστι, τή Δημητσάνα καί τή Στεμνίτσα επιτέθηκαν κατά
τών Τούρκων τής Καρύταινας, οι οποίοι
μαζί μέ τόν διοικητή τους Μουσταφά Ριζιώτη κλείστηκαν στό κάστρο.
Ο Κολοκοτρώνης πού βρισκόταν στό Λεοντάρι, νοτίως τής Μεγαλουπόλεως,
έσπευσε νά βοηθήσει καί νά οργανώσει τήν πολιορκία τού κάστρου.
Στίς 29 Μαρτίου έφθασαν τούρκικες ενισχύσεις 1700 ανδρών από τό Φανάρι Ηλείας καί
ο Κολοκοτρώνης μέ τούς 300 Μανιάτες του κατάφερε νά τούς απωθήσει
μέ απώλειες έξι νεκρούς καί τραυματίες τόν Βοϊδή καί τόν Αθανάσιο Δουράκη. Όταν ήλθαν οι αδελφοί
Πλαπούτα (Γεωργάκης καί Δημήτρης) καί ο Ζανέτος Χριστόπουλος από τά νώτα τού
εχθρού, οι Τούρκοι στριμώχθηκαν σέ μία γέφυρα τού Αλφειού ποταμού (τού Κούκου) καί
προσπαθώντας νά διαβούν τό ποτάμι στή θέση
Χαλούλαγα, έπαθαν μεγάλη καταστροφή καί είχαν εκατοντάδες νεκρούς.
«Εκούναγα τό μπαϊράκι (σημαία) διά νά μέ γνωρίσουν τά Κολιόπουλα, είχε πιασθεί ο λαιμός
μου από τίς φωνές τής ημέρας.
(Ανέμιζε τή σημαία γιά νά τόν δούν οι αδελφοί Πλαπούτα καί νά τρέξουν νά τόν βοηθήσουν).
Οι Τούρκοι βγαίνουν εις βοήθεια από τό κάστρο, διώχνουν εκείνους πού ήτον στήν χώρα.
Κυνηγούμε τούς Τούρκους μέ τά γυναικόπαιδα, 500 ψυχές εχάθηκαν εις
τό ποτάμι τής Καρύταινας, μήν ημπορώντας ν' απεράσουν από τό γεφύρι, τό οποίον τό είχαμε πιασμένο.
Ημείς τούς πολιορκήσαμεν (τούς Τούρκους τής Καρύταινας). Μετά τό εσπέρας (βράδυ) έφθασε καί ο Ηλίας Μπεηζαντές (Ηλίας Μαυρομιχάλης, γιός τού Πετρόμπεη)
από τό Λεοντάρι. Στίς 28 ήλθε καί ο Κανέλλος (Δεληγιάννης) μέ 200 Καρυτινούς.
Ο Αναγνωσταράς καί ο Παπαφλέσσας ήρθαν εις τήν Καρύταινα μέ 1000.
Σέ δύο ημέρες εγινήκαμε 6000. Οι Τούρκοι όπου ήτον κλεισμένοι, άφησαν τά ζώα τους έξω,
τά πήραν οι Έλληνες. Δέν είχαν νερό, τροφάς.
Τόν Νικηταρά, τόν είχα σταλμένον μέ εκατό νομάτους
εις τό Φραγκόβρυσο, εις τήν Τριπολιτζά, δύο ώρες απέξω.
(Κάτω από τό κάστρο τής Καρύταινας ήταν συγκεντρωμένοι 6000 άνδρες, αλλά μέ υποτυπώδη
οπλισμό, χωρίς πολεμοφόδια καί απειροπόλεμοι. Οι οπλαρχηγοί
δέν άκουσαν τή γνώμη τού Κολοκοτρώνη νά τρέξουν νά πιάσουν τόν δρόμο από
τήν Τρίπολη γιά νά εμποδίσουν τίς ενισχύσεις τού εχθρού, διότι όλοι περίμεναν
νά πέσει τό κάστρο καί νά τό λαφυραγωγήσουν).
Εκείνες τές δύο ημέρες όπου εσυνάχθημεν, ο Μουσταφάγας ενδύνει δύο
Τούρκους ραγιάδικα (ελληνικά), τούς δίνει 500 γρόσια. Επήγαν εις τήν Τριπολιτζά διά νά έλθει
μεντάτι (βοήθεια)
καί νά τούς πληρώσει όλους όσοι έλθουν εις βοήθειάν τους.
Έξω βγαίνοντας οι πεζοδρόμοι δύο ώρες, τούς εκατάλαβαν άνθρωποι, πλήν δέν τούς έπιασαν.
(Οι κλεισμένοι στό κάστρο έντυσαν δύο Τούρκους σάν Έλληνες καί τούς έστειλαν μέ λεφτά
στήν Τρίπολη γιά νά φέρουν ενισχύσεις. Κατάφεραν νά περάσουν τόν
κλοιό καί έφεραν 2000 άνδρες οι οποίοι έφτασαν ανενόχλητοι στήν Καρύταινα, αφού
οι δρόμοι έμειναν τελικά αφύλακτοι).
Δίδοντας τό γράμμα ορδινιάσθηκαν 2000, καί ήλθαν βοήθειαν
τών Καρυτινών καί Φαναρίτων (Φανάρι χωριό τής Ολυμπίας).
Εγώ, σάν έμαθα τούς πεζοδρόμους, υποπτεύθηκα ότι, θά έρθει μεντάτι (βοήθεια).
Έκαμα ευθύς συνέλευσιν εις τό στράτευμα, Έδωκα γνώμη νά πάει ο Αναγνωσταράς μέ 2000
εις τού Σάλεσι, μακρά από τήν Τριπολιτζά 4 ώρες καί 4 από τήν Καρύταινα,
νά εμποδίσει τό μεντάτι άν κινήσει από Τριπολιτζά. Αυτός μού αποκρίθηκε:
"Δέν κάνει νά χαλάσομε τό ορδί (στρατόπεδο), όπου είμεθα συναγμένοι."»
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Οι Τούρκοι τής Τριπολιτσάς ξεκίνησαν γιά νά βοηθήσουν τούς ομοθρήσκους τους καί έφθασαν
ανενόχλητοι στό Σάλεσι (σημερινό Μακρύσι τής Μεγαλούπολης), τό οποίο έκαψαν καί
πλησίασαν σέ απόσταση βολή από τό στρατόπεδο τών Ελλήνων.
Εκεί όμως οι απειροπόλεμοι καί απείθαρχοι Ρωμιοί μόλις αντιλήφθηκαν τίς τουρκικές ενισχύσεις
δείλιασαν καί παράτησαν τά ταμπούρια τους. Καί μόνο η λέξη "Τούρκος" προκαλούσε
τρόμο στούς ραγιάδες. Οι μόνοι πού έμειναν νά πολεμήσουν ήταν
οι Μανιάτες τού Ηλία Μαυρομιχάλη (Μπεϊζαντέ)
πού βρίσκονταν στή γέφυρα τής Καρύταινας. Εν τώ μεταξύ όλοι οι οπλαρχηγοί
εγκατέλειψαν τό στρατόπεδο τραβώντας οι Πλαπουταίοι δυτικά γιά τή Λιοδώρα, ο
Κανέλλος Δεληγιάννης γιά τόν τόπο του τά Λαγκάδια καί ο Παπαφλέσσας γιά τήν Στεμνίτσα.
«Ο Αναγνωσταράς, Μπεηζαντές, Μπούρας πάνε στό
Λεοντάρι, έμεινα μόνος μου μέ τό άλογό μου εις τό Χρυσοβίτζι.
Γυρίζει ο Φλέσσας καί λέγει ενός παιδιού: «Μείνε μαζί του, μή τόν φάνε
τίποτες λύκοι».
Έκατζα έως πού εσκαπέτισαν μέ τά μπαϊράκια τους (σημαίες), απέ εκατέβηκα
κάτου, ήτον μιά εκκλησία εις τό δρόμο, καί τό καθησιό μου
ήτον όπου έκλαιγα τήν Ελλάς: Παναγία μου, βοήθησε καί τούτην τήν φορά τούς Έλληνας διά νά εμψυχωθούν!»
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
«Ο ανυπόφορος ζυγός τής οθωμανικής τυραννίας εις τό διάστημα
ενός καί επέκεινα αιώνος
κατήντησεν εις μίαν ακμήν, ώστε νά μή μείνη άλλο εις τούς δυστυχείς
Πελοποννησίους Γραικούς, ειμή μόνον η πνοή καί αυτή διά νά ωθή κυρίως
τούς εγκαρδίους των αναστεναγμούς εις αυτήν τήν αθλίαν κατάστασιν όντες,
υστερημένοι από
όλα τά δίκαιά μας, μέ μίαν γνώμην ομοφώνως απεφασίσαμεν νά λάβωμεν τά
άρματα, καί νά
ορμήσωμεν κατά τών τυράννων.
Πάσα πρός αλλήλους μας φατρία καί διχόνοια, ως καρποί τής τυραννίας, απερρίφθησαν εις τόν βυθόν
τής λήθης καί άπαντες πνέομεν πνοήν ελευθερίας,
αι χείρες μας αι δεδεμέναι μέχρι τού νύν από τάς σιδηράς αλύσσους τής βαρβαρικής τυραννίας
ελύθησαν ήδη, καί υψώθησαν μεγαλοψύχως πρός όλεθρον τής
βδελυράς τυραννίας καί έλαβον τά όπλα κατά τών τυράννων οι πόδες
οι περιπατούντες εν νυκτί καί ημέρα εις τάς ενηγγαρεύσεις τής ασπλαχνίας τρέχουν εις
απόκτησιν τών δικαιωμάτων μας, η κεφαλή μας η κλίνουσα τόν αυχένα υπό τόν ζυγόν,
τόν αποτείναξε, καί άλλο δέν φρονεί, ειμή τήν ελευθερίαν,
η γλώσσα μας η αδυνατούσα εις τό νά προφέρη λόγον εκτός τών ανωφελών παρακλήσεων
πρός εξιλέωσιν τής μανίας τών τυράννων, τώρα μεγαλοφώνως φωνάζει,
και κάμνει νά αντηχή ο αήρ τό γλυκύτατον όνομα τής ελευθερίας.
Εν ενί λόγω όλοι απεφασίσαμεν ή νά ελευθερωθώμεν ή νά αποθάνωμεν,
διό καί προσκαλούμεν τήν συνδρομήν καί βοήθειαν όλων τών εξευγενισμένων ευρωπαϊκών γενών,
ώστε νά δυνηθώμεν νά φθάσωμεν ταχυτέρως εις τόν ιερόν καί
δίκαιον σκοπόν μας, καί νά ανανεώσωμεν τό τεταλαιπωρημένον ελληνικόν γένος μας.
Πέτρος Μαυρομιχάλης ηγεμών καί αρχιστράτηγος καί η Μεσσηνιακή Γερουσία εν Καλαμάτα.»
Η προκήρυξις τής Μεσσηνιακής Γερουσίας, 23 Μαρτίου 1821
«Ορκίζομαι
εις τό όνομα τού Παντοδύναμου μας Θεού,
εις τό όνομα τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού καί τής Αγίας Τριάδος,
νά χύσω καί τήν υστέραν ρανίδα τού αίματός μου,
υπέρ πίστεως καί πατρίδος.»
Όρκος τών Μανιατών, 17 Μαρτίου 1821 (Τσίμοβα) Αερόπολη
«Ακούσαντες οι Μπαρδουνιώται Τούρκοι βρόντον κανονιών, καί έμφοβοι
ηρώτησαν τούς διαβαίνοντας τί εσήμαιναν οι κανονοβολισμοί. Αγωγιάται
τινες, ερχόμενοι εκ Μαραθωνησίου (Γύθειο), τοίς είπαν ότι ο Φραγκιάς
εκανονοβόλει. Φραγκιάς δ' ελέγετο ο διοικητής ενός τών εν τώ λιμάνι τού
Μαραθωνησίου
πλοίων, Μυκώνιος.
Οι Τούρκοι παρεξηγήσαντες τήν απόκρισιν τών αγωγιατών καί υποπτεύοντες
ερχομόν Φράγκων επίστευσαν ακούσαντες τό όνομα τού πλοιάρχου ότι ήλθε τώ
όντι
Φραγκιά εις υποστήριξιν τού ελληνικού αγώνος καί όλοι μικροί καί μεγάλοι
φωνάζοντες "Φραγκιά μάς επλάκωσε", εγκατέλειψαν οικίας καί περιουσίαν
καί έτρεχαν
εις Τριπολιτσά μή τούς προφθάσουν οι Φράγκοι καθ' οδόν.»
Τρικούπης Σπυρίδων, Ελληνική Επανάστασις
«Ο δέ Κανέλλος Δηληγιάννης, φεύγων καί αυτός εκ Καρυταίνης ως
καί οι λοιποί, μετέβη εις τήν πατρίδα του, τά Λαγκάδια, καί ηύρεν όλον
τό χωρίον έρημον καί
αυτή τήν οικογένεια φυγούσαν κατά τήν επαρχίαν τών Καλαβρύτων, έδραμε δέ
κατόπιν αυτής πεζός καί ανυπόδητος, τήν επρόφθασεν εις τό Σωποτόν καί
τήν συνώδευσεν
εις Μέγα Σπήλαιον. Εκεί μαθών, ότι οι επαρχιώται του απελπισθέντες
απεφάσισαν νά προσκυνήσωσιν, απέστειλεν εις πρόληψιν τού κακού τόν
αδελφόν του Δημητράκην
εις Λαγκάδια μεθ' όσων εδυνήθη νά συλλέξη στρατιωτών.
Φθάσας εκεί ούτος ηύρε τούς εντοπίους Τούρκους συνηθροισμένους όλους
αόπλους εν τή αγορά, διότι τήν ημέραν τής επαναστάσεως τοίς αφήρεσαν τά
όπλα
οι περί τόν Κανέλλον καί τούς επεδίκλωσαν αλλά δέν τούς εφυλάκισαν. Ο Δημητράκης καί οι σύν αυτώ περιεκύκλωσαν τούς εν τή αγορά Τούρκους, τούς ετουφέκισαν
καί τούς εφόνευσαν όλους, αναγκάζοντες τούς συνεπαρχιώτας των νά γένωσι καί αυτοί συμμέτοχοι τού φόνου, ώστε νά μήν τολμήσωσι πλέον καί προσκυνήσωσι
φοβούμενοι τήν αγανάκτησιν καί εκδίκησιν τών τουρκικών αρχών.»
Τρικούπης Σπυρίδων, γιά τήν σφαγή από τόν Δεληγιάννη όλων τών Λαγκαδινών Τούρκων
«Αλλά μετά τέσσαρας ημέρας αφ' ής επολιορκήθηκαν, εν ώ ώραν τήν ώραν ηλπίζετο νά παραδοθώσιν,
εξαίφνης φαίνεται καπνός είς τό χωρίον Σάλεσι (Μακρύσι Μεγαλόπολης) καί λέγεται ότι
ήρχοντο Τούρκοι. Από δέ τόν καπνόν ηδύναντο νά συμπεράνωσιν ότι οι Τούρκοι έκαιον τά χωρία τών
Χριστιανών. Μ' όλον τούτο απέρχεται ο Κολοκοτρώνης
αυτός νά παρατηρήση, έφερε δέ σημαίαν αναπεπταμένην, τήν
οποίαν έμελλε νά τειλίξη, εάν εγνώριζεν ότι ήσαν Τούρκοι καί τότε οι άλλοι ώφειλον νά ετοιμασθώσιν
εις μάχην.
Φθάσας λοιπόν εφ' υψηλού μέρους, βλέπει μέ τό τηλεσκόπιον ότι ήσαν
Τούρκοι, περιτειλίσσει τήν σημαίαν καί θαρρεί ότι θά καταλάβωσι τάς
αναγκαίας θέσεις οι Έλληνες
διά νά τούς πολεμήσωσιν, ουδ' ημφιβάλλετο ότι οι υπό τήν οδηγίαν του
Μανιάται, ως καί οι υπό τόν Ηλίαν Μαυρομιχάλην, τόν οποίον, ως
αγαθόν ο Κολοκοτρώνης είχε
ζητήσει επιμόνως από τόν πατέρα του συμμαζούμενον, ήθελον αντιταχθή εις
τούς Τούρκους, δίδοντες καί εις τούς άλλους Πελοποννησίους τό παράδειγμα
πολεμικής
αρετής. Αλλά, μόλις ιδόντες τειλιγμένην τήν σημαίαν, κυριεύονται από
πανικόν φόβον καί δίδονται εις φυγήν.
Ο δέ Κολοκοτρώνης ήδη θεωρεί εαυτόν μεμονωμένον εν τώ μέσω τών
εχθρών καί δέν δύναται νά φύγη, καθό πεζός καί έως πενήντα Τούρκοι
προτρέχοντες έφιπποι
ήθελον τόν προφθάσει καί ή νά τόν ζωγρήσωσον ή νά τόν φονεύσωσιν. Όθεν
εν ώ έφευγεν, εντυχών Θεία μοίρα ποιμένα, καλύπτεται μέ τό επανωφόρεμα
τούτου
καί βλέπων ότι τόν πλησιάζουσιν οι Τούρκοι, κρύπτεται εις τούς θάμνους
καί φέρων τήν πιστόλαν εις τήν χείραν, τουλάχιστον διά νά μή συλληφθή
ζών,
ελπίζει μόνον καί μόνον εις τήν εξ ύψους βοήθειαν, καί εκείνοι μέν
παρέρχονται φθάνουσιν
ακωλύτως εις τό φρούριον, εξέρχονται οι, τέ Καρυτινοί καί οι Φαναρίται
Τούρκοι,
καταδιώκουσιν όλοι εμού φεύγοντας τούς Έλληνας, τούς κατασκορπίζουσι
καί επιστρέφουσι θριαμβευτικώς εις Τριπολιτσάν, λεηλατούντες τούς
Χριστιανούς, όθεν
άν διαβαίνωσιν.»
Νικόλαος Σπηλιάδης Ελληνική Επανάστασις, γιά τήν παρ' ολίγον σύλληψη τού Κολοκοτρώνη
«Τσανέτος Χρηστόπουλος. Ούτος υιός ήτο τού ανωτέρω Χρήστου Αναστασίου.
Πρό τής επαναστάσεως εγνώριζε τά τής εταιρίας καί ένεκα τούτου ετοίμαζε τά τού πολέμου, περιμένων
τήν ορισμένην ημέραν τής 25 Μαρτίου 1821.
Τήν 27 Μαρτίου 1821 οι Τούρκοι τού Φαναρίου, Τσάχα, Μούντριζας καί
Ζούρτσας, οι λεγόμενοι Μουρτάταις, ανεχώρησαν εις τήν Τριπολιτσάν, καί
τήν αυτήν
ημέραν εμαζώχθη η επαρχία εις τήν Ανδρίτσαιναν εις τό σχολείον καί εις τήν Αγίαν Βαρβάραν, καί αμέσως όλοι εξέλεξαν αρχηγόν των τόν Τσανέτον Χρηστόπουλον,
καί τήν αυτήν ώραν εψάλη παράκλησις, καί αγίασαν τήν σημαίαν των, αμέσως
δέ εξεστράτευσαν εναντίον τών Τούρκων, οίτινες τήν νύκτα τής ημέρας
εκείνης είχον μείνι
εις τό χωρίον Λάβδα κατά τήν θέσιν Σουλτίναν, οι δέ Έλληνες φθάσαντες
εστρατοπέδευσαν εις τήν θέσιν Ρόβια απέχουσαν εν τέταρτον τής ώρας από
τήν θέσιν τών
Τούρκων.
Κατά δέ τήν αυτήν νύκτα ήλθε πεζός από τόν Κολοκοτρώνην, ειδοποιών τούς
Έλληνας, ότι έφθασαν εις τόν Άγιον Αθανάσιον μεθόριον τής Καρύταινας
καί τού Φαναρίου, καί ότι θέλει κτυπήσει από εμπρός τούς Τούρκους, αυτοί
δέ οι Φαναρίται νά τούς κτυπήσουν όπισθεν.
28 Μαρτίου 1821, ότε άρχισεν ο πόλεμος,
καί ούτω καί αυτοί ηκολούθησαν νά πολεμούν όπισθεν τούς Τούρκους, οι
οποίοι εβιάσθησαν νά προχωρήσουν. Επειδή όμως
έμπροσθεν εμποδίζοντο, πολεμούμενοι από τόν Κολοκοτρώνην, νά
προχωρήσουν, εβγήκαν από τόν δρόμον καί έπεσαν κατά τό μέρος τού ποταμού
Αλφειού
(Ροφιά) εις τήν θέσιν Χαλούλαγα διά νά περάσουν, καί ο ποταμός τούς
επήρε καί έπνιξε πολλούς εξ αυτών. Οι δέ Έλληνες τούς εδίωκαν, τούς
έφθασαν καί τούς επήραν
πολλά λάφυρα, πολλούς αιχμαλώτους, καί όλα τά ζωά των.»
Βίοι Πελοποννησίων ανδρών υπό τού Φωτάκου
ΑΡΧΕΙΟ ΦΩΤΙΟΥ ΣΤΑΥΡΙΔΗ