Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ : ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ ΕΘΝΙΚΙΣΤΗ, ΔΙΑΝΟΗΤΗ, ΔΟΚΙΜΙΟΓΡΑΦΟ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ

Ο Περικλής Γιαννόπουλος Έλληνας εθνικιστής διανοητής [1], μεταφραστής, δοκιμιογράφος, λογοτέχνης και δημοσιογράφος, γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1871 στην Πάτρα και αυτοκτόνησε [2] στις 8 Απριλίου 1910, στη θαλάσσια περιοχή του Σκαραμαγκά στην Αθήνα. Η εξόδιος ακολουθία και η ταφή του έγιναν στο νεκροταφείο της Ελευσίνας.
Δεν ήταν παντρεμένος και δεν απέκτησε απογόνους. Κατοικούσε σε οικία στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου, δίπλα στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο, στο κτίριο Βάϊλερ, εμπρός στην Ακρόπολη και το θέατρο του Διονύσου.
Πρόγονοι του Γιαννόπουλου, από την πλευρά της μητέρας του, ήταν η βυζαντινή οικογένεια Χαιρέτη, μέλη της οποίας μετέφεραν στην Κέρκυρα, μετά την Άλωση, ανάμεσα σε άλλα, το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνα και της Αγίας Θεοδώρας. Ο προπάππους του, ο Κήρυξ Χαιρέτης, ιατροφιλόσοφος και προσωπικός ιατρός του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’, έπαθε αποπληξία το 1824, όταν ο ίδιος ο σουλτάνος του διάβασε έναν κατάλογο μελών της Φιλικής Εταιρείας στον οποίο περιλαμβάνονταν και το όνομα του. Ο παππούς του, Θεόφραστος Χαιρέτης, χρηματοδότησε με την οικογενειακή του περιουσία την Επανάσταση του 1841 στην Κρήτη, ενώ ο αδελφός του Αριστείδης σκοτώθηκε το 1866 στο Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου. Η οικογένεια Χαιρέτη βρέθηκε στην Πάτρα το 1855, όταν ο παππούς Θεόφραστος ανέλαβε διευθυντής στο νεοϊδρυθέν υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, θέση-αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην πατρίδα. Η οικογένεια Χαιρέτη παρέμεινε ισχυρή και διαστραυρώθηκε με άλλους «επώνυμους οίκους» στην Πάτρα του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, όπως οι οικογένειες Γερούση, Πετιμεζά, Πικραμένου, ακόμα και Μαυρομιχάλη. Τον Νοέμβριο του 1870, λίγους μήνες μετά την γέννηση του Περικλή, ο παππούς του Θεόφραστος αυτοκτόνησε με περίστροφο, στον νάρθηκα του μοναστηριού του Προφήτη Ηλία. Ο Π. Χαλκιόπουλος εκφώνησε τον επικήδειό του και μεταξύ άλλων είπε: «…το σώμα ενόσησε, και η ψυχή ενόσησε, και το πνεύμα εσκοτίσθη» [3].
Πατέρας του Περικλή ήταν ο γιατρός Ιωάννης Γιαννόπουλος, με καταγωγή από το Μεσολόγγι και μητέρα του η Ευδοκία Χαιρέτη, κόρη της γνωστής οικογένειας των Κρητών αγωνιστών, μέλη της οποίας όπως ο παππούς του Θεόφραστος, έδωσαν τό όνομα τους στην Κρητική επανάσταση του 1841, τη γνωστή ως επανάσταση Χαιρέτη. Ο Περικλής είχε έναν αδελφό και τρεις αδελφές, μεταξύ τους την Πανωραία, μετέπειτα σύζυγο Σχίζα και την Ευγενία, μετέπειτα σύζυγο Μαυροκορδάτου. Ο Περικλής φοίτησε για ένα χρόνο στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια για δύο χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, όπου έζησε την «Μπελ Επόκ» και εξελίχθηκε σε γλεντοκόπο, ενώ συναναστράφηκε με τον Ζαν Μορεάς και άλλες σημαντικές προσωπικότητες της εποχής. Διέκοψε τις σπουδές του λόγω του θανάτου του πατέρα του, που εικάζεται ότι του προκάλεσε νευρικό κλονισμό ο οποίος τον επηρέασε στα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του και νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο της Salpetriere. Με κλονισμένη υγεία, εγκατέλειψε τη Γαλλική πρωτεύουσα και βρέθηκε για οκτώ μήνες στο Λονδίνο, όπου έζησε μαζί με τον έμπορο αδερφό του και μελέτησε αγγλική και γαλλική λογοτεχνία, ενώ γνώρισε τα ρεύματα του συμβολισμού και του αισθητισμού.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Επιστρέφοντας στην Αθήνα το 1893, γράφτηκε στη Νομική Σχολή, την οποία εγκατέλειψε για να ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία. Μελέτησε την αρχαιοελληνική γραμματεία, όμως, κυρίως, παρατήρησε και μελέτησε την αισθητική της αττικής γης. Αναγεννήθηκε και έκτοτε διέθεσε τη ζωή και τις δυνάμεις του στην προσπάθεια της επανελληνοποιήσεως του λαού, στο κτύπημα της ξενομανίας και στη δημιουργία μιας κοινωνίας όπου θα ήταν κανόνας το «..Ζην κατά φύσιν ελληνικήν». Οι ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα, αλλά και η ιδιορρυθμία των μοναχικών του περιπάτων, αλλά και η προσπάθεια να αποβάλλουν οι Έλληνες το φερμένο από τη Δύση πέπλο του ευδαιμονισμού αλλά και την ξενομανία που τους χαρακτήριζε, έγιναν έκτοτε, τα κύρια ενδιαφέροντά του. Έζησε στερημένη ζωή, στηριγμένος στα ελάχιστα περιουσιακά του στοιχεία, ενώ παράλληλα αρθρογραφούσε και δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά, επηρεασμένος από τον αγαπημένο του θείο Μανουήλ Χαιρέτη, απόστολο του Ελληνικού εθνισμού.
Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1894, με δημοσιεύσεις μεταφράσεων, έργων των Κάρολου Ντίκενς, του Μπωντλαίρ, του Όσκαρ Ουάιλντ, του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, αλλά και δεκαπέντε πεζά ποιήματα, από το Μάιο 1894 έως το Σεπτέμβριος 1904, σε εφημερίδες και περιοδικά. Ασχολήθηκε με την πολιτική, γεγονός που είναι ελάχιστα γνωστό και σπάνια αναφέρεται από τους βιογράφους του, αρχικά ως υποστηρικτής του Χαρίλαου Τρικούπη, τον οποίο εγκατέλειψε ως ξιπασμένο ευρωπαϊστή και αργότερα ως σύμβουλος του Ελευθέριου Βενιζέλου. Έγραφε αρχικά στη δημοτική, πριν στραφεί σε μια λογιότερη γλώσσα, με έντονη προσωπική σφραγίδα. Έγραψε κριτικά άρθρα και δοκίμια πολιτικού και κοινωνικού προβληματισμού, κυρίως μετά το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 και στην πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα.
Μετά το 1899 έκανε έντονη την παρουσία του από τις σελίδες εφημερίδων όπως η «Ακρόπολις», το «Άστυ», η «Εστία» αλλά και στα περιοδικά «Νουμάς»«Παναθήναια» και «Κριτική», χρησιμοποιώντας τα ψευδώνυμα «Λωτός»«Απολλώνιος»«Νεοέλλην»«Μαίανδρος»«Θ. Θάνατος». Τα καλύτερα λογοτεχνικά του κείμενα είναι «Αι Νύμφαι του Αιγαίου» και «Νύκτωμα» το 1901 και «Αιγαίου Εσπερινός» το 1904. Τα δημοσιεύματά του και γενικότερα οι ιδέες του, προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στην Αθήνα της εποχής και κάποιοι τον θεωρούσαν απλά ρομαντικό, άλλοι υβριστή, ενώ άλλοι εμπνεύστηκαν από την πρωτοτυπία του. Σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων, των τεχνών και της πολιτικής όπως Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Άριστος Καμπάνης, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Σπύρος Μελάς, και ο Άγγελος Σικελιανός, δημοσιεύουν εγκωμιαστικές κριτικές για το έργο του, ενώ ο αδελφικός του φίλος Ίωνας Δραγούμης, πρωταγωνιστεί να γίνουν πολιτική πράξη τα οράματά του. Μάχονταν υπέρ της υγιεινής, για άνδρες και γυναίκες, όπως ο Ίων Δραγούμης και ο Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, οι οποίοι αντιδρούσαν στην ευρωπαϊκή επίδραση στο ανδρικό και γυναικείο ένδυμα με την αιτιολογία ότι το κλίμα της Ελλάδας δεν επέτρεπε ενδυμασία που είχε σχεδιαστεί για το ψυχρό κλίμα των βορειοευρωπαϊκών χωρών. Επιπλέον, τέθηκε και το ζήτημα κατά πόσο η ευρωπαϊκή αισθητική μπορούσε να εκφράσει την Ελλάδα. Ο Γιαννόπουλος επανειλημμένα εκφράστηκε κατά των σκούρων χρωμάτων των βορειοευρωπαίων, τα οποία δεν άρμοζαν στο λαμπερό ήλιο της Αττικής.

Η σχέση του με τη Σοφία Λασκαρίδου

Από τις αρχές του 20ου αιώνα, διατηρούσε σχέση, με τη σημαντική Ελληνίδα ζωγράφο Σοφία Λασκαρίδου, που όπως γράφει στο ημερολόγιό της, ανηφόριζαν με τα πόδια προς το λόφο του Φιλοπάππου«...μέσα από ειδυλλιακά τοπία με πλούσια βλάστηση..» ή περνούσαν τον Ιλισό«...πηδώντας τις στρογγυλές πέτρες των καθαρών νερών του..». Ο έρωτάς τους δεν κατέληξε σε γάμο καθώς η Σοφία απέρριψε την πρόταση γάμου που της έκανε ο Γιαννόπουλος, ώστε να ακολουθήσει το δρόμο της στη ζωγραφική κι εκείνος αρνήθηκε να την ακολουθήσει στην Ευρώπη, μένοντας πιστός στον Ελληνοκεντρισμό του. Στις 7 Απριλίου 1910, ο Γιαννόπουλος της έγραψε το τελευταίο του γράμμα και εκείνη, σαν από διαίσθηση, επέστρεψε βιαστικά από το Βερολίνο μήπως και τον προλάβει, αλλά έφτασε αργά. Βρέθηκε όμως στο νεκροταφείο της Ελευσίνας, στόλισε και μύρωσε το νεκρό του σώμα και παρακολούθησε διακριτικά την τελετή της ταφής του. Το μυστικό και το μυστήριο της σχέσης τους επιβεβαίωσε η ίδια. Όπως γράφηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία» [4],
«Σας τα χαρίζω, μου είπε [η Σοφία Λασκαρίδου], αυτά τα γράμματα για να με θυμάστε». [...] Διέγνωσα κι από τον τόνο της φωνής κι από τη χειρονομία της, πως επιθυμία της ήταν να γίνει λόγος για τον έρωτά της και ύστερ’ από το θάνατό της. Η ίδια, άλλωστε, στα ογδόντα πέντε χρόνια της, τύπωσε ένα βιβλιαράκι με τον τίτλο «Μια μεγάλη αγάπη» όπου είχε περιγράψει [sic] την ερωτική της περιπέτεια με τον «Περικλή της» και το μοίρασε στους φίλους της..». Το 1960 εξέδωσε το «Από το ημερολόγιό μου. Συμπλήρωμα: Μια αγάπη μεγάλη», σαν «..ευλαβικό μνημόσυνο για τα πενήντα χρόνια από την αυτοκτονία του Περικλή Γιαννόπουλου..», ωραιοποιώντας τον έρωτά της, σε σχέση με την προγενέστερη αφήγηση στην «Εστία». Τα τελευταία χρόνια της ζωής της είχε επιλέξει και «..ζούσε ολοκληρωτικά σχεδόν μέσα σ’ αυτόν τον αναδρομικό έρωτα..» με τύψεις για το χαμό του Γιαννόπουλου, ενισχύοντας ταυτόχρονα, τον προσωπικό της μύθο.

Το τέλος του

Την Τετάρτη 9 Απριλίου πήγε στον κινηματογράφο, με παρέα το ανδρόγυνο Κωνσταντίνου Κατσίμπαλη, γονείς του Γεωργίου Κατσίμπαλη, και κατόπιν μπήκαν σε ένα μικρό κέντρο για να πιούν μια μπύρα, όπου τους διάβασε το μεταφρασμένο από τον ίδιο ποίημα του Όσκαρ Ουάιλντ«Τριαντάφυλλο και το αηδόνι». Τότε τους είπε, -«Αύριο θα κάνω μια εκδρομή».
Ψώνισε μπύρα και φαγητό κρύο για την εκδρομή και έσφιξε στην αγκαλιά του, το φίλο του και το βράδυ έγραψε γράμμα, που έφτασε ύστερα από λίγες ημέρες στο Μόναχο
Χειρόγραφο Περικλή Γιαννόπουλου
«Σοφία μου. Σου στέλνω ένα ύστατο χαίρε από την Αττική γη, που αφήνω για πάντα. Με άπειρα γλυκύτατα φιλιά. Χαίρε, Σοφία μου». Έφθασε με άμαξα, υπό καταρρακτώδη βροχή στο Σκαραμαγκά, με ένα ακόμη άλογο, αυτό με το οποίο συνήθιζε να κάνει ιππασία. Στο φυλάκιο κάθισε, έφαγε, ήπιε μπύρα, έλυσε το άλογο του και άφησε τον χαρτοφύλακά του, το αδιάβροχο του, το καπέλο του και το καλαθάκι του φαγητού. Φορούσε κοστούμι, λευκή φανέλα, γκλασέ γάντια και στεφανωμένος με αγριολούλουδα, μέσα στη νεροποντή, ρίχτηκε έφιππος στη θάλασσα, όπου, κατά τον Παύλο Νιρβάνα, αυτοκτόνησε με πυροβολισμό στο μέρος της καρδιάς και το άψυχο κορμί του χάθηκε μέσα κύματα. Χρησιμοποίησε το περίστροφο της Σοφίας Λασκαρίδου η οποία ήταν ερωμένη του, όπως αποκάλυψε η ίδια τριάντα χρόνια αργότερα, όταν έδωσε και δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Νέα Εστία», [5] δύο από τις πολλές επιστολές του Περικλή Γιαννόπουλου.
Στην ακτή, κοντά στο φυλάκιο, βρέθηκαν και δύο επιστολές, η πρώτη στον ανιψιό του, επίλαρχο Κωνσταντίνο Κρίτσα, στην οποία του έλεγε ότι φεύγει για «..μακρινό ταξίδι», αποκαλύπτοντας έτσι τον θάνατό του, του άφηνε παραγγελία για τα πράγματα του και τον παρακαλούσε να ξαναρίξει το πτώμα του στη θάλασσα, αν είχε εκβρασθεί, και την άλλη σε εκείνους που θα τα έβρισκαν. Μόλις ο Κρίτσας πήρε την επιστολή κατευθύνθηκε με ατμάκατο από τον Πειραιά προς το Σκαραμαγκά και άρχισε την έρευνα στην περιοχή του φυλακίου, χωρίς να ανακαλύψει κάτι. Το πτώμα του βρέθηκε στην ακτή της Ελευσίνας στις 22 Απριλίου σαν να ήταν αρχαίος κούρος, αφού βρισκόταν σε νεκρική ακαμψία. Το ρολόι του έδειχνε 11 και 3 λεπτά, την ώρα του θανάτου του, ενώ σε μια του τσέπη, βρέθηκε ένα νόμισμα, ο οβολός που θα έδινε στον βαρκάρη Χάροντα για να τον περάσει από την Αχερουσία λίμνη στα Ηλύσια Πεδία, όπου αναπαύονται οι εκλεκτοί.

Η εξόδιος ακολουθία

Ο αστυνομικός Ελευσίνος, [το επώνυμό του ήταν Γκίνος], διέταξε να μεταφερθεί το πτώμα στην εκκλησία. Στο διάστημα που μεσολάβησε ως την εξόδιο ακολουθία «…διεπιστώθη ότι το πτώμα είχον ήδη περιποιηθεί χείρες αβραί, οι οποίαι είχαν αποθέσει επί της κεφαλής του στέφανον ανθέων εξαιρετικών και είχαν χύσει επ’ αυτού μύρα. Ο αστυνόμος εξήγησεν ότι με το πρωινόν τραίνον, κατήλθαν εξ Αθηνών δύο κυρίαι του εξωτερικού, οι οποίαι μετέβησαν εις την εκκλησίαν και απέθεσαν επί του πτώματος πλήθος ανθέων τα οποία έφεραν εξ Αθηνών και το εμύρωσαν. Ακολούθως, έφυγον χωρίς να καταστήσουν γνωστά τα ονόματά των». [6]. Η μία από τις γυναίκες ήταν η, μετέπειτα ζωγράφος, Σοφία Λασκαρίδου, πλούσια και όμορφη νέα της οποίας η οικογένεια δεχόταν, στο σπίτι τους στην Καλλιθέα ως επισκέπτη τον βασιλέα Γεώργιο, για την οποία ο Γρηγόριος Ξενόπουλος είχε πει, πως όταν έγραφε τη «Στέλλα Βιολάντη» είχε στο νου του το μελαχρινό της κεφάλι.
Με το μεσημεριανό τραίνο έφτασαν στην Ελευσίνα από την Αθήνα, οι συγγενείς του, ο παππούς του Εμμανουήλ Χαιρέτης, θείος της μητέρας του ή οποία είχε πεθάνει πριν την ανατολή του 20ου αιώνα, ο επίλαρχος Κρίτσας και ο επιστήθιος φίλος του Κωνσταντίνος Κατσίμπαλης, ο πατέρας του Γεωργίου Κατσίμπαλη, οι οποίοι ανεγνώρισαν το πτώμα. Είχε ουλή στο δεξιό κρόταφο και στον αριστερό οφθαλμό, σημεία όπου βλήθηκε από τη σφαίρα του περιστρόφου. Την ώρα της ταφής του ο επίλαρχος Κρίτσας απήγγειλε το παραμύθι του βασιλέως της Θούλης, ο οποίος πριν κλείσει τα βλέφαρά του εμπιστεύτηκε το χρυσό ποτήρι της ευτυχίας του στο μυστήριο των κυμάτων.
Το Φεβρουάριο του 1964 στα πλαίσια του «Έτους Περικλέους Γιαννόπουλου», διοργανώθηκε από την «Πανελλήνια Ένωση Αγωνιζομένων Νέων» [«Π.Ε.Α.Ν.»] φιλολογικό μνημόσυνο στον Άγιο Δημήτριο Λουμπαρδιάρη στην Πνύκα της Αθήνας, στο οποίο συμμετείχαν επιφανείς προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών, που υπέγραψαν διακήρυξη προς την ελληνική νεολαία, τονίζοντας την εθνική σημασία του έργου του Περικλή Γιαννόπουλου. Πρωτεργάτης ήταν ο Μάνος Φαλτάιτς, γιος του εθνικιστή διανοούμενου Κώστα Φαλτάιτς, και το κίνημα που είχε δημιουργήσει για την Ελληνική Πνευματική Αναγέννηση. Μεταξύ αυτών που παραβρέθηκαν ήταν ο Αρκάδιος, ο Δημήτρης Πικιώνης, η Έλλη Αλεξίου, ο Ιωάννης Χατζηφώτης, ο ποιητής Νίκος Σταμπολής, ο Λίνος Καρζής, ο κοινοτιστής Κωνσταντίνος Καραβίδας, ο Γιάννης Τσαρούχης και άλλοι.

Έγραψαν

Ο Βλάσης Γαβριηλίδης, εκδότης της εφημερίδας «Ακρόπολις», σημείωσε μόλις έμαθε για την αυτοκτονία του:
«Δια το πλήθος των Ρωμιών ήτο ένας άγνωστος. Δια το άνθος των ημιμαθών μας ένας περίεργος. Δια μερικούς λογίους χαμάληδες ένας λιβελογράφος… Είναι ο εξοχώτερος των Νέων Ελλήνων, ο ένας, ο μοναδικός, πρωτόζωος, ο πρωτάνθρωπος… ο Άτλας μιας ιδέας, μιας φιλοσοφίας μιας Αναγεννήσεως, μιας μεταμορφώσεως του Έθνους...Τίς ήτο ο Περικλής Γιαννόπουλος ο θαλασσοκτονήσας; Τίς δύναται νά τό ειπή; Ο γράφων, όστις τόν εγνώρισε από εικσαετίας, τόσον ήτο εις θέσιν νά τόν καταλάβη, όσον ένας γάϊδαρος γκαρίζων δύναται νά αντιληφθή Μπετόβεν. Δι' εμέ ήτο ο εξοχώτερος τών νέων Ελλήνων». .
Παράλληλα συμπλήρωσε αναφερόμενος στο θάνατο του Περικλή Γιαννόπουλου:
«..Διατί απέθανε; Διότι δεν τον ήθελεν η Γη η Ελληνική. Δεν τον εσήκωνεν η Κοινωνία η Ελληνική. Τον απηχθάνετο η Ζωή η Ελληνική. Τον έτρεμε ως πολύ άγριον χειρουργόν η Φθίσις η Ελληνική. Τον εμίσει τον ερίγδουπον Ποσειδώνα η Τελματίτις η Ελληνική. Μεταξύ αυτού του Μεγάλου και της συγχρόνου Ελληνικής Μικρότητος, γέφυρα δεν ηδύνατο να ζευχθή...».
Χαρακτηριστικά είναι τα γραπτά του Γρηγορίου Ξενόπουλου:
«Υπήρξεν ο μεγαλύτερος ως τώρα, ο ευγλωττότερος και ο φωτεινότερος απόστολος του κατά φύσιν Ελληνικήν ζην. Επίστευεν ακραδάντως εις το μεγαλείον και την αθανασίαν της Φυλής. Το έργον του είναι αφ' ενός η επίκρισις, η σάτιρα, το κουρέλιασμα, η κατάλυσις της συγχρόνου ελληνικής ζωής εις όλας της τας εκδηλώσεις -Τέχνη, φιλολογία, Γλώσσα, Θρησκεία, πολίτευμα, ενδυμασία, κλπ.- και αφετέρου αναδρομή εις τας γνησιωτέρας, τας καθαρωτέρας πηγάς του Ελληνισμού, προς υπόδειξιν των στοιχείων και κανόνων, δια των οποίων θα ηδυνάμεθα να δημιουργήσωμεν μίαν νέαν ζωήν, αληθινά ελληνικήν, εις όλας της επίσης τας εκδηλώσεις... για τούς ιδεολόγους του μέλλοντος κάθε φράσις τού Γιαννόπουλου είναι ικανή να γεννήσει ολόκληρον βιβλίον».
Ο Κωστής Παλαμάς αναφέρει:
«Μια πνοή πνέει μέσα του πλατειά, συνθετική. Ανοίγει παράθυρα, δείχνει ορίζοντες, σπέρνει στοχασμούς, υποβάλλει ιδέες, κυρύχνει αλήθειες, ξυπνάει την Ιστορία, γαργαλίζει την περιέργεια, τεντώνει τα μάτια της Κριτικής»,
ενώ του αφιερώνει τους ακόλουθους στίχους:
«Πάει κι ο Αντίνοος έφηβος κι ο πιό λαμπρός που ζούσε
μέ τό όραμα ημερόφαντον ανάστασης ως πέρα
μιάς ομορφιάς Ελλήνισσας, απάνου από τά λόγια,
καί που γοργά τή ζήση του που ζούσε ανάμεσό μας,
καί ξαφνικά, τήν τράβηξε μέσ' από μάς καί φεύγει,
καθώς τραβάς τό χέρι σου νά μή σού τό μολέψη
τό χέρι κάποιου ανάξιου μέ τό χαιρετισμό του.»

«το πορφυρό όραμά του, στην αισθητική του φύση, έγινε μοχλός για να σηκώσει τον Αγώνα, με μια ακράτητη ορμή, όταν πήρε το μαστίγιο του να διώξει τους εμπόρους μέσα από το ναό και να ανεβάσει, αν ήταν δυνατό, το χρώμα της ντροπής σε λίγα πρόσωπα»,
μαζί με λίγους στίχους:
«..Κι έφερε η φήμη (ας ήταν μέ τού στίχου
μονάχα τήν ευγένεια νά σηκώση
τού θανάτου τόν πέπλο) πώς καταίβη
σέ άλογο απάνω, στό καθάριο κύμα
καί πώς τό στόλισε μ' ανθούς,
κι εκείνος πώς μ' αγριολούλουδα νεκροστολίστη.
Καί μπροστά στού πελάγου τά ζαφείρια
καί μπροστά στήν αρίθμητην ανάσα,
τού αρμυρού καί ηλιόλουστου αγέρα,
τό άλογο εκέντησε μπροστά στό κύμα,
σά μπρός σ' εμπόδιο, π' άλλαζε τού ανέμου
η πλήθια πνοή καί που όσο άν απλωνόταν
συντριμμένο στόν άμμο, ολόρτο πάλι,
φουσκωμένον ανέβαινεν ορμώντας.
Κλάψτε τον ώριο Ίππόλυτον! Ώ νιάτα.
που κρατάτε καθάρια μιαν Ελλάδα
σκαλισμένη στα μάρμαρα ή της Πάρου η της Πεντέλης.
στης γυμνής Αθήνας το φως
ή μες στης πλούσιας Ολυμπίας τα νερά
και τα δέντρα εδώ ζυγιάστε..».

«..Τώρα σ' ευλάβεια μνήμης, ω Απολλώνιε ζήσε,
Νέος μαζί κι Αρχαίος - μιά λύπη, μιά χαρά -
Σάν απ' τόν Πραξιτέλη μαρμαρωμένος νά είσαι
Καί σάν ζωγραφισμένος απ' τό Λα-Γκανταρά.»

Τέλος ο Ίων Δραγούμης «...μου φάνηκε σαν τον βοριά τον παγωμένο που μανιασμένος σαρώνει τους βρώμιους από μικρόβια αέρηδες και από κάθε βρώμα ή σκουπίδι καθαρίζει τον κόσμο... Σ' αυτού τον ρυθμό τη ζωή μου τονίζω.».
Ο Άριστος Καμπάνης, αναφερόμενος στη γνωριμία τους γράφει:
«..Ο νέος ήταν ξανθός, μέ διακριτικά μουστάκια, ψαρά μαλλιά πάνω στους νεανικούς κροτάφους του. Ένα κομ­μάτι κρέμ ύφασμα σκεπάζει τό λαιμό του αντί γραβάτας. Φορούσε γάντια. Καί κρατούσε ατά χέρια τον ένα μπα­στούνι. Ό­μως, ό,τι καί νά φορούσε ωμιλούσεν επάνω του. Πάνω α' ένα κάθισμα είχε αφή­σει ένα μπουκέτο από αγριολούλουδα. Κρατούσε έναν στυλογράφο και σημεί­ωνε πάνω σ' ένα σημειωματάριο, ενώ τό βλέμμα του είχε καρφωθεί α' ένα δέντρο πού βρισκόταν στον ανηφορικό δρόμο προς τήν Ακρόπολη..».
Σύμφωνα με τον Άριστο Καμπάνη:
«...Ωργίζετο δια τα κακοκαμωμένα σπίτια των νεοπλούτων παντοπωλών της οδού Κηφισίας, την ρινοφωνίαν των ψαλτών, την ασέβεια των λατόμων επι των ιερών Αττικών λόφων, την ιταλικήν και γερμανικήν μουσικήν, τα αρ νουβώ σαλόνια και έπιπλα, τους καθαρολόγους αλλά και τους ψυχαριστές... Το ρόδινον σπίτι με τον μικρόν κήπον του κ. Νικολαϊδου, (το όπισθεν του ανακτορικού κήπου και σιμά εις το ανάκτορον του Διαδόχου ευρισκόμενον), του ήρεσεν υπερβολικά. Του ήρεσαν ακόμη τα ολίγα απλά νεοελληνικά σπίτια των Αθηνών, το Οφθαλμιατρείον του μόνου αξίου λόγου καλλιτέχνου του κ. Καυταντζόγλου. Του ήρεσαν πράγματα εις τα οποία η μύωψ αίσθησις των αρχοντομπακάληδων δεν εύρισκε τίποτε ωραίον.. ...{...}... Ο Γιαννόπουλος ήτο ο τύπος του Έλληνος κωζέρ. Ο φίλος του Ιωάννης Ζυγομαλάς τύπος ωραιολήπτου έλληνος, ο οποίος δεν γράφει αλλά πονεί, αλλά συναισθάνεται, αλλά παρατηρεί ως εκλεκτότατος αισθητιστής και παρατηρητής υπομονετικότατος, μία ψυχή υπερόχως αριστοκρατική, η περισσότερον αγαπήσασα και περισσότερον εννοήσασα και περισσότερον συμπονέσασα τον Γιαννόπουλον, ο φίλος αυτός της διαρκούς νεότητος του Γιαννοπούλου, μου έλεγεν το προχθεσινόν μεσημέρι: -Μόνον ο Αναστάσιος Γεννάδιος, ο τύπος αυτός του ρήτορος, αντικείμενον δε θαυμασμού του Γιαννοπούλου, ηδύνατο να ισοφαρίσει τον κωζέρ φίλον μας. Έτρεφεν μεγάλην εκτίμησιν προς ένα νέον ζωγράφον ο οποίος σπουδάζει τώρα εις την Γερμανίαν τον κ. Πικιώνην. Μου έλεγεν: Εάν ζήσει αυτό το παιδί ωρισμένως το καλλιτεχνικόν ζήτημα εις την Ελλάδα ελύθη.. Ήτο φιλήδονος. Αλλ' ήτο και λιτός άλλοτε. Μπορούσε να γευματίσει μ ένα αυγό. Αλλ' είχεν ανάγκην και ηδονής εκάστοτε. Μου έλεγε: -Η πηγή πάσης αισθητικής συγκινήσεως ευρίσκεται εις τα γενετήσιά μας όργανα...Εάν δεν διαχυθώμεν φυσιολογικώς με μίαν γυναίκα, δεν δυνάμεθα αν αισθανθώμεν την ωραιότητα κανενός πράγματος... Κάποτε πάλι μου είπεν: -Δεν πιστεύω να έχετε την ευρωπαϊκήν αντίληψιν του έρωτος; -Δηλαδή, τι θέλετε να πείτε; -Νά. απήντησε φαιδρώς: κυρία μου, (πόσον σας) αγαπώ, ω πόσον αγαπώ, το παπουτσάκι σας, το τακουνάκι σας, το δακτυλιδάκι σας, το φιογκάκι σας, κλαίω, πεθαίνω, και τα λοιπά.. Τέτοιαν διαφθοράν της ψυχής δεν πρέπει να έχουν οι έλληνες. Ο έρως είναι φυσική, τίποτε περισσότερον. Είναι φυσιολογικόν, σωματικόν φαινόμενον....».

Έγραψαν γι' αυτόν κι άλλοι πολλοί, όπως ο Ανδρέας Λασκαράτος, η Μυρτιώτισσα, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Δημήτριος Ταγκόπουλος, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Γεράσιμος Βώκος, ενώ ο Σπυρίδων Μελάς τον περιέγραψε με τα παρακάτω λόγια, «..ένας ωραιότατος νέος, λεβέντης κυπαρισσόκορμος, αλαβάστρινος, με θαυμάσια σαγηνευτικά, γαλανά μάτια, ένας αρχαίος Έλληνας με περιβολή δανδή, δικής του συνθέσεως, ζακέττα γκρί-πέρλ, χιονάτο, πλαστρόν, πού διετηρείτο πάντοτε άσπιλο και, αντί άνθους, ένα... γαϊδουράγκαθο στην κομβιοδόχη. Ήταν μια εμφάνιση άφθαστα κομψή, φυσικά εντυπωσιακή και παρ' όλη τήν ιδιορρυθμία της αντρίκια και επιβλητική. Και σπανίως ψυχή ήταν τό­σον εναρμονισμένη με το εξωτερικό του άνθρωπου, όπως η δική του: Αγνός, ανεπίληπτος, υψηλόφρων, ευγενής και αβρός, ποιητής στην κάθε στιγμή και την πιο καθημερινή της ζωής του, πέ­θανε με την ομορφιά πού είχε ζήσει, για να μην επιτρέψει στην ασχήμια να εισβάλει στον υπερήφανο πύργο του...».

Το έργο του

Διακρίθηκε για την ακατάστατη γραφή του, που στόχευε απευθείας τη νοσηρή πραγματικότητα της εποχής του. Υπήρξε κήρυκας της αναγεννήσεως της Ελλάδος, σφοδρός κατήγορος της ξενομανίας και έγινε γνωστός από την κίνησή του για την αναμόρφωση του νέου ελληνισμού. Στις αντιλήψεις του για τη διακυβέρνηση του κράτους, καταλήγει, μάλλον, εις τον τύπο της «ολιγαρχικής αριστοκρατίας». Στο Παρίσι γνώρισε το Ζαν Μορεάς και συνδέθηκε με στενή φιλία μαζί του, εκείνος τον μύησε στον κόσμο των συμβολιστών, οι οποίοι τον επηρέασαν σημαντικά. Όταν γύρισε στην Ελλάδα, αποκήρυξε καθετί ξενικό και άρχισε εκστρατεία για την επιστροφή στη φύση και τις ελληνικές παραδόσεις.
Μετέφρασε και δημοσίευσε έργα των Ντίκενς, Πόε, Μπωντλαίρ, γρήγορα όμως στρέφεται στη μελέτη των Ελλήνων κλασικών και της ελληνικής ιστορίας στα περιοδικά «Νουμάς»«Παναθήναια», στο «Νέον Άστυ» και στην εφημερίδα «Ακρόπολις», έχοντας ως σκοπό την παρότρυνση των Ελλήνων να αποβάλλουν την ξενομανία, να ελληνοποιήσουν την ζωή τους, να συνειδητοποιήσουν τη δύναμή τους και να οδηγηθούν στην Εθνική Αναγέννηση.
  • «H σύγχρονος ζωγραφική», Εφημερίδα «Ακρόπολις» Δεκέμβριος 1902,
  • «Ξενομανία», Περιοδικό «Νουμάς» 16 Ιανουαρίου 1903,
  • «Προς τους καλλιτέχνας μας ζωγράφους, γλύπτας, αρχιτέκτονας και μουσικούς», Περιοδικό «Ανατολή» Φεβρουάριος 1903,
  • «Ελληνικη Γραμμή», Μάρτιος 1903,
  • «Προς την Ελληνικην Αναγέννησιν», Εφημερίδα «Ακρόπολις» 11-13 Μαρτίου 1903,
  • «Τηλεφωνήματα», 1903,
  • «Και περί Ελληνικής Μουσικής τίποτε;», Περιοδικό «Το Άστυ» 18 Ιουλίου 1904,
  • «Ελληνικήν Μουσικήν εμπρός», Περιοδικό «Το Άστυ» 25-28 Ιουλίου 1904
  • «Ελληνικόν Χρώμα», Περιοδικό «Το Άστυ» 3-11 Σεπτεμβρίου 1904,
  • «Νέον Πνεύμα» το 1906,
  • «Έκκλησις προς το Πανελλήνιον Κοινόν» το 1907,
  • «Η ελληνική γραμμή και το ελληνικό χρώμα», Εφημερίδα «Εστία» 12 Απριλίου 1910.

Δοκίμια

  • «Νέον Πνεύμα», Αθήνα, τυπογραφείο Π.Δ.Σακελλαρίου το 1906.
[Συλλογή από άρθρα με τα οποία κήρυσσε την ελληνική πνευματική επανάσταση και την αναγέννηση της Ελλάδος και του Ελληνισμού η οποία «…πρέπει να έχη ως Σύμβολον τελειωτικόν: Η ΕΛΛΑΣ Η ΤΕΦΡΑ!», ίδιο περίπου με αυτό των ηρώων της Ελληνικής Εθνεγερσίας του 1821.].
  • «Έκκλησις Προς Το Πανελλήνιον Κοινόν», Αθήνα, Εκδόσεις Ι.Δ.Κολλάρος το 1907.
Το έργο αποτελεί την συμπυκνωμένη Ιστορία της Ελληνικής Φυλής, όπως την αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας, υπό το πρίσμα της ιδέας του ότι προορισμός του Έλληνα «…είναι ο εξανθρωπισμός της Οικουμένης». Η ιδέα, σύμφωνα με τον Γιαννόπουλο, αρχίζει από τον Μεγάλο Αλέξανδρο, ο οποίος αρχίζει την ελληνική Ιστορία, ενώ το Βυζάντιο αποτελεί την κιβωτό του Ελληνισμού. Η «Έκκλησις» του δεν έχει μόνο ιδεαλιστικό χαρακτήρα αλλά και εδαφική διάσταση, καθώς αποζητά τη λύτρωση των υποδούλων Ελλήνων, σε μια Ελλάδα που μόλις δέκα χρόνια νωρίτερα είχε ηττηθεί ατιμωτικά στον πόλεμο του 1897 και τα σύνορα της έφταναν μόνο ως τη Θεσσαλία και την Άρτα. Παράλληλα κατακρίνει την ευρωπαϊκή υποκρισία αλλά και το μιμητισμό των Ελλήνων, ενώ ασκεί δριμύτατη επίθεση στον ιουδαϊσμό του χριστιανισμού, αλλά και οξύτατη κριτική προς την Ελλαδική Εκκλησία και τον καλογερισμό.
Ο ιδιότυπος και ανατρεπτικός λόγος του βιβλίου, η καθημερινότητα του Γιαννόπουλου που κινήθηκε μακριά από κάθε καθωσπρεπισμό αλλά και το τέλος που έδωσε στη ζωή του, στάθηκαν αφορμή ώστε να χαρακτηρισθεί από κάποιους ερευνητές ως γραφικός και «...τρελός». Απαντώντας τους ο Ίωνας Δραγούμης έγραψε στις στήλες του περιοδικού «Νουμάς»:
«...Δεν ξέρω αν λέει σωστά πράγματα ή στραβά το βιβλίον του Γιαννοπούλου, μα όταν το διάβαζα ήταν σαν άνεμος να φυσομανούσε μέσα μου τρομαχτικά και να συντάραζε τον ελληνισμόν μου όλον και να με ελευθέρωνε και αφού το διάβασα μου φάνηκε σαν τον βορριά τον παγωμένο που μανιασμένος σαρώνει τους βρώμικους από μικρόβια αέρηδες και από κάθε βρώμα ή σκουπίδια καθαρίζει τον Κόσμο. Το βιβλίο του καθαρίζει τον Έλληνα που ξέρει να το διαβάση και ο Έλληνας είναι τόσο ψόφιος, είναι τόσον γεμάτος βρώμα και μικροπρέπεια που σκουλικιάζει. Μπορεί να τον είπαν τρελλό εκείνον που το έγραψε και όμως είναι πιο σωστός και πιο γνωστικός από κάθε Έλληνα σημερινόν. Η «φρονημάδα» είναι των πολλών, αυτή μας έφαγε και μας τρώει. Την «τρέλλα» θέλω εγώ, αυτή με καθαρίζει από τα τρισβαριά και βρώμικα κατακαθίσματα που αφίνει μέσα μου περνώντας η σημερινή, η ταπεινωμένη ελληνική ζωή και με φαρμακώνει. Η τρέλλα έχει μάτια και βλέπει. Η «φρονιμάδα» είναι τύφλα. Τρελλοί ήταν οι προφήτες και γνωστικά τα ξεπεσμένα πλήθη. Τον Ασυμβίβαστο ζητώ και τον Σκληρό, γυρεύω τον Τρελλό, τον Σιδερένιο, τον Αλύγιστο. Αυτού τα μάτια και τα λόγια και την κίνηση και τη σιωπή ακολουθώ. Σ’ αυτού τον ρυθμό τη ζωή μου τονίζω».
  • «Η ελληνική γραμμή και το ελληνικόν χρώμα», Αθήνα, έκδοση του περιοδικού «Νέα Γράμματα» το 1938 και νεώτερη αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα, Γαλαξίας, το 1961.

Συγκεντρωτικές εκδόσεις

  • «Έργα Περικλή Γιαννόπουλου», Ειδικό τεύχος του περιοδικού «Τα Νέα Γράμματα» Δ', αριθμός 1-3/1938.
  • «Το μέγα μήνυμα-Υπό Περικλέους Γιαννόπουλου» με πρόλογο Βλάση Γαβριηλίδη-Δημητρίου Βεζανή, Αθήνα το 1951, στη σειρά του «Εθνικιστικού Συνδέσμου», τεύχος 10ο.
  • «Άπαντα-Τόμος Α'», Επιμέλεια: Δημητρίου Λαζογιώργου-Ελληνικού, το 1963 Αθήνα.

Αποσπάσματα έργων του

«...και έρχομαι να κάμω την εικόνα της σημερινής ζωγραφικής διότι θέλω από των πραγμάτων αναχωρών και επί των πραγμάτων σκεπτόμενος και δια των πραγμάτων βαδίζων να ομιλήσω έπειτα με τας πρώτας αυτάς χονδροτάτας αναλύσεις, να ομιλήσω περί της ελληνικής ζωγραφικής. Η δε ελληνική ζωγραφική είναι τμήμα του ατόμου το οποίον θέλω να ζωγραφίσω. Ο θέλων να ομιλήσει περί ενός ζητήματος ελληνικού αδιάφορον ποίου, ευρίσκεται ενώπιον απείρου κι ανυπερβλήτου δυσχερείας. Ο λόγος είναι η σύγχρονος πνευματική κατάστασις του τόπου μας, δηλαδή η κατάπτωσις και η απερίγραπτος σύγχυσις των ιδεών όλων...» [7].
«Είναι αδύνατον να αρχίσει δημιουργία Ελληνικής ζωής ενόσω όλα τα πράγματα της ζωής από το πρώτον κουρέλι του λίκνου – και όλων των ιδεών – μέχρι του τελευταίου κουρελιού του τάφου, είναι ξένα. Το κτύπημα της ξενομανίας είναι το πρώτον κίνημα, ο πρώτος αγών των ποθούντων να αγωνισθούν διά μίαν αρχήν Ελλάδος. Η ξενομανία είναι χωριατιά. Είναι προστυχιά. Είναι κουταμάρα. Είναι αφιλοτιμία. Είναι αφιλοπατρία. Και είναι ξιππασιά. Και είναι αμάθεια. Αυτός ο ανώτερος, ο πλούσιος, ο ανεπτυγμένος, ο ταξιδευμένος, ο παντογνώστης, ο παντοκρίτης, ο ιατρός, ο δικηγόρος, ο πολιτικός, ο παππάς, ο δάσκαλος, ο καθηγητής, ο τραπεζίτης, ο έμπορος, ο άνθρωπος του πνεύματος, που επήγε εις την Ευρώπην και εγύρισε ξενομανής, είναι αμαθής. Επήγε κι εγύρισε κούτσουρον. Δι’ αυτό είναι ξενομανής. Επήγε και εγύρισε χωριάτης δι’ αυτό είναι ξενομανής. Ό,τι είδε, ό,τι έμαθε δεν του εχρησίμευσεν εις τίποτε. Δεν εδιόρθωσε το κεφάλι, το εχάλασε. Δεν εφωτίσθη, αλλά ετυφλώθη δια πάντα. Δι’ αυτό είναι ξενομανής...» [8].
«Όταν η ξετσίπωτη Γύφτισα – η τωρινή Ρωμηοσύνη – πετάξει τα παληοχρώματά της και φορέσει τα χρώματα της γης της, τότε θα υπάρξει χροϊκώς Ελλάς...» [9].
«Μη σας ξαφνίζει η χαμηλότης της γλώσσης. Κανένα γλωσσικόν κατέβασμα, δεν θα κατόρθωνε να ζωγραφίσει, την ποταπότητα των Ελλαδικών πραγμάτων… Η ιστορία του αιώνος αυτού εγράφη υπό την χατζάραν των Κλεπτών και υπό το τακούνι των Βουλευτών. Και με ψεύδη δεν δημιουργούνται έθνη...Πεθαίνετε διότι εσκοτώσατε το ΠΝΕΥΜΑ. Ενόσω δεν αναστηθή και αναστηλωθή το ΠΝΕΥΜΑ αδύνατον να αρχίση η υπάρχουσα Ζωντανή Ελλάς... Εσκοτώσατε την ελληνικήν νεότητα. Και έθνος χωρίς νεολαίαν είναι άνοιξις χωρίς άνθη... Κάτω η Ελλάς των ψήφων, των μισθών, των χαρτοπαικτών και των βουλευτών...» [10].
«Αν σκιάζεστε να σκεφθείτε ελεύθερα, αν φοβάστε να σταθείτε όρθιοι σαν άντρες, τότε ξαναβουτίσετε στο δασκαλοσυνταγματικό σας ροχαλητό... Ντροπή σας να συζητάτε με τον σκυλόφραγκο αν η μακεδονική σας γη είναι δική σας γη. Και να τον πείσεις, δεν τον πείθεις τον ληστή. Ή μόνος ή με σμπίρους βαλτούς θα προσπαθήσει να σας πάρει κάθε γη. Οι πολιτισμοί που σας έμαθαν οι δασκαλοτσούσιδες, να προσκυνάτε μπρούμυτα, σας καμπανίζουν κατάμουτρα με άγρια χαστούκια. Η ΜΟΝΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΠΑΘΙ. Και είναι ανήθικον και άσκοπον και το να σας δώσουν και το να δεχθείτε τι. Και να σας δώσουν, αν είστε σάπιοι, ο πρώτος δυνατός θα σας το πάρει. Το ηθικόν είναι αν είσθε σάπιοι, να σας ξεπατώσουν και να καθαρίσουν τη γη.
Φυλάτε τη γη σας και την τιμή της, μόνο με σπαθί. Πάψετε σαπιοδάσκαλοι και σαπιορήτορες – αναφορατζήδες – να εξευτελίζετε τη Φυλή. Πάψετε παλιόγριες τις κλάψες, τα σάλια, τα μελάνια και πιάστε το σπαθί. Τα πάντα στη ζωή – η φύσις το λέει – κατακτώνται με το σπαθί. Και έτσι είναι και μόνο έτσι πρέπει να είναι...» [11].

Βιβλιογραφία

  • «Όσοι Ζωντανοί», Ίων Δραγούμης,
  • «Γιαννόπουλος Περικλής», Αναστάσιος Αθανασιάδης,
  • «Γιαννόπουλος Περικλής», Γεώργιος Κεχαγιόγλου,
  • «Γιαννόπουλος Περικλής», Παντελής Χορν,
  • «Περικλής Γιαννόπουλος:Πορτραίτο που κάηκε στο φως», Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος.
  • «Άπαντα Περικλή Γιαννόπουλου», Εκδόσεις «Ελεύθερη Σκέψις», Αθήνα 1988,
  • «Άπαντα Περικλή Γιαννόπουλου», Εκδόσεις «Νέα Θέσις»
  • «Έκκλησις προς το πανελλήνιον κοινόν», Εκδόσεις «Νέα Θέσις», Αθήνα 1987,
  • «Με ιδεολογία ελληνική-Νεοέλληνες πνευματικοί ήρωες», Εκδόσεις «Πελασγός», Αθήνα 1998.


Παραπομπές

  1. Άλμα πάνω [Ο καθηγητής Δημήτριος Βεζανής στο κείμενό του «Το μέγα μήνυμα του Περικλέους Γιαννοπούλου» το οποίο υπάρχει στα «Άπαντα» του Περικλή Γιαννοπούλου, εκδόσεις «Νέα Θέσις», γράφει: «...Από του Γιαννοπούλου χωρίζονται οριστικώς η απλή εθνικοφροσύνη από τον Εθνικισμόν. Εθνικόφρονες και πατριδολάτραι είναι όσοι απλώς αναγνωρίζουν την Ιδέαν της Πατρίδος. Εθνικισμός όμως είναι η δυναμική προσπάθεια της διαμορφώσεως του μέλλοντος συμφώνως με την Ιδέαν....».]
  2. Άλμα πάνωΕφημερίδα «Εμπρός», 11 Απριλίου 1910, σελίδα 4
  3. Άλμα πάνω [Εφημερίδα «Φοίνιξ», 26 Νοεμβρίου 1870.]
  4. Άλμα πάνω [Tεύχος 924, 1966, σ.31: «Σοφία Λασκαρίδου. Με δύο ανέκδοτα γράμματα του Περικλή Γιαννόπουλου»
  5. Άλμα πάνω [Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 26, 1η Ιουνίου 1939]
  6. Άλμα πάνω [Εφημερίδα «Πατρίς» 22 Απριλίου 1910]
  7. Άλμα πάνω [Πηγή: Η ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ]
  8. Άλμα πάνω [Πηγή: Η ΞΕΝΟΜΑΝΙΑ]
  9. Άλμα πάνω [Πηγή: ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΧΡΩΜΑ]
  10. Άλμα πάνω [Πηγή: ΤΟ ΝΕΟΝ ΠΝΕΥΜΑ]
  11. Άλμα πάνω [Πηγή: ΕΚΚΛΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ ΚΟΙΝΟΝ]




ΜΕΤΑΠΑΙΔΕΙΑ

ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ : Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΚΑΤΑΒΛΗΤΟΥ ΠΑΤΡΙΩΤΗ

Ο Εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος1

Το βράδυ της αποφράδας 27ης Αυγούστου 1922 γράφονταν ο τραγικός επίλογος μιας εκ των δραματικοτέρων σελίδων της ελληνικής ιστορίας. Και σε τούτη, την αλήστου μνήμης έκφανση του ιστορικού μας γίγνεσθαι, ο κλήρος – αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού λαού – δεν μπορούσε παρά να έχει, την δική του συνδρομή. Με τον μαρτυρικό θάνατο του ακατάβλητου πατριώτη Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου Καλαφάτη, αφού προηγήθηκε η διαπόμπευσή του από το φανατισμένο τουρκικό πλήθος, η Σμύρνη και μαζί της ολόκληρος ο ελληνισμός της Ιωνίας, παραδίδονταν στην θηριωδία των κεμαλικών στρατευμάτων υπό τον βαλή Νουρεντίν μπέη. Ποιά είναι όμως τα στοιχεία που συνθέτουν την κορυφαία φυσιογνωμία του διαπρεπή κληρικού και εθνομάρτυρος Χρυσόστομου;

Μια έστω και σύντομη στα πλαίσια της επιφυλλίδας, αποτίμηση της πολυσχιδούς προσφοράς του, θεωρούμε πως συνάδει τόσο με τον σεβασμό της ιστορικής μνήμης, όσο και με την αφύπνιση του υγιούς εθνικού συναισθήματος. Ο Χρυσόστομος γεννήθηκε το 1867 στην Τρίγλια της Προποντίδος και σπούδασε στην περίφημη Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου έλαβε το ζηλευτό θεωρητικό του υπόβαθρο στην Θεολογική επιστήμη. Σφυρηλατούμενος στα εθνικά ιδεώδη, στο μεγάλο σχολείο της Χάλκης, εξεδήλωσε ενωρίς τις σπάνιες αρετές μιας πολυσχιδούς φυσιογνωμίας που εμέλλετο να πρωταγωνιστήσει στον Μικρασιατικό Ελληνισμό. Έτσι αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος μιας ομάδας φωτισμένων κληρικών που εγκαίρως διείδαν τη δυνατότητα υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας. Η οποία εκφράζονταν πρακτικά με την προοπτική ενσωμάτωσης του συνόλου των ελληνικών πληθυσμών της Χερσονήσου του Αίμου, της Μικρασίας και των Αιγαιοπελαγίτικων νησιών. Αυτό το απαράμιλλο εθνικό του φρόνημα, βρήκε πεδίο δόξης λαμπρόν, στην υπόθεση του Μακεδονικού Αγώνα, όπου με αμείωτο πάθος και ένταση από το 1902 μέχρι το 1910 σαν Μητροπολίτης Δράμας δίνεται στην επιτυχή έκβασή του.

Η σύγκρουσή του με τις οθωμανικές αρχές της περιοχής είναι αναπόφευκτη, με αποτέλεσμα την ανεπιθύμητη απομάκρυνσή του από την Μητρόπολη Δράμας, τη εντολή του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’, που γνωρίζοντας ωστόσο τις ικανότητές του, τον τοποθετεί στην νευραλγικής σημασίας για τον ελληνισμό Μητρόπολη Σμύρνης. Και στην Σμύρνη όμως ο φλογερός πατριώτης ευθύς αμέσως πρωτοστατεί σε κάθε δραστηριότητα εθνικού χαρακτήρα, που θα επισύρει την δυσφορία του τουρκικού στρατιωτικού κατεστημένου, ιδία του Νομάρχη Σμύρνης και επιστήθιου φίλου του Τούρκου Υπουργού εσωτερικών Ταλλάτ πασά, Ραχμή βέη.

Το αρνητικό κλίμα επιτείνεται, όταν μετά τους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913 η νεοτουρκική κυβέρνηση εγκαινιάζει σκληρή πολιτική ανθελληνικών διωγμών. Ο Χρυσόστομος καταγγέλλει τις βιαιοπραγίες και την συνακόλουθη μαζική εκδίωξη, των ελληνικών πληθυσμών και επιτυγχάνει την αποστολή στην Σμύρνη Διεύθυνσης ανακριτικής επιτροπής από τους πρέσβεις των μεγάλων δυνάμεων. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και προικοδοτημένος με οξύ πολιτικό αισθητήριο καθώς έχει, αντιλαμβάνεται τους κλυδωνισμούς του οθωμανικού κράτους και απευθύνει έκκληση στον ελληνικό πληθυσμό της τουρκικής ενδοχώρας για παραμονή του στα πατρέα εδάφη της Σμύρνης, μέχρι της αποσυνθέσεως του τουρκικού κράτους. Παράλληλα οργανώνει την περίθαλψη και προστασία των εκτοπισμένων πληθυσμών της Παλαιάς Φωκαίας, της Κρήνης, της Περγάμου και της Μαινεμένης, στην Μητρόπολη της Σμύρνης, σε συνάρτηση με την πετυχημένη προσπάθειας διεθνοποίησης της τουρκικής καταπίεσης.

Τούτη η πολύμορφη προσπάθεια του για μιαν ακόμα φορά εξοργίζει τους Τούρκους και με την κήρυξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου ο Ραχμή βέης βρίσκει την πολυπόθητη ευκαιρία για να διατάξει την απομάκρυνση του Χρυσοστόμου από την Μητρόπολη της Σμύρνης. Έτσι τον Αύγουστο του 1914 απελαύνεται στην Κωνσταντινούπολη όπου αποδύεται στην συγγραφή στα γαλλικά του έργου του «Ο Ελληνισμός της Μικρασίας και η Νέα Τουρκία», σε μια προσπάθεια ευαισθητοποίησης της διεθνούς κοινότητας, για τα δεινά που υφίσταται ο Μικρασιατικός Ελληνισμός. Εδώ όμως επιχειρεί και μια σοβαρή παρέμβαση στην ελληνική πολιτική σκηνή υποδεικνύοντας στον βασιλιά Κωνσταντίνο να απαγκιστρωθεί από την κοντόφθαλμη στρατηγική της ουδετερότητας και να πολεμήσει στο πλευρό των συμμάχων. Και πράγματι η συμπαράσταση των ελληνικών στα συμμαχικά στρατεύματα στο καίριας σημασίας Μακεδονικό μέτωπο, αποφέρει την επαύριο της νίκης ισχυρά διαπραγματευτικά όπλα στην ελληνική κυβέρνηση, που υπό τον εθνάρχη Ελευθέριο Βενιζέλο υπογράφει τον Οκτώβριο του 1918 την ανακωχή του Μούδρου.

Ο δρόμος για την επιστροφή του Χρυσοστόμου στην Σμύρνη είναι πια γεγονός και ύστερα απο τέσσερα χρόνια επιστρέφει στα ιερά της χώματα, αξιώνοντας συνάμα την εκδίωξη του Ραχμή βέη απο την καρδιά της Ιωνίας. Σε μια ατμόσφαιρα άλλωστε πανδαισίας που δημιουργείται κατά την επιστροφή του σε πανηγυρική δοξολογία της Αγίας Φωτεινής, ανακοινώνει την εκστρατεία του για ένωση της Σμύρνης με την μητέρα Ελλάδα. Η πρωτομαγιά του 1919 επέπρωτο να αποτελέσει την άγια ημέρα όπου τα ελληνικά στρατεύματα κατόπιν εντολής του Ανωτάτου Συμβουλίου της διάσκεψης των Παρισίων, αποβιβάζονται στην Σμύρνη και την απελευθερώνουν μαζί με τον πληθυσμό της ενδοχώρας. Ενώ η υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών απο τον Ελευθέριο Βενιζέλο τον Αύγουστο του 1920, με την οποία ολοκληρώνεται το μεγαλόπνοο σχέδιο της Ελλάδος των δυο Ηπείρων και των πέντε θαλασσών, θα εμπνεύσει την άμετρη εκτίμησή του για τον Εθνάρχη, που εν τω μεταξύ έχει καταξιωθεί σε παγκοσμίου βεληνεκούς διπλωματική φυσιογνωμία.

Οι οξύτατες πολιτικές αντιπαραθέσεις όμως στην Αθήνα που συνοδεύονται με την απομάκρυνση του Βενιζέλου – τον Δεκέμβριο του 1920 – από την πολιτική κονίστρα, οδηγούν κατά αδήριτο τρόπο στον διχασμό. Και ο Χρυσόστομος με παρρησία καίτοι Βενιζελικός σε μια ύστατη προσπάθειά του να αποτρέψει την επερχόμενη καταστροφή για τον ελληνισμό, στην οποία συντείνει η άνευρη και βυθισμένη μέσα στις έριδες ελληνική κυβέρνηση, τείνει χείρα βοηθείας στον βασιλιά Κωνσταντίνο. Άλλωστε το παρακμιακό κλίμα στην Σμύρνη που εναρμονίζεται την δίνη της ελληνικής κυβερνήσεως, τροφοδοτεί και η στείρα παρουσία του αυταρχικού αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη. Η διαδεχθείσα τον Ελευθέριο Βενιζέλο κυβέρνηση επιχειρεί την περαιτέρω διείσδυση των ελληνικών στρατευμάτων στα βάθη της Μικρασίας όπου τερματίζεται η νικηφόρος επέλασή τους στον ποταμό Σαγγάριο. Αυτοί όμως οι πολιτικοστρατιωτικοί ελιγμοί εν παραλλήλω με την απομάκρυνση του Εθνάρχη από την κυβέρνηση, συνεπάγονται την βαθμιαία εγκατάλειψή μας από τους συμμάχους, που υπό διαφορετικό πρίσμα βλέπουν πια την ανακατανομή του γεωπολιτικού χώρου στα παράλια της Μικρασίας. Έτσι προτείνουν στα πλαίσια συμβιβασμού την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Σμύρνη, με αντάλλαγμα την παραχώρηση της ανατολικής Θράκης.

Την πρόταση ο Χρυσόστομος θα χαρακτηρίσει τερατώδη και δικαίως αφού συναρτάται με την εγκατάλειψη του ελληνισμού της Ιωνίας. Έτσι αδυνατώντας να προτάξει άλλη μορφή άμυνας ιδρύει μαζί με άλλους θαρραλέους κληρικούς και προκρίτους την Μικρασιατική Άμυνα, τον Οκτώβριο του 1921, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποφευχθεί η εκκένωση της Ιωνίας και να διασωθεί ο υπό την Ανατολή Ελληνισμός. Και σε αυτό όμως το εγχείρημα του ο Χρυσόστομος θα βρει αντιμέτωπο τον αρμοστή Στεργιάδη που συντασσόμενος με την παραπαίουσα και καρκινοβατούσα βασιλική κυβέρνηση των Αθηνών, κηρύσσει παράνομη την Μικρασιατική Άμυνα.

Η κατάρρευση του μετώπου δεν αργεί και η εκδηλωθείσα στις 13 Αυγούστου του 1922 τουρκική επίθεση συνοδεύετε από την μαζική συρροή χιλιάδων προσφύγων της ενδοχώρας στην Σμύρνη. Καταδεικνύοντας την πλήρη ανυπαρξία στοιχειώδους σχεδίου για αναίμακτη εκκένωση του αμάχου πληθυσμού και την εγκατάλειψή του από την ελληνική κυβέρνηση, στο έλεος της τουρκικής θηριωδίας. Και τούτη την τραγική ώρα του χαλασμού – την οποία η διεθνής κοινότητα θα καταγράψει σαν ανεπανάληπτο δείγμα σφαγής, βιαιοπραγιών και φρικαλεοτήτων – ο Χρυσόστομος σαν στοργικός ποιμενάρχης οργανώνει υποτυπωδώς την περίθαλψη των γεροντοτέρων και την στο μέτρο του δυνατού διαφυγή των γυναικόπαιδων. Όσο για τον εαυτόν του επιφυλάσσει τον τραχύ δρόμο του μαρτυρίου. Μετ’ επιτάσεως προσπαθούν να τον πείσουν οι διπλωματικοί εκπρόσωποι των μεγάλων δυνάμεων για την φυγάδευσή του. Αποκρούει σθεναρά κάθε τέτοια πρόταση δηλώνοντας «βαδίζω προς το μαρτύριον» λίγο πριν την συνάντησή του, με τον Τούρκο στρατηγό Νουρεντίν. Μαζί με τον προδομένο εναπομείναντα ελληνικό πληθυσμό παραμένει στην Αγία Φωτεινή.

Σε λίγο ο Νουρεντίν αφού πρωτίστως του απευθύνει την κατηγορία του «προδότη» και του «εχθρού» του τουρκικού έθνους, ενώπιον του αλλαλάζοντος φανατισμένου πλήθους, τον παραδίδει στον όχλο για να τον διαπομπεύσει και να τον κατακρεουργήσει. Δεν θα κατορθώσουν ποτέ όμως οι Τούρκοι, την ηθική εξόντωση του Χρυσοστόμου. Ο εθνομάρτυρας Χρυσόστομος αγωνίστηκε μέχρι αναλώσεως της βιολογικής του ικμάδος για την προάσπιση του Ελληνισμού της Ιωνίας, διατρανώνοντας το μεγαλείο της αδούλωτης ελληνικής ψυχής, μα και την αδιαίρετη σχέση λαού και εκκλησίας. Και για τούτη του την προσφορά θα μείνει για πάντα αθάνατος στα μύχια της καρδιάς μας. Η Ορθόδοξη εκκλησία ανακήρυξε τον Χρυσόστομο Άγιο και Εθνομάρτυρα και η σεπτή μνήμη του εορτάζεται την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

Σπάνιο βίντεο-ντοκουμέντο του 1911 με τον μάρτυρα Μητρoπολίτη Σμύρνης

Ενα σπάνιο βίντεο με τον μάρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο παρουσιάζεται στο κανάλι «Bahriye». Το βίντεο ξεκινάει με πλάνα της Σμύρνης και της γύρω περιοχής και ο άγιος Ιερομάρτυρας εμφανίζεται στο 1:25.

Παρακολουθήστε:

 


Ο εκπαιδευτικός Νικόλαος Βικέτος μιλάει στην Πεμπτουσία για τον Άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης και τον δρόμο που διέβη προς το μαρτύριο. Κορυφαία μορφή της Μικρασιατικής Καταστροφής υπήρξε ο τελευταίος Επίσκοπος Σμύρνης, της μιας από τις επτά Εκκλησίες της Αποκαλύψεως, Μητροπολίτης Χρυσόστομος Καλαφάτης. Ο μαρτυρικός του θάνατος από τον τουρκικό όχλο είναι άρρηκτα δεμένος με τις τελευταίες στιγμές της ελληνικής Σμύρνης και του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Αν και του προσφέρθηκαν πολλές ευκαιρίες να εγκαταλείψει τη Σμύρνη αυτός προτίμησε να μείνει και να συμμεριστεί την τύχη του ποιμνίου.

Ένας αυτόπτης στο μαρτύριο του Χρυσοστόμου Σμύρνης2

Είναι όντως συγκλονιστικές οι περιγραφές του τέλους του κι είναι σαν να διαβάζουμε και πάλι από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων τις τελευταίες στιγμές του πρωτομάρτυρα και αρχιδιακόνου Στεφάνου. Τις περιγραφές αυτές κάνει όχι ένας απλός άνθρωπος, του οποίου ίσως μπορούμε να αμφισβητήσουμε την ακρίβεια των λόγων του, ούτε κι ένας ραψωδός που μεγεθύνει τα γεγονότα στην εξιστόρησή τους, αλλά ένας επιστήμονας, αυτόπτης συγκλονιστικού γεγονότος, ο ακαδημαϊκός καθηγητής Γεώργιος Μυλωνάς, και μάλιστα σε ομιλία του επίσημη, στις 14 Δεκεμβρίου 1982, στην Ακαδημία Αθηνών.

Παραθέτουμε αυτούσια τα τελευταία λόγια της ομιλίας αυτής:

«Θα μου επιτρέψετε να τελειώσω την ομιλία μου με μία προσωπική μαρτυρία, που για πρώτη φορά εξομολογούμαι. Κατά τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1922 μία ομάδα φοιτητών του International College της Σμύρνης και εγώ βρεθήκαμε φυλακισμένοι σε απαίσιο υπόγειο, σ’ ένα από τα μπουντρούμια του Διοικητηρίου της Σμύρνης. Σ’ αυτό ήταν ασφυκτικά στριμωγμένοι Έλληνες Χριστιανοί αιχμάλωτοι, μάλλον άνθρωποι προωρισμένοι για θάνατο. Τις βραδυνές ώρες φύλακες μ’ επικεφαλής Τουρκοκρήτα παρελάμβανον θύματα που ετυφεκίζοντο. Στις 5 το απόγευμα της τελευταίας ημέρας του θλιβερού Σεπτεμβρίου, ο Τουρκοκρής εκείνος με διέταξε να τον ακολουθήσω στην αυλή.

– Είσαι δάσκαλος; με ρωτά.

– Αυτήν την τιμή είχα! του απαντώ.

– Και οι άλλοι που ήσαν μαζί σου είναι φοιτητές;

– Ναι, του λέγω.

– Γρήγορα μάζεψέ τους και φέρε τους εδώ!

– Ελάτε μαζί μου έξω! λέγω στους συντρόφους μου.

– Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα μας. Εμπρός με θάρρος!

Ποιά ήταν η έκπληξή μας όταν ακούσαμε τον Τουρκο-Κρητικό να λέει:

– Δεν θα σας σκοτώσω, θα σας σώσω. Απόψε θα θανατωθούν όλοι όσοι είναι στο μπουντρούμι, γιατί έφεραν και άλλους που δεν έχουμε χώρο να τους στοιβάξουμε. Θα σας σώσω σήμερα, γιατί ελπίζω αυτό να με βοηθήσει να λησμονήσω μία τρομερή σκηνή που αντίκρυσαν τα μάτια μου, σκηνή στην οποία έλαβα μέρος.

Και συνέχισε:

– Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας. Ήμουν μ’ εκείνους που τον τύφλωσαν, που του ‘βγάζαν τα μάτια και αιμόφυρτο, τον έσυραν από τα γένεια και τα μαλλιά στα σοκάκια του Τουρκομαχαλά, τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Βαθειά εντύπωση μου έκανε και αξέχαστος παραμένει η στάση του. Στα μαρτύρια που τον υπέβαλαν δεν απήντα με φωνές, με παρακλήσεις, με κατάρες. Το πρόσωπό του το κατάχλωμο, το σκεπασμένο με το αίμα των ματιών του, το πρόσωπό του είχε εστραμμένο προς τον Ουρανό και διαρκώς κάτι ψιθύριζε που δεν ηκούετο πέρα από την περιοχή του. Ξέρεις εσύ, δάσκαλε, τί έλεγε;

– Ναι ξέρω, του απήντησα. Έλεγε: Πάτερ Άγιε, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τί ποιούσι.

– Δεν σε καταλαβαίνω, δάσκαλε, μα δεν πειράζει. Από καιρού σε καιρό, όταν μπορούσε, ύψωνε κάπως το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει την χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει, μανιάζει και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δυο χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου. Τόσο τον λυπήθηκα τότε που με δυο σφαίρες στο κεφάλι τον αποτελείωσα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα που σας την είπα ελπίζω πως θα ησυχάσω. Γι’ αυτό σας χάρισα τη ζωή.

– Και που τον έθαψαν; ρώτησα με αγωνία.

– Κανείς δεν ξέρει που έρριξαν το κομματιασμένο του κορμί».

Αυτή είναι η μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα, που φανερώνει, όπως είπαμε, το μέγεθος της αγιότητας του μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου, αφού στην πίστη μας την ορθόδοξη εκείνο που αποτελεί αποδεικτικό μεγάλης αγιότητας είναι η αγάπη που απλώνεται και προς τον εχθρό. Και τίποτε να μην ξέραμε για τον άγιο Χρυσόστομο, και μύρια όσα να του έχουν καταλογιστεί, το τέλος του είναι εκείνο που φανερώνει την εσωτερική, της καρδιάς του, ποιότητα. Κι ο άγιος Χρυσόστομος σαν τον Χριστό, σαν τον άγιο Στέφανο, σαν τους αποστόλους και όλους τους αγίους μάρτυρες ευλογεί τους διώκτες του και προσεύχεται γι’ αυτούς. Μόνον όποιος διακατέχεται πλούσια από αυτό το πνεύμα του Χριστού ξέρουμε ότι ανήκει σ’ Εκείνον και προεκτείνει την αγιότητα Εκείνου.«Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;».

Δε θέλουμε να μακρηγορήσουμε. Τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Ας επιτραπεί όμως ως κατακλείδα στη μικρή αυτή αναφορά να μεταφέρουμε ένα απόσπασμα από ένα ποίημα πού έχει γραφεί ακριβώς για τον άγιο:

Στον άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης

Ό,τι θεριά ‘νθρωπόμορφα δε βλέπαν και δε νιώθαν,

τό ‘δαν τα δέντρα, τα πουλιά ο ήλιος και το χώμα:

τ’ άγιο κορμί πού κείτουνταν ακρωτηριασμένο,

με πύριν’ όμως την ψυχή και με αγάπης χρώμα!

Τά χείλη του ψιθύριζαν βαμμένα μέσ’ στο αίμα,

την ώρα πού του ρολογιού οι δείκτες σταματούσαν

-κείνο πού πήρ’ ο άνεμος με δέος και με φόβο,

για να το φέρει όπου γης και δάκρυα ξεσπούσαν.

«Πατέρα, τη συχώρηση δώσ’ τους, μη τους γδικιέσαι,

Γιατί δεν ξέρουνε κι αυτοί σαν τότε οι εχθροί Σου»,

λέγαν τα χείλη τ’ άγια του Χρυσοστόμου Σμύρνης,

λίγο πριν φύγει η ψυχή του και από το σώμα χωρίσουν!

Εσείστηκαν οι ουρανοί απ’ τη βαθειά αγάπη

κι ευθύς εφάνη ο Χριστός πού ‘σκυψε κει σιμά του.

«Δούλε καλέ και αγαθέ,μην τον φοβάσαι διόλου

όποιον σου παίρνει τη ζωή μικρό τ’ ανάστημά του»!

Κι έφυγε ο Χρυσόστομος ο της θυσίας άγιος.

Μα άφησε το σώμα του τη γη μας να λιπαίνει.

Από ψηλά τώρα θωρεί κι από την προτομή του

θυμίζοντας το χρέος μας φωνή πού δέν σωπαίνει!


«Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος εκρεουργήθη», γράφει στις 2 Σεπτεμβρίου 1922 η εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα»


“Διερχόμεθα ημέρας και ώρας μεγάλης ταραχής και αγωνίας” – Επιστολή του Χρυσοστόμου Σμύρνης προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη3

Η επιστολή αυτή του Χρυσοστόμου Σμύρνης προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη στάλθηκε λίγες μέρες πριν από το μαρτυρικό του τέλος. Καταγράφει την αγωνία και τις άοκνες προσπάθειες του ιεράρχου για την προστασία των χριστιανών από τα έπερχόμενα δεινά, αλλά και την ακατανόητη στάση των ελληνικών αρχών μπροστά στην βέβαιη καταστροφή.

Παναγιώτατε Δέσποτα,

Διερχόμεθα ημέρας και ώρας μεγάλης ταραχής και αγωνίας. Τα μέχρι της σήμερον αήττητα αναδειχθέντα Ελληνικά όπλα φαίνεται ότι εκάμφθησαν προ των κολοσσιαίων παντοίας φύσεως πολεμικών υλικών, ιδίως πυροβολικού, αεροπλάνων και αυτοκινήτων, αλλά και ανδρών, παρασκευών και προμηθειών του εχθρού. Η μία μετά την άλλην αι πρώται οχυρωματικαί μας γραμμαί έπεσαν εις χείρας του εχθρού. Μετά τας θέσεις του Αφιόν Καρά- χισάρ, και τα επίσης στρατηγικά σημεία Τοναλού Βουνάρ εγκατελείφθησαν υπό των ημετέρων, οι οποίοι νυν μάχονται απεγνωσμένον αγώνα εν Μπανάζ. Σήμερον την μεσημβρίαν ακριβώς επεσκέφθην τον Επιτελάρχην της Στρατιάς Στρατηγόν κ. Βαλέτταν και ηρώτησα αν υπάρχουν ελπίδες βάσιμοι να αναχαιτισθή υπό του στρατού μας η εξαπολυθείσα εχθρική επίθεσις και προέλασις. Ομολογώ δε ότι εκ των απαντήσεών του δεν έμεινα διόλου ικανοποιημένος και ευχαριστημένος· διότι και αι παρήγοροι λέξεις, ας μοι προσέθηκεν, ότι έχομεν και άλλας γραμμάς αμύνης εν Ουσάκ και εν Φιλαδέλφεια, διόλου δεν μας καθησύχασαν. Εν δε τη συσκέψει των Δύο Ανωτάτων Κοινοτικών Σωμάτων της πόλεως, ήτις έλαβε χώραν σήμερον περί το εσπέρας, παρά πάντων ωμολογήθη το λίαν κρίσιμον και σοβαρόν της καταστάσεως και μετά τας δηλώσεις έτι και διαβεβαιώσεις του Υπάτου Αρμοστού προς μεταβάσαν παρ’ αυτώ Ιδιαιτέραν Επιτροπήν, ότι τόσον αυτός όσον και ο Αρχιστράτηγος αγρυπνούσι και λαμβάνουσιν όλα τα υπό των περιστάσεων ενδεικνυόμενα μέσα και μέτρα, και πάλιν τα πνεύματα όλων είνε τεταραγμένα και εξεγηγερμένα, μετά την εις Σμύρνην μάλιστα άφιξιν των πρώτων καταφόρτων εκ δυστυχών προσφύγων εξ Ουσακίου και άλλων χωρών σιδηροδρομικών συνολκών. Οι πάντες προαισθάνονται ότι οι μέγιστοι των κινδύνων και των συμφορών επικρέμανται επι του δυστυχούς Χριστιανικού πληθυσμού, όσον του εσωτερικού, άλλο τόσον και της Σμύρνης, γνωστού όντος μάλιστα ότι και αυτοί οι αστικοί και αγροτικοί Τουρκικοί πληθυσμοί όλοι, ουδενός εξαιρουμένου, είνε ωπλισμένοι μέχρις οδόντων, χάρις εις την ακατανόητον επί τριετίαν ανοχήν και μακροθυμίαν της Υπάτης Αρμοστείας και όλων των λοιπών Στρατιωτικών και Αστυνομικών Ελληνικών Αρχών. Νικηφόρος είσοδος του Τουρκικού στρατού εις τας πόλεις του εσωτερικού και δη και εις την πρωτεύουσαν πόλιν Σμύρνην και η συνένωσις μετ’ αυτού όλων των εξωπλισμένων Τουρκικών πληθυσμών, όσοι πλήρεις ασφαλείας και ησυχίας έζων μέχρι τούδε υπό την σκέπην της Ελληνικής Διοικήσεως και την προστασίαν του Ελληνικού Στρατού, μεθ’ οίων εξάψεων λύσσης και αγρίας σφαγής θέλει σημειωθή. Είνε περιττόν να σημειώσω ενταύθα, διότι όλοι έχομεν πικροτάτην αιματηράν πείραν των αλλεπαλλήλων και συνεχών και αναπόφευκτων σφαγών, δι’ ων σημειούται πανταχού η διάβασις των Τούρκων είτε ως ηττημένων είτε ως νικητών. Δυστυχώς, όλος και ο υπαίθριος των χωρίων και ο αστικός των πόλεων Ελληνικός πληθυσμός διατελεί παντελώς άοπλος χάρις εις τα αυστηρά και όντως δρακόντεια μέτρα, άτινα κατ’ αυτού ελήφθησαν, αφ’ ου υπό της Υπάτης Αρμοστείας ουδ’ εις αυτήν την επί άλλαις χρησταίς ελπίσι ιδρυθείσαν εν Σμύρνη Ελληνικην Μικρασιατικήν Άμυναν επετράπη να αγοράση και φέρη όπλα και εξόπλιση πολιτοφύλακας προς αναπτέρωσιν του καταπεπτωκότος φρονήματος των ημετέρων και προστασίαν της ζωής των πολιτών τουλάχιστον από τας συμμορίας και τα άτακτα Τουρκικά στίφη· και θα συμβή δια τον λόγον τούτον το πρωτάκουστον φαινόμενον να παραδοθή εις την σφαγήν και τον όλεθρον ολόκληρος εκατοντάδων χιλιάδων Ελληνικός πληθυσμός, χωρίς να δυνηθή να αντιτάξη αξιόχρεων τινά υπέρ της ζωής του έστω και πρόσκαιρον ολίγων ημερών ή ωρών άμυναν, μέχρις ου τουλάχιστον παρέμβωσιν αι Ευρωπαϊκαί Δυνάμεις και σώσωσι την κατάστασιν και τούτο κατόπιν των τόσων διατυμπανισθέντων και διαλαληθέντων περί Παμμικρασιατικής Ελληνικής Οργανώσεως και Αμύνης, τα οποία χάρις εις τας ακατανοήτους και ακαταλογίστους απαγορεύσεις της Ελληνικής Διοικήσεως έμειναν γεγραμμένα μόνον εν τοις προς την Μικρασιατικην Άμυναν υπομνήμασί μου και εν ταις ακαδημαϊκαίς και πλατωνικαίς συζητήσεσι και τοίς πρακτικοίς των μελών της λεγομένης Μικρασιατικής εν Σμύρνη Αμύνης.Των πραγμάτων επί ξυρού ακμής και εν ούτω κρισίμω σημείω ευρισκομένων, όλων τα απέλπιδα όμματα στρέφονται και πάλιν προς την Μητέρα Εκκλησίαν και ικετεύομεν πάντες την Υμετέραν Θειοτάτην Παναγιότητα, όπως εν τη αξιοχρέω Αυτής μερίμνη προβή επειγόντως και αποτελεσματικώς εις τα κατάλληλα παρά τοις εν Κωνσταντινουπόλει Υπάτοις Αρμοσταίς προς σωτηρίαν των εις έσχατον κίνδυνον σφαγής και ολέθρου ευρισκομένων χιλιάδων Χριστιανών τέκνων Της σοβαρά μέτρα. Εφ’ ω και προσθέτως ικετεύομεν την Υμετέραν Παναγιότητα ίνα μη λείψη εγκαίρως να διαφωτίση την Χριστιανικήν συνείδησιν των πεπολιτισμένων λαών και ιδία του Κληρικού κόσμου της Ευρώπης και Αμερικής περί των επαπειλουμένων κατα των Χριστιανών της Μικρασίας μεγίστων κακών.Ημείς ενταύθα αποστέλλομεν αύριον Επιτροπάς εκ μελών των Δύο Σωμάτων υπό την προεδρίαν μου τόσον προς τον Ύπατον Αρμοστήν και τον Αρχιστράτηγον όσον και προς τους ενταύθα Γενικούς Προξένους Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας και Αμερικής, ίνα εφελκύσωμεν την προσοχήν των επί των μελλόντων γενέσθαι μεγίστων κακών, τα οποία ημείς μεν οι Χριστιανοί ορμεμφύτως διαισθανόμεθα ότι θα λάβωσι χώραν καθ’ όλην την Μικρασίαν εις μεγίστην και ευρυτάτην κλίμακα, οι δε ημέτεροι Αρμοστής και Αρχιστράτηγος, καθώς και οι ξένοι Πρόξενοι, δεν θέλουσι να πιστεύσωσι ότι είνε δυνατόν εν πλήρει εικοστώ αιώνι να λάβωσιν χώραν εν αυτώ τω ομφαλώ της Ευρώπης υπό τα όμματα όλου του πεπολιτισμένου Χριστιανικού κόσμου. Μόνον φοβούμεθα μήπως δεν μας επιτραπή υπό των Ελληνικών πολιτικών και στρατιωτικών του τόπου Αρχών να τηλεγραφήσωμεν και καταστήσωμεν εγκαίρως ακουστήν την φωνήν της οδύνης μας και εις τα Χριστιανικά Ανακτοβούλια και τας Κυβερνήσεις της Ευρώπης και Αμερικής. Εφ’ ω και προσθέτως ικετεύομεν την Υμετέραν Παναγιότητα ίνα μη λείψη εγκαίρως να διαφώτιση την Χριστιανικήν συνείδησιν των πεπολιτισμένων λαών και ιδία του Κληρικού κόσμου της Ευρώπης και Αμερικής περί των επαπειλουμένων κατά των Χριστιανών της Μικρασίας μεγίστων κακών.

Επί τούτοις επιφυλασσόμενος να αναφέρω τακτικώς ει τι σοβαρόν οσημέραι λαμβάνει χώραν εν τω τόπω προς πλήρη διαφώτισιν και γνώσιν της Μητρός Εκκλησίας, δράττομαι της ευκαιρίας να σημειωθώ μετ’ άκρου σεβασμού.

Εν Σμύρνη τη 19η Αύγούστου 1922

Ο Σμύρνης Χρυσόστομος

Ο Νεομάρτυς Μητροπολίτης Μοσχονησίων Αμβρόσιος4

Εκτός από την αγία μορφή του μάρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου, πλήθη ηρωικών μαρτύρων, κληρικών και λαϊκών, πότισαν με το τίμιο αίμα τους τα αλησμόνητα εδάφη των προγόνων μας, κατά τις τραγικές εκείνες μέρες του Ελληνισμού του 1922.

Ξεχωριστή θέση στους αρχιερείς που δεν εγκατέλειψαν το ποίμνιό τους και συνέδεσαν τη μοίρα τους μαζί του, υπήρξε ο Μητροπολίτης Μοσχονησίων Αμβρόσιος. Αυτός καταγόταν από το Τριαντάρο της Τήνου, αλλά γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1872 όπου υπήρχε μια σημαντική παροικία Τηνίων. Ήταν ένας ιδιαίτερα μορφωμένος ιεράρχης, που είχε σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα και στη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου. Υπηρέτησε σε πολλές ελληνικές κοινότητες της Κριμαίας (Θεοδοσίας, Συμφεροπόλεως, Σεβαστουπόλεως).

Το 1913 χειροτονήθηκε βοηθός επίσκοπος της Μητροπόλεως Σμύρνης με τον τίτλο Ξανθουπόλεως, ὐστερα από αίτημα του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου. Τον αναπλήρωσε μάλιστα κατά την εξορία του, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1919 ορίσθηκε ως πατριαρχικός έξαρχος στα Μοσχονήσια και το 1922 τοποθετήθηκε ως Μητροπολίτης Μοσχονησίων. Επειδή οι κάτοικοι είχαν ταλαιπωρηθεί από τα μέτρα της Κυβέρνησης το 1915 (εκτοπίσεις, τρομοκρατία κ.λπ.), η αρωγή και η φροντίδα του ανακούφισαν κατά πολύ το χριστιανικό στοιχείο της περιοχής.

Κατά τη Μικρασιατική καταστροφή παρέμεινε στη θέση του, αποφασισμένος να ακολουθήσει τις τύχες του ποιμνίου του και εμψυχώνοντάς το. Σύμφωνα με μία εκδοχή, εκτοπίσθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου του 1922 μαζί με 6.000 χριστιανούς και 12 Ιερείς και Μοναχούς στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Καθ’ οδόν αποφασίσθηκε η θανάτωσή του και οι δήμιοι του πρώτα τον πετάλωσαν κι υστέρα κόβοντας σιγά-σιγά τα μέλη του τον αποτελείωσαν. Σύμφωνα με άλλες πηγές, τον έθαψαν ζωντανό σε ένα τάφο μαζί με άλλους εννέα Ιερείς σε λάκκο έξω από την πόλη των Κυδωνιών.

  

[1] Πάνος Ν. Αβραμόπουλος, M.Sc Δ/χος Μηχανικός Ε.Μ.Π. / Πηγή: pemptousia.gr

[2] Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δορμπαράκης / Πηγή: Μηνιαίο Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς «Πειραϊκή Εκκλησία», Αριθμός Φύλλου 207, Σεπτέμβριος 2009

[3] Πηγή: «Το αρχείον τον εθνομάρτυρος Σμύρνης Χρυσοστόμου», έκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης – αναδημοσίευση από: Mηνιαίο Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς «Πειραϊκή Εκκλησία», Αριθμός Φύλλου 207, Σεπτέμβριος 2009

[4] Πηγή: pemptousia.gr


ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi9AYAjQboFh1_5M3bFMvoiwdv6qY5bDyiuBuwvPV3Yjtp1ZG3BAXNnY5CWdpxeWu7FvNRIyWEpe_RHBqBZHx93XDCYKW4LJe3j_4jgmwduvaKGVqaTsCSNu7bWjJSewd6rxVoBPh5kloo/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters