Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ : Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΣΟΣΤΩΝ - Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1944


Του Γεωργίου Διον. Κουρκούτα
καθηγητή φιλόλογου 

Ο Οκτώβριος 1944 συνδέεται με το γεγονός της Απελευθερώσεως, μετά από τριάμισι χρόνια Κατοχής, της ελληνικής πρωτευούσης, των Αθηνών. Αυτό συνέβη στις 12 Οκτωβρίου, όταν τα τελευταία Γερμανικά στρατεύματα κατέβασαν την πολεμική σημαία του Γ΄ Ράιχ από την Ακρόπολη. Ο Λαός των Αθηνών, κατανοώντας τι σήμαινε αυτό, μετά από ατελείωτα μερόνυχτα αγωνίας, βγήκε στους δρόμους για να εορτάσει. Σε λίγες ημέρες καταφθάνει και η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος, με Πρωθυπουργό τον παλαιό Υπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, και υψώνεται επισήμως η Ελληνική σημαία στον Ιερό Βράχο.

Το κλίμα της ανησυχίας
Όμως το κλίμα δεν ήταν ήσυχο, καθώς υπήρχε ανησυχία για το μέλλον. Ήδη ο Α΄ Γύρος του Εμφυλίου Πολέμου (αυτός των ετών 1943-1944) συνεχιζόταν με τις κομμουνιστικές επιθέσεις και σφαγές σε πόλεις της Πελοποννήσου (Πύργος, Καλαμάτα, Μελιγαλάς, Γαργαλιάνοι, Πύλος κ. α.) εναντίον μονάδων των Ταγμάτων Ασφαλείας, της Χωροφυλακής και μη κομμουνιστών πολιτών.

Ο φόβος συνυπήρχε με την χαρά τις πρώτες ημέρες. Τα όσα έγιναν τον Δεκέμβριο του 1944 (Δεκεμβριανά ή ο Β΄ Γύρος) κυρίως στην Αττική, με τα ταραγμένα 33 ημερόνυχτα σφαγών και αγωνίας έπεισαν τους τελευταίους καλοπροαίρετους ότι υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί η Ελλάς σε κομμουνιστικό προτεκτοράτο. Ακολούθησαν εντός του Φεβρουαρίου 1945 δύο Συμφωνίες που σφράγισαν τις μεταπολεμικές εξελίξεις σε Ευρώπη και Ελλάδα.

Βάρκιζα και Γιάλτα το 1945
Πρόκειται για την Συμφωνία της Βάρκιζας, με την οποία το ΕΑΜ-ΚΚΕ αναγνώριζε την ήττα του στα Δεκεμβριανά και εισερχόταν ως Κόμμα στον ομαλό Κοινοβουλευτικό βίο, διασφαλίζοντας το ακαταδίωκτο για τα Εγκλήματα των προηγουμένων ετών μόνο στους ηγέτες του!

Τα απλά μέλη, τα εκτελεστικά όργανα μιας απάνθρωπης ιδεολογίας θα έμεναν εκτεθειμένα σε δικαστικές διώξεις και αντεκδικήσεις των συγγενών των θυμάτων τους. Παράλληλα, τις ίδιες ημέρες (και ενώ ο Πόλεμος στην Ευρώπη συνεχιζόταν έως τον Μάιο του 1945) γινόταν η σύσκεψη στην Γιάλτα της Κριμαίας, μεταξύ των 3 Ηγετών των Νικητών του Πολέμου. Φραγκλίνος Ρούζβελτ και Ουίνστον Τσώρτσιλ συναντώνται με τον (οικοδεσπότη της συσκέψεως) Ιωσήφ Στάλιν συσκέπτονται για το πώς θα μοιράσουν τις σφαίρες επιρροής στον Μεταπολεμικό Κόσμο. Οι Νικητές μοίραζαν την λεία τους. Σε λίγο ο Ψυχρός Πόλεμος θα ξεκινούσε, ένας Πόλεμος που θα δίχαζε πάλι την Ευρώπη.
Όμως τα πάντα για την Ελλάδα είχαν κριθεί μερικούς μήνες νωρίτερα. Θα βρισκόταν στο «Δυτικό στρατόπεδο», παρότι σε επίπεδο δύναμης εντός της κατεχομένης Ελλάδος, με τρόπους βάρβαρους για τους αντιπάλους τους, είχαν οπλική κυριαρχία οι οπαδοί του «Ανατολικού στρατοπέδου», του Σοβιετικού-Κομμουνιστικού χώρου. Και αυτοί επεδίωκαν ό,τι έκαναν οι ομοϊδεάτες τους στην Ανατολική Ευρώπη, που οδήγησαν τις χώρες τους στον εφιάλτη του Κομμουνιστικού Ολοκληρωτισμού έως το 1989-1990. Που αντικατέστησαν την Γερμανική κυριαρχία με την Σοβιετική, που ήταν πιο σκληρή σε πολλές περιπτώσεις.

Το περίφημο χαρτάκι των ποσοστών μεταξύ Στάλιν και Τσώρτσιλ

Η συνάντηση της Μόσχας τον Οκτώβριο του 1944
Όλα θα κριθούν για το μέλλον της Ελλάδος το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 1944. Πολύ πριν την Γιάλτα (Φεβρουάριος 1945), οπότε κατοχυρώθηκε η ύπαρξη 2 σφαιρών επιρροής, δύο Κόσμων, του Ανατολικού (που θα «ζήσει» έως το 1989-1990) και του Δυτικού (με κυρίαρχες τις Η.Π.Α., στην αρχή μαζί με Αγγλία και Γαλλία). Και αυτό διότι στην Μόσχα συναντώνται οι Στάλιν και Τσώρτσιλ και στις 9 και 10 Οκτωβρίου 1944 (2 ημέρες πριν φύγουν από την Αθήνα οι Γερμανοί κατακτητές). Και εκεί, με απόλυτη κυνικότητα αποφασίζουν για την μεταπολεμική μοίρα 5 Κρατών, κυρίως της Βαλκανικής.
Σε ένα μικρό χαρτάκι (που σώζεται σήμερα στα Αρχεία, για να θυμίζει σε όλους την διαρκή κυνικότητα των Ισχυρών) αποφάσισαν τις ζώνες επιρροής σε Ρουμανία, Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία, Ουγγαρία και Βουλγαρία (την Αλβανία την …ξέχασαν, ειλικρινά, καθώς δεν αναφέρεται τίποτε για την τύχη της. Η συνέχεια είναι γνωστή με την επικράτηση του καθεστώτος Χότζα και Αλία έως το 1992, που πλήγωσε και την Βόρειο Ήπειρο).

Ο κυνισμός των «μεγάλων»
Για την Ελλάδα, μετά από πρόταση του Τσώρτσιλ που αποδέχθηκε ο Στάλιν βάζοντας ένα σημάδι στο χαρτάκι αυτό, οριζόταν επιρροή 90% των Δυτικών (δηλαδή Αγγλίας και ΗΠΑ) και 10% της Ρωσίας (όπως αποκαλούσαν στο χαρτί την Σοβιετική Ένωση). Για τις άλλες 4 χώρες οριζόταν : για την Ρουμανία, επιρροή Ρωσίας 90% και 10% των «άλλων» (Δυτικών), για την Γιουγκοσλαβία 50-50, για την Ουγγαρία 50-50 και για την Βουλγαρία 75% η Ρωσία και 25% οι άλλοι. Όλα αυτά τα περιγράφει ο αείμνηστος Διπλωμάτης και Ιστορικός Αντώνιος Ι. Κοραντής στο μνημειώδες (και κρυμμένο) βιβλίο του «Τεχεράνη- Γιάλτα- Πότσνταμ», στις σελ. 226-227 (που εξεδόθη από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας προ 30 ετών).
Με βάση αυτήν την συμφωνία, η Ελλάς περιερχόταν στον Δυτικό Κόσμο, παρά τις επιθυμίες και τις προσδοκίες των εν Ελλάδι οπαδών του Στάλιν. Οι τελευταίοι δεν δέχθηκαν ποτέ ότι ο μεγάλος ηγέτης του Παγκόσμιου Κομμουνισμού, ο Ιωσήφ Στάλιν, που ήλεγχε και την ηγεσία του ελληνικού Κομμουνισμού (ο Νίκος Ζαχαριάδης, που ξεκίνησε το 1946 την Κομμουνιστική Ανταρσία κατά της Ελλάδος ήταν προσωπική επιλογή του Στάλιν, για αυτό και, όταν πέθανε ο Στάλιν το 1953, ακολούθησε η αποκαθήλωση, η εξορία, ο εξευτελισμός και η αυτοκτονία αυτού του μοιραίου για την Ελλάδα πολιτικού) «πούλησε» τόσο φθηνά τους ομοϊδεάτες του στην Ελλάδα.

Και για δεκαετίες αρνούνταν ότι έγινε αυτός ο χωρισμός σε σφαίρες επιρροής! Δεν μπορούσαν να δεχθούν ότι τους χρησιμοποίησε ως χρήσιμους ηλιθίους (που θα έλεγε και ο Λένιν) και στο τέλος θα τους άφηνε να ηττηθούν και να καταφύγουν στην Προσφυγιά!

Τα αρχεία απέδειξαν την αλήθεια
Μέχρι να ανοίξουν την δεκαετία του 1990 τα Αρχεία και να βρεθεί και το πρωτότυπο αυτό από το χαρτάκι και να λυθούν όλες οι απορίες. Και να δικαιωθούν όσοι έλεγαν ότι η Σοβιετική Ένωση χρησιμοποίησε τους εν Ελλάδι οπαδούς του Κομμουνισμού, για να κάνει αντίμετρα στην Δύση (Αγγλία και ΗΠΑ). Ότι έστειλε σε έναν τραγικό πόλεμο χιλιάδες οπαδούς της και οδήγησε σε αιματοκύλισμα την Ελλάδα. Όλα κρίθηκαν για την Ελλάδα (μέχρι το 1990, οπότε κατέρρευσε ο Κομμουνισμός από τις δικές του αμαρτίες) εκείνον τον Οκτώβριο του 1944 στην Μόσχα…

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40 : Η ΗΠΕΙΡΟΣ ΠΡΟΜΑΧΟΥΣΑ, ΗΘΙΚΗ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΗ - «ΑΙ ΗΘΙΚΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ» ΩΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΕΝΟΥ ΡΙΣΚΟΥ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΚΑΤΣΙΜΗΤΡΟΥ

Χαράλαμπος Κατσιμήτρος
Πηγή: Αντιστρατήγου ε.α. Κατσιμήτρου Χαραλάμπου, Η ΗΠΕΙΡΟΣ ΠΡΟΜΑΧΟΥΣΑ, Αθήνα 1954, σελ. 58-59

Ήδη ας εμβαθύνωμεν εις τας σκέψεις και αποφάσεις των τότε αρμοδίων και υπευθύνων δια την Κυβέρνησιν της χώρας και της Ανωτάτης ηγεσίας των ενόπλων δυνάμεων.
Το Γενικόν Επιτελείον Στρατού επί τη βάσει των σταθμητών παραγόντων, εκτιμήσαν καλώς την όλην κατάστασιν και εν γνώσει των ευθυνών αυτού, απεφάσισε να θυσιάση εν μέρος του εθνικού εδάφους (εν ανάγκη) δια το συμφέρον του συνόλου.
Θα μεταφέρωμεν ενταύθα την σχετικήν περικοπήν εκ του εκδοθέντος βιβλίου «Η ΕΛΛΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟΝ 1940-41» υπό του Αρχιστρατήγου κ.ΠΑΠΑΓΟΥ ΑΛ.
Ούτω εν τη σελίδι 219 του βιβλίου τούτου αναγράφεται:

«Προθέσεις της Ανωτάτης Στρατ. Διοικήσεως
Αι δυνάμεις της Ηπείρου είχον ως αποστολήν την κάλυψιν της Θεσσαλίας από κατευθύνσεως Ιωάννινα – Ζυγός Μετσόβου (κυρία αποστολή) και από Ηπείρου προς Αιτωλοακαρνανίαν (δευτερεύουσα αποστολή)
Αι δυνάμεις όθεν της Ηπείρου είχον ελαστική αποστολήν, ίνα μη αι προσπάθειαι αυτών εις την τοποθεσίαν ΕΛΑΙΑΣ – ΚΑΛΑΜΑ φθείρωσι αυτάς και καταστή προβληματική η ανωτέρω βασική αποστολή.
Η απώλεια εθνικού εδάφους δεν θα είχε τόσην σημασίαν, όσην θα είχεν η αποκοπή δυνάμεων Ηπείρου από των προς Θεσσαλίαν συγκοινωνιών των».
Αλλ’ η VIII Μεραρχία αντί της ελαστικής αποστολής συνεπαγομένης πολλούς κινδύνους και απρόοπτα, προτίμησε την σταθεράν άμυναν, έστω και εναντίον των διαταγών του Γενικού Επιτελείου.
Τα επακολουθήσαντα γεγονότα, εδικαίωσαν τας προβλέψεις του υπευθύνου Διοικητού της Μεραρχίας όστις υπό προσωπικήν αυτού ευθύνην, έσχε την τολμηράν αυτήν πρωτοβουλίαν.
Ο τότε Πρόεδρος της Κυβερνήσεως ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ, διαπρεπής κατά πάντα στρατιωτικός, ήτο μάλλον αισιόδοξος, διότι ελάμβανεν υπόψη του και τον αστάθμητον παράγοντα «ηθικαί δυνάμεις». Ούτος κατά τας παραμονάς του πολέμου είπεν εν συνεδριάσει του Υπουργικού Συμβουλίου τα εξής:
«Αν καταφέρωμεν να κρατηθώμεν τας πρώτας δέκα πέντε ημέρας του πολέμου, θα νικήσωμεν».
Κρίνων από γενικωτέρας απόψεως, ο παλαίμαχος ούτος και διακεκριμένος επιτελικός αξιωματικός την όλην κατάστασιν, προέβλεπεν ότι αν αι πρώται μάχαι αποβώσιν ευνοϊκαί υπέρ ημών, θα νικήσωμεν τελικώς, υπονοών δια τούτων την επιτυχή συγκράτησιν του εισβολέως υπό των μονάδων προκαλύψεως κατά τας πρώτας 15 ημέρας, μέχρι ου καταφθάσωσιν εις το μέτωπον αι επιστρατευόμενοι μονάδες του στρατού, οπότε θα ήτο δυνατόν να αναληφθώσιν επιθετικαί επιχειρήσεις νικηφόροι.
Επομένως το προέχων ζήτημα ήτο αν θα αντείχον επαρκώς αι μονάδες προκαλύψεως, μέχρις ού περατωθή η επιστράτευσις και η στρατηγική συγκέντρωσις.
Τούτο άλλως τε εδήλωσεν ούτος βραδύτερον, ως θα ιδώμεν κατωτέρω, την 22 Ν/βρίου, οπότε εξήρε την σθεναράν αντίστασιν των δυνάμεων της Ηπείρου, (VIII Μεραρχίας) ήτις εκάλυψε την συγκέντρωσιν και επιστράτευσιν των δυνάμεων της χώρας.
Ο τότε Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού Ναύαρχος κ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ ΑΛ. γράφει εν τη εκθέσει του τότε, περί της επικρατούσης και εν τω Ναυτικώ ανησυχίας, ως προς την έκβασιν του αγώνος τα εξής:
«Η αγωνία μας επιτείνεται και από το περιωρισμένον των δυνατοτήτων, που είχον αι υφιστάμεναι την επίθεσιν μονάδες του μετώπου, όπως συγκρατήσουν τον εχθρόν μέχρις ότου φθάσωσιν εκεί, αι επιστρατευόμεναι δυνάμεις μας».


ΑΒΕΡΩΦ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ : ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΛΙΤΟΧΩΡΟΥ, ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΙΣ 16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1912

Επιστολικό δελτάριο. Διαστ. 141Χ87 χιλ.
Ζωγραφική απεικόνιση της μάχης της Κατερίνης.

Στις 13 Οκτωβρίου η Μεραρχία που βρισκόταν στην Ελασσόνα πήρε διαταγή να βαδίσει και να καταλάβει την Κατερίνη μέσα από τα στενά της Πέτρας, πράγμα που ήταν πολύ επικίνδυνο. Οι Έλληνες ξεκίνησαν νύχτα και μετά από 11 ώρες πορείας έφτασαν στην αρχή της στενωπού στην περιοχή Φουσκίνα.
Στις 14/10/1912 ημέρα Κυριακή έφυγαν από τη Φουσκίνα και έφτασαν το πρωί της Δευτέρας στο Σταθμό Πέτρας. Από εκεί άρχισαν να προχωρούν στα στενά. Πληροφορήθηκαν ότι στην έξοδο των Στενών στην περιοχή Ταχνίτσα οι Τούρκοι περίμεναν με πυροβόλο.
Κοντά στο χωριό Κολοκούρι και σε έδαφος ανώμαλο και κάθετο η ελληνική εμπροσθοφυλακή δέχτηκε πυρά. Συνέχισε όμως ταχεία προέλαση και οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή, εγκαταλείποντας πολεμοφόδια, όπλα κλπ.
Οι Έλληνες έλαβαν διαταγή να καταδιώξουν τον εχθρό. Κατά τις συμπλοκές σκοτώθηκαν 5 άνδρες των ελληνικών δυνάμεων ανάμεσα σε αυτούς ο Συνταγματάρχης Σβορώνος. (Τιμητικά το χωριό Κολοκούρι μετονομάστηκε σε «Σβορώνος») Τραυματίστηκαν 10 στρατιώτες και ο Ταγματάρχης Καΐρης.
Προχωρώντας ακάθεκτοι οι Έλληνες έφτασαν έξω από την Κατερίνη το βράδυ. Εκείνη τη νύχτα έμειναν έξω από την πόλη. Οι Τούρκοι αρχικά υποχώρησαν προς το Κίτρος και αργότερα προς τη Θεσσαλονίκη. Ανέρχονταν στις 15.000 άνδρες περίπου

Απελευθέρωση Κατερίνης

Κινούμενος από το Λιτόχωρο ο Ελληνικός στρατός πλησίαζε στην Κατερίνη. Συναντήθηκε με Τουρκικές δυνάμεις. Μετά από μάχη που διήρκεσε περίπου τρεις και μισή ώρες ο Τουρκικός στρατός το απόγευμα υποχωρησε πέρα από τον ποταμό Πέλεκα προς την Κατερίνη και από τη θέση αυτή οι Τούρκοι συνέχισαν να βάλλουν εναντίον των Ελλήνων που τους ακολουθούσαν. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν ως αργά το βράδυ. Οι Ελληνικές δυνάμεις διανυχτέρευσαν στην περιοχή Νεοκαισάρειας βορείως του σημερινού χωριού Σβορώνος.
Στη μάχη της Κατερίνης βρήκαν το θάνατο δύο αξιωματικοί ο Δημήτριος Σβορώνος και ο Δημήτριος Νίκας. Τραυματίστηκαν 3 αξιωματικοί οι: Καΐρης, Καζαντζής και Μανιάς, καθώς και 16 οπλίτες. Τα ξημερώματα της 16ης Οκτωβρίου το Γενικό Στρατηγείο έδωσε διαταγή να επιταχυνθεί η προέλαση, για να φτάσουν προς Αλιάκμονα, Νησέλι και Γιδά. Εκεί θα συναντούσαν και τις άλλες δυνάμεις του Στρατού Θεσσαλίας.
Το χάραμα ο διοικητής της μεραρχίας έδωσε διαταγή και το 21ο Σύνταγμα προχώρησε προς την Κατερίνη με ένα τάγμα, ενώ άλλο τάγμα κινήθηκε προς τα δεξιά.
Στις 7:30 το πρωί της Τρίτης 16 Οκτωβριου 1912 οι Ελληνικές δυνάμεις μπαίνουν πανηγυρικά στην πόλη της Κατερίνης και πορεύονται μέχρι τον Κισλά (τουρκικός στρατώνας). Εκεί οι κάτοικοί τους υποδέχθηκαν ως ελευθερωτές, ανεμίζοντας Ελληνικές σημαίες και λέγοντας «Χριστός Ανέστη». Ταυτόχρονα, μπήκαν στην πόλη και πρόσκοποι με αρχηγό τον Μαζαράκη.
Οι Τούρκοι ήταν φοβισμένοι, γιατί υπήρχαν φήμες για βιαιοπραγίες. Ο Ελληνικός στρατός όμως δεν προέβη σε βιαιοπραγίες και ο λαός μαζί με το στρατό πήγαν στην εκκλησία της Αναλήψεως του Χριστού όπου τελέστηκε Δοξολογία για την απελευθέρωση από τον Επίσκοπο Κατερίνης, Παρθένιο Βάρδακα. Στη δοξολογία παραβρέθηκε και ο ως τότε Δήμαρχος της πόλης Μουχαρέμ Ρουστέμ.
Ο Ελληνικός στρατός παρέδωσε τη διοίκηση της πόλης στον Γεώργιο Λαναρίδη από το Λιβάδι Ελασσόνας και συνέχισε να καταδιώκει τις Τουρκικές δυνάμεις προς το Κίτρος.
Ο Τούρκος Δήμαρχος Ρουστέμ συνέχισε για ένα χρόνο ακόμα να ασκεί τα καθήκοντά του ως την 31η Οκτωβρίου 1913. Την ημέρα εκείνη με πρωτόκολλο παρέδωσε το Κοινοτικό Ταμείο στον υπάλληλο του Δήμου, Δημήτριο Δήμου.

Επιστολικό δελτάριο. Διαστ. 137Χ89 χιλ.
Φωτογραφία. Πάνδημη η συμμετοχή στη Δοξολογία που πραγματοποιήθηκε για την είσοδο του Ελληνικού στρατού στο Λιτόχωρο. Η συγκίνηση της στιγμής είναι αποτυπωμένη στη σοβαρότητα των προσώπων.


http://www.balkanwars.gr/apeleutherossi-litohorou-katerinis.html

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ : ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ


Η παιδική και η εφηβική ηλικία του Παύλου Μελά


Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στην Μασσαλία της Γαλλίας. Πατέρας του ήταν Μιχαήλ Γ. Μελάς (1833-1897) και μητέρα του η Ελένη, το γένος Βουτσινά, κόρη γνωστού Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό. 
Ο Παύλος Μελάς κατάγεται από τη μεγάλη και ιστορική οικογένεια των Μελάδων της Ηπείρου, με ρίζες που φθάνουν ως την Κωνσταντινούπολη (πριν την Άλωση), ανάμεσα στις πιο ισχυρές στρατιωτικές και πολιτικές οικογένειες του Βυζαντίου, των Κεφαλάδων ή  κατά άλλους των Μελανιάδων (λόγω του χαρακτηριστικού μελαμψού χρώματος του προσώπου τους), ενώ κατά άλλους των Στρατηγόπουλων 1. 
Ο πατέρας του Παύλου, στη Μασσαλία, ασχολήθηκε με το εμπόριο και απόκτησε σημαντική περιουσία μεγάλο μέρος της οποίας, σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειάς του, διέθεσε για εθνικούς και για κοινωνικούς σκοπούς. Δραστήρια κοινωνικά και εθνικά ήταν και η μητέρα του Παύλου.
Το 1874 η οικογένεια Μελά έρχεται για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και κατοικούν στο κτίριο της οδού Πανεπιστημίου όπου βρίσκεται η Αθηναϊκή Λέσχη. Εκεί μεγαλώνει ο Παύλος με τα έξι αδέλφια του, το όμορφο, ψηλό και μελαχρινό αγόρι. Τα καλοκαίρια τους τα περνούν πότε στην Οδησσό και πότε στο Φάληρο, αλλά πιο συχνά στην Κηφισιά όπου ο πατέρας του κτίζει το εξοχικό τους σπίτι. Η μητέρα του, μεριμνά για όλους και για όλα, επιβλέπει και κατευθύνει το υπηρετικό προσωπικό, ράβει και πλέκει η ίδια για τα παιδιά της, φροντίζει για τους φτωχούς και γενικά, προσπαθεί να τους ικανοποιήσει όλους. Τα βράδυα με τον σύζυγο της, ομορφοντυμένη, παραβρίσκεται στις χοροεσπερίδες της κοσμικής - τότε - Αθήνας. Πολλές φορές, με ένα λαντώ (αμαξίδιο της εποχής) παίρνει τα παιδιά της να παίξουν στις εξοχές της Κηφισιάς, του Φαλήρου, του Ελαιώνα ή του Βασιλικού - τότε, Εθνικού σήμερα - Κήπου.
"... Το περιβάλλον του σπιτού του, η εθνική δράσις του πατέρα του, η παρακολούθηση των εθνικών εορτών και τελετών, ενασκούν τεράστια ψυχολογική επίδραση επ' αυτού [του νεαρού τότε Παύλου]. Το τυχαίον αντίκρυσμα πολλών όπλων φυλασσομένων κρυφά εις τα υπόγεια του σπιτιού του και προοριζομένων διά την Κρήτην, αι συζητήσεις περί των εθνικών θεμάτων που ήκουε συχνά εις το σπίτι του την εποχήν εκείνη, μετά τον Ρωσσοτουρκικόν Πόλεμον και την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), του επροξένησαν μεγάλη εντύπωσιν. Έκτοτε ήδη ωνειροπόλει να καταταγή εις τον Στρατόν, όταν μγαλώσει, ώστε και αυτός να αγωνισθή διά την επανόρθωσιν των αδικιών ..." 2.
Μεγαλώνοντας ο Παύλος αρχίζει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα αδέρφια του για την προθυμία του, την υποχωρητικότητά του και κυρίως για την καλοσύνη του και το ενδιαφέρον του προς τα μικρότερα παιδιά ή τα ζώα και γενικότερα τους αδυνάτους. Στο σχολείο υποστηρίζει τα μικρότερα και τ' αδύνατα παιδιά όταν τα ενοχλούσαν τα μεγαλύτερα και αργότερα, παλικάρι πια, φροντίζει μια άρρωστη φτωχή δασκάλα, ενώ συνεισφέρει και ενισχύει πρόθυμα, μυστικά, κάθε εθνική και φιλανθρωπική δράση.
Ο Παύλος Μελάς αγαπά με πάθος οτιδήποτε έχει σχέση με την Ελλάδα! Στον πατέρα του οφείλεται το ότι δεν ξεχνάει την γιαννιώτική του καταγωγή και ο μεγάλος πόθος του να ελευθερωθούν τα Γιάννενα. Ακούει με έντονο ενδιαφέρον τις ιστορίες που του λέει ο πατέρας του για τις οικογενειακές περιπέτειες του 1821 και η αγάπη του για την πατρίδα γίνετα όλο και πιο δυνατή. Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου για τον Παύλο είναι μεγάλη ημέρα και συμμετέχει με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση. 
Αυτή η εποχή, που μεγαλώνει ο Παύλος, είναι μια εποχή ιδιαίτερης αναταραχής για τα Βαλκάνια και τους βαλκανικούς λαούς. Από την Κρήτη μέχρι την Βοσνία [οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι "Βόσνιοι" ονομάζονται οι εξισλαμισμένοι Σέρβοι!] έχουν ξεσηκωθει με επαναστάσεις ενάντια στον Τούρκο Σουλτάνο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Κρήτη, η Θεσσαλία, η Μακεδονία και η Ήπειρος βρίσκονται ξεσηκωμένες και επαναστατικά αντάρτικα σώματα ξεπηδούν από παντού ζητώντας ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό και την ένωση με την "Μητέρα Ελλάδα". Τα σώματα αυτά ενισχύονται διαρκώς από εθελοντές, λαϊκοί και κληρικοί, στρατιωτικοί, χωροφύλακες, φοιτητές, μέχρι παιδιά-μαθητές και γέροι τρέχουν να ποσφέρουν βοήθεια στους υπόδουλους αδελφούς τους. Εθελοντές και βοήθεια με την μορφή εράνων φθάνουν από την Κύπρο, από το εξωτερικό, από παντού! Ταυτόχρονα, μεγάλα συλλαλητήρια ξεσπούν στην Ελλάδα κι ο λαός απαιτεί να κηρύξει η Ελλάδα πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό της Ρωσσίας (έχει ήδη ξεσπάσει ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος). Και ενώ ξεκινάει η επιστράτευση, ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος τελειώνει και υπογραφεται ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας (1878). Ο Ελληνικός Στρατός τελικά βρίσκεται συγκεντρωμένος στη Λαμία, χωρίς να προλάβει να πάρει μέρος στον πόλεμο. Το ώφελος της Ελλάδας από αυτά τα γεγονότα ήταν να επιτύχει αμνηστία για τους αγωνιστές- επαναστάτες της Κρήτης, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και την αποστολή Χριστιανού Διοικητή στην Κρήτη, και κάποιες αόριστες υποσχέσεις για το μέλλον...
Ο οκτάχρονος - τότε - Παύλος Μελάς πολύ λίγα καταλαβαίνει από τα γεγονότα αυτά, ζει όμως μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα κι ανυπομονεί να μεγαλώσει για να πολεμήσει κι αυτός. Κάποτε, ψάχνοντας να βρει τον πατέρα του, κατέβηκε στο υπόγειο του σπιτιού τους και με έκπληξή του αντίκρυσε ξύλινες κάσες γεμάτες με όπλα. Ο μικρός Παύλος διακατέχεται από έντονη επιθυμία να τα δει από κοντά, να τ' αγγίξει. Το ίδιο ξαφνιάστηκε και ο πατέρας του που τον βρήκε εκεί. Του εξήγησε ότι αυτά τα όπλα βρισκόταν εκεί για να συγκεντρωθούν και να σταλούν κρυφά στους επαναστάτες της Κρήτης και ότι δεν πρέπει να το συζητήσει με κανέναν αυτό και να το κρατήσει μυστικό. Κι ο μικρός Παύλος φυλάει γερά το μυστικό βαθιά στην καρδιά του αλλά το μυαλό του γυρίζει διαρκώς εκεί, στον αγώνα για την λευτεριά της πατρίδας.
Το 1881 ελευθερώνονται και προσαρτούνται στο Ελληνικό Κράτος η Θεσσαλία και η Άρτα, ενώ το 1885, σαν τελειόφοιτος του Γυμνασίου, ζει έντονα τα γεγονότα της προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε. Τα πατριωτικά του αισθήματα πληγώνονται και υποφέρει σε μεγάλο βαθμό. Σχεδιάζει να καταταγεί εθελοντής στο Στρατό ή να βγει "αντάρτης" στα ελληνο-τουρκικά σύνορα, να πολεμήσει, αλλά ένα σπάσιμο του ποδιού του τον κρατά τελικά καθηλωμένο στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά (1886), του δίνεται η ευκαιρία να δώσει εξετάσεις για την εισαγωγή του στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων (ΣΣΕ). 


Η εισαγωγή του Παύλου Μελά στη Σχολή Ευελπίδων

Η συνειδητή αυτή επιλογή του συμφωνεί απόλυτα με τα ευγενή και υψηλά ανθρωπιστικά του αισθήματα αλλά και τους υψηλούς και ανιδιοτελείς εθνικούς του σκοπούς. Από τις σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο, τρεις μέρες πριν από τις εισιτήριες εξετάσεις στην ΣΣΕ (Αύγουστος 1886) διαβάζουμε:
" ... Επιλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου ... Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και, όπως κάθε καλός στρατιώτης, θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι' αυτήν να αποθάνω. Καμιά δυσκολία δεν θα με σταματήσει ... Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων. Προς το παρόν, άλλωστε, δεν θα υποστώ εις την Στρατιωτικήν Σχολήν, παρά πειθαρχίαν, ολίγον σκληράν, και μερικές στερήσεις ..." 3.
Τον Σεπτέμβριο του 1886 ο Παύλος γίνεται δεκτός στην ΣΣΕ και ένα πρωινό του ιδίου μήνα, με ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης, αποχαιρετά του γονείς και διαβαίνει την πύλη της Σχολής, που εκείνη την εποχή στεγάζεται στον Πειραιά. Ταραγμένος νιώθει ακόμη την παράξενη συγκίνηση με την οποία, πριν να φύγει, είχε φιλήσει το χέρι των γονιών του και στ΄αυτιά του αντηχούν η βραχνη φωνή του πατέρα του που τον συμβουλεύει: "... υποταγή στο καθήκον... 'Ετσι θα πάρωμε τα Γιάννενα...",  και ο τρυφερός αποχαιρετισμός της μητέρας του: "...ο Θεός μαζί σου, γιέ μου ...".
Από τις πρώτες κιόλας μέρες της εισόδου του στην ΣΣΕ, αναγκάζεται -όπως κι οι υπόλοιποι Ευέλπιδες- να προσαρμοστεί, τόσο στο πρόγραμμα  όσο και στο πνεύμα της Σχολής. Η ζωή του αλλάζει από τα καθιερωμένα. Το ντύσιμό του, τώρα, είναι το γαλαζόμαυρο αμπέχωνο με τις κίτρινες επωμίδες, το μακρύ παντελόνι και το πηλήκιο της στολής. Το πρωινό εγερτήριο είναι στις 4:30 το πρωί το καλοκαίρι και στις 5 το πρωί τον χειμώνα. Μαθήματα, μελέτη, σκληρά γυμνάσια, κρύο φαγητό, μικρή ψυχαγωγία και σιωπητήριο στις 9.30 μ.μ. Ανάμεσα όμως σ΄αυτά, που αποτελούν το καθημερινό πρόγραμμα του εύελπι, υπάρχουν και τα καψόνια από τους ανωτέρους, που συχνά του φέρνουν δάκρυα στα μάτια, όχι από τον πόνο αλλά από την προσβολή και την οργή που νιώθει, γιατί δεν μπορεί ν΄αντιδράσει. Μόνο να τα εγκαταλείψει όλα μπορεί, αλλά δεν το κάνει, γιατί θα φανεί δειλός και άλλωστε μόνος του αποφάσισε να γίνει στρατιωτικός. Και σφίγγει τα δόντια και υπομένει και ξαφνικά γίνεται άντρας και μαθαίνει να ξεπερνά τις δυσκολίες και να επιμένει στο σκοπό του. Δε λείπουν επίσης και οι επιπλήξεις για τα σφάλματα συμπεριφοράς και οι ποινές - οι καμπάνες - για ό,τι προβλέπει ή και δεν προβλέπει ο κανονισμός. Κρατήσεις, στερήσεις εξόδου, φυλακίσεις και παρουσίαση στο Διοικητή την ώρα της αναφοράς κρίνονται αναγκαία, για να συνηθίσουν το νέο σ΄έναν αυστηρό και πειθαρχημένο τρόπο ζωής γιατί έτσι θα πρέπει να ζει στο εξής. Ευχάριστα διαλείμματα στην αυστηρά προγραμματισμένη ζωή του αποτελούν οι ολιγόωρες εξόδοι της Κυριακής και η άδεια, μια φορά το μήνα, με ή χωρίς διανυκτέρευση.

Στις αρχές Οκτωβρίου 1886 ορκίζεται πρωτοετής Εύελπις. 
Η επιστολή που στέλνει στον πατέρα του, μετά την ορκωμοσία του, αντανακλά έντονα τις ιδέες και τα συναισθήματα που κατακλύζουν τον νεαρό Εύελπη, τις μελλοντικές προσδοκίες και τα όνειρά του, αλλά και της αίσθησης της ευθύνης που αναλαμβάνει, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Γράφει λοιπόν:
" ... Σεβαστέ μου πατέρα ... Προχθές το πρωί έδωσα τον νενομισμένον όρκον ... Σας βεβαιώ ότι ορκίσθην έχων πλήρη συναίσθησιν των υπό του όρκου επιβαλλομένων καθηκόντων, σταθεράν δεν απόφαση να τα εκτελέσω.  Διά τούτο και εκ βάθους καρδίας ωρκίσθην υπακοήν εις τους νόμους της Πατρίδος, σέβας, πίστιν και αφοσίωσιν εις τον Βασιλέα μου, και ότι θέλω υπερασπίσει μέχρι τελευταίας πνοής την σημαίαν και την Πατρίδαν ... Πριν τελειώσω την επιστολή μου σας παρακαλώ, Σεβαστέ μου πατέρα, να μ' ευχηθείτε όπως ο Θεός με βοηθήσει να τηρήσω εντίμως τον όρκον μου, μέχρι τελευταίας στιγμής της ζωής μου ..." 4.
 

Με αγωνία περιμένει τον Παύλο η μητέρα του σε κάθε άδειά του κι ενώ τον περιποιείται, προσπαθεί με τρόπο να καταλάβει πώς περνά. Αλλά και ο Παύλος νιώθει μισή τη χαρά της άδειας, αν δεν κατορθώσει να περάσει κάποια ώρα το απόγευμα με τον πατέρα του συζητώντας μακριά από τους άλλους για τα όσα συμβαίνουν γύρω τους. Αλληλογραφεί συχνά με την οικογένειά του και ιδίως με τη μητέρα του και κυρίως, όταν για κάποια απειθαρχία του, χάνει την άδειά του. 

Και φθάνει ο πέμπτος και τελευταίος χρόνος. Και ο Παύλος, αφού μαθαίνει τα αποτελέσματα των εξετάσεων, σβήνει με το μολύβι την τελευταία ημέρα στο ημερολόγιό του, ενώ ταυτόχρονα περνούν από μπροστά του τα όσα πέρασε στα πέντε χρόνια των σπουδών του, πού όμως δεν θα ήθελε να ξαναζήσει, έστω και αν τα θυμάται με αγάπη.

 

Η αποφοίτησή του από την ΣΣΕ και ο γάμος του με την Ναταλία Δραγούμη
 

 
Τον Αύγουστο του 1891 και μετά από 5ετή φοίτηση στην ΣΣΕ, ο Παύλος Μελάς αποφοίτησε σαν Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού (ΠΒ).  Για τρεις μήνες όμως υπηρετεί σαν απλός στρατιώτης στην αρχή και ως υπαξιωματικός στη συνέχεια, στους στάβλους και στους θαλάμους του Α' Συντάγματος Πυροβολικού.

Για να διοικήσεις αργότερα σωστά, πρέπει να γνωρίζεις και συ αλλά και ο τελευταίος στρατιώτης σου ότι είσαι ικανός για όλα (να περιποιείσαι τα άλογα, να κοιμάσαι σε σανίδες κ.λ.π.). Και κάθε μέρα με τον ίδιο ενθουσιασμό κάνει πρωί και απόγευμα την υπηρεσία του: γυμνάσια, επιθεώρηση, εκπαίδευση ανδρών, θεωρία, βολή. Τους άνδρες του τους γνωρίζει καλά έναν-έναν, τους αγαπάει. Κι αυτοί τον εμπιστεύονται, του φανερώνουν τις στενοχώριες τους, τις σκέψεις τους και τον αποκαλούν πατέρα. Και είναι ακόμη τόσο νέος και είναι η αρχή!


Το ίδιο καλοκαίρι του 1891 που τελειώνει τη Σχολή, γνωρίζει και τη Ναταλία Δραγούμη, που την παντρεύεται τον επόμενο χρόνο, τον Οκτώβριο του 1892. Είναι σε ηλικία 22 μόλις χρονών. Πεθερός του είναι ο Στέφανος Δραγούμης, που ασχολείται με την πολιτική, αλλά και με αρχαιολογικές και γλωσσολογικές μελέτες. Αδερφός της Ναταλίας είναι ο Ίωνας Δραγούμης. Η οικογένεια Δραγούμη κατάγεται απο το Βογατσικό της Μακεδονίας και είναι ένθερμοι πατριώτες, περήφανοι για την καταγωγή τους. Ο γάμος του αυτός, με την Ναταλία, υπήρξε καθοριστικός για τον Παύλο, τόσο για την αποκρυστάλλωση των πατριωτικών του αισθημάτων και πεποιθήσεων προς την Μακεδονία, όσο και για την μετέπειπα σύντομη ζωή του.
Αυτό ομολογεί κι ο ίδιος σε επιστολή του που σώζεται προς τη σύζυγό του, στα οποία μεταξύ άλλων της γράφει: " ... τα πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, αλλ' ιδίως ηθικού, τα οποία συνάντησα εις την αγαπητήν, την αγία σου οικογένεια μ' εβοήθησαν ..."5.
Ο Παύλος συμφωνεί απόλυτα με τη γυναίκα του στις ιδέες, γιατί έχουν υποστεί και οι δύο τον ίδιο τρόπο της πατριαρχικής ανατροφής με τα πολλά και χαρούμενα αδέλφια. Η νέα οικογένεια του Παύλου δεν τον ξεχωρίζει από τα παιδιά της και τα αδέλφια της γυναίκας του λατρεύουν αυτόν τον ψηλό αξιωματικό, το γλυκομίλητο, με το ωραίο πρόσωπο και το λιγερό παράστημα και που στα μάτια τους φαντάζει σαν Εκτορας ή Μάρκος Μπότσαρης ή Αθανάσιος Διάκος. Και η ζωή του κυλά ήρεμα και όμορφα ανάμεσα στην καθημερινή του υπηρεσία στο στρατώνα, στο σπίτι του, στις εκδρομές, στους χορούς και στις συναναστροφές.
 



Στα μέσα του 1894 γεννιέται το πρώτο του παιδί, ο Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη.  

Τη χαρά όμως που νιώθει από τη γέννηση και το μεγάλωμά του γιου του, του τη μειώνει η γενική κατάσταση της πατρίδας του, που δεν είναι καθόλου ικανοποιητική. Η Μακεδονία υπονομεύεται από τη Βουλγαρία, η Κρήτη σιγοβράζει επικίνδυνα κάτω πάλι από Τούρκο επίτροπο, η Κρητική επανάσταση του 1889 μένει αβοήθητη από τον Ελληνικό Στρατό και η οικονομία της χώρας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Οταν όμως το 1895 με έξοδα του ηπειρώτη Αβέρωφ αρχίζει να γίνεται το Παναθηναϊκό Στάδιο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες που θα γίνονταν το 1896 στην Αθήνα, ο ελληνισμός για λίγο ανασαίνει. Κι όταν ο Μαρουσιώτης Σπύρος Λούης, ανάμεσα σε τόσους ξένους αθλητές έρχεται πρώτος στο Μαραθώνιο δρόμο, ο ελληνισμός μεθάει από τη νίκη και καμαρώνει ξεχνώντας για λίγο τα προβλήματά του!
Το Μαΐο του 1896 ξεσπά καινούρια επανάσταση στην Κρήτη και η αδράνεια του Ελληνικού Στόλου ενοχλεί και στενοχωρεί τον Παύλο, που με τη Χαρτογραφική Υπηρεσία του Στρατού βρίσκεται εκείνη την εποχή στους Μύλους του 'Αργους. Στα τέλη του Αυγούστου 1896, η Τουρκία φοβισμένη από τη διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων για τις σφαγές των Αρμενίων στην Κων/πολη, παραχωρεί στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας και οι Κρήτες ησυχάζουν. Οταν όμως στο τέλος του Οκτωβρίου 1896 δεν εφαρμόζεται σωστά ο νέος οργανισμός, αρχίζουν καινούριες ταραχές. Η Κρήτη ξεσηκώνεται και στις 25 Ιανουαρίου 1897 η επαναστατική κυβέρνηση κηρύσσει στη Χαλέπα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η συμπαράσταση τότε του ελληνικού στόλου είναι άμεση και κατεβαίνει στην Κρήτη, για να εμποδίσει την απόβαση τουρκικού στρατού στις ακτές του νησιού. Ο Παύλος που τον απασχολούν ιδιαίτερα τα εθνικά θέματα, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τα γεγονότα της Κρήτης, ενώ ταυτόχρονα ανησυχεί πολύ για τη Μακεδονία, που υποφέρει και από τους Τούρκους και από τους Βουλγάρους. Η ίδρυση της Εθνικής Εταιρείας - 12 Νοεμβρίου 1894 - της μυστικής δηλαδή οργάνωσης - που έχει σαν σκοπό της να βοηθήσει στην επίλυση των εθνικών προβλημάτων με τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και την ηθική της ανύψωση, τον ανακουφίζει και τον κάνει να ελπίζει για το καλύτερο.

 


4. Το "βάπτισμα του πυρός" του Ανθυπολοχαγού (ΠΒ) Παύλου Μελά και η συμμετοχή του στον "άτυχο" πόλεμο του 1897

Ο Παύλος υπηρετεί ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου του 1897 διατάσσεται να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας αναχωρεί στρατός, για να καταλάβει την Κρήτη. 

Απογοητευμένος γιατί η δική του μονάδα δε μετέχει σ΄αυτή την επιχείρηση, επιστρέφει στο σπίτι του και ενημερώνει τους δικούς του. Και παρά την πίκρα του, παίρνοντας μέρος στη γενική χαρά γράφει στο σημειωματάριό του "...με κόπο συγκρατω τά δάκρυά μου... Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος... δέν έζησα παρά μέ αυτήν καί δι΄αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή...".

 
Στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ο Παύλος κατευοδώνει μια στρατιωτική φάλαγγα, μαθαίνει με χαρά ότι η πεδινή πυροβολαρχία του πρίγκιπα Νικολάου στην οποία υπηρετεί, διατάσσεται ν΄αναχωρήσει το γρηγορότερο για τη Λάρισα. Πετώντας σχεδόν επιστρέφει στο στρατώνα του για να καταλήξει σπίτι του και να παίξει με το γιο του. Πρώτη φορά δεν αισθάνεται λύπη που θα αφήσει τους δικούς του. Μετά τρεις ημέρες επιβιβαζόμενοι σε πλοία στον Πειραιά αναχωρούν και μέσω Χαλκίδας φθάνουν στο Βόλο, απ΄όπου σιδηροδρομικώς καταλήγουν στη Λάρισα, όπου η υποδοχή που τους γίνεται αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. "... Είμαι ευτυχής μόνον μέ τήν ιδέαν ότι είμεθα εδώ διά νά υπερασπίσωμεν την πατρίδα..." γράφει στη γυναίκα του περιμένοντας την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, "... από στιγμής εις στιγμήν αναμένομεν να φύγωμεν. Ο Θεός να δώση...".
Στις 5 Απριλίου 1897 αρχίζουν οι εχθροπραξίες. Το τηλεγράφημα του Παύλου που φθάνει στην Αθήνα φανερώνει τον ενθουσιασμό του για το ξεκίνημα του πολέμου "... Ευχηθητε υπέρ πατρίδος μόνον. Ασπάζομαι πάντας. Εύχομαι Μίκης αισθανθή ποτε καί αυτός χαράν μου..."
Ενθουσιασμένος κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, πολύ σύντομα και σε λίγες μόνο μέρες γίνεται αφάνταστα πικραμένος, λόγω της τροπής που πήρε για την Ελλάδα ο πόλεμος εκείνος.  Μέσα από τα επόμενα  γράμματά προς τη γυναίκα του, γραμμένα τα περισσότερα βιαστικά με μολύβι, περνούν τα δυσάρεστα γεγονότα αλλά και τα όσα νιώθει ο ίδιος αυτές τις τριάντα (30) οδυνηρές ημέρες του 1897. Ετσι ο αρχικός του ενθουσιασμός : "... εις ολίγα λεπτά φεύγομεν διά το Μπουγάζι (αριστερά του Τυρνάβου)... Περιττόν να σου ειπω τήν χαράν, την ευτυχία μου....", μετατρέπεται γρήγορα σε απογοήτευση: "... Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν την συλλογίζωμαι ... 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πώς έρχονται οι Τούρκοι...". Ύστερα, και πάλι σε καινούρια ελπίδα με τη διαταγή του Διαδόχου : "... ότι θέλομεν υπερασπισθή το έδαφος του Δομοκου ...", για να καταλήξει σε λίγο πάλι σε απόγνωση και απελπισία : ".. ήρχισεν η νυκτερινή αυτή υποχώρησις. Φοβερωτέρας ώρας ουδέποτε διηλθον...". Σε άλλο του γράμμα πάλι, καταλήγει: "... Σκέπτομαι αδιάκοπα τα αγαπημένα μου πρόσωπα και παρακαλώ τον Θεόν να μου επιτρέψει να τα ξαναδώ, μόνον αφού σβύσωμεν την φιβεράν ατιμίαν του δυστυχισμένου τόπου μας ..." 6.
Τέλος, το τηλεγράφημα του πατέρα του, που έρχεται από την Αθήνα με τα λόγια: "... Απεφασίσθη ανακωχή..." (6η Μαΐου 1897), είναι για τον Παύλο ο ταπεινωτικός επίλογος μιας εκστρατείας, από την οποία περίμενε πολλά!

Κουρασμένος τότε περισσότερο ψυχικά - "... κατόπιν της εκ Δομοκού γενναίας φυγής μας ..." - παρά σωματικά, αρρωσταίνει με υψηλό πυρετό. Ανήσυχος ο γιατρός του Συντάγματος τον στέλνει στη Λαμία, όπου στο πλωτό νοσοκομείο "Θεσσαλία" συναντά τη γυναίκα του Ναταλία, η οποία υπηρετεί εκεί ως νοσοκόμος. Τρομαγμένη αντικρίζει τον αδύνατο και εξαντλημένο άνδρα της και σιωπηλή και ξάγρυπνη κάθεται όλη τη νύκτα στο πλάι του, ενώ εκείνος παραδέρνει σε ύπνο ταραγμένο. Φθάνοντας στη συνέχεια στην Αθήνα βρίσκει παρηγοριά στην οικογενειακή θαλπωρή. Δεν μένει όμως πολύ. Σε μία εβδομάδα ζητάει να μετατεθεί στη Λαμία, στις προφυλακές. Κι ενώ υπηρετεί χωρίς απρόοπτα στην πυροβολαρχία του, ένα μήνυμα για την αρρώστια του πατέρα του τον ταράζει. Κατεβαίνει αμέσως στην Αθήνα και τον προλαβαίνει ζωντανό. Σε δυο όμως ημέρες, ο πατέρας του πεθαίνει. Ο θάνατος αυτός, που τον συγκλονίζει, είναι γι΄αυτόν το συμπλήρωμα της εθνικής καταστροφής!

Μετά το θάνατο του πατέρα του ξαναγυρίζει απαρηγόρητος στη Λαμία. Η συγκατοίκησή του με δύο αγαπητούς του συναδέλφους μετριάζει τη βαθιά του λύπη. Χωρίς αυτούς θα είχε παραιτηθεί και θα είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Τότε μάλιστα περνά την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του. 'Οπως ομολογεί και ο ίδιος "... πότε ειμαι ευχαριστημένος ... διότι ελπίζω να διορθωθη αυτή η κατάστασις πότε πάλιν αηδιάζω και απογοητεύομαι καί δέν θέλω ν΄ακούω και να σκέπτωμαι τίποτε ...". Παντού όμως και πάντα θυμάται τον πατέρα του, που κοντά του "... ελησμονούσα όλας τάς στεναχωρίας μου ...".

Κι ενώ τον πνίγει η μονοτονία της Λαμίας, στις 5 Μαΐου 1898 (έναν χρόνο μετά την ανακωχή του 1897) αρχίζει η εκκένωση του θεσσαλικού κάμπου από τους Τούρκους. Ο Παύλος, έφιππος, επισκέπτεται το χώρο που μόλις έχουν εγκαταλείψει οι Τούρκοι και μεταξύ άλλων γράφει σθγκινημένος στους δικούς του. "... ειναι αδύνατον να σας ειπώ τι αισθάνεται ένας άνθρωπος, όταν επαναβλέπει μέρη και πράγματα παρά τα οποία ησθάνθη συγκινήσεις διά βίου αλησμονήτους ..." . 
 

Η 2η αποστολή στην Μακεδονία

Η διαταγή, που τον έχει φέρει στην Αθήνα, αναφέρεται σε προσωρινή ανάκληση. Το γεγονός αυτό καθώς και οι επίσημες διαβεβαιώσεις για σύντομη επιστροφή, του δημιουργούν ελπίδες. Αλλά ο καιρός περνά χωρίς τίποτα το ουσιαστικό και η ανυπομονησία του μεγαλώνει. Στο μεταξύ τα γράμματα που του έρχονται απο τη Μακεδονία είναι γεμάτα από περιγραφές τραγικών συμβάντων και απελπισμένες εκκλήσεις για βοήθεια. Και νιώθει υπεύθυνος, γιατί η προηγούμενη αποστολή του έχει δημιουργήσει στους δυστυχείς Μακεδόνες ελπίδες, που μέχρι τώρα αποδεικνύονται μάταιες.

'Ενα απόγευμα, στα τέλη του Ιουνίου του 1904, δύο πρόσωπα από την Κοζάνη τον επισκέπτονται και αφού του ανακοινώνουν ότι έχουν ετοιμάσει την άμυνά τους, τον παρακαλούν να μεσολαβήσει ώστε να τους σταλούν Έλληνες Αξιωματικοί, για να τη διευθύνουν και να την οργανώσουν πιο συστηματικά. Παράλληλα όμως, του αποκαλύπτουν ότι "... όλοι επιθυμούν έντονα να τον ξαναδούν κοντά τους ...". Και ο Παύλος, συγκινημένος, τους υπόσχεται αμέσως ότι "... γρήγορα θα βρεθεί στην Κοζάνη, για να τους οργανώσει ...".

Μάταια οι δικοί του προσπαθούν να τον μεταπείσουν! Εχει όπως λέει "... αρβανίτικο, αγύριστο κεφάλι!" και δεν αλλάζει γνώμη. 'Ετσι στις 9 Ιουλίου 1904 παίρνει εικοσαήμερη άδεια από το διοικητή του και μεταμφιεσμένος σε χωρικό, αναχωρεί μυστικά τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας για την καινούρια του αποστολή, που έχει αποφασίσει μόνος του. Μετά από ένα δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι φθάνει στην Κοζάνη στις 19 Ιουλίου 1904. Στις αλλεπάληλες και με μεγάλη μυστικότητα και προσοχή συναντήσεις που έχει με τα μέλη της επιτροπής Αμύνης στην Κοζάνη, αρχικά, και στη Σιάτιστα στη συνέχεια, συμβουλεύει, καθοδηγεί και οργανώνει. Προτείνει να αυξήσουν τον αριθμό των τμημάτων της 'Αμυνας, να διενεργούν εράνους για την ενίσχυση του αγώνα, να ενισχύουν το φρόνημα και το ηθικό των άτολμων και δειλών, και η Εκκλησία, όπως πάντα, να συμπαραστέκεται, να προστατεύει και να ενισχύει με κάθε τρόπο.

Στα γράμματά του που στέλνει κυρίως στη γυναίκα του περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες της διαβίωσης του, τη συνεχή του προσπάθεια να κρατήσει μυστική την ταυτότητά του - συναλλάσσεται μάλιστα σαν ζωοέμπορος στις αγορές - αλλά και τον ενθουσιασμό του, γιατί παρά τις αρχικές του απογοητεύσεις, οι προσπάθειές του αποδίδουν καρπούς: "... Δεν έχεις ιδέαν πόσον πατριωτισμόν έχουν αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να γνωρίζει κανείς τους κινδύνους, τους οποίους καθ΄εκάστην διατρέχουν, δια να εννοήση και το θάρρος και τον πατριωτισμόν των...".
Η εικοσαήμερη όμως άδειά του πλησιάζει στο τέλος της και η αίτησή του για επιπλέον άδεια τεσσάρων μηνών δεν εγκρίνεται. Αναγκάζεται λοιπόν να επιστρέψει ικανοποιημένος, από το μέχρι τώρα έργο του, και αποφασισμένος να ξαναγυρίσει. Στην Αθήνα, αφού εκθέσει στον Πρωθυπουργό Θεοτόκη την κατάσταση, ζητάει την άδεια να συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα, να επιστρέψει εκ νέου στην Μακεδονία και ν΄αγωνισθεί μαζί τους. Με αυτά τα σχέδια φθάνει στις 3 Αυγούστου 1904 στην Αθήνα και, αφού ζει για λίγο την οικογενειακή θαλπωρή, αρχίζει πάλι ετοιμασίες για αναχώρηση στην Μακεδονία.
Οι συνθήκες τώρα για την ενίσχυση του Μακεδονικού Αγώνα είναι πολύ καλύτερες απ' ότι στην αρχή (1903). Ο Λάμπρος Κορομηλάς είναι Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, οι δραστηριότητες των Ελλήνων Αξιωματικών και των αντάρτικων ομάδων στην Κεντρική και Ανατολική κυρίως Μακεδονία είναι συστηματοποιημένη, οι δισταγμοί και τα εμπόδια έχουν παραμεριστεί και το κυριώτερο, ο Παύλος αναλαμβάνει τη γενική αρχηγία των σωμάτων στις περιφέρειες Μοναστηριού και Καστοριάς (όπως αναφέραμε και παραπάνω).
Σε ένα γράμμα προς τη γυναίκα του αναφέρει χαρακτηριστικά "... Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, τήν ευτυχία που αφήνω αισθάνομαι ότι μ΄όλον τόν ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήρα μου, ο βίος ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ΄από τινός δεν ηξεύρω τι έπαθα, έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης ως φαίνεται, αφού έχει τήν ισχύν να κατασιγάση όλα τα άλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονία ...".



 
Η 3η αποστολή στην Μακεδονία
Την 18η Αυγούστου 1904 αποχαιρετά τη γυναίκα του για τρίτη και τελευταία, όπως της υπόσχεται, και με τις γνωστές ήδη δυσκολίες φθάνει στη Μακεδονία στις 27 του ίδιου μήνα (27η Αυγούστου 1904) με 27 άνδρες.

Πεζοπορώντας για πολλές ώρες, πολλές ημέρες και με πολλές προφυλάξεις για να μη συναντηθούν με τουρκικά αποσπάσματα, προχωρούν μέσα στο μακεδονικό έδαφος με τελικό προορισμό την Καστοριά. Προβλήματα διαρκώς ορθώνονται μπροστά τους, όπως φαίνεται από τα γράμματά του: "...Είμεθα ήδη μίαν εβδομάδα εν πορεία και ακόμη τριγυρίζομεν περί την Σαμαρίναν, ενω κάθε ημέρα που περνά και πολύτιμος καιρός χαμένος είναι και εις περισσότερον κίνδυνο προδοσίας ή καταδόσεως μας θέτει.... Οι άνδρες μου ειναι μελαγχολικοί, εγώ δε ενδομύχως πλέον ή λυπημένος. Βλέπω μέχρι ώρας μόνον δυσκολίας... Οι Τούρκοι είναι ειδοποιημένοι, οδηγόν δέν έχομεν, το έδαφος δεν το γνωρίζομεν! Θα φθάσωμεν ποτέ εκει ή μήπως οι Τούρκοι θα μας αρχίσουν το κυνηγητό και έτσι θα ναυαγήσουν όλοι οι πόθοι να βοηθήσωμεν τους εκεί αδελφούς; Θεέ μου, Θεέ μου! Και ενώ ευρίσκομαι εις τόσην απόγνωσιν ενδομύχως, προσπαθω να ενθουσιάζω και να ενθαρρύνω τους άνδρας μου... Βρέχει δυνατά και ακατάπαυστα... από χθές το πρωί, εκτός μιας παλιοπροβαίνας, την οποίαν εμοιράσαμεν 27 άνδρες χωρίς ψωμί, είμεθα εντελώς νηστικοί. Πεινώμεν φοβερά .... Είμεθα όλοι υγροί ως τα κόκκαλα, οι πλειστοι έχουν πυρετόν .... Ομίχλη φοβερά διαδεχθείσα μετ΄ολίγον την βροχήν επιβραδύνει ουκ ολίγον την πορείαν μας... Η απότομος και ολισθηρά κλίσις του βουνού, τα πυκνότατα και δύσκαμπτα δενδρύλλια, τα οποία είναι κάθυγρα από την βροχήν, μας παιδεύουν φοβερά. Ημείς, τα όπλα μας, οι κάπες μας βαρειές από την βροχήν, πέφτομεν, σκοντάφτομεν, γλυστρώμεν διαρκώς...". 

Μόνο όποιος έχει βρεθεί και έχει περπατήσει στα μέρη που περιγράφει στο γράμμα του και με τέτοιες συνθήκες γνωρίζει πόσο δύσκολη πραγματικά και δύσβατη είναι αυτή η περιοχή! Μετά από συνεχή πορεία αρκετών ημερών και συνήθως σε συνθήκες βροχής και κακοκαιρίας, φθάνει με τους άνδρες του στις 8 Σεπτεμβρίου 1904 στο Κωσταράζι από το οποίο η Καστοριά απέχει δύο ώρες με τα πόδια. Εκεί μένουν δύο ημέρες για να συνέλθουν, ώστε ξεκούραστοι να συνεχίσουν την εκτέλεση της αποστολής τους. "... Τρέμω καί συγκινούμαι σκεπτόμενος ότι εγώ, ο οποίος ουδέ μύγαν εσκεμμένως εσκότωσα ποτέ, από αύριον θά φονεύσω, θα δολοφονήσω ίσως καί ανθρώπους ακόμη. Τρέμω, αλλ΄ανυπομονώ να το κάμω..."

Και αρχίζει τις επαφές του στη γύρω περιοχή. Για λόγους ασφαλείας, επισκέπτεται νύχτα την Καστοριά, της οποίας ο θαρραλέος Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, που είναι η "ψυχή" όλης της περιφέρειας, και καταλήγει με τους άνδρες του στη Μονή Τσιριλόβου, όπου τους φιλοξενούν οι μοχαχοί. Οι Μακεδόνες, μαθαίνοντας την άφιξή τους ανασαίνουν και ενθουσιάζονται, τους αντιμετωπίζουν σαν σωτήρες. Στις επιδιώξεις του Παύλου - του καπετάν Μίκη Ζέζα - και των ανδρών του είναι και η σύλληψη και η τιμωρία των Ελλήνων προδοτών, που συμπράττουν με τους κομιτατζήδες. Και ο Παύλος αναριωτιέται "...αν ειχα τo δικαίωμα εγώ να συλλάβω οιονδήποτε άνθρωπον, οσονδήποτε κακούργος και αν ειναι, να τον τραβήξω από την οικογένειάν του και να τον φονεύσω!... Εγώ όμως ουδέν άλλο στήριγμα πλην της προς την πατρίδα και το γένος μου αγάπης έχω. Μα την αλήθειαν, πολύ θάατ΄αγαπω και τα δύο διότι, καίτοι υποφέρω, καίτοι κλαίω, θ΄αφήσω να γίνη εκείνο που απεφασίσθη..." .

Κι ενώ ετοιμάζεται να επιτεθεί σε περιοχή, όπου κρύβονται κομιτατζήδες, οι ντόπιοι κάτοικοι αρνούνται να τον οδηγήσουν, ενώ ο ίδιος δε γνωρίζει τα μέρη, για να κινηθεί. Είναι η δεύτερη φορά που ματαιώνονται τα σχέδιά του από την απροθυμία των κατοίκων. Στενοχωριέται, αλλά τους δικαιολογεί, γιατί ο μικρός αριθμός των ανδρών του δεν τους εμπνέει εμπιστοσύνη και η πιθανή αποτυχία θα δημιουργήσει σκληρά αντίποινα σε βάρος τους. "... Εχουν και δίκαιον οι δυστυχείς και πολλάκις μου υπενθυμίζουν την από ημας εγκατάλειψίν των την άνοιξιν ..."

Εν τούτοις, παρά την απροθυμία των κατοίκων και τις δύσκολες καιρικές συνθήκες - βρέχει συνεχώς για 23 ημέρες - με κέντρο τα ελληνοαλβανικά χωριά Νεγοβάνη, Λέχοβο, και Νέβεσκα, που βρίσκονται βορειοανατολικά της Καστοριάς, οργανώνει τα περίχωρα, ώστε να περιθάλπουν τα στρατιωτικά αποσπάσματα, να φροντίζουν την ασφάλεια των κατοίκων, τους οποίους να διαφωτίζουν και να ενθαρρύνουν, ώστε να μην πείθονται από την προπαγάνδα και εγκαταλείποντας την ορθοδοξία να γίνονται σχισματικοί. Γιατί οι Βούλγαροι εποφθαλμιούν τη Μακεδονία και επειδή δε μπορούν να την προσαρτήσουν στη χώρα τους με επανάσταση, όπως έκαναν με την ελληνική Ανατολική Ρωμυλία το 1885, προσπαθούν να το πετύχουν πείθοντας τους Μακεδόνες ότι αν ξεσηκωθούν μαζί τους θα αποκτήσουν την αυτονομία τους. Και παρασύρουν μερικούς και τους ζητούν χρήματα, για να τους εξοπλίσουν δήθεν, μα όπλα δεν τους δίνουν ποτέ! Κι όταν οι Μακεδόνες συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται να ελευθερωθούν αλλά να αλλάξουν απλώς κατακτητή - από τους Τούρκους δηλαδή να περάσουν στους Βουλγάρους - και αντιστέκονται, αντιμετωπίζουν την οργή των συμμοριών που ορμούν στα άοπλα χωριά και καίνε, βασανίζουν, σκοτώνουν, αποκεφαλίζουν αρχίζοντας κυρίως από τους ιερείς, τους δασκάλους, τους προεστούς που είναι η πηγή της αντίστασης.

Και γι΄αυτό είναι ευχαριστημένος, γιατί η οργάνωση προχωρεί με επιτυχία και αρχίζει να γίνεται και ο ίδιος ο φόβος των Βουλγάρων και των προδοτών. Η φήμη του εξαπλώνεται σε όλη την περιφέρεια! Πολλοί μάλιστα τον επισκέπτονται και του φέρνουν τα παιδιά τους να του φιλήσουν το χέρι, ενώ άλλοι του γράφουν. "... Καταλαβαίνομεν... τήν καλοσύνην σου καί είδομεν τό φως τό αληθινόν...". 'Ολες αυτές οι εκδηλώσεις τον συγκινούν βαθιά και γεμάτος έλεος για τις μικρότητες που βλέπει γύρω του, συνεχίζει με αγάπη και ενθουσιασμό τη δύσκολη αποστολή του!
Ο θάνατος του Παύλου Μελά και η σημασία του για τον αγώνα στην Μακεδονία
Ακαταπόνητος συνεχίζει τον αγώνα του και με αγωνία περιμένει όπλα από τις αθηναϊκές πατριωτικές οργανώσεις, για να εξοπλίσει όλα τα χωριά της περιοχής του. Στο μεταξύ, με όσα διαθέτει και παρά τις εναντίον του βουλγαρικές απειλές, οργανώνει την άμυνα τεσσάρων χωριών και προειδοποιεί ότι θα κάψει τα σπίτια εκείνων που θα συμπράξουν με τους βούλγαρους κομιτατζήδες.

Παράλληλα, εξακολουθώντας να εμπιστεύεται στα γράμματά του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σημειώνει. "... Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ αλλ΄ ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον. Και εδώ έχω τας ικανοποιήσεις μου και εκεί την ευτυχίαν μου. Αλλ΄εδώ με κρατεί επί πλέον το καθήκον και πρό πάντων αι υποχρεώσεις ας ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θα κατορθώσω τίποτε; ΄Η θα χανδακώσω την ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω και πότε ενθουσιώ...".

Στο μεταξύ το σώμα του ενισχύεται και με ντόπιους και φθάνει τώρα τα 50 άτομα και έτσι οι χωρικοί νιώθουν πιο ασφαλείς γνωρίζοντας την παρουσία του. Κι ενώ βαδίζει για να συναντηθεί με άλλο σώμα Ελλήνων ανταρτών, για να συναποφασίσουν γενικότερη κατά των βουλγαρικών συμμοριών επίθεση, σταματά στο χωριό Στάτιστα, (ή και Σιάτιστα) για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Στις αντιρρήσεις που εκφράζει για αυτή τη στάση τους ο φίλος και υπαρχηγός του Νίκος Πύρζας, επειδή στο χωριό κατά τις πληροφορίες τους υπάρχει τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, ο Παύλος απαντά: "... Ειναι αμαρτία, τά παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα ας μείνωμεν εις το χωριό νά στεγνώσουν ολίγον ...".

Αυτή η απόφαση του θα είναι τελικά γι΄αυτόν μοιραία, γιατί οι Τούρκοι ειδοποιημένοι και οδηγημένοι από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο για την εκεί παρουσία τους, επιτίθενται και κατά τη συμπλοκή ο Παύλος τραματίζεται σοβαρά, "... στη μέση με πήρε, παιδιά ...".  Κι ενώ οι άντρες του τρέχουν να τον βοηθήσουν μπαίνει μόνος του στο σπίτι, κάθεται και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα του λέει: "... Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να τους πης ότι το καθήκον μου έκαμα ...". 

Στη συνέχεια βγάζει το πορτοφόλι του με τις φωτογραφίες των παιδιών του κι επειδή αρχίζει να πονά, παρακαλεί να τον σκοτώσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό στα χέρια των Τούρκων. Ολοι γύρω του λυπημένοι και ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούν τις τελευταίες στιγμές του παλικαριού που ψιθυρίζει πότε "... πονώ!", πότε "... σκοτώστε με!" και πότε τα ονόματα των παιδιών του "... Μίκη, Ζωή!". Και αφού με δυνατούς πόνους παιδεύεται μισή περίπου ώρα, με τη λέξη "... πονώ!" αφήνει την τελευταία του πνοή επάνω στη διψασμένη για αίμα ηρώων Ελληνική γη..

Η τραγική είδηση φθάνει στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα με τηλεγράφημα του Προξένου του Μοναστηρίου που αναφέρει τα εξής :
"... Παρελθούσαν Τετάρτην, 13 τρέχοντος (Οκτωβρίου) ημετέρων ευρεθέντων εν χωρίω Στάτιστα και περί ώραν 5 μ.μ. ήρξατο πυρός κατά των ημετέρων. Ημέτεροι απήντησαν γενναίως, μετά δίωρον δε ανταλλαγήν πυροβολισμών, απεφάσισαν επιχειρήσωσιν έξοδον. Παύλος Μελάς ώρμησε πρώτος επί κεφαλής αυτών, οπότε σφαίρα τουρκική πλήξασα αυτόν κατά την οσφυακήν χώραν, ετραυμάτισε θανασίμως. Σύντροφοί του τον... εναπέθεσαν παρακειμένω οικίσκω, ένθα, μετά ημίσειαν ώραν, διαρκούσης πάντοτε συμπλοκής, εθνικός ήρως ησύχασε ..." !

Ο θάνατός του αιφνιδιάζει και θλίβει τους Μακεδόνες, γιατί σ΄αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες για τη σωτηρία τους. Και μολονότι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, αρχίζει η δυσάρεστη διαδικασία του ενταφιασμού. Από γράμμα που στέλνει ο ελληνοδιδάσκαλος και υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου Βασίλειος Αγοραστός στον 'Ιωνα Δραγούμη, γυναικάδελφο του Παύλου, έχουμε τις λεπτομέρειες του ενταφιασμού. Σύμφωνα με αυτές, ο ίδιος ο Αγοραστός εκτελώντας εντολή του προξενείου φθάνει στο Πισοδέρι, για να μεριμνήσει για την ταφή του ήρωα. Επειδή εκεί πληροφορείται ότι οι κάτοικοι της Στάτιστας τον έχουν ήδη ενταφιάσει σε ασφαλές μέρος, προχωρεί στο Ζέλοβο απ΄όπου στέλνει άνδρα του σώματος του Παύλου μεταμφιεσμένο στη Στάτιτσα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του γενναίου αρχηγού του. 

Επειδή όμως οι Τούρκοι, μετά από τα δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου πληροφορούνται τα σχετικά με το θάνατο και την ταφή του Παύλου Μελά, επανέρχονται στη Στάτιστα και μετά από προσεκτικότερη έρευνα ανακαλύπτουν το ακέφαλο σώμα του. Με τη μεσολάβηση όμως του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, η σωρός του μεταφέρεται στην πόλη, όπου με θρήνους, και ενώ χοροστατεί ο Μητροπολίτης Γερμανός, κηδεύεται και ενταφιάζεται στον περίβολο του βυζαντινού Ναού των Ταξιαρχών. Αργότερα, το 1950, μεταφέρεται εκεί και η κεφαλή του δίπλα στο σώμα του και έτσι σήμερα, όλο το σκήνωμα του Παύλου Μελά αναπαύεται τώρα στην Καστοριά. Πλάι του μάλιστα, ύστερα από δική της επιθυμία, αναπαύεται και η γυναίκα του Ναταλία.

Η είδηση του θανάτου του Παύλου Μελά συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα και την Αθήνα και ιδιαίτερα φυσικά, την οικογένειά του. Ολόκληρος ο ελληνικός λαός πενθεί τον ήρωα, που έφυγε τόσο νέος, μόλις 34 χρονών, και σε τόσο μάλιστα κρίσιμες στιγμές για το Έθνος και τον Ελληνισμό! Το όνομά του γίνεται σύμβολο του μακεδονικού αγώνα, ενώ μεγάλος αριθμός Αξιωματικών και ιδιωτών πολιτών αρχίζουν να σπεύδουν στη Μακεδονία και πυκνώνους τις τάξεις εκείνων που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή της, ακολουθώντας τον δρόμο του Παύλου Μελά και το παράδειγμά του. Τη θυσία του υμνεί ο λαός με το δημοτικό τραγούδι και ο μεγάλος ποιητής Κωστής Παλαμάς. 
Αλλά και η πατρίδα, τιμώντας τον, τον αναγνωρίζει σαν εθνικό ήρωα και η Στάτιστα, το χωριό στο οποίο σκοτώθηκε, μετονομάστηκε σε "Παύλος Μελάς". 
 

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

ΜΙΧΑΗΛ Θ΄ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ : Ο ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ ΠΟΥ «ΑΝΕΣΤΗΣΕ» ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ - Από την εξορία της Νίκαιας στη δόξα της Βασιλεύουσας και στον μοναχικό θάνατο στη Θράκη – Η πορεία του ανθρώπου που ξανάχτισε μια αυτοκρατορία (12 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1320)


Ο Δεκέμβριος του 1282 ξημέρωσε ψυχρός πάνω από την Ανατολική Θράκη. Οι άνεμοι που κατέβαιναν από τον Εύξεινο Πόντο έφερναν μαζί τους τη βαρυχειμωνιά. Στο Παχώμιο, όχι μακριά από τις ακτές, ο άνθρωπος που είχε αναστήσει τη Βασιλεύουσα από την πυρά της λατινικής κυριαρχίας έδινε την τελευταία του μάχη, όχι πια ως στρατηγός, ούτε ως διπλωμάτης, αλλά ως θνητός.

Ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος, ο ιδρυτής της τελευταίας βυζαντινής δυναστείας, ο αυτοκράτορας που είχε επαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη το αυτοκρατορικό στέμμα μετά από μισό αιώνα εξορίας στη Νίκαια, βρισκόταν στο τέλος της μακράς και αντιφατικής πορείας του.

Είχε δει πολλά. Είχε νικήσει ηγεμόνες της Δύσης, είχε υπομείνει εξεγέρσεις, είχε αντισταθεί στις στρατιές του Καρόλου του Ανδεγαυού που απειλούσαν να σβήσουν το όνομα των Ρωμαίων από το χάρτη. Μα πάνω απ’ όλα είχε κυβερνήσει μια αυτοκρατορία που είχε μάθει να ζει πια στη σκιά του Εύξεινου Πόντου, να μετρά συμμάχους και εχθρούς στις βόρειες στέπες, να φοβάται ή να ελπίζει ανάλογα με τις διαθέσεις των Μογγόλων, να προσδοκά βοήθεια από την Τραπεζούντα και να ανησυχεί για τις τουρκικές επιδρομές που κατέβαιναν από την Ανατολία στις κοιλάδες του Μαιάνδρου.

Καθώς ο αυτοκράτορας άφηνε την τελευταία του πνοή, ο Εύξεινος Πόντος –τόσο μακριά, μα πάντοτε παρών– έμοιαζε να μονολογεί τις δικές του ιστορίες.

Πριν φτάσει όμως εκείνη η στιγμή, ο Μιχαήλ είχε διαβεί έναν δρόμο που λίγοι θα τολμούσαν. Γεννημένος το 1223, μέλος ενός σύνθετου πλέγματος αυτοκρατορικών γενών –Κομνηνών, Αγγέλων και Παλαιολόγων– μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο από μνήμες της χαμένης Κωνσταντινούπολης. Η ίδια η οικογένειά του απλωνόταν τότε από τις ακτές της Βιθυνίας μέχρι τα υψίπεδα της ποντικής ενδοχώρας.

Το όνομα των Παλαιολόγων είχε ήδη αρχίσει να ακούγεται στη Νίκαια, αλλά η αυτοκρατορία δεν είχε πια τη λάμψη του παρελθόντος. Ο θρόνος ήταν πια εξόριστος, ενώ στον Εύξεινο Πόντο η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας είχε αναλάβει τον δικό της ρόλο ως κληρονόμος των Ρωμαίων του Πόντου.

Ο Μιχαήλ μεγάλωσε ανάμεσα σε στρατηγούς, αυλικούς, διπλωμάτες. Πολύ μικρός ακόμη, κατηγορήθηκε άδικα για συνωμοσία. Αλλά η εξυπνάδα και η ψυχραιμία του τον έσωσαν.

Από τότε όλοι θυμούνταν το οξύ βλέμμα του, εκείνο που έμοιαζε να διαπερνά τα λόγια των ανθρώπων και να φτάνει κατευθείαν στην αλήθεια. Δεν άργησε να γίνει απαραίτητος στον στρατό, και όταν ο Θεόδωρος Β’ Βατάτζης πέθανε, ο Μιχαήλ είδε μπροστά του ένα μονοπάτι που λίγοι θα τολμούσαν να ακολουθήσουν. Την κατάληψη του θρόνου της Νίκαιας.

Το 1259 στέφθηκε αυτοκράτορας στο Νυμφαίον, υποσκελίζοντας τον νεαρό Ιωάννη Δ’ Λάσκαρη. Επικρίθηκε, μισήθηκε, αλλά την ίδια στιγμή πολλοί αναγνώριζαν στον Μιχαήλ εκείνη την αποφασιστικότητα που η αυτοκρατορία χρειαζόταν για να σταθεί ξανά στα πόδια της. Στα ανατολικά οι Σελτζούκοι είχαν δείξει τα δόντια τους, στα δυτικά τα λατινικά κράτη είχαν ριζώσει επικίνδυνα, και ο Εύξεινος Πόντος έβραζε από ανταγωνισμούς μεταξύ Μογγόλων, Βουλγάρων, επιδρομέων και εμπόρων.

Ο Μιχαήλ θα έπρεπε να λειτουργήσει όχι απλώς ως βασιλιάς, αλλά σαν σχοινοβάτης.

Η πρώτη μεγάλη νίκη του –η Πελαγονία του 1259– άνοιξε τον δρόμο για το πραγματικό του όραμα που δεν ήταν άλλο από την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Στον Εύξεινο Πόντο οι Λατίνοι είχαν ήδη χάσει τον έλεγχο του χρυσού εμπορικού δρόμου. Τραπεζούντα και Βυζάντιο διεκδικούσαν τις εύφορες ακτές, ενώ Γενουάτες και Βενετοί προσπαθούσαν να αποκτήσουν μερίδια στο εμπόριο, ελέγχοντας λιμάνια από την Κριμαία έως την Κωνσταντινούπολη.

Ο Μιχαήλ αντιλαμβανόταν ότι όποιος ήλεγχε τον Εύξεινο Πόντο, αποκτούσε δύναμη στην Ανατολή. Και έτσι, όταν η Γένοβα του πρόσφερε συμμαχία, εκείνος την αποδέχτηκε, ακόμη κι αν ήξερε ότι θα πλήρωνε αργότερα υψηλό τίμημα.

Δεν πρόλαβε, όμως, να χρειαστεί το στόλο τους. Στις 25 Ιουλίου 1261, ο στρατηγός Αλέξιος Στρατηγόπουλος πήρε την Πόλη με ένα σχεδόν απίστευτο τόλμημα. Και ο Μιχαήλ, όταν μπήκε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη τον Δεκαπενταύγουστο, είδε να ανοίγει μπροστά του ένας δρόμος που κανείς δεν είχε διαβεί μετά το 1204

Η αυτοκρατορία αναγεννήθηκε. Ο πληθυσμός αυξήθηκε, τα τείχη επισκευάστηκαν, τα λιμάνια στον Βόσπορο δέχονταν ξανά πλοία από τον Πόντο και τις βόρειες θάλασσες.

Όμως η αναγέννηση αυτή είχε και το τίμημά της. Ο μικρός Ιωάννης Δ’ Λάσκαρης τυφλώθηκε και κλείστηκε σε μοναστήρι. Από εκείνη τη στιγμή, ο Μιχαήλ κέρδισε την Πόλη, αλλά έχασε κάτι ακόμη πιο πολύτιμο, ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής ψυχής.

Στον Πόντο, στις πόλεις της Βιθυνίας, στους δρόμους των εμπόρων που πήγαιναν προς τη Σινώπη και την Τραπεζούντα, άρχισε να ακούγεται δυσαρέσκεια. Και όταν οι Τούρκοι των ανατολικών περιοχών επιτέθηκαν ξανά, πολλοί Βυζαντινοί στρατιώτες προτίμησαν να αυτομολήσουν παρά να πολεμήσουν για έναν «τύραννο».

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν άγρια. Οι ήττες στην Πελοπόννησο, τα προβλήματα με τους Μογγόλους του Βορρά, η ήττα στη Θράκη, η αναγκαστική ένωση με τη Ρώμη –ό,τι πιο μισητό μπορούσε να πράξει αυτοκράτορας σε ορθόδοξο λαό– όλα αυτά έφθειραν την εικόνα του Μιχαήλ. Και ενώ εκείνος προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο απέναντι στον Κάρολο τον Ανδεγαυό, ο Εύξεινος Πόντος γινόταν όλο και πιο ταραγμένος: Οι Μογγόλοι της Χρυσής Ορδής άλλαζαν συμμαχίες, οι Τραπεζούντιοι αυτοκράτορες κινούνταν άλλοτε φιλικά και άλλοτε επιθετικά προς την Κωνσταντινούπολη, και τα λιμάνια της Κριμαίας άλλαζαν χέρια σε έναν αδιάκοπο αγώνα δυνάμεων.

Ο Μιχαήλ κατάφερε το ακατόρθωτο, που ήταν να αποτρέψει την επέλαση του Καρόλου, δίνοντας τέλος στη μεγαλύτερη απειλή που είχε αντιμετωπίσει η αυτοκρατορία από το 1204.

Όμως το σώμα του πλέον δεν άντεχε. Ο αγώνας του, πολιτικός και στρατιωτικός, συνεχής επί είκοσι χρόνια, τον είχε εξαντλήσει. Τον τελευταίο μήνα της ζωής του, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και να μεταβεί στη Θράκη. Εκεί στο Παχώμιο, απομονωμένος, σχεδόν εκτοπισμένος από τον ίδιο του τον λαό που ακόμη τον θεωρούσε «λατινόφρονα», ο αυτοκράτορας αισθανόταν το τέλος να πλησιάζει.

Η θάλασσα του Πόντου, την οποία τόσο συχνά είχε επικαλεστεί στις διπλωματικές του στρατηγικές, έστελνε μέχρι και εκείνους τους κρύους ανέμους που φτάνουν ως την ενδοχώρα. Κάθε ριπή του αέρα έμοιαζε σαν υπενθύμιση των ανεκπλήρωτων οραμάτων του: να ξαναφέρει την αυτοκρατορία στα ανατολικά της όρια, να εξασφαλίσει τις ποντιακές ακτές από τις επιδρομές, να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε Κωνσταντινούπολη και Τραπεζούντα.

Όταν πέθανε, δεν ψάλθηκε νεκρώσιμη ακολουθία. Ήταν αφορισμένος. Ο γιος του, Ανδρόνικος Β’, μετέφερε τη σορό του στη Θράκη, μα ούτε εκείνη η πομπή δεν είχε τη λαμπρότητα που θα άρμοζε σε κάποιον που θέλησε να ανακτήσει την Πόλη. Ο λαός είχε δει στον Μιχαήλ όχι τον ήρωα του 1261, αλλά τον άνθρωπο που παρέδωσε –έστω και θεωρητικά– την Ορθοδοξία στον Πάπα.

Έτσι έσβησε ο αυτοκράτορας που είχε αναστηλώσει τη Βασιλεύουσα.

Κι όμως, η κληρονομιά του στον Εύξεινο Πόντο παρέμεινε βαθιά. Η εξωτερική πολιτική του είχε αποτρέψει την επέκταση των Lατίνων προς τον Πόντο, είχε διασώσει τα εμπορικά δίκτυα του Βοσπόρου και είχε διατηρήσει σε λειτουργία τη λεπτή ισορροπία μεταξύ Βυζαντινών, Τραπεζούντας, Γενουατών και Μογγόλων. Χωρίς αυτήν, η αυτοκρατορία θα είχε χάσει τον έλεγχο του θαλάσσιου δρόμου που για αιώνες την συνέδεε με τον Καύκασο, τη Ρωσία και τις στέπες.

Η δυναστεία του θα κυβερνούσε μέχρι το τέλος. Και όταν η Κωνσταντινούπολη θα έπεφτε πια στους Οθωμανούς, το 1453, τα κάστρα του Πόντου θα εξακολουθούσαν να αντιστέκονται για μερικά ακόμη χρόνια – σαν απόηχος εκείνης της μετατόπισης του βυζαντινού κόσμου προς τον Εύξεινο Πόντο που είχε αρχίσει ήδη από την εποχή του Μιχαήλ.

Ο Μιχαήλ Η’ έφυγε χωρίς δοξασμό, μα όχι χωρίς δικαίωση. Ήταν ο άνθρωπος που έσωσε την Κωνσταντινούπολη από την απόλυτη εξαφάνιση. Ήταν ο αυτοκράτορας που κατάλαβε ότι το μέλλον του Βυζαντίου δεν βρισκόταν πια μόνο στα πεδία της Μικράς Ασίας ή στη λατινική Δύση, αλλά και στις άγριες θάλασσες του Εύξεινου Πόντου.

 

https://www.pontosnews.gr/824526/istoria/michail-i-039-palaiologos-o-idrytis-tis-teleytaias-vyzantinis-dynasteias/ 

ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



ἐπισταμένους πρὸς εἰδότας ὅτι δίκαια μὲν ἐν τῷ
ἀνθρωπείῳ λόγῳ ἀπὸ τῆς ἴσης ἀνάγκης κρίνεται, δυνατὰ δὲ
ο
ἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν. –

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi9AYAjQboFh1_5M3bFMvoiwdv6qY5bDyiuBuwvPV3Yjtp1ZG3BAXNnY5CWdpxeWu7FvNRIyWEpe_RHBqBZHx93XDCYKW4LJe3j_4jgmwduvaKGVqaTsCSNu7bWjJSewd6rxVoBPh5kloo/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters