Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗΣ ΣΤΙΣ 12 ΙΟΥΛΙΟΥ 1920


Του Ευάγγελου Σ. Σοβαρά (Καστροπολίτη)

 

Η 12η ΙΟΥΛΙΟΥ 1920 ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕ ΤΗΝ ΠΙΟ ΛΑΜΠΡΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ, ΚΑΘΩΣ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΤΜΗΜΑΤΑ ΕΙΣΗΛΘΑΝ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗ.

 

Μέσα σε ένα παραλήρημα ενθουσιασμού, όπως μαρτυρούν πηγές της εποχής, ο ελληνικός πληθυσμός της πόλης υποδέχθηκε τα αποσπάσματα του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων που από το μεσημέρι διερχόταν τη γέφυρα του Έβρου από την περιοχή του Καραγάτς και κινούνταν σε σχηματισμούς στον κεντρικό δρόμο της θρακικής πρωτεύουσας.

Η κατάληψη της Αδριανού, ήρθε από την ευόδωση των επιχειρήσεων της Στρατιάς Θράκης (9η Μεραρχία και Μεραρχία Ξάνθης) με τη διάβαση του Έβρου ποταμού και σε συνδυασμό με αποβατική επιχείρηση της Μεραρχίας Σμύρνης μέσω της Προποντίδας, από τη Μικρά Ασία στην Ανατολική Θράκη.

Η οργάνωση του Κέντρου Επιχειρήσεων της Στρατιάς Θράκης στο Διδυμότειχο με Διοικητή τον Αντιστράτηγο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη και η άφιξη του Βασιλιά Αλεξάνδρου στην περιοχή στις 7/8 Ιουλίου, σηματοδότησαν και την έναρξη των επιθετικών επιχειρήσεων για την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης.

Έτσι στις 7 Ιουλίου ξεκίνησε η αποβατική ενέργεια της Μεραρχίας Σμύρνης, από τα λιμάνια Πανόρμου και Αρτάκης στη Ραιδεστό και στην Ηράκλεια της Προποντίδας. Την ίδια ημέρα η 9η (ΙΧ) Μεραρχία που είχε αναπτυχθεί από την περιοχή Πυθίου μέχρι Καραγάτς, δέχθηκε επιθέσεις από την τουρκική πλευρά, τόσο στο Πύθιο, όσο και στο Καραγάτς (κυρίως με ισχυρό βομβαρδισμό Πυροβολικού). Το Ελληνικό Πυροβολικό απάντησε με πυρά, αποκρούοντας την εχθρική επίθεση, η οποία επαναλήφθηκε και τις νυχτερινές ώρες.

Την επομένη, στις 8 Ιουλίου μετακινήθηκε από την Αλεξανδρούπολη στο Διδυμότειχο και ο Σταθμός Διοικήσεως της Στρατιάς Θράκης. Επίσης Τμήματα Ευζώνων από το Μικτό Απόσπασμα του Καραγάτς επιχείρησαν επιθετική αναγνώριση προς την γέφυρα του Έβρου στην είσοδο της Αδριανούπολης, όμως δέχθηκε ισχυρά τουρκικά πυρά, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 17 Εύζωνοι και ο Λοχαγός Νικόλαος Διαμάντης. Επίσης άλλοι 2 Εύζωνοι συνελήφθησαν αιχμάλωτοι από τους Τούρκους.

Από τις 9 Ιουλίου, η Μεραρχία Σμύρνης που είχε ολοκληρώσει την απόβασή της, άρχισε την προέλαση στο εσωτερικό της Ανατολικής Θράκης σε τρεις φάλαγγες (με το 3ο ,30ο και 28ο Συντάγματα Πεζικού). Ταυτόχρονα στην περιοχή του Πυθίου οι Τούρκοι απάντησαν με πυκνά πυρά Πυροβολικού, τόσο προς τα χαρακώματα όσο και προς το Σιδηροδρομικό Σταθμό. Η αντίδραση του Ελληνικού Πυροβολικού, σταμάτησε την ενέργεια των Τούρκων για άλλη μια φορά.

Στις 10 Ιουλίου, οι φάλαγγες της Μεραρχίας Σμύρνης κατέλαβαν την Αρκαδιούπολη (Λουλέ Μποργκάζ) και Χαριούπολη (Χαϊράν Μπολού), ενώ επανελήφθησαν οι τουρκικές επιθέσεις με βομβαρδισμό στο Πύθιο, προξενώντας μερικές ζημιές στις γέφυρες. Το ίδιο βράδυ γεφυρώθηκε ο Έβρος ποταμός στην περιοχή του Σουφλίου, από όπου διάβηκε το 13ο Σύνταγμα Πεζικού της Μεραρχίας Ξάνθης, το οποίο από 21 Μαΐου 1920 είχε εγκατασταθεί στο Διδυμότειχο.

Συνεχίστηκε με διάβαση και άλλων τμημάτων της Μεραρχίας, τα οποία προέλασαν και το μεσημέρι της 11ης Ιουλίου εισήλθαν στη Μακρά Γέφυρα (Ουζούν Κιοπρού), όπου συνελήφθησαν αιχμάλωτοι Τούρκοι Αξιωματικοί και στρατιώτες και επίσης κατασχέθηκαν όπλα και  πολεμικό υλικό.



Το απόγευμα της 11ης Ιουλίου στα όρια του Καραγάτς, Επιτροπή από την Αδριανούπολη, αποτελούμενη από τον Δήμαρχο της πόλης και τους επικεφαλείς των 5 θρησκευτικών κοινοτήτων της πόλης, τον Μητροπολίτη Πολύκαρπο Βαρβάκη, τον Μουφτή, τους Επισκόπους Βουλγαρικής και Αρμενικής Εκκλησίας, καθώς και τον Εβραίο Αρχιρραβίνο. Η επιτροπή που συνοδευόταν από το Έλληνα ιατρό κ.Τσαγκρή και έναν Τούρκο αξιωματικό, προσέφερε την παράδοση της πόλης στο Διοικητή του Μικτού Αποσπάσματος Καραγάτς, Συνταγματάρχη Ξύδη, ο οποίος τελικά απαίτησε την άμεση παράδοση της πόλης.
 

Έτσι στις 12 Ιουλίου 1920, όταν διαπίστωσαν στην περιοχή του Καραγάτς της πλήρη διάλυση των Τουρκικών δυνάμεων, συγκεντρώθηκαν τα τμήματα των Ευζώνων πλησίον στη γέφυρα του Έβρου και από τις μεσημβρινές ώρες άρχισε η διέλευση της γέφυρας και η είσοδος των τμημάτων στην Αδριανούπολη.

Στις 13 Ιουλίου ο νεαρός Βασιλιάς Αλέξανδρος εισήλθε θριαμβευτικά στην ιστορική πόλη, συνοδευόμενος από το Διοικητή της Στρατιάς Θράκης, Στρατηγό Ζυμβρακάκη και το Επιτελείο του.

Η είσοδος αυτή έδωσε έναυσμα για συγκινητικούς πανηγυρισμούς  από τους Έλληνες Θράκες της Αδριανούς. Από τη γέφυρα του Έβρου που ονομάστηκε τιμητικά «Γέφυρα Λοχαγού Διαμάντη» και για περίπου 2 χιλιόμετρα μέχρι την Μητρόπολη Αδριανούπολης, ο δρόμος στρώθηκε με χαλιά και λουλούδια και γαλανόλευκες σημαίες που πολλές κεντήθηκαν κρυφά, στόλισαν τους εξώστες και τα παράθυρα των σπιτιών. Ενώ τα πλήθη του κόσμου ζητωκραύγαζαν υπέρ του νεαρού Βασιλιά  και των Ελληνικών απελευθερωτικών στρατευμάτων.

Στη Μητρόπολη Αδριανούπολης, στον τόπο που μαρτύρησε ο Αδριανουπολίτης Πατριάρχης Κύριλλος ΣΤ΄, μετά από πεντέμισι αιώνες σκλαβιάς τελέστηκε η πανηγυρική δοξολογία της Νίκης και της Απελευθέρωσης, όπου εψάλη πάνδημα ο ύμνος «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ…».

Ως τα τέλη του ίδιου μήνα είχε ολοκληρωθεί η κατάληψη ολόκληρης της Ανατολικής Θράκης  και με τη συνθήκη των Σεβρών (28 Ιουλ./10 Αυγ. 1920) παραχωρήθηκε στην Ελλάδα η Ανατολική Θράκη ως την Τσατάλτζα. Η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά χαρακτηρίστηκαν ουδέτερη ζώνη υπό τον έλεγχο της διεθνούς συμμαχικής επιτροπής.

Δυστυχώς, η λαμπρή αυτή ημέρα λησμονιέται υπό το σκότος της εγκατάλειψης της Ανατολικής Θράκης και της Αδριανούπολης μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την απόδοσή της περιοχής στην Τουρκία μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης.

ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ ΜΑΧΗΤΕΣ ΚΑΙ ΑΠΕΛΕΥΡΩΤΕΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ


 

Πηγές:

Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού «Επιχειρήσεις εις Θράκην (1919–1923)», (1969) επανέκδ. 1986 

 Άγγελου Γερμίδη, «Η Απελευθέρωσις της Ανατολικής Θράκης τον Ιούλιον του 1920 και η δραματική εγκατάλειψις της τον Οκτώβριον του 1922», Θρακική Εστία Θεσσαλονίκης (1985)


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

https://kastropolites.com/12-iouliou-1920-h-apeleutherosi-tis-adrianou/

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2024

26 ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΝΔΥΛΗ (17 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1943 – 11 ΙΟΥΛΙΟΥ 1998)

Του Σπύρου Δημητρίου
 
Πέρασαν είκοσι έξι χρόνια. Αν ζούσε θα ήταν σήμερα 81 ετών. Αν ζούσε θα είχε δει να ξεδιπλώνεται σιγά – σιγά και σταδιακά όλο αυτό που είχε προβλέψει από τις αρχές της δεκαετίας του 90 ότι θα συμβεί στο τόπο μας. Αν ζούσε θα είχε δει και την εξέλιξη σε πλανητικό επίπεδο που κι αυτήν την είχε προβλέψει τόσο σοφά κι από νωρίς, ότι θα συμβεί.
Και για τις δυο εξελίξεις είχε γράψει κι είχε χτυπήσει το καμπανάκι για το ότι στραβά αρμενίζουμε. Είχε γράψει κι είχε υπερασπιστεί τις θέσεις του από τότε και σχεδόν μόνος, μια και τον ανακάλυψαν οι περισσότεροι πολύ αργότερα, αφού είχε φύγει, κι αφού είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στον ορίζοντα τα σημάδια των προβλέψεών του.
Το σύστημα του επιτέθηκε όταν αντιλήφθηκε ότι δεν του ανήκει μια και η τότε διανόηση είχε προσχωρήσει μαζικά σ’ αυτό για να το υποστηρίξει και να πάρει την αντιμισθία της. Ο ίδιος είχε γράψει για αυτή την πορεία υποταγής και το χρονοδιάγραμμά της, καθώς και την ιδεολογία της που την μασκάρευε μέσα από ιδεοληπτικά προσκόμματα. Οι υποταγμένοι σφουγγοκωλάριοι του επιτέθηκαν γιατί δεν άντεχαν που τους τράβηξε την κουρτίνα ή το παραβάν να τους δει το φως έτσι που είχαν τρυπώσει στο σβέρκο του λαικού σώματος έτοιμοι να το απομυζήσουν. Και το έκαναν. Το βλέπουμε, το ζούμε στο πετσί μας.
Όταν τα έγραφε, όσοι μπορούσαν να καταλάβουν, μια και ο ίδιος φύση και θέση δεν έκανε κρότο, έριχναν καμμιά ματιά στα κείμενά του, με το ένα μάτι, γιατί το άλλο παρακολουθούσε την ξέφρενη πορεία της πλαστής και υπονομευμένης ευδαιμονίας. Κρότο τελικά κάναμε εμείς όταν συγκρουστήκαμε με τον τοίχο του λάθους μας δεχόμενοι κι από πάνω τις επιπλήξεις των λακέδων της υποταγής ότι φέρουμε αποκλειστικά και ολοκληρωτικά την ευθύνη. Τότε αρχίσαμε να τον ανακαλύπτουμε.
Ο Παναγιώτης Κονδύλης δεν ήταν απλά ένας μεγάλος φιλόσοφος και διανοητής. Έσκυψε στις λέξεις σαν αρχαιολόγος προσπαθώντας να βγάλει το μεδούλι τους, την ρίζα τους, την καταβολή τους. Πήγαινε στο βάθος, στην ουσία, κι έτσι έζησε τη σύντομη ζωή του χωρίς ο ίδιος να διεκδικεί τίποτα.
Κι εμείς, τώρα, παραζαλισμένοι, τον διεκδικούμε που φτάσαμε κοντά στο αργά, αν δεν είναι αργά. Ο ίδιος πάντως πρόλαβε να μας προειδοποιήσει ασχέτως αν εμείς κωφεύαμε.
Δεν ξέρουμε πια θα ήταν η σκέψη του αν η ζωή του είχε συνέχεια. Αν θα το άντεχε όλο αυτό που δημιουργήσαμε για να ζούμε και να το ανεχόμαστε. Μπορούμε να το υποψιαζόμαστε. Το ζήτημα είναι και πάλι αν θα ακούγαμε.
Ο Παναγιώτης Κονδύλης μας άφησε μόνους νωρίς, χωρίς να δει τη ροή του χρόνου, της ζωής και των γεγονότων, γι’ αυτό κι ίσως του ταιριάζει μια ρήση του Χρόνη Μίσσιου λίγο παραφρασμένη:
«… καλά εσύ πέθανες νωρίς»…..
 

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821 : Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΠΕΤΑ ΣΤΙΣ 4 ΙΟΥΛΙΟΥ 1822

Στά μέσα Μαΐου 1822, ο πρόεδρος τού Εκτελεστικού Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ανέλαβε τήν αρχηγία σέ μία στρατιωτική επιχείρηση, η οποία είχε ως στόχο τήν απελευθέρωση τού Σουλίου καί τήν εκκαθάριση τής Δυτικής Ελλάδος από τά εχθρικά στρατεύματα. Πώς μπορούσε όμως ένας πολιτικός νά αναλάβει τήν αρχιστρατηγία σέ μία στρατιωτική επιχείρηση καί νά τή φέρει εις πέρας επιτυχώς, όταν μάλιστα ο ίδιος αμφισβητούσε τό δικαίωμα τών οπλαρχηγών νά ασχολούνται μέ τήν πολιτική; Αφού συγκέντρωσε ένα ετερόκλητο πλήθος από ξένους φιλέλληνες, ατάκτους αρματολούς, Μανιάτες, Μωραΐτες, Επτανήσιους, Ρουμελιώτες καί Σουλιώτες ξεκίνησε τήν εκστρατεία του χωρίς ποτέ νά καταφέρει νά επιβάλλει τήν πειθαρχία στό στράτευμά του.

«Διά νά αποκρουσθώσιν οι απειλούντες ήδη τήν Δυτικήν Ελλάδα εχθροί, αποφασίζει νά εκστρατεύση ο πρόεδρος τού Νομοτελεστικού. Υπέρτατος άρχων τής Ελλάδος ο Μαυροκορδάτος διά τήν απειρίαν τών Ελλήνων ως πρός τήν νέαν τάξιν τών πραγμάτων καί διά τήν περί τό διαιρείν επιτηδειότητά του, αφ' ού δέν ημπόρεσε νά κατορθώση ώστε νά ήναι διά τού νόμου πενταετής πρόεδρος καί εις αυτό τό διάστημα τού χρόνου ν' ασφαλίση εις τόν εαυτό του τήν εξουσίαν, ήδη καταγίνεται νά τήν ασφαλίση διά τής δυνάμεως τών όπλων καί διά ταύτα θέλει νά εκστρατεύση κατά τών Τούρκων, άν καί απόλεμος.

Είναι λοιπόν δυνατόν νά νικήση τούς Τούρκους; Καί όμως εκστρατεύει. Καί διά ν' αποκτήση εις τήν Ευρώπην μεγαλοπράγμονος ανθρώπου υπόληψιν, ελπίζων τέλος πάντων, άν τά πράγματα τών Ελλήνων καταντήσωσιν υπόθεσις τής Ευρώπης καί η Ελλάς κατασταθή ηγεμονεία, νά διορισθή αυτός ηγεμών. Καί επειδή τόν Υψηλάντη θεωρεί ως άνθρωπον τής Ρωσσίας, εκείνος θ' ακολουθήσει τήν Αγγλίαν εις τήν πολιτικήν του.

Καί δή παραλαβών τόν Μάρκον Μπότσαρην, τίθεται επι κεφαλής ατάκτων τινών Πελοποννησίων καί Επτανησίων, τών τε γυμνασθέντων από τόν Μπαλέστ καί αποτελούντων τό πρώτον πεζικόν σύνταγμα τακτικών, ως καί τών εξ Ευρώπης συρρευσάντων φιλελλήνων, οι οποίοι διωργανίσθησαν εις έν τάγμα.

Συνήλθον υπό τάς σημαίας του τό πρώτον σύνταγμα υπό τόν Ταρέλλαν καί τό τάγμα τών φιλελλήνων υπό τόν Δανίαν, εκ πεντακοσίων αμφότερα συγκείμενα, τό σώμα εκ πενήντα Επτανησίων υπό τόν Σπύρον Πανάν, ο Μάρκος Μπότσαρης μέ διακόσιους, ο Κανέλλος Δελιγιάννης μ' εκατόν πενήντα, ο Παναγιώτης Γιατράκος μ' ενενήντα, καί ο Θεόδωρος Γρίβας ως σωματοφύλαξ.

Ο Καρατάσιος καί ο Γάτσος μετά τήν εκπόρθησιν τής Ναούσης μέ τριακόσιους Μακεδόνας, καθώς καί ο Βαρνακιώτης, ο Ανδρέας Ίσκου, ο Αλέξης Βλαχόπουλος, ο Δημοτσέλιος καί άλλοι Δυτικοελλαδίται.

Ο Μαυροκορδάτος τήν 2αν Ιουνίου 1822 κινείται εις τήν Λάσπην, όπου προσκαλεί τούς οπλαρχηγούς καί τούς προκρίτους τής Δυτικής Ελλάδος, διά νά συσκεφθώσι περί τής εκστρατείας. Ο σκοπός του αφώρα νά συναχθώσιν εκεί στρατεύματα καί ήλπιζε ν' ανεβή ο αριθμός των είς δέκα χιλιάδας. Αλλ' αποτυγχάνει καί εκστρατεύει εις Κομπότι μέ τέσσαρας χιλιάδας Έλληνας, μεθ' ών συναριθμούνται καί οι φιλέλληνες.»
 
Απομνημονεύματα Νικολάου Σπηλιάδου
 
Ο Μαυροκορδάτος από τήν αρχή παραγκώνισε τόν γηραιό καί αναγνωρισμένο από τούς πάντες έμπειρο αρματολό Γεώργιο Βαρνακιώτη, μέ σκοπό νά παραδώσει τήν αρχηγία τής Δυτικής Ελλάδος στόν νεότατο Μάρκο. "Διαίρει καί βασίλευε" ήταν τό δόγμα τού πολιτικού, ο οποίος μέ αυτήν τήν εμμονή του θά κατόρθωνε νά εξαναγκάσει τόν γέρο Βαρνακιώτη νά αποσυρθεί από τήν επανάσταση.   
 
Στίς 10 Ιουνίου 1822, στή μάχη πού έγινε στό Κομπότι, λίγο νοτιότερα από τήν Άρτα, τά χριστιανικά στρατεύματα τών Ευρωπαίων καί τών Ελλήνων νίκησαν τούς Τουρκαλβανούς. Στή μάχη αρίστευσε ο νεώτατος Γενναίος Κολοκοτρώνης, ο οποίος σκότωσε ένα σημαντικό αξιωματικό τού Κιουταχή πασά. Ο Γερμανός στρατιωτικός Κάρολος Αλβέρτος Νόρμαν διακρίθηκε στήν μάχη, όπως καί πολλοί φιλέλληνες. Αυτή η νίκη γέμισε ελπίδες τούς Έλληνες πού αντιμετώπιζαν τόν εχθρό τόσο κοντά στή βάση του. Εν τώ μεταξύ ο Γενναίος επέστρεψε στήν Πελοπόννησο, έπειτα από εντολή τού πατέρα του καί τό γεγονός αυτό τό κατέκριναν οι πολέμιοι τού Κολοκοτρώνη.

Τό ελληνικό στρατόπεδο αποδυναμώθηκε όταν έφυγαν 1200 μαχητές πρός βοήθεια τών Σουλιωτών. Μαζί τους ήταν οι Μάρκος Μπότσαρης, Καρατάσος, Αγγελής Γάτσος, Γεώργιος Βαρνακιώτης, Αλεξάκης Βλαχόπουλος καί Αντρέας Ίσκος. Δυστυχώς όμως, οι 1200 αυτοί μαχητές δέν μπόρεσαν νά φτάσουν στό Σούλι αφού τουρκικές δυνάμεις τούς συνέτριψαν στό χωριό Πλάκα στίς 29 Ιουνίου 1822. Στό πεδίο τής μάχης έπεσαν 100 Έλληνες, μεταξύ τών οποίων ο οπλαρχηγός Δουράκης καί ο αδελφός τού Γάτσου. Οι υπόλοιποι γύρισαν στό χωριό Πέτα, λίγο βορειότερα από τήν Άρτα, όπου είχαν οχυρωθεί καί οι υπόλοιποι Έλληνες.

Οι Τούρκοι τής Άρτας είχαν τρομάξει βλέποντας τόσες ρωμέϊκες δυνάμεις σιμά τους. Είχαν όμως τήν τύχη νά συλλάβουν αιχμάλωτο τόν Ιταλό Μονάλντι, ο οποίος αβίαστα τούς πληροφόρησε γιά όλες τίς ελληνικές θέσεις. Οι Τούρκοι τόν αντάμειψαν κόβοντας τό κεφάλι του καί στήνοντάς το στό παζάρι τής πόλης. Αμέσως μετά ξεχύθηκαν έξω από τήν Άρτα μέ προορισμό τό χωριό Πέτα. Επτά χιλιάδες ήταν τό τούρκικο ασκέρι μέ κεφαλή τόν τρομερό Ρεσίτ πασά, γνωστό καί ως Κιουταχή.

Οι Τούρκοι υπερτερούσαν αριθμητικά καί τελικά μέ τό ισχυρό τους ιππικό διέλυσαν τό ελληνικό στρατόπεδο, τρέποντας τούς αμυνομένους σέ φυγή καί σκοτώνοντας εκατοντάδες από αυτούς. Η μάχη τού Πέτα δέν ήταν απλά μία ήττα. Ήταν μία καταστροφή. Ο Γώγος Μπακόλας, κατηγορήθηκε ότι άφησε αφρούρητο τό μέρος γιά τό οποίο ήταν υπεύθυνος, μέ αποτέλεσμα νά διεισδύσει από εκεί ο εχθρός καί νά βρεθεί στά νώτα τών αμυνομένων. Αυτή η μάχη θά ήταν η τελευταία πού έδωσε ο Γώγος Μπακόλας. Λίγο αργότερα θά εγκατέλειπε τήν επανάσταση καί θά αυτομολούσε στούς Τούρκους. 

Οι Επτανήσιοι καί οι φιλέλληνες Ευρωπαίοι έπαθαν μεγάλη συντριβή. Οι φιλέλληνες δέν είχαν φροντίσει νά φτιάξουν προμαχώνες, παρά τίς συμβουλές τών Ελλήνων. Ο Δάνια (Ντάνια) είχε δηλώσει στόν Μπακόλα ότι τά στήθη τους θά αποτελούσαν τούς προμαχώνες. Πράγματι οι ξένοι πολέμησαν παλικαρίσια, έχοντας δημιουργήσει μέ τά σώματά τους ένα τετράγωνο, τό οποίο όμως ήταν εύκολος στόχος γιά τούς Τούρκους σπαχήδες. Ο Γερμανός στρατηγός Νόρμαν τραυματίστηκε καί όταν συνάντησε τόν Μαυροκορδάτο τού είπε:

- "Τό πάν απωλέσαμεν πλήν τής τιμής!"

Ο Νόρμαν θά πέθαινε λίγο αργότερα στό Μεσολόγγι. Η μοίρα τών φιλελλήνων αιχμαλώτων ήταν πιό σκληρή από αυτούς πού σκοτώθηκαν καθώς αναγκάστηκαν νά κουβαλήσουν μέχρι τήν Άρτα τά κεφάλια τών συντρόφων τους καί εκεί νά υποκύψουν έπειτα από σκληρά βασανιστήρια. Αξίζει νά αναφέρουμε ότι καθόλη τή διάρκεια τής μάχης, ο Μαυροκορδάτος βρισκόταν ασφαλής στό χωριό Λαγκάδα, όπου υποτίθεται ότι είχε στήσει τό στρατηγείο του. Οι Ευρωπαίοι πού σκοτώθηκαν ήταν: 34 Γερμανοί, 12 Ιταλοί, 9 Πολωνοί, 7 Γάλλοι, 3 Ελβετοί, 1 Ολλανδός, 1 Ούγγρος. 
 
Τήν ίδια μέρα χάθηκε καί στήν Σπλάντζα, (παραλία τού σημερινού Δήμου Φαναρίου Πρεβέζης) στίς εκβολές τού Αχέροντα, καί ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, ο οποίος είχε σταλεί γιά νά κτυπήσει τόν εχθρό από τά νώτα του. Οι περισσότεροι όμως Μανιάτες τόν είχαν εγκαταλείψει, διότι δέν είχε μισθούς νά τούς πληρώσει καί είχε μείνει μέ μερικούς πιστούς μαχητές. Μαζί του πολέμησαν καί μερικοί Σουλιώτες μέ αρχηγούς τούς Λάμπρο Ζάρμπα, Ζώη Πάνου, Βασίλειο Ζέρβα καί αυτή ήταν η πρώτη φορά πού πολέμησαν μαζί οι πιό εμπειροπόλεμοι Έλληνες τής επανάστασης, οι Μανιάτες καί οι Σουλιώτες.

Δυστυχώς η νίκη τών Ελλήνων συνοδεύτηκε μέ τόν θάνατο τού Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Οι απογοητευμένοι Μανιάτες αποφάσισαν νά επιστρέψουν στήν πατρίδα τους, παίρνοντας μαζί καί τήν αιματοβαμμένη ζώνη τού αρχηγού τους γιά νά τήν παραδώσουν στήν οικογένειά του στή Μάνη. Η ειρωνεία είναι ότι στήν ίδια μάχη σκοτώθηκε καί ο αντίπαλος Τούρκος αρχηγός, εναντίον τού οποίου ο Κυριακούλης είχε πολεμήσει ένα χρόνο πρίν, στή μάχη τού Βαλτετσίου.  
 
«Τά τέσσερα πλοία τών Ελλήνων μετά τού Κυριακούλη έφθασαν εις τήν Σπλάντζαν (Αμμουδιά Πρεβέζης) καί εξήλθαν έξω ο Κυριακούλης καί οι μετ'  αυτού. Οι Σουλιώτες μαθόντες τούτο έστειλαν δύναμιν αρκούσαν πρός επικουρίαν των, διότι οι Τούρκοι λαβόντες τήν είδησιν τής ελεύσεως τών πλοίων καί τού στρατού εξαπέστειλαν τρείς χιλιάδας στρατόν υπό τόν κεχαγιάμπεϊ διά νά τούς αποκρούση, οίτινες τήν 4ην Ιουλίου 1822 έφθασαν ενταύθα καί επετέθησαν κατά τών Σπαρτιατών καί τών Σουλιωτών, αλλ' ούτοι αντιστάντες γενναίως τούς ενίκησαν καί τούς έτρεψαν εις φυγήν, φονευθέντος καί τού αρχηγού των κεχαγιάμπεϊ τού Χουρσίτη. Ατυχώς όμως εις τήν μάχην ταύτην εφονεύθη καί ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης.

Κατ' αυτήν τήν ημέραν τής 4ης Ιουλίου 1822 όπου εγένετο η μάχη εις τήν Σπλάντζαν, τήν αυτήν ημέραν εξήλθον οι Τούρκοι εξ Άρτης, συγκείμενοι εξ επτά χιλιάδων υπό τούς αυτούς πασσάδες τούς προσβαλόντας τούς εν Πλάκα Έλληνας, έχοντας έμπροσθεν τό πεζικόν καί όπισθεν τό ιππικόν, οι δέ εν Πέτα Έλληνες είχον τοποθετήσει τά μέν δύο ελληνικά τακτικά τάγματα πρός τό κέντρον έχοντα δύο πυροβόλα καί δέκα πυροβολιστάς, ο δέ λόχος τών φιλελλήνων αριστερά, τό σώμα τών Επτανησίων δεξιά, οι δέ μή τακτικοί πρός τό όπισθεν μέρος τού χωρίου, οι μέν πρός τό κέντρον υπό τόν Βαρνακιώτην καί Βλαχόπουλον, οι δέ πρός αριστερά υπό τόν Μαρκοβότσαρη, οι δέ πρός δεξιά υπό τόν Γώγον, ο Ίσκος καί ο Γάτσος παρεφέδρευαν»
 
Γενική Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως υπό Λάμπρου Κουτσονίκα
 
Μετά τήν καταστροφή τού Πέτα, οι Σουλιώτες θά εγκατέλειπαν οριστικά τήν πατρίδα τους. Ο Άγγλος αρμοστής πρόθυμα τούς έδωσε άδεια νά εγκαταλείψουν τίς εστίες τους καί αφού τούς αφόπλισε τούς περιόρισε στό χωριό Άσσος τής Κεφαλονιάς, ώστε νά απαλλαγούν οι Τούρκοι από αυτούς τούς τρομερούς πολεμιστές. Πολλοί από τούς Σουλιώτες χάθηκαν από τίς αρρώστειες καί τίς κακές συνθήκες διαβίωσης. Ο Μάρκος Μπότσαρης μέ αφορμή τίς άσχημες συνθήκες διαβίωσης τών συμπατριωτών του θά δήλωνε ότι όπου κυματίζει η εγγλέζικη σημαία οι άνθρωποι είναι δούλοι. Όμως οι Σουλιώτες δέν θά πέθαιναν ποτέ δούλοι. Σύντομα θά επέστρεφαν στό Μεσολόγγι γιά νά συνεχίσουν τόν αγώνα τους κατά τού προαιώνιου εχθρού τής πατρίδος τους. Πατρίδα τους δέν ήταν πλέον τό βουνό τους, αλλά η Ρωμιοσύνη ολάκερη. 



ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ



Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ ΣΤΙΣ 4 ΙΟΥΛΙΟΥ 362 π.Χ.




Πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών)

Ο Επαμεινώνδας έδωσε εντολή σε ένα τμήμα ιππικού να διατηρήσει όλη τη νύκτα φωτιές σε ένα ύψωμα ορατό από τη Σπάρτη και οδήγησε τον κύριο όγκο του στρατού του με μεγάλη ταχύτητα πίσω στην Τεγέα. Φθάνοντας εκεί, επέτρεψε στους πεζούς να αναπαυθούν και διέταξε τους ιππείς να συνεχίσουν την προέλασή τους ως τη Μαντίνεια, για να κατακάψουν τα βοσκήματα, να καταστρέψουν τα σπαρτά και να αιχμαλωτίσουν ή να σκοτώσουν τους ανθρώπους που θα βρίσκονταν στην ύπαιθρο (ήταν εποχή θερισμού).
 Οι Θηβαίοι ιππείς έφθασαν στα σύνορα της Μαντινείας σχεδόν συγχρόνως με την είσοδο σ' αυτή την πόλη των Αθηναίων ιππέων, οι οποίοι διήνυσαν με μεγάλη σπουδή την απόσταση από την Ελευσίνα ως εκεί. Οι Αθηναίοι, μ' όλο που δεν είχαν ακόμη γευματίσει ούτε είχαν δώσει τροφή στα άλογά τους, δέχθηκαν να αντιπαραταχθούν στους αριθμητικά και ποιοτικά υπέρτερους Βοιωτούς και Θεσσαλούς: εξόρμησαν από τις πύλες, απώθησαν τους εχθρούς και έσωσαν τους ανθρώπους που βρίσκονταν στην ύπαιθρο, καθώς και τα ζώα και τα γεννήματα των Μαντινέων.

Σε λίγο έφθασαν στη Μαντίνεια και οι Αθηναίοι οπλίτες, 6.000 άνδρες, με αρχηγό τον Ηγησίλεω. Με αυτούς οι εκεί συγκεντρωμένες αντιβοιωτικες δυνάμεις συμποσώθηκαν σε 20.000 πεζούς και ως 2.000 ιππείς.
 Η είσοδος των Αθηναίων πεζών στη Μαντίνεια απετέλεσε μίαν ακόμη αποτυχία του Επαμεινώνδα, που από την αρχή της εκστρατείας αυτής δεν σημείωσε καμία επιτυχία. Εν τω μεταξύ πλησίαζε να λήξη η προθεσμία που του είχε δοθεί, για να περατώση αυτή την εκστρατεία, ίσως έπειτα από αντίσταση Βοιωτών που είχαν κηρυχθεί εναντίον της νέας πολεμικής περιπέτειας και επέτυχαν τουλάχιστον να περιορίσουν τη διάρκειά της. Έτσι ο Επαμεινώνδας αποφάσισε να επιτεθεί το ταχύτερο εναντίον των εχθρών και να τους πλήξη όσο γινόταν πιο συντριπτικά, ώστε και να τους εμποδίσει να καταβάλουν τους Πελοποννησίους συμμάχους των Βοιωτών μετά την αποχώρησή του και ο ίδιος να διατηρήσει το κύρος του μεταξύ των Βοιωτών και των συμμάχων τους.
Η Τεγέα και η Μαντίνεια βρίσκονται μέσα σε μία πεδιάδα του αρκαδικού υψιπέδου που έχει μήκος 29 χιλιόμετρα και πλάτος που ποικίλλει από 18 χιλιόμετρα ως 1.800 μέτρα (ανάμεσα στις υψομετρικές καμπύλες των 640 μέτρων). Οι δύο πόλεις απείχαν μόλις 17,5 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή. Το στενότερο μέρος της πεδιάδος βρίσκεται σε απόσταση 11 χιλιομέτρων βόρεια από την Τεγέα και 6,5 νότια από τη Μαντίνεια. Ανατολικά και δυτικά από το στενό υψώνονται απότομα δύο βουνά: ανατολικά με άξονα Β. - Ν. ηΚαπνίστρα, που αποτελεί ένα αντέρεισμα του Παρθενίου, δυτικά ο Μύτικας, ένας πρόβολος του Μαινάλου. Βόρεια από το στενό εκτεινόταν ένα δάσος. Όλα αυτά τα στοιχεία καθιστούσαν αυτή τη θέση μια θαυμάσια γραμμή άμυνας της Μαντινείας εναντίον επιθέσεως από Ν.
Οι αμυνόμενοι μπορούσαν να εκμεταλλευθούν την κάλυψη του δάσους, για να αποκρύψουν τις κινήσεις τους, τη στενότητα του χώρου, για να εξουδετερώσουν ενδεχόμενη αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου, τα υψώματα από τις δύο μεριές του στενού, για να στηρίξουν τις πτέρυγές τους και για να αποφύγουν κύκλωση.
Ο Επαμεινώνδας έθεσε σε κίνηση τα τμήματά του το πρωινό της 27ης Ιουνίου (ή της 4ης Ιουλίου;) με κατεύθυνση προς Β. Όταν έφθασε περίπου στη θέση που σήμερα λέγεται Άγιος Βασίλειος (5 -5,5 χλμ. βόρεια από την Τεγέα, 4 χλμ. ανατολικά από την Τρίπολη) ή λίγο βορειότερα, ως περίπου το ύψος της θέσεως Βοσούνα ή Πέλαγος (7 χλμ. βόρεια από την Τεγέα), σταμάτησε την προέλασή του και παρέταξε τις δυνάμεις του με μέτωπο προς Β. με την ακόλουθη σειρά:αριστερά τους Βοιωτούς, στη συνέχεια τους Αρκάδες, έπειτα άλλους Πελοποννησίους, τους Στερεοελλαδίτες, τέλος τους Αργείους, ως πολύ κοντά στις υπώρειες της Καπνίστρας. Μπροστά από τα κέρατα τοποθετήθηκαν αποσπάσματα ιππικού. Άλλοι ιππείς καθώς και ψιλοί και οπλίτες προωθήθηκαν λίγο βορειότερα, για να αποτελέσουν προκάλυψη του κυρίου σώματος.
Τα στρατεύματα του αντίπαλου συνασπισμού κατέλαβαν το στενό: δεξιά οι Μαντινείς και άλλοι Αρκάδες, έπειτα οι Λακεδαιμόνιοι και οι μισθοφόροι τους, στη συνέχεια οι Ηλείοι, οι Αχαιοί, διάφορα μικρά τμήματα, τέλος οι Αθηναίοι. Οι ιππείς τοποθετήθηκαν μπροστά από τους πεζούς: οι Σπαρτιάτες και οι Ηλείοι στο δεξιό, οι Αθηναίοι στο αριστερό. Οι Λακεδαιμόνιοι που έλαβαν μέρος στη μάχη ήταν εκείνοι που έφθασαν στη Μαντίνεια πριν από την εισβολή του Επαμεινώνδα στη Σπάρτη. Οι 9 λόχοι που αποπειράθηκε να οδηγήσει στη Μαντίνεια ο Αγησίλαος επέστρεψαν στη Σπάρτη και την υπερασπίσθηκαν εναντίον του Επαμεινώνδα. 
Έπειτα από αυτή τη δράση τους δεν γίνεται λόγος γι' αυτούς ούτε για τον Αγησίλαο. Φαίνεται λοιπόν ότι έμειναν στη Σπάρτη όχι μόνο με τον σκοπό να προλάβουν νέα επιδρομή του Επαμεινώνδα, αλλά και γιατί η σπαρτιατική κυβέρνηση ήξερε πια τον όγκο των εχθρικών δυνάμεων που παρεμβάλλονταν ανάμεσα στη Λακωνία και στη Μαντίνεια.
Ο Επαμεινώνδας δεν άφησε τον στρατό του στη θέση που τον παρέταξε αρχικά, αλλά τον μετακίνησε προς ΒΔ., στις υπώρειες του Μύτικα. Δεν γνωρίζουμε αν είχε προμελετήσει τις διαδοχικές κινήσεις του ή αν τις αποφάσισε έπειτα από επιτόπια μελέτη των τοπογραφικών και τακτικών δεδομένων. Πάντως είναι βέβαιο ότι η αλλαγή θέσεως του προσέφερε σημαντικά πλεονεκτήματα, η διαπίστωση των οποίων μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τη σκέψη του Θηβαίου στρατηγού.
 Όπως θα δούμε, κατά τη μάχη της Μαντινείας ο Επαμεινώνδας διέρρηξε την εχθρική παράταξη ρίχνοντας επάνω σε ορισμένο σημείο της ένα ογκώδες τμήμα του στρατού του με στενό μέτωπο και μεγάλο βάθος. Πρέπει λοιπόν να θεωρηθεί ως απόλυτα βέβαιο ότι αυτό το στοιχείο απετέλεσε από την αρχή αφετηρία και βάση των σχεδίων του. Αλλά μόνο στο πεδίο της μάχης και μπροστά στην εχθρική παράταξη μπορούσε να επιλέξει το κατάλληλο σημείο που θα επιδίωκε να πλήξη. Όπως είχε δείξει η πείρα, αυτό το σημείο έπρεπε να είναι το ισχυρότερο. Στην παράταξη που αντιμετώπιζε τώρα ο Επαμεινώνδαςυπήρχαν δύο ισχυρά σημεία: η αριστερά του εχθρού, όπου παρατάσσονταν οι Αθηναίοι, και η δεξιά του, όπου είχαν λάβει θέση οι Μαντινείς και άλλοι βόρειοι Αρκάδες, οι λίγοι Λακεδαιμόνιοι και οι μισθοφόροι των Λακεδαιμονίων.
 Ο Επαμεινώνδας προτίμησε να κλονίσει το δεύτερο, επειδή, όπως έχει εύλογα υποτεθεί, βρισκόταν πολύ κοντά στον δρόμο της Μαντινείας και πλησιέστερα προς αυτή την πόλη: έτσι, αν διέλυε το αριστερό της εχθρικής παρατάξεως, δεν θα απέκοπτε την υποχώρηση του μεγαλύτερου τμήματος του εχθρού προς τη Μαντίνεια ενώ, αν διέλυε το δεξιό του, θα παρεμβαλλόταν ανάμεσα στους υπόλοιπους εχθρούς και στο καταφύγιό τους. 
 Ο πρώτος λοιπόν λόγος που έκαμε τον Επαμεινώνδα να μετακινήσει την παράταξή του προς τα δυτικά ήταν η πρόθεσή του να φέρει τους Βοιωτούς, που θα χρησιμοποιούσε ως δύναμη κρούσεως, απέναντι στο δεξιό των έχθρων και πιο κοντά τους. Συγχρόνως αυτή η μετακίνηση του έδωσε τη δυνατότητα να προσδώσει στο αριστερό της παρατάξεώς του το βάθος που ήθελε, χωρίς τούτο να γίνει αντιληπτό από τους αντιπάλους, αφού μάλιστα τους απάτησε ως προς τις προθέσεις του με ένα πρόσθετο στρατήγημα.
 Συγκεκριμένα ο στρατός του Επαμεινώνδα εξετέλεσε τις ακόλουθες κινήσεις. Η όλη παράταξη έστρεψε έπ' αριστερά και βάδισε προς τα ΒΔ. Όταν η κεφαλή της φάλαγγας έφθασε στους πρόποδες του Μύτικα, οι πρώτοι λόχοι των Βοιωτών κατέθεσαν τα όπλα και υποκρίθηκαν ότι ετοιμάζονταν να καταυλισθούν. Οι επόμενοι λόχοι προχωρούσαν και αυτοί προς τις υπώρειες του βουνού, αριστερά από τους προηγουμένους, σαν να πήγαιναν και αυτοί να στρατοπεδεύσουν. Οι εχθροί, βλέποντας αυτές τις κινήσεις, πείσθηκαν ότι ο Επαμεινώνδας δεν σκόπευε να επιτεθεί εκείνη την ημέρα, και έτσι έλυσαν τους ζυγούς, αφοπλίστηκαν και ετοιμάσθηκαν να γευματίσουν
Οι Αρκάδες πήραν θέση αμέσως πίσω από τους Βοιωτούς που φαίνονταν από τον εχθρό και στη συνέχεια τα άλλα συμμαχικά τμήματα. Όταν σταμάτησαν και οι Αργείοι, που αποτελούσαν την οπισθοφυλακή, όλος ο στρατός του Επαμεινώνδα εξετέλεσε στροφή προς τα δεξιά. Τώρα όμως η παράταξή του παρουσίαζε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: δεν ήταν πια παράλληλη με την αντίπαλη, αλλά σχημάτιζε μαζί της μια γωνία, το ενισχυμένο κέρας της ήταν κοντά στο τμήμα της εχθρικής παρατάξεως που επρόκειτο να πλήξη και παρουσίαζε μια αιχμή προς την κατεύθυνσή του. Αν ο Επαμεινώνδας έδωσε στο ενισχυμένο κέρας βάθος 50 στοίχων, όπως στα Λεύκτρα, αυτό θα είχε μέτωπο 140 ασπίδων.
 Οι υποθέσεις που έχουν διατυπωθεί αναφορικά με το βάθος και το μήκος του κέντρου και του δεξιού στηρίζονται σε παραδοχές εξαιρετικά ελαστικές και επί πλέον έχουν αγνοήσει το γεγονός ότι ο Επαμεινώνδας χρησιμοποίησε άγνωστο αριθμό οπλιτών εκτός από τη φάλαγγα. Μπροστά από την παράταξη των οπλιτών πήρε θέση ο κύριος όγκος του ιππικού μαζί με «αμίππους», δηλαδήπεζούς με ελαφρό οπλισμόειδικά ασκημένους να συνεργάζονται στενά με το ιππικό. Τέλος κάπου παράμερα περίμενε το τμήμα προκαλύψεως πού, όπως είδαμε, αποτελούσαν ιππείς, ψιλοί και οπλίτες.
Η διαγώνια διάταξη που έδωσε ο Επαμεινώνδας στη φάλαγγα των οπλιτών του σε σχέση με την αντιμέτωπη αποτελεί μιαν από τις διαφορές που παρουσιάζει η μάχη της Μαντινείας σε σύγκριση με τη μάχη των Λεύκτρων. Αυτή η διάταξη εκφράζεται κυριολεκτικά με τον όρο «λοξή φάλαγξ», η χρησιμοποίηση του οποίου για τη μάχη των Λεύκτρων από τον Διόδωρο είναι αδικαιολόγητη καιπρέπει να θεωρηθεί ως μία από τις συνηθισμένες ανακρίβειες που έχουν οι περιγραφές μαχών από τον Διόδωρο (που παρασύρεται από τον Έφoρo, από τον οποίον και αντλεί).
Η ιδέα της λοξής φάλαγγος προεκτείνει μιαν άλλη ιδέα του Επαμεινώνδα, περισσότερο βασική: την μη εμπλοκή στη μάχη του κέντρου και του δεξιού της παρατάξεώς του, η οποία υπαγορευόταν από διάφορους λόγους, με πρωταρχικό την έλλειψη εμπιστοσύνης στην πίστη ή στις μαχητικές ικανότητες των συμμάχων. Χωρίς να συγκρούονται με τα αντίπαλα τμήματα, το κέντρο και το δεξιό τα κρατούσαν στη θέση τους εκπνέοντας τους τον φόβο ότι θα τα πρoσέβαλλαν και μάλιστα από τα πλάγια, αν επιχειρούσαν να μετακινηθούν για να βοηθήσουν το φίλιο κέρας που υπέφερε.
 Δεύτερη διαφορά ανάμεσα στις μάχες των Λεύκτρων και της Μαντινείας είναι ηαιχμηρότης του ενισχυμένου κέρατος. Ωστόσο δεν πρόκειται για νεωτερισμό του Επαμεινώνδα. Πως είδαμε, ο Πελοπίδας διέρρηξε κοντά στην Τεγύρα παράταξη Λακεδαιμονίων με τον ιερό λόχο σε σχήμα σφήνας και ακόμη παλαιότερα ο Ιάσων των Φερών είχε πειραματιστεί με ρομβοειδείς συντάξεις ιππικού. Επίσης οι άμιπποι είχαν κάποιο παρελθόν. Τρίτη διαφορά ανάμεσα στις δύο μεγάλες μάχες του Επαμεινώνδα είναι η χρησιμοποιήσει στη δεύτερη από αυτές μεικτού αποσπάσματος προκαλύψεως. Με αυτό είχε σκοπό να παρεμποδίση τούς Αθηναίους να βοηθήσουν το κέρας της φιλίας παρατάξεως πού θα δεινοπαθούσε από τη δράση του ενισχυμένου εχθρικού κέρατος τέλος ο Επαμεινώνδας μεταχειρίσθηκε στη Μαντίνεια ένα τέχνασμα, για να εξαπατήσει τους εχθρούς ως προς τις προθέσεις του.
Έτσι τούς έκαμε να λύσουν τις γραμμές τους πριν από την επίθεσή του και να χα­λαρώσουν τον ψυχικό και πνευματικό τόνο τους.
Μόλις συμπληρώθηκαν οι μετακινήσεις και αναδιατάξεις των τμημάτων του, ο Επαμεινώνδας έδωσε το σύνθημα της επιθέσεως αιφνιδιάζοντας τούς εχθρούς. Όσoι δεν είχαν ακόμη αφοπλισθεί έτρεχαν στις θέσεις τους οι άλλοι φορούσαν βιαστικά τις πανοπλίες τους οι ιππείς χαλίνωναν τα άλογα. «Και όλοι έμοιαζαν με ανθρώπους πού μάλλον περίμεναν να πάθουν παρά να προξενήσουν κακό». Εν τω μεταξύ τα τμήματα του Επαμεινώνδα ξεκινούσαν. Στο αριστερό προπορευόταν ένα ισχυρό απόσπασμα ιππικού, ίσως από 1.500 άνδρες, σε σχήμα εμβόλου, που συνοδευόταν από ισάριθμους αμίππους. Πίσω βάδιζε το ενισχυμένο αριστερό της φάλαγγος των οπλιτών, επίσης σαν έμβολο τα τμήματα που σχημάτιζαν το κέντρο και το δεξιό διατάχθηκαν κλιμακωτά και προχωρούσαν διατηρώντας τη λοξότητα της παρατάξεώς τους. Συγχρόνως το μικτό απόσπασμα προκαλύψεως εξορμούσε προς την κατεύθυνση των Αθηναίων με εντολή να τούς εμποδίσει να βοηθήσουν το δεξιό της φιλίας παρατάξεως, πού επρόκειτο να δεχθεί το κύριο βάρος της επιθέσεως.
Αυτό το απόσπασμα χωρίσθηκε σε δύο ομάδες : η μία, πού είχε πολλούς ιππείς, ίσως περισσότερους από 1.000, και ισάριθμους αμίππους, εξαπέλυσε μετωπική επίθεση εναντίον του αθηναϊκού ιππικού η άλλη, πού είχε κυρίως ψιλούς (Αινιάνες, Μαλιείς και άλλους ορεσίβιους) και οπλίτες (Ευβοείς) και λιγότερους ιππείς, έσπευσε να καταλάβει υψώματα στο αριστερό των Αθηναίων.
 Όπως είδαμε, οι αντίπαλοι διέθεταν συνολικά 2.000 ιππείς. Από αυτούς καλύτεροι ήταν οι Αθηναίοι. Οι υπόλοιποι ήταν πολύ κατώτεροι από τούς Θεσσαλούς και τους Βοιωτούς. Επί πλέον δεν είχαν την υποστήριξη αμίππων και δεν ήταν ασκημένοι για να αντιμετωπίζουν συνδυασμένες επιθέσεις ιππέων και ψιλών. Τέλος είχαν παραταχθεί, μπροστά από τα δύο κέρατα της φάλαγγος των οπλιτών, κατά τον συνηθισμένο τρόπο, δηλαδή σε βάθος 6 ίππων. Για όλους αυτούς τούς λόγους υπέκυψαν στις επιθέσεις των Βοιωτών και των Θεσσαλών. Τι απέγιναν οι Λακεδαιμόνιοι και οι ιππείς, πού είχαν παραταχθεί στο δεξιό του αντιβοιωτικού συνασπισμού, δεν γνωρίζουμε. Για τούς Αθηναίους πού κάλυπταν τους πεζούς συμπολίτες τους, στο αριστερό, αναφέρεται ότιυποχώρησαν με τάξη όχι προς τα πίσω, όπως ήθελαν οι εχθροί, οπότε τα άλογά τους θα καταπατούσαν τούς οπλίτες, αλλά προς τα πλάγια, έξω από το κέρας. Οι Βοιωτοί ιππείς εγκατέλειψαν την καταδίωξή τους και στράφηκαν εναντίον των Αθηναίων οπλιτών, επιδιώκοντας να τούς υπερφαλαγγίσουν. 
 Συγχρόνως κινήθηκαν με τον ίδιο σκοπό οι ψιλοί, οι οπλίτες και οι ιππείς που είχαν προκαταλάβει τα υψώματα. Οι αμυνόμενοι άρχιζαν να κάμπτονται, όταν κατέφθασε απόσπασμα Ηλείων ιππέων, που φαίνεται ότι εκτελούσε χρέηεφεδρείας. Αυτοί απέκρουσαν τους Βοιωτούς, αφού τους προκάλεσαν απώλειες. Τον ίδιο καιρό το αθηναϊκό ιππικό επενέβαινε πάλι στη μάχη και εξόντωνε τα εχθρικά τμήματα που έρχονταν από τα υψώματα.
Ενώ οι Αθηναίοι, ενισχυμένοι από το ιππικό των Ηλείων, απέκρουαν τελικά την εναντίον τους επίθεση, οι  Αρκάδες και οι Λακεδαιμόνιοι οπλίτες, στο άλλο άκρο της παρατάξεως, υπέκυπταν, αφού δέχθηκαν πρώτα το βάρος του εχθρικού ιππικού, που είχε πια απωθήσει το φίλιο, και στη συνέχεια των Βοιωτών οπλιτών που κατέφθασαν πυκνά συνταγμένοι σε σχήμα εμβόλου. Οι τάξεις των αμυνόμενων αραίωσαν από την ώθηση, τις διεισδύσεις των επιτιθεμένων, τους βαρείς τραυματισμούς, τους θανάτους, τις υποχωρήσεις τέλος υπέκυψαν και παρέσυραν το κέντρο της παρατάξεώς τους που δεν είχε υποστεί καμία επίθεση ως τώρα. Εκείνη όμως τη στιγμή τραυματίσθηκε θανάσιμα ο Επαμεινώνδας και οδηγήθηκε στο στρατόπεδο, όπου εξέπνευσεΟι άνδρες του έχασαν το θάρρος τους καθώς μάθαιναν το κακό, σταματούσαν τη δίωξη των αντιπάλων και γύριζαν πίσω με φόβο, σαν να είχαν ηττηθεί στον δρόμο τους διασταυρώνονταν με στρατιώτες εχθρικών τμημάτων που μόλις τότε άρχισαν να υποχωρούν, αλλά τους άφηναν να περνούν χωρίς να τους οχλήσουν. Μόνο μερικά τμήματα αμίππων που προχώρησαν πολύ βαθιά στα νώτα του εχθρού δεν αντελήφθησαν τι γινόταν, απομονώθηκαν ενώ προσήγγιζαν τους Αθηναίους και οι πιο πολλοί σκοτώθηκαν από αυτούς.
Έτσι καμία παράταξη δεν νίκησε στο σύνολό τηςΝικητές και ηττημένοι υπήρχαν και στις δύο πλευρές. Οι Θηβαίοι από τη μία και οι Αθηναίοι από την άλλη θεώρησαν τους εαυτούς των νικητές, επειδή έμειναν κύριοι του πεδίου, στο οποίο πολέμησαν και όπου βρίσκονταν πολλοί νεκροί των αντιπάλων, έστησαν μάλιστα και τρόπαια. Οι ίδιοι όμως είχαν αφήσει νεκρούς σε σημεία του πεδίου της μάχης που εγκατέλειψαν. Σύμφωνα με τις ελληνικές αντιλήψεις, αίτηση ανακωχής για την ταφή των νεκρών σήμαινε αναγνώριση της ήττας. Έπειτα από δισταγμούς, πρώτοι έκαμαν σχετικό διάβημα οι Λακεδαιμόνιοι και έτσι δόθηκε αφορμή για να κλεισθεί γενική συμφωνία ανταλλαγής των πεσόντων.





Η ΜΑΧΗ ΣΤΟΝ ΣΑΓΓΑΡΙΟ ΠΟΤΑΜΟ (ΕΣΚΙ ΣΕΧΙΡ) ΣΤΙΣ 8 ΙΟΥΛΙΟΥ 1921

Βιβλιογραφία

  1. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτική Αθηνών)
  2. Διονύσιος Α. Κόκκινος: “Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος” (Μέλισσα)
  3. Ιστορία της Εκστρατείας της Μικράς Ασίας (ΔΙΣ/ΓΕΣ 1967)
  4. Ι. Καψής: “Χαμένες Πατρίδες” (Λιβάνης 1992)
  5. Ν. Βασιλικός: “Ημερολόγιο Μικρασιατικής Εκστρατείας” (Γνώση 1992)

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία τεύχος 12, τον Ιανουάριο του 2007



Η μετριότητα της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας που οδήγησε στην απόλυτη συμφορά του Αυγούστου του 1921, και που ένα χρόνο αργότερα μετατράπηκε
σε εθνική καταστροφή. Ο Έλληνας στρατιώτης, αήττητος στο πεδίο της μάχης,εξαργύρωσε με το αίμα του την διστακτικότητα της ανώτατης διοίκησης και την ανικανότητά της να εκτιμήσει σωστά τα στρατηγικά πλεονεκτήματα των κεμαλικών δυνάμεων που, αναπτερωμένες πλέον από την ακριβή τους νίκη έθεταν στο στόχαστρο ολόκληρο τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας.

Την άνοιξη του 1921, οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις που ενεργούσαν στην Μ. Ασία έπαυσαν κάθε δραστηριότητα μεγάλης κλίμακας, εξαιτίας των καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν στην περιοχή. Η ηγεσία του στρατού αξιολογούσε ως σωτήρια αυτή την περίοδο ύφεσης των εχθροπραξιών, αφού έτσι θα εξασφαλιζόταν μια πιο ολοκληρωμένη και αποτελεσματική προετοιμασία ενόψει των μελλοντικών επιθετικών τους σχεδίων. Άλλωστε, ο Έλληνας στρατιώτης είχε πρόσφατα δοκιμάσει την πρώτη του αποτυχία από την στιγμή της απόβασής του στην Σμύρνη, τον Μάιο του 1919. Αυτό συνέβη κατά τις επιχειρήσεις του Μαρτίου, όταν τα Α΄ΣΣ και Γ΄ΣΣ δεν κατάφεραν να προωθηθούν επιτυχώς προς το Αφιόν Καραχισάρ και το Εσκί Σεχίρ αντίστοιχα. Επομένως, η προσωρινή αυτή παύση του πυρός θα τόνωνε την λαβωμένη ψυχολογία των μαχητών.

Ο Δ. Γούναρης, συνοδευόμενος από τον αρχιστράτηγο Παπούλα και τον υπουργό στρατιωτικών Ν. Θεοτόκη, κατά την επίσκεψή του στην Μ. Ασία (Ιούνιος 1921)

Στην ανύψωση, βέβαια, του ηθικού των Ελλήνων συνετέλεσε και η θετική μεταστροφή της στάσης των δυνάμεων της Αντάντ, η οποία εξασφάλιζε διπλωματική στήριξη των ελληνικών θέσεων και προμήθεια πολεμικού υλικού στις μονάδες της πρώτης γραμμής. Όταν μάλιστα παρατηρήθηκε επιδείνωση στις γαλλοτουρκικές, που σαν αποτέλεσμα είχε να απομακρυνθούν οι κεμαλικές δυνάμεις από έναν πολύτιμο για τις κρίσιμες εκείνες ώρες σύμμαχο, οι προετοιμασίες για την νέα επιθετική δράση εντατικοποιήθηκαν. Η επιστράτευση της κλάσης του 1912 και του 1913α, ώστε να αποδεσμευτούν η 4η και 9η Μεραρχία και να συνδράμουν το μικρασιατικό μέτωπο, σε συνδυασμό με την εγκατάσταση στην Μ. Ασία της ανεξάρτητης 12ης Μεραρχίας, που μέχρι τότε στάθμευε στην ανατολική Θράκη, είχαν σαν αποτέλεσμα την μεγιστοποίηση τη ισχύος του ελληνικού στρατού από αρχής της εκστρατείας: 200.000 περίπου άνδρες, 12.500 ντόπιοι εθελοντές, 300 κανόνια και 700 πολυβόλα (αλλά με σοβαρές ελλείψεις σε ιππικό, αναγνωριστικά αεροσκάφη και ασύρματες επικοινωνίες). Το πλεονέκτημα της ελληνικής πλευράς εστιαζόταν τώρα στην ταχύτητα μετακινήσεων και την επίτευξη απόλυτου συντονισμού των μονάδων δράσης, ώστε να μην επαναληφθούν τα λάθη του Μαρτίου, όταν τα Α΄ και Γ΄ ΣΣ είχαν διαταχθεί να ενεργήσουν ανεξάρτητα. Ο ίδιος ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος τοποθέτησε στην Σμύρνη το στρατηγείο του από τις αρχές του Ιουνίου, θέλοντας να επιβλέψει προσωπικά την εξέλιξη των επιχειρήσεων και να επιβάλει τον απαιτούμενο συγχρονισμό. Από την πλευρά τους οι Τούρκοι διέθεταν αξιόμαχο ιππικό, τέλεια γνώση των εδαφικών και κλιματολογικών ιδιομορφιών της περιοχής, παρατηρητήρια αναγνώρισης και καλά στημένο κατασκοπευτικό δίκτυο. Η συνεργασία των ντόπιων τουρκικών πληθυσμών με τις κεμαλικές δυνάμεις ήταν πραγματικά μια διαρκής πληγή για τους Έλληνες, όπως επίσης οι ανεξάρτητες τουρκικές μονάδες ιππικού και οι Τσέτες. Οι τελευταίοι διενεργούσαν σφοδρές επιδρομές στα μετόπισθεν, επιτυγχάνοντας συχνά να διασπάσουν την συνοχή και τον συντονισμό των ελληνικών δυνάμεων, καταβάλλοντας το φρόνημα και δοκιμάζοντας σκληρά τις επικοινωνίες τους.

Κατασκευή πρόχειρης γέφυρας στον Πουρσάκ από άνδρες του
Μηχανικού του Ελληνικού Στρατού (Αύγουστος 1921)

Σε πρώτη φάση, οι τουρκικές δυνάμεις αναγκάστηκαν σε μια ηχηρή ήττα κατά την συμπλοκή που έλαβε χώρα στον κόμβο της Κιουτάχειας. Όταν την 3η Ιουλίου το Γ΄ΣΣ προσέγγισε την Κιουτάχεια, ο διοικητής των δυνάμεων που υπερασπίζονταν την πόλη, ο έμπειρος Ισμέτ Ινονού, διέταξε σύμπτυξη προς το Εσκί Σεχίρ. Ο αξιοθαύμαστος αυτός ελιγμός, που αποδίδεται δίκαια στο αλάθητο ένστικτο του Κεμάλ, έσωσε τελευταία στιγμή τις μάχιμες τουρκικές δυνάμεις από ολοκληρωτική συντριβή. Ήταν τόση η αγωνία του Κεμάλ να αποφευχθεί αυτή η κυκλωτική κίνηση των Ελλήνων, που επισκέφθηκε προσωπικά τον Ισμέτ, για να τον πείσει να υποχωρήσει. Κατόπιν επέστρεψε στην Άγκυρα.

Στο μεταξύ, ενισχυμένο από την 12η Μεραρχία και μια Ταξιαρχία Ιππικού, το Α΄ΣΣ είχε ήδη από την 1η Ιουλίου ολοκληρώσει την κατάληψη της γραμμής Ακτσάλ Νταγ - Τσαούς Τσιφλίκ - Καραμπουγιουκλού Νταγ - Ρουκλού Νταγ - Ακ Βιράν - Αφιόν Καραχισάρ. Την ίδια μέρα το Αφιόν Καραχισάρ κατελήφθη από την 4η Μεραρχία. Την επομένη, το Β΄ Σώμα Στρατού χτύπησε το Ακτσάλ Νταγ και τα υψώματα Τσαούς Τσιφλίκ, ενώ το Α΄ΣΣ έφτασε στην περιοχή Ερικλή και στα υψώματα Νασούχ Τσαλ. Στις 4 Ιουλίου απόσπασμα της 9ης Μεραρχίας κατέλαβε την Κιουτάχεια και το Γ΄ΣΣ στράφηκε προς το Εσκί Σεχίρ για να συναντήσει τις δυνάμεις του Ισμέτ. Στις 8 Ιουλίου οι μονάδες του Α΄ΣΣ συγκρούσθηκαν με τις τουρκικές δυνάμεις, τις οποίες και κατατρόπωσαν. Αλλά εκτιμώντας επιπόλαια την κατάσταση, το Επιτελείο δεν ενθάρρυνε μια εκμηδενιστική καταδίωξη του εχθρού, πράγμα που επέτρεψε γα μα ακόμη φορά την διάσωσή του. Η νέα τουρκική υποχώρηση σταμάτησε στις ανατολικές όχθες του ποταμού Σαγγάριου, έχοντας χαρίσει στην ελληνική πλευρά δυο σημαντικές νίκες, πολύτιμο υλικό και αιχμαλώτους. Όμως, ο σπουδαιότερος αντικειμενικός στόχος, που ήταν η εξολόθρευση των κεμαλικών δυνάμεων, δεν είχε επιτευχθεί.

ΤΟ ΦΙΛΟΔΟΞΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ: ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΓΚΥΡΑ

Μπροστά στην πίεση που ασκούσαν οι επιτιθέμενες ελληνικές στρατιές και αφού τα όπλα του δεν κατόρθωναν μια θεαματική αποτίναξη του κλοιού που αυτές επιχειρούσαν σε βάρος του, ο Κεμάλ είχε επιτυχώς ακολουθήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή μια πολιτική υποχώρησης και αναδιοργάνωσης του στρατού του. Θεωρούσε την σύνεση και την υπομονή περισσότερο σημαντικές πολεμικές αρετές, από την στείρα διάθεση αυτοθυσίας και την απατηλή εμμονή στην προάσπιση εδαφικών εκτάσεων και αστικών κέντρων, που άλλο δεν θα επιτύγχαναν, παρά την τελική καταστροφή του. Στην Άγκυρα όμως, όπου η Εθνοσυνέλευση διψούσε για μια εντυπωσιακή αντεπίθεση ικανή να χαρίσει την πρωτοβουλία των ενεργειών στην τουρκική πλευρά, οι αντιδράσεις προς την τακτική της αναδίπλωσης ολοένα αυξάνονταν. Οι αρχές της σύγχρονης στρατηγικής, τόσο διαφοροποιημένες προς την παλιά αντίληψη της επικής κατά μέτωπο αναμέτρησης, ήταν για την συντηρητική αντίληψη των Πληρεξούσιων πεδίο σχεδόν άγνωστο. Όχι όμως και για τον διορατικό και ευφυέστατο Κεμάλ, που διέβλεψε έγκαιρα ότι κάθε επιμήκυνση των γραμμών ανεφοδιασμού των Ελλήνων θα μπορούσε να τους στοιχίσει μια σημαντική ήττα. Επιπλέον, στον Σαγγάριο οι Τούρκοι θα εκμεταλλεύονταν το φυσικό κώλυμα ενός ποταμού προκειμένου να αναχαιτίσουν την ελληνική επιθετική ορμή των Ελλήνων και ταυτόχρονα θα είχαν την αναγκαία χρονική πίστωση για αναδιοργάνωση της αμυντικής τους διάταξης. Αυτή η σθεναρή επιχειρηματολογία, τοποθετημένη στα επιτήδεια χείλη του Ατατούρκ, έκαμψε κάθε επίμονη αντίδραση των μελών της Εθνοσυνέλευσης. Οι πληρεξούσιοι τον ανακήρυξαν πανηγυρικά Αρχιστράτηγο, με απεριόριστες δικτατορικές εξουσίες για το διάστημα ενός τριμήνου!

Έλληνες στρατιώτες στις όχθες του Σαγγάριου (Αύγουστος 1921)

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, η ελληνική ηγεσία ανησυχούσε τώρα για τις επερχόμενες βροχές του Σεπτεμβρίου και την κοστοβόρα παραμονή του στρατεύματος στην γραμμή Εσκί Σεχίρ - Αφιόν Καραχισάρ. Η κυρίαρχη αντίληψη συνέκλινε στην άποψη, που θεωρούσε την άμεση συνέχιση των επιθετικών ενεργειών με σκοπό την καταστροφή του κύριου τουρκικού στρατιωτικού όγκου ως πρωταρχική ενέργεια υψίστης σημασίας. Η κατάληψη της Άγκυρας θα εξασφάλιζε, άλλωστε, εφόδια υπέρ των Ελλήνων και ο αρνητικός ψυχολογικός αντίκτυπος που θα δημιουργούσε στην εχθρική όχθη θα εξανάγκαζε τον Κεμάλ σε συνθηκολόγηση. Ο αντίλογος σε αυτή την τοποθέτηση εστίαζε το επιχειρηματολογικό βάρος του στην απόσταση των 265 χιλιομέτρων, που απείχε η τουρκική πρωτεύουσα από τη νέα βάση των Ελλήνων στο Εσκί Σεχίρ. Αλλά η φωνή της λογικής, που από το στόμα του διευθυντή του 4ου Γραφείου (διοικητικής μέριμνας) συντ/ρχη Γεωργίου Σπυρίδωνος επέμενε πεισματικά στο παράτολμο του όλου εγχειρήματος, δεν εισακούσθηκε.

Στο Μεγάλο Πολεμικό Συμβούλιο, που πραγματοποιήθηκε στην Κιουτάχεια στις 15 Ιουλίου 1921 υπό την προεδρία του Βασιλιά Κωνσταντίνου, έλαβαν μέρος ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης, ο Υπουργός Στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, ο Αρχιστράτηγος Παπούλας, ο επιτελάρχης της Στρατιάς συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Πάλλης, ο Βασίλειος Δούσμανης και ο Ξενοφών Στρατηγός. Τελικά, μέσα σε κλίμα σκεπτικισμού και επιφυλακτικότητας, αποφασίστηκε η προέλαση προς την Άγκυρα -πράγμα που προϋπέθετε την κάμψη των οχυρωμένων στον Σαγγάριο εχθρικών δυνάμεων. Η 1η Αυγούστου ορίστηκε σαν ημερομηνία εκκίνησης της επιχείρησης. Από την προηγούμενη μέρα, όλες οι μονάδες έλαβαν τις προκαθορισμένες θέσεις εξόρμησης στη γραμμή Ακ Μπουνάρ - Καρά Τοκάτ - Σεϊντί Γαζί. Ήδη ο Πρίγκιπας Ανδρέας είχε αναλάβει την διοίκηση του Β΄ΣΣ, αντικαθιστώντας τον Υποστράτηγο Αριστοτέλη Βλαχόπουλο, ο συντ/ρχης Περικλής Καλλιδόπουλος τη διοίκηση της «ανεξάρτητης» 12ης Μεραρχίας και ο συντ/ρχης Ανδρέας Καλλίνσκης της 9ης Μεραρχίας, στη θέση του συντ/ρχη Βλάση Τσιρογιάννη. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος μετέφερε πάλι το στρατηγείο του, από τη Σμύρνη αυτή τη φορά στο Εσκί Σεχίρ.

Ελληνικό πυροβόλο βάλει κατά την διάρκεια της μάχης του Εσκί Σεχίρ (8 Ιουλίου 1921)

Τρία Σώματα Στρατού και η Ταξιαρχία Ιππικού (μια συνολική δύναμη 80.000 περίπου ανδρών) επρόκειτο ν’ αναλάβουν την διενέργεια των επιχειρήσεων. Κάθε Σώμα αποτελείτο από 3 Μεραρχίες. Το Α΄ΣΣ και το Γ΄ΣΣ θα κινούνταν ανάμεσα στον ποταμό Πουρσάκ και το νότιο Σαγγάριο. Το Β΄ΣΣ και το ιππικό θα προωθούντο νοτιότερα, ώστε να επιτευχθεί κυκλωτική κίνηση. Η 4η Μεραρχία θα παρέμενε στο Αφιόν Καραχισάρ για να προστατεύει τις συγκοινωνίες με την Σμύρνη και η 11η Μεραρχία στο Κιοπρού Χισάρ για να καλύπτει τις συγκοινωνίες με την Προύσα.

Ο Κεμάλ δεν άργησε να ενεργήσει. Με συγκεντρωμένες τις δυνάμεις του τοποθετήθηκε στις ανατολικές όχθες του ποταμού, όπου τα οχυρωματικά έργα είχαν φτάσει σε ικανοποιητικότατο στάδιο. Σε αυτές τις οχυρώσεις ανάσχεσης, που είχαν ξεκινήσει εσπευσμένα από τις πρώτες μέρες εκδήλωσης των επιθέσεων του Μαρτίου και στις οποίες είχε δοθεί αυστηρή προτεραιότητα μετά την μάχη του Εσκί Σεχίρ, βασίζονταν τώρα οι Τούρκοι απολαμβάνοντας τους καρπούς της προνοητικότητάς τους. Σε μια αμυντική γραμμή μήκους 65 και βάθους 25 - 35 χιλιομέτρων -που ξεκινούσε βόρεια από το Γόρδιο και κατέληγε στο Μανγκάλ Νταγ περνώντας μέσα από αμέτρητους ποτάμιους δακτυλισμούς και φιδώματα-, ανάμεσα σε ορεινούς όγκους που εξασφάλιζαν κλιμακωτή άμυνα και τουρκικές εστίες πυροβολικού, ο Κεμάλ ακροβόλησε 17 Μεραρχίες Πεζικού και 5 Ιππικού, δηλαδή μια συνολική δύναμη 72.000 ανδρών.

Το σχέδιό του ήταν απλό: άμυνα μέχρις εσχάτων και, σε περίπτωση πρόωρης εξάντλησης των επιτιθέμενων, αντεπίθεση με συμπαγείς δυνάμεις με σκοπό την απώθηση των ελληνικών στρατευμάτων στην Αλμυρή Έρημο -ένα αδιάβατο άνυδρο νεκροταφείο.

Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Η προέλαση άρχισε σύμφωνα με το πλάνο την 1η Αυγούστου. Τα 3 Σώματα Στρατού κινήθηκαν σχεδόν παράλληλα, κατά μήκος των ποταμών Πουρσάκ και Σαγγάριου, χωρίς να συναντήσουν σοβαρή αντίσταση από οργανωμένο τουρκικό στρατό. Μόνο ελαφριές παρακωλυτικές εμφανίσεις ιππικού παρατήρησαν, κυρίως αναγνωριστικού χαρακτήρα, και επιθέσεις ατάκτων. Όταν αντελήφθησαν ότι η σιδηροδρομική γραμμή, που ένωνε το Εσκί Σεχίρ με το Μπεϊλίκ Κιοπρού, είχε ανατιναχτεί σε πολλά σημεία και ότι οι γέφυρες των ποταμών είχαν ανατιναχτεί, θεώρησαν πως οι Τούρκοι θα ακολουθούσαν οπωσδήποτε αμυντική τακτική. Αυτό τους ενεθάρρυνε, ώστε εντατικοποίησαν τις προωθητικές τους κινήσεις. Στις 3 Αυγούστου τα ελληνικά στρατεύματα έφτασαν στις προφυλακές του εχθρού. Στην πραγματικότητα, η πρώτη αυτή γραμμή άμυνας των Τούρκων ήταν ακάλυπτη. Ωστόσο, η ελληνική διοίκηση δεν έκρινε σκόπιμο να επιτεθεί, προτιμώντας μια σύντομη στάση δύο ημερών.

Ελληνικό τηλεβόλο εν δράσει κατά την μάχη του Αφιόν Καραχισάρ (Σεπτέμβριος 1921)

Στις 5 του μηνός μια διαταγή του Γενικού Επιτελείου την υποχρέωσε να κινηθεί νοτιότερα, με απώτερο σκοπό να στραφεί βορειοανατολικά, προσβάλλοντας τον εχθρό στον ποταμό Γκεούκ, στη ευρύτερη περιοχή της πόλης Ινλάρ Κατραντζί. Ερχόμενη σε αυτή την θέση, βέβαια, η ελληνική στρατιά θα είχε στα μετόπισθέν της τα βόρεια κράσπεδα της Αλμυρής Ερήμου, διακινδυνεύοντας να μην έχει μια ασφαλή οδό διαφυγής σε περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά. Στην παράλληλη αυτή πορεία των τριών Σωμάτων, μάλιστα, η νοτιότερη μεραρχία της Β΄ΣΣ (η 9η) αναγκάστηκε να βαδίσει μέσα στην έρημο με τα πόδια, βασανιζόμενη από τον καυτερό αυγουστιάτικο ήλιο. Η σκόνη που σήκωνε στο πέρασμά της γινόταν εύκολα αντιληπτή από τα τουρκικά παρατηρητήρια, ώστε ο εχθρός ήταν σε θέση να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή την τοξοειδή πορεία τους. Αυτό αποδείχθηκε καθοριστικό, όταν η ελληνική προφυλακή ήρθε σε πρώτη επαφή με την εμπροσθοφυλακή των Τούρκων. Γιατί, ενόψει ενισχύσεων που έφταναν στο σημείο (εφόσον ο Κεμάλ γνώριζε την διάταξη και την πορεία των Ελλήνων), το Β΄ΣΣ παρέμεινε σε δευτερεύουσα γραμμή εφεδρείας και δεν μπόρεσε αμέσως να ρίξει το βάρος της στην επιθετική πρώτη κρούση.

Μετά από πορείες τόσων χιλιομέτρων, χωρίς επάρκεια σε νερό, τρόφιμα και φάρμακα, οι Έλληνες στρατιώτες άρχισαν να υποφέρουν πολύ πριν δοθεί η πρώτη μεγάλη μάχη. Η ακαταλληλότητα του συγκοινωνιακού δικτύου δεν καθυστερούσε απλά τις μετακινήσεις, αλλά εμπόδιζε την έγκαιρη τροφοδοσία της πανστρατιάς, την στιγμή που τα τρόφιμα σάπιζαν στις αποθήκες των μετόπισθεν ή στην διαδρομή προς το μέτωπο. Ζώα και άνθρωποι αρρώσταιναν ή πέθαιναν από εξάντληση σε τέτοιο ρυθμό, που οι επιθετικές ενέργειες του εχθρού φάνταζαν πια σαν αστείο. Τότε φάνηκε η επιπολαιότητα της ηγεσίας κατά τον σχεδιασμό και την προετοιμασία της προέλασης. Απέναντί τους, οι Τούρκοι απλά περίμεναν την κατάλληλη στιγμή, έχοντας εξασφαλίσει τις γραμμές ανεφοδιασμού τους προς την κατεύθυνση της Άγκυρας, που απείχε μόλις 100 χλμ. από το μέτωπο. Αυτό που ακόμη κρατούσε σε υψηλά επίπεδα το ηθικό των Ελλήνων ήταν η μέχρι στιγμής ανυπαρξία εχθρικής αντίστασης και η ελπίδα ότι η μάχη, που επρόκειτο να διεξαχθεί μπροστά στην τουρκική πρωτεύουσα, θα ήταν η τελευταία -και μάλιστα νικηφόρα για τους ίδιους.

Η διάβαση της Αλμυρής Ερήμου από άνδρες της 9ης Μεραρχίας (Αύγουστος 1921)

Στις 10 Αυγούστου ο ελληνικός στρατός καταφέρνει να αγκιστρωθεί στην περιοχή νότια του Γκεούκ Κατραντζί, εκεί που αρχίζει ο ορεινός όγκος του Μανγκάλ Νταγ. Οι Τούρκοι, μπροστά στην ορμή των επιτιθέμενων, πανικοβλήθηκαν κι επέτρεψαν την διάσπαση του μετώπου στο αριστερό άκρο της αμυντικής τους παράταξης. Η ελληνική διοίκηση, εκτιμώντας λανθασμένα ότι το σημείο εκείνο δεν αποτελούσε τον πυρήνα της εχθρικής άμυνας, μετέφερε την ημερομηνία της συνέχισης της επίθεσης στον βορειοδυτικό τομέα κατά μία ημέρα. Έτσι, αντί να προωθηθούν στις 11 Αυγούστου, άφησαν πολύτιμο χρόνο είκοσι τεσσάρων ωρών στον εχθρό για να αναδιπλωθεί. Ας σημειωθεί ότι την αναβλητική αυτή διαταγή δεν την έλαβε η VII Μεραρχία, που επιχειρούσε στην περιοχή, ώστε μόνη της συνέχισε την διεμβολή δημιουργώντας προγεφύρωμα βάθους τεσσάρων χιλιομέτρων.

Την επόμενη μέρα το ελληνικό στρατηγείο αφέθηκε να παραπλανηθεί από κάποιες πληροφορίες εναέριας παρατήρησης, που πιστοποιούσαν ότι το κέντρο βάρους της άμυνας των Τούρκων μετατοπιζόταν προς τα ανατολικά, αφήνοντας το κέντρο ευάλωτο. Οι εμπλεκόμενες μονάδες επέμεναν για το αντίθετο, αλλά η ηγεσία δεν πειθόταν. Έτσι, αντί να διατάξει την άμεση επίθεση του Β΄ΣΣ, προωθεί τα Α΄ και Γ΄, τα οποία προσκρούουν σε οργανωμένη αντίσταση. Θα χρειαστεί σκληρός αγώνας δύο ημερών για να καταφέρουν τελικά οι Έλληνες να επικρατήσουν στην γραμμή Κιουτσούκ Γιαϊτσί - Μανγκάλ Νταγ - Ινλάρ Κατραντζί - Ιλιτζά. Η VII Μεραρχία διεύρυνε το προγεφύρωμά της ακόμη ενάμισι χιλιόμετρο, αλλά το πλεονέκτημα της πρώτης νίκης που πέτυχε το Β΄ Σώμα έχει ήδη χαθεί. Όταν στις 13 του μηνός εφορμά από τα υψώματα του Μανγκάλ Νταγ προς το Καλέ Γκρότο, καταφέρνει να απωθήσει τον εχθρό, που μια μέρα αργότερα πασχίζει να οχυρωθεί βόρεια του Μπουγιούκ Τσαλίς, αλλά ήδη η απόσταση των V και XIII Μεραρχιών της από τις μονάδες εφοδιασμού κρίνεται επισφαλής. Ωστόσο, τούτη είναι και η πρώτη κατάληψη εχθρικής τοποθεσίας από την ελληνική σημαία.

Η επίθεση εναντίον της πρώτης τουρκικής αμυντικής θέσης

Το Α΄ΣΣ δεν υστερεί σε επιτυχία. Παραμονές της γιορτής της Παναγίας, ήδη γίνεται κύριος των Δίδυμων Λόφων, αναγκάζοντας τους Τούρκους σε σύμπτυξη βορειότερα, στο Γιαμάκ. Ο εχθρός έχει φέρει την “πλάτη του” μπροστά από τα βουνά του Ντικιλί Τας, οπότε δύσκολα θα μπορούσε να διαφύγει, αν οι άνδρες του Α΄ΣΣ τους καταδίωκαν. Αλλά αυτό δεν συνέβη.

Το Γ΄ΣΣ, στο μεταξύ, έχει προωθήσει την Χ Μεραρχία του δυτικά του ποταμού Σαπάντζα Ντερέ και την στρέφει δυτικά, διαγράφοντας μια αμβλεία τοξοειδή κίνηση πάνω στον χάρτη. Στις 16 Αυγούστου η κορυφογραμμή της Σαπάντζας βρίσκεται υπό ελληνική κατοχή, ενώ τη νύχτα ολοκληρώνεται η κατάληψη του οροπεδίου Τοϊντεμίρ από την ΙΙΙ Μεραρχία. Ο εχθρός συμπτύσσεται στην γραμμή Σαριχαλίλ - Καραχαμτζαλί και στις 17 του μηνός ολοκληρώνεται η κατάληψη της πρώτης οχυρωμένης τουρκικής τοποθεσίας. Ανατολικότερα, η VII Μεραρχία διανοίγει στις 17 Αυγούστου το στενό του Πολατλί, που βρίσκεται πάνω στον οδικό άξονα για την Άγκυρα, και στις 18 επανέρχεται στην διοίκηση του Γ΄ΣΣ.

Η ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΤΕΛΙΚΗ ΣΥΜΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Το Α΄ΣΣ, από την γραμμή ανάληψης που κατείχε (Εσκί Κισλά - Δίδυμοι Λόφοι στο αριστερό και κεντρώο πεδίο και τον χείμαρρο Κατραντζί στο δεξιό), επιτέθηκε προς το Γιαπάν Χαμάμ. Αλλά πριν το Γιαπάν Χαμάμ, πρέπει να επικρατήσει στα υψώματα του Αρντίζ Νταγ, που απλώνονται μπροστά του. Αυτό επιτυγχάνεται το απόγευμα της 19ης Αυγούστου. Στη συνέχεια, σταθεροποιείται στο ανατολικό τμήμα του όρους Τσαλ Νταγ (ΙΙ Μεραρχία, στις 20 Αυγούστου) και στο απόστασης 2 χιλιομέτρων από το Γιαπάν Χαμάμ νότιο ύψωμα. Δυο μέρες πριν, στις 18 Αυγούστου, το Γ΄ΣΣ έχει καταλάβει την δυτική πλευρά του Τσαλ Νταγ, υποχρεώνοντας τους Τούρκους σε απελπισμένη σύμπτυξη μεταξύ των χωριών Καραγιαφσάν και Σεϊχαλί. Η ΙΙΙ Μεραρχία σταθεροποιήθηκε ανατολικότερα, στο Μπαϊμπούρτ.

Σε αυτό το σημείο, η ελληνική στρατιωτική ηγεσία διαπιστώνει πως οι αρχικοί της φόβοι δικαιώνονταν. Η υπερκέραση της αριστερής πλευράς του εχθρού, που είχε τεθεί από την αρχή της επίθεσης σαν βασικός αντικειμενικός στόχος, δεν πραγματοποιήθηκε, εξαιτίας της ταχύτατης αναδίπλωσης προς τα πίσω των εχθρικών μονάδων. Επομένως, η καταστροφή του εχθρού παρέμενε για τους Έλληνες σχέδιο ανεκτέλεστο. Επίσης, η διάνοιξη της διαύλου προς Άγκυρα μέσω του Γιαπάν Χαμάμ είχε αποτύχει. Αυτή η καθυστέρηση για την ελληνική στρατιά αποδεικνυόταν μέρα την μέρα ολοένα και πιο ασφυκτική, λόγω της σημαντικής απώλειας σε υλικό πολέμου και ανθρώπινο δυναμικό. Ο ανεφοδιασμός, άλλωστε, ήταν ένα πρόβλημα που συνεχώς γιγαντωνόταν.

Η επίθεση κατά της δεύτερης τουρκικής αμυντικής γραμμής

Το Γ΄ΣΣ έπρεπε πλέον να προσπαθήσει να διευρύνει το προγεφύρωμα στην ανατολική όχθη του Σαγγάριου, ώστε να εξασφαλιστεί μια ενδεχόμενη γενική σύμπτυξη των ελληνικών δυνάμεων στη δυτική, αν η πορεία προς την Άγκυρα έπαυε ν’ αποτελεί βασική επιδίωξη. Η Διοίκηση της Στρατιάς ήδη προσανατολιζόταν στην ιδέα να επανέλθει στην τοποθεσία που βρισκόταν μετά την 9η Ιουλίου, όταν η μάχη του Εσκί Σεχίρ είχε φέρει την ελληνική δύναμη σε πλεονεκτικότατη θέση. Στις 22 Αυγούστου συνέταξε μια αναλυτική αναφορά, όπου τόνιζε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του σεναρίου συνέχισης της επίθεσης. Ο Ξενοφών Στρατηγός ανέλαβε να την υποβάλλει στον Υπουργό των Στρατιωτικών Νικόλαο Θεοτόκη, με την ευκαιρία της επίσκεψης του τελευταίου στην Προύσα. Το ερώτημα που αναδυόταν, σε τελική ανάλυση, ήταν κατά πόσο τα διπλωματικά οφέλη από μια κατάληψη της πρωτεύουσας του Κεμάλ θα ήταν αντάξια μιας επιπλέον θυσίας του ελληνικού στρατού -και, μάλιστα, με τον κίνδυνο να ηττηθεί. Προσκλήθηκε τότε ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης να μεταβεί στην Προύσα, αλλά αυτός αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι μια ξαφνική επίσκεψή του στην Μ. Ασία ασφαλώς θα είχε κακό αντίκτυπο στην ψυχολογία των μαχόμενων στρατιωτών, αφού έτσι θα αναγνωριζόταν επίσημα από την ελληνική κυβέρνηση η κρισιμότητα της κατάστασης. Για τον λόγο αυτό διέταξε να λάβει την αναφορά στην Αθήνα.

Ο Αρχιστράτηγος Παπούλας, άλλωστε, υποστήριξε την λήξη της επίθεσης και το σενάριο χρησιμοποίησης των πλεονεκτημάτων, που προέκυπταν από τις μέχρι τότε νίκες των Ελλήνων, για την επίτευξη ευνοϊκών όρων. Ο Θεοτόκης γνωστοποίησε αυτή την θέση του Παπούλα στον Πρωθυπουργό, αλλά δεν την συμμερίστηκε, λέγοντας ότι σε περίπτωση παύσης της επίθεσης ο δυσμενής αντίκτυπος εντός και εκτός της Ελλάδας θα ήταν μεγάλος. Ο Γούναρης άφησε την πρωτοβουλία στην Στρατιά, αποκλείοντας ωστόσο την περίπτωση να ζητηθεί ανακωχή πρώτα από την ελληνική πλευρά, πιστεύοντας πως κάτι τέτοιο θα σήμαινε παραδοχή της ήττας της.

Στο διάστημα αυτής της ανταλλαγής απόψεων μεταξύ στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας, οι Τούρκοι είχαν συγκεντρώσει δυνάμεις έναντι του Γ΄ Σώματος Στρατού, με σκοπό να εφαρμόσουν επιθετική ενέργεια ικανή να την απωθήσει προς την Αλμυρή Έρημο. Η επίθεση εκδηλώθηκε στις 28 Αυγούστου και αμέσως τα Α΄ και Β΄ ΣΣ εκτέλεσαν επιθέσεις αντιπερισπασμού. Παρά την καθυστέρηση του Β΄ΣΣ, το εγχείρημα πέτυχε και ο Κεμάλ αναγκάστηκε να διατάξει αναστολή της επίθεσής του το βράδυ της 29ης Αυγούστου. Την ίδια νύχτα, ο Παπούλας διέταξε την σύμπτυξη του στρατεύματος, ώστε το επόμενο βράδυ να αρχίσει η διάβαση του Σαγγάριου ποταμού.

Την τελευταία μέρα του Αυγούστου τα 3 Σώματα είχαν πλέον επιτυχώς και χωρίς απώλειες περάσει στη δυτική όχθη του Σαγγάριου. Το δεξιό κέρας αποτελούσε το Α΄ΣΣ, το αριστερό καταλαμβανόταν από το Γ΄ΣΣ και στο κέντρο αναλάμβανε το Β΄ΣΣ. Ο αρχηγός του Τουρκικού Επιτελείου, Φεβζί Τσακμάκ, ειδοποίησε τότε τον Κεμάλ για την κίνηση αυτή των Ελλήνων. Αμέσως διατάχθηκε η καταδίωξή τους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα εξαιτίας της καταπόνησης των τουρκικών δυνάμεων από τις συνεχείς μάχες. Στις 3 Σεπτεμβρίου, μια δύναμη 3.000 Τούρκων έστησε πρόχειρη γέφυρα με σκοπό να περάσουν τον Σαγγάριο, αλλά κι αυτή η προσπάθεια καταποντίστηκε από τις επιτυχείς βολές του ελληνικού πυροβολικού. Ακόμη, μια προσπάθεια των Τούρκων να καταστρέψουν την ελληνική βάση του Εσκί Σεχίρ απέτυχε, λόγω της έγκαιρης επέμβασης του Γ΄ΣΣ, που ανάγκασε τον εχθρό να επιστρέψει με σοβαρές απώλειες στη βάση του.

Η πρώτη φάση της προέλασης προς την Άγκυρα

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1921, η ελληνική σύμπτυξη δυτικά του ποταμού Σαγγάριου είχε πια ολοκληρωθεί. Το φιλόδοξο σχέδιο για την κατάληψη της Άγκυρας έμελλε ν’ αποτελεί πλέον ένα όνειρο -που ωστόσο στοίχισε στην ελληνική πλευρά περίπου 4.000 νεκρούς, 19.000 τραυματίες και 376 αγνοούμενους. Απαιτήθηκε η κλήση στα όπλα της κλάσης του 1922 (30.000 νεοσύλλεκτοι), ώστε να συμπληρωθούν οι απώλειες και να επανέλθει η Στρατιά στα επίπεδα του Ιουνίου. Η τελική σύμπτυξη αποτελεί αναμφισβήτητα έναν άθλο των τριών Σωμάτων στρατού, αφού επετεύχθη χωρίς απώλειες σε άνδρες και υλικό. Το σπουδαιότερο, όμως, ήταν το ότι δεν πτοήθηκε το ηθικό τους κατ’ ελάχιστο. Οι πόλεμοι, ασφαλώς, δεν κερδίζονται μόνο με την ψυχολογία. Η δράση του Έλληνα στρατιώτη κατά τις επιχειρήσεις του καλοκαιριού του 1921 υπήρξε υποδειγματική, το αποτέλεσμα όμως της όλης εκστρατείας απέδειξε ότι η διαυγής επιτελική κρίση είναι εξίσου σημαντική με το φρόνημα και την όποια ηρωική διάθεση.

Βέβαια, και οι δύο πλευρές είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται ικανοποιημένες: η τουρκική γιατί κατάφερε να υπερασπιστεί την πρωτεύουσά της και να κάμψει την ορμή του εχθρού, όταν μάλιστα αυτός σημείωνε τις σημαντικές νίκες στο Εσκί Σεχίρ και στην Κιουτάχεια, ενώ η ελληνική γιατί, παρά την τελική οπισθοχώρηση, δεν είχε σε καμιά μάχη ηττηθεί. Το πρόβλημα εστιαζόταν πλέον στο ότι το ελληνικό σχέδιο να καταστραφούν οι κεμαλικές δυνάμεις γρήγορα και ολοκληρωτικά είχε παταγωδώς αποτύχει. Μόνο η διπλωματία θα μπορούσε να οδηγήσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε διέξοδο, από την στιγμή που τα όπλα δεν κατάφερναν να επιβάλλουν την λύση του ισχυρού. Η Ελλάδα είχε αντέξει το οικονομικό κόστος με τεράστιες θυσίες, προσβλέποντας σε μια τελική επιτυχή έκβαση, η οποία θα την επανέφερε σε ισορροπία μέσω αντισταθμιστικών ωφελημάτων. Όταν αυτή της η προσδοκία δεν εκπληρώθηκε, η κρίση οδήγησε σε πολιτική αστάθεια και όξυνση του παλαιού μίσους μεταξύ βενιζελικών και κωνσταντινικών, με τελικό αποτέλεσμα την παραίτηση της κυβέρνησης Γούναρη και την “Δίκη των εξ”.

ΑΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΡΑΦΟΤΑΝ ΑΛΛΙΩΣ

Μια πάγια αρχή της στρατηγικής είναι αυτή που θέλει την κατοχύρωση των κεκτημένων πριν από κάθε νέα επιθετική ενέργεια. Το ελληνικό στράτευμα βρισκόταν στην καλύτερη δυνατή θέση τον Ιούλιο του 1921. Με ακμαίο ηθικό και σημαντικές εδαφικές κατακτήσεις, η Ελλάδα συγκέντρωνε όλα τα πλεονεκτήματα για έναν συμφέροντα για την ίδια συμβιβασμό με τις κεμαλικές δυνάμεις. Ακόμη κι αν ο Κεμάλ παρέμενε ανένδοτος, η καλή θέληση που η Ελλάδα θα επιδείκνυε στις Δυτικές Δυνάμεις θα βελτίωνε την διεθνή θέση της και τις σχέσεις της με αυτές. Ίσως και να επισπευδόταν το πρόγραμμα οικονομικής υποστήριξής της, κατά την πάγια πρακτική των Δυτικών να βοηθούν πάντα τους νικητές. Η άποψη αυτή, άλλωστε, επαληθεύτηκε πλήρως αργότερα, όταν ο Κεμάλ αναδείχθηκε νικητής: Η Γαλλία και η Γερμανία έσπευσαν να τοποθετηθούν επενδυτικά στη νέα αναδυόμενη δύναμη, που μέσα από τις στάχτες της παλιάς αυτοκρατορίας και τις πιέσεις του ελληνισμού κατάφερε να επιβιώσει και να επικρατήσει.

Ακόμη, ο χρόνος που θα κερδιζόταν από μια τέτοια εξέλιξη, σίγουρα θα λειτουργούσε προς όφελος των Ελλήνων. Γιατί, αν επρόκειτο να παγιωθεί μια κατάσταση ειρήνης, η ελληνική πλευρά δεν θα εκδήλωνε νέα επίθεση και τα πλεονεκτήματα της ενδυνάμωσης της τουρκικής άμυνας θα παρέμεναν ανενεργά.

Η πλήρης επιτυχία της επίθεσης για την κατάληψη της Άγκυρας απαιτούσε μεγαλύτερη συγκέντρωση πυρός σε μικρότερη έκταση καθολικού μετώπου. Από τις 11 μεραρχίες της Μ. Ασίας χρησιμοποιήθηκαν μόνο οι 9 σε επιθετικές ενέργειες, ενώ οι άλλες δύο κρατήθηκαν για εφεδρεία ή ενέργειες κάλυψης. Η “Ανεξάρτητη Μεραρχία” της Θράκης δεν δραστηριοποιήθηκε έγκαιρα και σε συνδυασμό με την ισχνή διάθεση εφεδρειών το πρόβλημα διογκώθηκε. Κατά κύριο, όμως, λόγο η ανεπάρκεια μέσων μεταφοράς υλικού και προσωπικού υπήρξε η εγγύηση της αποτυχίας για τα ελληνικά όπλα. Σαφώς, θα έπρεπε να εισακουστεί ο συντ/ρχης Σπυρίδωνος, που κατείχε την γνώση του συστήματος εφοδιασμού και αναλάμβανε την ευθύνη της εξασφάλισής του.

Σε πρώτο στάδιο, η Στρατιά πέτυχε να παραπλανήσει τον εχθρό ως προς την κατεύθυνση της επίθεσής της. Με αρχική κίνηση προς τα ανατολικά, στράφηκε τελικά νότια του Σαγγάριου και μετά βόρεια, διαγράφοντας ένα κυκλωτικό “πέταλο”. Η κατάληξη ήταν να διαμορφωθεί μια επιθετική δυναμική με φορά από νότο προς βορρά -κάτι που αιφνιδίασε τους Τούρκους. Αλλά η καθυστέρηση που σημειώθηκε στην επόμενη φάση εξανέμισε το στοιχείο του αιφνιδιασμού και έδωσε την ευκαιρία στην τουρκική πλευρά να οργανωθεί. Η επιτυχία των Ελλήνων στηριζόταν στην ολοκλήρωση αυτής της κυκλωτικής κίνησης, ώστε να εγκλωβίσουν την αριστερή πτέρυγα των Τούρκων. Η ευκαιρία χάθηκε όταν από κακή εκτίμηση του Επιτελείου δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην επιθετική δράση του Α΄ΣΣ, αφήνοντας το Β΄ΣΣ σε αδράνεια. Όταν ο εχθρός ενίσχυσε την αριστερή του πτέρυγα, προβάλλοντάς την ως σθεναρό αντίβαρο στην πίεση που ασκούσε το Α΄ΣΣ, ήταν πια αργά για την ελληνική πλευρά, ώστε να διορθώσει τα κακώς κείμενα. Αν το Β΄ΣΣ εξακολουθούσε ν’ απασχολεί τους Τούρκους, αυτοί δεν θα μπορούσαν ν’ αποδεσμεύσουν εύκολα δυνάμεις προς ενίσχυση του αριστερού τους πλευρού, οπότε το έργο του Α΄ΣΣ θα ήταν πρακτικά ευκολότερο.

Ο Κεμάλ εφάρμοσε εύστοχα την πρακτική της παραχώρησης μη ζωτικού χώρου, παρασύροντας τις ελληνικές δυνάμεις σε πόλεμο φθοράς. Ήταν επόμενο οι Έλληνες να καταπονηθούν μετά από τόσες μετακινήσεις, σε αντίξοες μάλιστα καιρικές συνθήκες, που βασικά πλήττουν τους επιτιθέμενους και όχι τόσο τους αμυνόμενους. Μια συγκράτηση της επιθετικής τακτικής των Ελλήνων δεν θα οδηγούσε στην μικρασιατική τραγωδία και τον ξεριζωμό του ελληνισμού, ώστε σίγουρα ο χάρτης των εξελίξεων στο Αιγαίο και την ευρύτερη βαλκανική θα χαρασσόταν διαφορετικά. Προφανώς, τα αποτελέσματα της κακής διαχείρισης των πρώτων νικηφόρων για τους Έλληνες εκβάσεων των μαχών φτάνουν μέχρι τις μέρες μας.

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑ ΑΝΔΡΕΑ

Ο γιος του Βασιλιά Γεωργίου, Πρίγκιπας Ανδρέας, έλαβε μέρος στην Μικρασιατική εκστρατεία αρχικά με τον βαθμό του υποστράτηγου, ως διοικητής της XII Μεραρχίας. Τον Ιούλιο του 1921 ανέλαβε την διοίκηση του Β΄ΣΣ, αντικαθιστώντας τον Αρ. Βλαχόπουλο. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Σαγγάριου, ο “βασιλόπαις” ήρθε σε σύγκρουση με τον αρχιστράτηγο Παπούλα, επειδή συχνά αγνοούσε τις διαταγές κι ενεργούσε αυθαίρετα.


Ο πρίγκιπας Ανδρέας

Συγκεκριμένα, όταν το ελληνικό στράτευμα επρόκειτο να ανεφοδιαστεί στο Καλέ Γκρότο (27 Αυγούστου 1921), το μεν Γ΄ ΣΣ διατάχθηκε να αμυνθεί “μέχρις εσχάτων”, το δε Β΄ ΣΣ να ενεργήσει μετακίνηση προς εκτέλεση αντεπίθεσης αμέσως μόλις εκδηλωνόταν η εχθρική επίθεση. Αλλά ο “βασιλόπαις” παράκουσε και ενήργησε αυτόβουλα -πράγμα για το οποίο αργότερα παραπέμφθηκε σε δίκη. Αντί να ενεργήσει σύμφωνα με τις διαταγές, μετακίνησε τις δυνάμεις του πίσω από το Γ' ΣΣ αφήνοντας ακάλυπτα τα πλευρά και τα νώτα του Α' ΣΣ. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που ο Ανδρέας ερχόταν σε σύγκρουση με τον αρχιστράτηγο Παπούλα, ώστε κάποια στιγμή η αντικατάστασή του στη διοίκηση του Β΄ ΣΣ κρίθηκε επιβεβλημένη. Πράγματι, αντικαταστήθηκε από τον υποστράτηγο Τρικούπη.

Όταν ο Θ. Πάγκαλος ανέλαβε την προεδρία της ανακριτικής επιτροπής για την απόδοσης των ευθυνών σχετικά με την ήττα στην Μικρά Ασία, κατά την διάρκεια του κινήματος του Ν. Πλαστήρα, διέταξε τον συνταγματάρχη Χ. Λούφα να συλλάβει τον Ανδρέα, που τότε βρισκόταν στην Κέρκυρα. Στις 13 Οκτωβρίου 1922 ο Πρίγκιπας μεταφέρθηκε στο ανάκτορο του Γεωργίου, όπου άνδρες της επανάστασης τον φρουρούσαν σε συνθήκες πλήρους απομόνωσης μέχρι την διεξαγωγή της δίκης.

Στις 19 Νοεμβρίου προσήλθε συνοδευόμενος από τον δικηγόρο του Δ. Δαμασκηνό -μια εξέχουσα νομική προσωπικότητα της εποχής εκείνης- και δικάστηκε για ανυπακοή εκτέλεσης διαταγής ενώπιον εχθρικής απειλής. Η καταδικαστική απόφαση ελήφθη αυθημερόν και παμψηφεί: καθαίρεση και ισόβια εξορία. Σύμφωνα με την ρήση του προέδρου του δικαστηρίου, στρατηγό Ν. Βλαχόπουλο, γλίτωσε την εκτέλεση επειδή του αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό η διοικητική απειρία ανωτέρων μονάδων.

Ο ίδιος ο Πάγκαλος παρέλαβε τον Ανδρέα και την σύζυγό του από το σπίτι του αντιστράτηγου Πάλλη, όπου διέμενε μετά την έκβαση της δίκης, τους μετέφερε στο Φάληρο και τους παρέδωσε στον πλοίαρχο Τζέραλντ Τάλμποτ του αντιτορπιλικού “Καλυψώ”. Στη συνέχεια παρελήφθησαν τα παιδιά τους από την Κέρκυρα και ελλιμενίστηκαν στο Πρίντιζι της Ιταλίας. Από εκεί κατευθύνθηκαν προς το Παρίσι σιδηροδρομικά, για να καταλήξουν στο Λονδίνο.

Με την ιδιότητα του απλού πολίτη, στις 21 Δεκεμβρίου 1921, έστειλε επιστολή προς τον Ιωάννη Μεταξά, όπου εξέφραζε την πικρία του από τους Έλληνες και ευχόταν να νικήσουν οι δυνάμεις του Κεμάλ προκειμένου να τιμωτηθούν οι βενιζελικοί Μικρασιάτες! Την υπόλοιπη ζωή του την πέρασε στο Μόντε Κάρλο, όπου είχε καταφύγει και ο Αριστείδης Στεργιάδης, Ύπατος Αρμοστής της Σμύρνης για το διάστημα 1919 - 1922 -μια προσωπική ατυχής επιλογή του Ελευθέριου Βενιζέλου. Στο διάστημα της γερμανικής κατοχής στην Γαλλία οι Γερμανοί βολιδοσκόπησαν την πιθανότητα να τον "διορίσουν" Βασιλιά της Ελλάδας, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε. Πέθανε από καρδιακή πάθηση τον Δεκέμβριο του 1944.

ΕΝΑΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΣΤΟ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Γεννημένος στην Πάτρα τον Ιανουάριο του 1867, κατά την πολιτική του σταδιοδρομία ο Δημήτριος Γούναρης εξελίχθηκε σε κορυφαία αντιβενιζελική προσωπικότητα. Πολύγλωσσος, με σημαντικές ιστορικές, κοινωνικές και φιλοσοφικές σπουδές στην Ελλάδα και το εξωτερικό, από νωρίς τάχθηκε υπέρ ενός σοσιαλιστικού συστήματος διακυβέρνησης. Με την πάροδο όμως του χρόνου στράφηκε προς την συντηρητική θεώρηση και τον "κωνσταντινισμό".

Παρά την πολιτική του αστάθεια, υπήρξε μαχητικός και επίμονος, όπως άλλωστε και όλη η κοινοβουλευτική ομάδα που την εποχή εκείνη μαχόταν τον παλαιοκομματισμό -και την οποία χαρακτηριστικά ονόμαζαν “ομάδα των Ιαπώνων”, για να τονιστεί η επιμονή τους στην πολιτική και κομματική διεκδικητική δράση, κατά το παράδειγμα των Ιαπώνων στρατηγών κατά τον Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο. Η υπουργοποίησή του στην κυβέρνηση του Γ. Θεοτόκη (21 Ιουνίου 1908 - 14 Φεβρουαρίου 1909) απογοήτευσε πολλούς από τους οπαδούς του, αν και σύντομα ήρθε σε ρήξη με τον πρωθυπουργό και παραιτήθηκε. Ωστόσο παρέμεινε πιστός στις κοινοβουλευτικές αξίες και σφοδρός πολέμιος της κρυφής διπλωματίας, της παρασκηνιακής πολιτικής δράσης και της ανάμιξης των στρατιωτικών στα πολιτικά δρώμενα της χώρας.

Στις 26 Μαρτίου 1921 ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας και ευθύς αμέσως ακολούθησε πολιτική διώξεων εναντίον των βενιζελικών. Όταν τον Αύγουστο του 1921 η πορεία προς τον Σαγγάριο διαφάνηκε ατελέσφορη ως προς τον τελικό αντικειμενικό της σκοπό -την κατάληψη της Άγκυρας-, η πολιτική συνεργασίας των ελληνικών κομμάτων απεβίωσε. Η αβεβαιότητα στην εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με το δυσβάσταχτο ημερήσιο κόστος των οκτώ εκατομμυρίων δραχμών, που στοίχιζε η παραμονή των ελληνικών στρατευμάτων στην Μικρά Ασία, οδήγησαν σε κλονισμό της κυβέρνησής του και τελικά σε παραίτηση τον Μάρτιο του 1922. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους παραπέμφθηκε σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας (Δίκη των Έξι), στην οποία καταδικάσθηκε παμψηφεί σε θάνατο, δίχως να μπορέσει να απολογηθεί. Η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 15 Νοεμβρίου, την ίδια μέρα που ο πρόεδρος του στρατοδικείου, στρατηγός Οθωναίος, ανακοίνωσε την απόφαση. Ασφαλώς είχε και αυτός πέσει θύμα της τραυματικής εμπειρίας του ελληνισμού, που πλέον πορευόταν χωρίς την ψυχολογική στήριξη του οράματος της “Μεγάλης Ιδέας”.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, σε αγόρευσή του στην Βουλή την 25η Ιουνίου 1930, παραδέχθηκε ότι ο πατριωτισμός του Δημητρίου Γούναρη υπήρξε αδιαμφισβήτητος. Πράγματι, ο θάνατός του αποτέλεσε “θυσία” προς εξυπηρέτηση του μύθου της εσχάτης προδοσίας, που τόσο είχε ανάγκη ο ελληνικός λαός για να δικαιολογηθούν τα δεινά της μικρασιατικής καταστροφής.



ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi9AYAjQboFh1_5M3bFMvoiwdv6qY5bDyiuBuwvPV3Yjtp1ZG3BAXNnY5CWdpxeWu7FvNRIyWEpe_RHBqBZHx93XDCYKW4LJe3j_4jgmwduvaKGVqaTsCSNu7bWjJSewd6rxVoBPh5kloo/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters