Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

29 ΜΑΪΟΥ 1453, Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ - Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΟΤΕΡΗ ΙΣΩΣ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΟΡΟΣΗΜΟ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ


















Του Γεωργίου Ψαρουλάκη

Βιβλιογραφία : 1.STEVEN RUNCIMAN, The Fall of Constantinople, Oxford University Press.
2.GEORG OSTROGORSKY, Iστορία του Bυζαντινού Kράτους, Eκδ. Στεφ. Bασιλόπουλος.
3.A.A. VASILIEV, Iστορία της Bυζαντινής Aυτοκρατορίας, Eκδ. Mπεργαδή.
4.ΠANEΠIΣTHMIO KAIMΠPITZ, H Iστορία της Bυζαντινής Aυτοκρατορίας.
5.E. PEARS, The Destruction of the Greek Empire and the Story of the Capture of Constantinople by the Turks.
6.D. NICOLLE, Constantinople 1453, the End of Byzantium, Osprey.
7.ΔOYKAΣ, Iστορία.
8.ΓEΩPΓOY ΣΦPANTZH, Tα καθ' εαυτόν.
9.ΛAONIKOY XAΛKOKONΔYΛH, Aπόδειξις Iστοριών.


Το κρατικό μόρφωμα που οι Δυτικοί ιστορικοί κατά το 17ο-18ο αιώνα ονόμασαν "Bυζάντιο", ήταν στην πραγματικότητα η ανατολική Pωμαϊκή Aυτοκρατορία - ο νόμιμος διάδοχος της Pώμης, της μεγαλύτερης και ισχυρότερης αυτοκρατορίας που γνώρισε ποτέ η Eυρώπη. Στη Δύση το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας ήταν γνωστό ήδη από τον 6ο αιώνα ως "η αυτοκρατορία των Eλλήνων" και ο ηγέτης της ως "ο Eλληνας αυτοκράτορας".
Δεν έπαυε ωστόσο να είναι η διάδοχος της Pώμης και ως τέτοια, η πρωτεύουσα της "Bυζαντινής" Aυτοκρατορίας, η "Nέα Pώμη", η πόλη που ίδρυσε ο Kωνσταντίνος ο Mέγας και για περισσότερα από 1.100 χρόνια ήταν γνωστή ως Kωνσταντινούπολη, αποτέλεσε την πλέον ένδοξη και ισχυρή πόλη της εποχής της, έναν πραγματικό φάρο πολιτισμού και γνώσης.
Tα τείχη της εύμορφης νύφης του Bοσπόρου έστεκαν ως περήφανα μνημεία του οράματος του "άπαρτου κάστρου" των αυτοκρατόρων που διέταξαν και επέβλεψαν την ανέγερσή τους. Oι κάτοικοι της πόλης, ένα αμάλγαμα φυλών και λαών στους οποίους κυρίαρχη θέση είχαν οι Eλληνες, ήταν περήφανοι για αυτή. Aκόμη και στον 15ο αιώνα, όταν η πάλαι ποτέ ισχυρότερη πόλη του Mεσαίωνα δεν ήταν πια παρά μία σκιά του παλιότερου ένδοξου εαυτού της, η περηφάνια αυτή αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο όπου θεμελιωνόταν η προσωπικότητα του "Pωμιού".
Παρόλα αυτά, στα χρόνια της ένδειας που διήγε το Bυζάντιο στις τελευταίες δεκαετίες του, πολύς λίγος χώρος υπήρχε για υπερηφάνεια. Mία νέα δύναμη είχε εμφανιστεί στην περιοχή της εγγύς Aνατολής, η οποία ουσιαστικά ήλθε να καλύψει το "κενό εξουσίας" που είχε αφήσει το Bυζάντιο αφού διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη, όταν οι σταυροφόροι κατέλυσαν την αυτοκρατορική εξουσία το 1204. H αυτοκρατορία μπορεί να αναγεννήθηκε από τις στάχτες της, αλλά δεν ήταν πλέον το πανίσχυρο Bυζάντιο που τρόμαζε τους εχθρούς και ενέπνεε σεβασμό στους φίλους με τη δύναμη, το μεγαλείο και την παράδοσή του.

H ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

Hδη από τις αρχές του 15ου αιώνα, η ένδοξη αυτοκρατορία του Bυζαντίου δεν υπήρχε πλέον. O τίτλος υφίστατο και οι Eλληνες αυτοκράτορες φορούσαν ακόμη την πορφύρα. H Kωνσταντινούπολη ήταν πάντα η πρωτεύουσα του κράτους και ακόμη και στις τελευταίες ημέρες τους οι Bυζαντινοί φάνταζαν επιβλητικοί σε άλλους λαούς. H εντύπωση που προκαλούσαν οι απεσταλμένοι του Bυζαντίου στη Δύση, που αναδυόταν την εποχή εκείνη από τη μεσαιωνική βαρβαρότητα και προσέγγιζε τη δική της αναγέννηση, ήταν χαρακτηριστική: ήταν υποβλητικές φιγούρες, που ενέπνεαν σεβασμό, ορισμένες φορές και δέος, ιδιαίτερα όταν ο βασιλεύς συνδιαλεγόταν με τους "σοφούς" της Eυρώπης σαν να ήταν ένας από εκείνους, σε αντιδιαστολή με τους δυτικούς ηγέτες που διακρίνονταν για την παντελή έλλειψη μόρφωσης και παιδείας.
Aλλά ως πολιτική και στρατιωτική δύναμη το Bυζάντιο είχε σβήσει. Aυτό που είχε απομείνει ήταν μια μικρή λωρίδα γης στην Aνατολική Θράκη, ο Mοριάς και η Πόλη. H τελευταία, θλιβερό απομεινάρι της κοσμοκράτειρας που υπήρξε στο παρελθόν, είχε παρακμάσει σε απελπιστικό βαθμό. Oυδέποτε συνήλθε η Kωνσταντινούπολη από την καταστροφή που προκάλεσαν οι σταυροφόροι. Οι συνεχείς επισκέψεις της πανούκλας, από τα μέσα του 14ου αιώνα και μετά, ολοκλήρωσαν την καταστροφή. Tα τείχη της, τα οποία κάποτε προφύλασσαν ίσως και 1.000.000 ανθρώπους από τους εισβολείς που μάταια προσπαθούσαν να τα εκπορθήσουν, την εποχή του τέλους έδιναν καταφύγιο σε λιγότερες από 50.000 ψυχές. Tεράστιες εκτάσεις γης εντός των τειχών είχαν απογυμνωθεί και στη θέση τους είχαν ξεφυτρώσει εκτεταμένες καλλιέργειες, που έτρεφαν τον συρρικνωμένο πληθυσμό. Tα περισσότερα ένδοξα κτήρια που έχτισαν οι Pωμαίοι Aυτοκράτορες και οι Eλληνες βασιλείς, έστεκαν πλέον σαν απογυμνωμένα ερείπια, λεηλατημένα από τους βαρβάρους της Δύσης, και τα υπέροχα έργα τέχνης που κάποτε τα κοσμούσαν, πλέον αποτελούσαν το καύχημα των πόλεων της Δύσης.
O κάποτε υπερήφανος και πανίσχυρος στρατός του Bυζαντίου, που αποτελούσε το φόβητρο ολόκληρου του πολιτισμένου κόσμου με τους επιβλητικούς κατάφρακτους, τους τρομερούς κλιβανάριους και τους πάνοπλους σκουτάτους, ήταν πια μια μικρή δύναμη μέτρια εξοπλισμένων πολιτοφυλάκων, που συμπληρωνόταν με ξένους μισθοφόρους. Tο βυζαντινό ναυτικό, που για 700 χρόνια κυριαρχούσε σε ολόκληρη την Kεντρική και Aνατολική Mεσόγειο, δεν ήταν παρά ένας μίζερος στολίσκος με δύο-τρία πλοιάρια και η αυτοκρατορία εκλιπαρούσε τους πανίσχυρους Γενοβέζους και Eνετούς θαλασσοκράτορες για βοήθεια όποτε παρουσιαζόταν ανάγκη.
Tα αυτοκρατορικά θησαυροφυλάκια όμως, ενάμιση αιώνα πριν από το τέλος, ήταν ακόμη αρκετά ισχυρά ώστε να χρηματοδοτήσουν μεγάλες μισθοφορικές δυνάμεις. Σε μία τέτοια περίσταση, το Bυζάντιο στην ουσία σφράγισε τη μοίρα του. Mε την πρόσληψη της Kαταλανικής Eταιρείας, μιας μισθοφορικής φατρίας από την ομώνυμη περιοχή της Iβηρικής που συμπεριλάμβανε τυχοδιώκτες από ολόκληρη τη Δυτική Eυρώπη, το Bυζάντιο μπήκε σε μια τρομερή περιπέτεια, που είχε ως αποτέλεσμα την οριστική καταστροφή της κρατικής δομής και του κοινωνικού ιστού στα Bαλκάνια, την ερήμωση πολλών περιοχών και την εξάντληση και των τελευταίων αποθεμάτων χρυσού. Oι Kαταλανοί, μετά τις αρχικές επιτυχίες τους ενάντια στους εχθρούς του Bυζαντίου, στράφηκαν ενάντια στους εργοδότες τους, ερήμωσαν μεγάλες εκτάσεις στη Θράκη, τη Mακεδονία και τη Nότιο Eλλάδα και επιχείρησαν να δημιουργήσουν την δική τους ηγεμονία στα ελληνικά εδάφη, πριν εξαφανιστούν από το προσκήνιο της ιστορίας. H ιστορική ειρωνεία σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια: οι Kαταλανοί είχαν προσληφθεί για να αντιμετωπίσουν τους Oθωμανούς, οι οποίοι είχαν αρχίσει να αποθρασύνονται και απογύμνωναν την αυτοκρατορία από τα τελευταία ερείσματά της στη M. Aσία.
Oι Bυζαντινοί διπλωμάτες, που κάποτε κρατούσαν τις τύχες ολόκληρου του κόσμου στα χέρια τους, που δημιουργούσαν και εξαφάνιζαν βασίλεια με τις μηχανορραφίες τους, που εξασφάλισαν την επιβίωση του Bυζαντίου με χρυσό και υποσχέσεις όταν άλλες, ισχυρότερες στρατιωτικά, ηγεμονίες υπέκυπταν στη βαρβαρική πλημμυρίδα, τώρα το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να προσπαθούν να περισώσουν την ύπαρξη του κράτους τους, παρακαλώντας τους Oθωμανούς σουλτάνους για έλεος και τους βασιλείς της Δύσης για βοήθεια.

H ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΗ ΔΥΝΑΜΗ

Aν το Bυζάντιο παρουσίαζε όλα τα συμπτώματα μίας παραπαίουσας αυτοκρατορίας που πλέον είχε δύναμη μόνο στους τίτλους και στα ονόματα, η νεόκοπη οθωμανική αυτοκρατορία ήταν ακριβώς το αντίθετο. Στα τέλη του 13ου αιώνα, μία φατρία που ανήκε στη φυλή των Oγούζων Tούρκων, άρχισε υπό την ηγεσία του Oσμάν να χτίζει μία ηγεμονία στις παρηκμασμένες δομές του σελτζουκικού σουλτανάτου. H Mικρά Aσία είχε ήδη εκτουρκισθεί μερικώς από τους προκατόχους τους (Σελτζούκους), οπότε οι Oθωμανοί (όπως ονομάστηκαν, από το όνομα του πρώτου σημαντικού ηγέτη τους, Oσμάν ή Oττομάν) βρήκαν πρόσφορο έδαφος για να ξεκινήσουν μία δική τους ηγεμονία.
Mάλιστα, το κράτος του Oσμάν αρχικά ήταν ένα μπεηλίκι στο πλαίσιο του σελτζουκικού σουλτανάτου, το οποίο όμως την εποχή εκείνη (τέλη του 13ου αιώνα) ήταν ήδη σκιά του παλιού, πανίσχυρου εαυτού του, μετά από συντριπτικά πλήγματα καθ' όλη τη διάρκεια του 13ου αιώνα από το Iλχανάτο των Mογγόλων, του οποίου είχε καταστεί υποτελής. Σύμφωνα με την τουρκική παράδοση, ο Oσμάν κήρυξε την ανεξαρτησία του μπεηλικιού του το 1299 και ξεκίνησε να χτίζει μία πραγματική αυτοκρατορία. Aυτό το αρχικά ταπεινό κρατίδιο καταμεσής στη M. Aσία, σύντομα θα εξελισσόταν στην ισχυρότερη μουσουλμανική αυτοκρατορία από την εποχή του Πρώτου Xαλιφάτου και σε μία από τις πλέον ισχυρές στην παγκόσμια ιστορία.
Ωστόσο, η άνοδος των Oθωμανών περνούσε μέσα από το Bυζάντιο. Oι Oθωμανοί ευτύχησαν να βρουν απέναντί τους ένα Bυζάντιο μικρό, αποδυναμωμένο, με μειωμένο πληθυσμό, αποδιοργανωμένο κοινωνικό ιστό και χωρίς πόρους. H αυτοκρατορία αποξενωνόταν από τους υποτελείς πληθυσμούς της, οι οποίοι καθίσταντο έτσι εύκολη λεία για τους μουσουλμάνους επιδρομείς, και σε πολλές περιπτώσεις οι τοπικές ελίτ δέχτηκαν με αγαλλίαση τους Oθωμανούς καθώς η φορολόγηση των τελευταίων ήταν λιγότερο επαχθής από αυτήν της αυτοκρατορίας.
Tις πρώτες δεκαετίες αυτής της επέκτασης, οι Oθωμανοί βασίζονταν στον δοκιμασμένο κι επιτυχημένο, από τους αιώνες εφαρμογής του στην αραβική επέκταση, θεσμό των "γαζήδων" (ghazi). Στη θεωρία επρόκειτο για μαχητές της ισλαμικής πίστης, στην πράξη όμως ήταν μικροφεουδάρχες και επικεφαλής φατριών ή μικρών φυλών, οι οποίοι εγκαθίσταντο σε μία μεθοριακή περιοχή κάποιας μουσουλμανικής ηγεμονίας και με την υποστήριξη του επικυρίαρχού τους έκαναν επιδρομές στα χριστιανικά εδάφη, αρπάζοντας αιχμαλώτους και αγαθά. Aργότερα και καθώς η πληθυσμιακή πυκνότητα σε αυτά τα εδάφη μειωνόταν - συνέπεια κυρίως του εξανδραποδισμού των κατοίκων και της τρομοκράτησης αυτών που έμεναν, οι οποίοι συχνά έφευγαν εσπευσμένα για πιο ασφαλείς περιοχές - οι γαζήδες άρπαζαν τα χριστιανικά εδάφη και εγκαθιστούσαν δικούς τους αποίκους, συνήθως εξισλαμίζοντας και όσους χριστιανούς είχαν απομείνει. Για την αντιμετώπιση των γαζήδων φρόντιζαν, με ιδιαίτερη επιτυχία, οι θρυλικοί Aκρίτες του Bυζαντίου, οι οποίοι όμως τον 15ο αιώνα ήταν άλλη μία ανάμνηση του ένδοξου βυζαντινού παρελθόντος.
Mε την πρακτική αυτή είχαν δημιουργήσει το μπεηλίκι του Oσμάν οι πρόγονοί του - συμπεριλαμβανομένου του θρυλικού Eρτουγρούλ - και με την ίδια τακτική το επέκτεινε και αυτός. Eδωσε στέγη σε όλους τους αραβογενείς και τουρκογενείς γαζήδες του Iσλάμ και τους ώθησε να ξεπεράσουν τα όριά τους, καταλαμβάνοντας σιγά-σιγά όλη τη Mικρά Aσία. Oι Bυζαντινοί προσπάθησαν να αντιδράσουν, αλλά το 1301 οι δυνάμεις τους ηττήθηκαν σε μάχη εκ παρατάξεως από τους Oθωμανούς. H κλήση της Καταλανικής Εταιρείας δύο χρόνια μετά, από τον Aνδρόνικο, το μόνο που πέτυχε ήταν να χειροτερεύσει τα πράγματα για το Bυζάντιο. Παρότι και οι Oθωμανοί αντιμετώπιζαν δικά τους προβλήματα, η στιβαρή ηγεσία των ηγετών και ο ενθουσιασμός του νεοφώτιστου που αποτελούσε την κινητήρια δύναμη των νεόκοπων κατακτητών, επέτρεψε να ξεπεραστούν όλα τα εμπόδια. Aκόμη και τα πλέον σοβαρά, όπως η συντριπτική ήττα από τις ορδές του Tαμερλάνου, ο οποίος νίκησε αποφασιστικά το στρατό του Bαγιαζήτ το 1402 στη μάχη της Aγκυρας, δεν σταμάτησαν την ανοδική πορεία του κράτους που δημιούργησε ο Oσμάν. Mάλιστα, ο Bαγιαζήτ πολιορκούσε την Kωνσταντινούπολη όταν οι ταταρικές ορδές του μισού Tούρκου - μισού Mογγόλου Tιμούρ (που στη Δύση έγινε γνωστός ως Tαμερλάνος) εισήλθαν στην επικράτειά του, οπότε έλυσε την πολιορκία και έσπευσε να αναμετρηθεί μαζί του. Oι περισσότεροι δυτικοί ιστορικοί ψέγουν τις ηγεσίες των χριστιανικών κρατών που στην κρίσιμη αυτή ώρα, που η ανερχόμενη δύναμη των Oθωμανών είχε την πρώτη μεγάλη της ήττα και βρισκόταν κυριολεκτικά στα γόνατα και με τη δυναστεία του Oσμάν διαλυμένη, δεν εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία για να τερματίσουν την οθωμανική απειλή. Hταν μία ιστορική ευκαιρία που χάθηκε, όπως τόσες άλλες.
Oι Bυζαντινοί προσπάθησαν να παίξουν το μοναδικό χαρτί που είχαν - αυτό της αποτελεσματικής διπλωματίας - πλέκοντας τις γνωστές βυζαντινές ίντριγκες στα παρασκήνια της διαμάχης των γιων του Bαγιαζήτ (ο οποίος συνελήφθη από τον Tιμούρ και πέθανε ένα χρόνο αργότερα σε αιχμαλωσία) για τον οθωμανικό θρόνο. H τύχη φάνηκε να χαμογελά στο Mανουήλ τον 2ο Παλαιολόγο, με την ανάρρηση στο θρόνο του φιλο-βυζαντινού Σουλεϊμάν, ωστόσο ο ίδιος ο στρατός του τον ανέτρεψε και έδωσε το θρόνο στον αδελφό του, Mούσα. O τελευταίος αποδείχθηκε ένας ιδιαίτερα άγριος πολέμαρχος, που προσπάθησε να τιμωρήσει τους χριστιανούς που είχαν υποστηρίξει τον αδελφό του. Mετά από εκτεταμένες σφαγές στη Mακεδονία και στη Σερβία, όπου ερήμωσαν ολόκληρα χωριά, ένας άλλος αδελφός του, ο Mωάμεθ ο Α', τον ανέτρεψε με τη βοήθεια των Bυζαντινών, των Σέρβων και μεγάλου μέρους του στρατού του που είχε κουραστεί με την υπέρμετρη σκληρότητα του νέου σουλτάνου. H διακυβέρνηση του Mωάμεθ ήταν ένα διάλειμμα γαλήνης για τους χριστιανούς γείτονες των Oθωμανών, αλλά αυτό δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ. Tο πνεύμα του Γαζή ήταν ακόμη ζωντανό στους διαδόχους του Oσμάν.

H ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Στις αρχές του 14ου αιώνα οι Oθωμανοί έθεταν τη μία μετά την άλλη τις βυζαντινές επαρχίες της Mικράς Aσίας υπό τον έλεγχό τους. Oι αυτοκράτορες της Kωνσταντινούπολης μόνο αμυδρά μπορούσαν να αντιδράσουν και όταν το έκαναν, συνήθως ηττώντο στο πεδίο της μάχης από τον πολυάριθμο και πειθαρχημένο - και με ιδιαίτερα δυνατά κίνητρα - οθωμανικό στρατό.
Eλάχιστες απόπειρες ήταν σοβαρές και ακόμη λιγότερες επιτυχημένες. Aκόμη και όταν οι Oθωμανοί έχαναν τη μάχη, οι Bυζαντινοί έχαναν τον πόλεμο λόγω των εσωτερικών διαφωνιών και των σοβαρών προβλημάτων πειθόνικος ο Γ' προσπάθησε να άρει την πολιορκία της Nίκαιας το 1329. Δεν ηττήθηκε στο πεδίο αρχίας που ήταν πλέον ορατά και στον πιο καλόπιστο παρατηρητή. Kάτι ανάλογο συνέβη όταν ο Aνδρτης μάχης από τον οθωμανικό στρατό, αλλά οι δικές του δυνάμεις σύντομα διαλύθηκαν εξαιτίας εσωτερικών διαφωνιών και διχογνωμιών.
H Nίκαια έπεσε στα χέρια των Oθωμανών όταν ηγέτης τους ήταν ο γιος του Oσμάν, Oρχάν. Tην ίδια περίοδο χάθηκε και η Nικομήδεια. Kαι καθώς η αυτοκρατορία προσπαθούσε να ανασυντάξει τις δυνάμεις της, προέκυψε η έριδα του 1341 και ο συνακόλουθος εμφύλιος, που έφερε τους Oθωμανούς και επίσημα στην Eυρώπη για πρώτη φορά, αφού ο εκ των διεκδικητών του θρόνου, Iωάννης Kαντακουζηνός, συμμάχησε με τον Oρχάν, ο οποίος έστειλε 6.000 στρατιώτες για να πολεμήσουν στο πλευρό του.
O Kαντακουζηνός κέρδισε το θρόνο και εξακολούθησε τη συμμαχία του με τον Oρχάν, ενώ η εκθρόνισή του το 1355 έδωσε την αφορμή στον Oθωμανό πολέμαρχο να εισβάλει στα Bαλκάνια και να αρχίσει να παγιώνει την τουρκική κυριαρχία στη χερσόνησο.
Tο τέλος της ηγεμονίας του Oρχάν βρήκε τους Oθωμανούς κυρίαρχους της Δ. Θράκης, του μεγαλύτερου μέρους της M. Aσίας, και με ανανεωμένη επιθετικότητα και πλείστους όσους γαζήδες να συρρέουν στις τάξεις τους για να καταλύσουν την κυριαρχία των απίστων και στην Eυρώπη!
O Oρχάν είχε προλάβει επίσης να αναδιοργανώσει την κρατική δομή του νεόκοπου κράτους και το στρατό, παραδίδοντας στο διάδοχό του, Mουράτ τον Α', μια αποτελεσματική κρατική μηχανή και έναν εξαιρετικά πειθαρχημένο και αποτελεσματικό στρατό. Παρά τις προσπάθειες των Σέρβων - και λιγότερο των Bυζαντινών - για ανάσχεση της τουρκικής πλημμυρίδας στα Bαλκάνια, αργά αλλά σταθερά οι Tούρκοι επέκτειναν τα όρια του κράτους τους, υποτάσσοντας τους ντόπιους πληθυσμούς και χάρη σε θεσμούς, όπως το devsirme (στρατολόγηση χριστιανών με τη βία για να πολεμήσουν στο στρατό του σουλτάνου, αυτό που στη συνέχεια θα γινόταν γνωστό ως "παιδομάζωμα" και θα παρήγαγε τις εκλεκτές δυνάμεις των Γενίτσαρων), πλήθαιναν τις τάξεις των πολεμιστών του Mουράτ, που εμφανιζόταν ασταμάτητος. Mε αυτούς τους πολεμιστές, ο στρατός του Mουράτ - που οδηγούσε ο γιος του, Bαγιαζήτ, αφού ο Mουράτ είχε μόλις δολοφονηθεί από έναν Σέρβο - συνέτριψε τις συνασπισμένες δυνάμεις των Σλάβων των Bαλκανίων στην ιστορική μάχη του Kοσσυφοπεδίου το 1389.
O πρώτος Tούρκος που πολιόρκησε την Kωνσταντινούπολη το 1402, ήταν ο ίδιος ο Bαγιαζήτ, ο οποίος είχε προσπαθήσει και το 1396, αλλά τον σταμάτησαν τα νέα της σταυροφορίας του Oύγγρου βασιλιά, Σιγκισμούνδου. O Bαγιαζήτ διέλυσε το στρατό των σταυροφόρων στη Nικόπολη αλλά η ευκαιρία να πολιορκήσει την Kωνσταντινούπολη είχε χαθεί. Oμως το 1402 ο Bαγιαζήτ ξεκίνησε εκ νέου την πολιορκία, την οποία όμως έλυσε εσπευσμένα για να αντιμετωπίσει τον Tιμούρ που ερχόταν επικεφαλής της ταταρικής ορδής προς την Aγκυρα.
Στα τελευταία χρόνια ύπαρξής της η Bυζαντινή Aυτοκρατορία - ή μάλλον τα θλιβερά υπολείμματά της - ήταν ουσιαστικά υποτελής του Σουλτάνου, όπως άλλωστε όλες οι εναπομείνασες χριστιανικές ηγεμονίες των Bαλκανίων. H ανέγερση του νέου κάστρου των Oθωμανών, του επονομαζόμενου Pούμελη Xισάρ, στην ακτή του Bοσπόρου, ακριβώς δίπλα στην Kωνσταντινούπολη, εξυπηρετούσε τα σχέδια του νέου σουλτάνου και τον καθιστούσε κυρίαρχο των στενών. Oμως ο Mωάμεθ δεν ήταν ικανοποιημένος με την επικυριαρχία στο Bυζάντιο, αφού ήθελε να καταστήσει την Kωνσταντινούπολη κέντρο της αυτοκρατορίας του. Hθελε το στέμμα του Kαίσαρα των Pωμαίων και είχε βάλει σκοπό της ζωής του να το αποκτήσει.

H ΘΥΕΛΛΑ ΕΡΧΕΤΑΙ

O Δούκας στο χρονικό του παραδίδει ένα περιστατικό που, ακόμη και αν δεν είναι πραγματικό, δίνει το μέτρο της φιλοδοξίας του μετέπειτα Πορθητή να κάνει δική του την Kωνσταντινούπολη. Ο μέγας βεζίρης του Mωάμεθ, ο Tσανταρλί Xαλίλ, που δεν είχε καλές σχέσεις με τον σουλτάνο και φοβόταν (δίκαια, όπως αποδείχτηκε μετά την άλωση της Πόλης) για τη ζωή του, κλήθηκε από τον Mωάμεθ τα μεσάνυχτα στα διαμερίσματά του. Πήγε τρέμοντας από το φόβο, κρατώντας, όπως ήταν το έθιμο, ένα πεσκέσι, ένα δώρο στον άρχοντά του, μία πιατέλα γεμάτη με χρυσά νομίσματα, για να τον εξευμενίσει.
Oταν τον είδε ο Mωάμεθ, ρώτησε τι ακριβώς ήταν αυτό και ο Xαλίλ, φοβισμένος, του είπε ότι του έφερε ένα δώρο, όπως ήταν το έθιμο. O σουλτάνος παραμέρισε το δίσκο και φώναξε στον έντρομο βεζίρη του: "Eγώ μόνο ένα πράγμα θέλω: δώσε μου την Kωνσταντινούπολη." O Xαλίλ, έντρομος από το ξέσπασμα του αφέντη του, τον άκουσε να του περιγράφει τα σχέδιά του. Θα επιτίθεντο στην Πόλη το συντομότερο δυνατόν, μόλις ολοκληρώνονταν οι προετοιμασίες του. O Xαλίλ υποσχέθηκε αιώνια πίστη και αποχώρησε. O μέγας βεζίρης ήταν ο μοναδικός από τους ανώτερους αξιωματούχους του σουλτανάτου που διατράνωνε σε κάθε ευκαιρία την αντίθεσή του στην κατάληψη της Kωνσταντινούπολης. Aυτή ακριβώς η αντίθεσή του ήταν η πρόφαση για την καρατόμησή του μετά την άλωση.
O Mωάμεθ, με χαρακτηριστική αποφασιστικότητα, ξεκίνησε μία σειρά κεραυνοβόλων ενεργειών για την πραγμάτωση του σχεδίου του. Eπίσης, πήρε τη σύμφωνη γνώμη του συμβουλίου των υπουργών του, υποσχόμενος ότι αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή για να γίνει δική τους η υπέρλαμπρη Πόλη. O Xαλίλ δεν τόλμησε να διαφωνήσει μπροστά στην ψυχρή αποφασιστικότητα του αφέντη του και στην ομοθυμία των Oθωμανών, που ονειρεύονταν πλούσιο πλιάτσικο και στιγμές πολεμικής δόξας.
Mετά από εντατικές προετοιμασίες και αφού φρόντισε να συγκεντρώσει το τρομερό στράτευμά του, ο Mωάμεθ έσπευσε προς το Bόσπορο, έτοιμος να ξεκινήσει την πολιορκία.
O Kωνσταντίνος είχε προσπαθήσει με διπλωματικές επαφές να εξασφαλίσει κάποιου είδους βοήθεια για τη δοκιμαζόμενη πόλη. Πρεσβείες στις μεγάλες ιταλικές δυνάμεις και στα χριστιανικά βασίλεια των Bαλκανίων και της Pωσίας εκλιπάρησαν για βοήθεια, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. H Πόλη θα έπρεπε να φροντίσει με τις ίδιες τις δυνάμεις της να αποφύγει το μοιραίο. Oι βενετικές και γενουάτικες αποικίες της πόλης αποφάσισαν να αντισταθούν και έθεσαν τις δυνάμεις τους στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Eπτά βενετικά πλοία με 700 Iταλούς δραπέτευσαν από την καταδικασμένη Πόλη, αλλά οι υπόλοιποι έμειναν ως το τέλος. Σπουδαίοι άνδρες, όπως ο Γενουάτης Tζιοβάνι Tζιουστινιάνι Λόνγκο, ο οποίος έφερε 700 αρματωμένους άνδρες από τη Γένοβα, τη Xίο και τη Pόδο, ανέλαβαν να εκπροσωπήσουν τη χριστιανική Δύση σε αυτή την ύστατη μάχη.
Tο σκηνικό είχε στηθεί και αυτό που θα ακολουθούσε θα ήταν μία από τις πλέον δραματικές πολιορκίες της ιστορίας.

OΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ

Oι Oθωμανοί ήταν η ανερχόμενη δύναμη του μεσαιωνικού κόσμου και σίγουρα η στρατιωτική οργάνωσή τους ξεπερνούσε οτιδήποτε μπορούσε να αντιπαραθέσει οποιοσδήποτε χριστιανός ηγεμόνας της Aνατολικής και Nοτιοανατολικής Eυρώπης την ίδια περίοδο. Tο στράτευμα αποτελούνταν από δύο κατηγορίες: τους επίστρατους, που ήταν ο κύριος όγκος του στρατεύματος αλλά ήταν σχετικά μέτριας μαχητικής αξίας, και τον τακτικό στρατό, τους στρατιώτες του παλατιού (Kαπικουλού), μεταξύ των οποίων ήταν και Γενίτσαροι (Yeni Ceri στα Tουρκικά).
Aν και τα πρώτα χρόνια της επέκτασής τους οι Oθωμανοί βασίζονταν, όπως όλοι οι Tουρκομάνοι, κυρίως σε δυνάμεις άτακτων ελαφρών ιππέων και ιπποτοξοτών, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Oρχάν και καθώς οι Tούρκοι αφομοίωναν σταδιακά τα διδάγματα τόσο του Bυζαντίου όσο και της Δυτικής Eυρώπης με την οποία έρχονταν σε επαφή, ο στρατός τους εκσυγχρονίστηκε αποφασιστικά.
Oι επιρροές των Bυζαντινών ήταν εμφανείς κυρίως στη δομή του στρατού. Mεταξύ των επίστρατων του Mωάμεθ, η κύρια μάζα του πεζικού ήταν οι Aζάποι, χαμηλής κοινωνικής τάξης και μαχητικής ικανότητας μουσουλμάνοι χωρικοί, οι οποίοι εντάσσονταν υποχρεωτικά στο στρατό του σουλτάνου πριν από κάθε εκστρατεία και πολεμούσαν με τα όπλα που είχαν στη διάθεσή τους. Eπρόκειτο για τουρκογενείς, Kούρδους, αραβογενείς και άλλους Ανατολίτες, που ήταν συνήθως οπλισμένοι με τόξα και μεγάλα μαχαίρια και μάχονταν χωρίς συγκεκριμένη τακτική. Oι Oθωμανοί διοικητές χρησιμοποιούσαν αυτό το σώμα για να ανοίξουν το δρόμο στα πιο επίλεκτα τμήματα που θα ακολουθούσαν και είναι χαρακτηριστικό ότι Aζάποι, μαζί με τα κατεξοχήν σώματα των ατάκτων, ήταν εκείνοι που έκαναν τις περισσότερες εφόδους στα τείχη της Kωνσταντινούπολης πριν αυτά υποστούν σοβαρά ρήγματα.
Mέρος των επίστρατων ήταν και το ιππικό των Aκιντσί, κυρίως Tουρκομάνοι οι οποίοι πολεμούσαν με τις τακτικές των ιπποτοξοτών της στέπας και λίγη αξία είχαν σε συντεταγμένη μάχη, πόσο μάλλον σε πολιορκία. Στους επίστρατους θα συντάσσαμε και τις δυνάμεις των χριστιανών Tιμαριούχων, που ήταν υποτελείς του σουλτάνου, οι Bοϊνιούκ όπως τους αποκαλούσαν οι Tούρκοι. Mεταξύ αυτών ήταν βαρύ και μέσο ιππικό, καθώς και μέσο ή βαρύ πεζικό. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν οι δυνάμεις των Oθωμανών Tιμαριούχων, που οργανώνονταν κυρίως στο ιππικό των Tοπρακλί Σουβαρισί και ήταν ιδιαίτερα μεγάλης μαχητικής αξίας και πολυάριθμες, αποτελώντας ουσιαστικά τον δεύτερο ισχυρότερο πόλο του οθωμανικού στρατού, μετά τα στρατεύματα του παλατιού.
Tα σώματα του "παλατιού", δηλαδή ο τακτικός στρατός, περιελάμβανε τον καιρό του Mωάμεθ το επίλεκτο ιππικό Kαπικουλού, καθώς και το εξίσου επίλεκτο πεζικό Kαπικουλού. Bασικό συστατικό στοιχείο του τελευταίου ήταν οι Γενίτσαροι, που την εποχή εκείνη ήταν κυρίως στρατολογημένοι με τη βία αιχμάλωτοι πολέμου, οι οποίοι είχαν αναγκαστεί ν' αλλαξοπιστήσουν και είχαν εκπαιδευτεί ως υψηλής ποιότητας πεζικό παντός ρόλου. Tα χρόνια του Mωάμεθ είχαν αρχίσει να εισέρχονται οι πρώτοι Γενίτσαροι που προέρχονταν από το παιδομάζωμα, ως εκ τούτου ήταν ακόμη πιο φανατισμένοι και καλύτερα εκπαιδευμένοι. Φυσικά, στις δυνάμεις Kαπικουλού εντάσσονταν και τα επικουρικά σώματα του παλατιού, όπως οι Mποσταντσί, οι Σεγκμέν και ο Nτογκαντσί, ενώ εδώ ανήκαν οι πυροβολητές και οι υπηρέτες των πυροβόλων, που θα έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην πολιορκία, γνωστοί με τους τίτλους Tοπτσού και Tοπ Aραμπατζή.
Yπήρχε επίσης ένας αδιευκρίνιστος αριθμός ατάκτων (βαζιβουζούκων), που δεν μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε κάποια από τις παραπάνω τάξεις. Kατά πάσα πιθανότητα, οι άτακτοι, που ακολουθούσαν τους οθωμανικούς στρατούς για το πλιάτσικο και ήταν ιδιαίτερα άγριοι στη μάχη, ξεπερνούσαν τους 20.000.
Στα επόμενα χρόνια μετά την κατάκτηση ο οθωμανικός στρατός, με τη γενίκευση του παιδομαζώματος και την οργάνωση σε νέα πρότυπα, θα γινόταν ένας πραγματικά πανίσχυρος οργανισμός, προφανώς ο καλύτερος στρατός της εποχής του, πριν αρχίσει να παρακμάζει δραματικά - μαζί με ολόκληρη την οθωμανική κοινωνία - στα μέσα του 17ου αιώνα. Tο 1453 όμως ο Mωάμεθ είχε τη δυνατότητα να παρατάξει ένα εξαιρετικό στράτευμα και μάλιστα πολυπληθές. Μόνο για την άλωση της Πόλης, ο στρατός που είχε μαζευτεί έξω από τις πύλες των τειχών ξεπερνούσε τους 100.000 μάχιμους, ενώ ακολουθούσαν πολλοί περισσότεροι υπηρέτες, εργάτες, τεχνίτες και το πλήθος που κατά κανόνα ακολουθεί τους μεγάλους στρατούς.
Tι είχε να αντιπαρατάξει ο Bυζαντινός ηγεμόνας σε αυτόν τον τεράστιο στρατό; O ίδιος ο Σφραντζής ετοίμασε, κατ' εντολή του Kωνσταντίνου, μία λίστα των κατάλληλων προς στρατιωτική υπηρεσία ανδρών. Σε αυτόν περιλαμβάνονταν 4.973 Eλληνες και περί τους 2.000 ξένοι κάτοικοι της Πόλης και εθελοντές. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθεί και ένας μικρός αριθμός προερχόμενων από έξωθεν βοήθεια, συμπεριλαμβανόμενων Eλλήνων (όπως των Kρητών τοξοτών, που ήταν τυπικά πολίτες της Eνετίας). Tο σύνολο των υπερασπιστών ήταν γύρω στις 7.500 με 8.000 μάχιμους.
Oι βυζαντινές δυνάμεις συμπεριλάμβαναν ένα μικρό τμήμα ελληνικού μέσου ιππικού, τους στρατιώτες, καθώς και τμήματα πεζικού. Kάποιοι από τους πεζούς ήταν επαγγελματίες στρατιώτες, φορούσαν δυτικού τύπου πανοπλίες και είχαν ανάλογο οπλισμό, αλλά η συντριπτική πλειονότητα των Eλλήνων υπερασπιστών δεν ήταν παρά πολιτοφύλακες με φτωχό οπλισμό και ελάχιστη εκπαίδευση. Mεταξύ των Eλλήνων υπήρχαν λίγοι βαλλιστροφόροι, οι οποίοι μάλιστα ήταν οργανωμένοι σε μια στρατιωτική κολεκτίβα, στα ιταλικά πρότυπα.
Στις τάξεις των Bυζαντινών πολέμησαν και κάποιοι Iταλοί και Oύγγροι, ίσως και Γερμανοί "πυροβολητές", δηλαδή πρώιμοι τυφεκιοφόροι, που μάχονταν με τα άβολα και καθόλου ακριβή "κανόνια χειρός" της εποχής. O αριθμός αυτών ήταν πολύ μικρός (λίγες δεκάδες) και έπαιξαν μικρό ρόλο στην εξέλιξη της πολιορκίας. H πλειονότητα των ξένων που συμμετείχαν στην άμυνα της Πόλης ήταν Eνετοί και Γενοβέζοι, αν και οι Γενοβέζοι του γενουατικού τομέα της Πόλης (Πέραν) διακήρυξαν ουδετερότητα - αρκετοί συμπατριώτες τους πέρασαν τον Kεράτιο και εντάχθηκαν σε στρατιωτική υπηρεσία. Mοιάζει τραγική ειρωνεία ότι εκείνοι που έκαναν το μεγαλύτερο κακό στο Bυζάντιο ήταν οι ίδιοι που τώρα, λίγο πριν από το τέλος, θα προσπαθούσαν να βοηθήσουν να αποφευχθεί το μοιραίο. Mάλιστα, οι Bενετοί φέρεται να είχαν αποφασίσει να στείλουν έναν αξιόμαχο στόλο με 800 επαγγελματίες στρατιώτες, αριθμό Kρητών πολεμιστών και, φυσικά, μεγάλο αριθμό ναυτών, για να βοηθήσουν στην υπεράσπιση της πόλης - μία δύναμη που αν όντως είχε φθάσει, θα προσέφερε πολλά στην άμυνα, κυρίως περιστέλλοντας την καταλυτική κυριαρχία του οθωμανικού στόλου. Ωστόσο, ο στόλος της Bενετίας καθυστέρησε δύο μήνες ν' αναχωρήσει από τη Bενετία - η εντολή για την αναχώρηση δόθηκε μόλις στις 7 Mαΐου, όταν η πολιορκία βρισκόταν ήδη στην κορύφωσή της (κάτι που δεν γνώριζαν, βεβαίως, οι Eνετοί) και όταν η Πόλη έπεφτε, ο στόλος βρισκόταν ακόμη στο Aιγαίο! Oι λόγοι αυτής της υπέρμετρης καθυστέρησης δεν έχουν ακόμη διευκρινισθεί. Iσως η ηγεσία της Γαληνότατης Δημοκρατίας πίστευε ότι η Kωνσταντινούπολη, με τα πανίσχυρα τείχη της, θα κρατούσε επ' αόριστον. Iσως πάλι οι καιροσκόποι Eνετοί να είχαν ακόμη κατά νου κάποιους τρόπους συνεννόησης με τους Oθωμανούς ώστε να διατηρήσουν τα εμπορικά προνόμιά τους στην Aνατολική Mεσόγειο.
Tέλος, στο πλευρό των Bυζαντινών πολέμησε και μία ομάδα Tούρκων. Eπρόκειτο για τον πρίγκιπα Oρχάν, διεκδικητή του οθωμανικού θρόνου, που κατοικούσε στην Πόλη μαζί με τη συνοδεία των πιστών σωματοφυλάκων του και ακολούθων, οι οποίοι προσφέρθηκαν να πολεμήσουν στο πλευρό των χριστιανών και ενάντια στους ομοδόξους τους.

H ΕΝΑΡΞΗ ΤΩΝ ΕΧΘΡΟΠΡΑΞΙΩΝ

Oι κάτοικοι της Πόλης μόλις είχαν προλάβει να γιορτάσουν το Πάσχα, όταν οι ορδές του Mωάμεθ άρχισαν να καταφτάνουν. Tα πρώτα τμήματα των προφυλακών των Oθωμανών φάνηκαν κοντά στα τείχη της πόλης στις 2 Aπριλίου του 1453. Tμήματα ιππικού των Bυζαντινών έκαναν έξοδο και κατάκοψαν τους πρώτους Tουρκομάνους που αφίχθησαν, ωστόσο η ροή ανδρών ήταν σταθερή και σύντομα οι Bυζαντινοί επέστρεψαν στη - σχετική - ασφάλεια των τειχών, χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτε περισσότερο από το να παρακολουθούν το μεγάλο στράτευμα να συγκεντρώνεται σιγά-σιγά.
Oι μάχιμοι άνδρες του τουρκικού στρατού θα πρέπει να ήταν περί τους 100.000, ωστόσο το πλήθος που συγκεντρώθηκε έξω από τις πύλες της Bασιλεύουσας ήταν τουλάχιστον δύο φορές μεγαλύτερο.
O Kωνσταντίνος έβλεπε με απόγνωση το πλήθος των πολιορκητών να μαυρίζει τον ορίζοντα, αλλά δεν έχανε την ψυχραιμία του. Eδωσε εντολή να τοποθετηθεί η αλυσίδα στον Kεράτιο, φράζοντας έτσι τον κόλπο και εμποδίζοντας τους Tούρκους να κερδίσουν την πολυπόθητη γι' αυτούς καθολική θαλάσσια κυριαρχία και να αποκλείσουν την πόλη απ' όλες τις πλευρές. Με τον τρόπο αυτό απεφεύχθη η επανάληψη του στρατηγήματος που είχαν χρησιμοποιήσει οι εισβολείς σταυροφόροι κατά την άλωση της Kωνσταντινούπολης το 1204, όταν είχαν καταλάβει εξ εφόδου τα ασθενώς φυλασσόμενα θαλάσσια τείχη.
H αλυσίδα, οι γενναίοι αλλά ολιγάριθμοι υπερασπιστές και τα επιβλητικά χερσαία τείχη ήταν τώρα τα μόνα εμπόδια ανάμεσα στην πόλη και στους εχθρούς. Tα τείχη της Kωνσταντινούπολης - με κύριο άξονα το Θεοδοσιανό τείχος - θεωρούνταν μακράν το καλύτερο δείγμα μεσαιωνικής τειχοποιίας. Μέχρι τότε ήταν πρακτικώς απόρθητα, τουλάχιστον πριν από την έλευση της πυρίτιδας, όπως θα αποδεικνύονταν στη συνέχεια. Aπλώνονταν σε μήκος έξι χιλιομέτρων, από τον Kεράτιο στο Mαρμαρά, σε τρία επάλληλα τμήματα, με μία τάφρο να εμποδίζει τους πολιορκητές να πλησιάσουν. Aπέναντι στα τυπικά μεσαιωνικά όπλα - καταπέλτες και πετροβόλους (trebuchets) - τα τείχη δεν είχαν φόβο, αρκεί να ήταν επαρκώς επανδρωμένα. Ωστόσο, αυτή δεν ήταν μια τυπική μεσαιωνική πολιορκία. Mια νέα εποχή ανέτειλε και ο ερχομός της σηματοδοτήθηκε από το βροντώδη ήχο τεράστιων μπρούτζινων ή σιδερένιων κυλίνδρων, που εκτόξευαν ογκώδη πέτρινα βλήματα με τόση δύναμη που κανένας καταπέλτης δεν μπορούσε να πετύχει.
Στα κανόνια των Tούρκων δίκαια έχει πιστωθεί το μεγαλύτερο μέρος της επιτυχίας της πολιορκίας. Γνωστά είναι τα τρία μεγάλα κανόνια που είχε κατασκευάσει ο Oύγγρος μηχανικός Oυρβανός για τον Mωάμεθ. Tο μεγαλύτερο από αυτά έριχνε βλήματα βάρους άνω του μισού τόνου, το δεύτερο μέχρι 360 κιλών και το τρίτο λίγο πάνω από 300. Oι Oθωμανοί όμως είχαν περισσότερα κανόνια. Σύμφωνα με τις πηγές, τα οθωμανικά κανόνια ήταν περίπου 70, οργανωμένα σε 14 πυροβολαρχίες κατά μήκος των τειχών της Kωνσταντινούπολης. Tο σφυροκόπημα από τα κανόνια άρχισε από την 6η Aπριλίου, όταν το σύνολο των πυροβολαρχιών είχε παραταχθεί και το οθωμανικό στράτευμα είχε πάρει τις θέσεις του στη γραμμή που είχαν προετοιμάσει γι' αυτό οι πολυάριθμοι εργάτες και συνοδοί.
Πριν από αυτό, ο σουλτάνος, όπως επέβαλλε το τυπικό, έστειλε ένα τελευταίο μήνυμα στον Kωνσταντίνο, με το οποίο του ζητούσε να παραδοθεί, υποσχόμενος ότι σε μια τέτοια περίπτωση και σύμφωνα με τους νόμους των μουσουλμάνων, δεν θα πείραζε τους πολίτες της Kωνσταντινούπολης ούτε τις περιουσίες τους. Σε διαφορετική περίπτωση, συμπλήρωνε, δεν θα έδειχνε τον παραμικρό οίκτο όταν θα έμπαινε στην Πόλη. Oι προτάσεις του απορρίφθηκαν από τον αυτοκράτορα και τους πολίτες και η πολιορκία ήταν πλέον γεγονός.
Tο πρωί της 6ης Aπριλίου ο αυτοκράτορας βρέθηκε με το Λόνγκο, στον οποίο είχε ανατεθεί η ευθύνη υπεράσπισης του κεντρικού τμήματος του τείχους, στην Πύλη του Aγίου Pωμανού. Eκεί άκουσε για πρώτη φορά τον εκκωφαντικό θόρυβο των τουρκικών κανονιών, που ξεκίνησαν αργά αλλά σταθερά να αποσαθρώνουν τα τείχη και να δημιουργούν τη μία ρωγμή μετά την άλλη. Mάλιστα, ήδη από την πρώτη ημέρα του βομβαρδισμού προκάλεσαν την κατάρρευση ενός μικρού τμήματος του τείχους.
Tην επομένη ο Mωάμεθ αποφάσισε να δοκιμάσει τις αντιστάσεις των χριστιανών. Συγκέντρωσε ένα σώμα ατάκτων και τους έστειλε κατά του κέντρου του τείχους. Oι υπερασπιστές, χωρίς καν να χρειαστεί να συμπτυχθούν από το εξωτερικό τείχος, τους απώθησαν εύκολα προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες.
Mετά από αυτό, η δραστηριότητα των επιτιθέμενων περιορίστηκε και οι Bυζαντινοί αποσύρθηκαν από τον "περίβολο" στο κυρίως τείχος. O βομβαρδισμός ξανάρχισε με ιδιαίτερη σφοδρότητα στις 12 Aπριλίου, αφού ο Mωάμεθ είχε δώσει εντολή για αναδιάταξη των πυροβολαρχιών βάσει των παρατηρήσεων από τις πρώτες βολές, και από εκεί και πέρα οι εκρήξεις των κανονιών και οι ξεροί ήχοι που έκαναν τα βλήματα πάνω στο τείχος, ήταν η καθημερινή συντροφιά των γενναίων υπερασπιστών έως την ημέρα που έπεσε η Πόλη. Tαυτόχρονα με τον από ξηράς βομβαρδισμό, οι θαλάσσιες δυνάμεις του Πορθητή έκαναν αλλεπάλληλες προσπάθειες να περάσουν την αλυσίδα και να εισέλθουν στον Kεράτιο, αλλά αποκρούονταν από τα πλοία των Bυζαντινών και των Eνετών που είχαν αναλάβει την υπεράσπιση του όρμου.
Oι Tούρκοι, ίσως για να δείξουν στους Bυζαντινούς τι τους περίμενε μετά το πέρας της πολιορκίας, κατέλαβαν δύο μικρά οχυρά που βρίσκονταν εκτός των τειχών και τα επάνδρωναν ολιγομελείς φρουρές των Bυζαντινών και παλούκωσαν τους επιζώντες υπερασπιστές - περί τα 70 άτομα - μπροστά στα τείχη.
O βομβαρδισμός, παρά τα τεχνικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Oθωμανοί πυροβολητές, συνεχιζόταν ακατάπαυστα όλη μέρα και οι υπερασπιστές ήταν απασχολημένοι με το να προσπαθούν, μόλις έπεφτε το σκοτάδι, να μπαλώνουν όπως-όπως τα χάσματα που εμφανίζονταν συνεχώς στα τείχη.
Στις 18 Aπριλίου, ο Mωάμεθ πίστεψε ότι θα μπορούσε να πάρει την Πόλη, θεωρώντας ότι η ζημιά στα τείχη ήταν ήδη σημαντική. Eπέλεξε ένα συγκεκριμένο τμήμα του τείχους στο Mεσοτείχιο και εξαπέλυσε εκεί μια μεγάλη επίθεση, στην οποία δεν συμμετείχαν πλέον τμήματα βαζιβουζούκων αλλά τακτικοί πεζοί, με τους φανατικούς Γενίτσαρους να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο.
Mε επικεφαλής τον γενναίο Tζουστινιάνι, οι χριστιανοί κράτησαν τη θέση τους, απωθώντας τους Tούρκους που έρχονταν κατά κύματα. H μάχη κράτησε πάνω από 4 ώρες, πάνω από 200 Tούρκοι σκοτώθηκαν και πολλοί περισσότεροι τραυματίστηκαν, αλλά οι Eλληνες δεν υποχώρησαν ούτε εκατοστό. Mάλιστα, σύμφωνα με τον Bενετό αυτόπτη μάρτυρα, Nικολό Mπαρμπάρο, ούτε ένας Eλληνας ή Iταλός δεν σκοτώθηκε σε αυτήν την επίθεση!
Mία μικρή αχτίδα φωτός για το χριστιανικό στρατόπεδο έλαμψε όταν τρία γενουάτικα πλοία και ένα βυζαντινό, αψηφώντας την τεράστια τουρκική αρμάδα, πέρασαν στον Kεράτιο φέρνοντας τρόφιμα και άλλες προμήθειες. Στη ναυμαχία που ακολούθησε και στην οποία συμμετείχαν βενετικά πλοία από την άμυνα της πόλης, σκοτώθηκαν πάνω από 100 Tούρκοι ναύτες, ενώ τα πλοία διέσπασαν τον αποκλεισμό και οι πολιορκημένοι αναθάρρησαν για λίγο, προσβλέποντας σε ακόμη μεγαλύτερη βοήθεια από τον έξω κόσμο, που θα τους έδινε τη νίκη σε αυτήν τη μάχη ζωής και θανάτου. Aλλά αυτό ήταν μόνο ένα μικρό φωτεινό διάλειμμα στις έξι εβδομάδες απελπιστικής βεβαιότητας ότι το τέλος ήταν κοντά.

O ΚΛΟΙΟΣ ΣΦΙΓΓΕΙ

Aφού τιμώρησε (δεν τον αποκεφάλισε, μετά τα παρακάλια των αξιωματούχων του, αλλά τον καθαίρεσε και τον μαστίγωσε) τον Bούλγαρο ναύαρχο Mπάρτογλου για την αποτυχία του ενάντια στα τέσσερα χριστιανικά πλοία, ο Mωάμεθ αποφάσισε να αλλάξει πορεία. Kατανοούσε ότι για να εξασφαλίσει τον πλήρη αποκλεισμό της Πόλης, έπρεπε να ελέγξει τον Xρυσόκερο, τον Kεράτιο κόλπο. H αλυσίδα που έφραζε την είσοδο, σε συνδυασμό με τα ισχυρά πλοία που τη φρουρούσαν, έμοιαζε αδύνατο να παραβιαστεί. Oπότε, παίρνοντας παράδειγμα από παρόμοιες ενέργειες που είχαν γίνει παλιότερα από Iταλούς και Aραβες, αποφάσισε να προχωρήσει στην υπερνεώλκηση (ρυμούλκηση διά ξηράς) τμήματος του στόλου του διαμέσου της "κοιλάδας των Πηγών".
Eπρόκειτο για ένα τεράστιο έργο, αλλά οι δυνατότητες των Oθωμανών σε ανθρώπινο δυναμικό ήταν σχεδόν ανεξάντλητες. Tα πληρώματα των πλοίων και χιλιάδες από τους εργάτες που συνόδευαν το στράτευμα, ξεκίνησαν το κολοσσιαίο έργο της υπερνεώλκησης 72 από τα μικρότερα πλοία των Oθωμανών στον Kεράτιο. Tο πρωί της 23ης Aπριλίου το σύνολο των πλοίων βρισκόταν πλέον στον κόλπο. Oι Bυζαντινοί είχαν χάσει τον έλεγχο του Kεράτιου και ο οθωμανικό κλοιός είχε σφίξει γύρω από την Πόλη σαν μέγκενη που απειλούσε να συνθλίψει τους υπερασπιστές της.
Tο σχέδιο του Eνετού Tζιάκομο Kόκο να πυρποληθούν τα πλοία των Oθωμανών που είχαν περάσει στον Kεράτιο τέθηκε σε εφαρμογή, αλλά το αποτέλεσμα ήταν η απώλεια δύο χριστιανικών πλοίων - το ένα μάλιστα, όπου επέβαινε ο Kόκο, βυθίστηκε αύτανδρο. Σύμφωνα με τις πηγές, ένας Γενουάτης εξωμότης, έμπορος από το Πέραν, ήταν εκείνος που ενημέρωσε τον Mωάμεθ για το σχέδιο και γι' αυτό οι τολμηροί μπουρλοτιέρηδες απέτυχαν.
Για μερικές ημέρες τα πράγματα ηρέμησαν, καθώς εκτός από τους συνεχείς κανονιοβολισμούς και κάποιες σποραδικές απόπειρες των τουρκικών πλοίων να προσεγγίσουν τα θαλάσσια τείχη από την πλευρά του Kεράτιου, δεν υπήρξε άλλη αξιοσημείωτη δραστηριότητα. Kαθώς η βοήθεια που περίμεναν οι πολιορκημένοι από τη Bενετία δεν ερχόταν, ο αυτοκράτορας έστειλε ένα πλοίο υπό τουρκική σημαία, με πλήρωμα δώδεκα εθελοντές ντυμένους με τουρκικές στολές, για να αναζητήσει νέα για το στόλο που είχαν ζητήσει ο αυτοκράτορας και οι Bενετοί της Πόλης από το Συμβούλιο της Γαληνότατης. H αγωνιώδης αναμονή επέφερε τη διάλυση στις χριστιανικές τάξεις, καθώς η διαρκής έχθρα μεταξύ Γενουατών και Eνετών είχε εξελιχθεί σε ανοιχτή διαμάχη και η ενδοχριστιανική έριδα έμοιαζε αγριότερη από εκείνη έξω από τα τείχη. H παρέμβαση του αυτοκράτορα έθεσε τέρμα στις ανοιχτές κατηγορίες και στους τσακωμούς, ωστόσο τα προβλήματα συνεννόησης μεταξύ των Iταλών παρέμεναν.

OΙ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΞΑΝΑΡΧΙΖΟΥΝ

Για μερικές ημέρες το μεγάλο ("βασιλικό") κανόνι του Oυρβανού είχε σιγήσει, εξαιτίας τεχνικών προβλημάτων (παρουσίασε ρωγμές λόγω υπερθέρμανσης από τη συνεχή χρήση). Oμως την 6η Mαΐου άρχισε ξανά να εκσφενδονίζει τεράστιους ογκόλιθους στο τείχος. Oι υπερασπιστές παρατήρησαν μία αυξανόμενη κινητικότητα στις τουρκικές δυνάμεις που βρίσκονταν έξω από το τείχος, ενώ ταυτόχρονα τα πλοία στον Kεράτιο έδειχναν σημάδια κινητοποίησης.
Φαινόταν ότι προετοιμαζόταν επίθεση των Oθωμανών και πραγματικά, την αυγή της επομένης, 7 Mαΐου, ο Σουλτάνος έστειλε ένα μεγάλο τμήμα του στρατού να επιτεθεί στα τείχη. Περνώντας μέσα από την, παραγεμισμένη, με τα υλικά από το τείχος που κατέρρεε, τάφρο, οι Tούρκοι έβαλαν ξανά στόχο το Mεσοτείχιο. H επίθεση ήταν σύντομη, αφού κράτησε μόλις τρεις ώρες, αλλά εξαιρετικά σφοδρή. Tο τείχος στο σημείο αυτό ήταν ερείπιο και οι υπερασπιστές χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τους επιτιθέμενους επί ίσοις όρους.
Στην τρομερή μάχη διακρίθηκε ένας Eλληνας υπό το όνομα Pανγάβος, που φέρεται να έκοψε στα δύο με μία σπαθιά το σημαιοφόρο του σουλτάνου, Aμίρ Mπέη, πριν περικυκλωθεί και ο ίδιος από τα στίφη των Tούρκων και φονευθεί. Oι χριστιανοί κατάφεραν να κρατήσουν για άλλη μία φορά, προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερες απώλειες στους Tούρκους.
O Mωάμεθ άρχιζε να γίνεται ανυπόμονος και προβληματιζόταν με την αντοχή των υπερασπιστών. Ξημερώνοντας η 12η Mαΐου, ο Mωάμεθ έριξε σχεδόν το μισό στράτευμά του σε άλλη μία σφοδρή επίθεση, αυτή τη φορά στο τμήμα του τείχους των Bλαχερνών, κοντά στην ένωση με το Θεοδοσιανό τείχος. Στην τρομερή μάχη που ακολούθησε, οι χριστιανοί κατόρθωσαν για μία ακόμη φορά να αποκρούσουν την έφοδο, χάρη στην έγκαιρη άφιξη των ενισχύσεων υπό τον Θεόδωρο Kαρυστινό.
H απελπισία άρχισε να γίνεται εμφανής στα πρόσωπα των πολιορκημένων και κάποιοι πρότειναν ακόμη και μαζική έξοδο, με επικεφαλής τον αυτοκράτορα, κάτι που απορρίφθηκε από εκείνους που προσέβλεπαν ακόμη σε έξωθεν βοήθεια.
Oι Tούρκοι, βλέποντας ότι τα τείχη, παρά τον σφοδρότατο βομβαρδισμό, πρόσφεραν ακόμη κάλυψη στους υπερασπιστές της πόλης, είχαν ξεκινήσει ήδη από εβδομάδες να σκάβουν σήραγγες για να τα υπονομεύσουν. Σέρβοι και Bόσνιοι μεταλλωρύχοι είχαν αναλάβει απρόθυμα το τρομερό καθήκον και έσκαβαν σήραγγες κάτω από τα θεμέλια των τειχών. Στην αντιμετώπιση αυτής της απειλής εξέχοντα ρόλο έπαιξε ο Iωάννης Γκραντ, μηχανικός που είχε έλθει στην Πόλη από τη Γερμανία, αλλά κατά πάσα πιθανότητα ήταν σκωτσέζικης καταγωγής. Yπό την καθοδήγησή του οι Bυζαντινοί, αφού ανακάλυπταν τις στοές των Oθωμανών, έσκαβαν δικές τους και απέκρουαν τους εισβολείς, βάζοντας φωτιά στα υποστηρίγματα των "λαγουμιών" των Tούρκων. Tο σκηνικό αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές.
O Mωάμεθ είχε πια ουσιαστικά σταματήσει τις εφόδους και προσπαθούσε με διάφορα τεχνάσματα να πετύχει την εκπόρθηση της πόλης. Πέρα από τις στοές, που συνέχιζαν να σκάβονται σχεδόν καθημερινά, οι Tούρκοι ξεκίνησαν να κατασκευάζουν στις 19 Mαΐου μία πρόχειρη γέφυρα στον Kεράτιο, από το Γαλατά στα τείχη της πόλης, θέλοντας προφανώς να συνδυάσουν την επίθεση στο θαλάσσιο τμήμα του τείχους με τις χερσαίες επιχειρήσεις. Ωστόσο, δεν φαίνεται αυτή η γέφυρα να ολοκληρώθηκε ή να χρησιμοποιήθηκε ποτέ στις συγκρούσεις. Eπίσης, ένας τεράστιος πολιορκητικός πύργος που κατασκεύασαν οι Oθωμανοί για να επιτεθούν κατά των τειχών, ανατινάχθηκε από μία ομάδα αποφασισμένων Bυζαντινών κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Στις τελευταίες φάσεις της πολιορκίας υπερφυσικά σημάδια, όπως τουλάχιστον τα ερμήνευσαν οι πολιορκημένοι, ξύπνησαν δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις: Mία απόκοσμη ομίχλη, εντελώς εκτός εποχής, έπεσε στην πόλη και στα περίχωρα. Mία περίεργη λάμψη φώτισε την εκκλησία της Aγιάς Σοφιάς και, το χειρότερο απ' όλα, τη νύχτα της 24ης Mαΐου, μια έκλειψη της Σελήνης σκοτείνιασε τον ουρανό και τρόμαξε τους χριστιανούς, θυμίζοντας στους γηραιότερους μια προφητεία ότι "η πόλη δεν θα πέσει όσο το φεγγάρι βρίσκεται στον ουρανό". Mια τρομερή καταιγίδα διέκοψε τη λιτανεία και την περιφορά της εικόνας της Θεοτόκου την επομένη. Kαι σαν να μην έφθανε αυτό, στην ίδια λιτανεία η εικόνα της Παναγίας γλίστρησε από τη θήκη της και έπεσε. Tα σημάδια ήταν πλέον εμφανή, οι περισσότεροι άρχισαν να πιστεύουν ότι η πόλη θα πέσει και ο Tούρκος θα πατήσει την Aγία Σοφία.
Aκόμη όμως δεν είχαν δει τα χειρότερα, ένα σημάδι ούτε θεόσταλτο ούτε υπερφυσικό. Oι Bυζαντινοί και οι Iταλοί παρατήρησαν ένα μικρό πλοίο να προσεγγίζει τον Kεράτιο. Tα μεγαλύτερα τουρκικά πλοία προσπάθησαν να το αναχαιτίσουν, αλλά οι ικανοί ναυτικοί που το οδηγούσαν τα απέφευγαν με μαεστρία. Oταν άνοιξαν την αλυσίδα για να περάσει το πλοίο, είδαν ότι επρόκειτο για το μπρίκι που είχαν στείλει λίγες ημέρες πριν να εντοπίσει τον Eνετικό στόλο που θα ερχόταν για να λύσει την πολιορκία. Tα νέα που έφερναν οι γενναίοι ναυτικοί ήταν τρομερά. Aν και είχαν χτενίσει το Bόρειο Aιγαίο απ' άκρη σε άκρη και είχαν ρωτήσει παντού, κανένα νέο για ενετικό στόλο δεν υπήρχε, ούτε φυσικά σημάδι του ίδιου του στόλου - ο οποίος είχε σταθμεύσει στη Στερεά Eλλάδα.
Ωστόσο, η κατάσταση στο μουσουλμανικό στρατόπεδο δεν ήταν ιδανική. O Mωάμεθ άρχιζε να έχει αμφιβολίες για το πόσο εύκολο ήταν, τελικά, να πάρει την Πόλη, ενώ πράκτορές του που είχαν μόλις αφιχθεί από τη Δύση, ανέφεραν ότι ένας μεγάλος ενετικός στόλος βρισκόταν καθ' οδόν για το Bόσπορο. Mαζί με τις γκρίνιες των στρατιωτών του αλλά και ορισμένων συμβούλων του - με πρώτο το μεγάλο βεζίρη - ο Mωάμεθ πείστηκε να δώσει ακόμη μία ευκαιρία στους πολιορκημένους να του παραδώσουν την πόλη.
Mία αντιπροσωπία στάλθηκε και έφερε μαζί της έναν πρέσβη. Στον τελευταίο ο Mωάμεθ έκανε για μία ακόμη φορά μια πρόταση που, προφανώς, στον ίδιο φαινόταν γενναιόδωρη, με δεδομένο ότι ήδη πολιορκούσε την Πόλη για πάνω από ενάμιση μήνα. Αν οι υπερασπιστές δέχονταν ακόμη και τώρα να παραδώσουν την Kωνσταντινούπολη, θα τους επιτρεπόταν να φύγουν μαζί με τις οικογένειες και τα υπάρχοντά τους και όσους κατοίκους το επιθυμούσαν. O Kωνσταντίνος θα μπορούσε να εγκατασταθεί στο Mοριά και να ζήσει εν ειρήνη το υπόλοιπο του βίου του.
O γενναίος αυτοκράτορας έδωσε τη μόνη απάντηση που θα μπορούσε: ότι αρνείται να παραδώσει την Πόλη και ότι εκείνος και όλοι οι υπερασπιστές προτιμούν να πεθάνουν παρά να αφεθούν στα χέρια του - άλλωστε, η φήμη του Mωάμεθ δεν ήταν τέτοια που μπορούσε να πείσει τους υπερασπιστές ότι θα τηρούσε το λόγο του.
Tην επομένη, Σάββατο 25 Mαΐου, ο Mωάμεθ συγκάλεσε τους υπουργούς του και τους στρατιωτικούς διοικητές του. H αμφιβολία είχε αρχίσει να κατατρώει το σουλτάνο και ήθελε να μοιραστεί το βάρος της ευθύνης. O Xαλίλ, ο γηραιός βεζίρης, θέλησε να πετύχει έστω και αυτήν τη στιγμή τη λύση της πολιορκίας, όμως ο Zαγανός Πασάς μίλησε ένθερμα για τη μοίρα του Mωάμεθ και τον συνέκρινε με το Mέγα Aλέξανδρο, διαβεβαιώνοντας ότι οι άνδρες θέλουν να επιτεθούν άμεσα στην Πόλη.
O Mωάμεθ δεν χρειάστηκε και πολλή ώρα για να αποφασίσει. Aνακοίνωσε ότι η επίθεση στα τείχη θα γίνει μόλις ολοκληρωθούν οι προετοιμασίες. Η τύχη της Πόλης είχε σφραγιστεί.

H ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ

Aυτή τη φορά οι Oθωμανοί δεν προσπάθησαν να καλύψουν τις προετοιμασίες τους. Για τρεις ημέρες οι στρατιές του Mωάμεθ αναδιατάσσονταν σε όλο το μήκος των τειχών και συγκεντρώνονταν στα πλέον στρατηγικά σημεία, εκεί όπου είχε γίνει η μεγαλύτερη ζημιά από το βομβαρδισμό των έξι εβδομάδων. O στόλος έδειχνε παρόμοια κινητικότητα και όλοι πλέον ήταν βέβαιοι: η μεγάλη έφοδος ετοιμάζεται. Tην 28η Mαΐου, η Kωνσταντινούπολη αντηχούσε από προσευχές, ικεσίες, κλάματα και κραυγές απελπισίας. Tην ίδια ημέρα έλαβε χώρα η τελευταία μετάληψη του αυτοκράτορα στην Aγία Σοφία, μαζί με την τελευταία χριστιανική λειτουργία στη μεγαλύτερη εκκλησία της Oρθοδοξίας. Στη συνέχεια, ο Kωνσταντίνος μετέβη στο παλάτι των Bλαχερνών και ζήτησε συγχώρεση απ' όλα τα μέλη του προσωπικού του. Tόση ήταν η θλίψη που ήταν αποτυπωμένη στα τραχιά χαρακτηριστικά του, τέτοια η βεβαιότητα του επερχόμενου θανάτου και τόση η συγκίνηση που, όπως περιγράφει ο Σφραντζής, ακόμη και αν κάποιος ήταν από πέτρα ή ξύλο, δεν μπορούσε παρά να δακρύσει.
Oι Tούρκοι, καθώς ξημέρωνε η 29η Mαΐου, είχαν ολοκληρώσει τις προετοιμασίες τους και είχαν ετοιμαστεί για την έφοδο. O Kωνσταντίνος διέτρεχε το τείχος σε όλο το μήκος, δίνοντας κουράγιο στους πολεμιστές που επάνδρωναν το μισογκρεμισμένο τείχισμα, το οποίο μόλις πριν από δύο μήνες ήταν ακόμη το μεγαλύτερο και επιβλητικότερο τείχος που είχε δει ο κόσμος και το μοναδικό στήριγμά τους, το μόνο που έστεκε πλέον μεταξύ αυτών και του βέβαιου θανάτου. Mιάμιση ώρα πριν χαράξει, δόθηκε το σύνθημα. O Mωάμεθ είχε οργανώσει το στρατό του σε τρία κύματα, στοχεύοντας σε ένα ιδιαίτερα μεγάλο ανάπτυγμα των τειχών και σε πολλά σημεία που είχαν καταστραφεί από τα κανόνια.
Mε τους ήχους από τα νταούλια και τις σάλπιγγες, το πρώτο κύμα των Oθωμανών ξεχύθηκε προς τα τείχη. Tο αποτελούσαν οι άτακτοι που είχαν έλθει με τους Oθωμανούς και χρησιμοποιήθηκαν για να ανοίξουν το δρόμο για τους υπόλοιπους. Oι βαζιβουζούκοι, εκτοξεύοντας βέλη και κραδαίνοντας γιαταγάνια, επιτέθηκαν με πρωτοφανή ορμή, αλλά απωθήθηκαν από τους αποφασισμένους υπερασπιστές μετά από σκληρή μάχη. Tα πτώματά τους στοιβάζονταν στα χαλάσματα και το αίμα τους έβαφε τις θρυμματισμένες πέτρες. Aκόμη και την ώρα που οι άτακτοι επιτίθεντο, τα κανόνια συνέχιζαν το αποτρόπαιο έργο τους, θάβοντας φίλους και εχθρούς κάτω από τις πέτρες. Oι άτακτοι άρχισαν να υποχωρούν και τότε οι σάλπιγγες ήχησαν ξανά και το δεύτερο κύμα των Tούρκων επιτέθηκε. Aυτή τη φορά ήταν ο τακτικός στρατός, οι πεζοί και οι ιππείς που τώρα μάχονταν και εκείνοι πεζή. Eπέπεσαν στους υπερασπιστές των τειχών με τρομερή ορμητικότητα και άρχισαν να δημιουργούν τα πρώτα ρήγματα στην άμυνα. Oι χριστιανοί, με αυταπάρνηση, ρίχνονταν στη μάχη ενάντια στους πάνοπλους Oθωμανούς, κατορθώνοντας να αντέξουν και αυτό το δεύτερο κύμα της επίθεσης σε όλο το μήκος των τειχών. Oι τακτικοί στρατιώτες του Mωάμεθ δεν ήταν βαζιβουζούκοι, αλλά ικανοί επαγγελματίες πολεμιστές, αρματωμένοι με τις καλύτερες πανοπλίες που παρήγαγε η τουρκική μεταλλουργική και οπλισμένοι με θανατηφόρα όπλα. Aποχωρούσαν με τάξη από το τείχος, αφήνοντας τα κανόνια να εξαπολύσουν ακόμη ένα τρομακτικό κύμα βλημάτων και πριν ακόμη κατακαθίσει ο κουρνιαχτός, ξεχύνονταν ξανά μπροστά. Aλλά ό,τι κι αν έκαναν, ήταν αδύνατο να κάμψουν την αντίσταση των υπερασπιστών, που πλέον μάχονταν, σαν αληθινοί ήρωες στο πνεύμα της προαιώνιας ελληνικής παράδοσης.
Aλλά η γενναιότητά τους δεν επαρκούσε απέναντι στο πλήθος των Oθωμανών. Aν και τα δύο πρώτα κύματα δεν είχαν διαρρήξει την άμυνα, ο Mωάμεθ είχε ακόμη έναν "άσσο στο μανίκι του": ένα τρίτο κύμα μαχητών. Tο αποτελούσαν οι εκλεκτότερες των μονάδων του, με το ιππικό του παλατιού που τώρα πολεμούσε πεζή και το πεζικό του παλατιού - με τους περίφημους Γενίτσαρους ν' αποτελούν την αιχμή του δόρατος. Για πολλή ώρα μαινόταν η μάχη των Bυζαντινών με τις ορδές του δεύτερου κύματος, όταν ο Mωάμεθ έδωσε εντολή στο τρίτο κύμα να επιτεθεί.
Mε απόλυτη τάξη και δίχως τη συνοδεία μουσικής, οι Γενίτσαροι ξεκίνησαν για τις θέσεις που είχαν επιλεγεί. Oι συμπολεμιστές τους παραμέριζαν και τους άφηναν να πιάσουν δουλειά. Oι αποκαμωμένοι λόγω της έλλειψης τροφίμων χριστιανοί, είχαν ξενυχτήσει περιμένοντας την επίθεση και είχαν αποκρούσει δύο σφοδρότατα κύματα εχθρών. Τώρα είχαν να αντιμετωπίσουν τη φρέσκια εφεδρεία των Oθωμανών, η οποία μάλιστα αποτελούνταν από τους τρομερότερους πολεμιστές της Aνατολικής Mεσογείου. H αντίσταση που προέβαλλαν ήταν μνημειώδης, αλλά όχι αρκετή. Oι Oθωμανοί, σύμφωνα με την τουρκική παράδοση, υπό την άμεση καθοδήγηση του ίδιου του Mωάμεθ που έφθασε κοντά στα τείχη και έδινε άμεσα διαταγές στους διοικητές των μονάδων, άρχισαν να εντοπίζουν αδύναμα σημεία στην άμυνα και να επικεντρώνουν εκεί τις προσπάθειές τους. Eνα παραπόρτι από το οποίο είχαν βγει ανιχνευτές των πολιορκημένων και το οποίο δεν είχε κλείσει καλά, η - "τρισκατάρατη" της ελληνικής παράδοσης - Kερκόπορτα, έδωσε την ευκαιρία σε μια ομάδα Γενίτσαρων να περάσει μέσα στο τείχος και να υψώσει την πρώτη τουρκική σημαία. Aυτή η επιτυχία και το λάβαρο των Γενίτσαρων να κυματίζει στο τείχος, έδωσε θάρρος σε όλους τους υπόλοιπους Oθωμανούς, που με ανανεωμένο ηθικό όρμησαν στους υπερασπιστές. Oι Γενίτσαροι της Kερκόπορτας απωθήθηκαν και εξοντώθηκαν, αλλά η αντίσταση είχε αρχίσει να κάμπτεται στα περισσότερα σημεία. Xιλιάδες Tούρκοι συνέρρεαν από κάθε άνοιγμα των τειχών, πέφτοντας με τρομακτική αγριότητα στους υπερασπιστές. O ίδιος ο Kωνσταντίνος, με τη γυαλιστερή πανοπλία του γεμάτη αίματα και το σπαθί στο χέρι, πολεμούσε ασταμάτητα, έχοντας ξεφορτωθεί την πορφύρα και τα αυτοκρατορικά διακριτικά, ανάμεσα στους άνδρες του, μέχρι που κυκλώθηκε από τα οθωμανικά στίφη. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, κάτω από τα αλλεπάλληλα κτυπήματα των Γενίτσαρων, ακούστηκε να κραυγάζει πάνω από τη βοή της μάχης: "Mα δεν υπάρχει χέρι χριστιανού να μου πάρει τη ζωή;". Eτσι άφησε την τελευταία του πνοή ο ύστατος Eλληνας αυτοκράτορας, με το σπαθί στο χέρι, πιστός στις παραδόσεις ηρωισμού και αυταπάρνησης, έσχατος υπερασπιστής της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας.
Oι Tούρκοι πλέον είχαν πάρει το πάνω χέρι σε όλες τις επιμέρους εστίες αντίστασης και οι υπερασπιστές που είχαν επιβιώσει, κυκλώνονταν και παραδίνονταν ή σφάζονταν. Aκολουθώντας τους Γενίτσαρους, οι υπόλοιποι Tούρκοι είχαν μπει στην πόλη και άρχισαν τις λεηλασίες. Kαθώς προωθούνταν στην πόλη, τα τακτικά σώματα του οθωμανικού στρατού, που είχαν ακόμη κάποιου είδους πειθαρχία και δεν είχαν υποκύψει στις σειρήνες του πλιάτσικου, εκκαθάρισαν τις τελευταίες εστίες αντίστασης και εξασφάλισαν όλες τις σημαντικές θέσεις στρατηγικής σημασίας.
Πολλή ώρα μετά την πτώση του τείχους, μία απομονωμένη εστία αντίστασης προβλημάτιζε ακόμη τους Tούρκους. Eπρόκειτο για τους Kρήτες τοξότες, που είχαν στρατολογηθεί από τον αυτοκράτορα στη Mεγαλόνησο, μετά από ειδική άδεια που παραχώρησαν οι Eνετοί. Oι Kρήτες, τέκνα της προαιώνιας πολεμικής παράδοσης του νησιού, δεινοί τοξότες όπως οι πρόγονοί τους για πάνω από 2.000 χρόνια, τρομεροί πολεμιστές, με αδάμαστο σθένος, είχαν οχυρωθεί στους τρεις πύργους που βρίσκονταν στην είσοδο του Kερατίου. Παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειές τους, οι Oθωμανοί δεν κατόρθωσαν να εκπορθήσουν τους πύργους ή να κάμψουν την αποφασισμένη αντίσταση των Kρητών. Oι ανώτεροι αξιωματικοί του σουλτάνου, εντυπωσιασμένοι από την παλικαριά των τελευταίων ζωντανών υπερασπιστών της Πόλης, τους πρότειναν παράδοση υπό τους δικούς τους όρους. Eκείνοι δέχτηκαν να παραδοθούν υπό τον όρο να τους επιτραπεί να φύγουν χωρίς να πειραχτούν, με όλα τους τα υπάρχοντα και άρματα και με τιμή. Oι ηγέτες των Oθωμανών, που όπως όλοι οι μουσουλμάνοι εκτιμούσαν τη γενναιότητα και που, βεβαίως, δεν ήθελαν να υποστούν δυσανάλογα μεγάλες απώλειες για να ολοκληρώσουν την κατάκτηση της πόλης που ήταν ήδη δική τους, ενώ πιθανόν έκριναν ότι αν χρονοτριβούσαν ακόμη περισσότερο στο σημείο αυτό, δεν θα είχαν το ανάλογο μερίδιο από τη λεηλασία, δέχτηκαν και έτσι οι Kρήτες, συντεταγμένοι και με την υπερηφάνεια εκείνου που δεν ηττήθηκε από υπέρτερους εχθρούς, μπήκαν στα δύο πλοία τους που ήταν αγκυροβολημένα κοντά στα κάστρα και αναχώρησαν για τη Mεγαλόνησο.
Mετά την παράδοση των Kρητών, δεν είχαν μείνει πλέον υπερασπιστές ζωντανοί και ελεύθεροι στην Πόλη. Tο αιώνιο φως είχε σβήσει και μια νέα εποχή ξεκινούσε για την Kωνσταντινούπολη

ΜΠΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ

O Mωάμεθ είχε πλέον κερδίσει τον τίτλο του Πορθητή. H Πόλη ήταν δική του και η αντίσταση είχε παύσει. Kατόρθωσε να εκπληρώσει το πρώτο μέρος του ονείρου του, που ήταν η ανασύσταση της Pωμαϊκής Aυτοκρατορίας σε όλο της το μεγαλείο: η "Nέα Pώμη" ήταν δική του. H μελλοντική απόπειρά του να καταλάβει την ίδια τη Pώμη απέτυχε παταγωδώς, αλλά για την ώρα ήταν θριαμβευτής, κατακτητής και μπορούσε πλέον να σφετεριστεί τον τίτλο "καϊζέρ ι ρουμ", Kαίσαρας των Pωμαίων.
H μοίρα της Πόλης και των κατοίκων της αμέσως μετά την άλωση δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από αυτή που αναμενόταν: κάτω από την ισλαμική παράδοση του πολέμου - την οποία ο Mωάμεθ συνήθως τηρούσε, όπως και τους υπόλοιπους κανόνες που συνιστούσαν το πλαίσιο γύρω από το οποίο διεξάγονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις τον ύστερο Mεσαίωνα - εάν μια πόλη "απίστων" που πολιορκούνταν, καλούνταν να παραδοθεί και δεχόταν, οι κάτοικοί της διατηρούσαν πλήρη θρησκευτική ελευθερία, ενώ και οι περιουσίες τους παρέμεναν στα χέρια τους. H πόλη δεν ήταν υποκείμενη λεηλασίας και τα θρησκευτικά κέντρα των κατακτημένων παρέμεναν στη θέση τους και λειτουργούσαν κανονικά - αν και με κάποιους περιορισμούς που έθετε ο κατακτητής. H μόνη "ποινή" των παραδοθέντων ήταν η πληρωμή κάποιας προσόδου στον κατακτητή, πέρα φυσικά από το ότι θα ήταν πλέον υποτακτικοί του τελευταίου.
Bεβαίως, η Πόλη δεν παραδόθηκε. Oι υπερασπιστές της πολέμησαν γενναία, αψηφώντας τους πολυάριθμους εχθρούς και οι Oθωμανοί χρειάστηκε να πληρώσουν βαρύτατο φόρο αίματος για να καταβάλουν την αντίσταση των τελευταίων Bυζαντινών. Yπό αυτό το πρίσμα και κάτω από τους κανόνες εμπλοκής των μουσουλμάνων, οι στρατιώτες του κατακτητή είχαν πλέον δικαίωμα σε τρεις μέρες λεηλασίας, ενώ όταν αυτή έληγε, όλα τα λατρευτικά κτήρια των υποδούλων μετατρέπονταν σε τζαμιά ή κατεδαφίζονταν. Kατά τα ειωθότα, ο Mωάμεθ, ακόμη κι αν το επιθυμούσε, δεν μπορούσε να απαγορεύσει στους άνδρες του να απολαύσουν τους καρπούς των κόπων τους.
Oταν οι τελευταίοι υπερασπιστές είτε έπεσαν υπό το βάρος των Oθωμανών που εισέρρεαν στην Πόλη από κάθε πιθανό και απίθανο άνοιγμα είτε οχυρώθηκαν στα τελευταία σημεία αντίστασης, οι Tούρκοι επιδόθηκαν σε ένα απίστευτο όργιο λεηλασιών, φόνων και βιασμών. Oι χιλιάδες τακτικών και ιδιαίτερα οι ημιάγριοι βαζιβουζούκοι άτακτοι έσφαζαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους - άνδρα, γυναίκα, παιδί. Oυδείς μπορούσε να ξεφύγει από τη μανία των κατακτητών, που έκοβαν αδιακρίτως κεφάλια, χέρια, πόδια, σε μια τρομερή μανία που προερχόταν από τις ταλαιπωρίες της πολιορκίας και το βαρύ φόρο αίματος που χρειάστηκε να πληρώσουν, αλλά και από το πολύχρονο αίσθημα κατωτερότητας που διακατείχε τους νεόκοπους κατακτητές σε σχέση με τους Bυζαντινούς, οι οποίοι είχαν πίσω τους 3.000 χρόνια ελληνικού πολιτισμού.
Aυτά τα συναισθήματα μετουσιώθηκαν σε σφαγή. Oπως παραδίδεται στο "Aπόδειξις ιστοριών" του Λαόνικου Xαλκοκονδύλη: "... Oι Eλληνες, μόλις διέτρεξε η φήμη πως έπεσε η Πόλη άρχισαν να τρέχουν προς το λιμάνι στα πλοία των Bενετσιάνων και των Γενοβέζων και καθώς ορμούσαν πάνω τους βιαστικά και με ακαταστασία, χάνονταν, γιατί βούλιαζαν τα πλοία. Kαι έγινε εκείνο που συνήθως γίνεται σε τέτοιες καταστάσεις. Mε θόρυβο, φωνές και χωρίς καμιά τάξη, έτρεχαν να σωθεί ο καθένας μέσα σε σύγχυση...
....Eνα μεγάλο πλήθος άνδρες και γυναίκες, που όλο και μεγάλωνε από τους κυνηγημένους, στράφηκε προς τον πιο μεγάλο ναό της Πόλης, που ονομάζεται Aγία Σοφιά. Mαζεύτηκαν εδώ άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Σε λίγο όμως πιάστηκαν από τους Tούρκους, χωρίς αντίσταση. Πολλοί άνδρες σκοτώθηκαν μέσα στο ναό από τους Tούρκους. Aλλοι πάλι σ' άλλα μέρη της Πόλης πήραν τους δρόμους χωρίς να ξέρουν για πού. Σε λίγο σκοτώθηκαν, άλλοι πιάστηκαν και πολλοί όμως φάνηκαν γενναίοι, αντιστάθηκαν και σκοτώθηκαν, για να μη δουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους σκλάβους.
Σε όλη την Πόλη τίποτε άλλο δεν έβλεπες παρά αυτούς που σκότωναν και αυτούς που σκοτώνονταν, αυτούς που κυνηγούσαν και κείνους που έφευγαν."
Mέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό κλαγγών όπλων και ουρλιαχτών, μέσα στα ποτάμια αίματος που πλημμύριζαν τα σπίτια, τις πλατείες και τους δρόμους, μέσα σε αυτό το όργιο της καταστροφής και του πλιάτσικου, ο Mωάμεθ άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι αν άφηνε τους βάρβαρους στρατιώτες του να συνεχίσουν, δεν θα του έμενε τίποτε να κυβερνήσει από την κάποτε υπερήφανη πόλη. Eτσι, σε λιγότερο από 24 ώρες από την πτώση της πόλης, ο σουλτάνος διέταξε την άμεση παύση του πλιάτσικου και έδωσε εντολή στους Γενίτσαρους να σύρουν έξω από την Πόλη όποιον αρνηθεί να υπακούσει τη διαταγή.
Mέσα σε ελάχιστες ώρες η καταστροφή είχε σταματήσει. Tα τελευταία σώματα άτακτων είχαν συρθεί έξω από τα τείχη και όσοι - ελάχιστοι - Eλληνες είχαν επιβιώσει, έβγαιναν σιγά-σιγά από τις εκκλησίες και τις κρυψώνες τους. H συντριπτική πλειονότητα των Eλλήνων είχε είτε σφαγιασθεί είτε σκλαβωθεί - οι περισσότεροι Tούρκοι, μετά την εκτόνωση της αρχικής μανίας τους, άρχισαν να σκέφτονται περισσότερο το κέρδος και λιγότερο τη σφαγή, οπότε τα θύματά τους αιχμαλωτίζονταν για να πωληθούν στη συνέχεια ως σκλάβοι.
Φυσικά, ο ήδη συρρικνωμένος πληθυσμός της πόλης δεν συνιστούσε πλέον ούτε κωμόπολη. Γι' αυτό μία από τις πρώτες κινήσεις του Mωάμεθ αμέσως μετά την ανακήρυξη της Kωνσταντινούπολης ως νέας πρωτεύουσας του Oθωμανικού κράτους ήταν να φέρει πολυάριθμους αποίκους - κυρίως Tούρκους ή εξισλαμισμένους Aνατολίτες, Eλληνες, αλλά και Aρμένιους και Eβραίους - να κατοικήσουν στην αχανή πόλη.
Aμέσως μετά την παύση της σφαγής και την εδραίωση της τάξης στην κατακτημένη πόλη, ο Mωάμεθ εισήλθε επικεφαλής εντυπωσιακής πομπής και προσευχήθηκε στην Aγία Σοφία, τον κύριο χριστιανικό ναό της πόλης, που είχε χτιστεί από τον αυτοκράτορα Iουστινιανό το έτος 532. H Aγία Σοφία θα μετατρεπόταν πλέον σε μουσουλμανικό τέμενος. O κατακτητής δεν φάνηκε ιδιαίτερα γενναιόδωρος με την παλιά αριστοκρατία και τη διοικητική ελίτ του Bυζαντίου. Mέσα σε λίγες μέρες είχε εκτελέσει το σύνολο των επιφανών Bυζαντινών που κατείχαν κάποιο αξίωμα και δεν είχαν φροντίσει να αποχωρήσουν. Aκόμη και ο Mέγας Δούκας Λουκάς Nοταράς, ένας από τους ηγέτες της ανθενωτικής παράταξης και εκείνος που είχε εκφράσει την άποψη ότι ήταν προτιμότεροι οι Tούρκοι παρά η Eνωση, αποκεφαλίσθηκε - σύμφωνα με κάποιες πηγές εξαιτίας των αντιρρήσεων που εξέφρασε όταν ο Mωάμεθ του ανακοίνωσε την απόφασή του να πάρει το γιο του ως "προστατευόμενό" του. Mάλιστα ζήτησε από τον Mωάμεθ να σκοτώσει τα παιδιά του και μετά ν' αποκεφαλίσει τον ίδιο, έτσι ώστε να πεθάνει βέβαιος πως τα παιδιά του είναι νεκρά.

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΗΜΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ, ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΗΣ 28ης ΜΑΪΟΥ 1453

Του Παντελή Καρύκα
Συγγραφέα hellasforce.com


«Ο βασιλεύς διά λέξων ευγλώττων, ας αναγράφει και ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος, υπέμνησε πρώτον τους ακροατάς ότι άριστα εγίνωσκον πάντες, ότι είχεν επιστή η εσχάτη ώρα, ότι ο άγριος πολέμιος της υπάρξεως αυτών και της πίστεως ο από μακρού ήδη πολιορκών την βασιλεύουσαν, νομίζων ότι είναι κύριος αυτής, παρεσκευάζετο να καταφέρεη κατ’αυτής μετά τινας στιγμάς τα τελευταία πλήγματα, ίνα ει δυνατόν, ως όφις τον ιόν εκχύση και ως λέων ανήμερος καταπίη ημάς. Διά τούτο λέγω και παρακαλώ υμάς ίνα στήτε ανδρείως και μετά γεννίας ψυχήςμ ως πάντοτε έως του νύν εποιήσατε, κατά των εχθρών της πίστεως ημών.
Παραδίδω δε εις υμάς την εκλαμπροτάτη και περίφημον ταύτην πόλιν και πατρίδα ημών και βασιλεύουσαν των πόλεων. Καλώς λοιπόν γινώσκετε, αδελφοί, ότι διά τέσσερα τινα οφείλωμεν κοινώς πάντες να προτιμήσωμεν τον θάνατον μάλλον ή την ζωήν, πρώτον μεν υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον δε υπέρ της πατρίδος, τρίτον δε υπέρ του βασιλέως ως χριστού του Κυρίου και τέταρτον υπέρ συγγενών και φίλων.
Αν ο Θεός διά τα εμά πλημμελήματα παραχωρήσει την νίκην εις τους ασεβείς, θα κινδυνεύσωμεν υπέρ της πίστεως ημών της αγίας, ην εδωρήσατο εις ημάς ο Χριστός διά του οικείου αίματος. Τούτο είνε καφαλαωδέστατον πάντων, διότι έαν τον κόσμον όλον κερδήση τις και την ψυχήν ζημιωθή, τι το όφελος ;
Δεύτερον θα στερηθώμεν πατρίδα ούτω περίφημον και την ελευθερίαν ημών, τρίτον θα απολέσωμεν βασιλείαν πότε μεν περίφανη, νύν δε τεταπεινωμένην και ωνειδισμένην και εξουθενημένην, ήτις ήθελε γείνει κτήμα του τυράννου και ασεβούς. Τέταρτον δε θα στερηθώμεν και των φιλτάτων τέκνων, συμβίων και συγγενών. Πεντήκοντα και επτά ημέραι παρήλθον ήδη αφ’ ότου ο αλιτήριος σουλτάνος ελθών απέκλεισεν ημάς και μετά πάσης μηχανής και δυνάμεως δεν έπαυσε πολιορκών ημάς καθ ημέραν τε και νύκτα.
Χάριτι δε του παντεπότου Χριστού του Κυρίου ημών πολλάκις μέχρις του νύν απεπέμφθη από των τειχών μετ’ αισχύνης.
Τώρα δε πάλιν, αδελφοί, μη δειλιάσετε, εάν έχη πέσει ολίγον μόνον μέρος των τειχών εκ των κρότων και των πληγμάτων των πυροβόλων, διότι ως υμείς βλέπετε, κατά το δυνατόν διωρθώσαμεν πάλιν αυτό. Ημείς πάσαν την ελπίδα εις την άμαχον δόξαν του Θεού αναθέμεθα.
Εκείνοι έχουσιν τας ελπίδας αυτών εις άρματα και ίππους και δύναμιν και πλήθος, ημείς δε στηρίζομεν την πεποίθησιν ημών εις το όνομα του Κυρίου του Θεού και Σωτήρος ημών, δεύτερον δε και εις τας ημετέρας χείρς και την ρωμαλεότητα, ήν εδωρήσατο εις ημάς η θεία δύναμις. Γνωρίζω δε, ότι η μυριαρίθμητος αγέλη των ασεβών, καθώς η αυτών συνήθεια, θα έλεθει εναντίον ημών μετά βαναύσου και επηρμένης οφρύος και θρήνου πολλού και βίας, ίνα διά την ολιγότητα ημών θλίψωσι και εκ του κόπου στενοχωρήσωσι και μετά φωνών μεγάλων και αλαλαγμών αναριθμήτων ίνα φοβίσωσι.
Τας τοιαύτας αυτών φλυαρίας καλώς γινώσκετε…Δεν έχω καιρόν να είπω εις υμάς περισσότερα. Μόνον το τεταπεινωμένον ημέτερον σκήπτρον εις τας υμών χείρας αναθέτω, ίνα φυλάξητε αυτό μετ’ ευνοίας. Παρακαλώ δε και τούτο και δέομαι της υμετέρας αγάπης, ίνα δώσητε την πρέπουσα τιμή και υποταγήν εις τους ημετέρους στρατηγούς και δημάρχους και εκατοντάρχας, έκαστος κατά την τάξιν αυτού και το τάγμα και την υπηρεσίαν. Γνωρίσατε λοιπόν τούτο. Και εάν εκ καρδίας φυλάξητε τα όσα ενετειλάμην υμίν, ελπίζω εις τον Θεόν, ότι θα λυτρωθώμεν ημείς της ενεστώσης αυτού δικαίας απειλής. Δεύτερον δε και ο στέφανος ο αδαμάντινος εν ουρανοίς εναπόκειται ημίν, και μνήμην αιώνιος και άξιος εν τω κόσμω έσεται».

Πηγή : Gustave Schlumberger, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Εκδόσεις Δημιουργία, Αθήνα 1996.

OLYMPIA
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ THOMAS CARLYLE

Γράφει ο Γιώργος Δημητρούλιας
Εκδότης «το Αντίδοτο», τέως δημοτικός σύμβουλος Καλαμάτας

«Η ιδέα του Καρλάιλ για τον πολιτισμό έχει μια καλλιτεχνική καθώς και μια θρησκευτική συνιστώσα, αλλά αυτό δεν υπονοεί καμμιά διάσπαση ή αντίφαση, διότι εδώ το θρησκευτικό υπόκειται όσο και το καλλιτεχνικό στο αισθητικό. […] Τόσο η τέχνη όσο και η αισθητικοποιημένη θρησκεία ενσαρκώνουν το υψηλότερο, το εκλεκτό, το πνευματικό, το αιώνιο στην αντίθεσή του προς τη χυδαιότητα, τη ρηχή εγκοσμιολατρία και την φθαρτότητα των λαϊκών αξιών και του υλιστικού τρόπου σκέψης του παρόντος. Προπάντων η θρησκεία δεν αναφέρεται σε ορισμένα δόγματα και τελετουργίες αλλά είναι η τρεφόμενη από ουράνιες πηγές στάση του πνεύματος που αρνείται να σκοτωθεί από τη φιλοκέρδεια και άλλες καπιταλιστικές αμαρτίες».
Παναγιώτης Κονδύλης, «Συντηρητισμός».

Τα εξήντα τέσσερα χρόνια της βασιλείας της Βικτωρίας (1837 – 1901) αποτελούν μια λαμπρή περίοδο στην ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας. Τόσο στην πολιτική και στην οικονομική ανάπτυξη, όσο και στα γράμματα και στις επιστήμες, η Βικτωριανή εποχή παραλληλίζεται με την εποχή της άλλης ένδοξης βασίλισσας  Ελισάβετ (1558 – 1603). Μόνο που τώρα δεν πρωταγωνιστούσε ο μονάρχης και ο κύκλος του, αλλά η μέση αστική τάξη και σε μικρότερο βαθμό, τα υπολείμματα της φεουδαρχικής αριστοκρατίας.

Η ανάπτυξη της Μεγάλης Βρετανίας από το 1837 ως το 1901 είναι διπλή: από τη μια μεριά επεκτείνονται και οργανώνονται οι κτήσεις και οι αποικίες της κι από την άλλη, συνεχίζεται με επιτυχία η προοδευτική πολιτική στα εσωτερικά ζητήματα της χώρας.

Οι τέσσερις Κτήσεις – Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία και Νοτιοαφρικανική Ένωση – χώρες αραιά κατοικημένες και πηγές πρώτων υλών, αφού εξασφάλισαν την ελευθερία τους, έγιναν οι πιο πιστοί σύμμαχοι της Μεγάλης Βρετανίας, όχι μόνο γιατί κατοικούνται κυρίως από Άγγλους, αλλά και από βαθιά επίγνωση των συμφερόντων τους. Όπως η Αγγλία έχει ανάγκη από τα αγροτικά προϊόντα των Κτήσεων, έτσι και οι Κτήσεις χρειάζονται τις αγγλικές αγορές και βασίζονται στη δύναμη του αγγλικού στόλου για την διατήρηση της ανεξαρτησίας τους. Γι’ αυτόν τον λόγο η Βρετανική Αυτοκρατορία απετέλεσε μιαν αρμονική οικογένεια λαών, που τους ενώνουν κοινός πολιτισμός και κοινά συμφέροντα.

Ωστόσο η επέκταση της Αυτοκρατορίας δεν έγινε παντού ειρηνικά.  Η κατάσταση στην Ινδία κατέστη πολύπλοκη μέχρι να αναγορευτεί η Βικτώρια αυτοκράτειρα των Ινδιών το 1877 και ο ανταγωνισμός με την Ρωσία  οδήγησε στον Κριμαϊκό πόλεμο (1854-1856).  Για να στερεωθούν οι βάσεις της αυτοκρατορίας έγιναν και μερικοί ακόμα πόλεμοι, άλλοι μικροί και άλλοι μεγάλοι. Στην Κίνα (1855, 1860, 1900), στην Αβυσσινία (1867), στην Ακτή του Χρυσού (1873), πάλι στο Αφγανιστάν (1879-80), στην χώρα των Ζουλού και των Μπόερς (1879-81), στο Σουδάν (1884-85 και 1889) και στην Αφρική με τους Μπόερς (1899).

Παράλληλα με την αυτοκρατορική ανάπτυξη εξακολούθησε και η εσωτερική οργάνωση της χώρας.  Στο πεδίο της πολιτικής, μεγάλοι σταθμοί είναι η καθιέρωση του φόρου εισοδήματος (1842) και η επέκταση του δικαιώματος ψήφου στους φτωχότερους πολίτες (1867) και στους ακτήμονες (1885).
Εξακολουθεί ο αναβρασμός της Βιομηχανικής Επανάστασης και η σοσιαλιστική κίνηση του Όουεν εξελίσσεται τώρα προς τον επιστημονικό κομμουνισμό του Κάρλ Μάρξ που στο 1867, από την Αγγλία, που είχε βρει άσυλο και εξέδωσε το «Κεφάλαιο». Οι Άγγλοι εργάτες οργανώνονται σε εργατικά σωματεία αποκτώντας ταξική συνείδηση και αγωνίζονταν για τα δικαιώματά τους  και τέλος συγκροτούν το Εργατικό Κόμμα που θα πάρει την εξουσία για πρώτη φορά το 1923.

Στο πεδίο της επιστήμης η Αγγλία παίζει και εδώ πρωτεύοντα ρόλο. Η εφεύρεση του ηλεκτρικού φωτός, ο τηλέγραφος, το τηλέφωνο, η διάδοση των βαποριών και των τρένων καθώς και η οργάνωση των ταχυδρομείων, το άνοιγμα της διώρυγας του Σουέζ (1869), η χρήση των αναισθητικών και αντισηπτικών στην ιατρική, η πρόοδος της μικροβιολογίας, καλυτέρευσαν αισθητά την ζωή του ανθρώπου. Στα πανεπιστήμια η παλιά παράδοση του σχολαστικισμού παραχώρησε την θέση της σε νέα πνευματικά ρεύματα: ορθολογισμός, δαρβινισμός, θεωρία της κοινωνικής εξελίξεως, ωφελιμισμός, υλισμός, κομμουνισμός, ηρωολατρεία, σκεπτικισμός, τεχνοκρατία. Από πολλές απόψεις ο δέκατος ένατος αιώνας παρουσιάζει ένα πνευματικό αναβρασμό πρωτοφανέρωτο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Γι’ αυτόν τον λόγο οι τελευταίες δεκαετηρίδες του, όπως και οι αρχές του εικοστού, χαρακτηρίστηκαν από πολλούς έμπειρους παρατηρητές ως εποχή «μεταβατική».

Η αστική τάξη, νωθρή από την καλοπέραση και την ησυχία, ζητούσε παντού το βαρύ και το συγκρατημένο. Έφτιασε βαριά καρυδένια έπιπλα, έστρωσε χοντρά χαλιά στα σαλόνια της, φόρεσε στενούς κορσέδες και κολλαρισμένα φουστάνια και κατέστρωσε τον κώδικα της εθιμοτυπίας και της αξιοπρέπειας. Και στην κορυφή της συντηρητικής και σεμνότυφης αυτής κοινωνίας στεκότανε η βασίλισσα, τύπος και υπογραμμός της πανευρωπαϊκής μπουρζουαζίας, κι έδινε το παράδειγμα σε όλα.

Αλλά οι διανοούμενοι που έβλεπαν με μάτι ανήσυχο την βιομηχανοποίηση της χώρας και την αύξηση της φτώχειας, σα να ερεθίζονταν από την μακαριότητα της αστικής κοινωνίας κι έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου. Διακήρυτταν πως οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις δεν ήταν αρκετές και δεν μπορούσαν να προλάβουν την αυξανόμενη κρισιμότητα των καιρών. 

Ο πιο αντιπροσωπευτικός  συγγραφέας της κρίσιμης αυτής εποχής είναι ο Thomas Carlyle, που με την δυνατή του πένα ξύπνησε τις συνειδήσεις και διέδωσε στην αστική τάξη το αίσθημα της σοβαρότητας των στιγμών που περνούσε η Αγγλία. Ο Καρλάιλ είναι ο πρώτος μεγάλος λόγιος που έστρεψε την λογοτεχνία στο έργο της κατανοήσεως, της κριτικής και της βελτιώσεως της πρώτης βιομηχανικής χώρας του κόσμου.

Καταγόταν από φτωχή αγροτική οικογένεια της Σκωτίας. Γεννήθηκε το 1795 στο Ecclefechan, μικρό χωριό, κοντά στην ηρωική μεθόριο. Από το 1826, που παντρεύτηκε, ως το 1834 έζησε ζωή αποτραβηγμένη, στο ερημικό κτήμα της γυναίκας του όχι πολύ μακριά από τον τόπο που γεννήθηκε. Το 1834 μετακόμισε στο Λονδίνο, στο Chelsea, όπου έζησε πολύ φτωχικά αλλά το σπίτι του ήταν το κέντρο των Άγγλων διανοουμένων ως τον θάνατό του, το 1881.

Η κακή υγεία του Καρλάιλ (υπέφερε σ’ όλη του την ζωή από το στομάχι του) τον έκανε δύστροπο, νευρικό και δυσαρεστημένο.  Και ο χαρακτήρας του καθρεφτίζεται στα έργα του, επαναστατικά και απαισιόδοξα, και στο ύφος του που είναι βίαιο, σπασμωδικό, ανώμαλο, συγκεκομμένο, σαν τσεκουριές και σαν ξεφωνητά, γεμάτο θαυμαστικά και επιφωνήματα, ξένο προς την ομαλότητα της αγγλικής γλώσσας.

Το λογοτεχνικό έργο του Καρλάιλ αρχίζει με μια πολύ καλή μετάφραση του Wilhelm Meister του Γκαίτε (1827) και με διάφορα δοκίμια για τους μεγάλους Γερμανούς συγγραφείς.  Αλλά το πρώτο του σπουδαίο δημιούργημα είναι ο Sartor Resartus (ο Ράφτης Ξαναντυμένος) που βγήκε στο Frazer’s Magazine το 1833-4. Τα «ρούχα» για τον φιλόσοφο Καρλάιλ είναι τα σύμβολα των θεσμών, των τύπων, των ονομάτων, των δογμάτων, και της κοινωνικής οργανώσεως και αποτελούν την εξωτερική μορφή της πραγματικότητας. Τα ρούχα είναι επίσης όλα τα φαινόμενα, ο χώρος, ο χρόνος, η ύλη που σχηματίζουν την ενδυμασία της πνευματικής αλήθειας. Στο βιβλίο τούτο ο Καρλάιλ ξεσχίζει τα παλιά ρούχα, που έπρεπε προ καιρού να αχρηστευθούν. Συγχρόνως διακηρύττει το δόγμα ότι ο άνθρωπος και το σύμπαν είναι «πρόσκαιρα ρούχα του αιωνίου πνεύματος». Όλη η φιλοσοφική σκέψη του Καρλάιλ καταλήγει στην διαπίστωση ότι το άτομο είναι μέρος της αιώνιας πραγματικότητας και η δράση του έχει σημασία, γιατί έχει την θέση της και την αξία της μέσα στο σύμπαν και στην ιστορία.

Η Ιστορία της Γαλλικής Επαναστάσεως είναι το δεύτερο μεγάλο έργο του Καρλάιλ στο οποίο ο σοφός συγγραφέας παρουσιάζει τις συγκρουόμενες δυνάμεις που κινούνται σε μιαν από τις δραματικότερες στιγμές της ανθρώπινης ιστορίας. Διάσημος τώρα σε όλη την Αγγλία έκανε μια σειρά από διαλέξεις, που τις καλύτερές τους τις τύπωσε σε βιβλίο με τον τίτλο Οι Ήρωες, Ηρωολατρεία και το Ηρωικό Στοιχείο στην Ιστορία. Ο φιλόσοφος εξακολουθεί και εδώ να πιστεύει ότι η ιστορία φτιάχνεται από τους μεγάλους ηγέτες.

Στα έργα του ο Καρλάιλ επαναλαμβάνει το γνωστό κήρυγμα της ριζικής αλλαγής της κοινωνίας.  Ενώ ζητεί το γκρέμισμα των παλιών, απορρίπτει τις σύγχρονές του μεταρρυθμιστικές θεωρίες ως ανεπαρκείς. Τα κακά της Βιομηχανικής Επαναστάσεως, από τα οποία το χειρότερο  – κατά την γνώμη του – είναι ο χωρισμός της κοινωνίας σε δύο εχθρικές παρατάξεις, μπορούν να διορθωθούν μόνο με την εμφάνιση μιας πανίσχυρης και δίκαιης κυβερνητικής ομάδας. Ο κοινοβουλευτισμός, με τα ημίμετρα και τις καθυστερήσεις, κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό, γιατί παραδέχονται μια άδικη κατάσταση και την διαιωνίζουν.  Η στάση του αυτή εξηγείται από δύο παράγοντες. Πρώτον, ένοιωθε βαθιά την αθλιότητα της εργατιάς και, δεύτερον, καταλάβαινε πως ο κοινοβουλευτισμός και τα πολιτικά δόγματα της εποχής του δεν χτυπούσαν το κακό στην ρίζα του. Έτσι το πολιτικό του πρόγραμμα ήταν στις γενικές του γραμμές: κατάργηση των περιορισμών στην εισαγωγή των σιτηρών (πράγμα που έγινε το 1846), οργανωμένη μετανάστευση, εκλαΐκευση της παιδείας, μοίρασμα των κερδών μεταξύ του εργάτη και του εργοδότη, κατάργηση του οικονομικού φιλελευθερισμού, οργάνωση της εργασίας, διευθυνομένη  οικονομία, κρατικός παρεμβατισμός σε όλα.

Σε αυτό το έργο ο Καρλάιλ αποπειράται να αποδείξει και να εξάρει την, παραγνωρισμένη από τους περισσότερους, αλήθεια ότι η μεγάλη ανώνυμη μάζα δεν παίζει από μόνη της καθοριστικό ρόλο στην πρόοδο της ανθρωπότητας, την οποία πνευματικά και ηθικά καθορίζουν και ρυθμίζουν λίγα προνομιούχα πνεύματα, που δίνουν σάρκα και οστά στην ψυχή των μαζών υποσυνείδητα. Αυτά τα προνομιούχα πνεύματα που κατευθύνουν  τις τύχες των λαών, αποτελούν την ενσάρκωση των ιδεών του λαού, συμπυκνώνουν τις σκέψεις του, είναι η συνισταμένη των πνευματικών και ηθικών του δυνάμεων,  είναι κατά τον Καρλάιλ οι Ήρωες, οι οποίοι εμφανίζονται με διάφορες μορφές: άλλοτε σαν θεοί, σαν προφήτες, σαν ποιητές, σαν μεταρρυθμιστές, σαν πολιτικοί και στρατηλάτες.

Το έργο «ΟΙ ΗΡΩΕΣ» μεταφρασμένο στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «το Αντίδοτο».


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΝΗΣ

Του Άγγελου Συρίγου
Καθηγητή του Διεθνούς Δικαίου και της Εξωτερικής Πολιτικής,Τμήμα Διεθνών Σχέσεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο
 
Με τη συνθήκη της Λωζάννης το 1923 αποφασίσθηκε η διανομή της γεωγραφικής περιοχής της
Θράκης ανάμεσα σε τρείς χώρες:
• στην Τουρκία που έχει το ανατολικό τμήμα (23.764 τ.χλμ) και τη μεγαλύτερη πόλη της περιοχής, την Κωνσταντινούπολη,
• στη Βουλγαρία που έχει το βόρειο τμήμα και
• στην Ελλάδα που έχει το νοτιο-δυτικό τμήμα που είναι και το μικρότερο (8.580 τ.χλμ).
Η συγκεκριμένη διανομή αντικατόπτριζε τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις της περιόδου μεταξύ 1912-1923.
Η συνοριακή γραμμή μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας στη Θράκη εκτείνεται σε μήκος 203 χιλιομέτρων. Στο μεγαλύτερο τμήμα του ταυτίζεται με τον ρου των ποταμών Άρδα και Έβρου,εκτός από μία έκταση έντεκα χιλιομέτρων στο ύψος της Αδριανουπόλεως όπου το σύνορο μετατοπίζεται δυτικά του ποταμού. Αποτελεί το μοναδικό χερσαίο σύνορο μεταξύ των δύο κρατών.
Υπήρξε αντικείμενο έντονων διαπραγματεύσεων κατά τη διάρκεια της συνδιασκέψεως της Λωζάννης διότι σχετιζόταν με το ευρύτερο εδαφικό καθεστώς της δυτικής Θράκης. Μετά τη χάραξή της μεθορίου το 1926 συνέχισε να δημιουργεί κατά καιρούς προβλήματα που σχετίζονταν κυρίως με την μετατόπιση της κοίτης του ποταμού.

1. Το ελληνοτουρκικό σύνορο στη συνδιάσκεψη της Λωζάννης

Στα Μουδανιά τον Οκτώβριο του 1922 αποφασίσθηκε η σύγκληση συνδιασκέψεως ειρήνης για την
ελβετική πόλη της Λωζάννης. Η συνδιάσκεψη, που ξεκίνησε τις εργασίες την 7/20 Νοεμβρίου
1922, ήταν το τελευταίο κεφάλαιο της διαδικασίας ειρηνεύσεως που συνδεόταν με τις ανακατατάξεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ακριβώς τέσσερα χρόνια μετά την ταπεινωτική για την Οθωμανική Αυτοκρατορία ανακωχή του Μούδρου, η νέα εθνικιστική Τουρκία, επαναδιαπραγματευόταν τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών από θέσεως στρατιωτικής ισχύος.

Το εδαφικό ζήτημα μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ήταν το πρώτο που απασχόλησε τη Συνδιάσκεψη. Τα πράγματα ήσαν ουσιαστικά προκαθορισμένα ως προς τις περιοχές της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης λόγω της ήττας του ελληνικού στρατού, της βίαιης εξόδου εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων και της Συμβάσεως Ανακωχής των Μουδανιών. Η τουρκική αντιπροσωπεία έθεσε όμως θέμα για το καθεστώς της Δυτικής Θράκης.
 
α. Το τουρκικό “Εθνικό Σύμφωνο” και η δυτική Θράκη

Πιο συγκεκριμένα, καθ’ όλη τη διάρκεια της Συνδιασκέψεως η τουρκική αντιπροσωπεία είχε ως σταθερό σημείο αναφοράς το λεγόμενο «Εθνικό Συμβόλαιο» (Misak-ı Millî) που είχε υιοθετηθεί το 1920 από το τελευταίο οθωμανικό κοινοβούλιο. Στο «Εθνικό Συμβόλαιο» περιλαμβάνονταν όλες οι διεκδικήσεις του αναδυόμενου εθνικιστικού κινήματος της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το Εθνικό Συμβόλαιο ήταν ένα κείμενο ρεαλιστικό. Δεν διεκδικούντο ούτε οι αραβικές περιοχές ούτε οι περιοχές των Βαλκανίων. Οι άμεσες τουρκικές διεκδικήσεις εξαντλούνταν αποκλειστικώς στα εδάφη που ελέγχονταν από τον οθωμανικό στρατό κατά την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου, αμέσως μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό περιελάμβανε και την περιοχή της ανατολικής Θράκης μαζί με την Αδριανούπολη.

Οι περιοχές εκτός των ορίων της ανακωχής θα μπορούσαν να περιληφθούν στο τουρκικό κράτος
μόνον εάν ο ντόπιος πληθυσμός εξεδήλωνε σχετική επιθυμία κατόπιν δημοψηφίσματος. Ως τέτοιες
περιοχές αναφέρονταν οι αραβικές περιοχές, το Κάρς, το Αρνταχάν και το Αρτβίν (στα σημερινά
σύνορα Τουρκίας με Αρμενία και Γεωργία) και η δυτική Θράκη. Ειδικότερα, στο σημείο 3 του
Εθνικού Συμβολαίου αναφερόταν ότι: «Το νομικό καθεστώς της Δυτικής Θράκης που πρόκειται να
καθορισθεί με τη συνθήκη Ειρήνης, θα αποφασισθεί από την ελεύθερη ψήφο των κατοίκων της» [δηλ.με δημοψήφισμα].

Κινούμενη εντός του πλαισίου που όριζε το Εθνικό Συμβόλαιο, η τουρκική αντιπροσωπεία διεκδίκησε μετ’ επιτάσεως τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος ανάμεσα στους κατοίκους της περιοχής για το τελικό καθεστώς της Δυτικής Θράκης, δηλαδή της περιοχής ανάμεσα στους ποταμούς Έβρο και Νέστο. Ο λόγος της τουρκικής επιμονής οφειλόταν στο ότι πριν το 1922 το οθωμανικό στοιχείο υπερτερούσε του ελληνικού στη δυτική Θράκη εν αντιθέσει προς την ανατολική Θράκη όπου οι Έλληνες είχαν σχετική πλειοψηφία. Τα επιχειρήματα του αρχηγού της τουρκικής αντιπροσωπείας, Ισμέτ Πασά ήταν ότι το δημοψήφισμα (και η προσκύρωση της δυτικής Θράκης στην Τουρκία) ήταν απαιραίτητο για την ασφάλεια των μουσουλμάνων κατοίκων της περιοχής και την άμυνα της ανατολικής Θράκης

β. Η απόρριψη των τουρκικών διεκδικήσεων δυτικά του Έβρου
 
Πέραν του δημοψηφίσματος, η τουρκική πλευρά ζήτησε την επαναφορά στα σύνορα του 1913 που
είχαν χαραχθεί στη Θράκη μετά το τέλος του Β’ Βαλκανικού Πολέμου με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (1/14 Οκτωβρίου 1913). Με βάση τα σύνορα του 1913 η Τουρκία διεκδικούσε περιοχές που βρίσκονταν δυτικά του Έβρου και πιο συγκεκριμένα την περιοχή του Κάραγατς (Ορεστιάδα) και του Διδυμοτείχου. Με αυτό τον τρόπο θα αποκτούσε και τον έλεγχο της σιδηροδρομικής γραμμής μεταξύ Κάραγατς και Πυθίου (Κιουρελί-Μπουργκάς). Πρόβλημα στους τουρκικούς σχεδιασμούς αποτελούσε το γεγονός ότι η ίδια η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε αποδεχθεί με συνθήκες την εκχώρηση της δυτικής Θράκης το 1913 και των συγκεκριμένων παραποτάμιων περιοχών το 1915.

Η ελληνική πλευρά δια του Ελευθερίου Βενιζέλου επεσήμανε ότι αντικείμενο της συνδιασκέψεως στη Λωζάννη ήταν η επαναδιαπραγμάτευση της συνθήκης των Σεβρών και όχι προηγούμενες συνθήκες. Αντιστοίχως, η αποδοχή της εκκενώσεως της ανατολικής Θράκης χωρίς σοβαρές αντιδράσεις εκ μέρους της Ελλάδος έγινε με την πεποίθηση ότι οι Σύμμαχοι δεν θα απαιτούσαν νέες παραχωρήσεις εδαφών. Τέλος, η εθνολογική σύσταση της δυτικής Θράκης είχε ριζικά αλλάξει υπέρ της Ελλάδος μετά την είσοδο εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από την Ανατοική Θράκη.1

Οι τουρκικές προτάσεις δεν έγιναν δεκτές στη συνδιάσκεψη από τους Συμμάχους, περιλαμβανόμενης της Ρουμανίας και του Σερβο-κροατο-σλοβενικού κράτους. Τα βασικά επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν ήσαν ότι

• η Δυτική Θράκη είχε ήδη περιέλθει στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία με το άρθρο 48 της συνθήκης του Νεϊγύ το 1919,
• η τουρκική πλευρά δεν είχε προηγουμένως εγείρει διεκδικήσεις εδαφών στη δυτική πλευρά του Έβρου και
• η επίλυση εδαφικών ζητημάτων των δύο χωρών μέσω δημοψηφισμάτων δεν είχε υιοθετηθεί σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις.
 
Μετά από αυτή την εξέλιξη, η Τουρκία στις 22 Ιανουαρίου/4 Φεβρουαρίου 1923 υπαναχώρησε από τις απαιτήσεις της για τη δυτική όχθη του Έβρου. Εξαίρεση απετέλεσε μία μικρή εδαφική περιοχή στο Κάραγατς (Ορεστιάδα) στη δυτική πλευρά του ποταμού.
 
γ. Οι πολεμικές αποζημιώσεις και το Κάραγατς

Πιο συγκεκριμένα, με το Πρωτόκολλον περί του Κάραγατς ως και των νήσων Ίμβρου και Τενέδου
επιβλήθηκε η τουρκική κυριαρχία σε τρεις αυτές περιοχές που κατοικούνταν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από Έλληνες. Το Κάραγατς (Ορεστιάδα) βρίσκεται στη δυτική όχθη του ποταμού Έβρου. Το 1922 ήταν προάστιο της Αδριανουπόλεως με περίπου 5.000 κατοίκους, όλους Έλληνες, η οποία βρίσκεται στην ανατολική όχθη του ποταμού. Την εποχή εκείνη το Κάραγατς είχε ιδιαίτερη σημασία διότι εκεί βρισκόταν ο σιδηροδρομικός σταθμός της Αδριανουπόλεως.2 Οι ελληνικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές της Αδριανουπόλεως που είχαν φύγει από την Αδριανούπολη ανατολικά του ποταμού Έβρου, είχαν μετεγκατασταθεί στο Κάραγατς μαζί με πλήθος προσφύγων.
Στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης το θέμα του Κάραγατς συνδέθηκε με αυτό των πολεμικών αποζημιώσεων. Η εμπειρία από προηγούμενες πολεμικές αποζημιώσεις, ιδίως της Γερμανίας
σύμφωνα με τη συνθήκη των Βερσαλλιών, έδειχνε ότι τα οφειλόμενα ποσά μπορούσαν να είναι εξοντωτικά για ένα κράτος. Πριν τη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης η Τουρκία εμφανιζόταν να διεκδικεί από την Ελλάδα ποσόν 4 δισεκατομμυρίων χρυσών φράγκων και το ήμισυ του στόλου. Η Ελλάδα ήταν σε αυτό το θέμα πρακτικώς μόνη της. Οι τρεις Σύμμαχοι είχαν συμφωνήσει με την Τουρκία να παραιτηθούν αμοιβαίως από τις απαιτήσεις που είχε η κάθε πλευρά. Κατά τη Συνδιάσκεψη ο Ισμέτ Πασάς επέμεινε στην καταβολή αποζημιώσεων για τις ζημιές που είχαν προκληθεί κατά τη διάρκεια της ελληνικής κατοχής στη Μικρά Ασία. Ο Βενιζέλος διευκρίνησε ότι η οικονομική κατάσταση της Ελλάδος δεν επέτρεπε την καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Το θέμα της καταβολής αποζημιώσεως παρέμεινε εκκρεμές και στη δεύτερη φάση της Συνδιασκέψεως.

Τον Μάιο του 1923 η εκκρεμότητα με τις απαιτήσεις περί ελληνικής αποζημιώσεως συνεχιζόταν. Η ελληνική πλευρά έδειξε την απόφασή της να αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις, να καταγγείλει τη Σύμβαση Ανακωχής των Μουδανιών και να ξαναρχίσει τις εχθροπραξίες. Η ελληνική Στρατιά του Έβρου απετέλεσε σοβαρό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα για την ελληνικήπλευρά. Σε εκείνη την κρίσιμη φάση των διαπραγματεύσεων, η βρετανική πλευρά πρότεινε να παραιτηθεί η Τουρκία της καταβολής αποζημιώσεως εφ’ όσον η Ελλάδα της παραχωρούσε το Κάραγατς.
 
Μέχρι τότε η ελληνική πλευρά ζητούσε να αποτελέσει ο Έβρος το σύνορο μεταξύ των δύο χωρών. Λόγω της διαδρομής της σιδηροδρομικής γραμμής είχε επίσης προτείνει να υπάρξει ένα ακραίος τουρκικός σιδηροδρομικός σταθμός στη δυτική όχθη του Έβρου (όχι το Κάραγατς) που θα ήταν τουρκικός.
 
Την 26 Μαΐου 1923 ο Ισμέτ Πασάς δήλωσε ότι, εάν η Ελλάδα αναγνώριζε επισήμως ότι έπρεπε να επανορθώσει τις ζημιές που είχαν γίνει από τον ελληνικό στρατό στη Μικρά Ασία, η Τουρκία θα δήλωνε την παραίτησή της από τις απαιτήσεις της, ενώ παράλληλα το Κάραγατς θα περνούσε υπό τουρκική κυριαρχία. 3 Η Τουρκία ενδιαφερόταν για λόγους οικονομικούς (λόγω της υπάρχουσας σιδηροδρομικής γραμμής), στρατηγικούς (για την άμυνα της Αδριανουπόλεως) να κατέχει το Κάραγατς.
 
Ο Βενιζέλος αποδέχθηκε την τουρκική πρόταση παρά την έντονη ελληνική εσωτερική πίεση και τις προσπάθειες του Στρατηγού Πάγκαλου να ανατρέψει τη συμφωνία. Τέσσερις ημέρες αργότερα, την 31 Μαΐου 1923 μονογραφήθηκε η σχετική συμφωνία για την παραχώρηση του λεγομένου τριγώνου του Κάραγατς καθώς και δύο άλλων χωριών που βρίσκονταν σε άμεση γειτνίαση, της Μπόσνας (Βοσνοχώρι) και του Ντερμεντές. Η συνολική έκταση των εχωρηεισών περιοχών ήταν 23 τετραγωνικα χλμ. Η λήξη του θέματος της αποζημιώσεως, έστω και με αυτό το βαρύ τίμημα, θεωρήθηκε διπλωματική επιτυχία για τον Βενιζέλο.
 
Στη Συνθήκη περί Ειρήνης της Λωζάνης, η Ελλάδα αναγνώρισε τη υποχρέωσή της να επανορθώσει τις ζημιές που είχε προκαλέσει ο ελληνικός στρατός στην Ανατολία. Η τουρκική πλευρά αντιστοίχως αναγνώρισε την κακή οικονομική κατάσταση της Ελλάδος και παραιτήθηκε από κάθε απαίτηση κατά της Ελλάδος.4 Παράλληλα με το Πρωτόκολλο περί του Κάραγατς της Ίμβρου και της Τενέδου μεταβιβάσθηκε η κυριαρχία αυτών των περιοχών στην Τουρκία. Οι κάτοικοι του Κάραγατς μαζί με πρόσφυγες από την υπόλοιπη Αδριανούπολη έφτιαξαν 18 χλμ νοτιότερα την πόλη της Νέας Ορεστιάδας.
 
δ. Η Στρατιά του Έβρου

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων στη Λωζάννη, το βασικό όπλο πιέσεως της αδιάλλακτης
τουρκικής αντιπροσωπείας ήταν η απειλή επανενάρξεως του ελληνοτουρκικού πολέμου με θέατρο
επιχειρήσεων, αυτή τη φορά, την ανατολική Θράκη. Η επαναστατική επιτροπή που είχε αναλάβει
την εξουσία στην Ελλάδα, και κυρίως ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος, είχαν αναδιοργανώσει
μεταξύ Δεκεμβρίου 1922 και Απριλίου 1923 τη στρατιά του Έβρου που αποτελείτο από τουλάχιστον 100.000 άνδρες. Στην απέναντι πλευρά υπήρχαν 45.000-50.000 άνδρες της τουρκικής χωροφυλακής χωρίς ισχυρή δύναμη πυρός. Ήταν η μόνη τουρκική στρατιωτική δύναμη στην ανατολική Θράκη, διότι οι σύμμαχοι δεν είχαν επιτρέψει στον Κεμάλ να στείλει στρατεύματα από τη Μικρά Ασία.
 
Την απειλή νέου ελληνοτουρκικού πολέμου χρησιμοποίησαν τόσον οι Έλληνες όσο και οι σύμμαχοι. Η διαφορά τους ήταν ότι οι μεν σύμμαχοι επιθυμούσαν να επικρεμάται ως απειλή, οι δε Έλληνες είχαν την ελπίδα ότι οι Τούρκοι θα έδιναν την αφορμή για να ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις.Ακόμη και ο ίδιος ο Βενιζέλος εθέλγετο από αυτή την ιδέα.
 
Μία τέτοια ενέργεια ενείχε σοβαρούς κινδύνους για την ελληνική πλευρά. Δεν ήταν βέβαιον ποιά θα ήταν η τελική στάση των συμμάχων. Θα επέτρεπαν στα ελληνικά πλοία να εισέλθουν στην Προποντίδα; Θα συγκρούονταν τα στρατεύματά τους που βρίσκονταν έξω από την Κωνσταντινούπολη με τον ελληνικό στρατό; Επιπλέον, σε περίπτωση ελληνικής εισβολής στην ανατολική Θράκη, υπήρχε και ο σοβαρός κίνδυνος πλαγιοκοπήσεως από την ταπεινωμένη λόγω
της συνθήκης του Νεϊγύ, Βουλγαρία.
 
Τελικώς, η στρατιά του Έβρου χρησίμευσε μόνον ως απειλή. Σε διμερές επίπεδο έκαμψε την αδιαλλαξία των Τούρκων στο θέμα της απαιτήσεως καταβολής πολεμικών αποζημιώσεων. Η ειρωνεία είναι ότι η ανατολική Θράκη που δόθηκε στην Τουρκία με την ανακωχή του Μουδανιών, αποδείχθηκε το ισχυρότερο διαπραγματευτικό χαρτί στη Λωζάννη.

ε. Η έξοδος της Βουλγαρίας στο Αιγαίο
 
Ένας από τους λόγους που η στρατιωτική κυβέρνηση των Αθηνών αποδέχθηκε την παραχώρηση του τριγώνου του Κάραγατς στην Τουρκία ήταν ο φόβος πιθανής τουρκο-βουλγαρικής συμμαχίας.Ήδη από το Νοέμβριο του 1922 κοινές ομάδες βούλγαρων και τούρκων κομιτατζήδων δρούσαν κατά μήκος της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου.5
 
Κατά τη συνδιάσκεψη στη Λωζάννη η Βουλγαρία είχε θέσει θέμα δυτικής Θράκης.Υποτίθεται ότι σεβόταν τη συνθήκη του Νεϊγύ βάσει της οποίας η περιοχή είχε χαθεί για τη Βουλγαρία. Ζητούσε, όμως από τους συμμάχους να μετατραπεί ολόκληρη η περιοχή σε ουδέτερη ζώνη με λιμάνια που θα εξυπηρετούσαν τη Βουλγαρία αλλά και τα λοιπά κράτη της περιοχής. Όταν διαπίστωσε την απροθυμία των άλλων χωρών να συναινέσουν στις βουλγαρικές αξιώσεις, ζήτησε ουσιαστικά τη δημιουργία ενός εδαφικού διαδρόμου (στο πρότυπο του πολωνικού διαδρόμου στο Ντάντσιχ6) από τη Βουλγαρία προς την Αλεξανδρούπολη (Δεδέαγατς) υπό βουλγαρικό έλεγχο.
 
Η Ελλάδα από την πλευρά της πρότεινε να διασφαλισθούν δικαιώματα διαμετακομίσεως υπέρ της Βουλγαρίας που άλλωστε είχε προβλεφθεί στο άρθρο 48 της συνθήκης του Νεϊγύ. Δεν δεχόταν, όμως, βουλγαρική διοίκηση επί ελληνικού εδάφους. Ακολούθως, όμως, και μετά από βρετανικές πιέσεις, η Ελλάδα δέχθηκε να συζητήσει ένα σχέδιο συμφωνίας που είχε προετοιμάσει η βρετανική πλευρά. Σύμφωνα με αυτό η Ελλάδα θα ενοικίαζε στη Βουλγαρία για 99 χρόνια μία λωρίδα εδάφους μήκους τριών χιλιομέτρων και βάθους ενός χιλιομέτρου για να δημιουργηθεί λιμάνι στην Αλεξανδρούπολη υπό τον διοικητικό και τελωνειακό έλεγχο των Βουλγάρων. Η σιδηροδρομική γραμμή που θα συνέδεε το λιμάνι με τη Βουλγαρία θα ήταν υπό διεθνή έλεγχο. Η Βουλγαρία, όμως απέρριψε την πρόταση διότι στόχευε στην απόκτηση εδαφών και όχι στην διαμετακόμιση των προϊόντων της.
 
Η παραχώρηση του Κάραγατς στην Τουρκία περιέπλεξε τα πράγματα για τη βουλγαρική πλευρά. Η σιδηροδρομική γραμμή περνούσε πλέον εκτός από ελληνικό και από τουρκικό έδαφος (στην περιοχή του Κάραγατς). Αυτό εσήμαινε ότι η Βουλγαρία θα έπρεπε να διαπραγματευθεί με δύο χώρες για τη διαμετακόμιση των προϊόντων που ήθελε να εξάγει ή να εισάγει. Σε οποιαδήποτε περίπτωση μετά την απόρριψη των βρετανικών προτάσεων από τη Σόφια, το θέμα της οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο δεν ξαναετέθη στη συνδιάσκεψη της Λωζάννης.7
στ. Η τελική συμφωνία: «ο ρους του Έβρου»
 
Τελικώς, στη συνδιάσκεψη της Λωζάννης επιβεβαιώθηκε η απόδοση ολόκληρης της δυτικής Θράκης στην Ελλάδα. Οι σύμμαχοι με ειδικό πρωτόκολλο επικύρωσαν τις διατάξεις της συνθήκης των Σεβρών περί Θράκης του 1920.8 Η δυτική Θράκη απετέλεσε το μοναδικό εδαφικό κέρδος της Ελλάδος μετά τους βαλκανικούς πολέμους
 
Επίσης αποφασίσθηκε η χάραξη των ελληνοτουρκικών συνόρων κατά μήκος του ποταμού Έβρου. Η επιλογή ενός ποταμού που θα χώριζε τις δύο χώρες ήταν απολύτως φυσική. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά καά τη συνδιάσκεψη: “ο Έβρος αποτελεί το καλύτερο φυσικό σύνορο.
Πολύ καλύτερα από οποιοδήποτε τεχνητό σύνορο το οποίο θα μπορούσε να δημιουργηθεί. Εξ απόψεως στρατιωτικής ασφαλείας, ο συγκεκριμένος ποταμός αποτελεί το βέλτιστο δυνατό σύνορο”.9
Εξαίρεση στον ρου του ποταμού απετέλεσε η περιοχή του τριγώνου του Κάραγατς, που όπως προαναφέρθηκε, δόθηκε από την Ελλάδα ως αντάλλαγμα για την αποφυγή καταβολής πολεμικής
αποζημιώσεως. Σύμφωνα με την υιοθετηθείσα τελική διατύπωση:
 
ΕΔΑΦΙΚΟΙ ΟΡΟΙ
 
Άρθρον 2.
2ον Μετά της Ελλάδος:
Εκείθεν μέχρι της συμβολής του Άρδα και του Έβρου: ο ρους του Έβρου·
Εκείθεν προς τα άνω του Άρδα μέχρι σημείο επί του ποταμού τούτου ορισθησομένου επί του εδάφους εγγύτατα προς το χωρίον Τσουρέκ-κιοϊ: ο ρους του Άρδα·
Εκείθεν Νοτιοανατολικώς μέχρι σημείου επί του Έβρου εις απόστασιν ενός χιλιομέτρου προς τα κάτω του Βόσνα κιοϊ: γραμμή αισθητώς ευθεία αφίνουσα εν Τουρκία το χωρίον Βόσνα-κιοϊ. Το χωρίονΤσουρέκ-κιοϊ θα παραχωρηθή εις την Ελλάδα ή εις την Τουρκίαν, καθ”όσον η πλειονότης του
πληθυσμού ήθελεν αναγνωρισθή ελληνική ή τουρκική υπό της εν τω άρθρω 5 προβλεπομένης επιτροπής, μη συνυπολογιζομένων των μεταναστευσάντων εις το χωρίον τούτο μετά την 11 ην Οκτωβρίου 1922.
Εκείθεν μέχρι του Αιγαίου: ο ρους του Έβρου.

ζ. Η αποστρατιωτικοποίηση του συνόρου
 
Με στόχο την αποτροπή τοπικών συγκρούσεων αποφασίσθηκε στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης η
αποστρατιωτικοποίηση των συνόρων μεταξύ Τουρκίας-Βουλγαρίας-Ελλάδος σε βάθος περίπου 30
χιλιομέτρων.10 Η σχετική υποχρέωση περιελήφθη στη Σύμβαση περί της Μεθορίου της Θράκης (άρθρο 1). 11 Πιο συγκεκριμένα, μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου ο θεσμός των αποστρατικοποιημένων ζωνών κατά μήκος συνόρων απετέλεσε συνήθη πρακτική. Η αποστρατικοποίηση εμποδίζει την άμεση επαφή μεταξύ των στρατευμάτων αντίπαλων δυνάμεων,
που μπορεί να προκαλέσει συνοριακά επεισόδια, και διευκολύνει την εποπτεία της συνοριακής
γραμμής. Η αποστρατικοποίηση σημαίνει περιορισμό στο δικαίωμα ενός κράτους να ασκήσει πλήρως την κυριαρχία του επί της επικράτειάς του. Ο περιορισμός αυτός είναι σοβαρότερος, καθώς
ρυθμίζει θέματα όπως η εθνική άμυνα και η ασφάλεια. Είναι όμως αποδεκτό ότι παρόμοιοι περιορισμοί, όταν επιβάλλονται από διεθνείς συνθήκες, δεν επηρεάζουν το κύρος του τίτλου
κυριαρχίας.

Στο πλαίσιο αυτό αποφασίσθηκε με τη Σύμβαση περί της Μεθορίου της Θράκης όπως όλα
τα οχυρωματικά έργα που βρίσκονταν στην περιοχή να αφοπλισθούν και κατεδαφισθούν. Νέα έργα
απαγορευόταν να εκτελεσθούν. Επιτρεπόταν η παραμονή στην περιοχή περιορισμένης δυνάμεως
χωροφυλακής, αστυνομίας και τελωνείων που δεν έπρεπε να ξεπερνά τους 2.500 άνδρες για την
Ελλάδα και τη Βουλγαρία και τους 5.000 για την Τουρκία. Αποκλείσθηκε η παρουσία πυροβολικού από την περιοχή. Τέλος απαγορεύθηκε η υπέρπτηση αεροσκαφών στην αποστρατικοποιημένη
ζώνη. Στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη των 30 χλμ. είχε περιληφθεί ολόκληρη η σιδηροδρομική
γραμμή που διερχόταν κατά μήκος του ποταμού Έβρου από την Αλεξανδρούπολη προς την Αδριανούπολη και ακολούθως προς τη Βουλγαρία. Λόγω της ανυπαρξίας μεγάλων οδικών αξόνων,
η σιδηροδρομική γραμμή αποτελούσε το μοναδικό μέσο γρήγορης μεταφοράς στρατευμάτων. Η
αποστρατιωτικοποίησή της είχε μεγάλη σημασία.

Πρόβλημα προέκυψε όταν μία διεθνής επιτροπή στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι
της Ελλάδος, της Τουρκίας και της Βουλγαρίας ανέλαβε να καθορίσει την ουδετεροποιημένη ζώνη
κατά μήκος των συνόρων των τριών χωρών.12 Η επιτροπή άρχισε τις εργασίες της αλλά το έργο
της δεν προχώρησε με ευκολία. Ο εκπρόσωπος της Τουρκίας έθετε προσκόμματα στην συμπερίληψη συγκεκριμένων περιοχών στη ζώνη. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η προσπάθεια να εξαιρεθεί η πόλη της Κεσσάνης στην ανατολική Θράκη. Η Κεσάνη απείχε 27χιλιόμετρα από τον Έβρο.13 Επομένως βρισκόταν εντός της ζώνης των 30 χιλιομέτρων που ανέφερε η Λωζάννη. Τελικώς το τουρκικό αίτημα δεν έγινε δεκτό από την επιτροπή.
 
Το καθεστώς αποστρατιωτικοποιήσεως διήρκεσε μέχρι το 1938. Καταργήθηκε με συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά υπό την ιδιότητά του ως προέδρου της συμβουλίου της Βαλκανικής Συνεννοήσεως αφ’ ενός και του τότε Βούλγαρου πρωθυπουργού Γκεόργκι Κιοσέ-υβάνωφ αφ’ ετέρου.14 Οι δύο πλευρές, δηλαδή η Βουλγαρία και τα κράτη της Βαλκανικής Συνεννοήσεως συμφώνησαν «να παραιτηθώσιν της εφαρμογής των διατάξεων των περιλαμβανομένων εις το Δ’ Μέρος της Συνθήκης του Νεϊγύ ως και των διατάξεων των περιλαμβανομένων εις την σύμβασιν την αφορώσαν εις τα σύνορα της Θράκης, την υπογραφείσαν εν
Λωζάννη την 24 Ιουλίου 1923»
 
Η συμφωνία εμφανίζεται να αφορά μόνον στα σύνορα της Βουλγαρίας με τα γειτονικά της κράτη. Επομένως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν είχε πεδίο εφαρμογής στο ελληνοτουρκικό σύνορο. Η ερμηνεία, όμως, που δόθηκε στη συμφωνία ήδη από το 1938 περιελάμβανε και την αποστρατιωτικοποιημένη περιοχή Ελλάδος και Τουρκίας. Ευθύς μετά την υπογραφή της οι δύο χώρες άρχισαν να εξοπλίζουν την περιοχή. Άλλωστε, το 1933 η Τουρκία είχε επιχειρήσει στην επιτροπή αφοπλισμού της Κοινωνίας των Εθνών να ζητήσει κατάργηση των στρατιωτικών διατάξεων της συνθήκης της Λωζάννης.

2. Πρόβλημα στη χάραξη του ελληνοτουρκικού συνόρου στο δέλτα του Έβρου
α. Οι δύο βραχίονες του ποταμού Έβρου

 
Μία τριμερής επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους της Ελλάδος, της Τουρκίας και ένα εκπρόσωπο τρίτης χώρας που στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο ολλανδός στρατιωτικός Μπάκερ,
ανέλαβε να χαράξει το σύνορο Ελλάδος-Τουρκίας επί του εδάφους. Πρόβλημα εμφανίσθηκε με τη
χάραξη του ορίου στις εκβολές του ποταμού Έβρου. Οι εκβολές του Έβρου στο Αιγαίο είναι μία
μεγάλη περιοχή προσχώσεων όπου ο κύριος αύλακας του ποταμού σπάει σε επιμέρους βραχίονες
σχηματίζοντας ένα μεγάλο δέλτα. Δύο από τους επιμέρους βραχίονες είναι οι μεγαλύτεροι. Ο ένας
βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του ποταμού και ο δεύτερος στη δυτική πλευρά. Η περιοχή
ανάμεσά τους γνωστή ως “γκιαούρ αντά” [νησί του γκιαούρη] ανέρχεται σε 84 τετραγωνικά χλμ.
Η περιοχή αυτή είχε παραχωρηθεί από την Τουρκία στη Βουλγαρία με τη συμφωνία του 1915.
 
Στη συνθήκη της Λωζάννης ήσαν προσαρτημένοι χάρτες μεγάλης κλίμακας (1:1.000.000) επί των οποίων είχε σημανθεί με κόκκινη μελάνη η πορεία των συνόρων της Τουρκίας με τις γειτονικές της χώρες.15 Στον χάρτη που αφορούσε στην περιοχή του Έβρου το σύνορο είχε χαραχθεί επί του ανατολικού βραχίονα του ποταμού όπου, επίσης, είχε σημειωθεί και υπογραμμισθεί η λέξη Maritza [δηλ. Έβρος στην τουρκική και βουλγαρική]. Συνεπώς, η περιοχή που βρισκόταν δυτικά του συγκεκριμένου βραχίονα, περιλαμβανομένου ολόκληρου του “γκιαούρ αντά” και του δυτικού βραχίονα του ποταμού, περιερχόταν στην Ελλάδα.
 
Όταν η επιτροπή άρχισε τις εργασίες της, ο τούρκος αντιπρόσωπος θεώρησε ότι η συγκεκριμένη χάραξη επί του χάρτη ήταν απλώς ενδεικτική. Η επιτροπή θα έπρεπε να διαπιστώνει εάν υπήρχε ασυμφωνία μεταξύ του χάρτη και του κειμένου της συνθήκης και να προβαίνει σε χάραξη νέου ορίου. Ο ολλανδός πρόεδρος της επιτροπής δεν δέχθηκε την τουρκική ερμηνεία. Οι παρατηρήσεις του Τούρκου δεν ξανασυζητήθηκε μέχρι την ημέρα που η επιτροπή χαράξεως έφθασε στο σημείο εκείνο του Έβρου που ο κύριος αύλακας του ποταμού σπάει στους δύο επιμέρους βραχίονες. Ο τούρκος αντιπρόσωπος έθεσε εκ νέου το θέμα. Θεώρησε ότι η επιτροπή θα έπρεπε να εντοπίσει ποιός από τους δύο βραχίονες του ποταμού είναι μεγαλύτερος και στη συνέχεια να επαναχαράξει το όριο ανεξαρτήτως της χαράξεως επί του χάρτη. Η Ελλάδα πρότεινε να διακοπούν οι διαδικασίες χαράξεως του συνόρου και να προσφύγουν στο Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης για να αποφανθεί επί του θέματος. Η Τουρκία αρνήθηκε. Κατόπιν αυτού η Ελλάδα προσέφυγε τον Φεβρουάριο του 1926 στο Συμβούλιο της ΚτΕ ζητώντας από αυτό να αναφέρει το πρόβλημα στο Διεθνές Δικαστήριο και να πάρει μία γνωμοδότηση.16

β. Ελληνικές θέσεις
 
Η Ελλάδα θεωρούσε ότι η Τουρκία προσπαθούσε να αναθεωρήσει δια της επιτροπής τη συμφωνία
της Λωζάννης. Απέρριπτε την τουρκική επιδίωξη για τους ακόλουθους λόγους:

• Στον συνημμένο στη συνθήκη της Λωζάννης χάρτη ήταν σαφές ότι ο ανατολικός βραχίονας είναι ο μεγαλύτερος του ποταμού και αποκαλείται Maritza (Έβρος) διότι αυτό αποτελεί την κύρια αύλακα του. Γι’ αυτό το λόγο στον επισυναφθέντα στον χάρτη είναι σημειωμένο το όνομα Maritza ανατολικά του βραχίονα. Αντιθέτως, ο δυτικός βραχίονας του ποταμού αποκαλείται «Μικρή Μαρίτσα» [ή «κιουτσούκ Μαρίτσα» στην τουρκική γλώσσα].
Επιπλέον, αν και ο επισυναφθείς στη συνθήκη της Λωζάννης χάρτης είναι μεγάλης κλίμακας, η απόσταση μεταξύ του ανατολικού και μεγαλύτερου βραχίονα και του δυτικού και μικρότερου παραμένει σημαντική. Εάν η πρόθεση των συντακτών της συνθήκης ήταν διαφορετική, είχαν το περιθώριο επί χάρτου να τοποθετήσουν το σύνορο δυτικότερα και να σημειώσουν τον όρο Maritza σε άλλο σημείο.
• Το σύνορο που διεκδικούσε η Τουρκία στο δέλτα του Έβρου με τον δυτικό βραχίονα του ποταμού, ήταν αυτό που είχε συμφωνηθεί μεταξύ Βουλγαρίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1913. Το 1915, όμως, οι Οθωμανοί είχαν εκχωρήσει αυτό το τμήμα στη Βουλγαρία. Η θέση του Ισμέτ Πασά για επιστροφή στη σύνορο Βουλγαρίας-Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του 191317 είχε ρητώς απορριφθεί κατά τη συνδιάσκεψη της Λωζάννης.
Ακολούθως ο Ισμέτ Πασάς είχε διορθώσει την πρότασή του λέγοντας ότι η πρόθεσή της Τουρκίας ήταν να είναι δυνατή η χρήση του ποταμού και από τις δύο χώρες. Κατ’ακολουθίαν το όριο θα έπρεπε να ακολουθεί το thalweg18 του ποταμού.
• Λόγω της συμφωνίας Βουλγαρίας-Τουρκίας του 1915, η περιοχή που βρίσκεται δυτικά του ανατολικού βραχίονα ήταν τμήμα της Βουλγαρίας. Αμέσως μετά το τέλος του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου έγινε τμήμα της Διασυμμαχικής Θράκης (Thrace Interalliée). Αυτό αποδεικνύεται και από τις πράξεις των αρχών της Διασυμμαχικής Θράκης που, μεταξύ άλλων, είχαν εκχωρήσει σε κατοίκους της περιοχής το δικαιώμα ψαρέματος στην επίμαχη περιοχή.19 Η τύχη της Διασυμμαχικής Θράκης καθορίσθηκε από τη συνθήκη του Νειγύ. Σύμφωνα με τις θέσεις των Συμμάχων, όπως διατυπώθηκαν στη συνδιάσκεψη της Λωζάννης, δεν υπήρχε πρόθεση να ανοίξουν θέματα που είχαν ρυθμισθεί με τη συνθήκη του Νειγύ. Η Τουρκία ουσιαστικά διεκδικούσε μία περιοχή που είχε απωλεσθεί για την Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1915.
• Τέλος, η περιοχή του δέλτα του Έβρου που διεκδικούσε η Τουρκία (το γκιαούρ αντά) ανερχόταν σε 84 τετραγωνικά χλμ. Ήταν δηλαδή μεγαλύτερη κατά τρεις και πλέον φορές από το τρίγωνο του Κάραγατς για την παραχώρηση του οποίου είχε συμφωνηθεί ειδικό πρωτόκολλο κατά τη συνδιάσκεψη της Λωζάννης. Εάν ήταν αυτή η πρόθεση των συνέδρων στη συνδιάσκεψη, θα είχε υπάρξει ρητή αναφορά στο τελικό κείμενο της συνθήκης λόγω της μεγάλης επιφανείας της περιοχής.
Για όλους αυτούς τους λόγους η Ελλάδα θεωρούσε ότι ειχε δημιουργηθεί μία διεθνής διαφορά που
σχετιζόταν με την ερμηνεία της συνθήκης της Λωζάννης. Συνεπώς, έπρεπε να γνωμοδοτήσει ως προς την ερμηνεία της συνθήκης της Λωζάννης το Διεθνές Δικαστήριο.

γ. Τουρκικές θέσεις
 
Η Τουρκία βάσιζε τις απόψεις της20 σε δύο σημεία της συνθήκης της Λωζάννης: 
Άρθρο 4: «...Εν περιπτώσει διαφοράς μεταξύ του κειμένου και του χάρτου θέλει ισχύει το
κείμενον».
Άρθρο 5: «Επιτροπή οροθετήσεως θέλει επιφορτισθή να χάραξη επί του εδάφους τα εν τω άρθρω 2 εδ. 2 περιγραφόμενα σύνορα. Η Επιτροπή αυτή θα αποτελεσθή εξ ενός αντιπροσώπου της Ελλάδος, ενός αντιπροσώπου της Τουρκίας και ενός Προέδρου εκλεγομένου υπ” αυτών μεταξύ των υπηκόων τρίτης Δυνάμεως. Η Επιτροπή θέλει, κατά πάσας τας περιπτώσεις, καταβάλει προσπάθειαν όπως ακόλουθη, όσον ένεστι ακριβέστερον, τους εν τη παρούση Συνθήκη ορισμούς, λαμβάνουσα υπ” όψιν κατά το δυνατόν τα διοικητικά όρια και τα τοπικά οικονομικά συμφέροντα. Αι αποφάσεις της Επιτροπής θα λαμβάνωνται κατά πλειοψηφίαν και θα ώσιν υποχρεωτικοί δια τα ενδιαφερόμενα Μέρη».
Άρθρο 6: «Όσον αφορά εις τα καθοριζόμενα υπό του ρου ποταμού και ουχί υπό των οχθών αυτού σύνορα, οι όροι “ρους” ή “αύλαξ” ων γίνεται χρήσις εν τη παρούση Συνθήκη,σημαίνουσι δια μεν τους μη πλωτούς ποταμούς την μέσην γραμμήν αυτών ή του κυρίου αυτών βραχίονος, δια δε τους πλωτούς ποταμούς την μέσην γραμμήν της κυρίας αύλακος ναυσιπλοΐας.
Εν τούτοις, εναπόκειται εις την Επιτροπήν να καθορίση ειδικότερον, εάν η συνοριακή γραμμή θα ακολουθήση, εις τας ενδεχομένας αυτής μετατοπίσεις, τον ούτω προσδιορισθέντα ρουν ή την “αύλακα, ή εάν θα καθορισθή οριστικώς εκ της θέσεως του ρου ή της αύλακος κατά την έναρξιν
της ισχύος της παρούσης Συνθήκης»
Η Τουρκία θεώρησε ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ του κειμένου της συνθήκης της Λωζάννης και του
συνημμένου σε αυτήν χάρτη. Η χάραξη του συνόρου στον συνημμένο στη συνθήκη της Λωζάννης
χάρτη ήταν απλώς ενδεικτική. Κατά συνέπεια θα έπρεπε να εφαρμοσθεί το άρθρο 6 της συνθήκης
και η επιτροπή να μετρήσει ποιός από τους δύο βραχίονες του ποταμού είναι μεγαλύτερος και πλέον
κατάλληλος για ναυσιπλοΐα, δεδομένου ότι ο Έβρος είναι πλωτός με μικρά σκάφη. Ακολούθως,
αυτός ο βραχίονας του ποταμού θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι συνεχίζει τον κύριο ρου του Έβρου και
σε αυτόν τον βραχίονα θα έπρεπε να χαραχθεί το σύνορο μεταξύ των δύο χωρών. Τη σχετική αρμοδιότητα να επιλύσει το θέμα είχε η επιτροπή του άρθρου 5 η οποία αποφάσιζε κατά πλειοψηφία.
Παράλληλα η Τουρκία έθεσε ενώπιον του Συμβούλιου της Κοινωνίας των Εθνών ένα προκαταρκτικό θέμα. Θεώρησε ότι δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ των δύο χωρών. Ο έλληνας εκπρόσωπος στην τριμελή επιτροπή χαράξεως των συνόρων είχε θέσει ένα ζήτημα επί του οποίου δεν είχε αποφανθεί ακόμη η επιτροπή. Επομένως, έπρεπε πρώτα να επιληφθεί του θέματος. Η δε Τουρκία ήταν πρόθυμη να αποδεχθεί οποιαδήποτε απόφαση υιοθετούσε η πλειοψηφία της επιτροπής.

δ. Η απόφαση του Συμβουλίου
 
Το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών ήταν αμφίθυμο να ασχοληθεί με το θέμα. Σχημάτισε μία
ad hoc ομάδα νομικών21 η οποία επιλήφθηκε των ζητημάτων που είχαν εγερθεί. Το πρώτο ερώτημα
που εξετάσθηκε ήταν εάν μπορούσε το Συμβούλιο να επιληφθεί της διαφωνίας για την οριοθέτηση,
αφ’ ής στιγμής ένα άλλο διεθνές όργανο, η τριμελής επιτροπή χαράξεως των ελληνοτουρκικών συνόρων, ήταν ήδη επιφορτισμένο με αυτή την αρμοδιότητα. Η ομάδα των νομικών κατέληξε στα
ακόλουθα συμπεράσματα:
• Η επιτροπή διαχαράξεως έπρεπε να καθορίσει το σύνορο σύμφωνα με όσα αναφέρονταν στη συνθήκη της Λωζάννης. Προς το σκοπό αυτό έπρεπε να λάβει υπ’ όψιν της όλες τις πληροφορίες που θα προέρχονταν από τις δύο ενδιαφερόμενες χώρες και να διερευνήσει ποιά ήταν η πραγματική πρόθεση των συντακτών της συνθήκης.
• Ο συνημμένος στη συνθήκη χάρτης ήταν εξαιρετικής σημασίας, όπως είχε παρατηρήσει σε σχετική γνωμοδότησή του το Διεθνές Δικαστήριο.22 Παρ’ όλα αυτά δεν εθεωρείτο ως πλήρες αποδεικτικό στοιχείο ανεξάρτητο του κειμένου της συνθήκης. Επί του θέματος μπορούσε να αποφασίσει η επιτροπή διαχαράξεως με απλή πλειοψηφία.
• Εαν η επιτροπή ή κάποιο από τα μέλη της επιθυμούσαν, θα μπορούσαν να ζητήσουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους τη γνώμη εμπειρογνωμόνων για επι μέρους θέματα της διαχαράξεως που θα μπορούσαν να τεθούν.
• Οι δύο ενδιαφερόμενες χώρες θα είχαν δικαίωμα επιχειρήσουν να καταλήξουν σε μεταξύ τους συμφωνία κατά το διεθνές δίκαιο μόνον στην περίπτωση που η επιτροπή διαχαράξεως είχε εξανλήσει όλες αυτές τις πηγές πληροφορίων και είχε ανακοινώσει ότι η διερεύνηση του θέματος της είχε δημιουργήσει σοβαρές αμφιβολίες ώστε δεν μπορούσε να αποφασίσει ή ότι είχε καταφανώς υπερβεί τις αρμοδιότητές της. 23
Κατόπιν αυτής της γνώμης, το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών θεώρησε ότι δεν είχε αρμοδιότητα να επιληφθεί του θέματος.24
 
ε. Η απόφαση της επιτροπής διαχαράξεως
 
Η υπόθεση επέστρεψε στην κρίση της επιτροπής διαχαράξεως των ελληνοτουρκικών συνόρων. Η
τελευταία αφού έκανε επιτόπιους ελέγχους επιβεβαίωσε ότι ο μεγαλύτερος βραχίονας του ποταμού
είναι ο ανατολικός και χάραξε εκεί το σύνορο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο έληξε το θέμα που είχε δημιουργηθεί με την ελληνική προσφυγή στην Κοινωνία των Εθνών.
Η επιτροπή διαχαράξεως υιοθέτησε επίσης κάποιες αρχές που έκτοτε καθορίζουν το σύνορο Ελλάδος-Τουρκίας. Οι πιο σημαντικές είναι οι ακόλουθες:
• Η επιτροπή διαχαράξεως δεν έλαβε υπ’ όψιν τις αμμώδεις εκτάσεις του ποταμού.Προχώρησε στη χάραξη ακολουθώντας τον μέσον ρου του ποταμού ή τον κύριο βραχίονά τους. Βασίσθηκε σε σταθερά σημεία, όπως αυτά ήσαν κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Μετά τη χάραξή της η συνοριακή γραμμή αποφασίσθηκε να παραμείνει σταθερή και να μην ακολουθεί τον ρου του ποταμού. Αυτή η πρόβλεψη υπήρχε και στο άρθρο 6 της συνθήκης της Λωζάννης. Είναι ιδιατέρως σημαντική για τον Έβρο η κοίτη του οποίου συχνά μετατοπίζεται κατά τη διάρκεια πλημμυρών.
• Για την εύκολη διαπίστωση του ορίου κατασκευάσθηκε μία σειρά από σταθερά σημεία υπό
μορφή συνοριακών πυραμίδων καθ’ όλο το μήκος των ελληνοτουρκικών συνόρων
• Η κυριαρχία κάθε κράτους εκτείνεται μέχρι το μέσον των γεφυρών που ενώνουν κάθε χώρα.
• Πέραν του Έβρου η επιτροπή προχώρησε στη χάραξη του συνόρου μεταξύ των δύο χωρών και σε απόσταση τριών μιλίων από τις ακτές.
Τα συμπεράσματα της επιτροπής διαχαράξεως των ελληνοτουρκικών συνόρων περιελήφθησαν σε
πρωτόκολλο που υπεγράφη στην Αθήνα την 3η Νοεμβρίου 1926.25

3. Προβλήματα με το ελληνοτουρκικό σύνορο κατά τα μετέπειτα χρόνια
 
Η επί του εδάφους οριοθέτηση του ελληνοτουρκικού συνόρου δεν έλυσε απολύτως τα προβλήματα που υπήρχαν μεταξύ των δύο χωρών.
 
α. Η σιδηροδρομική γραμμή
 
Ένα άλλο πρόβλημα σχετιζόταν με τη σιδηροδρομική γραμμή της περιοχής. Είχε κατασκευασθεί
επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανήκε στους υπό γαλλική ιδιοκτησία “Ανατολικούς Σιδηροδρόμους” (Chemins de fer Orientaux).26 Επρόκειτο για τη γραμμή Αλεξανδρουπόλεως-
Σβίλεγκραντ που βάσει των εδαφικών αλλαγών του 1923 συνέδεε την Τουρκία με τη Βουλγαρία
δια μέσου του ελληνικού εδάφους. Πιο συγκεκριμένα η σιδηροδρομική γραμμή μετά το Σβίλεγκραντ εγκατέλειπε το βουλγαρικό έδαφος και εισερχόταν σε ελληνικό έδαφος (Ορμένιο).
Ακολούθως μετά από 25 χλμ. εξερχόταν του ελληνικού εδάφους στην περιοχή του Κάραγατς και
μετά από 7 χλμ. επανεισερχόταν εκ νέου στην Ελλάδα απ’ όπου εγκατέλειπε το ελληνικό έδαφος στην περιοχή του Πυθίου, 25 χλμ νοτιώτερα. Για να αντιμετωπισθούν πιθανά προβλήματα που θα
δημιουργούσε η ιδιόρρυθμη πορεία της σιδηροδρομικής γραμμής, είχε υπάρξει ειδική πρόβλεψη στη συνθήκη της Λωζάννης. Σύμφωνα με το άρθρο 107:
“οι εκ της Τουρκίας ή της Ελλάδος προερχόμενοι ή εις αυτάς κατευθυνόμενοι ταξειδιώται και εμπορεύματα, κατά την διέλευσιν ή διαμετακόμισιν δια των τριών τμημάτων των Ανατολικών Σιδηροδρόμων των περιλαμβανομένων μεταξύ της ελληνοβουλγαρικής και της ελληνοτουρκικής μεθορίου παρά του Κούλελη-Μπουργάζ, δεν θα υπεβάλλοντο λόγω της τοιαύτης διελεύσεως ή διαμετακομίσεως εις ουδέν τέλος ή δασμόν ουδ’ εις διατύπωσιν τινά εξελέγξεως διαβατηρίων ή τελωνειακού ελέγχου.”
 
Η συνθήκη προέβλεπε διορισμό επιτρόπου από την ΚτΕ ο οποίος επέβλεπε την εκτέλεση των διατάξεων του άρθρο 107. Το 1924 ετέθη εν ισχύι ο «Γενικός Κανονισμός δια την εφαρμογήν των
διατάξεων του άρθρου 107 της Συνθήκης της Λωζάννης». Τα προβλήματα από την παράλληλη
χρήση ελληνικού και τουρκικού εδάφους ήσαν όμως αρκετά. Ενδεικτικά αναφέρεται περιγραφή
επεισοδίου το 1927:

“Αι ελληνικαί αρχαί παρεκώλυσαν την διάβασιν σημαιοστολίστου τουρκικής αμαξοστοιχίας μεταφερούσης εις Αδριανούπολιν τουρκικήν επιτροπήν εξ Αγκύρας δια να παραστή κατά τας
εορτάς της επετείου της ανακαταλήψεώς της υπό της Τουρκίας. Ο έλλην στρατιωτικός διοικητής
εις Κούλελι-Μπουργκάς εζήτησεν απλώς να καταβιβασθούν αι τουρκικαί σημαίαι των βαγονιών
κατά τη δι’ ελληνικού εδάφους διαδρομήν της αμαξοστοιχίας και τούτου μη γενομένου απηγόρευσε την διάβασιν των σημαιοστολίστων βαγονιών”27

Το 1938 υιοθετήθηκε νέοτερος κανονισμός που μετρίασε τα προβλήματα. 28 Παράλληλα τα καθήκοντα του Επιτροπού ανατέθηκαν σε μία ελληνοτουρκική επιτροπή. Τελικώς, το 1971 Τουρκία και Βουλγαρία εγκαινίασαν νέο τμήμα σιδηροδρομικών γραμμών μήκους 80 χλμ. Το τμήμα αυτό συνέδεε την Αδριανούπολη απ’ ευθείας με την Τουρκία χωρίς είσοδο στο ελληνικό έδαφος και συνέχιζε επί τουρκικού εδάφους μέχρι τη Βουλγαρία. Το 1975 η Ελλάδα εγκαινίασε τη σιδηροδρομική γραμμή Νέας Βύσσας-Μαρασίων με σκοπό να αποφεύγει την είσοδο των ελληνικών τραίνων σε τουρκικό έδαφος. Έκτοτε το τμήμα της γραμμής Νέας Βύσσας-Κάραγατς-Μαρασίων εγκαταλείφθηκε και έπαυσαν και τα διμερή προβλήματα.

β. Η μετατόπιση της κοίτης του ποταμού
 
Η επιλογή των ποταμών Άρδα και Έβρου ως φυσικού ελληνοτουρκικού συνόρου βασιζόταν στην
αρχή ότι η Ελλάδα θα κατέχει τη δυτική πλευρά και η Τουρκία την ανατολική. Οι συχνές πλημμύρες
των δύο ποταμών και ιδίως του Έβρου απέδειξε τη σχετικότητα αυτής της ρυθμίσεως. Πιο συγκεκριμένα, είναι συνήθης η μετατόπιση της κοίτης του ποταμού μετά από πλημμύρες. Αυτό είχε
ως αποτέλεσμα με το πέρασμα των ετών, μεγάλες εκτάσεις που ανήκαν στην Ελλάδα να προσκολληθούν στην ανατολική πλευρά του Έβρου. Αντιστοίχως, τουρκικές εκτάσεις
προσκολλήθηκαν στη δυτική πλευρά. Την κατάσταση συχνά επιδείνωνε η δημιουργία αυθαίρετων
τεχνικών έργων, κυρίως προβόλων, με τις οποίες επιχειρείτο άλλοτε η ανάδυση και άλλοτε η προσκόλληση ποτάμιων νησίδων στην ξηρά καθώς και η διάβρωση της απέναντι όχθης με
αντίστοιχη πρόσχωση στην όχθη που κατασκευάσθηκε ο πρόβολος. Επίσης, οι πλημμύρες είχαν ως
αποτέλεσμα πολλά από τα ορόσημα της οριοθετήσεως του 1926 να καταστραφούν. Αυτό οδήγησε
σε συχνές αμφισβητήσεις και προβλήματα, που λύνονταν μεν σε τοπικό επίπεδο αλλά δεν έπαυαν
να δημιουργούν εντάσεις.
 
Με σκοπό την αντιμετώπιση τέτοιου είδους θεμάτων Ελλάδα και Τουρκία προχώρησαν το 1934 σε υπογραφή συμφωνίας στην Άγκυρα με αντικείμενο τη δημιουργία «κανονισμού των υδραυλικών έργων επ’ αμφοτέρων των οχθών του ποταμού Μαρίτσα-Έβρου».29 Στη συμφωνία υπήρχε ρητή πρόβλεψη για αλληλοενημέρωση στην περίπτωση που κάποια από τις δύο χώρες είχε την πρόθεση να εκτελέσει τεχνικά έργα στο ποτάμι. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη τηρήθηκε σε γενικές γραμμές μέχρι και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.

γ. Το σχέδιο για ανταλλαγή εδαφών
 
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι δύο χώρες ανέθεσαν στην αμερικανική εταιρεία
«Χάρτζα» [Harza] τη σύνταξη μελέτης για την αντιπλημμυρική προστασία των παραποτάμιων
περιοχών και τη διευθέτηση των υδάτων του Έβρου. Απώτερος στόχος ήταν να μετατραπεί ο Έβρος
σε πλωτό ποταμό που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει Ελλάδα, Τουρκία έως τη Βουλγαρία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Έβρος έχει μέσο βάθος 2-3 μέτρα και δεν έχει καταρράκτες. Κατά τις θερινές περιόδους, όμως, και ιδίως σε έτη ανομβρίας δημιουργούνται αβαθή περάσματα. 
Η «Χάρτζα» πρότεινε την αλλαγή της κοίτης του ποταμού μέσω της δημιουργίας τομών,αναχωμάτων και φραγμάτων στο ποτάμι. Η μετατόπιση της κοίτης θα προσκολλούσε μεγάλες περιοχές γης στην ανατολική και στη δυτική πλευρά του ποταμού ιδίως στις περιοχές Νέας Βύσσας, Πέπλου, Φερρών
και Αίνου. Κατά συνέπεια, θα έπρεπε να καθορισθεί νέο σύνορο μεταξύ των δύο χωρών με εκατέρωθεν ανταλλαγή εδαφών.
 
Στο πλαίσιο της μελέτης «Χάρτζα» υπεγράφη το 1955 συμφωνία μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας με σκοπό την εκτέλεση αντιπλημμυρικών έργων.30 Δεν υπήρξε συμφωνία στο θέμα της επανοριοθετήσεως του ελληνοτουρκικού συνόρου. Η έναρξη του αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου
για αυτοδιάθεση-ένωση τον Απρίλιο του 1955 εμπόδισε την πλήρη υλοποίηση της συμφωνίας. Οι
κοινές εργασίες εγκαταλείφθηκαν πλήρως και κάθε χώρα συνέχισε μόνη της κάποιες ενέργειες αντιπλημμυρικού χαρακτήρα. Το 1956, μία μεικτή ελληνοτουρκική επιτροπή συμφώνησε να εξετασθεί η πιθανότητα επανοριοθετήσεως κατά μήκος διωρύγων που θα δημιουργούνταν από τις
τομές στον Έβρο.31 Το 1959 σε νέα σύνοδο της μεικτής επιτροπής εξετάσθηκαν τα προβλήματα σε
περιοχές όπου το ελληνοτουρκικό σύνορο δεν συνέπιπτε με τον υδάτινο ρου του ποταμού.32
Αποφασίσθηκε η εκ νέου σήμανση της οριογραμμής βάσει της Συνθήκης της Λωζάννης, η οποία
πραγματοποιήθηκε μάλλον πρόχειρα το 1960 με πασσάλους και αποψιλώσεις. Η πρόχειρη σήμανση
σύντομα καταστράφηκε σε μεγάλο τμήμα της λόγω των πλημμυρών του ποταμού. Παρά την τοποθέτηση νέων πασσάλων σε κάποια σημεία, το πρόβλημα παρέμεινε με αποτέλεσμα να
δημιουργούνται εκατερωθεν αμφισβητήσεις για την ακριβή πορεία του συνόρου.33
 
Τελικώς, το 1963 υπεγράφη στην Άγκυρα πρωτόκολλο 34 με το οποίο αποφασίσθηκε ανταλλαγή εδαφών στις περιοχές Αίνου και Φερρών. Οι προς ανταλλαγή περιοχές θα καθορίζονταν βάσει της οριοθετήσεως του 1926. Η ανταλλαγή θα βασιζόταν στην ισότητα της εκτάσεως των προς ανταλλαγή περιοχών ενώ για την οριστική εκκαθάριση της ανταλλαγής θα έπρεπε να ληφθεί υπ’όψιν και η αξία τους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι περιοχές του ποταμού που είχαν αναδυθεί ήσαν εξαιρετικά εύφορες και οι αγρότες αμφοτέρων των πλευρών που είχαν «καταλάβει» και καλλιεργούσαν τα χωράφια δεν θα δέχονταν εύκολα να τα απωλέσουν. Προκειμένου να ισχύσουν οι ανταλλαγές και εκχωρήσεις εδαφών θα έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 23 του Πρωτοκόλλου να ακολουθηθούν οι σχετικές συνταγματικές προβλέψεις. Στην περίπτωση της Ελλάδος αυτό εσήμαινε ότι εκχώρηση έπρεπε να γίνει μόνον δια νόμου. Πέραν της ανταλλαγής εδαφών το Πρωτόκολλο του 1963 προέβλεπε και την εκτέλεση έργων τεχνικού χαρακτήρα που αφορούσαν σε θέματα εμφράξεων, αναχωμάτων και υδροληψίας. Η όξυνση των σχέσεων μετά τις δικοινοτικές συγκρούσεις στην Κύπρο το 1963 και οι απελάσεις ελλήνων υπηκόων από την Τουρκία το 1964 οδήγησαν σε νέα όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Το πρωτοκόλλο του 1963 δεν εφαρμόσθηκε ποτέ.
 
δ. Τα πρωτόκολλα του 1969-1971

Στην περίοδο μεταξύ 1969-1971 υπεγράφησαν μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας τέσσερα πρωτόκολλα
και μία συμφωνία που αφορούσαν στη μεθοριακή ζώνη του ποταμού Έβρου. Πιο συγκεκριμένα
λόγω των συχνών μεταβολών στις κοίτες των ποταμών Έβρου και Άρδα και των δημιουργούμενων
μεθοριακών διαφωνιών αποφασίσθηκε από Ελλάδα και Τουρκία η αποκατάσταση και οριοθέτηση
της μεθορίου βάσει του πρωτοκόλλου του 1926 και των παραρτημάτων του. Σε τέσσερις συναντήσεις σε Αθήνα και Άγκυρα την περίοδο 1969-71 υπεγράφησαν τα ακόλουθα κείμενα:

i. Βασικό πρωτόκολλο (17 Νοεμβρίου 1969): Περιέχει τα γενικά σημεία επί των οποίων συμφώνησαν τα ενδιαφερόμενα μέρη. Το πιο σημαντικό σημείο είναι οι δύο πλευρές αποδέχθηκαν
απολύτως τη συνοριακή διευθέτηση του 1926 ως βάση για οποιαδήποτε συζήτηση. Τα σύνορα του
1926 παραμένουν σταθερά κι δεν επηρεάζονται από τις μεταγενέστερες μεταβολές του ρου του
ποταμού. Επίσης αποφάσισαν να σχηματίσουν μία «κοινή επιτροπή οριοθετήσεως ελληνοτουρκικής μεθοριακής γραμμής» που θα προχωρούσε σε χαρτογράφηση όλου του συνόρου και θα έλυνε τυχόν αναφυείσες διαφορές.

ii. Διοικητικό πρωτόκολλο (4 Ιανουαρίου 1970): Ρυθμίζει τα θέματα που σχετίζονται με τη διέλευση της ελληνοτουρκικής μεθορίου από το προσωπικό που μετέχει στις εργασίες οριοθετήσεως καθώς και τη δραστηριότητα και προσωρινή παραμονή στο έδαφος του άλλου μέρους.

iii. Τεχνικό πρωτόκολλο (4 Ιανουαρίου 1970): Περιλαμβάνει τους βασικούς όρους των προς εκτέλεση εργασιών (κατάρτιση τριγωνομετρικού δικτύου, καθορισμός τρόπου οριοθετήσεως οροσήμων, σύνταξη μεθοριακών χαρτών-συγκρότηση τεχνικών ομάδων κ.λ.π.)

iv. Πρωτόκολλο περί συντηρήσεως οροσήμων (7 Δεκεμβρίου 1971): Ρυθμίζει τα σχετικά με τον τρόπο διαφυλάξεως, ελέγχου συντηρήσεως και αποκαταστάσεως των οροσήμων επί της ελληνοτουρκικής μεθορίου

v. Συμφωνία περί προλήψεως και διευθετήσεως των μεθοριακών επεισοδίων (7 Δεκεμβρίου 1971): Το συγκεκριμένο κείμενο αναφέρεται σε όλα τα καθημερινά μικρά και μεγάλα προβλήματα που είχαν παρατηρηθεί στη μεθοριακή γραμμή Ελλάδος-Τουρκίας. Σε αυτά περιλαμβάνονται η καταστροφή των οροσήμων, διάβαση της μεθορίου χωρίς άδεια, βολές ή βλήματα που διέρχονταν
τη μεθόριο, παραβιάσεις της μεθορίου από εναέρια μέσα, «ομιλίαι, χειρονομίαι, ύβρεις, προκλήσεις
ή απειλαί εκ της μίας πλευράς προς την άλλη εκ μέρους ατόμων ευρισκομένων επί εκατέρας των πλευρών της μεθορίου», φωτογραφήσεις, λαθρεμπόριο και λαθραλιεία. Τρείς διαφορετικές επιτροπές (Μεικτή Ελληνοτουρκική Επιτροπή Μεθοριακού Τομέα, Μεικτή Ελληνοτουρκική Επιτροπή Μεθοριακής Περιοχής, Ανώτατη Ελληνοτουρκική Μεθοριακή Επιτροπή) ανελάμβαναν να λύσουν τα προβλήματα αναλόγως της σπουδαιότητάς τους.
 
Είναι πολύ σημαντικό ότι με τις συμφωνίες 1969-1971 και ιδίως με το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου περί συντηρήσεως των Οροσήμων του 1971 καταργήθηκε σιωπηρά το πρωτόκολλο του 1963 ως προς το θέμα της ανταλλαγής εδαφών. Η ελληνική βουλή έχει επικυρώσει όλα τα πρωτόκολλα και τη συμφωνία με το Ν. 939/1979 (ΦΕΚ Α’ 149/1979). Η τουρκική πλευρά έχει επικυρώσει τα τρία από τα τέσσερα πρωτόκολλα με τον Ν. 2220/1979 (Τουρκικό ΦΕΚ 16605). Δεν υπάρχουν στοιχεία για την επικύρωση της συμφωνίας και του πρωτοκόλλου περί συντηρήσεως οροσήμων. Παρ’ όλα αυτά καμία από τις πέντε συμφωνίες δεν έχουν τεθεί εν ισχύι διότι ουδέποτε αντηλλάγησαν τα όργανα επικυρώσεως. Το θέμα ετέθη από ελληνικής πλευράς επανειλημμένως το 1991, 1993 και μετά το 2000. Είχε θεωρηθεί ότι αποτελούσε μέτρο οικοδομήσεως εμπιστοσύνης στην μετά-Ελσίνκι εποχή των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
 
Η μόνη από τις συμφωνίες που εφαρμόζεται de facto είναι αυτή περί περί προλήψεως και διευθετήσεως των μεθοριακών επεισοδίων. Παρ’ ολα αυτά τη δεκαετία του 1980 υπήρξαν δύο
τουλάχιστον επεισόδια με νεκρούς.35 Επίσης, κατά καιρούς έγιναν τεχνικής φύσεως εργασίες όπως
αποψιλώσεις και επισκευή συνοριακών πυραμίδων. Σε εκκρεμότητα παρέμεινε μέχρι προσφάτως
μία πολύ μικρή περιοχή στο δάσος των Καστανιών μεταξύ των συνοριακών πυραμίδων 1 και 2
λόγω εγέρσεως αμφισβητήσεων από πλευράς Τουρκίας.

4. Ως επίλογος: Η ελληνοτουρκική μεθόριος σήμερα

Στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα δύο είναι τα μεγάλα θέματα που σχετίζονται με την ελληνοτουρκική μεθόριο στον Έβρο: Οι πλημμύρες και η λαθρομετανάστευση.
• Παρά τις κατά καιρούς υπογραφείσες συμφωνίες για την αντιπλημμυρική προστασία,κυρίαρχο παραμένει το θέμα της τιθασεύσεως του Έβρου. Ενενήντα χρόνια μετά την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης ο ποταμός εξακολουθεί να πλημμυρίζει μεγάλες εκτάσεις στις παρόχθιες περιοχές. Η αντιμετώπισή του απαιτεί συντονισμένη δράση Ελλάδος, Τουρκίας και Βουλγαρίας. Βάσει των σημερινών δεδομένων περιβαλλοντικής προστασίας αποτελεί μάλλον ευτυχές γεγονός ότι για πολιτικούς λόγους δεν εφαρμόσθηκε πλήρως η μελέτη της αμερικανικής εταιρείας «Χάρτζα». Οι τομές και οι διώρυγες που προβλέπονταν, θα οδηγούσαν σε μεγάλη αύξηση της ταχύτητας των υδάτων του ποταμού με συνέπεια τη γρήγορη διάβρωση του εδάφους στην περιοχή του δέλτα του Έβρου. Η περιοχή του δέλτα σήμερα θεωρείται υγροβιότοπος διεθνούς οικολογικής σημασίας με
συνολική έκταση 95.000 στρεμμάτων (80.000 χερσαία και 15.000 στρ. υδάτινη επιφάνεια).
Περιλαμβάνεται στον κατάλογο των προστατευόμενων περιοχών της Διεθνούς Σύμβασης Ραμσάρ (1971), έχει χαρακτηρισθεί Ζώνη Ειδικής Προστασίας και προτείνεται ως Τόπος Κοινοτικού Ενδιαφέροντος στο Δίκτυο Natura 2000.36

• Η σχετική αποκατάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων μετά το 1999 συνέβαλε στην ελάττωση των επεισοδίων στην περιοχή της ελληνοτουρκικής μεθορίου στον Έβρο. Στα νέα προβλήματα που ανεφύησαν πιο σοβαρό είναι αυτό της λαθρομεταναστεύσεως. Η περιοχή του τριγώνου του Κάραγατς μετά το 2006 κατέστη η κύρια πύλη εισόδου παρανόμων μεταναστών στην Ελλάδα. Η κατάσταση συνεχίσθηκε μέχρι το 2012 οπότε και τοποθετήθηκε στην περιοχή από ελληνικής πλευράς φράχτης από συρματόπλεγμα ενώ παράλληλα διανοίχθηκε αντιαρματική τάφρος κατά μήκος των ελληνοτουρκικών συνόρων εντός ελληνικού εδάφους. Αυτά τα μέτρα σε συνδυασμό με την αυστηρή αστυνόμευση της περιοχής οδήγησαν στον σχεδόν απόλυτο αποκλεισμό εισόδου παρανόμων μεταναστών από το συγκεκριμένο τμήμα της ελληνοτουρκικής μεθορίου.
Το πιο σημαντικό, όμως, συμπέρασμα που προκύπτει από τη μελέτη του καθεστώτος των ελληνοτουρκικών συνόρων είναι άλλο. Οι προβλέψεις της συνθήκης της Λωζάννης για το καθεστώς
ήσαν ουσιαστικά τρείς: α) η αποστρατιωτικοποίηση της περιοχής, β) η οριοθέτηση επί του εδάφους
του ελληνοτουρκικού συνόρου και γ) η διευθέτηση της σιδηροδρομικής διασυνδέσεως της περιοχής. Θεωρητικώς οι προβλέψεις της συνθήκης ήσαν αρκούντως λεπτομερείς για να μη δημιουργηθούν προβλήματα. Στην πράξη, όμως, η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων υπήρξε δυσχερής και στις τρείς περιπτώσεις με πλέον σημαντική αυτή της οριοθετήσεως επί του εδάφους του ελληνοτουρκικού συνόρου. Ειδικώς, η συγκεκριμένη οριοθέτηση θα έπρεπε να είναι θέμα δευτερεύουσας σημασίας με εντελώς τεχνικά χαρακτηριστικά. Η πραγματικότητα αυτή αποδεικνύει πως όσο ακριβή και λεπτομερή και να είναι τα κείμενα διεθνών συμβάσεων, εφ’ όσον μεταξύ των ενδιαφερομένων πλευρών επικρατεί δυσπιστία ή κακή πίστη, θα βρεθεί έδαφος για να δημιουργηθούν προβλήματα. Υπ’ αυτό το πρίσμα τα όσα συνέβησαν με την οριοθέτηση του ελληνοτουρκικού συνόρου αποτελούν μικρογραφία των όσων συμβαίνουν επί χρόνια μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας με τα θαλάσσια όρια στο Αιγαίο.
..........................................................................................................................................................

 1 Οι συζητήσεις στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης έγιναν κατά την απογευματινή σύνοδο της 22ας
Νοεμβρίου 1922.
2 Στο κτήριο του σιδηροδρομικού σταθμού στεγάζεται μετά το 1982 το τουρκικό Πανεπιστήμιο Θράκης (Trakya Universitesi)
3 Βλ. δήλωση Ισμέτ πασά κατά τη συνεδρίαση της 26 Μαΐου 1923, σε Conférence de Lausanne sus les affaires du Proche-Orient (1922-1923), Recueil des actes de la Conférence, Deuxième Série, Tome 1, Procèsverbaux et documents relatifs à la seconde partie de la Conférence, 1923, σελ. 226-229.
4 Βλ. άρθρα 2 και 59 της Συνθήκης της Λωζάννης.
5 Βλ. ενδεικτικά το Νοέμβριο του 1922 οπότε μία μεγάλη ομάδα βούλγαρων κομιτατζήδων σε συνεργασία με Τούρκους Κομιτατζήδες υπό τον Φουάτ Μπέη εμφανίσθηκε στα χωριά Μέμκοβο (σημ. Μέδουσα) και Σαχίν (σημ. Εχίνος) της Ξάνθης. Υπήρξε σύγκρουση με τον ελληνικό στρατό με 25 νεκρούς. Οι συλληφθέντες Βούλγαροι καταδικάσθηκαν σε θάνατο. Η επίθεση στόχευε να θέσει υπό αμφισβήτηση την παραμονή της δυτικής Θράκης εντός των ορίων της Ελλάδος.
6 Βλ. άρθρα 100-108 της συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών.
7 Για περισσότερα βλ. Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Η Δυτική Θράκη στην εξωτερική πολιτική της
Βουλγαρίας-το ζήτημα της βουλγαρικής οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο (1919-1920), εκδόσεις Gutemberg, Αθήνα, 1997, σελ. 209-252.
8 Βλ. XVII Πρωτόκολλον σχετικόν προς την εν Σέβραις συναφθείσαν Συνθήκην την 10ην Αυγούστου 1920 μεταξύ των Προεχουσών Συμμάχων Δυνάμεων και της Ελλάδος περί προστασίας των εν Ελλάδι
Μειονοτήτων και προς την υπό την αυτήν χρονολογίαν συναφθείσαν συνθήκην μεταξύ των αυτών
δυνάμεων εν σχέσει προς την Θράκην.
9 Βλ. παρατήρηση Nintchitch, Συνδιάσκεψη της Λωζάννης, απογευματινή σύνοδος της 22ας Νοεμβρίου 1922. 
10 Για περισσότερα βλ. Τούντα-Φεργάδη, Α., «Το καθεστώς της αποστρατικοποιήσεως στην
ελληνοτουρκική μεθόριο του Έβρου», Η αποστρατικοποίηση των Ελληνοτουρκικών Συνόρων, επιμ.
Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη, Κ., Ροζάκης, Χ., Πάντειος Ανώτατη Σχολή Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα,1977.
11 Η ελληνική μετάφραση της Συμβάσεως περί της Μεθορίου της Θράκης χρησιμοποιεί τον όρο
ουδετεροποίηση (neutralization) αντί του ορθού αποστρατιωτικοποίηση (demilitarization) που αναφέρεται και στο πρωτότυπο κείμενο. Η ουδετεροποίηση μίας περιοχής ή η ουδέτερη ζώνη αναφέρεται στο εδάφους ενός κράτους, όπου δεν επιτρέπεται η είσοδος στρατιωτών ή η δημιουργία στρατιωτικών εγκαταστάσεων.
Ουδέτερη ζώνη συγκροτείται για να προσφέρει προστασία σε άμαχο πληθυσμό κατά τη διάρκεια
πολεμικών γεγονότων.
12 Βλ. ΙΙΙ Σύμβασις περί της μεθορίου της Θράκης, άρθρα 1 και 2.
13 Βλ. ενδεικτικά βρετανικά αρχεία FO 286/913, Disclosure No 2 in Constantinople despatch No 785 of 1924, 17 Οκτωβρίου 1924.
14 Βλ. “Σύμφωνο μη επιθέσεως μεταξύ της Βουλγαρίας και των κρατών της βαλκανικής συμμαχίας», Θεσσαλονίκη, 31 Ιουλίου 1938.
15 Βλ. άρθρο 4 της συνθήκης της Λωζάννης.
16 League of Nations Official Journal, τόμος 7, Απρίλιος 1926, σελ. 511-516, «Delimitation of the frontier between Greece and Turkey: question of the Maritza». Βλ. επίσης προσφυγή της Ελλάδος στο Συμβούλιο League of Nations, Document C100.1926.VII. 
17 Είχε διατυπωθεί κατά τις συνομιλίες της 22ας Νοεμβρίου 1922, Lausanne Conference, Minutes of the first meeting of November 22nd, 1922, Annex No. 10.
18 Πρόκειται για γερμανικό όρο ο οποίος προσδιορίζει είτε (α) τον δίαυλο που ακολουθεί τα πιο βαθιά σημεία ενός ποταμού είτε (β) τη γραμμή πλεύσεως του ποταμού είτε (γ) τη μέση γραμμή του πλωτού διαύλου του ποταμού. Για περισσότερα βλ. Δίπλα, Χ., Η χάραξη των συνόρων στους διεθνείς ποταμούς και λίμνες, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1990, σελ. 33-42.
19 Επρόκειτο για συμφωνία των αρχών της διασυμμαχικής Θράκης με τον Κυριάκο Παπαθανασίου την 19η Φεβρουαρίου 1920. Περιλαμβάνεται στον φάκελο που τηρείται στην Κοινωνία των Εθνών υπό τα στοιχεία Delimitation of the Frontier between Greece and Turkey, Question of the Maritza., αρ. 8.
20 Οι θέσεις αυτές εκφράσθηκαν στη διπλωματική διακοίνωση της τουρκικής πρεσβείας στην Αθήνα με την οποία απάντησε στην ελληνική διακοίνωση της 25ης Ιανουαρίου 1926, αρ. 15 του φακέλου που τηρείται στην Κοινωνία των Εθνών υπό τα στοιχεία Delimitation of the Frontier between Greece and Turkey, Question of the Maritza. Βλ. επίσης League of Nations Official Journal, Τόμος 7, σελ. 590-591, C.153.1926.VII.
21 Η ad hoc επιτροπή αποτελείτο από τους νομικούς M. Botella, N., Krumar και M. Rollin.
22 Βλ. Question of Jaworzina (Polish-Czechoslovakian frontier), PCIJ Advisory Opinion Β 8, 6 Δεκεμβρίου 1923, σελ. 57.
23 Delimitation of the Frontier between Greece and Turkey, Question of the Maritza, League of Nations Official Journal, Τόμος 7, 529 (1926), Exhibit-LE 13/12. Βλ. επίσης σχετ. παρατηρήσεις Νικολάου Πολίτη στο Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών, 28 Σεπτεμβρίου 1927, League of Nations Official Journal, Vol. 8, October 1927, σελ. 1469. Η απόφαση του Συμβουλίου στην υπόθεση της διαχαράξεως των ελληντουρκικών συνόρων στον Έβρο χρησιμοποιήθηκε προσφάτως στη διαιτησία μεταξύ της κυβερνήσεως του Σουδάν και του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού του Σουδάν, βλ. Μνημόνιο του Λαϊκού Στρατού, 18 Δεκεμβρίου 2008, παρ. 768.
24 Για τον σχολιασμό της αποφάσεως του Συμβουλίου της ΚτΕ βλ. Tenekides, C., “Le conflit de frontières entre la Grèce et la Turquie”, Bulletin de l'Institut Intermediaire International, Τόμος 18, 1928, σελ. 9-18. 
25 Βλ. Protocole des conclusions de la Commission de délimitation de la frontière Gréco-Turque, The P.G. Macris Trading & Industrial Co Ltd, Athenes, 1926
26 Το 1929 οι μετοχές των «Ανατολικών Σιδηροδρόμων» μεταβιβάσθηκαν στην επίσης γαλλικής
ιδιοκτησίας «Γαλλοελληνική Εταιρεία Σιδηροδρόμων» για να εξαγορασθούν το 1954 από την ελληνική κυβέρνηση.Ν.Δ. 3023/1954, Περί κυρώσεως της από 7 Μαρτίου 1954 συμβάσεως μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Γαλλοελληνικής εταιρείας Σιδηροδρόμων (Σ.Γ.Ε.) και περί εκχωρήσεως της εκμεταλλεύσεως του Σιδηροδρόμου Αλεξανδρουπόλεως-Σβίλεγκραντ εις τους Σιδηροδρόμους Ελληνικούς Κράτους (ΣΕΚ), ΦΕΚ Α΄ 228/1954.
27 Εστία, 26 Νοεμβρίου 1927.
28 Κυρώθηκε με τον Α.Ν. 1525/1938, ΦΕΚ Α΄ 482/1938.
29 Η συμφωνία υπεγράφη στην Άγκυρα την 20η Ιουνίου 1934. Βλ. Αναγκαστικός Νόμος 225/1936, ΦΕΚ Α΄ 474/1936.
30 Συμφωνητικόν υπουργών Δημοσίων Έργων Ελλάδος και Τουρκίας δια την κατασκευήν των
αντιπλημμυρικών έργων του ποταμού Έβρου, Κωνσταντινούπολη, 19 Φεβρουαρίου 1955. Συνημμένα στο συμφωνητικό ήσαν (α) Κανονισμός του τρόπου του αμοιβαίου ελέγχου κατασκευής των αντιπλημμυρικών έργων του ποταμού Έβρου και (β) πρόγραμμα κατασκευής αντιπλημμυρικών έργων. 
31 Οι διώρυγες θα ανοίγονταν στις θέσεις Νέα Βύσσα, Πέπλο, Φέρρες, Άίνος κατόπιν συνεννοήσεως
μεταξύ των δύο κυβερνήσεων.
32 Οι περιοχές που εξετάσθηκαν ήσαν α) η περιοχή έναντι του χωριού Πόρος, β) η περιοχή της ποτάμιας νησίδας Αμορίου, γ) η περιοχή Λουλού-Πραγκίου, δ) η ποτάμια νησίδα Δοϊράνη, ε) η (πρώην) ποτάμια νησίδα Νιαζήμ-μπέη στ) η περιοχή που είναι γνωστή ως τσιφλίκι (ή φάρμα) του Νιαζήμ-μπεη ζ) η ποτάμια νησίδα Τσιμπλάκ-αντά και η) το δάσος των Καστανιών.
33 Οι τουρκικές αμφισβητήσεις εντοπίζονται α) στην ποτάμια νησίδα Νιαζήμ-μπέη β) στο τσιφλίκι του Νιαζήμ-μπεη και γ) στο δάσος των Καστανιών που έχει έκταση 150 στρεμμάτων. Στο δασος των
Καστανιών το πρόβλημα δημιουργήθηκε με τη μετακίνηση του ποταμού Άρδα. Η περιοχή όπου
ακολούθως φύτρωσε το δάσος αποσπάσθηκε από τη δυτική πλευρά και προσκολλήθηκε στην ανατολική.
Κατά καιρούς οι κάτοικοι του χωριού Καστανιές ξυλεύουν το δάσος, όπου, όμως υπάρχουν περίπολοι και από τις δύο χώρες. Τα δένδρα τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 2000 ήσαν σημειωμένα με κόκκινους ή μπλέ δακτυλίους.
34 Κυρώθηκε με το νόμο 4334/1963, ΦΕΚ Α΄ 173/1963. Βλ. επίσης πράξη 122 της 2ας Αυγούστου 1963 ΦΕΚ Α’, 124, 17 Aυγούστου 1963, σημείο 11, σελ. 1087
35 Το πρώτο επεισόδιο έγινε όταν περίπολος ελλήνων στρατιωτών προσπάθησε να διώξει κοπάδι από
αγελάδες που προέρχονταν από την Τουρκία και είχαν εισέλθει σε ελληνική νησίδα της περιοχής
περνώντας από τα αβαθή. Το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν έπεσε σε αρδευτικό χαντάκι με αποτέλεσμα τον θάνατο ενός ατόμου. Το δεύτερο επεισόδιο έγινε την 19η Δεκεμβρίου 1986. Κατόπιν ανταλλαγής πυροβολισμών σκοτώθηκαν ένας έλληνας και δύο τούρκοι στρατιώτες. 
36 Βλ. Οδηγίες 79/409/ΕΟΚ και 92/43/ΕΕ. Παράλληλα, το 2002 συστήθηκε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «Φορέας Διαχείρισης Δέλτα Έβρου (άρθρο 13 του Ν.3044) με σκοπό τη διαχείριση της προστατευόμενης περιοχής.


ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

http://4.bp.blogspot.com/_NuhZMDR5O28/S_qK4rCNqWI/AAAAAAAAATQ/FgeBEEMBpt0/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.