Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ : ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ


Η παιδική και η εφηβική ηλικία του Παύλου Μελά


Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στην Μασσαλία της Γαλλίας. Πατέρας του ήταν Μιχαήλ Γ. Μελάς (1833-1897) και μητέρα του η Ελένη, το γένος Βουτσινά, κόρη γνωστού Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό. 
Ο Παύλος Μελάς κατάγεται από τη μεγάλη και ιστορική οικογένεια των Μελάδων της Ηπείρου, με ρίζες που φθάνουν ως την Κωνσταντινούπολη (πριν την Άλωση), ανάμεσα στις πιο ισχυρές στρατιωτικές και πολιτικές οικογένειες του Βυζαντίου, των Κεφαλάδων ή  κατά άλλους των Μελανιάδων (λόγω του χαρακτηριστικού μελαμψού χρώματος του προσώπου τους), ενώ κατά άλλους των Στρατηγόπουλων 1
Ο πατέρας του Παύλου, στη Μασσαλία, ασχολήθηκε με το εμπόριο και απόκτησε σημαντική περιουσία μεγάλο μέρος της οποίας, σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειάς του, διέθεσε για εθνικούς και για κοινωνικούς σκοπούς. Δραστήρια κοινωνικά και εθνικά ήταν και η μητέρα του Παύλου.
Το 1874 η οικογένεια Μελά έρχεται για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και κατοικούν στο κτίριο της οδού Πανεπιστημίου όπου βρίσκεται η Αθηναϊκή Λέσχη. Εκεί μεγαλώνει ο Παύλος με τα έξι αδέλφια του, το όμορφο, ψηλό και μελαχρινό αγόρι. Τα καλοκαίρια τους τα περνούν πότε στην Οδησσό και πότε στο Φάληρο, αλλά πιο συχνά στην Κηφισιά όπου ο πατέρας του κτίζει το εξοχικό τους σπίτι. Η μητέρα του, μεριμνά για όλους και για όλα, επιβλέπει και κατευθύνει το υπηρετικό προσωπικό, ράβει και πλέκει η ίδια για τα παιδιά της, φροντίζει για τους φτωχούς και γενικά, προσπαθεί να τους ικανοποιήσει όλους. Τα βράδυα με τον σύζυγο της, ομορφοντυμένη, παραβρίσκεται στις χοροεσπερίδες της κοσμικής - τότε - Αθήνας. Πολλές φορές, με ένα λαντώ (αμαξίδιο της εποχής) παίρνει τα παιδιά της να παίξουν στις εξοχές της Κηφισιάς, του Φαλήρου, του Ελαιώνα ή του Βασιλικού - τότε, Εθνικού σήμερα - Κήπου.
"... Το περιβάλλον του σπιτού του, η εθνική δράσις του πατέρα του, η παρακολούθηση των εθνικών εορτών και τελετών, ενασκούν τεράστια ψυχολογική επίδραση επ' αυτού [του νεαρού τότε Παύλου]. Το τυχαίον αντίκρυσμα πολλών όπλων φυλασσομένων κρυφά εις τα υπόγεια του σπιτιού του και προοριζομένων διά την Κρήτην, αι συζητήσεις περί των εθνικών θεμάτων που ήκουε συχνά εις το σπίτι του την εποχήν εκείνη, μετά τον Ρωσσοτουρκικόν Πόλεμον και την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), του επροξένησαν μεγάλη εντύπωσιν. Έκτοτε ήδη ωνειροπόλει να καταταγή εις τον Στρατόν, όταν μγαλώσει, ώστε και αυτός να αγωνισθή διά την επανόρθωσιν των αδικιών ..." 2.
Μεγαλώνοντας ο Παύλος αρχίζει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα αδέρφια του για την προθυμία του, την υποχωρητικότητά του και κυρίως για την καλοσύνη του και το ενδιαφέρον του προς τα μικρότερα παιδιά ή τα ζώα και γενικότερα τους αδυνάτους. Στο σχολείο υποστηρίζει τα μικρότερα και τ' αδύνατα παιδιά όταν τα ενοχλούσαν τα μεγαλύτερα και αργότερα, παλικάρι πια, φροντίζει μια άρρωστη φτωχή δασκάλα, ενώ συνεισφέρει και ενισχύει πρόθυμα, μυστικά, κάθε εθνική και φιλανθρωπική δράση.
Ο Παύλος Μελάς αγαπά με πάθος οτιδήποτε έχει σχέση με την Ελλάδα! Στον πατέρα του οφείλεται το ότι δεν ξεχνάει την γιαννιώτική του καταγωγή και ο μεγάλος πόθος του να ελευθερωθούν τα Γιάννενα. Ακούει με έντονο ενδιαφέρον τις ιστορίες που του λέει ο πατέρας του για τις οικογενειακές περιπέτειες του 1821 και η αγάπη του για την πατρίδα γίνετα όλο και πιο δυνατή. Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου για τον Παύλο είναι μεγάλη ημέρα και συμμετέχει με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση. 
Αυτή η εποχή, που μεγαλώνει ο Παύλος, είναι μια εποχή ιδιαίτερης αναταραχής για τα Βαλκάνια και τους βαλκανικούς λαούς. Από την Κρήτη μέχρι την Βοσνία [οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι "Βόσνιοι" ονομάζονται οι εξισλαμισμένοι Σέρβοι!] έχουν ξεσηκωθει με επαναστάσεις ενάντια στον Τούρκο Σουλτάνο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Κρήτη, η Θεσσαλία, η Μακεδονία και η Ήπειρος βρίσκονται ξεσηκωμένες και επαναστατικά αντάρτικα σώματα ξεπηδούν από παντού ζητώντας ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό και την ένωση με την "Μητέρα Ελλάδα". Τα σώματα αυτά ενισχύονται διαρκώς από εθελοντές, λαϊκοί και κληρικοί, στρατιωτικοί, χωροφύλακες, φοιτητές, μέχρι παιδιά-μαθητές και γέροι τρέχουν να ποσφέρουν βοήθεια στους υπόδουλους αδελφούς τους. Εθελοντές και βοήθεια με την μορφή εράνων φθάνουν από την Κύπρο, από το εξωτερικό, από παντού! Ταυτόχρονα, μεγάλα συλλαλητήρια ξεσπούν στην Ελλάδα κι ο λαός απαιτεί να κηρύξει η Ελλάδα πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό της Ρωσσίας (έχει ήδη ξεσπάσει ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος). Και ενώ ξεκινάει η επιστράτευση, ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος τελειώνει και υπογραφεται ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας (1878). Ο Ελληνικός Στρατός τελικά βρίσκεται συγκεντρωμένος στη Λαμία, χωρίς να προλάβει να πάρει μέρος στον πόλεμο. Το ώφελος της Ελλάδας από αυτά τα γεγονότα ήταν να επιτύχει αμνηστία για τους αγωνιστές- επαναστάτες της Κρήτης, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και την αποστολή Χριστιανού Διοικητή στην Κρήτη, και κάποιες αόριστες υποσχέσεις για το μέλλον...
Ο οκτάχρονος - τότε - Παύλος Μελάς πολύ λίγα καταλαβαίνει από τα γεγονότα αυτά, ζει όμως μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα κι ανυπομονεί να μεγαλώσει για να πολεμήσει κι αυτός. Κάποτε, ψάχνοντας να βρει τον πατέρα του, κατέβηκε στο υπόγειο του σπιτιού τους και με έκπληξή του αντίκρυσε ξύλινες κάσες γεμάτες με όπλα. Ο μικρός Παύλος διακατέχεται από έντονη επιθυμία να τα δει από κοντά, να τ' αγγίξει. Το ίδιο ξαφνιάστηκε και ο πατέρας του που τον βρήκε εκεί. Του εξήγησε ότι αυτά τα όπλα βρισκόταν εκεί για να συγκεντρωθούν και να σταλούν κρυφά στους επαναστάτες της Κρήτης και ότι δεν πρέπει να το συζητήσει με κανέναν αυτό και να το κρατήσει μυστικό. Κι ο μικρός Παύλος φυλάει γερά το μυστικό βαθιά στην καρδιά του αλλά το μυαλό του γυρίζει διαρκώς εκεί, στον αγώνα για την λευτεριά της πατρίδας.
Το 1881 ελευθερώνονται και προσαρτούνται στο Ελληνικό Κράτος η Θεσσαλία και η Άρτα, ενώ το 1885, σαν τελειόφοιτος του Γυμνασίου, ζει έντονα τα γεγονότα της προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε. Τα πατριωτικά του αισθήματα πληγώνονται και υποφέρει σε μεγάλο βαθμό. Σχεδιάζει να καταταγεί εθελοντής στο Στρατό ή να βγει "αντάρτης" στα ελληνο-τουρκικά σύνορα, να πολεμήσει, αλλά ένα σπάσιμο του ποδιού του τον κρατά τελικά καθηλωμένο στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά (1886), του δίνεται η ευκαιρία να δώσει εξετάσεις για την εισαγωγή του στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων (ΣΣΕ). 


Η εισαγωγή του Παύλου Μελά στη Σχολή Ευελπίδων

Η συνειδητή αυτή επιλογή του συμφωνεί απόλυτα με τα ευγενή και υψηλά ανθρωπιστικά του αισθήματα αλλά και τους υψηλούς και ανιδιοτελείς εθνικούς του σκοπούς. Από τις σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο, τρεις μέρες πριν από τις εισιτήριες εξετάσεις στην ΣΣΕ (Αύγουστος 1886) διαβάζουμε:
" ... Επιλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου ... Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και, όπως κάθε καλός στρατιώτης, θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι' αυτήν να αποθάνω. Καμιά δυσκολία δεν θα με σταματήσει ... Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων. Προς το παρόν, άλλωστε, δεν θα υποστώ εις την Στρατιωτικήν Σχολήν, παρά πειθαρχίαν, ολίγον σκληράν, και μερικές στερήσεις ..." 3.
Τον Σεπτέμβριο του 1886 ο Παύλος γίνεται δεκτός στην ΣΣΕ και ένα πρωινό του ιδίου μήνα, με ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης, αποχαιρετά του γονείς και διαβαίνει την πύλη της Σχολής, που εκείνη την εποχή στεγάζεται στον Πειραιά. Ταραγμένος νιώθει ακόμη την παράξενη συγκίνηση με την οποία, πριν να φύγει, είχε φιλήσει το χέρι των γονιών του και στ΄αυτιά του αντηχούν η βραχνη φωνή του πατέρα του που τον συμβουλεύει: "... υποταγή στο καθήκον... 'Ετσι θα πάρωμε τα Γιάννενα...",  και ο τρυφερός αποχαιρετισμός της μητέρας του: "...ο Θεός μαζί σου, γιέ μου ...".
Από τις πρώτες κιόλας μέρες της εισόδου του στην ΣΣΕ, αναγκάζεται -όπως κι οι υπόλοιποι Ευέλπιδες- να προσαρμοστεί, τόσο στο πρόγραμμα  όσο και στο πνεύμα της Σχολής. Η ζωή του αλλάζει από τα καθιερωμένα. Το ντύσιμό του, τώρα, είναι το γαλαζόμαυρο αμπέχωνο με τις κίτρινες επωμίδες, το μακρύ παντελόνι και το πηλήκιο της στολής. Το πρωινό εγερτήριο είναι στις 4:30 το πρωί το καλοκαίρι και στις 5 το πρωί τον χειμώνα. Μαθήματα, μελέτη, σκληρά γυμνάσια, κρύο φαγητό, μικρή ψυχαγωγία και σιωπητήριο στις 9.30 μ.μ. Ανάμεσα όμως σ΄αυτά, που αποτελούν το καθημερινό πρόγραμμα του εύελπι, υπάρχουν και τα καψόνια από τους ανωτέρους, που συχνά του φέρνουν δάκρυα στα μάτια, όχι από τον πόνο αλλά από την προσβολή και την οργή που νιώθει, γιατί δεν μπορεί ν΄αντιδράσει. Μόνο να τα εγκαταλείψει όλα μπορεί, αλλά δεν το κάνει, γιατί θα φανεί δειλός και άλλωστε μόνος του αποφάσισε να γίνει στρατιωτικός. Και σφίγγει τα δόντια και υπομένει και ξαφνικά γίνεται άντρας και μαθαίνει να ξεπερνά τις δυσκολίες και να επιμένει στο σκοπό του. Δε λείπουν επίσης και οι επιπλήξεις για τα σφάλματα συμπεριφοράς και οι ποινές - οι καμπάνες - για ό,τι προβλέπει ή και δεν προβλέπει ο κανονισμός. Κρατήσεις, στερήσεις εξόδου, φυλακίσεις και παρουσίαση στο Διοικητή την ώρα της αναφοράς κρίνονται αναγκαία, για να συνηθίσουν το νέο σ΄έναν αυστηρό και πειθαρχημένο τρόπο ζωής γιατί έτσι θα πρέπει να ζει στο εξής. Ευχάριστα διαλείμματα στην αυστηρά προγραμματισμένη ζωή του αποτελούν οι ολιγόωρες εξόδοι της Κυριακής και η άδεια, μια φορά το μήνα, με ή χωρίς διανυκτέρευση.

Στις αρχές Οκτωβρίου 1886 ορκίζεται πρωτοετής Εύελπις. 
Η επιστολή που στέλνει στον πατέρα του, μετά την ορκωμοσία του, αντανακλά έντονα τις ιδέες και τα συναισθήματα που κατακλύζουν τον νεαρό Εύελπη, τις μελλοντικές προσδοκίες και τα όνειρά του, αλλά και της αίσθησης της ευθύνης που αναλαμβάνει, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Γράφει λοιπόν:
" ... Σεβαστέ μου πατέρα ... Προχθές το πρωί έδωσα τον νενομισμένον όρκον ... Σας βεβαιώ ότι ορκίσθην έχων πλήρη συναίσθησιν των υπό του όρκου επιβαλλομένων καθηκόντων, σταθεράν δεν απόφαση να τα εκτελέσω.  Διά τούτο και εκ βάθους καρδίας ωρκίσθην υπακοήν εις τους νόμους της Πατρίδος, σέβας, πίστιν και αφοσίωσιν εις τον Βασιλέα μου, και ότι θέλω υπερασπίσει μέχρι τελευταίας πνοής την σημαίαν και την Πατρίδαν ... Πριν τελειώσω την επιστολή μου σας παρακαλώ, Σεβαστέ μου πατέρα, να μ' ευχηθείτε όπως ο Θεός με βοηθήσει να τηρήσω εντίμως τον όρκον μου, μέχρι τελευταίας στιγμής της ζωής μου ..." 4.
 

Με αγωνία περιμένει τον Παύλο η μητέρα του σε κάθε άδειά του κι ενώ τον περιποιείται, προσπαθεί με τρόπο να καταλάβει πώς περνά. Αλλά και ο Παύλος νιώθει μισή τη χαρά της άδειας, αν δεν κατορθώσει να περάσει κάποια ώρα το απόγευμα με τον πατέρα του συζητώντας μακριά από τους άλλους για τα όσα συμβαίνουν γύρω τους. Αλληλογραφεί συχνά με την οικογένειά του και ιδίως με τη μητέρα του και κυρίως, όταν για κάποια απειθαρχία του, χάνει την άδειά του. 

Και φθάνει ο πέμπτος και τελευταίος χρόνος. Και ο Παύλος, αφού μαθαίνει τα αποτελέσματα των εξετάσεων, σβήνει με το μολύβι την τελευταία ημέρα στο ημερολόγιό του, ενώ ταυτόχρονα περνούν από μπροστά του τα όσα πέρασε στα πέντε χρόνια των σπουδών του, πού όμως δεν θα ήθελε να ξαναζήσει, έστω και αν τα θυμάται με αγάπη.

 

Η αποφοίτησή του από την ΣΣΕ και ο γάμος του με την Ναταλία Δραγούμη
 

 
Τον Αύγουστο του 1891 και μετά από 5ετή φοίτηση στην ΣΣΕ, ο Παύλος Μελάς αποφοίτησε σαν Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού (ΠΒ).  Για τρεις μήνες όμως υπηρετεί σαν απλός στρατιώτης στην αρχή και ως υπαξιωματικός στη συνέχεια, στους στάβλους και στους θαλάμους του Α' Συντάγματος Πυροβολικού.

Για να διοικήσεις αργότερα σωστά, πρέπει να γνωρίζεις και συ αλλά και ο τελευταίος στρατιώτης σου ότι είσαι ικανός για όλα (να περιποιείσαι τα άλογα, να κοιμάσαι σε σανίδες κ.λ.π.). Και κάθε μέρα με τον ίδιο ενθουσιασμό κάνει πρωί και απόγευμα την υπηρεσία του: γυμνάσια, επιθεώρηση, εκπαίδευση ανδρών, θεωρία, βολή. Τους άνδρες του τους γνωρίζει καλά έναν-έναν, τους αγαπάει. Κι αυτοί τον εμπιστεύονται, του φανερώνουν τις στενοχώριες τους, τις σκέψεις τους και τον αποκαλούν πατέρα. Και είναι ακόμη τόσο νέος και είναι η αρχή!


Το ίδιο καλοκαίρι του 1891 που τελειώνει τη Σχολή, γνωρίζει και τη Ναταλία Δραγούμη, που την παντρεύεται τον επόμενο χρόνο, τον Οκτώβριο του 1892. Είναι σε ηλικία 22 μόλις χρονών. Πεθερός του είναι ο Στέφανος Δραγούμης, που ασχολείται με την πολιτική, αλλά και με αρχαιολογικές και γλωσσολογικές μελέτες. Αδερφός της Ναταλίας είναι ο Ίωνας Δραγούμης. Η οικογένεια Δραγούμη κατάγεται απο το Βογατσικό της Μακεδονίας και είναι ένθερμοι πατριώτες, περήφανοι για την καταγωγή τους. Ο γάμος του αυτός, με την Ναταλία, υπήρξε καθοριστικός για τον Παύλο, τόσο για την αποκρυστάλλωση των πατριωτικών του αισθημάτων και πεποιθήσεων προς την Μακεδονία, όσο και για την μετέπειπα σύντομη ζωή του.
Αυτό ομολογεί κι ο ίδιος σε επιστολή του που σώζεται προς τη σύζυγό του, στα οποία μεταξύ άλλων της γράφει: " ... τα πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, αλλ' ιδίως ηθικού, τα οποία συνάντησα εις την αγαπητήν, την αγία σου οικογένεια μ' εβοήθησαν ..."5.
Ο Παύλος συμφωνεί απόλυτα με τη γυναίκα του στις ιδέες, γιατί έχουν υποστεί και οι δύο τον ίδιο τρόπο της πατριαρχικής ανατροφής με τα πολλά και χαρούμενα αδέλφια. Η νέα οικογένεια του Παύλου δεν τον ξεχωρίζει από τα παιδιά της και τα αδέλφια της γυναίκας του λατρεύουν αυτόν τον ψηλό αξιωματικό, το γλυκομίλητο, με το ωραίο πρόσωπο και το λιγερό παράστημα και που στα μάτια τους φαντάζει σαν Εκτορας ή Μάρκος Μπότσαρης ή Αθανάσιος Διάκος. Και η ζωή του κυλά ήρεμα και όμορφα ανάμεσα στην καθημερινή του υπηρεσία στο στρατώνα, στο σπίτι του, στις εκδρομές, στους χορούς και στις συναναστροφές.
 



Στα μέσα του 1894 γεννιέται το πρώτο του παιδί, ο Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη.  

Τη χαρά όμως που νιώθει από τη γέννηση και το μεγάλωμά του γιου του, του τη μειώνει η γενική κατάσταση της πατρίδας του, που δεν είναι καθόλου ικανοποιητική. Η Μακεδονία υπονομεύεται από τη Βουλγαρία, η Κρήτη σιγοβράζει επικίνδυνα κάτω πάλι από Τούρκο επίτροπο, η Κρητική επανάσταση του 1889 μένει αβοήθητη από τον Ελληνικό Στρατό και η οικονομία της χώρας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Οταν όμως το 1895 με έξοδα του ηπειρώτη Αβέρωφ αρχίζει να γίνεται το Παναθηναϊκό Στάδιο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες που θα γίνονταν το 1896 στην Αθήνα, ο ελληνισμός για λίγο ανασαίνει. Κι όταν ο Μαρουσιώτης Σπύρος Λούης, ανάμεσα σε τόσους ξένους αθλητές έρχεται πρώτος στο Μαραθώνιο δρόμο, ο ελληνισμός μεθάει από τη νίκη και καμαρώνει ξεχνώντας για λίγο τα προβλήματά του!
Το Μαΐο του 1896 ξεσπά καινούρια επανάσταση στην Κρήτη και η αδράνεια του Ελληνικού Στόλου ενοχλεί και στενοχωρεί τον Παύλο, που με τη Χαρτογραφική Υπηρεσία του Στρατού βρίσκεται εκείνη την εποχή στους Μύλους του 'Αργους. Στα τέλη του Αυγούστου 1896, η Τουρκία φοβισμένη από τη διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων για τις σφαγές των Αρμενίων στην Κων/πολη, παραχωρεί στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας και οι Κρήτες ησυχάζουν. Οταν όμως στο τέλος του Οκτωβρίου 1896 δεν εφαρμόζεται σωστά ο νέος οργανισμός, αρχίζουν καινούριες ταραχές. Η Κρήτη ξεσηκώνεται και στις 25 Ιανουαρίου 1897 η επαναστατική κυβέρνηση κηρύσσει στη Χαλέπα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η συμπαράσταση τότε του ελληνικού στόλου είναι άμεση και κατεβαίνει στην Κρήτη, για να εμποδίσει την απόβαση τουρκικού στρατού στις ακτές του νησιού. Ο Παύλος που τον απασχολούν ιδιαίτερα τα εθνικά θέματα, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τα γεγονότα της Κρήτης, ενώ ταυτόχρονα ανησυχεί πολύ για τη Μακεδονία, που υποφέρει και από τους Τούρκους και από τους Βουλγάρους. Η ίδρυση της Εθνικής Εταιρείας - 12 Νοεμβρίου 1894 - της μυστικής δηλαδή οργάνωσης - που έχει σαν σκοπό της να βοηθήσει στην επίλυση των εθνικών προβλημάτων με τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και την ηθική της ανύψωση, τον ανακουφίζει και τον κάνει να ελπίζει για το καλύτερο.

 


4. Το "βάπτισμα του πυρός" του Ανθυπολοχαγού (ΠΒ) Παύλου Μελά και η συμμετοχή του στον "άτυχο" πόλεμο του 1897

Ο Παύλος υπηρετεί ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου του 1897 διατάσσεται να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας αναχωρεί στρατός, για να καταλάβει την Κρήτη. 

Απογοητευμένος γιατί η δική του μονάδα δε μετέχει σ΄αυτή την επιχείρηση, επιστρέφει στο σπίτι του και ενημερώνει τους δικούς του. Και παρά την πίκρα του, παίρνοντας μέρος στη γενική χαρά γράφει στο σημειωματάριό του "...με κόπο συγκρατω τά δάκρυά μου... Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος... δέν έζησα παρά μέ αυτήν καί δι΄αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή...".

 
Στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ο Παύλος κατευοδώνει μια στρατιωτική φάλαγγα, μαθαίνει με χαρά ότι η πεδινή πυροβολαρχία του πρίγκιπα Νικολάου στην οποία υπηρετεί, διατάσσεται ν΄αναχωρήσει το γρηγορότερο για τη Λάρισα. Πετώντας σχεδόν επιστρέφει στο στρατώνα του για να καταλήξει σπίτι του και να παίξει με το γιο του. Πρώτη φορά δεν αισθάνεται λύπη που θα αφήσει τους δικούς του. Μετά τρεις ημέρες επιβιβαζόμενοι σε πλοία στον Πειραιά αναχωρούν και μέσω Χαλκίδας φθάνουν στο Βόλο, απ΄όπου σιδηροδρομικώς καταλήγουν στη Λάρισα, όπου η υποδοχή που τους γίνεται αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. "... Είμαι ευτυχής μόνον μέ τήν ιδέαν ότι είμεθα εδώ διά νά υπερασπίσωμεν την πατρίδα..." γράφει στη γυναίκα του περιμένοντας την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, "... από στιγμής εις στιγμήν αναμένομεν να φύγωμεν. Ο Θεός να δώση...".
Στις 5 Απριλίου 1897 αρχίζουν οι εχθροπραξίες. Το τηλεγράφημα του Παύλου που φθάνει στην Αθήνα φανερώνει τον ενθουσιασμό του για το ξεκίνημα του πολέμου "... Ευχηθητε υπέρ πατρίδος μόνον. Ασπάζομαι πάντας. Εύχομαι Μίκης αισθανθή ποτε καί αυτός χαράν μου..."
Ενθουσιασμένος κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, πολύ σύντομα και σε λίγες μόνο μέρες γίνεται αφάνταστα πικραμένος, λόγω της τροπής που πήρε για την Ελλάδα ο πόλεμος εκείνος.  Μέσα από τα επόμενα  γράμματά προς τη γυναίκα του, γραμμένα τα περισσότερα βιαστικά με μολύβι, περνούν τα δυσάρεστα γεγονότα αλλά και τα όσα νιώθει ο ίδιος αυτές τις τριάντα (30) οδυνηρές ημέρες του 1897. Ετσι ο αρχικός του ενθουσιασμός : "... εις ολίγα λεπτά φεύγομεν διά το Μπουγάζι (αριστερά του Τυρνάβου)... Περιττόν να σου ειπω τήν χαράν, την ευτυχία μου....", μετατρέπεται γρήγορα σε απογοήτευση: "... Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν την συλλογίζωμαι ... 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πώς έρχονται οι Τούρκοι...". Ύστερα, και πάλι σε καινούρια ελπίδα με τη διαταγή του Διαδόχου : "... ότι θέλομεν υπερασπισθή το έδαφος του Δομοκου ...", για να καταλήξει σε λίγο πάλι σε απόγνωση και απελπισία : ".. ήρχισεν η νυκτερινή αυτή υποχώρησις. Φοβερωτέρας ώρας ουδέποτε διηλθον...". Σε άλλο του γράμμα πάλι, καταλήγει: "... Σκέπτομαι αδιάκοπα τα αγαπημένα μου πρόσωπα και παρακαλώ τον Θεόν να μου επιτρέψει να τα ξαναδώ, μόνον αφού σβύσωμεν την φιβεράν ατιμίαν του δυστυχισμένου τόπου μας ..." 6.
Τέλος, το τηλεγράφημα του πατέρα του, που έρχεται από την Αθήνα με τα λόγια: "... Απεφασίσθη ανακωχή..." (6η Μαΐου 1897), είναι για τον Παύλο ο ταπεινωτικός επίλογος μιας εκστρατείας, από την οποία περίμενε πολλά!

Κουρασμένος τότε περισσότερο ψυχικά - "... κατόπιν της εκ Δομοκού γενναίας φυγής μας ..." - παρά σωματικά, αρρωσταίνει με υψηλό πυρετό. Ανήσυχος ο γιατρός του Συντάγματος τον στέλνει στη Λαμία, όπου στο πλωτό νοσοκομείο "Θεσσαλία" συναντά τη γυναίκα του Ναταλία, η οποία υπηρετεί εκεί ως νοσοκόμος. Τρομαγμένη αντικρίζει τον αδύνατο και εξαντλημένο άνδρα της και σιωπηλή και ξάγρυπνη κάθεται όλη τη νύκτα στο πλάι του, ενώ εκείνος παραδέρνει σε ύπνο ταραγμένο. Φθάνοντας στη συνέχεια στην Αθήνα βρίσκει παρηγοριά στην οικογενειακή θαλπωρή. Δεν μένει όμως πολύ. Σε μία εβδομάδα ζητάει να μετατεθεί στη Λαμία, στις προφυλακές. Κι ενώ υπηρετεί χωρίς απρόοπτα στην πυροβολαρχία του, ένα μήνυμα για την αρρώστια του πατέρα του τον ταράζει. Κατεβαίνει αμέσως στην Αθήνα και τον προλαβαίνει ζωντανό. Σε δυο όμως ημέρες, ο πατέρας του πεθαίνει. Ο θάνατος αυτός, που τον συγκλονίζει, είναι γι΄αυτόν το συμπλήρωμα της εθνικής καταστροφής!

Μετά το θάνατο του πατέρα του ξαναγυρίζει απαρηγόρητος στη Λαμία. Η συγκατοίκησή του με δύο αγαπητούς του συναδέλφους μετριάζει τη βαθιά του λύπη. Χωρίς αυτούς θα είχε παραιτηθεί και θα είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Τότε μάλιστα περνά την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του. 'Οπως ομολογεί και ο ίδιος "... πότε ειμαι ευχαριστημένος ... διότι ελπίζω να διορθωθη αυτή η κατάστασις πότε πάλιν αηδιάζω και απογοητεύομαι καί δέν θέλω ν΄ακούω και να σκέπτωμαι τίποτε ...". Παντού όμως και πάντα θυμάται τον πατέρα του, που κοντά του "... ελησμονούσα όλας τάς στεναχωρίας μου ...".

Κι ενώ τον πνίγει η μονοτονία της Λαμίας, στις 5 Μαΐου 1898 (έναν χρόνο μετά την ανακωχή του 1897) αρχίζει η εκκένωση του θεσσαλικού κάμπου από τους Τούρκους. Ο Παύλος, έφιππος, επισκέπτεται το χώρο που μόλις έχουν εγκαταλείψει οι Τούρκοι και μεταξύ άλλων γράφει σθγκινημένος στους δικούς του. "... ειναι αδύνατον να σας ειπώ τι αισθάνεται ένας άνθρωπος, όταν επαναβλέπει μέρη και πράγματα παρά τα οποία ησθάνθη συγκινήσεις διά βίου αλησμονήτους ..." . 
 

Η 2η αποστολή στην Μακεδονία

Η διαταγή, που τον έχει φέρει στην Αθήνα, αναφέρεται σε προσωρινή ανάκληση. Το γεγονός αυτό καθώς και οι επίσημες διαβεβαιώσεις για σύντομη επιστροφή, του δημιουργούν ελπίδες. Αλλά ο καιρός περνά χωρίς τίποτα το ουσιαστικό και η ανυπομονησία του μεγαλώνει. Στο μεταξύ τα γράμματα που του έρχονται απο τη Μακεδονία είναι γεμάτα από περιγραφές τραγικών συμβάντων και απελπισμένες εκκλήσεις για βοήθεια. Και νιώθει υπεύθυνος, γιατί η προηγούμενη αποστολή του έχει δημιουργήσει στους δυστυχείς Μακεδόνες ελπίδες, που μέχρι τώρα αποδεικνύονται μάταιες.

'Ενα απόγευμα, στα τέλη του Ιουνίου του 1904, δύο πρόσωπα από την Κοζάνη τον επισκέπτονται και αφού του ανακοινώνουν ότι έχουν ετοιμάσει την άμυνά τους, τον παρακαλούν να μεσολαβήσει ώστε να τους σταλούν Έλληνες Αξιωματικοί, για να τη διευθύνουν και να την οργανώσουν πιο συστηματικά. Παράλληλα όμως, του αποκαλύπτουν ότι "... όλοι επιθυμούν έντονα να τον ξαναδούν κοντά τους ...". Και ο Παύλος, συγκινημένος, τους υπόσχεται αμέσως ότι "... γρήγορα θα βρεθεί στην Κοζάνη, για να τους οργανώσει ...".

Μάταια οι δικοί του προσπαθούν να τον μεταπείσουν! Εχει όπως λέει "... αρβανίτικο, αγύριστο κεφάλι!" και δεν αλλάζει γνώμη. 'Ετσι στις 9 Ιουλίου 1904 παίρνει εικοσαήμερη άδεια από το διοικητή του και μεταμφιεσμένος σε χωρικό, αναχωρεί μυστικά τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας για την καινούρια του αποστολή, που έχει αποφασίσει μόνος του. Μετά από ένα δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι φθάνει στην Κοζάνη στις 19 Ιουλίου 1904. Στις αλλεπάληλες και με μεγάλη μυστικότητα και προσοχή συναντήσεις που έχει με τα μέλη της επιτροπής Αμύνης στην Κοζάνη, αρχικά, και στη Σιάτιστα στη συνέχεια, συμβουλεύει, καθοδηγεί και οργανώνει. Προτείνει να αυξήσουν τον αριθμό των τμημάτων της 'Αμυνας, να διενεργούν εράνους για την ενίσχυση του αγώνα, να ενισχύουν το φρόνημα και το ηθικό των άτολμων και δειλών, και η Εκκλησία, όπως πάντα, να συμπαραστέκεται, να προστατεύει και να ενισχύει με κάθε τρόπο.

Στα γράμματά του που στέλνει κυρίως στη γυναίκα του περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες της διαβίωσης του, τη συνεχή του προσπάθεια να κρατήσει μυστική την ταυτότητά του - συναλλάσσεται μάλιστα σαν ζωοέμπορος στις αγορές - αλλά και τον ενθουσιασμό του, γιατί παρά τις αρχικές του απογοητεύσεις, οι προσπάθειές του αποδίδουν καρπούς: "... Δεν έχεις ιδέαν πόσον πατριωτισμόν έχουν αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να γνωρίζει κανείς τους κινδύνους, τους οποίους καθ΄εκάστην διατρέχουν, δια να εννοήση και το θάρρος και τον πατριωτισμόν των...".
Η εικοσαήμερη όμως άδειά του πλησιάζει στο τέλος της και η αίτησή του για επιπλέον άδεια τεσσάρων μηνών δεν εγκρίνεται. Αναγκάζεται λοιπόν να επιστρέψει ικανοποιημένος, από το μέχρι τώρα έργο του, και αποφασισμένος να ξαναγυρίσει. Στην Αθήνα, αφού εκθέσει στον Πρωθυπουργό Θεοτόκη την κατάσταση, ζητάει την άδεια να συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα, να επιστρέψει εκ νέου στην Μακεδονία και ν΄αγωνισθεί μαζί τους. Με αυτά τα σχέδια φθάνει στις 3 Αυγούστου 1904 στην Αθήνα και, αφού ζει για λίγο την οικογενειακή θαλπωρή, αρχίζει πάλι ετοιμασίες για αναχώρηση στην Μακεδονία.
Οι συνθήκες τώρα για την ενίσχυση του Μακεδονικού Αγώνα είναι πολύ καλύτερες απ' ότι στην αρχή (1903). Ο Λάμπρος Κορομηλάς είναι Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, οι δραστηριότητες των Ελλήνων Αξιωματικών και των αντάρτικων ομάδων στην Κεντρική και Ανατολική κυρίως Μακεδονία είναι συστηματοποιημένη, οι δισταγμοί και τα εμπόδια έχουν παραμεριστεί και το κυριώτερο, ο Παύλος αναλαμβάνει τη γενική αρχηγία των σωμάτων στις περιφέρειες Μοναστηριού και Καστοριάς (όπως αναφέραμε και παραπάνω).
Σε ένα γράμμα προς τη γυναίκα του αναφέρει χαρακτηριστικά "... Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, τήν ευτυχία που αφήνω αισθάνομαι ότι μ΄όλον τόν ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήρα μου, ο βίος ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ΄από τινός δεν ηξεύρω τι έπαθα, έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης ως φαίνεται, αφού έχει τήν ισχύν να κατασιγάση όλα τα άλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονία ...".



 
Η 3η αποστολή στην Μακεδονία
Την 18η Αυγούστου 1904 αποχαιρετά τη γυναίκα του για τρίτη και τελευταία, όπως της υπόσχεται, και με τις γνωστές ήδη δυσκολίες φθάνει στη Μακεδονία στις 27 του ίδιου μήνα (27η Αυγούστου 1904) με 27 άνδρες.

Πεζοπορώντας για πολλές ώρες, πολλές ημέρες και με πολλές προφυλάξεις για να μη συναντηθούν με τουρκικά αποσπάσματα, προχωρούν μέσα στο μακεδονικό έδαφος με τελικό προορισμό την Καστοριά. Προβλήματα διαρκώς ορθώνονται μπροστά τους, όπως φαίνεται από τα γράμματά του: "...Είμεθα ήδη μίαν εβδομάδα εν πορεία και ακόμη τριγυρίζομεν περί την Σαμαρίναν, ενω κάθε ημέρα που περνά και πολύτιμος καιρός χαμένος είναι και εις περισσότερον κίνδυνο προδοσίας ή καταδόσεως μας θέτει.... Οι άνδρες μου ειναι μελαγχολικοί, εγώ δε ενδομύχως πλέον ή λυπημένος. Βλέπω μέχρι ώρας μόνον δυσκολίας... Οι Τούρκοι είναι ειδοποιημένοι, οδηγόν δέν έχομεν, το έδαφος δεν το γνωρίζομεν! Θα φθάσωμεν ποτέ εκει ή μήπως οι Τούρκοι θα μας αρχίσουν το κυνηγητό και έτσι θα ναυαγήσουν όλοι οι πόθοι να βοηθήσωμεν τους εκεί αδελφούς; Θεέ μου, Θεέ μου! Και ενώ ευρίσκομαι εις τόσην απόγνωσιν ενδομύχως, προσπαθω να ενθουσιάζω και να ενθαρρύνω τους άνδρας μου... Βρέχει δυνατά και ακατάπαυστα... από χθές το πρωί, εκτός μιας παλιοπροβαίνας, την οποίαν εμοιράσαμεν 27 άνδρες χωρίς ψωμί, είμεθα εντελώς νηστικοί. Πεινώμεν φοβερά .... Είμεθα όλοι υγροί ως τα κόκκαλα, οι πλειστοι έχουν πυρετόν .... Ομίχλη φοβερά διαδεχθείσα μετ΄ολίγον την βροχήν επιβραδύνει ουκ ολίγον την πορείαν μας... Η απότομος και ολισθηρά κλίσις του βουνού, τα πυκνότατα και δύσκαμπτα δενδρύλλια, τα οποία είναι κάθυγρα από την βροχήν, μας παιδεύουν φοβερά. Ημείς, τα όπλα μας, οι κάπες μας βαρειές από την βροχήν, πέφτομεν, σκοντάφτομεν, γλυστρώμεν διαρκώς...". 

Μόνο όποιος έχει βρεθεί και έχει περπατήσει στα μέρη που περιγράφει στο γράμμα του και με τέτοιες συνθήκες γνωρίζει πόσο δύσκολη πραγματικά και δύσβατη είναι αυτή η περιοχή! Μετά από συνεχή πορεία αρκετών ημερών και συνήθως σε συνθήκες βροχής και κακοκαιρίας, φθάνει με τους άνδρες του στις 8 Σεπτεμβρίου 1904 στο Κωσταράζι από το οποίο η Καστοριά απέχει δύο ώρες με τα πόδια. Εκεί μένουν δύο ημέρες για να συνέλθουν, ώστε ξεκούραστοι να συνεχίσουν την εκτέλεση της αποστολής τους. "... Τρέμω καί συγκινούμαι σκεπτόμενος ότι εγώ, ο οποίος ουδέ μύγαν εσκεμμένως εσκότωσα ποτέ, από αύριον θά φονεύσω, θα δολοφονήσω ίσως καί ανθρώπους ακόμη. Τρέμω, αλλ΄ανυπομονώ να το κάμω..."

Και αρχίζει τις επαφές του στη γύρω περιοχή. Για λόγους ασφαλείας, επισκέπτεται νύχτα την Καστοριά, της οποίας ο θαρραλέος Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, που είναι η "ψυχή" όλης της περιφέρειας, και καταλήγει με τους άνδρες του στη Μονή Τσιριλόβου, όπου τους φιλοξενούν οι μοχαχοί. Οι Μακεδόνες, μαθαίνοντας την άφιξή τους ανασαίνουν και ενθουσιάζονται, τους αντιμετωπίζουν σαν σωτήρες. Στις επιδιώξεις του Παύλου - του καπετάν Μίκη Ζέζα - και των ανδρών του είναι και η σύλληψη και η τιμωρία των Ελλήνων προδοτών, που συμπράττουν με τους κομιτατζήδες. Και ο Παύλος αναριωτιέται "...αν ειχα τo δικαίωμα εγώ να συλλάβω οιονδήποτε άνθρωπον, οσονδήποτε κακούργος και αν ειναι, να τον τραβήξω από την οικογένειάν του και να τον φονεύσω!... Εγώ όμως ουδέν άλλο στήριγμα πλην της προς την πατρίδα και το γένος μου αγάπης έχω. Μα την αλήθειαν, πολύ θάατ΄αγαπω και τα δύο διότι, καίτοι υποφέρω, καίτοι κλαίω, θ΄αφήσω να γίνη εκείνο που απεφασίσθη..." .

Κι ενώ ετοιμάζεται να επιτεθεί σε περιοχή, όπου κρύβονται κομιτατζήδες, οι ντόπιοι κάτοικοι αρνούνται να τον οδηγήσουν, ενώ ο ίδιος δε γνωρίζει τα μέρη, για να κινηθεί. Είναι η δεύτερη φορά που ματαιώνονται τα σχέδιά του από την απροθυμία των κατοίκων. Στενοχωριέται, αλλά τους δικαιολογεί, γιατί ο μικρός αριθμός των ανδρών του δεν τους εμπνέει εμπιστοσύνη και η πιθανή αποτυχία θα δημιουργήσει σκληρά αντίποινα σε βάρος τους. "... Εχουν και δίκαιον οι δυστυχείς και πολλάκις μου υπενθυμίζουν την από ημας εγκατάλειψίν των την άνοιξιν ..."

Εν τούτοις, παρά την απροθυμία των κατοίκων και τις δύσκολες καιρικές συνθήκες - βρέχει συνεχώς για 23 ημέρες - με κέντρο τα ελληνοαλβανικά χωριά Νεγοβάνη, Λέχοβο, και Νέβεσκα, που βρίσκονται βορειοανατολικά της Καστοριάς, οργανώνει τα περίχωρα, ώστε να περιθάλπουν τα στρατιωτικά αποσπάσματα, να φροντίζουν την ασφάλεια των κατοίκων, τους οποίους να διαφωτίζουν και να ενθαρρύνουν, ώστε να μην πείθονται από την προπαγάνδα και εγκαταλείποντας την ορθοδοξία να γίνονται σχισματικοί. Γιατί οι Βούλγαροι εποφθαλμιούν τη Μακεδονία και επειδή δε μπορούν να την προσαρτήσουν στη χώρα τους με επανάσταση, όπως έκαναν με την ελληνική Ανατολική Ρωμυλία το 1885, προσπαθούν να το πετύχουν πείθοντας τους Μακεδόνες ότι αν ξεσηκωθούν μαζί τους θα αποκτήσουν την αυτονομία τους. Και παρασύρουν μερικούς και τους ζητούν χρήματα, για να τους εξοπλίσουν δήθεν, μα όπλα δεν τους δίνουν ποτέ! Κι όταν οι Μακεδόνες συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται να ελευθερωθούν αλλά να αλλάξουν απλώς κατακτητή - από τους Τούρκους δηλαδή να περάσουν στους Βουλγάρους - και αντιστέκονται, αντιμετωπίζουν την οργή των συμμοριών που ορμούν στα άοπλα χωριά και καίνε, βασανίζουν, σκοτώνουν, αποκεφαλίζουν αρχίζοντας κυρίως από τους ιερείς, τους δασκάλους, τους προεστούς που είναι η πηγή της αντίστασης.

Και γι΄αυτό είναι ευχαριστημένος, γιατί η οργάνωση προχωρεί με επιτυχία και αρχίζει να γίνεται και ο ίδιος ο φόβος των Βουλγάρων και των προδοτών. Η φήμη του εξαπλώνεται σε όλη την περιφέρεια! Πολλοί μάλιστα τον επισκέπτονται και του φέρνουν τα παιδιά τους να του φιλήσουν το χέρι, ενώ άλλοι του γράφουν. "... Καταλαβαίνομεν... τήν καλοσύνην σου καί είδομεν τό φως τό αληθινόν...". 'Ολες αυτές οι εκδηλώσεις τον συγκινούν βαθιά και γεμάτος έλεος για τις μικρότητες που βλέπει γύρω του, συνεχίζει με αγάπη και ενθουσιασμό τη δύσκολη αποστολή του!
Ο θάνατος του Παύλου Μελά και η σημασία του για τον αγώνα στην Μακεδονία
Ακαταπόνητος συνεχίζει τον αγώνα του και με αγωνία περιμένει όπλα από τις αθηναϊκές πατριωτικές οργανώσεις, για να εξοπλίσει όλα τα χωριά της περιοχής του. Στο μεταξύ, με όσα διαθέτει και παρά τις εναντίον του βουλγαρικές απειλές, οργανώνει την άμυνα τεσσάρων χωριών και προειδοποιεί ότι θα κάψει τα σπίτια εκείνων που θα συμπράξουν με τους βούλγαρους κομιτατζήδες.

Παράλληλα, εξακολουθώντας να εμπιστεύεται στα γράμματά του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σημειώνει. "... Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ αλλ΄ ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον. Και εδώ έχω τας ικανοποιήσεις μου και εκεί την ευτυχίαν μου. Αλλ΄εδώ με κρατεί επί πλέον το καθήκον και πρό πάντων αι υποχρεώσεις ας ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θα κατορθώσω τίποτε; ΄Η θα χανδακώσω την ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω και πότε ενθουσιώ...".

Στο μεταξύ το σώμα του ενισχύεται και με ντόπιους και φθάνει τώρα τα 50 άτομα και έτσι οι χωρικοί νιώθουν πιο ασφαλείς γνωρίζοντας την παρουσία του. Κι ενώ βαδίζει για να συναντηθεί με άλλο σώμα Ελλήνων ανταρτών, για να συναποφασίσουν γενικότερη κατά των βουλγαρικών συμμοριών επίθεση, σταματά στο χωριό Στάτιστα, (ή και Σιάτιστα) για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Στις αντιρρήσεις που εκφράζει για αυτή τη στάση τους ο φίλος και υπαρχηγός του Νίκος Πύρζας, επειδή στο χωριό κατά τις πληροφορίες τους υπάρχει τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, ο Παύλος απαντά: "... Ειναι αμαρτία, τά παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα ας μείνωμεν εις το χωριό νά στεγνώσουν ολίγον ...".

Αυτή η απόφαση του θα είναι τελικά γι΄αυτόν μοιραία, γιατί οι Τούρκοι ειδοποιημένοι και οδηγημένοι από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο για την εκεί παρουσία τους, επιτίθενται και κατά τη συμπλοκή ο Παύλος τραματίζεται σοβαρά, "... στη μέση με πήρε, παιδιά ...".  Κι ενώ οι άντρες του τρέχουν να τον βοηθήσουν μπαίνει μόνος του στο σπίτι, κάθεται και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα του λέει: "... Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να τους πης ότι το καθήκον μου έκαμα ...". 

Στη συνέχεια βγάζει το πορτοφόλι του με τις φωτογραφίες των παιδιών του κι επειδή αρχίζει να πονά, παρακαλεί να τον σκοτώσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό στα χέρια των Τούρκων. Ολοι γύρω του λυπημένοι και ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούν τις τελευταίες στιγμές του παλικαριού που ψιθυρίζει πότε "... πονώ!", πότε "... σκοτώστε με!" και πότε τα ονόματα των παιδιών του "... Μίκη, Ζωή!". Και αφού με δυνατούς πόνους παιδεύεται μισή περίπου ώρα, με τη λέξη "... πονώ!" αφήνει την τελευταία του πνοή επάνω στη διψασμένη για αίμα ηρώων Ελληνική γη..

Η τραγική είδηση φθάνει στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα με τηλεγράφημα του Προξένου του Μοναστηρίου που αναφέρει τα εξής :
"... Παρελθούσαν Τετάρτην, 13 τρέχοντος (Οκτωβρίου) ημετέρων ευρεθέντων εν χωρίω Στάτιστα και περί ώραν 5 μ.μ. ήρξατο πυρός κατά των ημετέρων. Ημέτεροι απήντησαν γενναίως, μετά δίωρον δε ανταλλαγήν πυροβολισμών, απεφάσισαν επιχειρήσωσιν έξοδον. Παύλος Μελάς ώρμησε πρώτος επί κεφαλής αυτών, οπότε σφαίρα τουρκική πλήξασα αυτόν κατά την οσφυακήν χώραν, ετραυμάτισε θανασίμως. Σύντροφοί του τον... εναπέθεσαν παρακειμένω οικίσκω, ένθα, μετά ημίσειαν ώραν, διαρκούσης πάντοτε συμπλοκής, εθνικός ήρως ησύχασε ..." !

Ο θάνατός του αιφνιδιάζει και θλίβει τους Μακεδόνες, γιατί σ΄αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες για τη σωτηρία τους. Και μολονότι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, αρχίζει η δυσάρεστη διαδικασία του ενταφιασμού. Από γράμμα που στέλνει ο ελληνοδιδάσκαλος και υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου Βασίλειος Αγοραστός στον 'Ιωνα Δραγούμη, γυναικάδελφο του Παύλου, έχουμε τις λεπτομέρειες του ενταφιασμού. Σύμφωνα με αυτές, ο ίδιος ο Αγοραστός εκτελώντας εντολή του προξενείου φθάνει στο Πισοδέρι, για να μεριμνήσει για την ταφή του ήρωα. Επειδή εκεί πληροφορείται ότι οι κάτοικοι της Στάτιστας τον έχουν ήδη ενταφιάσει σε ασφαλές μέρος, προχωρεί στο Ζέλοβο απ΄όπου στέλνει άνδρα του σώματος του Παύλου μεταμφιεσμένο στη Στάτιτσα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του γενναίου αρχηγού του. 

Επειδή όμως οι Τούρκοι, μετά από τα δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου πληροφορούνται τα σχετικά με το θάνατο και την ταφή του Παύλου Μελά, επανέρχονται στη Στάτιστα και μετά από προσεκτικότερη έρευνα ανακαλύπτουν το ακέφαλο σώμα του. Με τη μεσολάβηση όμως του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, η σωρός του μεταφέρεται στην πόλη, όπου με θρήνους, και ενώ χοροστατεί ο Μητροπολίτης Γερμανός, κηδεύεται και ενταφιάζεται στον περίβολο του βυζαντινού Ναού των Ταξιαρχών. Αργότερα, το 1950, μεταφέρεται εκεί και η κεφαλή του δίπλα στο σώμα του και έτσι σήμερα, όλο το σκήνωμα του Παύλου Μελά αναπαύεται τώρα στην Καστοριά. Πλάι του μάλιστα, ύστερα από δική της επιθυμία, αναπαύεται και η γυναίκα του Ναταλία.

Η είδηση του θανάτου του Παύλου Μελά συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα και την Αθήνα και ιδιαίτερα φυσικά, την οικογένειά του. Ολόκληρος ο ελληνικός λαός πενθεί τον ήρωα, που έφυγε τόσο νέος, μόλις 34 χρονών, και σε τόσο μάλιστα κρίσιμες στιγμές για το Έθνος και τον Ελληνισμό! Το όνομά του γίνεται σύμβολο του μακεδονικού αγώνα, ενώ μεγάλος αριθμός Αξιωματικών και ιδιωτών πολιτών αρχίζουν να σπεύδουν στη Μακεδονία και πυκνώνους τις τάξεις εκείνων που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή της, ακολουθώντας τον δρόμο του Παύλου Μελά και το παράδειγμά του. Τη θυσία του υμνεί ο λαός με το δημοτικό τραγούδι και ο μεγάλος ποιητής Κωστής Παλαμάς. 
Αλλά και η πατρίδα, τιμώντας τον, τον αναγνωρίζει σαν εθνικό ήρωα και η Στάτιστα, το χωριό στο οποίο σκοτώθηκε, μετονομάστηκε σε "Παύλος Μελάς"
 

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ (ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΛΑΠΠΑ)


Τοῦ μοναχοῦ Ἀρσενίου Βλιαγκόφτη, Δρ Θ. καί Πτυχ. Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.,μέλους τοῦ Πανελλήνιου Συλλόγου Ἀπογόνων Μακεδονομάχων «Ὁ Παῦλος Μελᾶς».

Δέν εἶναι ἔκπληξη τό νέο βιβλίο τῆς Εὐαγγελίας Λάππα, διότι ἡ νεαρή συγγραφέας ἐδῶ καί τέσσερα χρόνια μᾶς ἔχει συνηθίσει νά μᾶς χαροποιεῖ μέ ἀξιοζήλευτες ἐκδόσεις γιά ἱστορικά θέματα.

Σέ μιά ἐποχή ἀπαξίωσης τῶν ἀξιῶν γενικῶς καί πιό συγκεκριμένα ἐνοχοποίησης τοῦ ὑγιοῦς πατριωτισμοῦ, τό νά βγαίνει μπροστά ἕνα νεαρό κορίτσι, φοιτήτρια στό Τμῆμα Ἱστορίας καί Ἀρχαιολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί νά γράφει ἱστορικά μυθιστορήματα, κυρίως γιά τόν Μακεδονικό Ἀγῶνα, καί τή Βόρειο Ἤπειρο, εἶναι στοιχεῖο πολύ ἐλπιδοφόρο γιά τήν ὑγεία πού χαρακτηρίζει ἕνα κομμάτι τῆς νεολαίας μας, τό ὁποῖο κομμάτι εὐχόμεθα νά αὐξάνει συνεχῶς.

Τό νέο βιβλίο τῆς Εὐαγγελίας Λάππα μέ τίτλο «Ἡ προσφορά τῆς Ἐκκλησίας στόν Μακεδονικό Ἀγῶνα» εἶναι οὐσιαστικά ἕνα βιβλίο – προσκλητήριο κληρικῶν τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγώνα, οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων ἔδωσαν τή ζωή τους γιά τήν ἱερή ὑπόθεση τῆς ἐλευθερίας τῆς μιᾶς καί μοναδικῆς Μακεδονίας μας. Ἄλλοι πάλι τραυματίσθηκαν ἤ ἐτελείωσαν τή ζωή τους εἰρηνικά, ἀφοῦ εἶδαν τό «ποθούμενο», τήν ἐλευθερία τῆς Μακεδονίας μας ὡς ἀποτέλεσμα τῶν δικῶν τους ἀγώνων, πού εὐλόγησε ὁ Θεός καί ἀπέδωσαν τό πολυπόθητο ἀποτέλεσμα μέ τούς ἐθνικοαπελευθερωτικούς ἀγῶνες τοῦ 1912-1913.

Στό προσκλητήριο πεσόντων ἐκφωνεῖται τό ὄνομα τοῦ κάθε μαχητοῦ καί ἀκολουθεῖ ἡ στερεότυπη φράση: «Ἀπών. Ἔπεσεν ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος» καί ἀκολουθεῖ ἡ τιμητική ὁμοβροντία τῶν πυρῶν ἀπό τό στρατιωτικόν ἄγημα, πού ἀποδίδει τιμές.

Ἀπόντες οἱ πεσόντες ἀλλά καί τόσο ζωντανοί καί παρόντες διά τῆς θυσίας των.

Διασώζεται μιά ὡραία διήγηση γιά τό Μεσολόγγι, σύμβολο τῶν ἀγώνων τοῦ Ἔθνους γιά τήν ἐλευθερία. Μετά, λοιπόν, τήν ἡρωική ἔξοδο μέ τίς πολλές ἀπώλειες σέ ἀνθρώπινες ζωές, ἐκεῖ πού ἀνασυντάχθηκαν καί μετρήθηκαν, ρωτᾶ κάποιος τρίτος: «Πόσοι χάθηκαν;» Καί ἀπαντᾶ ἕνας ἀπό τούς καπεταναίους τοῦ Μεσολογγίου: «Κανείς δέν χάθηκε· ἄλλοι περπατοῦν στή γῆ καί ἄλλοι στόν οὐρανό»!

Ἔτσι καί μέ τούς ἡρωϊκούς Μακεδονομάχους. Κανείς δέν χάθηκε. Εἶναι ὅλοι ἐγγεγραμμένοι μέ χρυσά γράμματα στίς δέλτους τῆς Ἱστορίας μας.

Αὐτούς τούς ἥρωες προσπαθεῖ νά ζωντανέψει στά μάτια τοῦ ἀναγνώστη τό βιβλίο τῆς Εὐαγγελίας Λάππα, ἐντάσσοντάς τους στό Συναξάρι καί στό Εἰκονοστάσι τοῦ Γένους, μέ τό καντήλι νά καίει ἀκοίμητο μπροστά.

Παρελαύνουν στίς 298 σελίδες τοῦ βιβλίου καί κοσμοῦν αὐτό τό Συναξάρι μόνον κληρικοί διαφόρων βαθμίδων, ὅπως καί ἱεροψάλτες καί ἐπίτροποι ἱερῶν ναῶν. Ἐπώνυμοι καί ἀνώνυμοι. Ἀπό τούς ἁπλούς παπάδες οἱ περισσότεροι ἦταν ντόπιοι ἀπό τά ἡρωικά ἐκεῖνα χώματα.

Εὐχόμεθα νά ἀκολουθήσει καί ἄλλο βιβλίο μέ τά ὀνόματα καί τά στοιχεῖα τοῦ συνόλου τῶν Μακεδονομάχων.

Ἐντύπωση κάνει καί ἡ παρουσία –κατ᾽ ἀναλογίαν– ἀρκετῶν μοναχῶν, ἀπό μοναστήρια κυρίως τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀλλά καί ἐκτός. Μήν ξεχνοῦμε καί τόν καπετάν Γιαγκλῆ ἀπό τήν Ἱερισσό τῆς Χαλκιδικῆς, ὁ ὁποῖος ἀντήλλαξε στά τέλη τῆς ζωῆς του τό ντουφέκι μέ τό κομβοσχοίνι, μονάζοντας στό Ἅγιον Ὄρος ὡς Γαβριήλ μοναχός καί ἐκοιμήθη ἐκεῖ τό 1946.

Θά μπορούσαμε νά χαρακτηρίσουμε τίς παρατιθέμενες σύντομες ἤ ἐκτενέστερες βιογραφίες τῶν ἡρωϊκῶν κληρικῶν ὡς μία ἀνθοδέσμη διαφορετικῶν ἀνθέων, πού τά συνδέει ὅμως ἡ ἀγάπη γιά τήν πίστη καί ὁ πόθος γιά τήν ἐλευθερία τῆς Μακεδονίας.

Εἴπαμε γιά ἀγάπη γιά τήν πίστη. Πράγματι, μέχρι τότε, πρίν ἐνσκήψει ἡ λαίλαπα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μέ πρωτεργάτη κυρίως τόν τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιο Μεταξάκη –ἀποδεδειγμένα μασόνο– ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦταν καί προμαχοῦσα στά θέματα τῆς πίστεως καί ἐθναρχοῦσα, ἐλλείψει ἄλλης κεφαλῆς καί ὀργανώσεως στό δοῦλον Γένος.

Ἡ γενιά τῶν ἱεραρχῶν, πού σ᾽ ἐκεῖνα τά δύσκολα χρόνια εἶχε στείλει τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στή Μακεδονία, σάν τόν Καστορίας Γερμανό Καραβαγγέλη καί τόν Μελενίκου καί μετέπειτα Κασσανδρείας Εἰρηναῖο, ἦταν καί Ὀρθόδοξοι καί πατριῶτες. Μακάρι νά βροῦν καί σήμερα μιμητές!

Πρέπει νά ἀποδοθεῖ στή νεαρή συγγραφέα ὁ δίκαιος ἔπαινος γιά τόν κόπο, πού κατέβαλε. Μελέτησε τίς ἱστορικές πηγές, συνδυάζοντας στοιχεῖα, γιά νά φέρει στό φῶς ὅλον αὐτό τόν ἱστορικό καί ἐθνικό πλοῦτο. Αὐτό πού δέν κάνουν φορεῖς καί «Κέντρα Ἐρευνῶν» ἐξακολουθεῖ νά τό κάνει σ᾽ αὐτόν τόν τόπο, ἡ φιλοτιμία, ἐργατικότητα καί φιλοπατρία κάποιων προσώπων. Ἁπτό παράδειγμα τό παρόν βιβλίο.

Πράγματι ἡ συμβολή τῆς Ἐκκλησίας στόν Μακεδονικόν ἀγῶνα, ἀλλά καί σέ ὅλους τούς ἐθνικούς ἀγῶνες στάθηκε ἀδιαμφισβήτητη.

Ἄς σημειωθεῖ ὅτι τό πόνημα αὐτό ἔρχεται νά θυμίσει τό χρέος τῆς μνήμης καί τῆς συνέχισης τοῦ ἀγῶνα σέ μιά ἐποχή, πού ἡ προδοτική «Συμφωνία τῶν Πρεσπῶν» (2019) τείνει νά γίνει τετελεσμένο, μέ ἀπολογητές τοῦ ἔνοχου «ρεαλισμοῦ» τους τό σύνολο σχεδόν τοῦ συμβιβασμένου πολιτικοῦ κόσμου στήν Ἑλλάδα, ἐκτός κάποιων λαμπρῶν ἐξαιρέσεων.

Τί κάνουμε λοιπόν;

Τόν δρόμο γιά τήν Πίστη μᾶς τόν δείχνουν οἱ ἅγιοι καί γιά τήν Πατρίδα οἱ ἥρωες.

Καί ὅπως λέγει τό ἀρχαῖο ρητό καί καθοδηγητικό σύνθημα, πού ἀποτυπώνεται καί στήν κονκάρδα τοῦ «Πανελληνίου Συλλόγου Ἀπογόνων Μακεδονομάχων» «Εἷς οἰωνός ἄριστος, ἀμύνεσθαι περί πάτρης».

Καί συμπληρώνει τό ἡρωϊκό δημοτικό τραγούδι τῆς Μακεδονίας «Τά παλληκάρια τά καλά, μόν᾽ τόν Θεό φοβοῦνται».

Καί –δόξα τῷ Θεῷ– ἔχει ἀκόμα τέτοια παλληκάρια.

 

https://evaggelialappa.gr/modern-history/the-contribution-of-the-church-to-the-macedonian-struggle#more-898

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ


Του Χρήστου Μπολώση, Αντιστρατήγου ε.α. Β' Αντιπροέδρου του ΕΠΟΚ

"Η Ημέρα του Μακεδονικού Αγώνα τιμάται κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή μετά την 13η Οκτωβρίου (ημερομηνία θανάτου του Παύλου Μελά το 1904) στη Μακεδονία και τη Θράκη, σύμφωνα με το Βασιλικό Διάταγμα 157 της 25/2/1969 (ΦΕΚ 46/11.3.1969)".

Ο Μακεδονικός Αγώνας, αποτελεί μία φάση  του Μακεδονικού Ζητήματος, το οποίο κυοφορήθηκε,  μέσα στο Ανατολικό Ζήτημα.

Το Μακεδονικό Ζήτημα, καλλιεργήθηκε κατά τους  17ο, 18ο και 19ο Αιώνες και γεννήθηκε το 1876,  με την ίδρυση στην Κωνσταντινούπολη, της Βουλγαρικής Εξαρχίας.

Το Ανατολικό Ζήτημα, δεν είναι ανακάλυψη της εποχής μας, ούτε ενεφανίσθη προσφάτως. Το Ανατολικό Ζήτημα, αλλά υπάρχει από τότε που υπάρχουν κάτοικοι στα παράλια του Αιγαίου.

Το Αιγαίο Πέλαγος και είναι φανερό αυτό, αποτελεί γέφυρα μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής. Επομένως, όποιος θέλει να κυριαρχήσει στην περιοχή πρέπει να καταλάβει το Αιγαίο.

Τότε, κάθε μία από τις Μεγάλες Δυνάμεις, θέλησε να κυριαρχήσει στην ΕΥΡΩΠΗ, στην ΑΣΙΑ και την ΑΦΡΙΚΗ. Άρα σε όλο τον κόσμο. Εκείνη η οποία προσπάθησε τις περισσότερες φορές να καταλάβει, με κάθε τρόπο τα παράλια του Αιγαίου, ήταν η ΡΩΣΙΑ.

Ο κύριος λόγος ήταν, ότι καίτοι η ΡΩΣΙΑ ήταν το μεγαλύτερο κράτος της Ευρώπης,  δεν είχε διέξοδο σε ανοιχτή Θερμή Θάλασσα. Όμως, όσες φορές η ΡΩΣΙΑ προσπάθησε κάτι τέτοιο, συνάντησε την αντίδραση των υπολοίπων Μεγάλων Δυνάμεων. Για τον λόγο αυτό,  θέλησε να αλλάξει Τρόπο Ενεργείας  και Δράσεως.

Οι Ρώσοι, ανακάλυψαν ότι στα Βαλκάνια, κατοικούσαν δύο λαοί, οι ΣΕΡΒΟΙ και οι ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ, οι οποίοι ήσαν, φυλετικά, συγγενείς προς αυτούς, δηλαδή Σλάβοι. Τότε, δημιουργήθηκε η ΠΑΝΣΛΑΒΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ, που σκοπό είχε, να ενώσει όλους τους Σλάβους,  σε ένα κράτος.

Έτσι, οι Ρωσικές προσπάθειες, θα παρουσιάζονταν ως Εθνική Επανάσταση των Νοτίων Σλάβων και όχι ως Ρωσικός κατακτητικός πόλεμος!

Κύριος υποκινητής και εκπρόσωπος του Πανσλαβισμού, ήταν ο Ρώσος, τότε πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη, ΙΓΝΑΤΙΕΦ.

Οι Ρώσοι, αποφάσισαν να βασιστούν τότε (μέσα του 19ου Αιώνος), περισσότερο στους Βουλγάρους.

Στόχος πάντα η Μακεδονία, η οποία βρισκόταν,   υπό Οθωμανική κατοχή. Εάν η Μακεδονία γινόταν Βουλγαρική, τότε η Ρωσία θα κατέβαινε, εμμέσως στο Αιγαίο και θα ήλεγχε με τον στόλο της,   την «Θερμή Θάλασσα» και τα παράλιά της.

Μεγάλο εμπόδιο στα Ρωσικά σχέδια, αποτελούσε ο Ελληνισμός της Μακεδονίας που κατοικούσε σε συμπαγείς μάζες,  στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Τι έπρεπε επομένως να γίνει με τον Ελληνισμό της Μακεδονίας, που δυσκόλευε την εφαρμογή των ρωσικών σχεδίων; Έπρεπε να εξοντωθεί οπωσδήποτε.

Γι’ αυτό, ως πρώτο βήμα στην προσπάθεια εξοντώσεως του Ελληνισμού, οι Ρώσοι, με την βοήθεια των Οθωμανών, ίδρυσαν την Βουλγαρική Εξαρχία, η οποία ήταν ένα Βουλγαρικό Πατριαρχείο, ανεξάρτητο από το Οικουμενικό, με το οποίο οι Βούλγαροι, άρχισαν ένα όργιο προπαγάνδας και βίας, εις βάρος των Πατριαρχικών Ελλήνων της Μακεδονίας.

Έτσι, το Ανατολικό Ζήτημα, μετατρέπεται σε Μακεδονικό.

Η πρώτη φάση, του Μακεδονικού Ζητήματος ήταν ο Μακεδονικός Αγώνας.

Με τον όρο «Μακεδονικός Αγώνας», εννοούμε τον ένοπλο αγώνα, που διεξήχθη μέσα σε ένα ξένο κράτος, δηλαδή την Οθωμανική Αυτοκρατορία, μεταξύ δύο υποδούλων σ’ αυτήν, δηλαδή την  Ελλάδα και την Βουλγαρία.

 Η κατάσταση στην Μακεδονία:

Οι Τούρκοι, είχαν διαιρέσει την Μακεδονία σε δύο Βιλαέτια, τα όρια των οποίων,  δεν συνέπιπταν με τα όρια της ιστορικής Μακεδονίας.

Τα Βιλαέτια αυτά ήταν του Μοναστηρίου και της Θεσσαλονίκης:

Ενώ τα όρια  της ιστορικής Μακεδονίας είναι τα παρακάτω:

Σύμφωνα με αντικειμενικές στατιστικές της εποχής, (η μία μάλιστα ήταν του Γερμανού Στρατηγού Φον Ντερ Γκολτς, οργανωτού του τουρκικού στρατού και εκείνου που επεβλεψε στην οχύρωση των Στενών του Σαρανταπόρου, βλέπετε από τότε Γερμανοί και Οθωμανοί αγαπιόντουσαν) στην περιοχή της ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ κατοικούσαν:

  • Τούρκοι: 600.000
  • Έλληνες: 650.000
  • Βούλγαροι: 250.000

και μερικές χιλιάδες Σέρβοι, Εβραίοι και άλλοι.

Οι γλώσσες που μιλούσαν στην Μακεδονία ήταν:

  • Τουρκική (επίσημη γλώσσα)
  • Ελληνική (η δεύτερη κυριαρχούσα γλώσσα)
  • Βουλγαρική (γλώσσα της βορειοανατολικής κυρίως περιοχής)
  • Σερβική (γλώσσα περιορισμένων βορείων διαμερισμάτων)
  • Αλβανική (στα βορειοδυτικά διαμερίσματα)

Κοντά στις γλώσσες αυτές, υπήρχαν και τα δύο γνωστά τοπικά ιδιώματα, χωρίς Γραφή, Γραμματική και Συντακτικό:

α. Το Κουτσοβλαχικό

β. Το Σλαβοφανές

Το Κουτσοβλαχικό ιδίωμα, το χρησιμοποιούσαν σε ορισμένα ορεινά κέντρα και ιδίως στην περιοχή του ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ, ενώ το Σλαβοφανές τοπικό ιδίωμα, στα πεδινά κατ’ αρχήν χωριά και κυρίως στις  περιοχές Μοναστηρίου, Εδέσσης, Φλωρίνης, Γιαννιτσών, Κιλκίς, Γευγελής, Στρωμνίτσης και Σερρών.

Ο Μακεδονικός Αγώνας, διήρκεσε περίπου 40 χρόνια (1870-1908) και διεξήχθη σε τρεις Περιόδους:

1η  Περίοδος (1870-1897): Προπαγανδιστική Δράση

2α  Περίοδος (1897-1904): Τρομοκρατική Δράση

3η  Περίοδος (1904-1908): Ένοπλη Αναμέτρηση

Πριν δούμε αναλυτικά τις 3 περιόδους του Μακεδονικού Αγώνα, αξίζει να αναφέρουμε ότι στις 28 Φεβρουαρίου του 1870, εξεδόθη σουλτανικό φιρμάνι (διάταγμα), έργο του Αααλή Πασά του επιλεγομένου και Πονηρού Βεζύρη, με το οποίο αναγνωρίστηκε  η ίδρυση Βουλγαρικής εκκλησίας υπό Έξαρχο εδρεύοντα στην Κωνσταντινούπολη.

Το σημαντικότερο όμως στο φιρμάνι αυτό  είναι η ρύθμιση του άρθρου 10 σύμφωνα με την οποία προβλεπόταν ότι και περιοχές, πέραν των καθοριζομένων στο φιρμάνι, μπορούσαν να ενταχθούν στην βουλγαρική Εξαρχία, εάν το σύνολο ή τουλάχιστον τα 2/3 των κατοίκων τους, επιθυμούσαν την υπαγωγή αυτή. Έτσι δινόταν «πράσινο φως»  στην Βουλγαρία να αυξήσει με κάθε τρόπο  τους κατοίκους της Μακεδονίας που θα επιθυμούσαν  τον Βούλγαρο αντί του Πατριαρχικού ιερέως (Γ. Λιάκουρη: «Μακεδονικός Αγώνας», ένθετο στην «Στρατιωτική Επιθεώρηση»)

Ας δούμε τώρα αναλυτικότερα,  τις τρεις περιόδους του Μακεδονικού Αγώνα.

 1η  Περίοδος (1870-1897): Προπαγανδιστική Δράση

Τον αγώνα αυτόν,  κατά τα αρχικά στάδια, το κυρίαρχο κράτος, δηλαδή η Οθωμανική Αυτοκρατορία, όχι μόνον δεν τον απέτρεψε,    αλλά εφαρμόζοντας την Αρχή του «Διαίρει και Βασίλευε», σε πολλές περιπτώσεις, ευνοούσε τους Βουλγάρους.

Ο Μακεδονικός Αγώνας ουσιαστικά αρχίζει από το 1870, όταν ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία. Το 1877, κηρύσσεται ο Ρωσοτουρκικός  πόλεμος, ο οποίος το 1878, καταλήγει στην «Συνθήκη του Αγ. Στεφάνου», η οποία προέβλεπε την δημιουργία  της Μεγάλης Βουλγαρίας, όπως αυτή φαίνεται στον χάρτη:

Οι λοιπές Μεγάλες Δυνάμεις αντιδρούν και η Συνθήκη αυτή, δεν εφαρμόζεται ποτέ.

Το 1885, η Βουλγαρία προσαρτά βιαίως την Ανατολική Ρωμυλία, με την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων.

Η γενικότερη προσπάθεια των Βουλγάρων στην Μακεδονία, άρχισε με ειρηνικά μέσα και απέβλεπε στο να πείσει τους κατοίκους της, να υπαχθούν στην σχισματική εκκλησία, με απώτερους, φυσικά, Γεωπολιτικούς Στόχους.

Η προπαγάνδα, γινόταν στις Εκκλησίες και τα Σχολεία με ιερείς και δασκάλους που στέλνονταν από τη Βουλγαρία.

Οι Έλληνες, αντέδρασαν με τα ίδια μέσα, ιδρύοντας περισσότερα Σχολεία και Εκκλησίες, με περισσότερους ιερείς και δασκάλους. Πολύ μεγάλη δραστηριότητα σημειώθηκε και στον Πολιτιστικό Τομέα, με την ίδρυση Σωματείων Φιλεκπαιδευτικών, Μουσικών και Μορφωτικών.

Η αφοσίωση του Κλήρου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αποτελούσε στοιχείο συσπειρώσεως του Ελληνορθόδοξου ποιμνίου, γύρω από την «Ελληνική Ιδέα».

Ανάμεσά τους υπάρχουν σημαντικές προσωπικότητες, όπως: Στην Καστοριά,  ο Γερμανός Καραβαγγέλης, στην Δράμα, ο Χρυσόστομος, ο μετέπειτα Εθνομάρτυς Σμύρνης και στην Στρώμνιτσα, ο Γρηγόριος.Μεγάλη Εθνική Δράση, αναλαμβάνει  ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄. Αντιλαμβανόμενος την σοβαρότητα του Αγώνα ο Ιωακείμ, τοποθετεί στην Μακεδονία, νεαρούς, φωτισμένους και δυναμικούς Ιεράρχες, οι οποίοι με το θάρρος και το φρόνημά τους, πέτυχαν να ανατρέψουν το κλίμα.

Ο ρόλος των εκπαιδευτικών, ήταν εξ’ ίσου σημαντικός, αφού εκτός από την εξύψωση του Εθνικού Φρονήματος των Ελλήνων, ήταν και Πληροφοριοδότες και Σύνδεσμοι με το Ελληνικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης.

Μπροστά στην νέα αυτή κατάσταση και την σθεναρή  αντίδραση των Ελλήνων της Μακεδονίας, η Βουλγαρία αποφάσισε την χρήση βίας…

Και μπαίνουμε έτσι στην

 2α Περίοδο (1897-1904): Τρομοκρατική Δράση

Την Άνοιξη του 1895, ένοπλες βουλγαρικές ομάδες, περίπου 600 ανδρών, μπήκαν στην Μακεδονία για να τρομοκρατήσουν τους Έλληνες. Από το 1897 μέχρι τον Νοέμβριο του 1904, δολοφονήθηκαν μόνο στην περιοχή της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας, πάνω από 500 Έλληνες. Ταυτοχρόνως, η βουλγαρική προπαγάνδα γίνεται όλο και πιο έντονη.

Ενώ όμως η Σόφια έτσι έκανε, η Αθήνα, παρέμενε σε αδράνεια, ακόμα και σε αδυναμία, να βοηθήσει.

Έτσι, οι Έλληνες της Μακεδονίας είχαν αφεθεί στην τύχη τους, μη έχοντας όχι Υλική, αλλά ούτε καν Ηθική, στήριξη. Η αλήθεια βέβαια είναι, ότι η τότε Ελεύθερη Ελλάδα, βρισκόταν, ακόμη, σε αδυναμία να βοηθήσει. Αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες του Ε/Τ Πολέμου του 1897, ήταν διστακτική να αναμειχθεί στην διαμάχη για την Μακεδονία.

Την 20 Ιουλίου 1903, οι Βούλγαροι προφασιζόμενοι τουρκική κακοδιοίκηση, εκδηλώνουν την εξέγερση του Ήλιντεν (Ημέρα του Προφήτη Ηλία)

Σκοπός της εξεγέρσεως ήταν να προκληθούν αντίποινα των Μουσουλμανικών πληθυσμών, εις βάρος των Χριστιανικών. Όπερ και εγένετο. Όλα πλέον, οδηγούν στην 3η Φάση του Μακεδονικού Αγώνα.

Δηλαδή στην…

 3η Περίοδο (1904-1908): Ένοπλη Αναμέτρηση

Προ της καταστάσεως αυτής, αλλά και η συνεχιζόμενη αδράνεια της  Αθήνας, αναγκάζει τον Ελληνισμό της Μακεδονίας,  να αντιδράσει διαφορετικά.

Ο φλογερός πατριώτης Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, οργανώνει αντάρτικα σώματα, με κορυφαίο τον γενναίο Μακεδόνα Καπετάν Κώττα.

Ζητά την συνδρομή του Εθνικού Κέντρου, αλλά η Αθήνα κωφεύει. Δεν εγκαταλείπει όμως την προσπάθεια. Γράφει πύρινα άρθρα στις εφημερίδες.

Έρχεται σε επαφή με τον Υποπρόξενο στο Μοναστήρι Ίωνα Δραγούμη και τον (γαμπρό αυτού) Ανθυπολοχαγό Παύλο Μελά. Οι δύο αυτές μορφές του Μ.Α, ανταποκρίνονται αμέσως  και το 1903 αποστέλλουν στον Καραβαγγέλη, οπλισμό και εθελοντές (κυρίως Κρήτες).

Ταυτοχρόνως το Ελληνικό Προξενείο στην Θεσσαλονίκη (σήμερα Μουσείο Μ.Α.), γίνεται κέντρο Εθνικής Δράσεως.

Πρωτοπόρος στην προσπάθεια αυτή, είναι ο Ίων Δραγούμης (από το Βογατσικό Καστοριάς). Ο Δραγούμης, δραστηριοποιείται προς κάθε κατεύθυνση σε ολόκληρη την Μακεδονία και προετοιμάζει το έδαφος για τον μεγάλο ξεσηκωμό.

Επί τέλους, η Αθήνα αρχίζει να αφυπνίζεται…

Νεαροί Διπλωμάτες, απλοί Ιδιώτες, Δημοσιογράφοι, Λογοτέχνες και Αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού, ενεργώντας μόνοι τους και χωρίς κρατική εντολή,  πηγαίνουν στην Μακεδονία το 1903.

Βλέπουν την κατάσταση και επιστρέφοντας στην Αθήνα, δίνουν το σήμα του συναγερμού.

Ο Ίων Δραγούμης, στο έργο του «Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα», στέλνει εγερτήριο σάλπισμα  στην και τότε (όπως και τώρα) μακαρίως κοιμωμένη Ελληνική κοινή γνώμη και καταπιεζομένη Εθνική μας συνείδηση.

Τοποθετούνται ως Πρόξενοι άνθρωποι, που θα πάρουν ενεργό μέρος στον αγώνα, όπως ο Λάμπρος Κορομηλάς στην Θεσσαλονίκη

Έλληνες Αξιωματικοί μεταβαίνουν στην Μακεδονία και είτε τοποθετούνται ως Γραμματείς  στα Ελληνικά Προξενεία, είτε αναλαμβάνουν την οργάνωση και την ηγεσία των Ενόπλων Τμημάτων, που μάχονται με σκοπό  να προστατεύσουν τον ελληνικό πληθυσμό και να τονώσουν το Εθνικό Φρόνημα.

Παραλλήλως, οργανώνεται ένα περίπλοκο σύστημα προωθήσεως ανδρών και οπλισμού, μέσω των Ε/Τ συνόρων.

Εξ’ άλλου, σε αρκετές πόλεις της Ελλάδος ανοίγουν γραφεία στρατολογήσεως εθελοντών, τα οποία παρουσιάζονται  ως Γραφεία Ταξιδίων.

Στον αγώνα για την Μακεδονία, συστρατεύθηκαν όλοι οι Έλληνες, με πρώτους τους Κρητικούς και τους Μανιάτες.

Ανάμεσά τους πρωτοπόροι δεκάδες νέοι αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού αλλά και του Ναυτικού, πολλοί από τους οποίους, έδωσαν και την ζωή τους για την Μακεδονία. Χαρακτηριστικές τραγικές, αλλά και συνάμα ηρωικές μορφές, οι νεαροί Ανθυπολοχαγοί Παύλος Μελάς και Τέλος Άγρας.

Ο Παύλος Μελάς χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο «Μίκης Ζέζας» (Το «Μίκης» ήταν το όνομα του γιου του, ενώ το «Ζέζας», σημαίνει «μελαχρινός»)

Οι τρεις πορείες του Παύλου Μελά στην Μακεδονία το 1904, έχουν περάσει στην σφαίρα του θρύλου.

Ας τις θυμηθούμε

Ο Παύλος Μελάς, εργάστηκε άοκνα και συστηματικά:

– Για την οργάνωση ανταρτικών εθελοντικών σωμάτων στην Δυτική Μακεδονία.

– Για την προστασία των Ελληνικών χωριών και

– Για την αφύπνιση του Ελληνικού πληθυσμού.

Θα ήταν μεγάλη ιστορική παράλειψη εάν δεν αναφερόμαστε στην συμβολή στον Μακεδονικό Αγώνα των Μανιατών και των Κρητικών.

Στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 1904 ιδρύθηκε το Μακεδονικό Κομιτάτο, στα γραφεία της εφημερίδας «Εμπρός». Εμπνευστής, ιδρυτής, αλλά και Πρόεδρος του κομιτάτου ήταν ο διευθυντής της εφημερίδας «Εμπρός» ο Δημήτρης Καλαποθάκης (1862-1921) από την Αρεόπολη της Μάνης και μέλος της πρώτης οργανωτικής επιτροπής, καθώς και ο Πέτρος Κανελλίδης (1846-1911) από το Κουτήφαρι της Έξω Μάνης, διευθυντής της εφημερίδας «Καιροί». Το κομιτάτο, μέλη του οποίου είναι οι Ν. Πολίτης, καθηγητής πανεπιστημίου, Ιωάννης Ράλλης, Πέτρος Σαρόγλου κλπ. αποφασίζει να δράσει άμεσα στέλνοντας ένοπλα σώματα και οπλισμό στους ελληνικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας.

Ο Καλαποθάκης, που ως δημοσιογράφος και ως άνθρωπος είχε την καθολική εκτίμηση κράτους και λαού, κρατάει ουσιαστικά στα χέρια του το σχεδιασμό του Αγώνα στο κέντρο. Οργανώνει τα αντάρτικα σώματα και τα αποστέλλει στη Μακεδονία, αλληλογραφεί και συντονίζει, ενημερώνει το κράτος για τον Αγώνα και τον άξιο πρόξενο της Θεσσαλονίκης, τον Λάμπρο Κορομηλά. Στο γραφείο του γίνονται οι στρατολογήσεις και η οργάνωση των εθελοντών και φυσικά των Μανιατών εθελοντών.

Ο Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης έλεγε σε γνωστό του: «Όπου να ‘ναι φτάνουν από κάτω και Ελληνικά σώματα. Κρητικοί και Μανιάτες. Θα δεις κάθε κλαδί και παλικάρι».

Επίσης ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης το 1902 σε επιστολή του προς τον τότε πρωθυπουργό της Ελλάδας Αλέξανδρο Ζαϊμη, μεταξύ των άλλων έγραφε: «…Στείλε μου πενήντα παλικάρια, πενήντα Κρητικούς να τους ενώσω με τους δικούς μου. Θα καταρτίσω έτσι είκοσι Σώματα και θα τα μοιράσω από τον Αλιάκμονα ως το Μαρίχοβο και το Μοναστήρι, τη Φλώρινα, το Όστροβο (Άρνισσα), Σέτινα, Βλάδοβο (΄Αγρας), Βοδενά (Έδεσσα) και Καρατζόβα. Ο καιρός είναι κατάλληλος για δράση. Ένα σωρό πρόκριτοι, ιερείς, και διδάσκαλοι είναι μυημένοι και οι οπλαρχηγοί περιμένουν ενίσχυση από την Ελλάδα. Ο ερχομός των παλικαριών από κάτω (Κρήτη) θα δώσει κουράγιο στους δικούς μου, θα εμποδίσει την αποσκίρτησή τους και θα φοβίσει τους Βουλγάρους…»

Και η Κρητική ρίμα απαθανάτισε σε δημοτικό ριζίτικο τραγούδι το εθνικό αυτό κάλεσμα του Καραβαγγέλη:

 «…Ελάτε σεις ηρωικοί τση Κρήτης πολεμάρχοι,
τσ’ Ηπείρου οι σταυραετοί και Μακεδονομάχοι,
Ρούβα και Βάρδα και Κλειδή και Θύμιε Καούδη,
Κατσίγαρη και Πούλακα, Σκουντρή και Νικολούδη
και Καραβίτη και Μακρή, Σκαλίδη,  Μαυρογένη,
Μπολάνη και Καλογερή, Γαλάνη, Σεϊμένη…
ψυχές μεγάλες με τιμή σ’ αγώνες, αγιασμένες
τση Μάνας Κρήτης οι γενιές οι χιλιοδοξασμένες…»

Στις 13 Οκτ. 1904, ο Παύλος Μελάς βρίσκεται για ανάπαυση του τμήματός του, στο χωριό ΣΤΑΤΙΣΤΑ (νυν «Π. Μελάς») των Κορεστίων Καστοριάς.

Το γεγονός, προδόθηκε στις τουρκικές αρχές, από την βουλγαρική IMRO (= ΕΜΕΟ: Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση) και ένα τούρκικο απόσπασμα, περικύκλωσε το σπίτι, που αναπαυόταν ο Μελάς. Μετά από μία σύντομη ανταλλαγή πυροβολισμών, ο Μελάς τραυματίσθηκε σοβαρά και σε λίγο ξεψύχησε.

Να πώς παρουσίασαν το θέμα οι εφημερίδες της εποχής

 

Ο Παύλος Μελάς, δεν ήταν βέβαια ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος νεκρός του Μακεδονικού Αγώνα.

Η αυτοθυσία του όμως ενήργησε ως καταλύτης εμπνέοντας και άλλους εθελοντές, που έσπευσαν από την Ελεύθερη Ελλάδα, για να σμίξουν με τους Μακεδόνες αντάρτες.

Στο γεγονός αυτό, συνετέλεσε και το ότι ο Παύλος Μελάς,  καταγόμενος από μεγάλη και πλούσια αθηναϊκή οικογένεια,  παντρεμένος με δύο μικρά παιδιά, τα εγκατέλειψε όλα  για τον Αγώνα.

Ποιος ήταν όμως ο Παύλος Μελάς;

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στην Μασσαλία. Το 1886 μπήκε στην ΣΣΕ και απεφοίτησε ως Ανθλγός (ΠΒ). Το 1892 παντρεύτηκε την κόρη του Μακεδόνα (Βογατσικό Καστοριάς) Στέφανου Δραγούμη  (πατέρα του Ίωνα),  Ναταλία και δύο παιδιά,  τον Μίκη και την Ζέζα.

Ο Στεφ. Δραγούμης, διετέλεσε Πρωθυπουργός και Υπουργός.

Το Βασιλικό Διάταγμα αποφοιτήσεως του Παύλου Μελά από την Σχολή Ευελπίδων

Στην φωτογραφία του 1926 που ακολουθεί, φαίνεται ο Πρώτος τάφος του Παύλου Μελά στην Στάτιστα, με τις γυναίκες, που είχαν φροντίσει τον νεκρό ήρωα.

Ο δεύτερος τάφος του Παύλου Μελά, στην Καστοριά στον περίβολο του Ι.Ν. Παμμ. Ταξιαρχών, με τους Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη και τον Πρωτοσύγκελο Πλάτωνα, να ψέλνουν Τρισάγιο.

Ιδιαίτερη ένταση, είχε ο Αγώνας στην Δυτ. Μακεδονία και ιδιαίτερα στο Βιλαέτι του Μοναστηρίου, το οποίο περιελάμβανε γενικώς την περιοχή Μοναστηρίου, Φλωρίνης, Καστοριάς και Κοζάνης.

Το Μοναστήρι ήταν:

α. Έδρα Τουρκικού ΣΣ.

β. Έδρα του Ελληνικού Προξενείου.

γ. Άτυπο αρχηγείο για τα μαχόμενα Ελληνικά Τμήματα στην περιοχή και

δ. Έδρα της Βουλγαρικής προπαγάνδας για ολόκληρη σχεδόν την Μακεδονία.

Συνεπώς το Βιλαέτι ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ, δηλαδή στην ουσία η ευρύτερη Δυτική Μακεδονία, αποτελούσε σφοδρό πεδίο ανταγωνισμού, μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων.

Σκληρότατος ήταν επίσης ο αγώνας στην ελώδη, τότε, Λίμνη των ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ, σημείο Στρατηγικής σημασίας, για τον έλεγχο των συγκοινωνιών προς Θεσσαλονίκη και προς βορρά.

Εκεί αγωνίσθηκε ο Ανθλγός  Τέλος Αγαπηνός (Καπετάν Άγρας)

Ο Τέλος Άγρας, συνελήφθη δολίως, ενώ είχε κληθεί για συζητήσεις για παύση εχθροπραξιών, τον Ιούνιο του 1907,  και απαγχονίστηκε από τους Βουλγάρους έξω από την Έδεσσα

Τον αγώνα στην Λίμνη των Γιαννιτσών, περιγράφει θαυμάσια η Πηνελόπη Δέλτα  στα «Μυστικά του Βάλτου».

Άλλες ηρωικές μορφές του Μ.Α. υπήρξαν ο Υπομοίραρχος Σπηρομήλιος, ο Υπλγός Μαζαράκης και ο Λγός Μωραϊτης. Επίσης οι Γεώργιος Κατεχάκης, υπαρχηγός των Σωμάτων Δυτ. Μακεδονίας και ο Ανθλγός Σουλιώτης Νικολαϊδης, που οργάνωσε τον πληθυσμό της Θεσσαλονίκης και μια πληθώρα άλλων.

Από το 1906, ο Τουρκικός Στρατός ανέλαβε συντονισμένες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις  και περιόρισε αισθητά την δράση,  των ενόπλων ομάδων Ελληνικών και Βουλγαρικών.

Στις 11 Ιουλίου 1908, εκδηλώνεται το Κίνημα των Νεότουρκων

Έτσι το 1909 λήγει θεωρητικώς ο Μακεδονικός Αγώνας,  (διότι Ουσιαστικώς, συνεχίζεται μέχρι σήμερα), ο οποίος παρά τις θυσίες  και το αίμα, αποδείχθηκε πολύτιμος για τον Ελληνισμό.

Διότι τα στελέχη του Ελληνικού Στρατού, απέκτησαν:

– Εμπειρίες

– Οργανωτικές ικανότητες και

– Γνώση του χώρου της Μακεδονίας

Οι γνώσεις αυτές, θα εξαργυρωθούν αργότερα, στους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους.

Παραλλήλως, ανέκτησαν τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη του Ελληνικού λαού, ανυψώνοντας το πολεμικό φρόνημα, που είχε καταρρακώσει ο προηγηθείς ατυχής Ελληνοτουρκικός πόλεμος του1897.

Ο αείμνηστος Σαράντος Καργάκος, είχε χαρακτηρίσει τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 «ευτυχή» και όχι «ατυχή», διότι χάρη σ’ αυτόν αφυπνίσθει η μονίμως και μακαρίως υπνώτουσα πολιτική ηγεσία της εποχής (και κάθε εποχής…) και αντελήφθει ότι χωρίς ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, δεν είναι δυνατόν να επιζήσει το νεόδμητο Ελληνικό Κράτος.

Φέτος, 116 χρόνια, από της ενάρξεως του Μακεδονικού Αγώνα, βρίσκει την Πατρίδα μας μπλεγμένη σε πολύ δύσβατα μονοπάτια. Με μια οικονομία εντελώς ξεχαρβαλωμένη και μία ηγεσία να αυτοσχεδιάζει ακόμη και στα Εθνικά Θέματα Τελευταία θεαματική πατάτα η ανακοίνωση για την σύρραξη Αρμενίας – Αζερμπαϊτζάν: «Καλούμε όλα τα μέρη να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση, να προβούν σε άμεση παύση των εχθροπραξιών και να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων». Έβαλαν λοιπόν τα σαΐνια του ΥΠΕΞ στην ίδια μοίρα τους φανατικούς τουρκόφιλους Αζέρους με τους φανατικούς (μέχρι πότε) φιλέλληνες Αρμενίους, προκαλώντας την δικαιολογημένη οργή  του Κασπάρ Καραμπετιάν, (Πρόεδρος της Αρμενικής Εθνικής Επιτροπής Ευρώπης),  που τόνισε: «Αν αυτή είναι η πολιτική σας (σ.σ. η ποια;;;), μην έχετε το θράσος να ζητάτε τους άλλους ν’ αποφεύγουν τις ίσες αποστάσεις, όταν μας προκαλεί η Τουρκία».

Παραζαλισμένη η κυβέρνηση, έχει χάσει τη μπάλα και πλέον δεν γνωρίζει ποιοι είναι οι πραγματικοί φίλοι μας και ποιοι μας δουλεύουν και δεν βλέπω και κανένα Παύλο Μελά στον ορίζοντα.

Όμως ας τελειώσουμε ανάλαφρα, με μία γελοιογραφία του Γιάννη Δερμεντζόγλου, που τα λέει όλα.

 

ΥΓ: Κλείνοντας θα ήθελα να υποβάλω μια θερμή παράκληση σε όλους τους Έλληνες. Αρνηθείτε αυτό το τερατούργημα που Κύριος οίδε ποια σκοτεινά συμφέροντα το επέβαλαν. Μη περιμένετε ούτε από την νυν κυβέρνηση ούτε από την νυν αντιπολίτευση, κάποια πατριωτική στάση. Αντισταθείτε σεις. Δεν υπάρχει «Βόρεια Μακεδονία». Υπάρχουν μόνο «Σκόπια» κι’ έτσι και μόνον έτσι θα πρέπει να τα αποκαλούμε.


ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi9AYAjQboFh1_5M3bFMvoiwdv6qY5bDyiuBuwvPV3Yjtp1ZG3BAXNnY5CWdpxeWu7FvNRIyWEpe_RHBqBZHx93XDCYKW4LJe3j_4jgmwduvaKGVqaTsCSNu7bWjJSewd6rxVoBPh5kloo/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters