Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Η ΜΝΗΜΗ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ - 21 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1944 ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΕΛΕΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ (ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ 1944)

Του Δημοσθένη Κούκουνα

Από το βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα "ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ - ΤΡΑΓΩΔΙΑ & ΜΥΘΟΣ" (Εκδόσεις Ariston Books) 


Η μνήμη της Ελένης Παπαδάκη κατά καιρούς αναμοχλεύεται, άλλοτε με καλή προαίρεση και άλλοτε με σκοπιμότητα. Το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα ανούσιο και ανόσιο έγκλημα δεν ανατρέπεται φυσικά, ούτε με οποιαδήποτε μεθόδευση μπορεί να διαψευσθεί η κοινή λογική.

Η δολοφονία είχε βεβαίως διαπραχθεί από άτομα που ανήκαν στην αριστερή παράταξη κατά τα Δεκεμβριανά του 1944, οπότε εκδηλώθηκε η πρώτη ανοιχτή στρατιωτική σύγκρουση ανάμεσα στην εαμική αντίσταση και τον ελληνικό αστικό κόσμο, συσπειρωμένο πλέον και υπό την προστασία της Βρετανίας. Κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Δεκεμβρίου 1944, τα τραύματα και τα μίση που είχαν σωρευτεί κατά την κατοχική περίοδο ξέσπασαν σε ένα κύμα βίας εναντίον ενόχων και αθώων. Αυτό το κύμα βίας δεν αποτέλεσε ελληνική πρωτοτυπία, αλλά εκδηλώθηκε με καθυστέρηση στην ελληνική πρωτεύουσα, που σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές είχε βιώσει μια αναίμακτη απελευθέρωση μερικές εβδομάδες νωρίτερα.

Αρκετά νωρίς, η ηγεσία αυτής της παράταξης θέλησε να αποστασιοποιηθεί από τη συγκεκριμένη δολοφονία και είναι χαρακτηριστική η αποστροφή του Νίκου Ζαχαριάδη στην εισήγησή του στη 12η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ: «…Το κόμμα μας έχει το θάρρος να διακηρύξει ότι τέτοιες περιπτώσεις, όπως του Κορώνη, είτε της ηθοποιού Παπαδάκη, δεν μπορούν να βρουν δικαίωση και πρέπει να καταδικαστούν ανοιχτά».

Ένας τότε οπαδός του, που παράλληλα ήταν άμεσα εμπλεκόμενος με την υπόθεση της δολοφονίας, ο ηθοποιός Δημήτρης Μυράτ, θα γράψει σχετικά: «Όταν γύρισε από τη Γερμανία, όπου ήταν αιχμάλωτος, μετά τη λήξη του πολέμου, ο τότε γ.γ. του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης μίλησε στον κατάμεστο κινηματογράφο Τιτάνια της οδού Πανεπιστημίου, κάνοντας αυτοκριτική του κόμματος στη διάρκεια της δικτατορίας και της Κατοχής. Και μιλώντας για το περίεργο, ύποπτο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, κίνημα του Δεκεμβρίου, μοιραία έφτασε στη δολοφονία της Παπαδάκη και χρησιμοποίησε τη φράση του Φουσέ: Ήταν περισσότερο από έγκλημα, ήταν σφάλμα. Ήμουν παρών σε εκείνη τη συγκέντρωση και το άκουσα».

Η εν είδει συγγνώμης γενναιόψυχη στάση του Ζαχαριάδη δεν επανέφερε την Παπαδάκη στη ζωή, ούτε θα έκλεινε το θέμα οριστικά. Διάφοροι βασιλικότεροι του βασιλέως επιχειρούν κατά καιρούς να …δικαιολογήσουν τη δολοφονία, επικαλούμενοι ξανά και ξανά το ότι ήταν «φιλενάδα του Ράλλη» ή ότι είχε σχέσεις με Γερμανούς αξιωματικούς. Τελικά μάλιστα, εφευρέθηκε και μια άλλη εκδοχή, ότι την Παπαδάκη την σκότωσαν πράκτορες της Ιντέλιτζενς Σέρβις για να εκθέσουν το ΚΚΕ! Χρειάζεται όντως πολλή ψυχραιμία για να μπορεί κανείς να δει τα πραγματικά γεγονότα, απαλλαγμένα από τις σκόπιμες διαστρεβλώσεις και τα «στοιχεία» της εικονικής φαντασίας.

Ουσιαστικά όμως το έγκλημα συγκαλύφθηκε αμέσως μετά την τέλεσή του. Και η συγκάλυψη έγινε με το να εκτελεσθεί εκείνος που είχε διατάξει την εκτέλεση της Ελένης Παπαδάκη, ο διοικητής της Πολιτοφυλακής Πατησίων, ένας 23χρονος ονόματι Ορέστης (που δεν είχε καμιά σχέση με τον συνονόματό του καπετάν Ορέστη, διοικητή της 2ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, τον Ανδρέα Μούντριχα). Ωστόσο και το περιστατικό αυτό, όπως και τόσα άλλα, δεν είναι ξεκάθαρο. Άλλωστε κατά κανόνα έχουν γίνει μεταγενέστερα πολλές στρεβλώσεις των πραγματικών γεγονότων προκειμένου να υποστηριχθούν διάφορες εκδοχές, συχνά αντιφατικές μεταξύ τους.

Ο φυσικός αυτουργός, ο Βλάσης Μακαρώνας, ο οποίος ενώπιον του δικαστηρίου είχε ομολογήσει τη δολοφονία της Παπαδάκη, καταδικάσθηκε σε θάνατο και αργότερα εκτελέσθηκε. Αλλά αυτός ήταν ο τελευταίος τροχός της αμάξης, καθώς τη διαταγή για την εκτέλεσή της την είχε λάβει από τον διοικητή της Πολιτοφυλακής, τον νεαρό Ορέστη. Η διαταγή είχε δοθεί το βράδυ της ημέρας που συνελήφθη η Παπαδάκη στο σπίτι των Μυράτ, 21 Δεκεμβρίου 1944, και τις επόμενες ώρες ο Μακαρώνας εκτέλεσε πειθήνια την εντολή που είχε.

Ήδη όμως από τριημέρου, δηλαδή από τις 18 Δεκεμβρίου, στο κτίριο της Πολιτοφυλακής είχε εγκατασταθεί ένα κομματικό στέλεχος που παρακολουθούσε κάθε κίνηση του εν λόγω Ορέστη, επειδή υπήρχαν καταγγελίες εις βάρος του. Αυτός λεγόταν Νικόλαος Ανδρικίδης και επί λέξει είχε καταθέσει ενόρκως αργότερα (28.4.1945): «…Εγώ μετά ταύτα μετέβην εις την 7ην Αχτίδαν. Ο Γραμματεύς αυτής με ετοποθέτησεν εις την Πολιτοφυλακήν του 16ου τμήματος διά να παρακολουθήσω το τμήμα επειδή ο Διοικητής αυτού με άλλους πολιτοφύλακας δεν ειργάζοντο κανονικά. Κατά την παρακολούθησιν που έκαμνα επί 4 ημέρας, παρετήρησα ότι ο Διοικητής, Υποδιοικητής και δύο άλλοι πολιτοφύλακες, μαζί με τρεις γυναίκες είχαν δημιουργήσει γκαρσονιέραν και επεδίδοντο εις ακολάστους πράξεις, διά να προσπορισθούν διάφορα έξοδα ελήστευον ανθρώπους και άλλους άφηναν ελευθέρους επί καταβολή λιρών. Τούτους συνέλαβον και παρέδωσα εις κομματικόν Δικαστήριον παρά το Περιστέρι και εξετελέσθησαν μαζί με τις γυναίκες…».

Περιγράφει τον «Ορέστη», αλλά καμία λέξη για την Παπαδάκη σ’ αυτή την κατάθεσή του. Μερικούς μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο 1945, γίνεται η δίκη του Ανδρικίδη. Ο Ριζοσπάστης έχει αναλυτικό ρεπορτάζ (1.12.1945): «Στο πενταμελές εφετείο δικάσθηκε χθες ο πολιτοφύλακας Ν. Ανδρικίδης με την κατηγορία ότι το Δεκέμβρη του 44 συνέλαβε τον καπετάν Ορέστη, διοικητή της πολιτοφυλακής Πατησίων, τρεις πολιτοφύλακες και τις γυναίκες Ευσταθίου, Καλλαντζή και Κωνσταντοπούλου. Ο καπετάν Ορέστης και οι πολιτοφύλακες καταδικάσθηκαν σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο του ΕΛΑΣ, για ορισμένες υπερβασίες που διέπραξαν κατά τη λαϊκή Αντίσταση του Δεκέμβρη και συγκεκριμένα για την εκτέλεση της ηθοποιού Παπαδάκη, λεηλασίες και άλλες εγκληματικές ενέργειες. Οι τρεις γυναίκες καταδικάσθηκαν επίσης από το στρατοδικείο του ΕΛΑΣ σε θάνατο γιατί μετέδιδαν πληροφορίες στρατιωτικής φύσης στον εχθρό. Χθες εκδικάσθηκε μόνο η υπόθεση της σύλληψης των τριών γυναικών. Ο μάρτυρας κατηγορίας Μαρινόπουλος παραδέχθηκε ότι ο καπετάν Ορέστης και οι πολιτοφύλακες καταδικάσθηκαν από τον ΕΛΑΣ σε θάνατο για υπερβασίες. Επίσης κατέθεσε ότι οι τρεις γυναίκες πιάσθηκαν σε μια γκαρσονιέρα με τον Ορέστη και τους 3 πολιτοφύλακες και ότι εκτελέσθηκαν γιατί μετέδιδαν πληροφορίες σε «εθνικιστικές οργανώσεις». Ο ηθοποιός Δ. Μυράτ, μάρτυρας της υπεράσπισης, κατάθεσε ότι όπως πληροφορήθηκε, την ηθοποιό Παπαδάκη και τους αστυνομικούς εξετέλεσε ο καπετάν Ορέστης. Για την υπερβασία του αυτή καταδικάσθηκε σε θάνατο. Στην απολογία του ο Ανδρικίδης δήλωσε θαρραλέα ότι από το 1934 είναι μέλος του τιμημένου ΚΚΕ και ότι είναι περήφανος γι’ αυτό. (Ο πρόεδρος όμως του δικαστηρίου κ. Ευθυμίου ενοχλούμενος απαγόρευσε στον Ανδρικίδη να εξιστορήσει τη δράση του στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα). Σε συνέχεια ο Ανδρικίδης είπε ότι το Δεκέμβρη που υπηρετούσε στην Πολιτοφυλακή Παγκρατίου, διατάχθηκε να ενεργήσει ανακρίσεις στην Πολιτοφυλακή Πατησίων, όπου σύμφωνα με πληροφορίες γίνονταν υπερβασίες. Πράγματι διαπίστωσε ότι ο καπετάν Ορέστης και τρεις πολιτοφύλακες ευθύνονταν για την εκτέλεση στην Ούλεν της ηθοποιού Παπαδάκη, των αστυνομικών καθώς και για ληστείες σε διάφορα σπίτια. Έπειτα από την εξακρίβωση των γεγονότων αυτών διατάχθηκε η σύλληψή τους η οποία και πραγματοποιήθηκε μέσα σε μια γκαρσονιέρα. Από τις ανακρίσεις προέκυψε ότι οι 3 γυναίκες που συνελήφθησαν μαζί με τον Ορέστη στη γκαρσονιέρα έκαναν κατασκοπεία σε βάρος του μαχομένου ΕΛΑΣ. Το έκτακτο στρατοδικείο του ΕΛΑΣ τις καταδίκασε σε θάνατο για υπερβασίες, εγκατάλειψη θέσης, καταχρήσεις και εκμαυλισμό. Η εκτέλεση επρόκειτο να γίνει δημοσία στην πλατεία Κολιάτσου, είχε μάλιστα προαγγελθεί στο λαό με τα χωνιά. Επειδή όμως υπήρχε κίνδυνος να πολυβοληθεί ο κόσμος που θα μαζευόταν, από τα αεροπλάνα του Σκόμπυ, ο καπετάν Ορέστης εκτελέσθηκε στο Γαλάτσι. «Οι τρεις γυναίκες, κατέληξε ο Ανδρικίδης, έμειναν στο Περιστέρι και δεν ξέρω ποια είναι η τύχη τους. Πάντως για την υπόθεση αυτή εμείς υπερηφανευόμαστε». Ο γνωστός εισαγγελέας κ. Βασιλόπουλος ζήτησε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος γιατί… ομολόγησε την πράξη του. Το δικαστήριο κηρύχθηκε αναρμόδιο. Συνήγοροι οι κ.κ. Μιράσγεζης, Σταθόπουλος και Κοντογιαννάκης».

Ανάμεσα όμως στους έντεκα μήνες που έχουν περάσει από τη δολοφονία της Παπαδάκη μέχρι την πρώτη αυτή δίκη του Ανδρικίδη, έχει μεσολαβήσει η ξεκάθαρη τοποθέτηση της ηγεσίας του ΚΚΕ έναντι του συγκεκριμένου εγκλήματος, οπότε ο κατηγορούμενος Ανδρικίδης υποστηρίζει ότι πήγε στην Πολιτοφυλακή Πατησίων για να τιμωρήσει τους υπαίτιους της εκτέλεσης, ενώ στην πραγματικότητα είχε πάει τέσσερις ημέρες νωρίτερα και συνεπώς ήταν εκεί όταν έγινε!

Το επόμενο περίεργο γεγονός που προκύπτει, είναι ότι είχε προσέλθει ως μάρτυρας υπεράσπισής του ο Δημήτρης Μυράτ. Και εδώ εμφανίζεται μια απορία: ποια ιδιότυπη σχέση συνέδεε τους δύο τους; Πολλά χρόνια αργότερα, ο Μάνος Ελευθερίου θα φέρει στη δημοσιότητα μια επιστολή του Μυράτ (με ημερομηνία 31.12.1978), μια από τις πολλές που είχε στείλει προς τον Ανδρικίδη: «Αγαπητέ Νίκο, Χρόνια Πολλά. Ευτυχισμένος ο Καινούριος Χρόνος. Σʼ ευχαριστώ για τη φωτοτυπίαΜόλις ησυχάσω θα σου γράψω περισσότερες λεπτομέρειες για την περιβόητη  σύλληψη [της Ελένης Παπαδάκη, φυσικά]. Εσωκλείω δύο διπλές προσκλήσεις, που ισχύουν για οποιαδήποτε μέρα, ελεύθερες από κάθε επιβάρυνση. Θα ήταν άδικο να πληρώσης το θέατρο του φίλου σου. Χαίρω που ξέμπλεξες με τα συνταξιοδοτικά. Γιατί να πάνε τόσοι ωραίοι αγώνες, όπως ο δικός σου και των άλλων παληκαριών, χαμένα; Ακόμα κι ο δικός μου απειροελάχιστος και μηδαμινός σαν Γραμματέα ΕΑΜ θεάτρου; Τι έφταιξε και βρισκόμαστε πάλι στην ίδια κοινωνική κατάσταση της προμεταξικής περιόδου; Κρίμα! Με φιλία κι εκτίμηση, Δ. Μυράτ».

Ο περίεργος και εν πάση περιπτώσει ο ακριβής ρόλος του Δημήτρη Μυράτ στην υπόθεση Παπαδάκη δεν διευκρινίστηκε ποτέ πλήρως. Ούτε και το τι τον συνέδεε με τον Ανδρικίδη ώστε ισοβίως να διατηρούν φιλία.

Στα τέλη της δεκαετίας 1970 επιχειρείται μια νέα αναμόχλευση της υπόθεσης ώστε να δημιουργηθεί ένας νέος μύθος: Στο προσκήνιο μπαίνει τώρα η Ιντέλιτζενς Σέρβις. Ο δημοσιογράφος Γιάννης Κάτρης παίρνει τη σκυτάλη για την επικοινωνιακή αναθεώρηση. Με τη συμπλήρωση 35 χρόνων από την τραγωδία της Παπαδάκη και με την εφαρμογή του δόγματος «η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση», επιχειρεί να περάσει τη νέα εκδοχή. Χαρακτηριστικός ο τίτλος του δημοσιεύματός του στα Νέα (24.12.1979): «Οι πλαστογράφοι της ιστορίας». Ποιοι όμως;

Γράφει σ’ αυτό μεταξύ άλλων ο Κάτρης: «…Η αλήθεια είναι ότι ένα μέρος της ευθύνης για τη διατήρηση του μύθου πέφτει στους ώμους της Αριστεράς, που – ηττημένη, κατατρεγμένη και ανασκολοπισμένη – δεν μπόρεσε να διαφωτίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά την ελληνική και διεθνή κοινή γνώμη, ώστε ν’ αποκατασταθεί η αλήθεια και να καταδειχτεί πόσο καταχθόνιος και σατανικός ήταν ο ρόλος, όχι τόσο του ελληνικού δοσιλογισμού, όσο των ξένων προστατών του. Σήμερα, ήρθε η ώρα να παρουσιάσουμε τα γεγονότα, όπως πραγματικά συνέβησαν και ν’ αποκαταστήσουμε την ιστορική αλήθεια, ώστε να σταματήσει κάποτε η δηλητηρίαση της νέας και των επερχομένων γενεών με «μύθους» που εξακολουθούν να διδάσκονται. Ο άνθρωπος που αποκαλύπτει το γνήσιο ιστορικό της δολοφονίας της Ελένης Παπαδάκη, ονομάζεται Νικόλαος Ανδρικίδης και ζει τώρα στις εργατικές πολυκατοικίες της Κηφισιάς αριθμός 40. Πρόκειται για ένα σεμνό αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης, που διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην τραγική «υπόθεση» της Ελένης Παπαδάκη. Πολέμησε με το βαθμό του λοχαγού τον ξένο κατακτητή στην κατοχή, τιμώρησε τους φονιάδες της αξέχαστης ηθοποιού, όλη του η ζωή ήταν αφιερωμένη στο λαϊκό καθήκον και στην εθνική τιμή. Γι’ αυτή του τη δράση, που θα ’πρεπε να είναι δίδαγμα και υπόδειγμα για κάθε Έλληνα, έμεινε στη φυλακή είκοσι οκτώ ολόκληρα χρόνια».

Στη συνέχεια της εκδοχής του, ο Κάτρης υποστηρίζει: «Και τώρα, η αλήθεια για τη δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη: Η μεγάλη ηθοποιός, που η ακτινοβολία της ξεπερνούσε τα όρια της Ελλάδα, στα Δεκεμβριανά έμενε στο σπίτι του ηθοποιού Δημήτριου Μυράτ, κάπου στα Πατήσια. Ένα βράδυ πήγε η πολιτοφυλακή της περιοχής και την πήρε. Την άλλη μέρα τη σκότωσαν. Το ΕΑΜ και το Α΄ Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ, κυριολεκτικά αναστατώθηκαν. Η δολοφονία της Παπαδάκη έδειχνε ότι κάτι το πολύ σάπιο υπήρχε στα Πατήσια. Και έδρασαν με κεραυνοβόλα ταχύτητα. Στον τότε λοχαγό Νίκο Ανδρικίδη ανατέθηκαν καθήκοντα διαμερισματάρχη της περιοχής, με τη ρητή εντολή να ερευνήσει την υπόθεση, ν’ ανακαλύψει τους ενόχους και να ξεκαθαρίσει την ανώμαλη και επικίνδυνη κατάσταση. Από τις ανακρίσεις που έκανε ο Ανδρικίδης εντοπίστηκαν οι δολοφόνοι. Ήσαν ο διοικητής της πολιτοφυλακής Ορέστης, ο υποδιοικητής και ο βοηθός του. Πιάστηκαν και οι τρεις σε διαφορετικά σπίτια (μαζί με τις ερωμένες τους) και δικάστηκαν από ανταρτοδικείο. Μπροστά σε ακροατήριο παραδέχτηκαν ότι είχαν στρατολογηθεί από ξένη μυστική υπηρεσία (Ιντέλιτζενς Σέρβις) και με εντολή της σκότωσαν την Ελένη Παπαδάκη, για να δυσφημιστεί το λαϊκό κίνημα και δικαιωθεί η βρεταννική επέμβαση. Καταδικάστηκαν στην ποινή του θανάτου και εκτελέστηκαν παρουσία κόσμου στην πλατεία Κολιάτσου».

Στην περικοπή αυτή του άρθρου του Κάτρη, που ξεκινάει με την επίκληση «και τώρα, η αλήθεια», υπάρχει σωρεία αναληθειών. Η σημαντικότερη είναι ότι ο Ανδρικίδης εστάλη εκεί με εντολή της ηγεσίας του ΕΛΑΣ μόλις έγινε γνωστή η δολοφονία της Παπαδάκη. Αντίθετη όμως είναι η πραγματικότητα: εστάλη τρεις μέρες πριν από τη σύλληψή της, ο δε Ανδρικίδης ενεργούσε ως επόπτης (ως «διαμερισματάρχης») και κατά τη σύλληψη και κατά την εν συνεχεία εκτέλεσή της. Η σύλληψη του περιώνυμου Ορέστη έγινε αργότερα, χωρίς να προσδιορίζεται η ημέρα, σε μία γκαρσονιέρα, όπου βρισκόταν με τους βοηθούς του και τις τρεις γυναίκες και όχι σε τρία διαφορετικά σπίτια. Απροσδιόριστη επίσης ήταν η ημερομηνία της «δίκης» τους στο Περιστέρι, καθώς επίσης και της εκτέλεσής τους, που δεν έγινε στην πλατεία Κολιάτσου δημοσίως, αλλά στο Γαλάτσι άνευ κόσμου.

Αλλά ο Κάτρης χρησιμοποιεί και ένα νέο μυθοπλαστικό στοιχείο, αυτό της ομολογίας του Ορέστη και των λοιπών ενώπιον ακροατηρίου ότι είχαν στρατολογηθεί ως πράκτορες της Ιντέλιτζενς Σέρβις και ότι με εντολή της σκότωσαν την Παπαδάκη! Αφού δεν βρέθηκαν πρακτικά της «δίκης» εκείνης του ανταρτοδικείου, ούτε ποτέ εμφανίστηκε κάποιος από τους παράγοντες ή τους «ακροατές» της δίκης, πώς προκύπτει η ομολογία τους; Και αφού τελικά δεν έγινε δημόσια η εκτέλεση της θανατικής ποινής τους στην πλατεία Κολιάτσου, ούτε είναι γνωστό το πραγματικό όνομα του Ορέστη και των συνεργατών του που καταδικάσθηκαν μαζί του, σύμφωνα με ποιο πειστικό στοιχείο τεκμηριώνεται ότι πράγματι εκτελέσθηκαν οι εν λόγω και ότι ενδεχομένως δεν διέφυγαν;

Η φαιδρή αυτή θεωρία του Κάτρη, που μπάζει από πολλά σημεία, ξέχωρα από τις σημαντικές και ουσιαστικές ανακρίβειες, ήταν ένα προπαγανδιστικό πυροτέχνημα για να περάσει στους ώμους της …Ιντέλιτζενς Σέρβις η ευθύνη της δολοφονίας της Παπαδάκη, αν και ήταν περιττό αφού η Αριστερά ηθικά την είχε αποποιηθεί από πολύ νωρίς, με τη σαφή αναφορά του Νίκου Ζαχαριάδη. Αλλά το ζητούμενο εδώ ήταν να δημιουργηθεί ένας μύθος για χάρη των αμέσως ή εμμέσως εμπλεκόμενων. Άλλωστε το όλο σκεπτικό στηριζόταν στην εκ των πραγμάτων υποκειμενική πληροφόρηση που είχε ο Κάτρης από τον Ανδρικίδη.

Εκτός από τον Κάτρη, τον τόσο ανόητο αλλά βολικό μύθο της ανάμιξης της Ιντέλιτζενς Σέρβις είχαν υιοθετήσει ο Βασίλης Μπαρτζιώτας και άλλα πρόσωπα, κάποια μάλιστα από εκείνα που είχαν θεωρηθεί ως ηθικοί αυτουργοί της αρχικής συκοφαντικής εκστρατείας κατά της Παπαδάκη. Η Ολυμπία Παπαδούκα, μία από τα μέλη του χορού στις παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας όπου θριάμβευε η Παπαδάκη, θέλησε να επωφεληθεί, ανασύροντας το 2003 στις Επτά Ημέρες της Καθημερινής και πάλι το ίδιο προπαγανδιστικό σχήμα του Κάτρη, ένα σχήμα πολύ φθηνό και αδύναμο για να σταθεί στην κοινή λογική. «Πιστεύω ότι η Ιντέλιτζενς Σέρβις θυσίασε την Παπαδάκη για να κάνει τη δουλειά της… Τότε, όλο σχεδόν το ελληνικό θέατρο ήταν στο ΕΑΜ και νομίζω ότι έπρεπε να στιγματιστεί με μια δολοφονία. Για να ξεσηκωθεί ο κόσμος. Πιστεύω ότι δόθηκε εντολή να σπιλωθεί το ΕΑΜ Θεάτρου…».

Αυτό δεν ήταν παρά ένα φαντασιακό μύθευμα. Μακράν από την πραγματικότητα η θεωρία ότι «όλο σχεδόν το ελληνικό θέατρο» ανήκε στην Αριστερά. Στα τέλη Νοεμβρίου 1944, λίγες μέρες πριν ξεσπάσουν τα Δεκεμβριανά, έγιναν για πρώτη φορά μετά την Απελευθέρωση αρχαιρεσίες στο Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών και πλειοψήφησε η αντίθετη παράταξη. Πρόεδρός του εξελέγη ο Νίκος Δενδραμής, αφού ο Σπύρος Πατρίκιος, που κατείχε την προεδρία από την εποχή Μεταξά, έχασε τις εκλογές.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από το τι έλεγε η Παπαδούκα, τα σοβαρά στελέχη της Αριστεράς στάθηκαν διαχρονικά στην αρχική θέση που είχε διατυπώσει ο Νίκος Ζαχαριάδης περί εγκληματικού λάθους, χωρίς να προχωρήσουν σε αναζήτηση μεθυστέρων δικαιολογιών προκειμένου να αποποιηθούν την όντως φρικτή δολοφονία της μεγάλης ηθοποιού.

Από την άλλη πλευρά της όχθης, είναι αλήθεια πως το τόσο επώνυμο αυτό θύμα των Δεκεμβριανών χρησιμοποιόταν συχνά στα πρώτα μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια για να θυμίζει τα εγκλήματα της εποχής. Και όπως μου έχει αναφέρει ένας παλαιός φίλος και γνωστός δημοσιογράφος, που στη δεκαετία 1960 υπηρετούσε τη θητεία του στο 7ο Γραφείο του ΓΕΣ, δέχθηκε στο γραφείο του την επίσκεψη του Μιχάλη Παπαδάκη, του αδελφού της αδικοχαμένης ηθοποιού, για να τους παρακαλέσει να σταματήσει η χρησιμοποίηση της φωτογραφίας της νεκρής αδελφής του, καθώς κάθε χρόνο στην επέτειο των Δεκεμβριανών τυπώνονταν χιλιάδες αφίσες που τοιχοκολλούνταν στους δρόμους.

Και η αλήθεια είναι ότι η οικογένειά της στωικά και αθόρυβα πέρασε όλες τις μεταδεκεμβριανές δεκαετίες, ξαναζώντας ξανά και ξανά τον ίδιο βαθύ πόνο. Μέσα σε μια βαθιά σιωπή πένθησαν τα μέλη της την Ελένη Παπαδάκη, αρκούμενα αξιοπρεπώς στις αναμνήσεις της θύμησής της. Και όταν ο αδελφός της σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό της έβγαλε ένα βιβλίο για να τιμήσει τη μνήμη της, συστηματικά απέφυγε κάθε εμπάθεια και αρκέστηκε στο να διαιωνίσει μέσα απ’ αυτό τη μνήμη της ως προσωπικότητας και κυρίως ως μεγάλης ηθοποιού μέσα από ανάλεκτα γνωστών καλλιτεχνών, κριτικών και συγγραφέων.


                     ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:



















Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ 117 ΑΝΔΡΩΝ ΣΤΑ ΔΡΑΚΕΙΑ ΠΗΛΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ ΝΑΖΙ ΣΤΙΣ 18 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1943




(Πηγή Πληροφοριών: Δήμος Αγριάς)


Η Δράκεια υπήρξε και αυτή ένα από τα πολύπαθα εκείνα χωριά που δοκιμάσθηκαν άσχημα και πλήρωσαν ακριβά σε φόρο αίματος την αντιστασιακή δράση των αντάρτικων ομάδων που δρούσαν στο Πήλιο την περίοδο της κατοχής.

Την πλήρωσε με κατακρεούργηση από τις γερμανικές στρατιωτικές μονάδες, 117 αθώων ανδρών της, που είχαν την ατυχία να βρίσκονται στον τόπο αυτόν στις δύσκολες εκείνες μέρες.

Η τραγική ιστορία ξεκίνησε την αποφράδα εκείνη μέρα της 17ης Δεκεμβρίου 1943, όταν μία ομάδα ανταρτών της ανεξάρτητης διμοιρίας του Θωμά Καψάλη, σε ενέδρα κάπου κοντά στην Αλικόπετρα, (περιοχή κοντά στο χωριό) σε μία ασήμαντης έκτασης ανταλλαγή πυρών με μία μικρή ομάδα Γερμανών μοτοσικλετιστών, που κατευθυνόταν προς τον Βόλο, σκότωσε δύο Γερμανούς στρατιώτες και τραυμάτισε ένα τρίτο, ο οποίος διέφυγε προς την Πορταριά, όπου έδρευε κάποια γερμανική μονάδα και ανάφερε για το επεισόδιο.

Ας δούμε όμως τα γεγονότα με όσο καθαρότερη ματιά γίνεται, όπως αυτά παρουσιάζονται κυρίως μέσα από τις προσωπικές αφηγήσεις των ανθρώπων που τα έζησαν. Ο επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Χρήστος Βαβύλης, σε σχετική έρευνα που έκανε χρόνια αργότερα γράφει:  «Εγώ θυμάμαι ότι στο καφενείο του χωριού μου την παραμονή, στις 16 Δεκεμβρίου 1943, ήταν τρεις αντάρτες του εφεδρικού ΕΛΑΣ και έλεγαν μεταξύ τους να ανέβουν κατά την Αλυκόπετρα να πιάσουν ή να σκοτώσουν Γερμανούς για να τους πάρουν τις αρβύλες. Έτσι και έκανα.»

Στις 17 Δεκεμβρίου 1943 αυτοί οι τρεις ανέβηκαν στην περιοχή της Αλυκόπετρας και έστησαν ενέδρα σε Γερμανούς μοτοσικλετιστές που κατέβαιναν από το Πλιασίδι στο Βόλο. Στην ενέδρα αυτή σκοτώθηκε ένας Γερμανός (ακόμα είναι σε αμφισβήτηση αν οι νεκροί Γερμανοί ήταν ένας ή δύο) και τραυματίστηκε ένας άλλος. Οι τρεις αντάρτες αφού πήραν τις «μπότες» του σκοτωμένου έφυγαν από την περιοχή της Αλυκόπετρας για το μοναστήρι της «Παναγίας Μεγαλογέννητης».

Ο τραυματισμένος Γερμανός ανέβηκε στη μοτοσικλέτα του και έφτασε στην Πορταριά από όπου ειδοποίησε τους Γερμανούς στο Βόλο για τη συμπλοκή στην «Αλυκόπετρα». Και από εδώ και πέρα αρχίζει το δράμα του χωριού της Δράκειας.

Οι Γερμανοί το απόγευμα της 17ης Δεκεμβρίου αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν το ανοσιούργημά τους. Για να προσπελάσουν το χωριό ακολούθησαν δρόμους και μονοπάτια δύσβατα. Κατέβηκαν από την Αλυκόπετρα και έφτασαν στο χωριό τις απογευματινές ώρες από σημεία αφύλακτα, από εκεί που δεν τους περίμενε κανείς.

Οι υπεύθυνοι των οργανώσεων (Ε.Α.Μ., Εφεδρικός Ε.Λ.Α.Σ., Ε.Π.Ο.Ν.) επειδή το απόγευμα είχαν ακουστεί πυροβολισμοί ψηλά στα Χάνια καθησύχασαν τους κατοίκους λέγοντας τους πως γινόταν κάποιου είδους γυμνάσια των Γερμανών και δεν υπάρχει κίνδυνος. Δεν παρέλειψαν όμως να τοποθετήσουν σκοπούς στις εισόδους του χωριού για κάθε ενδεχόμενο.

Οι Γερμανοί από τους δύο τσοπάνηδες που βρέθηκαν στο δρόμο τους οδηγήθηκαν στα μονοπάτια που έμπαιναν στο χωριό. Ο ένας μπόρεσε να το σκάσει και γλίτωσε, ο δεύτερος αναγκαστικά τους ακολούθησε και είχε την τύχη των άλλων συμπατριωτών του. Καθώς μπήκαν στο χωριό από τρία διαφορετικά σημεία έπιαναν όσους άνδρες έβρισκαν στο δρόμο τους και στα σπίτια και τους κατεύθυναν όλους στην κάτω πλατεία του χωριού, όπου τους συγκέντρωναν όλους.

Εδώ ας δώσουμε τον λόγο σε έναν αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων, το Γιώργο Θεοδώρου, που ξέφυγε κυριολεκτικά από του χάρου τα δόντια και την αφήγησή του αποθησαύρισε ο Χρήστος Βαβύλης στην έρευνά του. Διηγείται λοιπόν ο Γ. Θεοδώρου: «παραμονή του Αγίου Μοδέστου, 17 Δεκεμβρίου 1943, από το πρωί ακούγαμε εις τη θέση Αλυκόπετρα και τον αμαξιτό δρόμο πολλούς πυροβολισμούς χωρίς να μάθουμε και για ποιον λόγο γίνονταν οι πυροβολισμοί αυτοί.

Όσους από του υπευθύνους των οργανώσεων ρωτούσαμε, μας έλεγαν ότι οι Γερμανοί που βρίσκονταν στα Χάνια και το Πλιασίδι, έκαναν γυμνάσια. Η μέρα πέρασε χωρίς να μάθουμε τίποτα περισσότερο. Το κοινοτικό καφενείο στην πλατεία το είχα εγώ με τον αδελφό μου. Επί πλέον είχα και το τσαγκάρικο στο οποίο δούλευα. Κατά τις τέσσερις το απόγευμα ήρθε στο τσαγκάρικο ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Νικόλαος Μιλιόρδος να πάρει τα παπούτσια του.

Πριν φύγει από το μαγαζί τον ρώτησα να μου πει τι έμαθε για τους πυροβολισμούς, που συνεχίζονταν ακόμη, μου είπε ότι οι Γερμανοί έκαναν γυμνάσια και ο πρόεδρος έφυγε. Κατά τις 5 μου παράγγειλε ο αδελφός μου από το καφενείο να κλείσω το τσαγκάρικο και να πάω στο καφενείο γιατί αυτόν τον είχαν ορίσει σκοπό στον Άθωνα.

Έκλεισα το τσαγκάρικο και πήγα στο καφενείο. Ήταν μόνο δύο πελάτες. Είχα κλείσει τα ρολά του καφενείου, ετοιμαζόμουνα να κλειδώσω τις πόρτες και να φύγω για το σπίτι, αφού δεν είχαμε κόσμο και έκανε τσουχτερό κρύο. Δεν πρόλαβα να κλείσω το καφενείο, αν είχα προλάβει λίγο νωρίτερα ίσως δε θα γινόταν το «μακελειό», και μπήκε μέσα ένας Γερμανός με το αυτόματο και με ακινητοποίησε.

Την ίδια ώρα, ήταν περίπου μετά τις πέντε το απόγευμα, φέρανε στο δικό μου καφενείο καμιά εξηνταριά άτομα από το άλλο καφενείο, γιατί στην κάτω πλατεία υπήρχανε δύο καφενεία τότε. Μας έβαλαν και καθίσαμε. Στο μεταξύ πήραν τέσσερα τραπέζια και έβαλαν πάνω ένα πολυβόλο στραμμένο πάνω μας. Ένας Γερμανός ρώτησε ποιος είναι ο «κουμάντ». Του είπα εγώ είμαι. Από εκείνη την ώρα έκανα καφέδες και τσάγια, αυτό συνεχίσθηκε μέχρι τα μεσάνυχτα.

Εκείνη την ώρα βγάλανε μια παρτίδα για σωματική ανάγκη, τότε βρήκε την ευκαιρία ο Γιώργος Σαραβάνης και τους έφυγε. Την ώρα εκείνη έγινε κακό μεγάλο. Μπήκε μέσα στο καφενείο ένας Γερμανός και μας είπε : «αυτόν που επιχείρησε να φύγει τον σκότωσαν» εμείς παγώσαμε γιατί ο Γιώργος ήταν αγαπητός σε όλους μας.

Οι Γερμανοί έφερναν συνέχεια κόσμο από τα σπίτια, φτάσαμε 126 άτομα. Η αγωνία μας όσο περνούσαν οι ώρες, κορυφώνονταν, εμένα με έβαλαν και κάθισα μπροστά-μπροστά. Δίπλα μου καθόταν ο Χρήστος Μιχόπουλος ο οποίος μιλούσε γερμανικά, του είπα να ρωτήσει γιατί μας μάζεψαν εδώ. Ο Γερμανός του είπε πως οι αντάρτες σκότωσαν δύο Γερμανούς και τραυμάτισαν άλλους τέσσερις.

Με άλλους Δρακιώτες δεν είχα επαφή, διότι δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω μέσα στο καφενείο μετά το «φευγιό» του Σαραβάνη. Όταν έφεξε φέρανε στο καφενείο και μερικούς άντρες από το Σέσκλο. Αυτοί είχαν έλθει στο χωριό να κάνουν ανταλλαγή σιτάρι με λάδι και για δυστυχία τους πέσανε στην ώρα της εκτελέσεως.

Έφεξε για καλά το πρωί, 18 Δεκεμβρίου 1943, ανήμερα του Αγίου Μοδέστου. Οι Γερμανοί έδειξαν μια κινητικότητα και μια νευρικότητα. Στο μεταξύ, πριν από την εκτέλεση ήρθε φαίνεται διαταγή να αφήσουν τα παιδιά που ήταν κάτω από 15 χρονών. Την ώρα που άρχιζε η εκτέλεση, είχε βγει για τα καλά ο ήλιος. Μπήκε μέσα στο καφενείο ένας Γερμανός και για να μας παραπλανήσει μας είπε ότι θα βγάζουν πέντε άνδρες, θα ελέγχουν τις ταυτότητες και αν δεν ευθύνονται θα πάνε σπίτια τους. Μόλις τελείωσε αυτά τα λόγια ήλθε η διαταγή της εκτέλεσης.

Η πρώτη «παρτίδα» ήταν οι Σεσκλιώτες. Τους συνόδευαν οι Γερμανοί με αυτόματα. Εμείς περιμέναμε με αγωνία να δούμε αν είναι αλήθεια αυτά που μας είπε πιο μπροστά ο Γερμανός. Σε δέκα λεπτά, από την ώρα που έβγαλαν έξω τους πέντε Σεσκλιώτες, ακούστηκαν οι ριπές των πολυβόλων. Καταλάβαμε πλέον ότι γινόταν η εκτέλεση. Δεύτερη παρτίδα ήταν Δρακειώτες. Η ίδια διαδικασία, οι ίδιοι πυροβολισμοί. Δεν υπήρχε πλέον καμία αμφιβολία, η εκτέλεση γινόταν κανονικά. Τρίτη παρτίδα ήταν η δική μου. Εγώ προφασίστηκα να πάω να πιω νερό.

Ήρθε ο Γερμανός που μας συνόδευε με άρπαξε από το πέτο του σακακιού μου και με έβγαλε έξω μαζί με τους άλλους. Εκείνη την ώρα θόλωσε το μυαλό μου. Αυτό ήτανε. Με 6-7 «σάλτους» βρέθηκα στα σκαλιά της πλατείας. Τα πολυβόλα που ήτανε εκεί μου ρίξανε, δεν ξέρω πόσους πυροβολισμούς, χωρίς ευτυχώς να με τραυματίσουν. Όταν πήδηξα τη σκάλα ένας Γερμανός που ήταν εκεί, μόλις άκουσε τον βηματισμό μου ξεκρέμασε το αυτόματο και μου έριξε καμιά δεκαριά σφαίρες και πάλι ευτυχώς δεν με τραυμάτισε.

Φεύγοντας στο καλντερίμι μου έριξε πάλι πολλές ριπές που δεν με πέτυχαν. Έφυγα τρέχοντας και έφτασα σ’ έναν μπαξέ, έφυγα όμως από εκεί γιατί φοβόμουν να μην με βρουν οι Γερμανοί και κατέβηκα στο ρέμα. Ως το βράδυ κρυβόμουν στα κτήματα και ξενύχτησα σ’ ένα καλύβι.Το πρωινό της επόμενης μέρας έφτασα σπίτι μου και έμαθα τα θλιβερά γεγονότα».

Πριν αρχίσει η εκτέλεση, το πρωί οι Γερμανοί άφησαν τα ανήλικα παιδιά να φύγουν, ήταν έξι. Η διαδικασία της εκτελέσεως των Δρακιωτών, όπως αυτή περιγράφεται από όσους επέζησαν τα τραγικά εκείνα γεγονότα, είναι πραγματικά συγκλονιστική, όταν την μνημονεύει κανείς ακόμη και σήμερα, ύστερα από 60 ολόκληρα χρόνια. Οι μελλοθάνατοι οδηγούνταν σε πεντάδες ή τριάδες στην πεζούλα στο ρέμα, εκεί που τότε βρισκόταν ένα χάνι.

Εκεί ήταν το σφαγείο των ανδρών του χωριού. Σήμερα δεν υπάρχει πια. Στη θέση αυτή χτίσθηκε το κενοτάφιο μνημείο με τα ονόματα των 118 εκτελεσθέντων πατριωτών. Τους ανέβαζαν στην πεζούλα που υπήρχε εκεί και με το πρόσωπο προς το ρέμα τους εκτελούσαν σχεδόν εξ επαφής από το πίσω μέρος του κεφαλιού του θύματος. Κάθε προσπάθεια διαφυγής ήταν αδύνατη, καθώς παντού υπήρχαν Γερμανοί στρατιώτες πάνοπλοι να ρίξουν σε όποιον επιχειρούσε κάτι τέτοιο.

Η σφαγή ολοκληρώθηκε πριν από το μεσημέρι και οι θύτες αποχώρησαν αφήνοντας πίσω τους έναν σωρό από 118 πτώματα που είχε βάψει κόκκινο το νερό του ποταμιού καθώς έρεε προς την εκβολή του όταν αυτό πια «ξεστόμωσε» από το σωρό των πτωμάτων. Η περιγραφή των επόμενων ωρών, καθώς έφταναν στον τόπο της συμφοράς, οι γυναίκες και τα παιδιά του χωριού που έψαχναν για τους δικούς τους, ξεφεύγει ίσως και από την πένα του πιο ικανού δραματογράφου. Λίγοι ήταν εκείνοι που γλίτωσαν από τη σφαγή.

Σχεδόν όλος ο γυναικείος και παιδικός κόσμος του χωριού είχε μαζευτεί τη μέρα εκείνη εκεί ψάχνοντας καθένας για κάποιον δικό του. Όλοι λίγο πολύ ήταν συγγενείς, φίλοι, γείτονες και γνωστοί. Οι γυναίκες με κλάματα στα μάτια και κατάρες για τους δολοφόνους-κατακτητές, προσπαθούσαν να σύρουν έξω από τον ανθρώπινο σωρό των σκοτωμένων κάποιο δικό τους. Στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου υπήρχαν τα ερείπια του παλιού παρθεναγωγείου του χωριού. Εκεί σύρθηκαν όπως- όπως τα πτώματα προκειμένου να ταφούν. Καθώς ο χώρος ήταν στενός 7χ12 μέτρα, τα πτώματα τοποθετούνταν σε τρεις σειρές, τη μία πάνω στην άλλη.

Μετά από αυτό το γεγονός το χωριό σχεδόν ερημώθηκε. Πολλοί ήταν εκείνοι που κυριευμένοι από το φόβο, έφυγαν και σκόρπισαν στα γύρω καλύβια, στην Αγριά, τον Βόλο ή και πιο μακριά. Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να αρχίσουν δειλά-δειλά να ξαναγυρίζουν στις εστίες τους όσοι επέζησαν. Οι χήρες, καθώς τα κτήματα χρειάζονταν επιτακτικά καλλιέργεια και φροντίδα, έπρεπε να ξαναπαντρευτούν, οι ντόπιοι όμως άντρες ήταν θαμμένοι στο προαύλιο του Άγιου Νικόλαου. Τότε αναγκαστικά ήλθαν και παντρεύτηκαν στη Δράκεια άνδρες από τα γύρω χωριά και το χωριό ξανάρχισε να αποκτά μια νέα ζωή.

Αδάμος Αριστείδης|Αναστασίου Κωνσταντίνος|Αναστασίου Αναστάσιος

Αποστολίδης Φανούριος|Αραβίδης Γεώργιος|Αποστολόπουλος Νικηφόρος

Αρέθας Δημήτριος|Βούλγαρης Ιωάννης|Βούκουρας Γεώργιος

Βολιώτης Δημήτριος|Βελετζάκος Δημήτριος|Βόγδανος Κωνσταντίνος

Γεωργατζής Δημήτριος|Γιαννόπουλος Νικόλαος|Γκαραγκούνης Κωνσταντίνος

Δούκας Κωνσταντίνος|Ευαγγελίδης Κωνσταντίνος|Ευσταθίου Νικόλαος

Ευσταθίου Χριστόφορος|Ζάμπαλος Ιωάννης|Ζάμπαλος Αθανάσιος

Ζαμπαρδίκος Ιωάννης|Ζαμπαρδίκος Κωνσταντίνος|Ζαμπαρδίκος Γεώργιος

Ζαμπάς Χαράλαμπος|Ζαμπάς Γεώργιος|Ζαμπαρδίκος Ιωάννης

Ζαμπαρδίκος Νικόλαος|Θλιβερός Κωνσταντίνος|Θεοδώρου Αθανάσιος

Θεοδώρου Αντώνιος| Καλλίνικος Κωνσταντίνος|Κεφαλάς Δημήτριος

Κεφαλάς Χαράλαμπος|Κεφαλάς Κωνσταντίνος|Κεφαλάς Σπυρίδων

Κεφαλάς Νικόλαος|Κάβουρας Δημήτριος|Κλειδωνάρης Απόστολος

Κολιμήτρος Βασίλειος|Κολιμήτρος Δημήτριος|Κωστής Νικόλαος

Κουτσομήτρος Νικόλαος|Κουτσομήτρος Κωνσταντίνος|Κουτσομήτρος Σπυρίδων

Κουτσομήτρος Σταύρος|Κουτσομήτρος Αθανάσιος|Κατσούδας Κωνσταντίνος

Κασσαβέτης Παντελής|Καμπάς Παντελής|Κουμούτσης Δημήτριος

Καραβέλης Κωνσταντίνος|Κάπηλας Κωνσταντίνος|Καρατζιόλης Στέφανος

Κοτσινάρης Απόστολος|Λιάτσικας Δημήτριος|Λιάτσικας Αναστάσιος

Μουστάκας Έξαρχος|Μαστρονικολάου Σπυρίδων|Μαυρόπουλος Λυκούργος

Μούτος Γεώργιος|Μιτζέλος Θωμάς|Μιχόπουλος Χρήστος

Μαστροκώστας Κωνσταντίνος|Μπέας Γεώργιος|Μπέκος Αθανάσιος

Μάρας Νικόλαος|Μάρας Χρήστος|Μάγγος Κωνσταντίνος

Μάγγος Δημήτριος|Μαρκάς Δημήτριος|Μαρκάς Ιωάννης

Μαρκάς Χαρίτων |Μακρυγιάννης Γεώργιος|Μακρυγιάννης Σπυρίδων

Μιτζέλος Πρωτεσίλαος|Μουστάκας Κωνσταντίνος|Μπαλντούμης Ανέστης

Πανταζάκης Ιωάννης|Πανταζάκης Σπυρίδων|Πεταλάς Νικόλαος

Πατρώνης Γεώργιος|Πατρώνης Νικόλαος|Παπαποστόλου Κωνσταντίνος

Παπαγεωργίου Γεώργιος|Παπαγεωργίου Κωνσταντίνος|Παπουτσής Δημήτριος

Παππάς Αναστάστιος|Παππάς Γεώργιος|Ρεντινιώτης Γεώργιος

Ρεντινιώτης Θεοφάνης|Ραχούλης Αντώνιος |Στάμος Ζήσης

Σφύρας Δημήτριος|Σταμάτης Γεώργιος|Σαρηγιάννης Θεοφάνης

Στεργίου Κωνσταντίνος|Ταγάρας Χαράλαμπος|Ταγάρας Νικόλαος

Τσολάκης Αργύριος|Τσαμήτας Χρήστος|Τσοποτός Ορέστης

Τζαμτζής Σπυρίδων|Τζαμτζής Νικόλαος|Τσιάρας Χαράλαμπος

Τσιάρας Κωνσταντίνος|Τσιάρας Βασίλειος|Φασάκας Αθανάσιος

Χαλκιάς Δημήτριος|Χαλκιάς Αναστάσιος|Χαλκιάς Θεόδωρος

Χατζηγρηγορίου Σπυρίδων|Σεϊτάνης Ελευθέριος|Τράντος Νικόλαος


Πηγή: ΕΠΑ.Λ.ΑΓΡΙΑΣ

ΕΠΑ(ΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ) ΛΥΚΕΙΟ) Αγριάς

18 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1803 : Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΖΑΛΟΓΓΟΥ, Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

Του ιστορικού: Άλκη Ευστρατίου. 
 
Το Ζάλογγο είναι ένα από τα ιστορικότερα όρη της Ελλάδος. Βρίσκεται βόρεια της Πρέβεζας και ανήκει στην οροσειρά των Κασσωπαίων της Ηπείρου, στην επαρχία Δωδώνης του νομού Ιωαννίνων. είναι 60 περίπου χιλιόμετρα δυτικά των Ιωαννίνων, κοντά στα όρια με τον νομό Θεσπρωτίας, σε υψόμετρο 400 μέτρων. Το όνομά του συνδέθηκε με την προεπαναστατική περίοδο του 1821 και ειδικότερα με τον θαυμαστό Χορό του Ζαλόγγου.
Ως γνωστόν, οι αγώνες του Αλή πασά εναντίον των Σουλιωτών άρχισαν από την εποχή του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1787 – 1792). Τότε οι ατρόμητοι Σουλιώτες οπλαρχηγοί, με έγγραφό τους προς τους απεσταλμένους της Μεγάλης Αικατερίνης, δήλωναν ότι ήταν έτοιμοι να μετάσχουν σε οποιοδήποτε απελευθερωτικό κίνημα οργανωνόταν στον ελληνικό χώρο. Η πάλη με τον πασά των Ιωαννίνων συνεχίσθηκε, με διακοπές βέβαια, και στην τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνος, ενώ εντάθηκε τελικά από το 1800 ως το 1803. Για τον αδίστακτο αυτό πασά τον Ιωαννίνων η ύπαρξη και η δράση των Σουλιωτών, αποτελούσε ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα, στην επίλυση του οποίου ο πανούργος αυτός άρχοντας αφιέρωσε χρόνο και χρήμα, ενώ είχε και πολλά θύματα μεταξύ των επιλέκτων στρατιωτών του! Όταν επιτέλους ο πασάς της Ηπείρου κατόρθωσε να απομονώσει το Σούλι με ισχυρές δυνάμεις, εξουδετερώνοντας την απειλή της νησίδας αυτής των ανυπότακτων κατοίκων, τότε οι προγενέστερες και φιλόφρονες εκκλήσεις των Σουλιωτών προς τη Γαλλία και τη Ρωσία για βοήθεια έμειναν άκαρπες, ενώ ο Αλής επετύγχανε την έγκριση του σουλτάνου, ώστε να ολοκληρώσει το σχέδιο του.
Την 1η Νοεμβρίου 1803 η θέση των Σουλιωτών ήταν πια τραγική, και, επειδή η αντίσταση φαινόταν μάταιη, ένα μέρος της φρουράς του Σουλίου
πραγματοποίησε έξοδο και σώθηκε. Οι υπόλοιποι εξακολούθησαν να αμύνονται και να πολεμούν. οι πολιορκημένοι Σουλιώτες τις τελευταίες ημέρες ζούσαν μόνο με αγριόχορτα. Τους έλειπε και το νερό ακόμη. Ο Aλής εκμεταλλεύθηκε τις δυσκολίες των Σουλιωτών και τους ανάγκασε στις 12 Δεκεμβρίου του 1803 να συνθηκολογήσουν.

Όμως ο καλόγερος Σαμουήλ, στην Ιερά Μονή της Αγίας Παρασκευής στο Κούγκι, δεν δέχθηκε την προτεινόμενη συνθηκολόγηση. Έμεινε στο Κούγκι μαζί με άλλους πέντε Σουλιώτες, πιστεύοντας πως έστω και η ένοπλη αναχώρηση από τις πατρογονικές εστίες θα σήμαινε καταστροφή, αφού οι Τουρκαλβανοί ποτέ δεν είχαν, και ασφαλώς, ούτε τώρα θα έδειχναν πίστη «μπέσα» στα συμφωνηθέντα. Το δημοτικό τραγούδι μάλιστα, αναφερόμενο στην άρνησή του αυτή, λέει:
«Καλόγερε τι καρτερείς κλεισμένος μες το Κούγκι,
πέντε νομάτοι σου ‘μειναν κι εκείνοι πληγωμένοι”.

Το τι καρτερούσε το έδειξε την ημέρα της εφαρμογής της τραγικής συνθήκης. Έβαλε φωτιά στο μπαρούτι και ανατεινάχθηκαν στον αέρα αυτός, οι πέντε σύντροφοί του και όσοι Αρβανίτες πήγαν να κατασχέσουν το πολεμικό υλικό. Ο Σαμουήλ και τα παλικάρια του δεν έφυγαν ούτε από τις επάλξεις του καθήκοντος, ούτε κι από την πατρίδα τους, όπως προέβλεπε η συνθήκη, αλλά επέλεξαν να ταφούν μέσα στα συντρίμμια της εκρήξεως της πυριτιδαποθήκης. Ο καλόγερος Σαμουήλ, μπορεί να μη νίκησε ως πολεμιστής, έγραψε όμως με αθάνατα γράμματα το όνομά του στην ιστορία, αρνούμενος να εγκαταλείψει τη θέση που του είχαν εμπιστευθεί η πατρίδα και η Εκκλησία.
Μετά την αναγκαστική σχεδόν υπογραφή της συνθήκης της 12ης Δεκεμβρίου, (αναγκαστική λόγω ελλείψεως πυρομαχικών και τροφίμων), οι Σουλιώτες θα έπρεπε να αφήσουν τα βουνά που είχαν ποτισθεί και δοξασθεί με το αίμα τους. Έτσι, ύστερα από συνεννόηση, δέχθηκαν να παύσουν τον αγώνα, υπό τον όρο ότι θα τους επιτραπεί η ελεύθερη αναχώρηση. Ξεκίνησαν λοιπόν για την προσφυγιά σε δύο φάλαγγες. Τα δάκρυα έτρεχαν στα σκελετωμένα πρόσωπά τους, μα η πραγματικότητα ήταν αμείλικτη. Έτσι, φεύγοντας, χωρίσθηκαν σε δύο ομάδες, από τις οποίες η μεν μία με τις φάρες των Δαγκλή, Δράκου, Ζορμπά, Τζαβέλα, Πανομάρα κ.ά. κατευθύνθηκε προς την Πάργα, ενώ η άλλη με τις φάρες των Κουτσονίκα, Μαλάμου, Μπότσαρη κ.ά. προς το Ζάλογγο. Τότε ο Αλής, αθετώντας τον λόγο του και τη συνθήκη, διέταξε να αποκλεισθούν όλοι οι δρόμοι διαφυγής των επαναστατών, να καταδιωχθούν και να συληφθούν όλοι τους, ώστε να εξοντωθούν όταν θα οδηγούνταν αιχμάλωτοι στα Ιωάννινα. Από τις δύο ομάδες, η δεύτερη δεν κατόρθωσε να διαφύγει τον όλεθρο. Οι αποτελούντες τη δεύτερη ομάδα είχαν ήδη φθάσει στο Ζάλογγο τις 15 Δεκεμβρίου του 1803, που απείχε από το Σούλι περί τις οκτώ ώρες, όπου και το ομώνυμο χωριό με δέκα περίπου σπίτια. Εκεί λοιπόν, για περισσότερη ασφάλεια, αφού άλλωστε είχαν εξαντληθεί πια τα πυρομαχικά, ανέβηκαν στην κορυφή του βουνού, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη Μονή του Ζαλόγγου.
Στις 16 Δεκεμβρίου, όταν έφθασε στους πρόποδες του Ζαλόγγου το πολυάριθμο ασκέρι του Αλή Πασά υπό τον Αλβανό διοικητή Μπεκήρ Τζιγαρώρο, οι Σουλιώτες, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, οχυρώθηκαν μέσα στη Μονή, απ΄ όπου και απέκρουσαν στις 16 και 17 του μηνός τις εφόδους του ασκεριού. Την επομένη όμως, 18 Δεκεμβρίου, ο μεν Κουτσονίκας και οι σύντροφοί του παραδόθηκαν, ενώ 56 περίπου γυναίκες με τα παιδιά τους και 13 άνδρες, κατέφυγαν στον παρακείμενο ψηλό και απόκρημνο βράχο της κορυφής του βουνού, τον αποκαλούμενο σήμερα «Στεφάνι”. Αντίθετα, άλλοι, περίπου 147, υπό τον Κίτσο Μπότσαρη, κατάφεραν με έφοδο να διασωθούν.
Οι Αλβανοί όμως, φθάνοντας στη Μονή του Ζαλόγγου, αντιμετώπισαν αφενός μεν τον όλεθρο από την έκρηξη της μπαρουταποθήκης εκ μέρους του γενναίου Σαμουήλ, αφετέρου δε αιχμαλώτισαν και όλους όσοι βρίσκονταν εκεί. Τότε οι γυναίκες που είχαν καταφύγει στο βράχο, αποφάσισαν αντί της ατιμίας και της αιχμαλωσίας, να επιλέξουν την ηρωική θυσία. Επέλεξαν λοιπόν να ρίξουν τα παιδιά τους στο γκρεμό και στη συνέχεια να ριφθούν κι αυτές στο βάραθρο, χορεύοντας, η μία μετά την άλλη.
Έτσι, όταν τις πλησίασαν οι Αρβανίτες, έστησαν αυθόρμητα χορό και αφού «πετούσαν» τα παιδιά τους στο γκρεμό, μια-μια έπεφτε
στο βάραθρο τραγουδώντας:


«Έχε γεια καημένε κόσμε,
έχε γεια γλυκιά ζωή”
και συ δύστυχη πατρίδα,
έχε γεια παντοτινή.

έχετε γεια βρυσούλες,
λόγγοι βουνά ραχούλες.
Έχετε γεια βρυσούλες,
και σεις Σουλιωτοπούλες.

Στη στεριά δε ζει το ψάρι,
ουδ’ ανθός στην αμμουδιά”
και οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε
δίχως την ελευθεριά”.

έχετε γεια βρυσούλες,
λόγγοι βουνά ραχούλες.
Έχετε γεια βρυσούλες,
και σεις Σουλιωτοπούλες.


Αυτό το τραγικό τέλος έδωσαν στη ζωή τους οι πενήντα έξι ανώνυμες, ηρωικές γυναίκες του Σουλίου, τέλος που συμβολίζει την υψηλότερη έκφραση του ψυχικού μεγαλείου των ανθρώπων με ελεύθερο φρόνημα. Το χορό του θανάτου παρακολούθησαν με κατάπληξη οι Τουρκαλβανοί. Τόση μεγάλη ήταν η κατάπληξή τους, που τους έκανε να φωνάξουν μ’ ένα στόμα: Αλλάχ, Αλλάχ γιαζίκ (Θεέ, Θεέ, κρίμα).
Κατά μια παράδοση, δεν σκοτώθηκαν όλες οι αμίμητες εκείνες ηρωικές Ελληνίδες. Τρεις απ’ αυτές σώθηκαν, διότι πέφτοντας, της μιας κρεμάστηκαν τα μαλλιά από τα κλαριά του γκρεμού, η άλλη έπεσε πάνω στα πτώματα των άλλων γυναικών, ενώ μια τρίτη τραυματίστηκε μεν, κατόρθωσε δε να τύχει της περιθάλψεως άλλων Σουλιωτών, οι οποίοι, με χίλιες προφυλάξεις, επέστρεψαν την επομένη στον τόπο της θυσίας.
Για τον χορό του Ζαλόγγου, ο ιστοριοδίφης Περικλής Ζερλέντης στο τέλος του περασμένου αιώνος, διατύπωσε μια κάπως διαφοροποιημένη άποψη. Υποστήριξε δηλαδή πως οι Σουλιώτες που είχαν καταφύγει στη μονή των Ταξιαρχών του Ζαλόγγου με τα γυναικόπαιδα, μόλις αντιλήφθηκαν τους Τούρκους που τους καταδίωκαν, «ετράπησαν την προς το βουνόν άγουσαν, ουδεμιάς άλλης διεξόδου υπαρχούσης προς υποχώρησιν». Επειδή διαπίστωσαν ότι ήταν κυκλωμένοι από παντού, αποφάσισαν, για να αποφύγουν τα δεινά του εξανδραποδισμού, να δώσουν τέλος της ζωής των… «Έρριψαν πρώτον τα τέκνα αυτών κατά του φρικώδους βαράθρου, είτα δε διά της σπάθης μαχόμενοι, άνδρες και γυναίκες, έρριψαν εαυτούς και ούτοι επί των ασπαιρόντων πτωμάτων των φιλτάτων αυτών». Η άποψη αυτή, την οποίαν ο Ζερλέντης στηρίζει σε προφορική παράδοση των κατοίκων της Σαμαρίνας, δεν αμφισβητεί το γεγονός της αυτοθυσίας, αλλά μόνο τον τρόπο ολοκληρώσεως του ενδόξου χορού του Ζαλόγγου.
Πάρα ταύτα, υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία από αυτόπτη Τούρκο, τον αξιωματικό του Αλή πασά Σουλεϊμάν αγά, η οποία περιλαμβάνεται σε βιβλίο του Imbraim Manzour efendi (Παρίσι 1828). Κατά την μαρτυρία αυτή λοιπόν, οι γυναίκες πιάστηκαν από τα χέρια και άρχισαν ένα χορό που τα βήματα του τα κινούσε ένας ασυνήθιστος ηρωισμός, ενώ οι αγωνία του θανάτου τόνιζε τον ρυθμό του… Στο τέλος των επωδών, οι γυναίκες βγάζουν μια διαπεραστική και μακρόσυρτη κραυγή, που ο αντίλαλος της σβήνει στο βάθος ενός τρομακτικού γκρεμού, όπου ρίχνονται μαζί με όλα τα παιδιά τους.
Στον βράχο του Ζαλόγγου στήθηκε το 1960 μνημείο που παριστάνει σύμπλεγμα γυναικών που χορεύουν, έργο του γλύπτη Γ. Ζογγολόπουλου.
Να γιατί οι Σουλιώτες αναδείχθηκαν κορυφαίοι εκπρόσωποι της ελληνικής λεβεντιάς σ’ όλη της την πληρότητα, χάρη στην έμφυτη πολεμική αρετή τους και στο αγωνιστικό πνεύμα τους. Η φήμη για τις ηρωικές πράξεις τους και τους μεγαλειώδεις άθλους τους, ξεπέρασε τον ελληνικό χώρο και ταξίδεψε στα πέρατα της οικουμένης. Συγγραφείς, ιστορικοί, λογογράφοι και ποιητές Ευρωπαϊκών χωρών, τους θαύμασαν και τους εξύμνησαν.

http://www.orp.gr/?p=685


Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΣΤΙΣ 13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1943 : ΕΓΚΛΗΜΑ ΑΝΤΙΠΟΙΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΑΙΧΜΑΛΩΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ


Του Ιωάννη Κ. Μπουγά

[Η χρονολογική εξέλιξη των γεγονότων, οι διαταγές του Γερμανού στρατηγού στρατιωτικού διοικητή Πελοποννήσου, και η αλλαγή δράσης των Γερμανών αξιωματικών διοικητών επί μέρους τομέων, σαφώς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μαζική δολοφονία στα Καλάβρυτα και στα άλλα χωριά της επαρχίας, αποφασίσθηκε μετά την δολοφονία των Γερμανών αιχμαλώτων από τον ΕΛΑΣ στις 7 Δεκεμβρίου 1943. Στην Τραγωδία των Καλαβρύτων δεν συμμετείχαν οργανωμένοι Έλληνες από μονάδες Ταγμάτων Ασφαλείας. Οι ισχυρισμοί περι συμμετοχής είναι προπαγάνδα και δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα].
Τα γεγονότα που κατέληξαν στη μαζική δολοφονία εκατοντάδων Καλαβρυτινών και κατοίκων χωριών της Επαρχίας Καλαβρύτων, την καταστροφή 3 ιστορικών Μονών, δεκάδων οικισμών και τη λεηλασία και εμπρησμό τουλάχιστον 1000 οικιών, ξεκίνησαν στις 16-17 Οκτωβρίου 1943. Ένα Γερμανικό απόσπασμα 97 ανδρών υπό τον λοχαγό Otto Hans Schober που ξεκίνησε στις 16 Οκτωβρίου από το Αίγιο, έπεσε σε ενέδρα του ΕΛΑΣ μεταξύ Κερπινής και Ρωγών. Την επομένη, 17 Οκτωβρίου, ο λοχαγός και 81 στρατιώτες, μεταξύ των οποίων ήταν και 4 βαριά τραυματίες, παραδόθηκαν. Στη μάχη είχαν σκοτωθεί 4 Γερμανοί και 11 είχαν διαφύγει. Ο ένας τραυματίας έμεινε στο σπίτι του ιατρού της Κερπινής και επέζησε.
Οι άνδρες του ΕΛΑΣ οδήγησαν τους 81 αιχμαλώτους στα Καλάβρυτα όπου έμειναν μιά νύχτα. Την επομένη, αφού άφησαν τους 3 τραυματίες στο εκεί πρόχειρο νοσοκομείο του ΕΛΑΣ, πήγαν τους υπόλοιπους 78 στο χωριό Μαζέϊκα, όπου κρατήθηκαν μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου 1943.
Τους 3 τραυματίες, τους πήραν άνδρες της ΟΠΛΑ Καλαβρύτων και τους πήγαν έξω από την πόλη, όπου τους βασάνισαν και στο τέλος τους δολοφόνησαν «με κτυπήματα στο κεφάλι με αμβλύ όργανο, πιθανώς με κασμά1». Οι νεκροί ρίχτηκαν σε ένα ξεροπήγαδο των λιγνιτωρυχείων «Ξυδιάς». Τις επόμενες ημέρες ο ιερέας των Καλαβρύτων τους ανέσυρε και τους έθαψε στο νεκροταφείο της πόλεως.
Όταν έγινε η ενέδρα στην Κερπινή, ο σκληρός Γερμανός στρατηγός Πελοποννήσου Carl Von Le Souir έλειπε με άδεια στη Γερμανία. Στις 22-23 Οκτωβρίου, ο προϊστάμενός του Γερμανός στρατηγός Felmy διέταξε ως αντίποινα τη σύλληψη 3.000 ομήρων , ανδρών 15-60 ετών. Οι όμηροι συνελήφθησαν στις πόλεις Σπάρτη (270), Καλαμάτα (1100), Πάτρα (1500), Τρίπολη (120) και Μεγαλόπολη (50). Επί πλέον, μεταξύ 25 Οκτωβρίου και 20 Νοεμβρίου περίπου, έγιναν πολλές απόπειρες διαπραγματεύσεων μεταξύ των Γερμανών και του ΕΛΑΣ με ενδιαμέσους τον μητροπολίτη Αιγιαλείας & Καλαβρύτων Θεόκλητο και τον αρχιμανδρίτη Κωνστάντιο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ο στρατηγός Carl Von Le Souir επέστρεψε στην Πελοπόννησο στις 21 Νοεμβρίου και τα γεγονότα άρχισαν να τρέχουν. Στις 25 Νοεμβρίου ξεκίνησε την «ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ» (UNTERNEHMEN KALAWRITA) με τους παρακάτω στόχους:
• «Εξόντωση των συμμοριών πού βρίσκονται στην περιοχή Πατρών-Μαζέϊκων-Καλαβρύτων-Τρυπών»,
• «Έρευνα των χωρίων για την ανακάλυψη κομμουνιστών, όπλων και υλικών προπαγάνδας» και
• «Αναζήτηση των αιχμαλώτων στρατιωτών του 5ου λόχου του 749 συντάγματος καταδρομών πού αιχμαλωτίστηκαν κοντά στους Ρωγούς στις 18 Οκτωβρίου, και επιβολή αντίστοιχων αντιποίνων».
Εδώ γίνεται η πρώτη σαφής αναφορά σε αντίποινα. Σύμφωνα με την πολιτική του στρατηγού Le Souir προβλεπόταν «εκτέλεση ενόπλων ανταρτών και καταστροφή οικιών ή άλλων κτισμάτων στα οποία ανευρίσκονταν αντάρτες, όπλα ή προκηρύξεις». Εκτελέσεις αμάχων προβλέπονταν μόνον αν οι Γερμανοί δέχονταν πυρά από κάποιο χωριό. Τότε, «το χωριό θα επυρπολείτο και οι άνδρες του θα εκτελούνταν». Αυτό ακριβώς συνέβη στο χωριό Παγκράτι στις 5 Δεκεμβρίου. Γερμανική μονάδα δέχτηκε πυροβολισμούς από το χωριό και ένας στρατιώτης έπεσε νεκρός. Σε αντίποινα, οι Γερμανοί δολοφόνησαν 7 αμάχους και έκαψαν όσα σπίτια του χωριού δεν είχαν κάψει νωρίτερα οι Ιταλοί για άλλη ενέδρα.
Ενώ Γερμανικές μονάδες, που συμμετείχαν στην επιχείρηση «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ», από Πάτρα, Αίγιο, Πύργο, Μεγαλόπολη, Τρίπολη και Κόρινθο, είχαν αρχίσει να κινούνται προς την Επαρχία Καλαβρύτων, οι υπεύθυνοι του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΚΚΕ Πελοποννήσου αποφάσισαν τη δολοφονία των Γερμανών αιχμαλώτων. Βέβαια, στη διαταγή για την εκτέλεση αναφέρουν ότι έγινε ως αντίποινα για την δολοφονία των 118 στο Μονοδένδρι από τους Γερμανούς, που έγινε στις 25 Νοεμβρίου με διαταγή του στρατηγού Carl Von Le Souir ως αντίποινα για νεκρούς Γερμανούς σε ενέδρες του ΕΛΑΣ στον δρόμο Τρίπολης –Σπάρτης-Γυθείου.
Ἡ διαταγή για την εκτέλεση των Γερμανών2.
ΕΛΑΣ, ΙΙΙ Μεραρχία Πελ/νήσου Σ.Δ., Ι Ἐπιτελικόν Γραφεῖον, 04.12.1943,
Προς το Φρουραρχείο Μαζέϊκων, Αριθ.. Πρωτ. 11784
Εις απάντησιν των υπό των Γερμανών εκτελεσθέντων αθώων πολιτών (σ.σ. Εδώ υπονοείται η εκτέλεση τῶν 118 αμάχων πατριωτών στο Μονοδένδρι τήν 25η Νοεμβρίου 1943),
Εντελλόμεθα
Όπως εκ του στρατοπέδου αιχμαλώτων [Μαζέϊκων] [δια]χωρίσετε άπαντας τούς Γερμανούς, [αξιωματικούς], υπαξιωματικούς και στρατιώτες, από τούς τοιούτους των άλλων εθνικοτήτων και εκτελέσετε αυτούς. Φροντίσατε ίνα μη γίνη αντιληπτή η ενέργειά σας αύτη αφ ̓ ενός μεν εκ μέρους των υπολοίπων κρατουμένων στρατιωτών, εις τούς οποίους πρέπει να μείνει η εντύπωσις ότι οι υπό εκτέλεσιν πρόκειται να μεταφερθούν εις άλλο μέρος, όσο και εκ μέρους των πολιτών.
Αναφέρατε εκτέλεσιν παρούσης.
Αλέξανδρος (σ.σ. Κασσάνδρας) – Μίχος -Αχιλλέας (σ.σ. Μπλάνας)
Ακριβές Αντίγραφο, Τ.Δ. Πότης (σ.σ. Ματζουράνης)
Η διαταγή δημοσιεύθηκε πρώτη φορά το 1975 και δεν διαψεύσθηκε ποτέ. Είτε αυτός ήταν ο λόγος, δηλαδή αντίποινα για το Μονοδένδρι, ή επειδή είχαν πληροφορηθεί την «ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ» των Γερμανών, οι ηγέτες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ ΚΚΕ αποφάσισαν να δολοφονήσουν τους Γερμανούς αιχμαλώτους χωρίς να υπολογίζουν τις συνέπειες στον τοπικό πληθυσμό!
Εν τω μεταξύ οι Γερμανοί αιχμάλωτοι είχαν μεταφερθεί από τα Μαζέικα στο χωριό Μάζι του Χελμού. Από εκεί, το απόγευμα της 7ης Δεκεμβρίου 1943, μια Διμοιρία του ΕΛΑΣ Αρκαδίας υπό τον Κώστα Σταυρόπουλο (καπετάν Καλαμάτα) από τη Μεσσηνία, τους οδήγησε ανατολικά από το Μάζι στις πλαγιές του Χελμού. Φεύγοντας από το Μάζι, οι Αλσατοί ήταν οι μόνοι ελεύθεροι, ἐνω όλοι οἱ άλλοι ήταν δεμένοι ανά δύο στά χέρια καί πολλοί καί στά πόδια. Η ομάδα των Αλσατών προχωρούσαν τελευταίοι. Αυτά, σύμφωνα μέ τόν επιζήσαντα Αλσατό Walter.
Μετά από πορεία 2-3 ωρών καί ενώ είχε αρχίσει νά σκοτεινιάζει, είχαν φθάσει στήν τοποθεσία Μαγέρου, στήν πλαγιά του Χελμού. Εκεί υπήρχε ένα μικρό πλάτωμα, επάνω από ένα γκρεμό βάθους γύρω στά 80-100 μέτρα. Καθώς έφθαναν μία-μία οι ομάδες των αιχμαλώτων, όπως ήταν δεμένοι, οι αντάρτες τούς έσπρωχναν καί τούς έριχναν στόν γκρεμό. Όταν ακούστηκαν κραυγές καί οι αιχμάλωτοι άρχισαν νά αντιδρούν, οι αντάρτες άνοιξαν πυρ καί δολοφόνησαν τούς υπόλοιπους. Στή συνέχεια πέταξαν καί αυτούς στόν γκρεμό, όπου καί παρέμειναν όλοι οι σοροί μέχρι πού τους ανέσυρε ο Γερμανικός στρατός.
Ένας ἀπό τούς φρουρούς των αιχμαλώτων στά Μαζέϊκα πού έλαβε μέρος στή δολοφονία, ονόματι Ασημακόπουλος, σε συνέντευξή του τό 1986, μίλησε καί γιά τόν τρόπο εκτέλεσης των Γερμανών: «Ορισμένοι από τούς άνδρες ζούσαν ακόμη μετά τόν καταιγισμό των πυροβολισμών», λέει. «Κάποιος απ ̓ αυτούς μας παρακάλεσε νά του δώσουμε τή χαριστική βολή. Αλλά καθώς τά πυρομαχικά μας ήταν ιδιαίτερα πολύτιμα, τόν μαχαίρωσαν οι Ρώσοι (σ.σ. Τουρκομάνοι λιποτάκτες των Γερμανών ) μέ τή βοήθεια των ανταρτών». Ο Ασημακόπουλος επίσης επιβεβαίωσε ότι οι Αλσατοί δέν ήταν δεμένοι όπως όλοι οι άλλοι αιχμάλωτοι. Έτσι εξελίχθηκε τό έγκλημα της εκτέλεσης των Γερμανών αιχμαλώτων στόν Χελμό από τόν «Καλαμάτα» καί τήν ομάδα του των ανταρτών του ΕΛΑΣ.
Τουλάχιστον 3 ἀπό τούς αιχμαλώτους επέζησαν της εκτέλεσης. Ο ένας έπεσε την επομένη επάνω σε αντάρτες του ΕΛΑΣ και τον δολοφόνησαν. Οἱ άλλοι δύο ἦταν πολύ τυχεροί. Παρότι βαριά τραυματισμένοι, βγήκαν ἀπό τή χαράδρα καί περιπλανώμενοι στήν περιοχή, χωριστά ὁ καθένας, έπεσαν πάνω σέ Γερμανούς στρατιώτες καί σώθηκαν. Ο ένας, ο Johan Donner, Αυστριακής καταγωγής, συνάντησε πολύ πρωίι τήν 8η Δεκεμβρίου κοντά στό χωριό Πλανητέρου Γερμανούς στρατιώτες οι ὁποίοι μέ μοτοποδήλατα ἀκολουθούσαν τό δρομολόγιο των αιχμαλώτων. Ο δεύτερος (γνωστός) διασωθείς, ο Αλσατός Roger Walter, έφθασε στό χωριό Μάζι τρικλίζοντας γύρω στίς 7 τό βράδυ της 8ης Δεκεμβρίου. Ήταν κι αυτός τυχερός, γιατί εκεί βρήκε Γερμανούς στρατιώτες και μαζί με αυτούς επέστρεψε στά Μαζέϊκα τήν ίδια νύχτα.
Ο Γερμανός λοχαγός Gnass, επικεφαλής της μονάδος την οποίαν συνάντησε το πρωί της 8ης Δεκεμβρίου ο πρώτος διασωθείς, ο Johan Donner, ανέφερε άμεσα στόν στρατηγό Le Souir τήν εκτέλεση των αιχμαλώτων. Τότε, ο Γερμανός στρατηγός τροποποίησε τήν προηγουμένη διαταγή του της 25ης Νοεμβρίου. Μέσω ασυρμάτου διέταξε τους επικεφαλής των 4 μονάδων της «ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ», τον συνταγματάρχη Wolfinger, τον ταγματάρχη Ebersberger καί τους λοχαγούς Gnass καί Kockert, ως ακολούθως:
«Ως άμεσο αντίποινο διατάσσεται η εκτέλεση του ανδρικού πληθυσμού και η πυρπόληση των χωριών3».
Εκείνος που άρχισε άμεσα να εφαρμόζει την εγκληματική διαταγή του στρατηγού Le Souir ήταν ο ταγματάρχης Ebersberger, στη μονάδα του οποίου ανήκαν οι νεκροί στρατιώτες. Δολοφόνησε στις 8 Δεκεμβρίου, 58 ανθρώπους στους Ρωγούς, 37 στην Κερπινή, 8 στην Άνω Ζαχλωρού, 13 στην Κάτω Ζαχλωρού, 22 στο Μέγα Σπήλαιο, και 5 στη Μαμουσιά.
Την επομένη, 9 Δεκεμβρίου, συνέβει και άλλο γεγονός που έμελλε να παίξει σημαντικό ρόλο στην Τραγωδία. Τραυματίσθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα ο επικεφαλής της επιχείρησης «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ», ο μετριοπαθής συν/ρχης Wolfinger, και τη θέση του πήρε ο Ebersberger. Στα Μαζέικα έφθασε από την Τρίπολη ο στρατηγός Le Souir και συνάντησε τους 2 αιχμαλώτους που είχαν επιζήσει. Την επομένη ημέρα, 10 Δεκεμβρίου, έκανε πιό συγκεκριμένη τη «διαταγή αντιποίνων» της 8ης Δεκεμβρίου, που είχε μεταβιβάσει δια ασυρματου,.
«Σε αντίποινα για την εκτέλεση των μελών του 1ου και του 5ου λόχου του 749ου συντάγματος καταδρομών θα ισοπεδωθούν οι τοποθεσίες Μαζέϊκα και Καλάβρυτα. Επίσης τα χωριά στις περιοχές όπου έγιναν έρευνες και στα οποία αποδεδειγμένα στεγάστηκαν συμμορίες ή υπήρξε αντίσταση κατά τη διάρκεια της έρευνας ή βρέθηκαν όπλα και πυρομαχικά. Όλα τα ζώα στις περιοχές όπου έγινε έρευνα αλλά και κατά μήκος του δρόμου επιστροφής θα πρέπει να μεταφερθούν από τις μονάδες στις βάσεις4».
Οι Γερμανοί που ανέβηκαν από την Πάτρα και το Αίγιο, υπό τον ταγματάρχη Ebersberger, μπήκαν στα Καλάβρυτα στις 10 Δεκεμβρίου και έμαθαν για τους 3 Γερμανούς στρατιώτες που ήταν θαμμένοι στο νεκροταφείο. Την επομένη, 11η Δεκεμβρίου, έγινε η εκταφή τους και νεκροψία στην οποίαν συμμετείχαν εκτός των στρατιωτικών Γερμανών ιατρών και δυο Καλαβρυτινοί. Οι Γερμανοί στρατιώτες βρέθηκαν με σπασμένα κρανία. Η ατμόσφαιρα βάρυνε πολύ στα Καλάβρυτα.
Την ίδια ημέρα, 11 Δεκεμβρίου, ένας λόχος Γερμανών με αναγκαστικά στρατολογημένους Έλληνες χωρικούς έφθασε στη χαράδρα του Χελμού και βρήκε 70 πτώματα Γερμανών στρατιωτών σε «παραμορφωμένα και ακρωτηριασμένα σε μεγάλο βαθμό». Μετά τη ταφή τους σε 4 πρόχειρους τάφους, οι Γερμανοί εκτέλεσαν 11 από τους 12 Έλληνες οδηγούς τους!
Πίσω στα Καλάβρυτα, στις 12 Δεκεμβρίου έγινε η εκ νέου ταφή των 3 Γερμανών στρατιωτών και άρχισε το πλιάτσικο των Γερμανών στρατιωτών στην πόλη, καθώς και η συγκέντρωση κοπαδιών και μεγάλων ζώων για τη μεταφορά τους στο Αίγιο και στην Πάτρα. Ακολούθησε την επομένη, 13 Δεκεμβρίου, το φριχτό, απάνθρωπο μαζικό έγκλημα της δολοφονίας 488 αθώων αμάχων Καλαβρυτινών. Τα γεγονότα εκείνης της τραγικής ημέρας εντός της πόλεως και στο λόφο του Καπή είναι ευρέως γνωστά.
Συνολικά, σε ΑΝΤΙΠΟΙΝΑ για τη δολοφονία των Γερμανών αιχμαλώτων από τον ΕΛΑΣ, οι Γερμανοί μεταξύ 8 και 15 Δεκεμβρίου 1943, δολοφόνησαν 696 Έλληνες και κατέστρεψαν 3 μοναστήρια και 1000 τουλάχιστον σπίτια, αφού πρώτα τα λεηλάτησαν!
Σε αυτό το συμπέρασμα, ότι το έγκλημα των Γερμανών ήταν αντίποινα στις πράξεις του ΕΛΑΣ, καταλήγει και ο καθηγητής κ. Σπύρος Θεδωρόπουλος, ο οποίος γράφει: «...Πρόκειται, καθαρά και ξάστερα, περί αντιποίνων. Ακραίων, βαρβάρων, κτηνωδών, απανθρώπων, φρικωδών αντιποίνων. Αλλά σαφώς αντιποίνων...» [....] «... καταλύτης για τη Μεγάλη εκείνη Σφαγή υπήρξε η (στην καλύτερη περίπτωση) ασύνετη και αλόγιστη εκτέλεση των εβδομήντα τόσων Γερμανών αιχμαλώτων στου Μαγέρου, συνέχεια της εξίσου αλόγιστης, άνανδρης και σαδιστικής εκτέλεσης των τριών τραυματισμένων Γερμανών αιχμαλώτων στο λιγνιτωρυχείο των Καλαβρύτων..».
Τελειώνοντας αυτή την αναφορά των γεγονότων της επιχείρησης «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ» των Γερμανών , με συνέπεια στην αλληλουχία τους σε τόπο και χρόνο, προσθέτω μια διευκρίνηση που είναι σημαντική για την Ιστορία και την εθνική ομόνοια. Στην επιχείρηση «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ» δεν συμμετείχαν οργανωμένα Ελληνικά τμήματα. Για παράδειγμα, αυτό που αναφέρεται στο τέλος του άρθρου “ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 1943: Το μεγάλο έγκλημα των ναζί και οι “Έλληνες” προδότες που συμμετείχαν στη σφαγή5!”, ότι «1800 προδότες συμμετείχαν στη σφαγή των Καλαβρύτων» δεν προκύπτει από καμία σοβαρή, σύγχρονη των γεγονότων πηγή, ενώ όπως εξηγώ στη συνέχεια πολλά από τα αναφερόμενα είναι αντικειμενικώς ανύπαρκτα.
Γράφει, ο συγγραφέας του άρθρου: «Δυστυχώς στη σφαγή των Καλαβρύτων συμμετείχαν και Έλληνες προδότες. Σύμφωνα με τις ιστορικές πληροφορίες Έλληνες ταγματασφαλίτες με γερμανικές στολές. Αυτοί οι προδότες προέρχονταν από τα τάγματα «Λεωνίδας» από τη Λακωνία, ομάδες από την Ηλεία και την Κόρινθο, ενώ μεταφέρθηκαν και ομάδες ταγματασφαλιτών από τη Θήβα και τα Μέγαρα. Ακόμη 300 ταγματασφαλίτες είχαν ακολουθήσει τη μονάδα AA 116 των ποδηλατιστών από τη Μεγαλόπολη. Στους Έλληνες ταγματασφαλίτες δόθηκε ρουχισμός και οπλισμός από τις αποθήκες της Βέρμαχτ στο Αίγιο και την Πάτρα. Δεν τους δόθηκαν όμως κράνη, παρά μόνο τζόκεϊ, ώστε να ξεχωρίζουν από τους Γερμανούς στρατιώτες».
Το «σύμφωνα με τις ιστορικές πληροφορίες» δεν έχει νόημα, όταν λείπει αναφορά σε συγκεκριμένη, σοβαρή και αξιόπιστη πηγή. Αυτά που αναφέρει ο συγγραφέας του ανωτέρω άρθρου για ταγματασφαλίτες από την Πελοπόννησο, δεν έχουν ουδεμία σχέση με την Ιστορική πραγματικότητα, καθώς δεν υπήρχαν Τάγματα Ασφαλείας στην Πελοπόννησο. Η πρώτη τους εμφάνιση έγινε στις 18 Ιανουαρίου 1944 στην Πάτρα, όταν μεταφέρθηκε ένα τάγμα Τσολιάδων από την Αθήνα.
Το τάγμα «Λεωνίδας» της Σπάρτης ήταν ακόμη υπό οργάνωση τον Δεκέμβριο του 1943. Όλη η δράση του «Λεωνίδα» από την ίδρυσή του είναι καταγεγραμμένη από πολλούς συγγραφείς αλλά και τουλάχιστον 3 μέλη της ηγετικής του ομάδος. Τον ιδρυτή του Τάγματος, τον Λεωνίδα Βρεττάκο, τον στρατιωτικό σύμβουλό του, ταγματάρχη Κωνσταντίνο Κωστόπουλο και τον πρώτο διοικητή του τάγματος, τον ταγματάρχη Παναγιώτη Δεμέστιχα. Οι Εκθέσεις και των τριών είχαν υποβληθεί προς το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Κανείς δεν αναφέρει αποστολή οπλιτών του Τάγματος στα Καλάβρυτα τον Δεκέμβριο του 1943 ή πουθενά αλλού εκτός Λακωνίας πλην μιάς εξόρμησης στην Καλαμάτα τον Ιανουάριο του 1944, η οποία είναι καταγεγραμμένη εκτενώς στη σχετική βιβλιογραφία. Να επισημανθεί ακόμη εδώ ότι το τάγμα «Λεωνίδας» μέχρι την 25η Μαρτίου 1944 ήταν ανεξάρτητος τοπικός οργανισμός και όχι Τάγμα Ασφαλείας.
Το αναφερόμενο για «ομάδες από την Ηλεία και την Κόρινθο»,κρίνεται ως εκτός πραγματικότητας γιατί απλά δεν υπήρχαν ακόμη παρόμοιες ομάδες. Όσον αφορά δε το «Ακόμη 300 ταγματασφαλίτες είχαν ακολουθήσει τη μονάδα AA 116 των ποδηλατιστών από τη Μεγαλόπολη», ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας! Τον Δεκέμβριο του 1943 δεν υπήρχε ούτε ένας ταγματασφαλίτης στη Μεγαλόπολη, αλλά και μετά τον Απρίλιο του 1944, όταν δημιουργήθηκε το Τάγμα Ασφαλείας της Τριπόλεως, δεν κατετάγη σ ’αυτό ένας τόσο μεγάλος αριθμός ταγματασφαλιτών από τη Μεγαλόπολη.
Ότι ανεφέρθη για την Πελοπόννησο ισχύει και για τη Θήβα και τα Μέγαρα. Δεν υπήρχαν εκεί Τάγματα Ασφαλείας.
Τέλος, να σημειωθεί ότι όταν αργότερα το 1944 πράγματι συμμετείχαν συχνά Έλληνες ταγματασφαλίτες σε επιχειρήσεις των Γερμανών, αυτοί πάντοτε αναφέρονταν στις Ημερήσιες Διαταγές των Γερμανικών μονάδων. Δεν περνούσαν απαρατήρητοι, ούτε το κρατούσαν μυστικό οι Γερμανοί. Τα Τάγματα Ασφαλείας, όπως και ο ΕΛΑΣ, προέβησαν σε πράξεις για τις οποίες έχουν υποστεί σκληρή κριτική και κατηγορίες. Δεν πρέπει όμως να κατηγορούνται και για πράξεις και γεγονότα στα οποία δεν είχαν ανάμειξη. Συνειδητά ψέμματα δεν πρέπει να έχουν θέση στην Ιστορία!

1. «Οι Σφαγές των Καλαβρύτων», Κ. Καλατζής, Αθήνα, 1945
2. «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 353
3. Ό.π., σελ. 365 (αναφέρει ως πηγή τα Γερμανικά Αρχεία)
4. Ό.π., σελ. 398 (αναφέρεται η συγκεκριμένη πηγή στα Γερμανικά Αρχεία)
5. Militaire.gr, 13/12/2018
Γενικές Πηγές:
1. «ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ. Αντίποινα (για την εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων) ή προσχεδιασμένο έγκλημα;», Σπύρος Θεοδωρόπουλος
2. «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», Χέρμαν Φ. Μάγερ
3. «ΑΘΩΩΝ ΑΙΜΑ, «Ελεύθερος Μωριάς» 1943-44, Τόμος Α΄, Ιωάννης Κ. Μπουγάς


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1803 : ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΣΤΟ ΚΟΥΓΚΙ

Oι κάτοικοι μιάς ορεινής περιοχής της Θεσπρωτίας με την ονομασία Σούλι. Έζησαν εκεί από τον 16ου αιώνα έως το 1822, με ένα διάλειμμα 17 ετών (1803 – 1820). Υπήρξαν σκληροτράχηλοι πολεμιστές και είναι γνωστοί για τη μακροχρόνια αντιπαράθεσή τους με την Οθωμανική εξουσία και τη συμμετοχή τους στην Επανάσταση του 1821...


...Οι Σουλιώτες κατοικούσαν σε 11 χωριά, σε μια περιοχή με απόκρημνους «υψηλούς και διαβόητους βράχους» (Κάλβος), που ορίζονται από δύο πασίγνωστες βουνοκορυφές, το Κούγκι και την Κιάφα. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, ήταν «κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντων Αλβανών». Μιλούσαν Αλβανικά και δευτερευόντως Ελληνικά. Ήταν χωρισμένοι σε 47 μεγάλες οικογένειες (φάρες), με σπουδαιότερες αυτές των Ζέρβα, Τζαβέλα, Δράκου, Δαγκλή, Κουτσονίκα, Μπότσαρη, Καραμπίνη και Νίκα.

Οι Σουλιώτες θύμιζαν λίγο – πολύ τους αρχαίους Σπαρτιάτες. Από μικροί γυμνάζονταν στα όπλα και δεν γνώριζαν τίποτε άλλο, παρά την τέχνη του πολέμου. Άλλωστε, η φτωχή γη του Σουλίου μόνο λίγα ζωντανά μπορούσε να θρέψει. Έτσι, πουλούσαν προστασία στα γύρω χωριά και συχνά επιδίδονταν σε λαφυραγωγία για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην. Τιμωρούσαν με θάνατο όσους παρέβαιναν τις συμφωνίες και τις ηθικές αρχές, γι’ αυτό στην κλειστή κοινωνία τους ήταν κανόνας απαράβατος η αντεκδίκηση (βεντέτα). Ένα μέρος ων εσόδων τους το κατέβαλαν στο Σουλτάνο για να εξασφαλίσουν την αυτονομία τους.

Με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκαν σε μια ενοχλητική παρωνυχίδα για την Υψηλή Πύλη και μεγάλος πονοκέφαλος για τους ντόπιους αγάδες και μπέηδες, που έβλεπαν τους ανυπότακτους Σουλιώτες να οικειοποιούνται τις δραστηριότητές τους και να χάνουν μεγάλα εισοδήματα. Έτσι, από τις αρχές του 18ου αιώνα βρέθηκαν στο στόχαστρο του Σουλτάνου και της τοπικής οθωμανικής αριστοκρατίας.
Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων ήταν αυτός που τελικά τους υπέταξε. Η πρώτη εναντίον τους εκστρατεία πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 1789 και κατέληξε σε φιάσκο. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου αναγκάσθηκε να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Σουλιώτες και να καταβάλει τους μισθούς των αρχηγών τους για την ασφάλεια της περιοχής. Αποτυχημένη ήταν και η νέα εκστρατεία του Αλή τον Ιούλιο του 1792. Τα κατάφερε με την τρίτη προσπάθεια, το 1800, όταν είχε φθάσει στην ακμή της δύναμής του, αλλά και πάλι χρειάστηκε τρία χρόνια για τους υποτάξει.

Ο κλοιός έγινε ασφυκτικός για τους Σουλιώτες και στις 12 Δεκεμβρίου 1803, αναγκάσθηκαν να συνθηκολογήσουν. Ο βασικός όρος της συμφωνίας ήταν να εκκενώσουν τα χωριά τους συν γυναιξί και τέκνοις και με τον οπλισμό τους. Στις 16 Δεκεμβρίου χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες και άφησαν πίσω τους την πατρογονική γη.

Picture
Η Μονή Αγίου Αθανασίου



Μόνο ο καλόγερος Σαμουήλ παρέμεινε στο Κούγκι με πέντε Σουλιώτες και μόλις πλησίασαν οι Τουρκοκαλβανοί έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη της Μονής του Αγίου Αθανασίου, με αποτέλεσμα να συμπαρασύρει πολλούς στο θάνατο. Ο Αλή Πασάς θεώρησε το γεγονός παρασπονδία και ζήτησε εκδίκηση.

Η πρώτη φάλαγγα με επικεφαλής τον Φώτο Τζαβέλα έφθασε στην Πάργα ασφαλής και από εκεί διεκπεραιώθηκε στην Κέρκυρα. Η δεύτερη υπό τους Μποτσαραίους με κατεύθυνση τα Άγραφα, χτυπήθηκε από τον Αλή στη Μονή του Σέλτσου (20 Απριλίου 1804), με αποτέλεσμα να υπάρξουν πολλά θύματα. Η τρίτη φάλαγγα δέχθηκε επίθεση στο Ζάλογγο (16 Δεκεμβρίου1803). Πολλοί φονεύθηκαν, ενώ 60 γυναίκες με τα παιδιά τους χόρεψαν το «Χορό του Ζαλόγγου» και γκρεμίστηκαν στα βράχια για μην πιαστούν αιχμάλωτες.

Το Μάιο του 1820 επήλθε οριστική ρήξη μεταξύ του Αλή και Σουλτάνου Μαχμούτ Β’ και οι Σουλιώτες βρήκαν την ευκαιρία να επανέλθουν στα χωριά τους στις 12 Δεκεμβρίου 1820, αφού συμμάχησαν με τον πρώην εχθρό τους. Όσο ζούσε ο Αλής, οι Σουλιώτες παρέμειναν πιστοί του σύμμαχοι, αποκρούοντας τις δελεαστικές προτάσεις του Χουρσίτ Πασά, που είχε διαταχθεί από τον Σουλτάνο να εξολοθρεύσει τον ομόλογό του των Ιωαννίνων.

Όταν ο Αλής φονεύθηκε (17 Ιανουαρίου 1822), οι Σουλιώτες συνέχισαν να μάχονται τους Τούρκους υπό τον Μάρκο Μπότσαρη. Μόνο μετά τη συντριβή των επαναστατημένων Ελλήνων στη Μάχη του Πέτα (4 Ιουλίου 1822), αναγκάσθηκαν να συνθηκολογήσουν (28 Ιουλίου) και να εγκαταλείψουν και πάλι το Σούλι στις 2 Σεπτεμβρίου 1822. Διασκορπίστηκαν στον ελληνικό χώρο και προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στον Αγώνα. Στο τέλος της Επανάστασης μόλις 200 Σουλιώτες είχαν επιζήσει.

Από τα 11 χωριά του Σουλίου, μόνο η Σαμονίβα κατοικείται σήμερα, από ανθρώπους, που δεν έχουν καμία σχέση με τους Σουλιώτες, ενώ σώζονται τα ερείπια του Κουγκίου και του φρουρίου της Κιάφας.

Picture
                                    Καλόγερε τι καρτερείς
                                    Κρυμμένος μες' στο Κούγκι;
                                    
Πέντε νομάτοι σούμειναν
                                    
Και κείνοι λαβωμένοι.


http://taneatismikrospilias24.weebly.com/11/post/2011/06/1803-1259.html 
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ



ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi9AYAjQboFh1_5M3bFMvoiwdv6qY5bDyiuBuwvPV3Yjtp1ZG3BAXNnY5CWdpxeWu7FvNRIyWEpe_RHBqBZHx93XDCYKW4LJe3j_4jgmwduvaKGVqaTsCSNu7bWjJSewd6rxVoBPh5kloo/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters