«Ο Νικηφόρος πράγματι ήταν πατριώτης, ασχέτως αν ήτανε τότε μέλος του ΚΚΕ, ο πατέρας του ήτανε βασιλικός. Λοιπόν, το θέμα ήτανε ότι ενθουσιάστηκε, μας αγκάλιασε και μας λέει: Πάμε στον καπετάνιο. Πήγαμε εκεί πέρα που ήτανε το κρησφύγετο του Άρη και εκεί συναντηθήκαμε. Επειδή ήταν 28 Οκτωβρίου εκείνη τη μέρα, εγώ του είπα καπετάνιε συγχαρητήρια για την 28η Οκτωβρίου της Αλβανίας. Και μου λέει: Και τι είναι αυτή η 28η Οκτωβρίου; Δεν είχε καταλάβει…Το χειρότερο είναι ότι μας έθεσε υπό κράτηση. Εκείνη τη στιγμή είχε υπό κράτηση και έναν Γερμανό αξιωματικό και μία διερμηνέα του. Τους οποίους απελευθέρωσε, τους άφησε να φύγουν, μάλλον για να μην τους δούμε εμείς. Μας έβαλε υπό κράτηση, προσποιούμενος ότι δεν ξέρει τι είμαστε. Επενέβη ο Νικηφόρος, ο οποίος του λέει, καπετάνιε εδώ πέρα αυτοί είναι οι σύμμαχοι ήρθαν εδώ από τη Μέση Ανατολή. Είδαμε το αεροπλάνο, είδαμε να πέφτουν τα αλεξίπτωτα, χάλασε ο κόσμος εδώ γύρω και εμείς θα τους φερθούμε έτσι; Φαίνεται πως το κατάλαβε ο Άρης και τελικά άλλαξε άρδην συμπεριφορά…» και συνεχίζει: «Του εξήγησα ότι πρόκειται για επείγουσα επιχείρηση. Και του ζήτησα να μας πάει να συναντήσουμε τους υπόλοιπους της αποστολής. Και είπε εντάξει, θα σας πάω. Αλλά τι έκανε αυτός; Αντί να πάει προς την πλευρά της Λαμίας, έστριψε προς την πλευρά της Αιτωλοακαρνανίας. Διότι μας είχε εμάς και έκανε στρατολόγηση ανταρτών κι έδειχνε ότι οι σύμμαχοι είναι μαζί του και ενθουσίαζε τον κόσμο για να πάρει περισσότερους. Λοιπόν, έτσι πήγαινε».
«Μέ ἀνέβασαν στό πάνω πάτωμα, σ’ἕνα μεγάλο δωμάτιο μ’ἕνα τραπέζι στή μέση, ὅπου βρισκόταν ἕνας ἄγνωστος σ’ἐμέ συνταγματάρχης τοῦ ΕΛΑΣ. Μέ ρώτησε ποιός εἶμαι καί μόλις ἄκουσε πώς ἤμουν ὁ Θέμης μέ ἔφτυσε στά μοῦτρα κι ἄρχισε νά μέ βρίζει μέ τά αἰσχρότερα λόγια. Διαμαρτυρήθηκα μέ ὅσο μποροῦσα πιό πολιτισμένο τρόπο, ἐπειδή ἦταν ἀνώτερός μου, ἀλλά αἰφνιδίως ἄνοιξε πίσω μου μία πόρτα κι ὅρμησε μαινόμενος ὁ Ἄρης ξεφωνίζοντας μέ τά ἑξῆς περίπου λόγια: «Σκασμός παλιοτόμαρο, πῶς τολμᾶς νά προσβάλεις τόν Τίμιο Ἕλληνα Σύν/ρχη Παπασταματιάδη;» (ἔτσι μοῦ σύστησε τόν Νίκ. Παπασταματιάδη, ἐπιτελάρχη του). Συγχρόνως μου ἐπιτέθηκε μέ χαστούκια, κλωτσιές καί γροθιές, χτυπώντας μέ συγχρόνως μέ τό μαστίγιό του ἀκόμη καί στό πρόσωπο. Τίς βρισιές καί βλαστήμιες ἀκολούθησε κατηγορητήριο ὅτι εἶμαι προδότης γιατί βοηθάω τόν ΕΔΕΣ πού συνεργάζεται μέ τούς Γερμανούς ἐναντίον τοῦ ΕΛΑΣ, καί πουλημένο τομάρι στούς Ἐγγλέζους καί τό Βασιλιά Γλυξμπουρκ… Εἶχα σχεδόν καταρρεύσει ἀπό τά ἀλλεπάλληλα ἄγρια χτυπήματα, μέχρι σημείου νά μή μπορῶ νά συγκρατήσω τά οὔρα μου. Πάντως δέν ἔχασα τήν ψυχραιμία μου, ἄν καί τό σκληρό μαστίγιο τοῦ Ἄρη κάθε φορά πού ἔπεφτε ἄνοιγε πληγές στό κεφάλι μου καί τά αἵματα ἔτρεχαν στό πρόσωπό μου…Ἐνῶ ἐξακολουθοῦσαν οἱ προπηλακισμοί ἀπό τόν Ἄρη καί τούς «Μαυρισκούφηδες» τοῦ Καπετάν Τζαβέλα, ἄρχισε μία ἐξαντλητική ἀνάκριση μέ πιέσεις γιά νά ἐξαναγκασθῶ νά «ὁμολογήσω» ὅτι ὁ Ζέρβας συνεργαζόταν μέ τούς Γερμανούς. Στήν ἀντίδρασή μου, ὅτι οἱ κατηγορίες ἦταν ἀνυπόστατες καί στήν ἐπισήμανση προσφάτων μαχῶν τῶν ΕΟΕΑ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ μέ πολλούς νεκρούς καί τραυματίες, πού κάθε ἄλλο παρά συνεργασία μαζί του ἔδειχναν, ἀκολούθησε δεύτερο κύμα ἀνηλεοῦς ξυλοδαρμοῦ… Κατόπιν μου ἔφεραν ἕνα ἐρωτηματολόγιο μέ τρία βασικά ἐρωτήματα πάνω στίς ἴδιες πάντοτε ψευδεῖς κατηγορίες. Δέ θυμᾶμαι ἀκριβῶς πώς ἦταν διατυπωμένες, ἀλλά ἀπέβλεπαν στήν ἔγγραφη ἐκ μέρους μου μαρτυρία περί συμπαιγνίας Ἀποστολῆς-Ζέρβα καί συνεργασίας τοῦ ΕΔΕΣ μέ τούς Γερμανούς»
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ





