Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ (1852-1920) Ο ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ ΙΑΤΡΟΣ (Β' ΜΕΡΟΣ)

Του Nικολάου Δημ. Σιώκη


Τον Ιανουάριο του 1888 ο Αργυρόπουλος συνελήφθη και φυλακίστηκε με άλλους δεκαπέντε προκρίτους της Κλεισούρας στις φυλακές αρχικά της Καστοριάς, έπειτα της Φλώρινας και τέλος του Μοναστηρίου. Μετά τη σύλληψη επακολούθησαν έρευνες της τουρκικής αστυνομίας για ανεύρεση ενοχοποιητικών στοιχείων στην οικία του Αργυρόπουλου, αλλά και σε οικίες Κλεισουριέων στη Θεσσαλονίκη μετά από υποδείξεις του Μαργαρίτη και των οπαδών του28. Μεταξύ των εγγράφων που συγκεντρώθηκαν προς εξέταση ο συνοδεύων την αστυνομία κλεισουριώτης ρουμανοδιδάσκαλος Γεώργιος Πάπα έβαλε και μια πλαστή επιστολή με το παρακάτω κείμενο:

Ἀθῆναι, 5 Ἀπριλίου 1885

Κύριε Ἰατρέ,

Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν ληστῶν Βασιλάκης αναχωρεῖ σήμερον. Σᾶς  αποστέλλομεν μὲ αὐτὸν 50 ὅπλα châssepots καὶ 4 κιβώτια πολεμοφοδίων. Νὰ διανείμητε αὐτὰ εἰς τοὺς ἐπαναστάτας. Εἴπατε εἰς αὐτοὺς νὰ καίουν χωριά, νὰ φονεύουν Τούρκους, νὰ αἰχμαλωτίζουν  ανθρώπους ἄνευ διακρίσεως θρησκείας καὶ νὰ τοὺς  ηπάγουν εἰς τὰ ὄρη. Ἐν μιᾷ λέξει, ἂς διαπράττουν παντὸς εἴδους  αγριότητας. Ἐκ συμφώνου μὲ τὸν Πηχιῶν,αποστέλλετε  αναφορὰς καὶ  ανταποκρίσεις ἐπὶ τῶν ὠμοτήτων διαπραχθεισῶν παρὰ τῶν κτηνῶν τῶν ὀρέων (ληστῶν) διὰ νὰ πιστεύουν ἐν Εὐρώπει, ὅτι
ἐν Μακεδονίᾳ βασιλεύει διαρκὴς  αναρχία καὶ ὅτι ἡ τουρκικὴ διοίκησις δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν καλὴν τάξιν καὶ τὴν δημοσίαν ασφάλειαν καὶ ἡσυχίαν.
Ἐὰν αἱ οἰκογένειαι τῶν ἐπαναστατῶν ἔχουν  ανάγκην χρημάτων  αποσύρατε (tirez)
 αναλάβετε τοιαῦτα παρὰ τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ κ. Μ……. Εἴθε ὁ καλὸς Θεὸς νὰ σᾶς σώζῃ απὸ τοὺς Τούρκους!

Φίλιππος


Την επιστολή δημοσίευσε με σχετική ανταπόκριση από την Κλεισούρα της 24ης Φεβρουαρίου 1888, η γαλλόφωνη εφημερίδα της Βουδαπέστης Revue de Hongrie et d’Orient (=Επιθεώρηση της Ουγγαρίας και της Ανατολής)29 γράφοντας τα εξής:
Ὁ διορισμὸς τῆς αὐτοῦ Ἐξοχότητος τοῦ Χαλὴλ Ρεφὰτ πασᾶ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ Βιλαετίου Μοναστηρίου, ὑπῆρξεν εὐεργετικὸς διὰ τὸν λαὸν τῆς Μακεδονίας καὶ μεγάλο πλεονέκτημα διὰ τὰ πολιτικὰ συμφέροντα καὶ τὴν ασφάλειαν τῆς αὐτοκρατορίας. Ἀφοῦ ἐκκαθάρισε τὴν χώραν ἐκ τῆς ληστείας, τῆς ὁποίας τὰ ἐπακόλουθα δὲν ἠμποροῦσαν νὰ εἶναι παρὰ ὀλέθρια διὰ τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, αὐτὸς ὁ  ανώτατος λειτουργὸς ἔθεσε τὸν δάκτυλον εἰς μίαν ἄλλην πληγήν, ὄχι ὀλιγώτερον γαγγραινώδη απὸ τὴν τῆς ληστείας. Ἔχων γνῶσιν απὸ τὴν αλληλογραφίαν τοῦ Πηχιῶν, ὅτι αἱ καταχθόνιοι μηχανορραφίαι διευθυνόμεναι απὸ τοὺς Ἕλληνας Προξένους καὶ Ἐπισκόπους, εἶχον τὰς διακλαδώσεις των ἐφ’ὁλοκλήρου τῆς ἐπιφανείας τῆς Μακεδονίας, καὶ τῆς ’Ηπείρου ἐν ὄψει ὑποθάλψεως ἐξεγέρσεως ἢ ἐκδηλώσεων ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς ὑποθέσεως (ζητήματος) ἐπὶ ζημίᾳ τῆς αὐτοκρατορίας, ἡ αὐτοῦ ἐξοχότης ὁ Χαλὴλ Ρεφὰτ πασᾶς, ἔλαβε μέτρα πολὺ εὐεργετικὰ διὰ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς αὐτὰς (τὰς μηχανορραφίας). Ἔρευναι καὶ αναζητήσεις ἔγιναν εἰς Μοναστήριον, εἰς Νέβεσκαν καὶ εἰς Κορυτσάν. Τελευταίως ὁ νέος Καϊμακάμης τῆς Καστορίας Ἀβδουραχμὰν μπέης,  αξιωματοῦχος  κέραιος καὶ παρατηρητής, καὶ ὁ Χαφοὺζ ἐφέντης, πρώην Μουδίρης εἰς τὴν Βλαχοκλεισούραν, ἔκαμαν ἐρεύνας ἐκεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας καθηγητάς, εἰς τὸν αρχιερατικὸν ἐπίτροπον,εἰς τὸν ἰατρὸν καὶ εἰς τοὺς ἐφόρους τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων. Κατέλαβον παρ’αὐτοῖς αρκετὰ πράγματα. Ἄνευ αναβολῆς, οἱ κύριοι αὐτοί, δέκα τὸν αριθμόν, ἐφυλακίσθησαν καὶ ἐνεκλείσθησαν χωρισμένως. Αἱ αλληλογραφίαι των εἶναι πάρα πολὺ σοβαραί.
Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ πολλοὶ ἐπίσκοποι ἐνοχοποιοῦνται κατὰ βάσιν. Εἶναι ζήτημα ἐπαναστάσεως ἐναντίον τῶν Τούρκων. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις απέστελλεν ὅπλα châssepots εἰς Βλαχοκλεισούραν. Παρὰ τῷ ἰατρῷ Ἀργυροπούλῳ,ανταποκριτὴ τῆς πανελληνίου ἐφημερίδος «Νεολόγος» εὗρον μεταξὺ τῶν ἄλλων τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν: (τὴν παραπάνω) (Σ.Σ. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ  απεστάλη πρὸς τὸν ἰατρὸν Ἀργυρόπουλον εἰς Κλεισούραν,  απὸ τὸν Νικόλαον Φιλιππίδην  απὸ τὰς Ἀθήνας, ποὺ ὑπογράφεται μὲ τὸ ψευδώνυμον «Φίλιππος»). Το κείμενο αυτό συνοδευόταν και
με το παρακάτω υστερόγραφο: Ἡ ἐπιστολὴ  ανεγνώσθη εἰς Βλαχοκλεισούραν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Δικαστηρίου. Οἱ Ἕλληνες καθηγηταί, ὁ  αρχιερατικὸς ἐπίτροπος καὶ οἱ ἔφοροι τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων, ἐνοχοποιοῦνται  κόμη περισσότερον. Ἀλλὰ δὲν ανέγνωσαν δημοσίᾳ τὴν αλληλογραφίαν των, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἔχουν συνενόχους.

Ἤδη ὁ ἕνας ἐκ τῶν συνενόχων ὁ Τσιότσιος Λέκκου συνελήφθη εἰς Θεσ/νίκη. Τέσσαρες  χωροφύλακες τὸν ὁδήγησαν ἐδῶ καὶ ακολούθως ἔρριψαν αὐτὸν εἰς τὴν φυλακήν.
Καθημερινῶς συλλαμβάνουν καὶ ἄλλους συνενόχους…. Όπως μπορεί να συμπεράνει κανείς, η εφημερίδα τάσσεται υπέρ των οθωμανικών αρχών και συναινεί στην άποψη ότι προετοιμαζόταν επανάσταση εναντίον των Τούρκων από την ελληνική κυβέρνηση και τους Έλληνες προκρίτους· μάλιστα η ελληνική εφημερίδα Νεολόγος επέκρινε τον Χαλήλ Ριφάτ πασά και κατηγορούσε την εφημερίδα Revue de Hongrie et d’Orient που υποστήριζε την Οθωμανική αυτοκρατορία31. Άλλη μια πλαστή επιστολή με ίδιο αποστολέα απευθυνόμενη προς τον Κλεισουριώτη Συμεών Τσέγκα, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ο Αργυρόπουλος είχε παραλάβει πολεμοφόδια μέσω του καπετάνιου Ζούρκα και έπρεπε να τα μοιράσει στους αντάρτες.
Η επιστολή αυτή αναγνώσθηκε και στη δίκη του Αργυρόπουλου, που έγινε στο τουρκικό στρατοδικείο του Μοναστηρίου στις 20 Ιουλίου 1888, αλλά ο ίδιος ο ιατρός παρατήρησε ότι ήταν γραμμένη σε τελείως καινούριο χαρτί και ζήτησε από τους δικαστές να αποφανθούν περί του πώς ήταν δυνατόν επιστολή μεταφερόμενη «εἰς τὰ θυλάκια τῶν  ανταρτῶν» για πολλές μέρες να μην φέρει κανένα ίχνος τσαλακώματος και φθοράς. Έτσι μετά την ανάκριση του ιατρού από τον Χασάν Χαφούζ εφέντη επιτεύχθηκε η αποφυλάκισή του.

Η δράση όμως των ρουμανιζόντων δεν σταμάτησε εδώ. Παρά τη μετάβαση του ίδιου του Μαργαρίτη στην Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 1888 για διαπραγματεύσεις με την Πύλη, οι οπαδοί του στην Κλεισούρα με επικεφαλείς τον μουχτάρη Αναστάσιο ή Τασιούλα Στεφίκη και τον γιο του Μαργαρίτη, Τάκη, συνεχίζουν τις καταγγελίες επιφανών κατοίκων στις τουρκικές αρχές. Μάλιστα ο μουχτάρης ευθυνόταν και για ένα όπλο που είχε βρεθεί στο σπίτι του ιατρού35. Την ίδια εποχή οι ρουμανίζοντες μεταθέτουν το πεδίο δράσης τους και στην ιδιαίτερη πατρίδα του Αργυρόπουλου, το Βογατσικό, όπου υπό την καθοδήγηση του γιου του μουχτάρη Τασ. Στεφίκη επιχείρησαν να συκοφαντήσουν τους εκεί προκρίτους με πλαστές επιστολές, αλλά εκδιώχθηκαν από βογατσιώτες των οποίων προΐστατο ο αδελφός του ιατρού, Αργύριος. Αλλά και ο Μαργαρίτης κατά την παραμονή του στην Πόλη δεν παρέμεινε αδρανής, αλλά φρόντισε να συκοφαντήσει τους εκεί εγκατεστημένους Κλεισουριώτες και να προκαλέσει έρευνες των αρχών στα σπίτια τους.
Το 1889 ο Αργυρόπουλος αποφυλακίσθηκε και χωρίς να πτοηθεί εξακολούθησε να αγωνίζεται εναντίον της ρουμανικής προπαγάνδας, παρά τις εκ νέου ανακρίσεις εκ μέρους των τουρκικών αρχών τον Ιανουάριο του έτους εκείνου. Στενοί συνεργάτες του ήταν οι δημοδιδάσκαλοι και κυρίως οι Ιωάννης Βαδραχάνης, Νικόλαος και Γιαννάκης Νέσσα, Τασιούλας Πίνδου, Γεώργιος Πάτσα και Γεώργιος Λέκκου.

Οι ρουμανίζοντες με επικεφαλή τους τον ιερέα Νικόλαο Ποπέσκου ή Παπαφλέσσα,αδερφό του περιβόητου ρουμανίζοντα αρχιμανδρίτη Βενιαμίν Ποπέσκου, και με τη συνδρομή των τουρκικών αρχών σχεδίαζαν τότε να καταλάβουν την εκκλησία του Αγίου Νικολάου με σκοπό να λειτουργούν εκεί μόνο αυτοί. Οι κάτοικοι όμως το πληροφορήθηκαν και την Κυριακή εκείνη εκκλησιάστηκαν στον ναό και οι ενορίτες του ναού του Αγίου Δημητρίου. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του Αποστόλου από τον μαθητή Μάρκο Μούσια, εμφανίστηκε το παιδί κάποιου ρουμανίζοντα για να τον απαγγείλει ρουμανιστί, αλλά αμέσως άρχισαν διαπληκτισμοί Ελλήνων και ρουμανιζόντων εκκλησιαζόμενων. Κατά τη διάρκεια του ξυλοδαρμού που ακολούθησε, ο Αργυρόπουλος έσπασε στα κεφάλια των ρουμανιζόντων το ασημοκόλητο μπαστούνι του από έβενο και τα κομμάτια του τα διατηρούσε για πολλά χρόνια προς ανάμνηση του γεγονότος εκείνου. Μετά τις συμπλοκές ακολούθησαν ανακρίσεις των αναμιχθέντων Ελλήνων στην Καστοριά και οι τοπικές αρχές της Κλεισούρας διατάχθηκαν από τους Τούρκους να εκκλησιάζονται εκ περιτροπής στον ναό του Αγίου Νικολάου οι Έλληνες και οι ρουμανίζοντες. Επιτυχία των ρουμανιζόντων την εποχή εκείνη ήταν και η κατάληψη των εκπαιδευτηρίων της Κλεισούρας, στα οποία δίδαξε έπειτα ο κλεισουριώτης Νικ. Μυρώνης. Η συκοφαντηκή δυσφήμηση του Αργυρόπουλου και των άλλων προκρίτων της Κλεισούρας είχε ως αποτέλεσμα τη συχνή φυλάκιση, ανάκριση και προσαγωγή τους στα δικαστήρια με αποτέλεσμα οι Καστοριανοί να λένε συχνά στον ιατρό: Πάλι γιατρὲ σὲ φέρανε;

Τον Σεπτέμβριο του 1889 ο έλληνας πρόξενος του Μοναστηρίου Γ. Φοντανάς κατήγγειλε προς τον γενικό διοικητή Χαλήλ Ριφάτ τις προσπάθειες των ρουμανοδιδασκάλων να καταλάβουν δια της βίας τα ελληνικά εκπαιδευτήρια της Κλεισούρας και την επίρριψη ευθυνών για τον φόνο στα 1888 του Mussa, καβάση (=οπλοφόρου συνοδού) του Απόστολου Μαργαρίτη, στους έλληνες προκρίτους της κωμόπολης, αλλά διαμαρτυρήθηκε έντονα και για τη στάση του Διευθυντή της αστυνομίας Αλάι μπέη, που με τη συνεργασία του γιου του Μαργαρίτη, Τάκη, είχε υπεξαιρέσει μια επιστολή των αδελφών Μαυραγάνη προς τον ιατρό Αργυρόπουλο με την οποία ζητούνταν η δια κοινής αναφοράς συνδρομή του Μητροπολίτη Πελαγονίας για την αποφυλάκιση των φυλακισμένων στο Μοναστήρι Κλεισουριέων. Την περίοδο εκείνη η οθωμανική και η ρουμανική προπαγάνδα συνήθιζαν να παραλαμβάνουν τους άπορους μαθητές και να τους αποστέλλουν προς συνέχιση των σπουδών τους ή στη Ρουμανία ή στα ξενόγλωσσα σχολεία της Τουρκίας, για να τους έχουν στη συνέχεια όργανα προς επίτευξη των σκοπών τους. Ένας από αυτούς τους μαθητές ήταν και ο Συμεών Στεφ. Βαρβέρης, που αφού σπούδασε ιατρική με υποτροφίες στο τουρκικό πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης,μετά την αποφοίτηση το 1890 εστάλη με ενέργειες της ρουμανικής προπαγάνδας στην Καστοριά ως αστίατρος. Πρώτο μέλημα του Βαρβέρη ήταν η ενίσχυση των ρουμανιζόντων της γενέτειράς του Κλεισούρας και κυρίως η δωροδοκία του Αργυρόπουλου και μετέπειτα η απομάκρυνσή του από την κωμόπολη και η εγκατάστασή του στη Θεσσαλονίκη. Ο Αργυρόπουλος όμως, αφού άκουσε τις φιλοφρονήσεις του Βαρβέρη και αρνήθηκε να χρηματιστεί, του απάντησε με τα παρακάτω: Σὲ ἄκουσα μὲ προσοχὴν εἰς ὅσα μοῦ ανέπτυξες, αλλὰ εἶμαι Ἕλλην καὶ θὰ ἐξακολουθήσω μὲ περισσότερον φανατισμὸν τὸν αγώνα μου ἐναντίον τῆς ρουμανικῆς προπαγάνδας.

Το 1892 ο Αργυρόπουλος πληροφορήθηκε σε ποιο μέρος της πόλης Πλεύνα (Pleven) στη Βουλγαρία ήταν θαμμένος ο δολοφονημένος πατέρας του. Κατά την επίσκεψή του εκεί έκανε την ανακομιδή των οστών του και παράλληλα επισκέφθηκε στον Πύργο της Βουλγαρίας τους εκεί εγκατεστημένους Κλεισουριώτες αδελφούς Μπέζη. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου αποφάσισε να μείνει, αλλά μετά από λίγους μήνες επανήλθε στην Κλεισούρα, καθώς νοστάλγησε την οικογένειά του, και άρχισε πάλι τις ενέργειές του εναντίον των ρουμανιζόντων. Την περίοδο όμως αυτή δραστηριοποιείται στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας και η βουλγαρική προπαγάνδα με απώτερο σκοπό τον προσηλυτισμό των σλαβόφωνων κατοίκων της. Ο βογατσιώτης πολιτικός Στέφανος Δραγούμης διακηρύσσοντας προς την τότε κυβέρνηση της Ελλάδας Σώσατε τὴν Μακεδονίαν, διότι αὐτὴ θὰ μᾶς σώσῃ, απέστειλε ως γραμματέα του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου τον γιό του Ίωνα με σκοπό να εργαστεί εναντίον του βουλγαρικού κομιτάτου. Κατά τις περιοδείες του από τη Λάρισα μέχρι το Μοναστήρι ο Ίωνας έρχεται σε επαφή με τον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη και με τον Αργυρόπουλο, που τον είχε συναντήσει προηγουμένως στο Μοναστήρι, και αποφασίζουν με τη συγκατάθεση των τουρκικών αρχών να αποσταλούν δέκα Κρήτες οπλοφόροι για τη φαινομενική φρούρηση του Μητροπολίτη, καθώς στην πραγματικότητα προορίζονταν να γίνουν αρχηγοί των αποστελλόμενων ανταρτικών σωμάτων με την προσωρινή καθοδήγηση του καπετάν Βαγγέλη Στρεμπενιώτη που ήδη εργαζόταν κατά των βουλγαρικών συμμοριών. Ο Αργυρόπουλος διακρίνοντας πρόωρα τον επικείμενο κίνδυνο του πανσλαβισμού υπέβαλε προς την τότε ελληνική κυβέρνηση υπόμνημα για τον κίνδυνο εκβουλγαρισμού της Μακεδονίας και την υποστήριξη της Ρωσίας προς τη Βουλγαρία. Το υπόμνημα εκείνο, χωρίς να τηρηθεί μυστικό για χάρη της ζωής του, δόθηκε σε δημοσιογράφους, που μάλιστα έσπευσαν να δημοσιεύσουν αποσπάσματά του και είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη και τη φυλάκιση του ιατρού για άλλη μια φορά. Κατά την ανάκρισή του μετά από λίγες μέρες υποστήριξε ότι αγωνιζόταν κατά των Σλάβων, που ήταν εχθροί της Τουρκίας, και ότι οι Έλληνες και οι Τούρκοι ακολουθούσαν κοινή πολιτική. «Μπράβο Ἕλληνα», του είπε ο τούρκος συνταγματάρχης που διενεργούσε την ανάκριση και έκτοτε Έλληνες και Τούρκοι τον αποκαλούσαν «Ἕλληνα».

Στις 23 Ιουλίου 1903, τρεις μόλις μέρες μετά την επανάσταση των Βουλγάρων ανήμερα της εορτής του Προφήτη Ηλία, οι βουλγαρίζοντες κομιτατζήδες της περιφέρειας Καστοριάς με στρατολογημένους οπαδούς τους από τα γύρω χωριά επιτίθενται εναντίον της μικρής τουρκικής φρουράς της Κλεισούρας έχοντας ως αρχηγό τον εξωμότη πρώην ελληνοδιδάσκαλο Βασίλ ή Τσίλιο Τσακαλάρωφ (1874-1913)50. Μετά την αποχώρηση της φρουράς εισήλθαν στην κωμόπολη οι κομιτατζήδες και αφού φόνευσαν τον μουδίρη, κάλεσαν τους δημογέροντες στην κεντρική αγορά Τσαΐρι και τους ζήτησαν καταλύματα, διατεινόμενοι ότι είχαν έλθει ως απελευθερωτές τους από τους Τούρκους. Ο Τσακαλάρωφ εγκαταστάθηκε στο αρχοντικό του Μπέκα, όπου κάλεσε τους ευπορότερους κατοίκους και υπό τις απειλές των όπλων απαίτησε να του δοθούν λίρες και όπλα για τους απελευθερωτές51. Ο Αργυρόπουλος απουσίαζε στα λουτρά Λαγκαδά και η σύζυγός του Ιφιγένεια, που κλήθηκε να παρουσιαστεί στον αρχικομιτατζή, δήλωσε ότι λόγω της απουσίας του στερούνταν χρημάτων. Το αποτέλεσμα ήταν να κρατηθεί υπό περιορισμό εκείνο το βράδυ μαζί με άλλες γυναίκες σε ένα δωμάτιο, αλλά το άλλο πρωί παρέδωσε ένα τουφέκι γκρα. Ο ιατρός από την άλλη, όταν πληροφορήθηκε τα περί της ψευδεπανάστασης, διέκοψε τα λουτρά
του και κατευθύνθηκε προς τα Καϊλάρια (σημ. Πτολεμαΐδα), όπου διανυκτέρευσε στην οικία του πελάτη του Τοπάλ Ισμαήλ και την επόμενη ημέρα με άλογο και δυο οπλισμένους σωματοφύλακες έφθασε στην Κλεισούρα μέσω Εμπορίου. Οι κομιτατζήδες παρέμειναν στην Κλεισούρα είκοσι ημέρες γλεντώντας, τρομοκρατώντας τον πληθυσμό και συγκεντρώνοντας χρήματα για τον αγώνα τους. Τότε ακριβώς διαδόθηκε ότι ο τούρκος αρχιστράτηγος Μπαχτιάρ Πασάς προχωρούσε προς τον νότο με στρατιωτικές δυνάμεις καταστέλλοντας την ψευδεπανάσταση και πυρπολώντας τα σλαβόφωνα χωριά. Ο Τσακαλάρωφ πληροφορηθείς την προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων, που ήδη βρίσκονταν στο γειτονικό Λέχοβο και επρόκειτο να πυρπολήσουν την Κλεισούρα, διέφυγε με τους ληστοσυμμορίτες του στο δάσος του Μουρικίου. Ενόψει του επικείμενου κινδύνου η δημογεροντία αποφάσισε να αποστείλει πενταμελή επιτροπή με επικεφαλή τον Αργυρόπουλο για να συναντήσει τον Πασά και να τον κατευνάσει, εξηγώντας του παράλληλα ότι ο πληθυσμός της κωμόπολης ήταν αμέτοχος του κινήματος. Ο Πασάς, αφού άκουσε με προσοχή όσα του εξέθεσε ο Αργυρόπουλος σε άπταιστα τουρκικά και πείσθηκε για την ειλικρίνεια των δηλώσεων της επιτροπής, υποχώρησε και έτσι αποτράπηκε η καταστροφή της Κλεισούρας. Δέχθηκε όμως πρόσκληση της επιτροπής να επισκεφθεί την Κλεισούρα, όπου τον υποδέχθηκε πλήθος Κλεισουριέων με τους μαθητές των σχολείων και τον φιλοξένησαν στο αρχοντικό του Μπέκα. Την επόμενη ημέρα τα τουρκικά στρατεύματα έστησαν κανόνια στη ράχη του Αγίου Αθανασίου και από εκεί άρχισαν να βάλλουν κατά των σλαβόφωνων γύρω χωριών, Ζαγορίτσανη (σημ. Βασιλειάδα), Μπόμπιστα (σημ. Βέργας), Χόλιστα (σημ. Μελισσότοπος) και Μόκρενη (σημ. Βαρυκό), που είχαν στείλει εθελοντές στο σώμα του Τσακαλάρωφ.

Έτσι τον χειμώνα εκείνο η Κλεισούρα φιλοξένησε πολλούς πρόσφυγες από τα κατεστραμμένα σλαβόφωνα χωριά. Το πρώτο Σάββατο μετά την καταστολή της ψευδεπανάστασης του Ήλιντεν και
την αναχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης επισκέφθηκε την Κλεισούρα και λειτούργησε στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, όπου παρευρέθηκαν και όλοι οι πρόσφυγες ιερείς των γύρω σλαβόφωνων χωριών. Κατά το κήρυγμά του καυτηρίασε τη βουλγαρική προπαγάνδα, η οποία ευθυνόταν για την καταστροφή τόσων χωριών και τον φόνο τόσων οικογενειών. Μετά την λειτουργία επισκέφθηκε την οικία του Αργυρόπουλου μαζί με όλους τους ιερείς και κάλεσε τους σχισματικούς ιερείς να επανέλθουν στους κόλπους του Πατριαρχείου. Αυτοί όμως προέβαλαν ως δικαιολογία της απόσχισής τους το γεγονός ότι ο πρώην Μητροπολίτης Καστορίας Φιλάρετος Βαφείδης ζητούσε πολλά χρήματα για τη χειροτονία τους και υπέρογκες μηνιαίες συνδρομές. Ο Καραβαγγέλης μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση υποσχέθηκε τη χρηματική αρωγή τους και την οικονομική ενίσχυση των ενδεέστερων οικογενειών, αλλά πολύ λίγοι επανήλθαν στο Πατριαρχείο, καθώς η βουλγαρική προπαγάνδα τους υποχρέωνε δια της βίας να ακολουθήσουν το σχίσμα.

Στα τέλη του 1903 και στις αρχές του 1904 φθάνουν στη Μακεδονία οι πρώτες ομάδες αξιωματικών του ελληνικού στρατού, που με ψευδώνυμα ζωεμπόρων απέβλεπαν στη στρατολόγηση εντοπίων Μακεδόνων αγωνιστών. Στην περιοχή της Καστοριάς κατευθύνθηκαν τον Μάρτιο του 1904 ο ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς και οι λοχαγοί Αλέξανδρος Κοντούλης και Αναστάσιος Παπούλας και ο υπολοχαγός Γεώργιος Κολοκοτρώνης 56. Κύριο μέλημα ήταν ο κατατοπισμός τους, ο εκφοβισμός των εξαρχικών και η στήριξη των πατριαρχικών. Στη Μονή Αγίου Νικολάου
Τσιριλόβου συναντήθηκαν με τον Γερμανό Καραβαγγέλη που τους συνέστησε να συναντηθούν και με τον Αργυρόπουλο στην Κλεισούρα. Κατά την εκεί πορεία τους αντάμωσαν τον ιατρό που είχε μεταβεί στη Ζαγορίτσανη (σημ. Βασιλειάδα) για να επισκεφθεί κάποιον ασθενή του. Παρόλο που είχε ενημερωθεί για αυτούς από τον Μητροπολίτη, τους ρώτησε πού πήγαιναν και τί επαγγέλονταν και έλαβε ως απάντηση ότι ήταν ζωέμποροι που πήγαιναν στο Σόροβιτς (σημ. Αμύνταιο). Αφού λοιπόν πείστηκε ότι είναι αυτοί τους είπε περιπαιχτικά: Οἱ ζωέμποροι δὲν καβαλικεύουν απὸ μεργιά, καθώς και οι τρεις κάθονταν στα σαμάρια των ζώων από μεργιά (από το πλάι) για να ξεκουράζονται από την παρατεταμένη ιππασία. Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε οι αξιωματικοί κατάλαβαν ότι ήταν ο Αργυρόπουλος και έτσι όλοι μαζί κρυμμένοι σε κάποιους θάμνους συζήτησαν διάφορα θέματα που αφορούσαν στον αγώνα, χωρίς να χρειαστεί να μεταβούν στην Κλεισούρα, όπου
έδρευε λόχος του τουρκικού στρατού. Τον χειμώνα του ίδιου έτους τριμελής επιτροπή άλλων αξιωματικών επισκέφθηκε τον ιατρό στην οικία του και συζήτησαν μαζί του τη διέλευση ελληνικών ανταρτικών σωμάτων από την περιοχή.

Ο Κωνσταντίνος Αργυρόπουλος συνάντησε χρόνια αργότερα, το 1917, έναν από τους αξιωματικούς εκείνους, τον Ιωάννη Αβράσογλου, που ήταν τότε Διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού στη Θεσσαλονίκη, και του προσκόμισε φιλική επιστολή από τον πατέρα του. Κατά τη συζήτησή τους ο τότε Διοικητής αποκάλυψε στον ανθυποφαρμακοποιό Αργυρόπουλο ένα περιστατικό που καταδεικνύει ότι η αλλαγή τρόπου ζωής από τους περισσότερους έλληνες αξιωματικούς κατά το πέρασμά τους στη Μακεδονία δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε και ανώδυνη. Κατά την παραμονή λοιπόν στην οικία του Αργυρόπουλου τον χειμώνα εκείνο του 1904, η σύζυγος του ιατρού Ασπασία φρόντισε να θερμάνει το δωμάτιο του σπιτιού στο οποίο θα κοιμόνταν οι φιλοξενούμενοι αξιωματικοί, με ένα μεγάλο μαγκάλι γεμάτο κάρβουνα. Μόλις όμως η οικογένεια του ιατρού κατακλίθηκε ακούστηκε θόρυβος από το δωμάτιο των αξιωματικών. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος ανοίγοντας
την πόρτα του δωματίου, τους αντίκρισε όλους ζαλισμένους και πεσμένους κάτω. Αντιλήφθηκε αμέσως πως έπαθαν δηλητηρίαση από τις αναθυμιάσεις της θράκας και αφού άνοιξε τα παράθυρα τους συνέφερε με εντριβές.Μεταξύ των προσωπικοτήτων που είχαν επισκεφθεί την οικία Αργυρόπουλου ο Κωνσταντίνος θυμόταν και τον Νικολαΐδη, διευθυντή της εφημερίδας Νεολόγος Τεργέστης, η έκδοση της οποίας είχε απαγορευθεί στην Κωνσταντινούπολη και μοιραζόταν κρυφά μέσω των ελληνικών προξενείων. Εξάλλου ανταποκριτής της εφημερίδας από την περιοχή της Καστοριάς ήταν ο Ιωάννης Αργυρόπουλος. Χαρακτηριστικό της υπολήψεως και του σεβασμού των κατοίκων της Κλεισούρας προς το πρόσωπο του ιατρού είναι το γεγονός ότι πάντοτε προΐστατο κατά τις επισκέψεις επισήμων στην περιοχή, όπως του Βασιλιά Αλέξανδρου και αργότερα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Τον Δεκέμβριο του 1901 ο ιατρός απέστειλε επιστολή προς τον τότε πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργό των Εξωτερικών Α. Ζαΐμη, με την οποία πρότεινε την απονομή του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος του Σωτήρος στον κλεισουριώτη Γεώργιο Σπίρτα στο Σεμλίνο.
Από την αρχή του αγώνα τα ελληνικά σώματα συνειδητοποίησαν ότι χωρίς τη συνδρομή των εντοπίων δεν θα έφερναν σε πέρας την αποστολή τους και θα εξολοθρεύονταν. Επιτακτική, λοιπόν, πρόβαλλε η ανάγκη δημιουργίας μιας επιμελητείας που θα εξασφάλιζε οδηγούς, πληροφοριοδότες και αγγελιοφόρους, αλλά θα φρόντιζε και για τη διατροφή και απόκρυψη των σωμάτων και για την περίθαλψη των τραυματιών. Έτσι δημιουργήθηκαν σε όλη την ύπαιθρο της βορειοδυτικής Μακεδονίας τοπικές εθνικές επιτροπές με κύρια ευθύνη τη διευκόλυνση της δράσης των
σωμάτων. Η Επιτροπή της Κλεισούρας ορκίστηκε ενώπιον του Καραβαγγέλη στα μέσα Δεκεμβρίου 1904 και στη συνέχεια φρόντισε για τη σύσταση επιτροπών στο Γέρμα, το Λέχοβο, τη Βλάστη και το Εμπόριο. Πρόεδρός της είχε οριστεί ο ιατρός Ιωάννης Αργυρόπουλος, βοηθός γραμματέας ο δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Κ. Κιάντος, ταμίας ο Κωνσταντίνος Σ. Βούτσιας και σύμβουλος ο Γεώργιος Ι. Πάτσας. Βοηθοί και αναπληρωματικά μέλη αυτών ορίστηκαν οι Τασιούλας και Νικόλαος Πίνδος και ο Νικόλαος Μάνου. Η ευθύνη της επιτροπής αυτής ήταν πολύ μεγάλη καθώς στην Κλεισούρα υπήρχε λόχος τουρκικού στρατού και πάρα πολλοί ρουμανίζοντες που κατέδιδαν κάθε κίνηση των μελών. Εντούτοις το επάγγελμα του ιατρού παρείχε στον Αργυρόπουλο μια σημαντική κάλυψη, καθώς οι επισκεπτόμενοι την οικία του αγγελιοφόροι προσποιούνταν τους ασθενείς και έτσι παρέδιδαν την κρυπτογραφημένη αλληλογραφία.

Σημαντική όμως ήταν και η συμβολή της συζύγου του ιατρού, της Ασπασίας Αργυροπούλου που καλούσε τους αγγελιοφόρους της Κλεισούρας για να διεκπεραιώσουν την αλληλογραφία.
Ως γυναίκα που δεν προκαλούσε τις υποψίες των τουρκικών αρχών και των ρουμανιζόντων, πήγαινε και εύρισκε τον αγγελιοφόρο Δημήτριο Στάγκα, τον μετέπειτα καπετάν Μίζα, που ήταν κτίστης και συνθηματικά τον καλούσε με το αιτιολογικό δήθεν της επισκευής της οικίας της. Η μυστική δράση της αγωνίστριας αυτής, μέχρι και το 1908 περίπου, ήταν ένα μνημόσυνο προς τον αδερφό της Δημήτριο Παπαπέτρου, που λόγω της στενής του φιλίας με τον καπετάν Βαγγέλη Γεωργίου ή Νάτση από το Στρέμπενο (σημ. Ασπρόγεια) συνελήφθη στις 17 Ιουνίου 1905 από τους κομιτατζήδες έξω από το χωριό Αετός μαζί με άλλους επτά πατριαρχικούς χωρικούς από το Λέχοβο και το Ζέλενιτς (σημ.Σκλήθρο), ξυλοκοπήθηκαν και τέλος ρίχτηκαν σε μια αναμμένη ασβεσταριά με την
κατηγορία ότι συνεργάζονταν με τον προαναφερθέντα καπετάνιο.

Την 25η Μαρτίου 1905, ανήμερα της εορτής του Ευαγγελισμού, ο οπλαρχηγός Γεώργιος Τσόντος ή καπετάν Βάρδας με τον υπολοχαγό του πεζικού Στέφανο Δούκα πραγματοποίησαν με περίπου 180 άνδρες νυχτερινή επίθεση στο εξαρχικό χωριό Ζαγορίτσανη, που εκείνη την εποχή χαρακτηριζόταν ως «μικρή Σόφια», λόγω του μεγάλου αριθμού των σχισματικών βουλγαριζόντων κατοίκων της. Σε εκείνη την επίθεση φονεύθηκαν 79 άτομα, μεταξύ των οποίων κατά λάθος και ορισμένοι σλαβόφωνοι πατριαρχικοί. Οι ευθύνες για εκείνη την επιχείρηση επιρρίφθηκαν εκ μέρους των τουρκικών αρχών στον ιατρό Αργυρόπουλο, λόγω των συχνών επισκέψεών του στη Ζαγορίτσανη για τους ασθενείς του. Μάλιστα παρουσίασαν και δυο γυναίκες ψευδομάρτυρες, εκ των οποίων η μια φιλοξενούσε τον ιατρό στο σπίτι της όσες φορές πήγαινε εκεί. Στη δυσφήμηση όμως του Αργυρόπουλου συνέβαλαν και οι ρουμανίζοντες της Κλεισούρας που ζήτησαν από τον μουδίρη, που ήταν μίσθαρνο όργανό τους, την επίπληξη όλων των μελών της τοπικής επιτροπής του αγώνα.

Αποτέλεσμα ήταν η σύλληψη του ιατρού και η φυλάκισή του στην Καστοριά με την κατηγορία ότι ήταν ο ηθικός αυτουργός της υπόθεσης. Η ταυτόχρονη πραγματοποίηση ερευνών στο σπίτι του για εύρεση ενοχοποιητικών στοιχείων δεν απέφερε κανένα αποτέλεσμα, αφού ο γιος του Κωνσταντίνος είχε προλάβει να κάψει την αλληλογραφία που είχε ο πατέρας του με τον Παύλο Μελά και άλλους οπλαρχηγούς του αγώνα και τη φύλαγε σε γραφείο μέσα στο δωμάτιο του σπιτιού του, που χρησιμοποιούνταν ως φαρμακείο. Κατά την παραμονή του ιατρού στις φυλακές Καστοριάς τον επισκέπτονταν εκτός του Καραβαγγέλη, που είχε επιχειρήσει και τη χρηματική εξαγορά του, και πολλοί πρόκριτοι της πόλης, πηγαίνοντάς του συχνά και φαγητό για να μην τρώει από το συσσίτιο. Εκεί τον επισκέφθηκαν και οι δυο γιοί του Κωνσταντίνος και Χαρίλαος και φιλοξενήθηκαν από έναν φίλο του πατέρα τους, τον τούρκο φοροεισπράκτορα Ετέμ εφέντη. Ένας άλλος στενός φίλος του Αργυρόπουλου από τη Λειψίστη, ο αλβανός Βελή μπέης, μόλις πληροφορήθηκε τη φυλάκισή του, τον επισκέφθηκε στη φυλακή και στη συνέχεια πήγε στη σύζυγό του Ασπασία στην Κλεισούρα, στην οποία και εκμυστηρεύθηκε ότι παρά τη μεγάλη κατηγορία θα φρόντιζε ο ίδιος να δωροδοκήσει τους δικαστές που ήταν φίλοι του. Αμέσως η Ασπασία παρέδωσε στο Βελή μπέη χρηματικό ποσό 200 χρυσών λιρών, ανάμεσα στις οποίες και τις λίρες του «τεπέ» από το φέσι της, και έτσι η ποινή μετατράπηκε σε εξορία από τον νομό Μοναστηρίου.

Μετά την αποφυλάκισή του στις αρχές Ιουνίου του 1905 ο ιατρός πέρασε από την οικία του στην Κλεισούρα και την επόμενη ημέρα αναχώρησε για τη Θεσσαλονίκη «σχεδὸν  πένταρος», αλλά με τη σκέψη του στην Κλεισούρα, όπου παρέμειναν πέντε μέλη της οικογένειάς του, καθώς οι δυο προαναφερθέντες γιοι του ήταν τρόφιμοι του Γυμνασίου Τσοτυλίου. Μάλιστα 50μελής συμμορία κομιτατζήδων της περιοχής του είχε στήσει ενέδρα στην τοποθεσία Ιάζια για να τον συλλάβει, ελπίζοντας ότι θα περνούσε από εκεί. Η αδυναμία και ανικανότητα των κομιτατζήδων να εξοντώσουν τον ίδιο τον ιατρό είχε σαν αποτέλεσμα την απαγωγή των οικείων του από το βαρυκιώτη βοεβόδα Νικόλα (Κόλε) Αντρέεφ τον Ιούνιο του 1905. Με την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη θεώρησε καθήκον του να επισκεφθεί τον εκεί έλληνα γενικό πρόξενο Λάμπρο Κορομηλά και να του εκθέσει την κατάσταση που επικρατούσε στην περιφέρεια της Καστοριάς. Η τραγική οικονομική
του κατάσταση τον ώθησε να ζητήσει από τον πρόξενο χρηματική ενίσχυση για την παραμονή του στην πόλη, αλλά η απάντηση που πήρε ήταν αρνητική. Έκτοτε δεν τον επισκέφθηκε καμία φορά. Τη στιγμή ακριβώς εκείνη επενέβησαν οι εκεί εγκατεστημένοι Κλεισουριείς και φίλοι του ιατρού, που φρόντισαν για την εγκατάστασή του σε μια νεόκτιστη οικία στη συνοικία του Αγίου Αθανασίου, όπου και άνοιξε ιατρείο. Από έγγραφο του Προξενείου Μοναστηρίου με ημερομηνία 26 Ιουνίου 1907 γίνεται αντιληπτό ότι ο Αργυρόπουλος δεν αδρανοποιήθηκε και κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Θεσσαλονίκη, αλλά συνέχισε να έχει επαφές με τα ανταρτικά σώματα και να εργάζεται για την επιστροφή των σχισματικών στους κόλπους της Ορθοδοξίας. Ο Ιω. Καραβίτης γράφει στα απομνημονεύματά του το 1907 ότι ο Αργυρόπουλος περιέθαλπε τους τραυματισμένους αγωνιστές στην περιοχή Μοναστηρίου και μάλιστα διέθετε και ποσότητα φαρμάκων και άλλων φαρμακευτικών ειδών για την περιποίηση των τραυμάτων. Στην Κλεισούρα επέστρεψε το 1909 και η εκεί πελατεία του τον περιέβαλλε και πάλι με μεγάλη εμπιστοσύνη, απέφυγε όμως να αναμιχθεί στα κοινοτικά ζητήματα, γιατί τον επέβλεπαν οι τουρκικές αρχές.

Μετά την ανακήρυξη του τουρκικού συντάγματος το 1908 και τη δοθείσα γενική αμνηστία, οι ελληνικές ανταρτικές ομάδες διαλύθηκαν και επέστρεψαν στην ελεύθερη Ελλάδα. Έτσι στη Μακεδονία δρούσαν πια εναντίον των βουλγαριζόντων μόνο τα σώματα των εντοπίων οπλαρχηγών, που έπρεπε να αντιμετωπίσουν άπειρες βιαιοπραγίες των κομιτατζήδων85. Κατά την κήρυξη του πολέμου των σύμμαχων βαλκανικών κρατών εναντίον της Τουρκίας το 1912 οι κλεισουριώτες οπλαρχηγοί Δημ. Κ. Στάγκας (καπετάν Μίζας)86 και Ανδρέας Π. Παναγιωτόπουλος ή Τζήκας (καπετάν Ανδρέας), αφού εκδίωξαν τις τουρκικές αρχές, ύψωσαν την ελληνική σημαία στο κωδωνοστάσιο του ναού του Αγίου Νικολάου και παράλληλα διόρισαν επαναστατική Επιτροπή Τοπική Διοικήσεως με πρόεδρο τον Ιωάννη Αργυρόπουλο. Κατά την προέλαση του ελληνικού στρατού στη Δυτική Μακεδονία και την απελευθέρωση του Σόροβιτς (σημ. Αμύνταιο) από την V Μεραρχία, ο Αργυρόπουλος έστειλε με αγγελιοφόρο τον κλεισουριώτη Γεώργιο Ντούλα (τον μετέπειτα Παπα-Ντούλα) επιστολή στον Μέραρχο Ματθαιόπουλο, με την οποία του υπενθύμιζε την ύπαρξη κοντά στο Εξί-Σου (σημ. Ξυνό Νερό) της διάβασης Κιρλί-Δερβέν (Στενά Κλειδίου), απ’ όπου μπορούσε να τους χτυπήσει ανυποψίαστα ο τουρκικός στρατός. Η προφορική απάντηση του στρατηγού στον κομιστή της επιστολής ήταν: Ὁ γιατρὸς νὰ κοιτάξῃ τοὺς αρρώστους του καὶ ταῖς συνταγές του. Την ίδια νύχτα τα τουρκικά στρατεύματα, καταδιωκόμενα από τον προελαύνοντα σερβικό στρατό κατάφεραν να πλήξουν τον ελληνικό στρατό που είχε στρατοπεδεύσει κοντά στο Δερβένι. Ακολούθησε η οπισθοχώρηση των ελλήνων στρατιωτών προς τα Καϊλάρια (σημ. Πτολεμαΐδα) και την Κοζάνη, αλλά η αναχαίτιση ήρθε γρήγορα από τα ελληνικά στρατεύματα που βρίσκονταν στην Κοζάνη και από τους κατοίκους της περιοχής, που προσέφεραν τη βοήθειά τους ακόμη και με τα κυνηγετικά τους όπλα. Ο τουρκικός στρατός απεγνωσμένος κατάφερε να διαφύγει μέσω της διάβασης Καραγιάννια και από εκεί μέσω Σιατίστης και Βογατσικού, το οποίο και πυρπόλησε, να φτάσει στην Καστοριά. Ένα τμήμα του τουρκικού στρατού πέρασε στις 2 Νοεμβρίου 1912 από την Κλεισούρα, όπου μετά τη λεηλασία και την πυρπόληση των εμπορικών καταστημάτων
και των πλουσιότερων οικιών, φόνευσαν και 12 γέροντες, καθώς τα γυναικόπαιδα είχαν καταφέρει να διαφύγουν στο γύρω πυκνό δάσος του Μουρικίου, στην ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου και στο γειτονικό βλαχοχώρι Μπλάτσι (σημ. Βλάστη). Ο Κωνσταντίνος Αργυρόπουλος που εκείνη την εποχή βρισκόταν λόγω των σπουδών του στην Αθήνα, μόλις πληροφορήθηκε την πυρπόληση της γενέτειράς του αναχώρησε μαζί με τον βογατσιώτη Αλέξανδρο Λέτσα σιδηροδρομικώς μέχρι την Λάρισα και από εκεί άλλοτε με άμαξα και άλλοτε με ζώα μέχρι την Κοζάνη. Από εκεί ο μεν Λέτσας κατευθύνθηκε στο Βογατσικό, ο δε Κωνσταντίνος πεζοπορώντας έφτασε στην Κλεισούρα, στην οποία μόλις είχε επιστρέψει από τη Βλάστη η οικογένειά του. Κατά την εκεί ολιγοήμερη παραμονή του συνέβη ένα άσχημο περιστατικό με τον μετέπειτα κατοχικό πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη που περιόδευε εκείνη την εποχή στην περιοχή και διαμαρτυρόταν ότι δεν έτυχε της δέουσας υποδοχής από τους κατοίκους, αδιαφορώντας για το πλήγμα που είχαν υποστεί.

Μετά την απελευθέρωση ο Ιωάννης Αργυρόπουλος συνέχισε να ασχολείται με τα κοινοτικά ζητήματα και μάλιστα κατάφερε να μεταφερθεί στην Κλεισούρα η έδρα του ειρηνοδικείου και ο αστυνομικός σταθμός, που επρόκειτο να τοποθετηθούν στο Λέχοβο, προβάλλοντας τη σπουδαία εθνική δράση της κωμόπολης στους υπεύθυνους για το θέμα ανώτερους δικαστικούς, που περιέτρεχαν τη Μακεδονία ορίζοντας τις κατάλληλες πόλεις και χωριά.

Εκτός όμως της εθνικής του δράσης, ο Ιωάννης Αργυρόπουλος ήταν αφιερωμένος και στο λειτούργημα του ιατρού μέχρι τέλους της ζωής του. Οι υψηλές μάλιστα αμοιβές που έπαιρνε, μόνο όμως από όσους είχαν την ευχέρεια, τον είχαν καταστήσει στόχο των ληστών της περιοχής, που πάντα παραμόνευαν για να τον ληστέψουν. Κάποιο χειμώνα επιστρέφοντας από επίσκεψη ασθενή του στη Βλάστη, κινδύνεψε να σκοτωθεί μαζί με το άλογό του λόγω του πάγου που είχε καλύψει τον απόκρημνο και δύσβατο δρόμο. Στην τοποθεσία εκείνη ανήγειρε αργότερα μια βρύση που
οι Μπλατσιώτες ονόμαζαν τὸ π’γάδι τ’ Ἀργυρόπουλ’.


Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1919 και λίγο πριν τα Χριστούγεννα τον κάλεσαν να επισκεφθεί ασθενή του πελάτη στη Ζαγορίτσανη, μολυσμένο από τον εξανθηματικό τύφο που είχε προσβάλει τα υποχωρούντα από τη Δυτική Μακεδονία σερβικά στρατεύματα και κατ’ επέκταση και αρκετά χωριά της περιοχής. Στις παρακλήσεις των οικείων του να μην πάει λόγω του φόβου μολύνσεώς του απάντησε: Εἶμαι ἰατρός, ὁ δὲ ασθενὴς εἶναι ἕνας απὸ τοὺς καλοὺς φίλους καὶ πελάτας μου καὶ φανατικὸς Ἕλλην καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω τὸ ἰατρικὸν καὶ φιλικὸν καθῆκον μου.
Θὰ φροντίσω νὰ προφυλαχθῶ νὰ μὴ πιάσω ψείρα. Η επίσκεψη όμως εκείνη ήταν μοιραία για τον Αργυρόπουλο, που πέρασε τις εορτές των Χριστουγέννων με την οικογένειά του, έχοντας όμως καταληφθεί από μια παράδοξη μελαγχολία λόγω της υποψίας ότι είχε μολυνθεί. Σε μια επίσκεψή του στο Παλιοχώρι (σημ. Φούφας) μετά από λίγες ημέρες αναγκάστηκε να διανυκτερεύσει λόγω του υψηλού πυρετού του, αλλά την επομένη επέστρεψε στην οικία του στην Κλεισούρα, όπου αφού έκανε μόνος τη διάγνωση παρήγγειλε ενέσεις και άλλα αντιπυρετικά φάρμακα. Ο γιος του Κωνσταντίνος ειδοποίησε αμέσως τους ιατρούς φίλους του πατέρα του από την Καστοριά, που πρόθυμα ανταποκρίθηκαν. Ένας άλλος μάλιστα φίλος του, ο Διευθυντής Δημόσιας Υγείας Θεσσαλονίκης Κοπανάρης, απέστειλε και δυο ανθυ-πίατρους με σχετικά φάρμακα, αλλά οι προσπάθειες αυτές δεν απέδωσαν τίποτε. Έντεκα ημέρες μετά την εκδήλωση της ασθένειας, την 20η Ιανουαρίου 1920 πέθανε, αφήνοντας ως παρακαταθήκη στους απογόνους του και σε όλους εμάς τη συχνή φράση του: Νὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι ποὺ ἐγεννήθημεν Ἕλληνες. Στην κηδεία του
παρευρέθηκαν οι περισσότεροι συνάδελφοί του ιατροί από την Καστοριά και εκτός των κλεισουριέων και πολλοί φανατικοί φίλοι και πελάτες του από τα γύρω χωριά. Το ελληνικό κράτος τον τίμησε για την προσφορά του προς το έθνος με το παράσημο του Μακεδονικού Αγώνα 1903–1909 και τον αναγνώρισε ως πράκτορα Β΄ τάξης.

Αυτοί ήταν οι ανώνυμοι άνθρωποι του Μακεδονικού αγώνα, που με το πέρασμα του χρόνου περιβλήθηκαν το πέπλο του μύθου, αλλά παρέμειναν άγνωστοι στους μετέπειτα ερευνητές. Με την ειλικρινή τους πίστη στα μεγάλα ιδανικά αξιώθηκαν να υψωθούν ώς τη σφαίρα του μύθου και την πίστη τους αυτή τη σφράγισαν με τον θάνατο τους. Έτσι αναδείχθηκαν υπέρτεροι των ανθρωπίνων μέτρων σε φιλοπατρία, σε θάρρος, σε ανδρεία και σε πνεύμα θυσίας και κατέστησαν πρότυπα ζωής για εμάς τους νεότερους.


ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ (1852-1920) Ο ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ ΙΑΤΡΟΣ (Α' ΜΕΡΟΣ)

Του Nικολάου Δημ. Σιώκη

Η παρούσα εισήγηση στηρίζεται σε ένα ανέκδοτο κείμενο του φαρμακοποιού Κωνσταντίνου Αργυρόπουλου, γιου του Ιωάννη Αργυρόπουλου, σε μια προσπάθειά του να καταγράψει τον βίο και την εθνική δράση του πατέρα του μέσα από τις διηγήσεις που είχε ακούσει και όσα θυμόταν από το ημερολόγιο του πατέρα του. Όπως συνάγεται και από μαρτυρίες άλλων μελών της οικογένειας, ο Ιωάννης Αργυρόπουλος είχε καταγράψει σε ένα ημερολόγιο πολλά από τα γεγονότα της ζωής του. Το ημερολόγιο όμως αυτό κάηκε μέσα στο σπίτι του γιου του Χαρίλαου κατά τη διάρκεια του ολοκαυτώματος της Κλεισούρας από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής στις 5 Απριλίου 1944.
Η σύνταξη του κειμένου της βιογραφίας του πατέρα του ολοκληρώθηκε από τον Κωνσταντίνο Αργυρόπουλο πιθανόν το έτος 1971. Ο ίδιος παρακαλούσε επίμονα, όπως γράφει, τον πατέρα του κατά το τελευταίο έτος της ζωής του να γράψει τα απομνημονεύματά του, δυστυχῶς ὅμως τὸν ἐπρόλαβεν ὁ θάνατος. Αν και δεν προχώρησε ποτέ στην τυπογραφική έκδοση της εξιστόρησης αυτής, φρόντισε εντούτοις για την ευρύτερη διάδοση της στον κύκλο των συγγενών τους υπό τη μορφή αντιγράφων. Αποτελείται από 55 δακτυλογραφημένες σελίδες, 3 εκ των οποίων η πρώτη φέρει τον τίτλο Ἰ. Ἀργυρόπουλος. Ἰατρός, η δεύτερη κάτω από φωτογραφία του Ιωάννη Αργυρόπουλου τον πλήρη τίτλο Ἐξιστόρησις τοῦ Βίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Δράσεως τοῦ Ἰωάννου Κ. Ἀργυροπούλου, ἰατροῦ, ὑπὸ τοῦ υἱοῦ του Κωνσταντίνου Φαρμακοποιοῦ και η τελευταία είναι αντίγραφο άρθρου του Χρ. Λαμπρινού με τίτλο «Τὰ πάντα γιὰ τὴν Μακεδονία. Ἕνας αφανὴς ἥρωας.
Ὁ  ἰατρὸς Ἰωάν. Ἀργυρόπουλος καὶ ἡ μεγάλη προσφορά του» (εφημ. Μακεδονία, Κυριακή 7 Ἀπριλίου 1974)4. Στις σελίδες 39 έως και 49 παρατίθενται όσα έχουν γραφεί για τον Αργυρόπουλο σε διάφορα βιβλία και περιοδικά, καθώς και μια ομιλία του Αλέξανδρου Ωρολογά με το ψευδώνυμο Αλεξ. Κούστας, που εκφωνήθηκε την 24η Φεβρουαρίου 1954 στον ραδιοφωνικό σταθμό Θεσσαλονίκης. Μέσα λοιπόν από τα γραπτά του Κωνσταντίνου Αργυρόπουλου και τις λοιπές ελάχιστες όμως πηγές θα επιχειρήσουμε μια πληρέστερη κατά το δυνατό παρουσίαση της ζωής και της εθνικής δράσης του Μακεδόνα ιατρού. Ο Κωνσταντίνος Αργυρόπουλος αναφέρεται συχνά στις σελίδες αυτές στην αξία του έργου του πατέρα του. Μάλιστα προσφέρει πλήθος από άγνωστες και πολύτιμες πληροφορίες για την επαναστατική κινητοποίηση του ελληνισμού της Μακεδονίας και για την ιστορία της Κλεισούρας κατά την προαπελευθερωτική περίοδο.

Για την οικογένεια Αργυρόπουλου ιδιαίτερα διαφωτιστικά είναι τα στοιχεία που διασώζονται σε ένα προχειρογραμμένο φυλλάδιο του 1958, που συνέγραψε ο φαρμακοποιός Κωνσταντίνος Αργυρόπουλος. Το παλαιότερο γνωστό πρόσωπο της οικογένειας είναι ο Αργύριος Μπούρδας, που με την Αγνή Παπαγιάννη απέκτησαν έναν γιο, τον Κωνσταντίνο ή Κωττούλα, και μία κόρη τη Μαλαματή ή Ματή, σύζυγο κάποιου Λαλιώτη. Ο Κωττούλας παντρεύτηκε με την Αγνή Γ. Σιμώτα και απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τον Αργύριο, τον Ιωάννη, την Κυράνω και την Κατερίνα. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος γεννήθηκε το 1852 στο Βογατσικό Καστοριάς, στα σχολεία του οποίου έλαβε την εγκύκλια παιδεία. Στη συνέχεια μετέβη στην Αθήνα και στον εκεί εγκατεστημένο αδελφό του Αργύριο, ο οποίος του διέθεσε τα απαιτούμενα χρήματα για τις μετέπειτα σπουδές του στο Γυμνάσιο και για την εγγραφή του στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου. Ο πατέρας τους Κωττούλας
δε βρισκόταν πια στη ζωή, καθώς είχε δολοφονηθεί στην Πλεύνα της Βουλγαρίας, και την επιμέλεια του Ιωάννη είχε αναλάβει ο μεγαλύτερος αδελφός του. Τιμώντας τον ο Ιωάννης μετέτρεψε το αρχικό επίθετο της οικογένειας, το Μπούρδας, σε Αργυρόπουλος. Από τις αδερφές τους, η Κατερίνα, παντρεύτηκε με τον βογατσιώτη Δημήτριο Τσούρκα, πατέρα του ιδρυτή και πρώτου διευθυντή του περιοδικού Μακεδονικὴ Ζωὴ Κλεόβουλου Τσούρκα, ενώ η Κυράνω πέθανε σε νεαρή ηλικία.
Στην ιατρική σχολή ο Αργυρόπουλος προσελήφθη ως βοηθός του καθηγητή της χειρουργικής Ιωάννου από την Κορησό Καστοριάς και ειδικεύτηκε στην παθολογία και τη μαιευτική. Μάλιστα για να ανταποκριθεί στα μεγάλα έξοδα προμηθευόταν ανθρώπινα οστά από το νεκροταφείο και αφού τα συναρμολογούσε σε σκελετό, τα μεταπωλούσε στους φοιτητές για μελέτη. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του μετακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον αδελφό του Αργύριο, ο οποίος τελειώνοντας τις σπουδές του πάνω στη ζωγραφική είχε εγκατασταθεί μόνιμα εκεί και είχε προσληφθεί στην υπηρεσία του Σουλτάνου ως αρχιζωγράφος των ανακτόρων. Εκεί ο Ιωάννης Αργυρόπουλος έλαβε την άδεια εξασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος και άνοιξε ιατρείο στη συνοικία Μπαλατά το 1874.
Στην Κωνσταντινούπολη ο ιατρός εισήλθε στους πνευματικούς και πατριωτικούς κύκλους και για πολλά χρόνια αργότερα διετέλεσε αρθρογράφος και ανταποκριτής της μαχητικής ελληνικής εφημερίδας Νεολόγος. Οι γνωριμίες του με τους εκεί εγκατεστημένους Δυτικομακεδόνες τον ώθησαν να εγγραφεί στη Μακεδονική Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα και μάλιστα να εκλεγεί και μέλος της επιτροπής αναδιαρθρώσεως του κανονισμού της τον Αύγουστο του 187413. Μεταξύ των Δυτικομακεδόνων γνώρισε και πολλούς Κλεισουριώτες που εργάζονταν εκεί. Αυτοί εξασφαλίζοντας του ετήσια προκαταβαλλόμενη αμοιβή τον έπεισαν να εγκατασταθεί στην Κλεισούρα, που την εποχή εκείνη είχε περίπου 6.500 κατοίκους και είχε σημειώσει μεγάλη ακμή με το διαμετακομιστικό εμπόριο.
Το 1886 παντρεύτηκε με την κλεισουριώτισσα Ασπασία Π. Παπαπέτρου, με την οποία απέκτησε τέσσερις γιους, τον Κωνσταντίνο (1887–1984)16, τον Χαρίλαο (1891–1952)17, τον Γεώργιο (1898–1969)18, τον Μιλτιάδη (1900–1978)19, τον Δημήτριο (1904–1937) και μια κόρη την Ιφιγένεια. Στην Κλεισούρα όμως παράλληλα με την εργασία του ανέλαβε και τα ηνία της
τοπικής εθνικής κίνησης εναντίον των ρουμανιζόντων 21. Ο ιατρός – με το όνομα αυτό ήταν γνωστός στην ευρύτερη περιφέρεια – επιστατούσε στη μεταφορά όπλων, την κατάρτιση ομάδων για την απόκρουση των κομιτατζήδων και τη συλλογή πληροφοριών για τις κινήσεις των Τούρκων και των Βουλγάρων. Γράφει χαρακτηριστικά ο γιος του: Ἡ πρὸς τὴν πατρίδα  γάπη του, ὑπερίσχυεν πολλάκις τοῦ πρὸς τὴν οἰκογένειάν του καθήκοντός του, διότι, ἐνῶ αἱ  αμοιβαὶ ἐκ τῆς ἐργασίας του ἦσαν αρκεταί, δὲν κατόρθωσεν νὰ σχηματίσῃ χρηματικὸν κεφάλαιον, διότι ἐξόδευε τὰ χρήματά του κατὰ τὰς πολλὰς συλλήψεις καὶ φυλακίσεις του, διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συναισθημάτων του.
Η εμπλοκή του Αργυρόπουλου στη διαμάχη των Κλεισουριέων εξαιτίας της ρουμανικής προπαγάνδας είχε ως αποτέλεσμα τη συκοφάντησή του από τον Αβδελλιώτη ρουμανοδιδάσκαλο Απόστολο Μαργαρίτη (1832–1903), που ήταν εγκατεστημένος στην Κλεισούρα από τον Νοέμβριο του 1855 μαζί με την οικογένειά του. Ο Μαργαρίτης λοιπόν κατήγγειλε στις τουρκικές αρχές ότι ο Αργυρόπουλος ήταν αναμιγμένος στην οργάνωση επανάστασης εναντίον της τουρκικής κυβέρνησης.
Ο ιατρός που είχε ήδη μυηθεί στη Νέα Φιλική Εταιρεία από τον ίδιο τον εμπνευστή της Αναστάσιο Πηχεώνα και τον Νικόλαο Φιλιππίδη συνέχισε τον αγώνα του και μάλιστα στήριζε και τροφοδοτούσε τα ανταρτικά σώματα της περιοχής. Στον αγώνα κατά των ρουμανιζόντων της Κλεισούρας μπαίνει τον Φεβρουάριο του 1862 και ο Πηχεώνας, όταν διορίζεται δημοδιδάσκαλος στα ελληνικά σχολεία της Κλεισούρας, όπου έρχεται σε σύγκρουση με τον διαβόητο πράκτορα των Ρουμάνων και τέως ελληνοδιδάσκαλο Μαργαρίτη, ο οποίος συνεργαζόταν στενά με τους προξένους της Αυστρίας και της Ρωσίας, αλλά και τον ιεραπόστολο των Λαζαριστών ιερωμένο Faverial στο Μοναστήρι με απώτερο σκοπό τον προσηλυτισμό σλαβόφωνων και των βλαχόφωνων της ευρύτερης περιοχής. Τα προβλήματα μάλιστα που δημιουργούσε ο «απόστολος» των ρουμανιζόντων και οι ομοϊδεάτες του στην Κλεισούρα και στα λαμπρά εκπαιδευτικά της ιδρύματα απασχόλησαν συχνά τον τύπο της εποχής.


ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΟΙ ΜΑΧΕΣ ΣΤΗΝ ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΡΝΟΒΑ ΤΟ 1828

Ο Καποδίστριας που ήλθε στην Ελλάδα στις 8 Ιανουαρίου 1828, βλέποντας την αβεβαιότητα που επικρατούσε σχετικά με τη χάραξη των συνόρων του νεοϊδρυμένου Ελληνικού κράτους, διέταξε την απελευθέρωση των Στερεοελλαδίτικων πόλεων που βρίσκονταν στα χέρια των Τούρκων ( Ναύπακτος, Μεσολόγγι, Λαμία, Υπάτη, Καρπενήσι, περιοχή Κραβάρων και Μακρυνόρους). Οργανώνει τη διοίκηση και τα διαλυμένα τμήματα του στρατού. Ορίζει τον αδερφό του Αυγουστίνο ως «πληρεξούσιον τοποτηρητήν» στη Ρούμελη και αρχιστράτηγο τον Δημήτριο Υψηλάντη.
Διέταξε λοιπόν τον Δημ. Υψηλάντη να εμποδίσει τον εφοδιασμό του Ιμπραήμ που γινόταν διά μέσου της Ναυπάκτου. Τον Οκτώβριο του 1828, ο Υψηλάντης, με τρεις χιλιαρχίες, εκστρατεύει στη Ρούμελη. Ενώνεται με κλέφτικα τμήματα και εξαπολύει επιθέσεις παντού, απελευθερώνοντας τη μία πόλη μετά την άλλη.Με αρχική δύναμη 1400 ανδρών στην οποία προστέθηκαν και ντόπιοι οπλαρχηγοί κατέλαβε το Βελούχοβο και τη Γρανίτσα και προχώρησε νύχτα και κατέλαβε την Αρτοτίνα.
Ταυτόχρονα ο Κίτσος Τζαβέλλας -με μια χιλιαρχία, με την πεντηκονταρχία του Νίκου Τζαβέλλα και με τα στρατιωτικά σώματα του Μαστραπά, του Μακρή και του Γάλλου Georges Frederic baron Dentze, που όλα μαζί έφταναν τους 4.000 στρατιώτες -εκστρατεύει προς τα Κράβαρα και την Οξυά. Οι Τούρκοι έντρομοι μπρος στην ορμή του Τζαβέλα, κατέφυγαν στη Ναύπακτο, στο Καρπενήσι, στην Υπάτη (Πατρατζίκι) και στην Λομποτινά (Άνω Χώρα).

Ο Τζαβέλας καλεί τους Τούρκους να του παραδώσουν τα Κράβαρα. Ο Αλβανός Δερβέναγας της περιοχής Κραβάρων Αχμέτ Νεπρεβίστα, στην από 8/9/1828 απάντησή του προς τον Κίτσο Τζαβέλα, όταν ο τελευταίος τον κάλεσε να παραδοθεί και να εγκαταλείψει τον τόπο, του γράφει : «Πολλά λόγια δε σου λέγω. σύρε από εκεί όπου ήλθες, ορφανέ, ότι σας λυπούμαι όπου εμείνατε τρεις Σουλιώται και θα χαθήτε όλοι. Και δια τόπον ελληνικόν όπου τον λέγεις, εδώ ο τόπος είμαι εγώ και νισαλά θέλεις να με γνωρίσεις ογλίγωρα. Μωρέ Κίτζο εγώ σε ηξεύρω αρβανίτην ωσάν εμένα, εσύ που στον διάβολο τα έμαθες αυτά τα ελληνικά και εγώ δεν το ξέρω». (Η επιστολή σώζεται στο Γενικό Αρχείο του Κράτους, περιόδου Καποδίστρια, αρ.φ. 129/110).
Στην Υπάτη οι Τούρκοι συγκέντρωσαν στρατό και με αρχηγό τον Ασλάν Μπέη, ξεκίνησαν κι ανηφόρισαν προς το Γαρδίκι, στο οποίο έφτασαν κατάκοποι και στρατοπέδευσαν. Γέμισε ο τόπος Τούρκους και Αλβανούς. Οι Γαρδικιώτες τρομαγμένοι έφυγαν προς την Οξυά…
Στο μεταξύ ο Τζαβέλας που έμαθε πως οι Τούρκοι είχαν δύναμη 3000 ανδρών, έπιασε θέσεις στην «Αλογόβρυση» (τοποθεσία πιο πάνω από το Γαρδίκι) και με την υπόλοιπη δύναμη στην Οξυά με αρχηγό τον καπετάν Πιστιόλη.
Οι Τούρκοι , από το Γαρδίκι, ξεκίνησαν για την Οξυά κι έφτασαν στο σημείο που ο δρόμος σήμερα χωρίζεται προς το ορειβατικό καταφύγιο και προς την Αρτοτίνα. Εκεί κατέλαβαν θέσεις δεξιά και αριστερά και στρατοπέδευσαν (θέση Ρίπα) , στις 23 Σεπτεμβρίου 1828. Οι Έλληνες, που κατάλαβαν πως αν έφτιαχναν εκεί προμαχώνες οι Τούρκοι, δύσκολα θα τους έδιωχναν, αποφάσισαν να επιτεθούν. Ο Τζαβέλας που ήρθε από την Αλογόβρυση κι είχε το γενικό πρόσταγμα, διέταξε τον ΄Β Πεντακοσίαρχο Γ. Πανομάρα να επιτεθεί. Οι Τούρκοι υποχώρησαν μπρος στην ορμή των Ελλήνων και οχυρώθηκαν στην τελευταία ράχη (Κειθερίπα) που ήταν απότομη και δύσβατη και αντιστέκονταν με πείσμα. Ύστερα από επιθέσεις και αντεπιθέσεις, οι Τούρκοι γύρισαν πίσω στο Γαρδίκι και στου Βλαχιώτη το μνήμα (τοποθεσία κοντά σις 7 Οξυές). Ο πόλεμος κράτησε 4 ώρες και οι απώλειες ήταν: εκατό Τούρκοι νεκροί και από τους Έλληνες τρεις τραυματίες και ένας νεκρός.
Οι Τούρκοι αποσύρθηκαν και κατέλαβαν τα χωριά Κλεπά και Άμπλιανη.
Ο Τζαβέλλας μετά τις πρώτες επιτυχίες, για να μπορέσει να εκμεταλλευθεί τις ευρύτερες δυνατότητες που διανοίγονταν πέρα από την αρχική αποστολή του, ζήτησε από τον Κυβερνήτη να στείλει επειγόντως ενισχύσεις. Ο Καποδίστριας έστειλε αμέσως την Γ΄ χιλιαρχία υπό τον Ι. Στράτο.Στις αρχές Οκτωβρίου η τύχη των πολιορκουμένων στη Λομποτινά απασχολούσε και τους δύο αντίπαλους στρατούς. Ο Τζαβέλλας, μετά τη μάχη της Γραμμένης Οξυάς είχε στείλει τον Χρ. Φωτομάρα με ισχυρή δύναμη για να ενισχύσει τα ελληνικά τμήματα, που βρίσκονταν στην περιοχή της Λομποτινάς. Παράλληλα 2.000 Τούρκοι περίπου, υπό τους Οσμάν πασά και Ασλάμπεη Μουχουρδάρη, κατέλαβαν τα χωριά Κλεπά, Αβόρανη, και Αγίους Αποστόλους, με σκοπό να προωθήθουν περισσότερο, ώστε να δώσουν βοήθεια στους πολιορκουμένους στη Λομποτινά, Καφτάναγα και Αχμέτ Νεπρεβίστα.Ο Τζαβέλλας μαζί με τον Ι. Στράτο, που είχε φτάσει τότε στην Αρτοτίνα, αποφάσισαν να καταλάβουν χωριά κοντά στις θέσεις των εχθρών και στρατοπέδευσαν στο χωριό Ζελίστα ως κέντρον. Από εκεί, ύστερα από συμβούλιο, έστειλαν στη Στρωμίνιανη τον Πανομάρα με δύο εκατονταρχίες, και από δύο εκανταρχίες στην Παλούκοβα και στην Τέρνοβα, ενώ η υπόλοιπη δύναμη έμεινε στη Ζελίστα. Η μετακίνηση αυτή και ανάπτυξη των ελληνικών δυνάμεων κατατάραξε τους Τούρκους που «απεφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχην των με πόλεμον», καθώς βιάζονταν να βοηθήσουν τη Λομποτινά.
Συγκεντρώθηκαν τότε στους Αγίους Αποστόλους με σκοπό να επιτεθούν στις 10 Οκτωβρίου εναντίον της Τέρνοβας. Οι Έλληνες είχαν έγκαιρα την πληροφορία «από ανθρώπους ελθόντας εν είδει κατασκοπής εκ του στρατοπέδου των εχθρών», ότι η επίθεση θα άρχιζε την αυγή, και αποφάσισαν, σε νυκτερινό συμβούλιο, ο διοικητής της Γ΄ χιλιαρχίας Ι. Στράτος να καταλάβει με δύναμη 300 ανδρών δύο θέσεις πλάι στην Τέρνοβα και να επιπέσει εναντίον των εχθρών από τα νώτα, όταν θα άρχιζε η μάχη. Οι θέσεις καταλήφθηκαν και επιπλέον ειδοποιήθηκαν όλα τα χωριά «διά να τρέξουν, άμα αρχίσει η μάχη».

Το σχέδιο όμως δεν μπόρεσε να εφαρμοσθεί, γιατί οι Τούρκοι δεν ξεκίνησαν την αυγή και ο Στράτος, κρίνοντας ότι δε θα κινηθούν, άφησε τις θέσεις που κατείχε και κατευθύνθηκε προς την Τέρνοβα. Τότε όμως ξεκίνησαν και οι Τούρκοι και έτσι έγινε συνάντηση των αντιπάλων στον δρόμο.
Ο Στράτος κατέλαβε εσπευσμένα ένα σπίτι σε κατάλληλη θέση «διά να απαντήσει την δύναμιν και την πρώτην ορμήν των εχθρών», και διέταξε τον Β΄ πεντακοσίαρχο της χιλιαρχίας του Ι. Μπαϊρακτάρη και τους άλλους αξιωματικούς του αποσπάσματος να καταλάβουν άλλα σπίτια και όποιες θέσεις προφθάσουν. Οι Τούρκοι όρμησαν «με δέκα σημαίας» από τρία μέρη και κατόρθωσαν να φθάσουν ως το σπίτι, όπου ήταν οχυρωμένος ο Στράτος. Εκεί αποκρούσθηκαν «και όσοι επλησίασαν, όλοι εφονεύθησαν».
Επέμεναν όμως οι Τούρκοι στις επιθέσεις τους και τοποθέτησαν «πάτερα» στο σπίτι για να ανέβουν επάνω, αλλά δεν το πέτυχαν. Ο Μπαϊρακτάρης, θεωρώντας ότι το σπίτι, όπου βρισκόταν ο αρχηγός του, είχε περικυκλωθεί από τους εχθρούς, «ώρμησε με όλους κατ’ αυτών και άρχισεν ο πόλεμος στήθος με στήθος». Στο μεταξύ ο Κίτσος Τζαβέλλας από το στρατόπεδο της Ζελίστας είχε ανέβει στο βουνό και παρατηρούσε τις κινήσεις των εχθρών. Όταν άρχισε η μάχη, διέταξε το τμήμα του να ρίξει πυροβολισμούς για να εμψυχωθούν αυτοί που πολεμούσαν και κινήθηκε προς βοήθειά τους. Συγχρόνως πυροβόλησαν αυτοί που φύλαγαν την Τρανή Παλούκοβα και φάνηκε να έρχεται από τη Στρωμίνιανη ο Γιαννούσης Πανομάρας. Από την Αρτοτίνα έτρεξε ο εκατόνταρχος Γιαννάκης Τζαβέλλας με την εκατονταρχία του και με όλους του κατοίκους.
Αλλά οι ενισχύσεις αυτές δεν πρόφθασαν τη μάχη. Οι Τούρκοι, που οι επιθέσεις τους αποκρούονταν στο χώρο της συγκρούσεως, «μη ημπορούντες πλέον να ανθέξουν εις την φωτιάν των Ελλήνων, και βλέποντες όλα τα βουνά να αστράφουν από τας ερχομένας βοηθείας, ετράπησαν εις φυγήν, και οι Έλληνες τους κατεδίωξαν με άκραν ζημίαν έως επάνω εις τους Αγίους Αποστόλους», όπου είχαν προμαχώνες. Η μάχη κράτησε μόνο μισή ώρα. Οι Τούρκοι είχαν απώλειες 120 νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Οι Έλληνες μόνο 8 τραυματίες.

Οι μάχες αυτές ήταν αποφασιστικής σημασίας για την απελευθέρωση των Κραβάρων, του Καρπενησιού και της περιοχής της Υπάτης.

ΚΛΕΠΑ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

«Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΑΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟ»

Του Alexander A. Vasiliev

Πηγή: Alexander A. Vasiliev – ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ AYTOKPATOPΙAΣ, εκδόσεις Πάπυρος 1995, μτφ Δημοσθένη Σαβράμη, σελ. 242-243

Στον τομέα τής τέχνης η εποχή τού Ioυστινιανoύ φέρει το όνομα τού Πρώτου Χρυσού Αιώνα. Η αρχιτεκτονική αυτής τής εποχής δημιούργησε ένα μοναδικό, στο είδος του, μνημείο, τον ναό τής Αγίας Σοφίας(σ.1).
Η Αγία Σοφία ή η Μεγάλη Εκκλησία, όπως ονομάζεται στην Ανατο­λή, ανοικοδομήθηκε, ύστερα από διαταγή τού Ioυστινιανoύ, στο μέρος όπου βρισκόταν η μικρή βασιλική τής Αγίας Σοφίας που κάηκε κατά τη διάρκεια τής Στάσεως τού Νίκα (532).
Θέλοντας να κάνει τον ναό αυτό ένα κτήριο ασυνήθους λαμπρότητας, ο Ioυστινιανός, όπως αναφέρει η μεταγενέστερη παράδοση, διέταξε τους διοικητές τών επαρχιών να τού προμηθεύσουν τα καλύτερα κομμάτια τών αρχαίων μνημείων. Επίσης με­ταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα, από τα πλουσιότερα μέρη, τεράστιες πο­σότητες μαρμάρου, διαφόρων χρωμάτων και σχημάτων. Άργυρος, χρυ­σός, ελεφαντόδοντο και πολύτιμοι λίθοι, μεταφέρθηκαν στην πρωτεύου­σα για να αυξήσουν τη μεγαλοπρέπεια τού νέου ναού.
Ο Αυτοκράτορας διάλεξε για την εκτέλεση αυτού τού μεγαλοπρεπούς έργου δύο ικανούς -από τη Μικρά Ασία- αρχιτέκτονες, τον Ανθέμιο τον Τραλλιανό και τον Ισίδωρο τον Μιλήσιο, οι οποίοι ανέλαβαν το με­γάλο τους έργο με ενθουσιασμό, καθοδηγώντας με ικανότητα το έργο δέ­κα χιλιάδων εργατών.
Ο Αυτοκράτορας παρακολουθούσε, προσωπικά, την κατασκευή, βλέποντας την πρόοδό της, δίνοντας συμβουλές και ενισχύοντας τον ζήλο τών εργατών. Το έργο τελείωσε σε πέντε χρόνια. Τα Χριστούγεννα τού 537 έγιναν παρουσία τού Αυτοκράτορα τα θριαμβευ­τικά εγκαίνια τής Αγίας Σοφίας.
Mεταγενέστερες πηγές μάς πληροφο­ρούν ότι ο Αυτοκράτορας, ενθουσιασμένος από το κατόρθωμά του, είπε μιλώντας στον λαό: «Δόξα τω Θεώ, τω καταξιώσαντί με τελέσαι το τοιού­τον έργον. Νενίκηκά σε Σολομών!»(σ.2).

Επ’ ευκαιρία αυτού τού θριαμβευ­τικού γεγονότος, πολλά αιτήματα τού λαού ικανοποιήθηκαν, ενώ συγχρόνως έγιναν μεγάλες γιορτές σε όλη την πρωτεύουσα.
Εξωτερικά η Αγία Σοφία είναι πολύ απλή λόγω τής γυμνότητας τών πλινθόκτιστων τοίχων, οι οποίοι δεν φέρουν διακοσμητικά στοιχεία. Α­κόμη και ο φημισμένος τρούλλος φαίνεται κάπως βαρύς απ’ έξω.
Τώρα η Αγία Σοφία χάνεται ανάμεσα στα τουρκικά σπίτια που τήν περιστοιχί­ζουν. Προκειμένου να εκτιμήσει κανείς τη μεγαλοπρέπεια και τη λαμπρότητα αυτού τού ναού, πρέπει να τόν δει εσωτερικά.
Παλαιότερα ο ναός είχε μια ευρύχωρη αυλή, το αίθριον, περιβεβλη­μένη από στοές, στο μέσο τής οποίας βρισκόταν μια μαρμάρινη κρήνη. Η τέταρτη πλευρά τού αιθρίου, που ήταν ενωμένη με τον ναό, αποτελούσε ένα είδος προπυλαίων ή εξωνάρθηκα ο οποίος επικοινωνούσε – με πέ­ντε πύλες – με τον εσωνάρθηκα.
Εννέα ορειχάλκινες πύλες – από τις ο­ποίες η κεντρική, πλατύτερη και υψηλότερη, προοριζόταν για τον Αυτο­κράτορα- οδηγούσαν στο εσωτερικό τού ναού. Ο κυρίως ναός, ο οποίος ανήκει στον τύπο τής «βασιλικής μετά τρούλλου», σχηματίζει ένα πολύ μεγάλο ορθογώνιο, με ένα μεγαλοπρεπές κεντρικό κλίτος, πάνω από το οποίο υψούται ο τρούλλος, ο οποίος – έχοντας διάμετρο 31 μέτρων­ κατασκευάσθηκε με ασυνήθη δυσκολία σε ύψος 50 μέτρων από τη γη.
Σαράντα μεγάλα παράθυρα, στη βάση τού τρούλλου, αφήνουν να εισχω­ρεί άφθονο φως, το οποίο απλώνεται σε όλο τον ναό. Στις δύο πλευρές τού κεντρικού κλίτους, κατασκευάστηκαν τέσσερεις ογκώδεις παρα­στάδες, οι πεσσοί, δύο στην βόρεια και δύο στη νότια πλευρά, οι οποίοι έφεραν από 4 κίονες.
Το πάτωμα και οι κίονες είναι από πολύχρωμο μάρμαρο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε, επίσης, για ορισμένα τμήματα τών
τοίχων. Θαυμάσια ψηφιδωτά, τα οποία καλύφθηκαν από τους Τούρκους, έθελγαν τα μάτια τών επισκεπτών. Κυρίως έκανε βαθιά εντύπωση στους προσκυνητές ο τεράστιος Σταυρός που έλαμπε στην κορυφή τού τρούλ­λου.

Ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς να διακρίνει, κάτω από τα χρώμα­τα τών Τούρκων, στο χαμηλότερο τμήμα τού τρούλλου, τις μεγάλες μορ­φές τών Αγγέλων.
Το πιο δύσκολο πρόβλημα που αντιμετώπισαν οι δημιουργοί τής Αγί­ας Σοφίας, υπήρξε η ανέγερση ενός τεράστιου και συγχρόνως πολύ ελα­φρού τρούλλου, πράγμα το οποίο αποτελεί κατόρθωμα και για τη σύγ­χρονη αρχιτεκτονική ακόμη. Το κατόρθωμα έγινε, αλλά ο θαυμάσιος τρούλλος δεν κράτησε πολύ· έπεσε ενώ ζούσε ακόμη ο Ιουστινιανός και χρειάσθηκε να κτισθεί πάλι, με λιγότερο τολμηρό σχέδιο, στα τέλη τής βασιλείας του.
Οι σύγχρονοι τού Ιουστινιανού μιλούν για την Αγία Σοφί­α με τον ίδιο θαυμασμό με τον οποίο μιλούν όλες οι μεταγενέστερες, μέ­χρι την δική μας, γενεές. Ο Ρώσος προσκυνητής τού 19ου αιώνα, Στέφα­νος τού Νόβγκοροντ, γράφει στα Ταξίδια στην Κωνσταντινούπολη ότι «η Αγία Σοφία δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί από άνθρωπο» (σ.3).
Παρά τους συχνούς και ισχυρούς σεισμούς, η Αγία Σοφία διατηρείται μέχρι σήμερα, ως τζαμί, στο οποίο μεταβλήθηκε το 1453 (σ.Π/Β: το βιβλίο του Vasiliev εκδόθηκε στη δεκαετία του 1950).
Ο Στριγκόφσκι (Strygowski) λέει ότι «Η σύλληψη τού ναού (τής Αγίας Σοφίας) είναι, καθαρά, αρμενική»(σ.4).
Καθώς περνούσε ο καιρός, η αληθινή ιστορία τής κατασκευής τής Α­γίας Σοφίας μεταβλήθηκε σ’ ένα είδος θρύλου, με πολλές λεπτομέριες περί θαυμάτων. Ξεκινώντας από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, οι θρύλοι αυτοί εισχώρησαν στη νοτιοσλαβική, ρωσική, μωαμεθανική, αραβική και τουρκική λογοτεχνία. Τα σλαβικά και τα μωαμεθανικά κείμενα παρουσιάζουν πολύ ενδιαφέρον υλικό για την ιστορία τών διεθνών λογοτε­χνικών επιδράσεων(σ.5).
.
Σημειώσεις/Παραπομπές
1. Το πιο πρόσφατο, σχετικό με την Αγία Σοφία, έργο είναι τού Ε. Η. Swift, «Hagia Sophia». Βλέπε επίσης «Prelίminary Reports οη the Mosaics οί. St. Sophia at Istanbul» τού Thomas Whittemore.
2. Βλέπε «Scriptores originum Constantinopolίtanarum», έκδ. Τ. Preger, Ι, 105.
3. «Το προσκύνημα τού Στεφάνου τού Νόβγκοροντ» (Θρύλοι τού Ρωσικού Λαού), έκδ. Τ. Sakharov, ΙΙ, 52 (Ρωσικά). Μ. Ν. Speransky, «From the Ancient Novgorod Literature of the Fourteenth Century», 50-76.
4. «Ursprung der Christliclen Kirchenkunst», μετάφραση Ο. Dalton και Η. Braunholtz, 46. Βλέπε και Dalton, «East Christian Μ», 93

5. Βλέπε Π.χ. Μ.Ν. Speransky, «Τα νοτιο-σλαβικά και ρωσικά κείμενα της διηγήσεως τής κατασκευής τής Αγίας Σοφίας τής Κωνσταντινουπόλεως» (Αναμνηστικός τόμος V.Ν. Zlatarsky 413-422 V. D. Smirnov, 413-422). V. D. Smirnov, «Turkish Legends οη Saint Sophia».

ΑΒΕΡΩΦ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

27 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1831 : ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΤΟ ΑΓΟΣ ΤΗΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΑΙΜΟΝΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;

Του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου
Ιστορικού συνεργάτη
 
Πολλά έχουν ειπωθεί στην χώρα μας απο το 2010, όπου ήρθε και στην χώρα μας η οικονομική κρίση, για τα αίτια στα οποία οδήγησαν την χώρα μας σε αυτήν την κατάσταση. Πολλοί οικονομικοί ειδικοί – σωτήρες «γεννήθηκαν», νέα κόμματα και πολιτικοί σχηματισμοί δημιουργήθηκαν ή αναδημιουργήθηκαν και κυρίως, πολλοί νέοι φύγανε. Οι κατάσταση όμως που ζούμε οι περισσότεροι χειροτέρεψε. Στην αρχή έφταιγαν οι… τεμπέληδες Έλληνες, στην συνέχεια οι… προδότες πολιτικοί και η Μέρκελ, μετά, ο λαός που κοιμάται, ακολούθησαν όσοι έχουν λεφτά και τα βγάζουν στο εξωτερικό.
Στο παρακάτω κείμενο, θα προσπαθήσω να απαντήσω στο ερώτημα που πιστεύω πως ταλανίζει πολλούς απο εμάς και είναι ίδιο με αυτό που διατύπωσε πριν δύο περίπου αιώνες ο Χαρόλαος Τρικούπης: «Τις πταίει», με μια ίσως ιδιαίτερη και αιρετική απάντηση.
Κατα την άποψη του γράφοντα, κυριότερη αιτία της ελληνικής κακοδαιμονίας, διαχρονικά, βρίσκεται στον θάνατο του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας του Ιωάννη Καποδίστρια καθώς με την δολοφονία του αλλα και την μετέπειτα πολιτική κατάσταση που επιβλήθηκε στην χώρα, δεν έγινε δυνατό να γεννηθεί μια αστική τάξη και να αναπτυχθεί αστικό κράτος εφάμιλλο με αυτό των άλλων ευρωπαϊκών – δυτικών κρατών.
Στην αρχή, θα γίνει μια μικρή ιστορική αναφορά του περιβάλλοντος στο οποίο κινήθηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας και του τι έκανε στην Ελλάδα και στην συνέχεια θα γίνει αναφορά στην δολοφονία του και στα αίτια της και στο πως αυτή επηρεάζει το σήμερα.
Η εκλογή του Καποδίστρια και η κατάσταση της τότε Ελλάδας
Την ιδέα να κληθεί ο Καποδίστριας ως κυβερνήτης της Ελλάδος την είχε διατυπώσει πρώτος ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος στην από 27-10-1821 επιστολή του προς τον Δημήτριο Υψηλάντη. Ο Υψηλάντης επίσης υπέγραψε πρόσκληση του Καποδίστρια το 1822 και ο Πετρόμπεης το 1824. Τελικά, στις 30 Μαρτίου 1827, στην Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, εκλέχθηκε ο Καποδίστριας κυβερνήτης της Ελλάδας με θητεία επτά ετών. Σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνέλευσης, ο κυβερνήτης θα δεσμευόταν από το σύνταγμα της Επιδαύρου, έτσι όπως θα αναθεωρείτο από τη συνέλευση.
Σημαντικό ρόλο στην κλήση του Καποδίστρια στην Ελλάδα διαδραμάτισε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αρχηγός του Αγγλικού κόμματος τότε, αν και αρχικά ήταν κατά της εκλογής του. Άλλαξε όμως γνώμη στη συνέχεια και ήταν αυτός που υφήρπασε την έγκριση του Άγγλου μοιράρχου Χάμιλτον, που είχε και τη σύμφωνη γνώμη του Στράτφορντ Κάνινγκ. Παρά ταύτα η εκλογή του θεωρήθηκε ως ήττα της Αγγλικής εξωτερικής πολιτικής και νίκη της Ρωσίας. Και είναι γεγονός ότι μεταξύ Καποδίστρια και Αγγλίας υπήρχε αμοιβαία δυσπιστία. Πριν δεχθεί την πρόταση που του έγινε, επισκέφθηκε την Πετρούπολη προκειμένου να αποδεσμευθεί επισήμως από την υπηρεσία του Τσάρου.
Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το Λονδίνο, όπου έφτασε σε ατυχή συγκυρία, δεδομένου ότι την επομένη της άφιξής του κηδευόταν ο Τζωρτζ Κάνινγκ. Η υποδοχή που του έγινε εκεί ήταν ψυχρή  Ύστερα από σύντομη παραμονή στο Παρίσι, όπου έγινε θερμά δεκτός, αναχώρησε για την Ελλάδα. Στις 18 Ιανουαρίου 1828 έφτασε στο Ναύπλιο επί του αγγλικού πολεμικού Warspite, όπου έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής και τέσσερις μέρες αργότερα στην Αίγινα, πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.Λίγο αργότερα αποφασίστηκε το Ναύπλιο να ξαναγίνει πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.    
 
Για την κατάσταση του τότε ελληνικού κράτους και του χάους που επικρατούσε μας περιγράφει γλαφυρά η έκθεση του Υπουργού επί των εξωτερικών Α. Λόντου: «Εις την Ελλάδα δεν υπάρχουσιν ούτε εμπόριον, ούτε τέχναι, ούτε βιομηχανία, ούτε γεωργία. Οι χωρικοί δεν σπείρουσι πλέον, διότι δεν έχουσι πεποίθησιν ότι θέλουσι θερίσει, και αν θερίσωσι, δεν ελπίζουσι να φυλάξωσι τους καρπούς των από τον στρατιώτην. Ο έμπορος δεν είναι ασφαλής εις τάς πόλεις τρέμει δ’ από τον φόβον των πειρατών, οι οποίοι έχουσιν ανοικτά τα όμματα και περιμένουσι τα πλοία εις την διάβασίν των να τα προσβάλωσιν. Η δολοφονία καλύπτει την κλοπήν με την μυστικότητα ο τεχνίτης δεν είναι βέβαιος ότι θα πληρωθή διά την εργασίαν του. Το δικαίωμα του ισχυροτέρου είναι το μόνον όπου υπάρχει πραγματικώς. Οι κοινωνικοί δεσμοί παρελύθησαν. Ο πολίτης δεν απολαύει του νόμου την υπεράσπισιν. Μόνη του λαού η ακένωτος μακροθυμία εμπόδισε τού να φθάσωσι τα πράγματα εις φρικωδεστέραν κατάστασιν».
Χαρακτηριστική είναι και η περιγραφή του Φρίντριχ Φον Τιρς: «Η χώρα όση είχε απελευθερωθεί ως εκείνη τη στιγμή, έμοιαζε μ’ ένα σωρό ερείπια που καπνίζουν ύστερα από μια καταστρεπτική πυρκαϊά. Στη στεριά επικρατούσε το δίκαιο της αρπακτικότητας του τοπάρχη κοτζάμπαση και στη θάλασσα η πειρατεία. Ο Μοριάς ήταν ρημαδιό. Κάθε μεγαλοκαπετάνιος που κρατούσε ένα κάστρο (Μονεμβασιά ο Πετρόμπεης, Ακροκόρινθο ο Κίτσος Τζαβέλλας, Παλαμήδι οι Γρίβας και Στράτος) τυραννούσε σαν κατακτητής το γυμνό και άστεγο πληθυσμό. Παραγωγή δεν υπήρχε, ούτε χέρια να επιδοθούν στην καλλιέργεια της γης λόγω της ανασφάλειας. Ο πληθυσμός είχε καταφύγει στα βουνά και τις σπηλιές. Εικοσιπέντε χιλιάδες μαχητές περιπλανιόνταν χωρίς καμμιά μισθοτροφοδοσία ή ενίσχυση, ενώ οι μοναδικές δημόσιες πρόσοδοι (δεκάτη και τελωνειακές εισπράξεις του Αναπλιού) δεν λειτουργούσαν. Κράτος, δηλαδή, και στην πιο υποτυπώδη του έννοια δεν υπήρχε».
Η κατάσταση ήταν αποκαρδιωτική και τα οικονομικά του κράτους ανύπαρκτα, όπως ανέφερε ο Γραμματέας των Οικονομικών Π.Ν. Λιδωρίκης: «Εξοχώτατε, όχι μόνον χρήματα δεν υπάρχουσιν εν τω ταμείω, αλλ’ ούτε ταμείον υπάρχει διότι δεν υπήρξε ποτέ» ούτε τα χρήματα της επισκευής της κυβερνητικής κατοικίας δεν είχαν να πληρώσουν «…Το λέγω με εντροπήν, δεν ήμην εις θέσιν να πληρώσω εις τους κτίστας και τους ξυλουργούς τα έξοδα των επισκευών, αίτινες έγιναν εις το οίκημα το οποίον κατέχει η Υψηλότης σας και παρακαλώ αυτήν να λάβη οίκτον των ανθρώπων τούτων, οίτινες απαιτούσι τα ημερομίσθια των…».
Ο ίδιος ο Καποδίστριας περιέγραψε την υποδοχή που του έγινε: «…Είδα πολλά εις την ζωήν μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα, δεν είδα τι παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ειδεί …(Ζήτω ο Κυβερνήτης, ο σωτήρας μας,ο ελευθερωτής μας), εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τες σπηλιές. Δεν ήταν το συναπάντημα μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος: Η γη εβρέχετο από δάκρυα εβρέχετο η μερτιά και η δάφνη του στολισμένου δρόμου από το γιαλό εις την Εκκλησία.Ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού έσχιζε την καρδιά μου. Μαυροφορεμένες, γέροντες, μου εζητούσαν να αναστήσω τους αποθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους, και μου έλεγαν να τα ζήσω και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα και εγώ.Και με δίκαιο μου εζητούσαν όλα αυτά, διότι εγώ ήλθα και εσείς με προσκαλέσατε να οικοδομήσω, να θεμελιώσω ….».
Αλλού ανάφερε: «Από Καλαμάτας μέχρι Ναυπλίου, ούτε χωρίον υπάρχει εν, ούτε κώμη, ούτε πόλις , με στέγασμα το παραμικρόν. Εκτεταμένοι αμπελώνες αποκεχερσωμένοι, κοιλάδες πολύωροι, άλλοτε μεν σιτοπληθείς, σήμερον δε άφοροι και καταλελιμνασμέναι υπό της πλημμύρας των ποταμών, χιλιάδες οικογενειών αναζητούσιν τας εαυτών εστίας ανά μέσον των ερήμων και των συντριμμάτων..».
Λίγα λόγια για το έργο του
Στο εσωτερικό της χώρας ο Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει την πειρατεία, τους ανύπαρκτους θεσμούς, τη διάλυση του στρατού, καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας. Μια από τις βασικές προϋποθέσεις που έθεσε για να αναλάβει την ηγεσία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν η αναστολή του συντάγματος και η διάλυση της βουλής, όροι που τελικώς έγιναν αποδεκτοί. Στη θέση της βουλής δημιούργησε το «Πανελλήνιον», ένα γνωμοδοτικό όργανο αποτελούμενο από 27 μέλη με καθαρά διακοσμητικό χαρακτήρα, ενώ τη διακυβέρνηση ανέλαβε η κεντρική γραμματεία, ένα είδος υπουργικού συμβουλίου, διοικούμενο από τον ίδιο. Επίσης, χώρισε τη χώρα σε διοικητικές περιφέρειες. Αρχικά είχε δεσμευθεί για τη διενέργεια εκλογών τον Απρίλιο του 1828, στη συνέχεια όμως προχώρησε στην αναβολή αυτών λόγω της χαώδους κατάστασης που επικρατούσε στο εσωτερικό. Όταν αυτές διεξήχθησαν, διατυπώθηκαν βάσιμες κατηγορίες για νοθεία. Αν και κυβερνήτης, ο Καποδίστριας εξελέγη σε 36 περιφέρειες, γεγονός που προκάλεσε την οργή των συνεργατών του, ένας εκ των οποίων, ο Σπυρίδων Τρικούπης, παραιτήθηκε για τον λόγο αυτό από πληρεξούσιος και αναχώρησε για την Ύδρα.Ιδιαίτερη μέριμνα επέδειξε και για τη δημιουργία δικαστηρίων θεσπίζοντας και κώδικα πολιτικής δικονομίας.
Μία από τις πρώτες του κινήσεις ήταν η καταστολή της πειρατείας, έργο το οποίο ανέλαβε με επιτυχία ο Ανδρέας Μιαούλης. Παράλληλα, προχώρησε στην αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, μετατρέποντας βαθμιαία τα άτακτα στρατεύματα σε τακτικό στρατό, και υπάγοντας τον στόλο στην ουσιαστική δικαιοδοσία της κυβέρνησης, δεδομένου ότι μέχρι τότε τα πλοία ήταν ιδιοκτησία των καραβοκυραίων. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να προστατέψει τα σύνορα και να μειώσει την επιρροή των μέχρι τότε τοπαρχών «μίαν ευχήν διαβιβάζουσί μοι αι επαρχίαι, την διά παντός απαλλαγήν αυτών από της τυραννίας των προυχόντων και των οπλαρχηγών». Στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης του στρατού περιλαμβάνεται και η ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Ίδρυσε Εθνικό Νομισματοκοπείο και καθιέρωσε τον φοίνικα ως εθνικό νόμισμα, αντικαθιστώντας το Τουρκικό γρόσι.
Όσον αφορά στην εκπαίδευση κατασκεύασε νέα σχολεία, εισήγαγε τη μέθοδο του αλληλοδιδακτικού σχολείου, ίδρυσε εκκλησιαστική σχολή στον Πόρο, καθώς και το Ορφανοτροφείο Αίγινας σε μια προσπάθεια να οργανώσει το σχεδόν ανύπαρκτο εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν ίδρυσε όμως πανεπιστήμιο, καθώς θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρξουν πρώτα απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης. Στο πρόβλημα της διανομής της εθνικής γης ο Καποδίστριας δεν κατάφερε να βρει λύση κι έτσι εκατομμύρια στρέμματα παρέμειναν στους μεγαλοϊδιοκτήτες (κοτζαμπάσηδες και Εκκλησία). Μερίμνησε επίσης για την ανοικοδόμηση του Μεσολογγίου και των Πατρών, όπου έστειλε τον Κερκυραίο αρχιτέκτονα Σταμάτη Βούλγαρη.
Σημαντική ήταν και η συμβολή του στο εμπόριο με την παραχώρηση δανείων στους νησιώτες για την αγορά πλοίων και την κατασκευή ναυπηγείων στον Πόρο και το Ναύπλιο. Τον Οκτώβριο του 1829 ίδρυσε το πρώτο αρχαιολογικό μουσείο στην Αίγινα.
Όσον αφορά στην ελληνική οικονομία, ο Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γεωργία, βασική πηγή πλούτου της Ελλάδας. Ίδρυσε τη Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας και έγινε η πρώτη απόπειρα για την καλλιέργεια πατάτας. Στον Καποδίστρια αποδίδεται ένας τρόπος για την εισαγωγή της καλλιέργεια της πατάτας, ο οποίος αποδίδεται επίσης και στον Φρειδερίκο το Μεγάλο της Πρωσσίας το 1774, κάτι που παραμένει περίφημο ανέκδοτο σήμερα: Παραγγέλλοντας ένα φορτίο πατάτες, πρώτα διέταξε ότι πρέπει να προσφερθούν σε όποιον θα ενδιαφερόταν. Όμως οι πατάτες αντιμετωπίστηκαν με αδιαφορία από τον πληθυσμό και ολόκληρο το σχέδιο φάνηκε να αποτυχαίνει.
Όμως ο Καποδίστριας, έχοντας γνώση των ελληνικών συνηθειών, διέταξε ολόκληρη η αποστολή των πατατών να ξεφορτώνεται σε δημόσια επίδειξη στις αποβάθρες του Ναυπλίου, αλλά να φυλάσσονται από φαινομενικά αυστηρές φρουρές. Σύντομα, κυκλοφόρησαν φήμες για τις πατάτες, ότι, αφού τόσο καλά φρουρούνταν, έπρεπε να είναι μεγάλης σπουδαιότητας Και αφού ήταν έτσι, κάποιοι δοκίμαζαν να τις κλέψουν. Οι φρουρές είχαν διαταχθεί εκ των προτέρων να κάνουν με τρόπο τα στραβά μάτια και να επιτρέπουν ουσιαστικά την κλοπή. Έτσι, αναφέρει η ιστορία -αστικός μύθος- σύντομα όλες οι πατάτες του φορτίου είχαν κλαπεί και το σχέδιο του Καποδίστρια να τις εισαγάγει στην Ελλάδα είχε πετύχει.
 Προσπαθώντας να ενισχύσει την ελληνική οικονομία ίδρυσε την «Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα», η οποία όμως απέτυχε, καθώς το δημόσιο εκμεταλλευόταν χωρίς όρους τα χρήματα των καταθέσεων.
Αν και δημιούργησε ελληνικό και γαλλικό τυπογραφείο στην Αίγινα, πραγματοποίησε διώξεις εναντίον του Τύπου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι περιπτώσεις των εφημερίδων Ανεξάρτητος, Ηώς και Απόλλων, που είτε έκλεισαν λόγω αντικυβερνητικών θέσεων είτε οι εκδότες τους διώχθηκαν. Σφοδρή κριτική υπήρξε και για την τοποθέτηση των δύο αδερφών του, Βιάρου και Αυγουστίνου, στις δύο κορυφαίες θέσεις του αρχιναυάρχου και αρχιστράτηγου αντίστοιχα. Κατά γενική ομολογία, και οι δύο θεωρούντο ακατάλληλοι για τις θέσεις αυτές, ενώ κάποιοι ιστορικοί φτάνουν στο σημείο να θεωρούν ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πτώση του κυβερνήτη.
Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με το πρωτόκολλο της 18ης Νοεμβρίου 1828 που έθετε το Μοριά και τις Κυκλάδες υπό την προσωρινή εγγύηση των συμμάχων. Με τον φόβο ότι οι Άγγλοι θα περιόριζαν την Ελλάδα σε αυτά τα σύνορα, οργάνωσε τακτικό στρατό συνεχίζοντας τον πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία Όσον αφορά στην επιλογή του ηγεμόνα, ο Καποδίστριας πρότεινε τον Λεοπόλδο του Saxe-Coburg, ο οποίος όμως παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του θρόνου λόγω διαφωνιών για τα σύνορα. Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν ότι ο Καποδίστριας επίτηδες απομάκρυνε τον Λεοπόλδο από τον θρόνο, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν αντιτάχθηκε στον ερχομό του. Γεγονός όμως είναι ότι όσοι ζητούσαν να έλθει ο Λεοπόλδος αντιμετώπισαν έντονη κυβερνητική δυσμένεια.
Παράλληλα οι ελληνικές επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα συνεχίζονταν, καθώς και η προέλαση των Ρώσων προς την Κωνσταντινούπολη Ανήσυχη από τις επιτυχίες της Ελλάδας και της Ρωσίας η Μεγάλη Βρετανία έσπευσε να συμφωνήσει στη συνοριακή γραμμή Άρτας – Βόλου. Μετά από διαπραγματεύσεις υπογράφηκε το πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Ελλάδας, η οποία θα επεκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός.
Η δολοφονία του Καποδίστρια
Προκειμένου να διαχειρισθεί αποτελεσματικά την τραγική οικονομική και κοινωνική κατάσταση του νέου κράτους, ο Καποδίστριας προέκρινε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας, ώστε να διατηρήσει άμεσα τον πολιτικό έλεγχο. Την αντιπολίτευση κατά του Καποδίστρια απάρτιζαν οι παραμερισμένοι από την εξουσία κοτζαμπάσηδες και πλοιοκτήτες. Ο συγκεντρωτισμός που επέδειξε ο Καποδίστριας παραμερίζοντας τις τοπικές αρχές και διορίζοντας σε θέσεις κλειδιά τα δύο αδέρφια του, Αυγουστίνο και Βιάρο Καποδίστρια, τον οδήγησαν σε σύγκρουση με τις προαναφερθείσες ομάδες συμφερόντων. Το κέντρο του αντικαποδιστριακού αγώνα έγινε η Ύδρα, έδρα των πλοιοκτητών και πιο συγκεκριμένα της οικογένειας Κουντουριώτη που είχε με το μέρος της τους αγωνιστές Μιαούλη, Σαχτούρη, Τομπάζη, Κριεζήδες.
Βασικός λόγος για την αντίδραση των Υδραίων πλοικτητών ήταν η απαίτηση τους για την «άνευ αναβολής» καταβολή αποζημιώσεων για τις μεγάλες ζημιές και απώλειες των πλοίων τους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Αναγνώριζοντας αμέσως το δίκαιο αίτημα, ο Κάποδίστριας υποσχέθηκε ότι μόλις θα βελτιώνονταν τα οικονομικά της χώρας, η Ύδρα θα έπαιρνε «το μερίδιόν της καθ’ όσον το δίκαιον απαιτούσε». Οι Υδραίοι, όμως, απαιτούσαν την καταβολή αυτών των αποζημιώσεων άμεσα, πράγμα που ήταν αδύνατον λόγω της οικτρής οικονομικής κατάστασης του κράτους.
Στην Ύδρα, επιπλέον, κατέφυγαν ο ηγέτης του Αγγλικού κόμματος Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και οι Σπυρίδων Τρικούπης, Αναστάσιος Πολυζωίδης και Αλέξανδρος Σούτσος, έχοντας την ηθική συμπαράσταση του φιλογάλλου Κοραή. Όργανο της αντιπολιτευτικής αυτής ομάδας ήταν η εφημερίδα Απόλλων του Πολυζωίδη. Η Γαλλία και η Αγγλία, θεωρώντας τον Καποδίστρια ως φίλα προσκείμενο στη Ρωσία, ενθάρρυναν τους αντιπολιτευόμενους.
Την 14η Ιουλίου 1831, οι Μιαούλης και Κριεζής με 200 Υδραίους στρατιώτες κατέλαβαν τον ναύσταθμο στον Πόρο επειδή έμαθαν ότι ο στόλος ήταν έτοιμος να κινηθεί κατά της Ύδρας.[44] Αμέσως έσπευσαν οι αντιπρέσβεις των τριών μεγάλων δυνάμεων προκειμένου να διαπραγματευθούν. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι αιφνιδιάζοντας τους εξεγερμένους τάχθηκαν υπέρ της νόμιμης κυβέρνησης και απαίτησαν την παράδοση των επαναστατών. Έτσι, ο αγγλικός, ο γαλλικός και ο ρωσικός στόλος είχαν αποκλείσει τα λιμάνια του Πόρου και της Ύδρας ώστε να μην επιτραπεί η ένωση των στόλων των επαναστατών.
 Ο ελλιμενισμένος εθνικός στόλος στον Πόρο ήταν υπό την αρχηγία πλέον του Μιαούλη ενώ μια μικρή μοίρα, υπό την αρχηγία του Κανάρη, δεν δεχόταν να υπακούσει στους επαναστάτες. Ενώ ο Άγγλος και ο Γάλλος ναύαρχος, κωλυσιεργώντας, έπλευσαν προς το Ναύπλιο για να συσκεφθούν με τους αντιπρέσβεις, ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ ανέλαβε να εφαρμόσει, μόνος αυτός, τις οδηγίες του Καποδίστρια. Απέκλεισε τους αντάρτες, ήρθε σε προστριβές μαζί τους, τίναξε στον αέρα τη «Νήσο των Σπετσών», αιχμαλώτισε ένα ακόμη πλοίο και τελικά εξώθησε τον Μιαούλη στο «Μεγαλουργόν έγκλημα». Το πρωί της 1ης Αυγούστου 1831 ο Μιαούλης, όπως είχε προειδοποιήσει τον Ρίκορντ, ανατίναξε δύο από τα πιο σύγχρονα τότε πλοία του ελληνικού ναυτικού, την φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα».
Ο Δ. Χοϊδάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, από την Τρίπολη, στις 10 Αυγούστου 1831, ανάμεσα σε πολλές άλλες σημαντικές πληροφορίες για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, έγραφε πως οι Υδραίοι έλεγαν ότι «την φρεγάδαν (Ελλάς) την έκαυσαν δι ‘ αδείας του πρέσβεως της Αγγλίας, όστις τους υπεσχέθη ότι τους δίδει άλλην» και η αστυνομία του Ναυπλίου είχε πλη­ροφορίες «ότι οι δύο πρέσβεις (Αγγλίας και Γαλλίας) έλαβαν μέρος με τους Υδραίους και ότι έγραψαν εις τον Ρίκορδ να παύσει από τας κατ’ αυτών εχθροπραξίας του έως ότου να έλθει ο παρά των τριών δυνάμεων απεστελλόμενος πληρεξούσιος, όστις είναι ο ναύαρχος Άγγλος, της μοί­ρας του Αιγαίου πελάγους…». Και πρόσθετε ότι στην ‘Υδρα είχαν κα­ταφθάσει «δύο πλοία γαλλικόν και αγγλικόν… και οι δύο ναύαρχοι (ο Άγγλος και ο Γάλλος) με τρόπον προσφέρουσι βοηθήματα εις την Ύδραν και τους λέγουσι να επιμένουν εις τον σκοπόν των και να μη φοβώνται διόλου, διότι επιτυγχάνουσι το ποθούμενον…».
Ο ίδιος ο Καποδίστριας είχε γνώση για τους σχεδιασμούς των συγκεκριμένων ξένων δυνάμεων εναντίον του. Στις 31 Ιουλίου 1831, σε επιστολή του προς τον Γάλλο ναύαρχο Lalande, που υπηρετούσε στην Ελλάδα, του αποκάλυψε ότι γνώριζε όλες τις δολοπλοκίες των Άγγλων και των Γάλλων, με τρόπο που καταπλήσσει: «Εγώ δε, και τις δολοπλοκίες όλων σας τις εγνώριζα, αλλά έκρινα ότι δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να κόψω το νήμα της συνεργασίας μαζί σας, γιατί έδινα προτεραιότητα στην ανόρθωση και στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος. Αν έκοβα τις σχέσεις με τις λεγόμενες «προστάτιδες» Δυνάμεις, τούτο θα ήταν εις βάρος της Ελλάδος και δεν ήθελα με κανένα τρόπο να προσθέσω βάρος και στη συνείδησή μου. Και άφησα τα πράγματα να λαλήσουν μόνα τους…»
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1831, έστειλε στον Έλληνα πρέσβυ στο Παρίσι πρίγκηπα Α. Σούτσο επιστολή με την οποία, με εθνική αγανάκτηση, διαμαρτύρεται και του ζητά να προβεί σε σχετικά διαβήματα στη γαλλική κυβέρνηση, για την πρωτοφανή και ανεπίτρεπτη ανάμιξη των Γάλλων και των Άγγλων αξιωματικών στις φοβερές αντικυβερνητικές ενέργειες της Ύδρας και της Μάνης και για την απροκάλυπτη σύμπραξη και τη βοήθειά τους προς τους ταραχοποιούς.
Ήδη, από το το προηγούμενο έτος 1830 είχε ξεσπάσει ανταρσία στη Μάνη υπό την ηγεσία του Τζανή Μαυρομιχάλη, αδελφού του Πετρόμπεη. Ο τελευταίος ετέθη σε περιορισμό στο Ναύπλιο, ζήτησε να πάει στη Μάνη για να την ησυχάσει, το αίτημά του δεν έγινε δεκτό, αποπειράθηκε να διαφύγει με αγγλικό πλοίο, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Βαρέως φέροντες τη μεταχείριση αυτή του αρχηγού της οικογενείας τους, και μέσα στο τεταμένο και από τα γεγονότα του Πόρου κλίμα, οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης, αδερφός και γιος του Πετρόμπεη αντίστοιχα, εφάρμοσαν το μανιάτικο έθιμο της βεντέτας.
Έτσι, το πρωϊ της Κυριακής της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, ενώ ο Καποδίστριας μετέβαινε στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνος για να παρακολουθήσει τον Όρθρο και τη Θεία Λειτουργία, συνάντησε τους Γεώργιο και Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, οι οποίοι, αφού τον χαιρέτησαν, τον προσπέρασαν και στάθηκαν δεξιά και αριστερά της στενής εισόδου του Ιερού Ναού. Εισερχόμενος στην Εκκλησία ο Ιωάννης Καποδίστριας, δέχθηκε πυροβολισμούς και από τους δύο δολοφόνους.Τον Καποδίστρια συνόδευε ο Κρητικός μονόχειρας σωματοφύλακας του Γεώργιος Κοκκώνης, ο οποίος πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Τον τελευταίο τον αποτελείωσε ο όχλος, το δε πτώμα του πετάχτηκε στο λιμάνι.
Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, από όπου και παραδόθηκε στις αρχές για να δικαστεί ύστερα από την επιμονή του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί και απειλούσε να κάψει την πρεσβεία. Τελικώς καταδικάστηκε σε θάνατο και τουφεκίστηκε λίγες μέρες αργότερα. Ο τραγικός θάνατος του Καποδίστρια βύθισε σε θλίψη τον γεωργικό πληθυσμό, ενώ αντίθετα στην Ύδρα δέχτηκαν την είδηση με πανηγυρισμούς.
Υποστηρίζεται ότι καταλυτικό ρόλο στην δολοφονία του διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι παρά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο φάκελος για τη δολοφονία του Καποδίστρια στα βρετανικά αρχεία παραμένει ακόμη απόρρητος. Στο σχεδιασμό της συνομωσίας φαίνεται πως πρωτοστάτησε ο Γάλλος στρατηγός Gerard, διοικητής τότε του τακτικού στρατού που επιχείρησε να οργανώσει ο ίδιος ο Καποδίστριας. Δύο ολόκληρους μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο στις μεταξύ τους συζητήσεις δεν αμφέβαλλαν καθόλου, ότι πλησίαζε η ημέρα της δολοφονίας, ή απλώς της ανατροπής, του Κυβερνήτη
Από τους δολοφόνους αδελφούς, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης λίγο πριν πεθάνει από την πιστολιά του φρουρού του Καποδίστρια, ζητώντας έλεος είπε στους αστυνομικούς : »Δεν φταίω εγώ στρατιώται, άλλοι με έβαλαν». Προς τη κατεύθυνση της εμπλοκής της Γαλλίας συναινεί και η μαρτυρία που μεταφέρει ο ιστορικός και αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης, ότι ο έτερος εκτελεστής του Κυβερνήτη Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στο σπίτι του πρέσβυ της Γαλλίας βαρώνου Ρουάν, δηλώνοντάς του: «Σκοτώσαμε τον τύραννο. Μπιστευόμαστε την τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας».
Η απόφαση του Γάλλου πρέσβυ Ρουάν να παράσχει άσυλο στον Γεώργιο Μαυρομιχάλη και η αρχική άρνησή του να τον παραδώσει με προφάσεις (όπως την επίδειξη εντάλματος σύλληψης) απετέλεσε χαρακτηριστική και απροκάλυπτη παροχή πολιτικής προστασίας και κάλυψης του εγκλήματος. Πάντως, παρά την προσπάθεια κωλυσιεργίας, υπό την απειλή του εξεγερμένου λαού που είχε περικυκλώσει την πρεσβεία, ο Ρουάν αναγκάστηκε να παραδώσει τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη στις αρχές. Οι αντιπρόσωποι της Γαλλίας συνέχισαν να παρέχουν υποστήριξη προς τους δολοφόνους του Κυβερνήτη, ακόμη και κατά τη διάρκεια της δίκης που ακολούθησε. Αξιοσημείωτη και αποκαλυπτική είναι, επίσης, και η στάση του πρέσβυ της Αγγλίας, ο οποίος αμέσως μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, ζήτησε να ληφθούν αυστηρά μέτρα κατά του εξεγερμένου λαού, ακόμη και καταστολή με τη χρήση όπλων, απειλώντας την τριμελή προσωρινή Διοικητική επιτροπή (που απαρτιζόταν από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη), ακόμη και με αποχώρηση και διακοπή των διπλωματικών σχέσεων. Αρκετά αργότερα, το 1840 ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ακούγοντας κάποιον να κατηγορεί τον Καποδίστρια, φέρεται να είπε τούτα τα λόγια: «’Δεν μετράς καλά φιλόσοφε… Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου, και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τονε ματαβρεί, και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα…’»’  Για την δολοφονία του Καποδίστρια ο Ελβετός φιλέλληνας Ι.Γ. Εϋνάρδος είπε: «Όστις δολοφόνησε τον Καποδίστρια, δολοφόνησε την πατρίδα του. Ο θάνατός του είναι συμφορά για την Ελλάδα και δυστύχημα ευρωπαϊκόν.»
Τα αποτελέσματα της δολοφονιας – Μια αιρετική άποψη
Αυτή ήταν η ζωή και το έργο του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα. Το έγκλημα των Μαυρομιχαλαίων, ακούσιο ή εκούσιο, είχε ένα πιο κρίσιμο αποτέλεσμα. Την καταστροφή της μοναδικής ολοκληρωμένης και κεντρικά σχεδιασμένης προσπάθειας για την δημιουργία ελληνικής αστικής τάξης ευρωπαϊκού τύπου αλλα και γενικότερα ενός ελληνικού αστικού κράτους..
Όταν λέμε την αποτροπή δημιουργίας αστικής τάξης εννοώ μιας οικονομικής τάξης. Όχι μόνο μιας κλίκας πλουσίων επιχειρηματιών, όπως έχει υπάρξει στην Ελλάδα, αλλά, μιας οικονομικής τάξης που θα δίνει προτεραιότητα στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα οικονομικής παραγωγής.
Όποια πολιτική προσπάθησε να εφαρμοστεί στην Ελλάδα πάνω στην δημιουργία μιας συγκροτημένης αστικής τάξης ήταν σπασμοδική και χωρίς κάποια ιδιαίτρη δυναμική. Η όποια αστική τάξη δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μέχρι σήμερα ήταν χωρίς κάποιο μακρόπνοο οικονομικο σχεδιασμό με μόνο σκοπό, το γρήγορο κέρδος και πάντα με κάποιας μορφής αλληλεξάρτησης με το δημόσιο.
Άλλο ένα αποτέλεσμα της δολοφονίας του Καποδίστρια, αυτή την φορά είναι κάπως πιο ηθική – μεταφυσική. Είναι το άγος που έχει αυτού του είδους η δολοφονία.
Άγος στην αρχαιότητα σήμαινε μίασμα, κατάρα, οργή Θεού, έχοντας την σημερινή έννοια της αμαρτίας, σε αντιδιαστολή με το δασύτονο άγος που σήμαινε «άξιο τιμής και σεβασμού». Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως το άγος προερχόταν από έγκλημα που ακολουθούσε στη συνέχεια το δράστη, ο οποίος έτσι καθίστατο «εναγής» δηλαδή όπως λέμε σήμερα καταραμένος.
Σε άγος υποκείμενα δεν ήταν μόνο τα άτομα (δράστες, εγκληματίες) αλλά ακόμη και πόλεις και κράτη ολόκληρα στα οποία συνέβαινε ή είχε συμβεί να «μιανθούν» από σοβαρό έγκλημα πολίτη ή ομάδας πολιτών ή και των Αρχών.
Έτσι ακολουθούσε «κάθαρσις» ή «εξαγνισμός» με μεγάλες θυσίες, εκτεταμένες ιεροτελεστίες, καύση συγκεκριμένων αντικειμένων των οποίων ο καπνός θεωρούνταν πως είχε καθαρτήρια ιδιότητα (όπως συμβαίνει σήμερα με το λιβάνι). Παράλληλα επιβαλλόταν τιμωρία των ενόχων, συνηθέστερα εξορία ή άλλων προσφερομένων αντ΄ αυτών προκειμένου να γίνουν έτσι εξιλαστήρια θύματα.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας όδευε εκείνη το μοιραίο για τον ίδιο πρωινό Κυριακής προς την εκκλησία για να εκκλησιαστεί καθώς όπως έχει αποδειχθεί ήταν αρκετά πιστός και θεοσεβείς., Στον δρόμο συναντήθηκε με τους δολοφόνους του, χωρίς να διαπλικτιστούν και μετά απο λίγο χωρίστηκαν. Οι δολοφόνοι του έστησαν ενέδρα έξω απο την εκκλησία και λίγο πριν μπει τον σκότωσαν.
Το άγος της δολοφονίας του είναι ακριβώς εδώ, στο ότι οι δολοφόνοι του δεν επέτρεψαν σε έναν πιστό χριστιανό να λειτουργηθεί πρώτα και μετά να τον σκοτώσουν. Πολλοί μπορεί να θεωρήσουν το πιθανό άγος της δολοφονίας Καποδίστρια αμελητέο θέμα ακόμα και ότι πλέον είναι ένα ιστορικό ξεχασμένο θέμα, όμως το θέμα είναι μήπως το άγος υπάρχει όντως και ότι τελικά η βασική αιτία της ελληνικής κακοδαιμονίας του ελληνικού κράτους είναι ότι οι κάτοικοι αυτού του κράτους σκότωσαν τον μοναδικό ίσως σύγχρονο ηγέτη της που την σκέφτηκε και πως αυτοί οι κάτοικοι έχουν ήσυχη την συνείδησή τους σε αυτό προκαλώντας έτσι την Θεία Δίκη; Μήπως;

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

http://4.bp.blogspot.com/_NuhZMDR5O28/S_qK4rCNqWI/AAAAAAAAATQ/FgeBEEMBpt0/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.