Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2019

EXXON MOBIL : ΑΠΟ 5-8 τρις ΚΥΒΙΚΑ ΤΟ ΚΟΙΤΑΣΜΑ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ ΣΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ 10 ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΑΟΖ

Του Μανώλη Καλατζή-Λευκωσία 

 

Ο αντιπρόεδρος της ExxonMobil, Τρίσταν Άσπρεϊ, εξέφρασε ενθουσιασμό για τα κοιτάσματα στον «Γλαύκο», δηλώνοντας ότι η αμερικανική εταιρεία θα συνεχίσει την ανάλυση των αποτελεσμάτων

Από 5-8 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια είναι το κοίτασμα φυσικού αερίου στο οικόπεδο 10 της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε πριν από λίγο η αμερικανική εταιρεία Exxon Mobil.
Η επιτυχής κατάληξη των γεωτρήσεων στον στόχο «Γλαύκος» της κυπριακής ΑΟΖ είναι το τρίτο κοίτασμα υδρογονανθράκων που εντοπίζεται στη θαλάσσια ζώνη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προηγήθηκαν το κοίτασμα «Αφροδίτη» στο τεμάχιο 12 (περίπου 4 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια) και το κοίτασμα «Καλυψώ» στο τεμάχιο 6, για το οποίο η κοινοπραξία Total/ENI δεν ανακοίνωσαν ποσότητα αλλά οι πληροφορίες το τοποθετούν κοντά στα 4 tcf (τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια).

Καταπληκτικό χαρακτήρισε το αποτέλεσμα της γεώτρησης της ExxonMobile στο τεμάχιο 10 της Κυπριακής ΑΟΖ ο αντιπρόεεδρος της Exxon Mobil.  Όπως ανεφερε ο Κύπριος υπουργός Ενέργειας Γ. Λακκοτρύπης, στον στόχο «Δελφύνη» δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε κοιτάσματα, ωστόσο τα συνολικά αποτελέσματα αποδεικνύουν τον ρόλο της Κύπρου ως εναλλακτική πηγή εφοδιασμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Χαρακτήρισε «καλή βάση» την ποσότητα, για δημιουργία τερματικού σταθμού υγροποιησης, ωστόσο σημείωσε ότι θα χρειαστούν περισσότερες ποσότητες.
Ο αντιπρόεδρος της ExxonMobil, Τρίσταν Άσπρεϊ, εξέφρασε ενθουσιασμό για τα κοιτάσματα στον «Γλαύκο», δηλώνοντας ότι η αμερικανική εταιρεία θα συνεχίσει την ανάλυση των αποτελεσμάτων.
Επεσήμανε δε πως ακόμα είμαστε στην αρχή ενός μεγάλου ταξιδιού για μια μελλοντική ανάπτυξη, μιλώντας για δυνατότητα νέων ανακαλύψεων τόσο στο τεμάχιο 10 όσο και σε άλλα τεμάχια. Εξέφρασε το ενδιαφέρον της εταιρείας για ευρύτερες έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ενημερώθηκε στις 12 το μεσημέρι, από αντιπροσωπεία της εταιρείας ExxonMobil, με επικεφαλής τον αντιπρόεδρό της Τρίσταν Άσπρεϊ.
Στελέχη από κορυφαίες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου, συμπεριλαμβανομένων των Eni, ExxonMobil, Hellenic Petroleum, Noble Energy και Total, συγκεντρώνονται  στις 6 και 7 Μαρτίου στη Λευκωσία για να συζητήσουν τις εξελίξεις και τις προοπτικές του κλάδου στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σύμφωνα με ανακοίνωση, το συνέδριο Eastern Mediterranean Gas Conference (EMGC) 2019 αποτελεί τη σημαντικότερη εκδήλωση του κλάδου της ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο, με διήμερο πρόγραμμα ομιλιών από εμπειρογνώμονες του χώρου.
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία του φετινού συνεδρίου αναμένεται να αποτελέσει η συζήτηση πάνελ μεταξύ στελεχών της Eni, της Total, της ExxonMobil, της Hellenic Petroleum και της Noble Energy. Τα στελέχη των εταιρειών που διαχειρίζονται τεμάχια στις ΑΟΖ της περιοχής θα συζητήσουν για το πώς η Κύπρος μπορεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητές της, ώστε να αποτελέσει κέντρο παροχής υπηρεσιών πετρελαίου και φυσικού αερίου, θα διερευνήσουν τα σχετιζόμενα πλεονεκτήματα και τις προκλήσεις και θα προτείνουν στρατηγικές για την καθιέρωση της Κύπρου σε αυτό τον ρόλο.
Το συνέδριο θα περιλαμβάνει επίσης παρουσιάσεις υψηλού επιπέδου από ομιλητές όπως ο Υπουργός Ενέργειας Γιώργος Λακκότρυπης, ο Carlo Russo, Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος της Ευρώπης και της Ρωσίας της Eni SpA, ο Ηλίας Κασής, Αντιπρόεδρος της Βόρειας Αφρικής της Total Exploration & Production και ο Γιάννης Μπασιάς, Διευθύνων Σύμβουλος της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων (ΕΔΕΥ).

ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (13 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1859 - 27 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1943) : ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΤΙΤΑΝΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΠΟΥ Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΘΑ ΦΑΝΤΑΖΕΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΦΩΤΕΙΝΟΤΕΡΕΣ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΑΝΘΕΟ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Πηγὲς πληροφοριῶν: Θ. Ροδάνθης, Μαλλιάρης Παιδεία, Ὑδρία, Δομή καὶ Πάπυρος Larousse Britannica

Ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς εἶναι ὁ νεότερος ἐθνικὸς ποιητής μας καὶ μία ἀπὸ τὶς κορυφαῖες πνευματικὲς φυσιογνωμίες τοῦ νεότερου ἑλληνισμοῦ, στὸν ὁποῖο ὀφείλουμε τὴν θεμελίωση τῆς νέας λογοτεχνίας μας.
Γεννήθηκε στὴν Πάτρα, στὶς 13 Ἰανουαρίου 1859. Ἦταν ὅμως Μεσολογγίτης, καὶ στὸ Μεσολόγγι πῆγε νὰ μείνει, ὅταν ἔγινε ὀχτὼ χρονῶν, ὁπότε ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ γονεῖς. Ἐκεῖ τελείωσε τὶς γυμνασιακές του σπουδές. Τὸ 1875 ἦρθε στὴν Ἀθήνα καὶ γράφτηκε στὴ Νομικὴ σχολή. Παράλληλα ἐργαζόταν σὲ διάφορα περιοδικά, κι ὕστερα μπῆκε ὡς συντάκτης ἢ συνεργάτης σὲ διάφορες ἐφημερίδες. Ἡ ἐργασία του στὸν τύπο δὲν ἦταν μόνο ἐπαγγελματική, ἀλλὰ καὶ λογοτεχνικῆς μορφῆς. Τὰ γράμματα, ἡ ποίηση, ἡ κριτική, ἡ τέχνη τὸν ἀπασχολοῦσαν τόσο, ὥστε τελικὰ ἐγκατέλειψε τὶς νομικὲς σπουδές, γιὰ ν᾿ ἀφοσιωθεῖ στὴ λογοτεχνία.
Ἡ ποίηση ἦταν ἀκόμα τότε ρομαντική, φλύαρη καὶ πλαστογραφοῦσε τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα. Ὁ Παλαμᾶς φιλοδόξησε κάτι καινούργιο, ἑλληνικό, πραγματικό. Καὶ τὸ πέτυχε, μὲ τὸν ὄγκο τοῦ ποιητικοῦ ἔργου του, μὲ τὴν ποιότητα τῆς προσφορᾶς του καὶ μὲ τὶς κάθε εἴδους ἐργασίες, μὲ τὶς ὁποῖες γνώρισε στὸ ἑλληνικὸ κοινὸ τὶς προόδους τῶν Εὐρωπαίων, καὶ ἀνέβασε τὴ στάθμη τῆς ἐγχώριας λογοτεχνικῆς παραγωγῆς.
Γιὰ πολλὰ χρόνια ἔγραφε ἄρθρα στὴν «Ἀκρόπολη» καὶ χρονογραφήματα στὸ «Ἐμπρός». Ὡς κύριο ὅμως βιοποριστικὸ ἐπάγγελμα εἶχε τὴ θέση του στὸ Πανεπιστήμιο, ὅπου διορίστηκε Γενικὸς Γραμματέας τὸ 1897 καὶ ὑπηρέτησε μέχρι τὸ 1928. Δηλαδὴ πάνω ἀπὸ τριάντα χρόνια, τὰ πιὸ ἀποδοτικὰ τῆς ζωῆς του, ἀφοῦ ἐργαζόταν ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ, μόνο τὴ νύχτα, ξαγρυπνώντας, μποροῦσε ν᾿ ἀφοσιωθεῖ στὰ δικά του γραψίματα. Μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν τὸ 1926, ἔγινε ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα ἱδρυτικὰ μέλη της, καὶ τὸ 1930 ἔγινε Πρόεδρός της.
Ἐπίσης ἐπὶ πολλὲς δεκαετίες ἔμενε στὸ ἴδιο σπίτι τῆς ὁδοῦ Ἀσκληπιοῦ ἀριθ.3. Ἀπὸ τὸ παράθυρό του ἔβλεπε πάντα τὴν ἴδια εἰκόνα μὲ τὸ κυπαρίσσι, ποὺ μᾶς ζωγραφίζει στὸ σχετικὸ ποίημα, στὴ συλλογὴ Ἀσάλευτη ζωή. Τὸ γραφεῖο του, τὸ «κελλί» του ὅπως τὸ ἔλεγε, ἦταν ὁ ναός του. Ἀπ᾿ ἐκεῖ πέρασε ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ Ἀθήνα τῆς ἐποχῆς του, νὰ τὸν ἰδεῖ. Γιατί ὁ ἴδιος, δύσκολος στὶς ἀλλαγές, στὰ ταξίδια, στὶς μετακινήσεις, εἶχε καθηλωθεῖ σὲ μίαν «ἀσάλευτη ζωή». Ὅλες του οἱ μετακινήσεις καὶ τὰ ταξίδια γίνονταν μὲ τὴ φαντασία, στοὺς κόσμους τοῦ πνεύματος καὶ στὸ βάθος τῆς ἱστορίας. Ὅταν τὸ σπίτι αὐτὸ χρειάσθηκε νὰ γκρεμιστεῖ, ὁ Παλαμᾶς «μετώκησε» στὴν ὁδὸ Περιάνδρου 5, ὅπου καὶ πέθανε κατὰ τὴν Κατοχή, σεβάσμιος πρεσβύτης, 84 ἐτῶν, στὶς 27 Φεβρουαρίου 1943.
Ὁ θάνατός του ἀποτέλεσε ἐθνικὸ πένθος. Χιλιάδες κόσμος συγκεντρώθηκαν αὐθόρμητα στὸ νεκροταφεῖο, νὰ τὸν ξεπροβοδίσουν στὴν τελευταία του κατοικία. Ἐκεῖ ὁ Σικελιανὸς τὸν ἀποχαιρέτησε μὲ τὸ βροντερὸ ποίημά του, ποὺ ἀρχίζει: «Ἠχῆστε οἱ σάλπιγγες»…, ἐνῶ ἡ λαοθάλασσα τῶν θαυμαστῶν του τραγουδοῦσε τὸν Ἐθνικό μας ὕμνο. Ἀπὸ τότε μύριες ὅσες τιμητικὲς ἐκδηλώσεις ἔχουν γίνει στὴ μνήμη του. Κυκλοφόρησαν ἀναμνηστικὰ τεύχη, στήθηκε ἡ προτομή του, γιορτάστηκε τὸ Ἔτος Παλαμᾶ, κυκλοφόρησαν γραμματόσημο μὲ τὴν εἰκόνα του, καί, τέλος, ἱδρύθηκε τὸ Ἵδρυμα Παλαμᾶ, γιὰ νὰ ἐκδώσει πλήρη, ὑπεύθυνα καὶ σχολιασμένα τὰ Ἅπαντά του, καὶ τὰ ὁποῖα τελικὰ ἐκδόθηκαν σὲ δεκαέξι τόμους, 8986 σελίδες!
Τὴν ἐποχὴ ποὺ παρουσιάστηκε ὁ Παλαμᾶς στὰ ἑλληνικὰ γράμματα, γύρω στὰ 1876, τὴν πνευματικὴ ζωὴ τὴν ἔπνιγε ἡ συμφορὰ τοῦ ἄκρατου ρομαντισμοῦ καὶ τοῦ ἄχαρου καὶ ἄψυχου «ἠθογραφισμοῦ». Ἡ ποίηση ἄψυχη, ρηχή, καὶ ψεύτικη ρητορεία, δὲν εἶχε οὔτε ὕφος, οὔτε οὐσία. Ὅλη ἡ μεγάλη προσφορὰ τοῦ Σολωμοῦ ἔμενε ἄγνωστη κι ἄγονη πνευματικὴ κληρονομιά, ἀχρησιμοποίητη καὶ παραπεταμένη. Ὁ Παλαμᾶς ἔβγαλε τὴν ποίηση ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο. Ἔγινε ὁ ἀνακαινιστὴς κι ἀναγεννητής της, καὶ τῆς ἄνοιξε ξανὰ διάπλατους τοὺς δρόμους της. Ὁ Παλαμᾶς ἦταν γεννημένος ποιητής.
Γράφει στίχους ἀπὸ τὰ 17 του χρόνια κι ὕστερα ἀπὸ τὰ Τραγούδια τῆς πατρίδος μου, τοὺς Ἰάμβους καὶ Ἀνάπαιστους, φθάνει τὴν ποίηση στὸ μεσουράνημα μὲ τὴ συλλογὴ Ἀσάλευτη ζωή. Μὲ τὴν πολυμορφία του, μὲ τὴν πολύτροπη τεχνική του, μὲ τὴν ἐξαιρετικὴ ποικιλία τῶν ρυθμῶν, τὰ ἐκφραστικὰ μέσα τοῦ ἔμμετρου λόγου, πλούτισε τὴν ποιητικὴ γλώσσα ὅσο κανένας ἄλλος ἴσαμε σήμερα. Ὁ Παλαμᾶς στάθηκε πενήντα χρόνια ὁ μεγάλος δάσκαλος καὶ ὁ μεγάλος δημιουργός, καὶ γιατί καλλιέργησε καὶ προίκισε τὴν ποίησή μας μ᾿ ἕνα παντοδύναμο ἐκφραστικὸ ὄργανο, τὴ νεοελληνικὴ δημοτική μας γλώσσα, καὶ γιὰ ὅσα συντέλεσε ὁ ἴδιος καὶ γιὰ ὅσα βοήθησε γιὰ τὴν ἀναγέννηση τῆς χώρας του καὶ γιὰ τοὺς σπόρους ποὺ ἄφησε νὰ βλαστήσουν στὸ μέλλον.
Ὁ Παλαμᾶς μέχρι τὸ 1890, περίπου, δούλευε τὸ στίχο στὴ δημοτικὴ καὶ τὰ γραπτά του στὴν καθαρεύουσα. Τὴ μεγάλη κι ὁλοκληρωτικὴ στροφὴ πρὸς τὴ γλώσσα τοῦ λαοῦ τὴν ἔκαμε μετὰ τὸ Ταξίδι τοῦ Ψυχάρη, ἂν καὶ εἶχε βαθιὰ συγκινηθεῖ, ἀπὸ τὸν ἀγώνα τοῦ Ροΐδη στὰ 1877, μὲ τὶς διαλέξεις του «Περὶ συγχρόνου Ἑλληνικῆς ποιήσεως» καὶ «Περὶ συγχρόνου Ἑλληνικῆς κριτικῆς». Ποτίστηκε μὲ ἀνησυχίες καὶ γλυκοχάραξαν στὴ φαντασία του ἄπειρες φιλοδοξίες γιὰ τὸ μέλλον. Ὁ Ψυχάρης μὲ τὸ «Ταξίδι» του ἔριξε τὴν κανονιὰ ποὺ ἔφερε ἀναστάτωση πρωτοφανῆ στοὺς φιλολογικοὺς κύκλους, καὶ στοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων τῆς ἐποχῆς καὶ γενικότερα στὴν κοινωνία. Ἔγινε ὁ ἡγέτης, ὁ πολεμιστής, ποὺ διακήρυξε: «Θέλω δόξα καὶ γροθιές». Ὁ Παλαμᾶς ὅμως ἦταν προορισμένος νὰ λύσει τὸν γόρδιο δεσμὸ καὶ νὰ ὁδηγήσει τὴ φιλολογία τῆς νέας γενιᾶς πρὸς νέους δρόμους, πρὸς καινούργια ἀπάτητα μονοπάτια, ἀφοῦ περνοῦσε ἀπὸ μία κάθαρση, ποὺ χρόνια περίμενε τὸ ἔθνος. Καὶ πραγματικά, ὁ ποιητὴς στάθηκε ὁ Μεσσίας τοῦ στίχου καὶ τοῦ τραγουδιοῦ, ποὺ ἔφερε τὴν ποθητὴ ἀναγέννηση καὶ σύνδεσε τὸν «Ἐρωτόκριτο» μὲ τὸν Σολωμό, καὶ τὴν ἐποχή του.
Ἡ παλαμικὴ σκέψη καὶ ἡ παλαμικὴ ποίηση στάθηκαν ὡς μιὰ προσπάθεια, γιὰ νὰ νιώσουμε τὸ ἔργο τοῦ Σολωμοῦ, μὲ τὸ ἀνέβασμα ποὺ ἔφερε γενικὰ στὴ στάθμη τοῦ πνευματικοῦ μας πολιτισμοῦ, στὴ σύνδεσή μας μὲ τὶς νέες ἰδέες τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πνεύματος καὶ στὸ αἰσθητικό μας ὡρίμασμα. Τὸ κριτικὸ ἔργο τοῦ Παλαμᾶ ἀγκαλιάζει ὄχι μόνο τὴν ἑλληνική, ἀλλὰ ὁλόκληρη τὴν εὐρωπαϊκὴ σκέψη τῆς ἐποχῆς του. Εἶναι σχεδὸν ἴσο σὲ ἔκταση μὲ τὸ ἔργο τῆς ποιητικῆς δημιουργίας του καὶ στὰ Ἁπαντά του, ποὺ βγῆκαν σὲ δεκαέξι τόμους, καλύπτουν σχεδὸν τοὺς ὀχτώ. Ὁ Παλαμᾶς στάθηκε σ᾿ ὁλόκληρη τὴ ζωή του μὲ τὴν πένα καὶ τὸ καλέμι στὸ χέρι, ἔγραφε καὶ χτένιζε τὸν πεζό του λόγο μὲ τὴν ὑπομονὴ τῆς μέλισσας καὶ σμίλευε τὸ στίχο του μὲ «νεραϊδοδέματα καὶ ἡλιαχτίδες».
Ἀναμφισβήτητα, ὁ θεωρητικὸς ἀγώνας τοῦ Ψυχάρη ἐνίσχυσε τὴ θέση τῶν λίγων δημοτικιστῶν καὶ τόνωσε τὶς πεποιθήσεις μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ πολεμική του. Ἡ πεζογραφία κέρδισε κι ἔδωσε ἀφορμὴ στοὺς πρωτοπόρους νὰ δοκιμάσουν τὶς δυνάμεις τους καὶ στὸν πεζὸ λόγο. Κι ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους ἦταν κι ὁ Παλαμᾶς, «ὁ ἐθνικότερος καὶ πατριωτικότατος τῶν ποιητῶν τῆς ἐποχῆς», ὅπως τὸν εἶχε ὀνομάσει ὁ Βλάσης Γαβριηλίδης. Βέβαια γιὰ νά ῾μαστε δίκαιοι – ὁ Χριστοβασίλης, ὁ Ἐφταλιώτης, ἀκόμα κι ὁ Καρκαβίτσας, εἶχαν ἀρχίσει νὰ γράφουν διηγήματα στὴ δημοτική.
Νά, ὅμως, κι ὁ Παλαμᾶς στὰ 1891 δημοσιεύει στὴν «Ἑστία» τὸ διήγημα Ὁ Θάνατος τοῦ παλικαριοῦ, ποὺ στάθηκε καὶ τὸ ἀριστούργημά του, παρόλο ποὺ ἔγραψε ἀργότερα κι ἄλλα διηγήματα. Οὐσιαστικὰ τὸ διήγημα αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ ὀνομαστεῖ σὰν ἕνα ἔπος στὸν πεζὸ λόγο, ποὺ συνεχίζει στὴν πρόζα τὶς ἰδέες τοῦ ποιητῆ γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση τῆς χώρας. Ἐπιστροφὴ στὸ λαὸ καὶ τὴ δημοτικὴ παράδοση. Τὸ ἡρωικὸ πνεῦμα τῆς Ρούμελης, ἡ λεβεντιά, τὰ νιάτα, ἡ μητρικὴ ἀγάπη, ἡ ἀφοσίωση, ὁ καημὸς τέλος τοῦ Μήτρου, τοῦ ἥρωα τοῦ διηγήματος, γιὰ τὴ χαμένη ὀμορφιὰ καὶ ἀρτιότητα τῆς σωματικῆς του διάπλασης ἀναπηδοῦν σὲ κάθε σελίδα του. Μὰ σύγχρονα καὶ οἱ προλήψεις τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ἀντιπάθεια πρὸς τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν ἀλήθεια, ὅλα μαζὶ ἀπαρτίζουν τὸ σύνολο τοῦ διηγήματος. Μὲ τὸ διήγημα αὐτὸ ὁ Παλαμᾶς θέλησε νὰ στηλιτεύσει τὴν πραγματικότητα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ἡ ἡρωικὴ ψυχὴ τῆς Ἑλλάδας κλείνεται μέσα στὴ λεβέντικη ψυχὴ τοῦ Μήτρου. Ὅπως ἐκεῖνος σαπίζει πάνω στὸ κρεβάτι του, θύμα τῶν κομπογιαννίτικων γιατρῶν, ἔτσι καὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι θύμα τῆς πολιτικῆς ψευτιᾶς καὶ ἀκολασίας, τῶν κοινωνικῶν προλήψεων καὶ τῶν φανατισμῶν χωρὶς περιεχόμενο, μὲ μόνο τὸ πάθος γιὰ ὁδηγό. Ἡ γλώσσα τοῦ διηγήματος εἶναι ρουμελιώτικη, πλουτισμένη μὲ ἄπειρα στοιχεῖα δανεισμένα ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἰδιώματα, μ᾿ ἐκλεκτικότητα καὶ καλαισθησία. Καὶ τόσο καλὰ τοποθετημένα ποὺ θυμίζουν ἔμμετρο καὶ ὄχι πεζὸ λόγο. Ἔτσι, «Ὁ θάνατος τοῦ παλικαριοῦ», εἶναι ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ γράφτηκε, μὰ καὶ σήμερα ἀκόμα, κάτι τὸ μοναδικὸ γιὰ τὴ νεοελληνικὴ πεζογραφία. Ἀκόμα κι ὁ Ψυχάρης, ποὺ στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀπαρνήθηκε τὸν Παλαμᾶ, τὸ διήγημα αὐτὸ τὸ θεωροῦσε πραγματικὸ ἀριστούργημα. Ὁ πεζογράφος Παλαμᾶς ποτὲ δὲν θὰ ξαναγράψει πεζὸ κείμενο μὲ τέτοια γλώσσα καὶ τέτοια παραστατικὴ δημοτικὴ μουσική. Ἡ καταπληκτική του ἐξέλιξη θὰ φανεῖ πιὰ στὸ στίχο, ὄχι στὴν πρόζα. Ἀπ᾿ ἐδῶ καὶ πέρα ὁ ποιητὴς ὅλο κι ἀνεβαίνει στὸν Παρνασσὸ γιὰ νὰ φτάσει στὴν κορφή του μὲ τὸ Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου, καὶ νὰ γίνει ὁ «ποιητὴς τοῦ καιροῦ του καὶ τοῦ Γένους του», ὅπως ἔγραψε κι ὁ ἴδιος.
Τὸ 1897 ὁ Παλαμᾶς διορίζεται Γενικὸς Γραμματέας τοῦ Πανεπιστημίου. Ὁ διορισμός του ἦταν ἄσχετος πρὸς κάθε πολιτικὸ μέσο καὶ ὑπαγορεύτηκε ἀπὸ τιμητικὴ διάθεση πρὸς ἕναν ποιητή, ποὺ ὁλοένα κέρδιζε καὶ μεγαλύτερη θέση στὸν ἑλληνικὸ Παρνασσό. Κι ὅμως, ἡ ὑπαλληλική του αὐτὴ ἐξάρτηση – ποὺ τοῦ ἔδινε κάποια οἰκονομικὴ ἀξιοπρέπεια – τοῦ στάθηκε πολλὲς φορὲς ἐξαιρετικὰ δύσκολη. Πολέμησε γιὰ τὶς ἰδέες του μὲ φιλοσοφικὴ ἐγκαρτέρηση καὶ δὲν σάλεψε βῆμα ἀπὸ τὸ μετερίζι του. Κι ὅταν ὅλοι ξεσηκωμένοι ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς δημαγωγοὺς καὶ τὸν πνευματικὸ σκοταδισμὸ (Μιστριώτης κ.ἄ.), ὅταν τὸ κράτος κι ἡ ἐκκλησία καὶ σχεδὸν τὸ Ἔθνος ὁλόκληρο, παρασυρμένο ἀπὸ τὸ πάθος ἐξεγέρθηκε στὰ Εὐαγγελικὰ (1901) καὶ Ὀρεστειακὰ (1903) μὲ ἀφορμὴ τὴ μετάφραση τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τοῦ Ἀγαμέμνονα, τῆς Ὀρέστειας τοῦ Αἰσχύλου στὴ δημοτικὴ γλώσσα, μόνος ὁ Παλαμᾶς ἔμεινε στὶς ἐπάλξεις, παρὰ τὶς ἀπειλές, τὶς καταδιώξεις καὶ τοὺς ἐξευτελισμούς. Εἶχε τὴ δύναμη, καὶ τότε ἀκόμα, νὰ διακηρύξει μεγαλόφωνα, ὅταν τὸν σταμάτησε ὁ ὄχλος τῆς Ἀθήνας, τὸ πολυσήμαντο καὶ ἐπικὸ ἐκεῖνο «Εἶμαι δημοτικιστὴς καὶ τὸ καυχῶμαι»!.
«Κι ὅταν ὁ Ψυχάρης ἡσύχαζε στὸ Παρίσι – γράφει ὁ Φάνης Μιχαλόπουλος – κι ὁ Πάλλης, ὁ Ἑφταλιώτης κι ὁ Βλαστὸς ζοῦσαν πλούσια στὶς Ἰνδίες κι οἱ ἄλλοι δημοτικιστὲς τά ῾στριβαν καὶ κρύβονταν, μόνος ὁ Παλαμᾶς δέχτηκε ὅλα τὰ χτυπήματα καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Πολιτείας καὶ δυστυχῶς καὶ τῆς κοινωνίας, μ᾿ ἐλάχιστες ἑξαιρέσεις. Ἦταν πεπρωμένο αὐτὸς ὁ μικροκαμωμένος ἄνθρωπος… νὰ σταθεῖ ἀλύγιστος καὶ νὰ ὑψωθεῖ σὲ πραγματικὸ ἥρωα τῆς ἰδέας τοῦ δημοτικισμοῦ, κατὰ τὴν κρίσιμη ἐκείνη στιγμή. Ὁ Παλαμᾶς κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀνέβηκε στὸ ψηλότερο βάθρο τοῦ ἥρωα καὶ τοῦ μάρτυρα, μόνος αὐτός».
«Κατάλαβε βαθιὰ τὴν ἀποστολή του – γράφει ὁ Μάρκος Αὐγέρης – καὶ δείχτηκε πνευματικὸς ἥρωας καὶ ὁδηγὸς πανάξιος, ἀποφασιστικὸς μ᾿ ὅλη τὴ φυσική του ἀσθενικότητα, ἀδίστακτος μ᾿ ὅλη τὴν κοινωνική του συστολή, ἄφοβος μπροστὰ στὴν ἀλήθεια καὶ στὸ χρέος». Τὴν πίκρα του αὐτῆς τῆς ἐποχῆς μᾶς τὴν ἔδωσε στοὺς παρακάτω σφοδρούς, ἐπιτιμητικοὺς καὶ καυτεροὺς στίχους γιὰ τὴν ἐγκατάλειψη ἀπ᾿ ὅλους τοὺς δημοτικιστὲς καὶ τοῦ ἀγώνα καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, στὴ συλλογή του Ἀσάλευτη ζωή:

Τὸ χέρι τ᾿ ἀκριβό της Ὁδηγήτρας μου
ποῦ μὲ κρατοῦσε, ἀνοίχτηκε πρὸς ἄλλα χάδια… Μόνος.
Σὲ βάθη μυστικὰ περνοῦνε ἀστράφτοντας,
τῶν ἀσκητάδων ὁ χορός, τοῦ μαρτυρίου ὁ θρόνος.Φωτιά ῾βαλαν, τὸ κάψανε τὸ σπίτι μου
καὶ σύντριψαν τὴ λύρα μου μὲ τὴ βαθιὰ ἁρμονία.
Τὴν Πολιτεία δυὸ Λάμιες τὴ ρημάζουνε:
ἡ λύσσα τοῦ καλόγερου καὶ τοῦ δασκάλου ἡ μανία…
Μόνος. Ἕν᾿ ἄδειο ἀπέραντο τριγύρω μου,
καὶ μιᾶς πολέμιας χλαγοῆς ἀσώπαστη φοβέρα.
Κι ὅταν ἐκείνη κατακάθεται,
μόνος, θανάσιμη σιωπὴ παγώνει πέρα ὡς πέρα.
Μόνος. Μ᾿ ἀρνήθηκαν οἱ σύντροφοι,
κι ἀπὸ τὸ πλάι μου γνωστικὰ τ᾿ ἀδέρφια τραβηχτῆκαν.
Μ᾿ ἔδειξε κάποιος, – Νάτος! – Κατ᾿ ἐπάνω μου
γυναῖκες, ἄντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλιά, ριχτῆκαν.
Μὲ ὅλους ὅμως τοὺς κατατρεγμοὺς ὁ ἐθνικὸς ποιητὴς δὲν κλονίστηκε. Γνώριζε πὼς ὁ δημοτικισμὸς δὲν ἦταν ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν ἐπικράτηση μονάχα τῆς δημοτικῆς γλώσσας, ἀλλ᾿ ἀγώνας εὐρύτερος γιὰ τὴν κοινωνικὴ καὶ πνευματικὴ ἀπελευθέρωση τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ κράτους ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τοῦ παρελθόντος καὶ τὰ δεσμὰ τῶν προλήψεων, σ᾿ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς. Ἔτσι ὁ Παλαμᾶς γίνεται ἡ φωνὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ποὺ ἀγκαλιάζει ὁλόκληρη τὴν ἑλληνικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, γίνεται ὁ ἐθνικὸς βάρδος, μὲ ὅλη τὴ σημασία τῆς λέξης, ποὺ ἀγωνίζεται μὲ τὸ στίχο καὶ μὲ τὸ λόγο ἀδιάκοπα, γιὰ τὴν ἀναγέννηση τῆς πατρίδας του καὶ τὴ συμφιλίωσή της μὲ τὸν πολιτισμὸ τῆς Εὐρώπης.
Μὲ τὴν πρώτη ποιητικὴ συλλογή του, «Τὰ τραγούδια τῆς Πατρίδας μου», ὁ ποιητὴς ἔκαμε ἐξαιρετικὴ ἐντύπωση, καὶ γιὰ τὴ ζωντανὴ ποιητική του γλώσσα καὶ γιὰ τὸν πλοῦτο τῶν θεμάτων του. «Τὰ τραγούδια τῆς Πατρίδας μου», φέρνουν μέσα τους τὸν νέο λυρισμὸ καὶ τὴν ἔντεχνη παλαμικὴ τελειότητα. Ἀπὸ τὴν πρώτη του αὐτὴ συλλογὴ ἀναγνωρίζει κανεὶς ποιὰ εἶναι τὰ μεγάλα θέματα, ποὺ θὰ θρέψουν τὸ λυρισμὸ τοῦ ἐθνικοῦ ποιητῆ: ἡ ἔγνοια τῆς πατρίδας, τὸ τραγούδι τοῦ λαοῦ, τὸ ὑλικὸ τῆς ἱστορίας. Ἀπὸ τὴν πρώτη συλλογὴ καταπιάνεται μὲ τὰ ποικίλα μέτρα καὶ ρυθμικὰ γυμνάσματα, ποὺ θὰ τὸν ἀναδείξουν ἀργότερα τὸν ἄφταστο καὶ ἀξεπέραστο δάσκαλο στὴν τέχνη τοῦ ἑλληνικοῦ στίχου. Ἀκολουθεῖ ὁ «Ὕμνος πρὸς τὴν Ἀθηνᾶν» καὶ ὕστερα ἢ συλλογὴ «Τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου», ποὺ βραβεύτηκε στὸν Φιλαδέλφειο ποιητικὸ διαγωνισμό. Ὁ στίχος του πιὰ γίνεται πλουσιότερος, καὶ τὸ ὕφος του λυρικότερο καὶ εὐγενέστερο. Στὸ ποίημα Ἀσκραῖος καὶ στὸ μικρότερο τὸν Ὀλυμπιακὸ Ὕμνο, ἀσκεῖται στὸ ἀρχαιότροπο ὕφος, μὲ τὴ λιτότητα τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ.
Καὶ ἡ ἀνοδικὴ πορεία τοῦ τραγουδιοῦ τοῦ ποιητὴ φτάνει στοὺς «Ἴαμβους καὶ Ἀνάπαιστους» καὶ ὕστερα στὸν «Τάφο», σὲ πρωτόφαντη μορφικὴ τελειότητα, ποὺ θεμελιώνει γιὰ πάντα τὴν ὑπόστασή του ὡς δημιουργοῦ καὶ μεγάλου τεχνίτη. Στοὺς «Ἴαμβους καὶ Ἀνάπαιστους» ἡ πλαστικότητα στὴν ἔκφραση, ἡ λαμπρότητα τῶν εἰκόνων, συνταιριαγμένη μὲ τὴν ποικιλία τῶν ρυθμῶν, δημιουργοῦν μία κλασικὴ διαύγεια καὶ μία τέτοια ἐξισορρόπηση τῶν ποιητικῶν στοιχείων, ποὺ ἡ ποίηση ξαναβρίσκει τὴν αὐθεντική της συγγένεια μὲ τὴν ἀρχαία. Γιὰ τοὺς «Ἴαμβους καὶ Ἀνάπαιστους» ὁ Jean Moreas (Ἰωάννης Παπαδιαμαντόπουλος) ἔγραψε μὲ θαυμασμὸ ποὺ ξεπερνάει κάθε ὅριο: «Ὁ Παλαμᾶς ἔχει δώσει πάρα πολλὰ ἔργα. Προτιμῶ ἕνα μικροσκοπικό του βιβλίο ποὺ ἐπιγράφεται «Ἴαμβοι καὶ Ἀνάπαιστοι». Γιὰ μένα εἶναι ἀριστούργημα, πὼς ἀνταμώνονται ἀξεχώριστα τὸ παθητικὸ καὶ τὸ συνηθισμένο! Ἡ τέχνη ποὺ ξέρει τί θέλει, ἀκριβόλογη, γεμάτη χάρη!». Στὴ συλλογὴ αὐτὴ ὑπάρχει καὶ τὸ περίφημο τραγούδι «Καβάλα πάει ὁ χάροντας τὸ Διγενῆ στὸν Ἅδη…».
Στὸ πολύστιχο ποίημά του «Τάφος», ἕνα ἀπροσδόκητο γεγονός, ὁ θάνατος τοῦ τετράχρονου παιδιοῦ του Ἄλκη, ἔδωσε ἀφορμὴ στὸν ποιητὴ νὰ μοιρολογήσει τὸ χαμό του καὶ γενικότερα τὸ θάνατο, μὲ κάποιους ἀγνώριστους καὶ πρωτάκουστους ἤχους, ποὺ ἀγγίζουν ὅλες τὶς καρδιές, καθολικεύουν τὸ προσωπικὸ αἴσθημά του καὶ τὸ κάνουν κοινὸ γιὰ ὅλους τοὺς πονεμένους ἀνθρώπους.
Στὰ 1903, ὁ Παλαμᾶς ἐκδίδει τὸ μοναδικὸ θεατρικό του ἔργο τὴν «Τρισεύγενη», ἕνα ποιητικὸ δράμα, γραμμένο στὸ πρότυπό του «Ἐρωτόκριτου», ποὺ ἡ κυριαρχικὴ ἰδέα του εἶναι ἡ ἀναγέννηση, ἡ καλυτέρευση καὶ ἡ πρόοδος, τὸ γκρέμισμα τῶν παλιῶν ἀξιῶν, τὸ κοινωνικὸ καὶ πολιτιστικὸ ἀνέβασμα τοῦ λαοῦ καὶ ἡ πραγματικὴ λευτεριά του. Τὸ ἔργο, βέβαια, δὲν ἔχει μεγάλη δραματικὴ πλοκὴ καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται στὰ δεδομένα τῆς σκηνικῆς τέχνης. «Τὸ δράμα δὲν ἔγινε μὲ τὸ μονάκριβο σκοπὸ νὰ παρασταθεῖ» ἔγραψε ὁ ἴδιος. Ἔγινε γιὰ νὰ δημιουργήσει ἀνησυχίες καὶ νὰ ἐνισχύσει τὰ πνεύματα πρὸς μία κοινωνική, καὶ μία πνευματικὴ ἀναγέννηση τοῦ Ἔθνους.
Τὸν ἑπόμενο χρόνο 1904, ὁ ποιητὴς κυκλοφόρησε μία νέα ποιητικὴ συλλογὴ μὲ τὸν τίτλο «Ἀσάλευτη Ζωή», στὴν ὁποία συμπεριέλαβε πολλὰ ποιήματα, κι ἀνάμεσά τους τὶς περίφημες «Ἑκατὸ Φωνές», ἑκατὸ ὀχτάστιχα, ποὺ εἶναι ἀπὸ τὰ μουσικότερα καὶ λυρικότερα ποιήματα τῆς συλλογῆς. «Μέσα στὰ ποιήματα τῆς «Ἀσάλευτης Ζωῆς» – γράφει ὁ Φάνης Μιχαλόπουλος – βρίσκουμε τὸν πατριώτη καὶ τὸν διεθνιστή, τὸν γκρεμιστῆ καὶ τὸν πλάστη, τὸ θρῆσκο καὶ τὸν ἄθεο, τὸν εἰδωλολάτρη καὶ τὸ χριστιανό, τὸν ἀηδιασμένο ἀπὸ τὸ παρὸν καὶ τὸν ὁραματιστὴ τοῦ μέλλοντος, ἑνὸς μέλλοντος ἐλπιδοφόρου τὸ δημιουργὸ μιᾶς νέας ζωῆς (…). Κι ἂν ὅλες οἱ μεταγενέστερες ἢ προγενέστερες συλλογές του χάνονταν, κι ἔμενε μονάχα ἡ «Ἀσάλευτη Ζωή», ἀρκοῦσε αὐτὴ γιὰ νὰ τὸν ἀποθανατίσει καὶ νὰ μᾶς περισώσει ἀνάγλυφο τὸν Παλαμᾶ ὅλων τῶν ἐποχῶν».
Καὶ ἐρχόμαστε τώρα στὰ δυὸ ἀριστουργηματικὰ ποιητικὰ σύνολα τοῦ Παλαμᾶ: «Ὁ Δωδεκάλογος τοῦ Γύφτου» (1907) καὶ «Ἡ Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» (1910). Καὶ τὰ δυὸ ποιήματα ὁ ποιητὴς τὰ δούλευε ἀπὸ καιρό, ἴσως πρὶν ἀπὸ τὸ 1900. «Ὁ Δωδεκάλογος τοῦ Γύφτου» δημοσιεύτηκε πρὶν ἀπὸ τὴ «Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» κι ὅμως εἶναι ὑστερότοκος. Μᾶς τὸ λέει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής. «Ἡ Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» εἶναι ἡ ἀναβίωση τοῦ ἡρωικοῦ πνεύματος στὴν πατρίδα του, εἶναι ἕνα τραγούδι ἐπικό, μὲ σκοπὸ τὸ ξύπνημα τοῦ ἡρωικοῦ πνεύματος (ὕστερα μάλιστα ἀπὸ τὸ φιάσκο τοῦ 1897), ἕνας ἀπέραντος ὕμνος πρὸς τὸν πόλεμο, γιὰ τὸ ξεσκλάβωμα τῶν ἑλληνικῶν περιοχῶν πέρα ἀπὸ τὴ Θεσσαλία, γιὰ τὰ μεγάλα ἰδανικά μας. Μέσα στοὺς δώδεκα λόγους τῆς «Φλογέρας τοῦ Βασιλιᾶ», τῆς μεγάλης αὐτῆς ἐποποιίας ἢ ραψωδίας, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ ἴδιος, προσπαθεῖ νὰ ζωντανέψει τὶς μεγάλες μορφὲς τοῦ παρελθόντος, καὶ μὲ τὸ παράδειγμά τους νὰ συνεπάρει καὶ νὰ ἐνθουσιάσει τὸ πνεῦμα τῶν Ἑλλήνων. Σὲ ὅλο τὸ ποίημα ἕνα πρόσωπο ἢ καλύτερα ἕνα ὄργανο μιλάει μὲ τὸ στόμα τοῦ ποιητῆ: ἡ φλογέρα τοῦ βασιλιᾶ. Περιγράφει τὶς πόλεις, τὰ διάφορα μέρη, τοὺς πολέμους, τὶς θάλασσες καὶ τὰ βουνὰ τῆς Ἑλλάδας μὲ τόση μουσικότητα καὶ λυρισμό, ποὺ μαγεύει τὸν ἀναγνώστη. Ποιὸς δὲν νιώθει βαθιὰ συγκίνηση, ὅταν περιγράφει τὴν Ἀθήνα στὸν ἕβδομο Λόγο:
«Πρωί, καὶ λιοπερίχυτη καὶ λιόκαλη εἶναι ἡ μέρα,
κι ἡ Ἀθήνα ζαφειρόπετρα στῆς γῆς τὸ δαχτυλίδι.
Τὸ φῶς παντοῦ κι ὅλο τὸ φῶς, κι ὅλα τὸ φῶς τὰ δείχνει..».
Στὸν ἔνατο Λόγο, ποὺ εἶναι ἕνας ὕμνος στὸ πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ συμβολίζεται μέσα στὴ ζωὴ τῆς Θεοτόκου, ὁ ποιητὴς ἀφιέρωσε τέτοιους στίχους ποὺ μοιάζουν σὰν τὰ ὡραιότερα τροπάρια τῆς ἐκκλησίας μας:
«Μητέρα τῶν ἀνέλπιδων κι ὅλου τοῦ κόσμου σκέπη,
νικήτρια Ἐσὺ τῆς Ἀθηνᾶς καὶ σκέπη τῆς Ἀθήνας!
Στὸν πόλεμο ὁδηγήτρια Ἐσύ, μεσίστρα στὴν εἰρήνη,
Ὑπέρμαχη. Στρατήγισσα, σ᾿ Ἐσὲ τὰ νικητήρια!».
Στὸν ἑνδέκατο Λόγο ὁ ποιητὴς ξαναφέρνει μπρὸς στὰ μάτια μας τὴν εἰκόνα τοῦ Διγενῆ Ἀκρίτα καὶ μᾶς διηγεῖται τοὺς μεγάλους ἀγῶνες του. Μὲ τοὺς στίχους του αὐτοὺς τονώνει τοὺς ἀπελπισμένους καὶ φλογίζει ὅλες τὶς ἑλληνικὲς καρδιές:
«Ὅπου κλεισούρα καρτερῶ καὶ στέκουμαι ὅπου πόρτα,
κι ὅλο κρατῶ τ᾿ ἀπόμακρα μὲ τὴ γυμνὴ ρομφαία
τῆς Ρωμιοσύνης τὸν ἐχθρό…».
Καὶ τὸ ποίημα τελειώνει μ᾿ ἕναν ὕμνο γιὰ τὸν μεγάλο θρύλο τοῦ Μαρμαρωμένου βασιλιά.
Ἂν ἡ «Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» εἶναι τὸ σάλπισμα γιὰ τὴν ἀναβίωση τοῦ ἡρωικοῦ πνεύματος, ὁ «Δωδεκάλογοs» εἶναι ἡ κραυγὴ γιὰ τὴν ἀπολύτρωση τῆς ἀνθρωπότητας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῶν ἠθικῶν καὶ κοινωνικῶν προλήψεων, καὶ τὴ δημιουργία ἑνὸς νέου Γένους ἀνθρώπων, ἐλεύθερων, ἀνώτερων καὶ πιὸ εὐτυxισμένων. Ὁ ἴδιος ὁ Παλαμᾶς μιλώντας γιὰ τὸ «Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου» τὸν θεώρησε ὡς, τὸ ὁλοκληρωτικὸ τῶν ἰδεῶν του ποίημα. Ἔχουν γραφεῖ δεκάδες κριτικὲς γιὰ τὸν «Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου», στὶς ὁποῖες καθένας τὸν κρίνει ἀπὸ τὴ σκοπιά του, χωρὶς νὰ ὑπάρξει ἀκόμα συμφωνία. Αὐτὸ δείχνει πὼς ὁ «Δωδεκάλογος τοῦ Γύφτου» μένει ἀγέραστος ἀπὸ τὰ χρόνια καὶ πάντα νέος καὶ ἄξιος θαυμασμοῦ. Ἔτσι, δίκαια εἰπώθηκε ὅτι εἶναι τὸ χαρακτηριστικότερο καὶ τὸ θαυμασιότερο ἐπίτευγμα τοῦ ἑλληνικοῦ λυρικοῦ Λόγου. Γιατί, ὁ «Δωδεκάλογος τοῦ Γύφτου» ἀποτελεῖται ἀπὸ ὑπέροχα λυρικὰ κομμάτια, μερικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπὸ τὰ ἀνώτερα ποὺ ἔχουμε στὴ γλώσσα μας, δόξα ὄχι μόνο του ἑλληνικοῦ μὰ καὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ λυρισμοῦ. Στοὺς δώδεκα Λόγους τοῦ «Δωδεκάλογου τοῦ Γύφτου», ὁ Παλαμᾶς πραγματοποίησε πέρα ὡς πέρα τὸ Πλατωνικὸ ἀξίωμα, «Μουσικὴν ποίει καὶ ἐργάζου», ποὺ πρόταξε στὸ ἔργο. Σὰν ἀπὸ μακρινὲς κι ὁλόφωτες χῶρες ἀκοῦμε νὰ φτάνουν ὡς ἐμᾶς οἱ πρωτάκουστες μελωδίες τοῦ κατ᾿ ἐξοχὴν μουσικοῦ αὐτοῦ συνθέματος.
«Δὲν σταμάτησε καμιὰ πηγὴ – γράφει ὁ Φάνης Μιχαλόπουλος – δὲν ἔκλεισε καμιὰ βρύση ἀπὸ τὴν πλούσια νερομάνα τῆς ψυχῆς του, τὴ μουσική. Κι ἔτσι πλημμύρισε τὸ τραγούδι του ἀπὸ μελωδίες καὶ συγχορδίες. Καὶ μία τέτοια ρυθμικὴ καὶ μετρικὴ ταίριαξε, σ᾿ ἕνα τόσο ποικίλο περιεχόμενο, τόσο ὑψηλὸ καὶ μεγαλόπνοο».
Ὁ Παλαμᾶς, ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ ἔκλεισε τὰ μάτια, δὲν ἔπαψε νὰ πρωταγωνιστεῖ στὴ φιλολογικὴ κίνηση καὶ νὰ δημοσιεύει ὅλο καὶ νέα ἔργα. Ἀναγνωρισμένος ἀπ᾿ ὅλους ὡς ὁ Ἀρχηγός, ὁ Δάσκαλος, ὁ Ὁδηγητής, ὁ Πατριάρχης τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων. Ἐπὶ ἑξήντα χρόνια κράτησε τὴ δάδα τοῦ πνευματικοῦ ἱεροφάντη, μυώντας στὰ μυστήρια τῆς ζωῆς καὶ τῆς τέχνης τρεῖς ὁλόκληρες γενεές. Πολὺ πρὶν κλείσει τὰ μάτια του, εἶχε περάσει στὴν ἀθανασία, σὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους Ἕλληνες τῶν τελευταίων χρόνων. Ἡ Δόξα του δὲν ἦταν πιὰ ἑλληνική, μὰ εὐρύτερη. Ὁ Παλαμᾶς εἶχε νωρὶς μεταφραστεῖ καὶ τὸν γνώριζε καλὰ τὸ Εὐρωπαϊκὸ κοινό. Γιὰ τὴν εὐρωπαϊκὴ αὐτὴ ἀναγνώρισή του καὶ τὴ δόξα του, θὰ μποροῦσε νὰ τὸν προσφωνήσει κανεὶς μὲ τοὺς στίχους τοῦ «Ἀσκραίου», ποὺ περιέχονται στὴ συλλογὴ «Ἀσάλευτη Ζωή», ποὺ λὲς καὶ γράφτηκαν γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴ ζωή του:
«Βασανισμένε, ταπεινέ, καὶ λυτρωμένε, καὶ ἴσε!
Σὲ ξέρω, εἶναι τὸ στόμα σου τῆς ἁρμονίας κρουνιᾶ,
Θνητέ, ἂν δὲν ἔγινες Θεός, ἄνθρωπος πιὰ δὲν εἶσαι,
γιατί νοεῖς τ᾿ ἀθάνατα καὶ ζεῖς μαζὶ μ αὐτά…»
Καὶ ὅταν ὁ ποιητὴς ἔβλεπε γύρω του νὰ σκεπάζει τὰ πάντα ἡ μαυρίλα καὶ τὸ χάος τῆς ἀπελπισίας, ἄφηνε τὰ τραγούδια του γιὰ τὴν Ἱστορία, τὴ Φιλοσοφία, τὴν Ἐπιστήμη, καὶ τὸν Ἐθνικισμό, καὶ ἅρπαζε τὸ φραγγέλιο γιὰ νὰ μᾶς ξυπνήσει ἀπὸ τὸ λήθαργο. Μὲ βαριὲς φράσεις, μὲ πικρόχολες βρισιές, μᾶς ἐλέγχει καὶ προσπαθεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει πάλι στὸ δρόμο τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς τιμῆς. Ἀπὸ τὸ 1910 κι ἔπειτα ὁ Παλαμᾶς δὲν μᾶς ἔδωσε πιὰ μεγάλα ποιήματα, ὅπως τὴ «Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» καὶ τὸν «Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου». Ξαναγύρισε στὸ κομματιασμένο, μικρότερο καὶ γοργὸ λυρικὸ τραγούδι, κι ἔγραψε μερικὰ ἀπὸ τὰ αἰσθαντικότερα καὶ τρυφερότερα ποιήματα ποὺ ἔχουμε στὴ γλώσσα μας. Ἀπὸ τὸ 1913 κι ἐδῶθε τύπωσε ἑφτὰ ἀκόμα ποιητικὲς συλλογές: «Καημοὶ τῆς Λιμνοθάλασσας», «Βωμοί», «Παράκαιρα», «Δεκατετράστιχα», «Σκληροὶ καὶ δειλοὶ στίχοι», «Ὁ κύκλος τῶν τετραστίχων», «Περάσματα καὶ χαιρετισμοί», «Ξαντονισμένη μουσικὴ» (μεταφράσεις ξένων ποιητῶν).
Ἡ ποίηση τοῦ Παλαμᾶ εἶναι ἕνας ὠκεανός, ὅπου συναντιοῦνται τὸ ἐπικὸ καὶ τὸ λυρικό, τὸ δραματικὸ καὶ τὸ φιλοσοφικό. Δοκίμασε ὅλους τοὺς ρυθμοὺς καὶ τὰ μέτρα, ὅλες τὶς ἐμπνεύσεις καὶ τραγούδησε τὸ αἰώνιο καὶ τὸ πρόσκαιρο, τὸ μεγάλο καὶ τὸ μικρό, τὸ προσωπικὸ καὶ τὸ ἀντικειμενικό. Τρυφερὸς καὶ λεπτός, ζωγραφικὸς καὶ αἰσθηματικὸς στὰ λυρικά του ποιήματα, ξέρει, ὅμως, κυρίως νὰ γίνεται μεγαλόπνευστος καὶ προφητικὸς μὲ τὰ μεγάλα ποιητικά του συνθέματα. Μέσα σ᾿ αὐτὰ περνάει ἡ δόξα καὶ ἡ τέφρα, ἡ αἴγλη καὶ τὰ ἐρείπια, ἡ μοίρα καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδας, τῆς αἰώνιας Ἑλλάδας ἀρχαίας – βυζαντινῆς – τουρκοκρατούμενης – ἐπαναστατημένης, ἐλευθερωμένης.
«Ὅπως ἡ συνείδηση τοῦ λαοῦ του – γράφει ὁ Κ. Τσάτσος, πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας – ἔχει καὶ ἡ δική του ἕνα βαθύτατο ἄρωμα βυζαντινοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ μεσαιωνικῆς μυστικοπάθειας. Ἔχει ἀκόμα ἕνα στρῶμα ὅπου κλείνεται ὅλη ἡ θλίψη τῆς πολυαίωνης δουλείας, καὶ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἀπὸ κάτω κρύβεται ὁ ἀρχαῖος κόσμος. Ἡ θέα τῆς Ἀττικῆς, σὲ ὅποιαν ὥρα, εἶναι ἡ μόνη ποὺ τὸν ἀπαλλάσσει ἀπ᾿ ὅλα, αὐτὰ τὰ ὑπερκείμενα στρώματα, τὸν κάνει ἐθνικὸν στὴν πίστη, κλασικὸν στὴ μορφή, Ἕλληνα δεμένον μὲ τὸ Λόγο μὲ τὴ χθόνια ζωή, τὴν εὐδαιμονία καὶ τὴν τραγικότητά της».
«Γόνιμος καὶ πολύπλευρος, ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς – γράφει ὁ Μιχ. Περάνθης – ἀνησυχεῖ γιὰ ὅλα τὰ ἐρωτήματα ποὺ βασανίζουν τὴν ἀνθρώπινη σκέψη. Εὐρυμαθὴς καὶ κριτικότατος, ἀνακινεῖ διαρκῶς μέσα μας καὶ νέα προβλήματα. Μᾶς γνώρισε πρόσωπα καὶ ρεύματα τῆς ξένης φιλολογίας, καὶ ἐπέβαλε μὲ τὸ κύρος του τὴ δημοτικὴ γλώσσα (…). Πρῶτος καὶ σχεδὸν μόνος, μέσα στὸ σκάφος τῶν νέων πεπρωμένων, ἔζησε τὴ θέρμη τοῦ μισοῦ αἰώνα ἑλληνικῶν ὁραματισμῶν, διερμήνευσε τὰ ἰδανικὰ τῆς γενεᾶς του καὶ ἔγινε ἡ ποιητικὴ συνείδηση τῆς φυλῆς του…».
«Ἡ πολυσύνθετη φύση τοῦ Παλαμᾶ – γράφει ὁ Μάρκος Αὐγέρης – χαράζει πλατιὰ σύνορα στὴν πνευματική μας γεωγραφία. Στὴν πνευματική μας γεωγραφία, ἂν ὁ Σολωμὸς εἶναι ἕνα ὁρόσημο σὲ ὕψος, ὁ Παλαμᾶς εἶναι ἕνα ὁρόσημο σὲ πλάτος. Ὁ Παλαμᾶς εἶναι οἰκοδόμος καὶ δημιουργὸς μεγάλων κτισμάτων. Ἀνήκει στοὺς Πατέρες τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς κι ἔθρεψε καὶ θὰ θρέψει γενιές. Εἶναι ἕνας πνευματικὸς Ἐθνάρχης ἀπὸ τοὺς πιὸ αὐθεντικούς, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους χτίστες τοῦ σημερινοῦ πνευματικοῦ μας πολιτισμοῦ. Ὁ Παλαμᾶς, ποὺ στάθηκε ἀπάνω ἀπὸ μισὸν αἰώνα ὁ πνευματικὸς φάρος τῆς χώρας, θὰ ἐξακολουθήσει νά ῾ναι πάντα, μὲ μερικὰ ζωτικὰ στοιχεῖα τοῦ ἔργου του, ἐνεργητικὴ πνευματικὴ δύναμη καὶ γιὰ τοὺς μελλούμενους καιρούς».
«Ὁ Παλαμᾶς – γράφει ὁ Κ. Βάρναλης – ἄνοιξε καινούργιους δρόμους καὶ στὴν κοινωνική μας ἐξέλιξη. Κίνησε τὸν τροχὸ τῆς ἱστορίας πρὸς τὰ μπρός, τὴν ἐποχὴ ποὺ ὅλες οἱ δυνάμεις, πολιτικές, ἐκκλησιαστικές, πνευματικές, τραβούσανε τὴν Ἱστορία μας πρὸς τὰ πίσω. Ὁ Παλαμᾶς βρισκόταν μὲ τὴν καρδιὰ καὶ μὲ τὸ νοῦ σὲ ἄμεση καὶ ἀδιάκοπη συνάφεια καὶ μὲ τὰ τωρινὰ συμβάντα καὶ μὲ τὰ μελλούμενα. Ὁ Παλαμᾶς ἐπὶ ἑξήντα χρόνια ἦταν ἡ «ἐθνικὴ φωνή». Τὸν ὀνομάζει: «Πνευματικὸ πατέρα ὅλων» καὶ ὑπογραμμίζει:
«Ὅλοι πατήσανε στὰ φτερά του γιὰ νὰ πρωτοπετάξουν». Παρατηρεῖ ἀκόμα : «Ὁ Παλαμᾶς δὲν ἦταν μονάχα ἕνας ποιητὴς καινοτόμος μὲ πλατιὲς ἀντιλήψεις, δὲν εἶχε μονάχα τὴν ὑπέρτατη ἀρετὴ τοῦ λόγου καὶ τοῦ ἤθους. Ἦταν, καὶ προπαντός, μέγας γλωσσοπλάστης. Τὸ ἔργο του τὸ ποιητικό, τὸ πεζογραφικὸ καὶ τὸ κριτικὸ εἶναι ἀπέραντο».
Τέτοιος ὑπῆρξε ὁ Παλαμᾶς, ἕνας ἀληθινὸς Τιτάνας τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, ποὺ ἡ μορφή του θὰ φαντάζει πάντοτε ἀνάμεσα στὶς φωτεινότερες, μέσα στὸ πνευματικὸ Πάνθεο τῶν νεοτέρων χρόνων.

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΑΒΕΡΩΦ
Nektarios

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2019

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΘΕΝ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ» ΓΛΩΣΣΑΣ

Του Ανδρέα Σταλιδη

Κατ’ αρχάς «σλαβομακεδονική γλώσσα» δεν υπάρχει ή μάλλον δεν υπήρχε. Ας δούμε πώς δημιουργήθηκε. Στα μέσα του 19ου αιώνα πληθυσμοί στα Βαλκάνια μιλούσαν βουλγάρικα και σέρβικα. Δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά σε άλλη γλώσσα ή διάλεκτο. Οι Ρώσοι αποφάσισαν τη δεκαετία του 1860 (ή ίσως λίγο νωρίτερα, κατ’ άλλους) ότι δεν τους αρκεί η Ελλάδα για σύμμαχος στην περιοχή. Σημειώνω ότι η Ελλάδα είχε ήδη ανεξάρτητο κράτος από το 1827. Κατά τα άλλα, Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τα βουλγάρικα είναι συγγενής γλώσσα των ρώσικων. Σλάβοι όλοι. Αποφάσισαν να προωθήσουν την ανεξαρτησία των Βουλγάρων στα Βαλκάνια, ώστε να είναι ο σύμμαχός τους στην περιοχή, που θα τους επιτρέπει να βγαίνουν στις θερμές θάλασσες.

Αυτό δεν είναι κρυφό. Το ανακοίνωσαν επισήμως στο δεύτερο πανσλαβιστικό συνέδριο στην Μόσχα το 1867. Είχε προηγηθεί ένα άλλο πανσλαβιστικό συνέδριο το 1856 (δεν θυμάμαι σε ποια πόλη, ίσως στη Βουδαπέστη; Δεν είμαι σίγουρος. Γράφω πρόχειρα τώρα).  Λίγο πιο πριν, το 1864 είχε τοποθετηθεί πρέσβης της Ρωσίας στην Κων/πολη ο Ιγνάτιεφ, που ανέλαβε δράση στο θέμα. Κοίταξαν τον χάρτη. Για να μπορεί η Βουλγαρία να επιτελέσει τον ρόλο που ήθελαν οι Ρώσοι, έπρεπε να βρέχεται από το Αιγαίο. Άν ήταν πολύ «χοντρό» να διεκδικήσουν την ίδια την Κων/πολη, όπου δεν υπήρχαν άλλωστε πολλοί βουλγαρόφωνοι, ήταν πολύ πρόσφορο να διεκδικήσουν την Μακεδονία.

Ο Ιγνάτιεφ πείθει τον Σουλτάνο να αποδεχτεί την δημιουργία της Εξαρχίας, ως εναλλακτική εκκλησιαστική οντότητα του Πατριαρχείο το 1870. Η Ελλάδα δεν μπορούσε να αντιδράσει, διότι πρώτη εκείνη δημιούργησε «εθνική εκκλησία», η οποία αποσχίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1833. Το 1850 της αναγνωρίστηκε Αυτοκεφαλία. Δεν μπορούσε να ψελίσει ότι δεν επιτρέπει το ίδιο στους Βούλγαρους. Είχε και διάφορα οικονομικά προβλήματα, οπότε υποτίμησε το ζήτημα και το θεώρησε ενδο-εκκλησιαστικό. Αυτό έκανε και ο Σουλτάνος και το δέχτηκε.

Με όπλο την Εξαρχία αρχίζουν οι Βούλγαροι (υποκινούμενοι από τους Ρώσους) να επιχειρούν προσεταιρισμό των πληθυσμών και απόσπασή τους από το Πατριαρχείο στην Εξαρχία. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα του σχεδίου, ώστε μετά μία μεγάλη Βουλγαρία να συνεχίσει το σχέδιο. Βρισκόμαστε ακόμα στην εποχή της Αυτοκρατορίας, δηλαδή ρευστών εθνικών συνειδήσεων.

Πολλοί σλαβόφωνοι (Βουλγαρόφωνοι) έχουν ελληνική εθνική συνείδηση. Άλλοι βουλγαρικοί. Άλλοι καμία! Δεν είναι προϋπόθεση ατομικότητας η ένταξη σε κάποια συγκεκριμένη εθνική συνείδηση. Αυτό το τρίτο μέρος είναι ο στόχος όλων. Οι Ελληνόφωνοι έχουν κατά κύριο λόγο ελληνική συνείδηση. Οι Βουλγαρόφωνοι όχι, διότι δεν υπάρχει Βουλγαρία.

8 χρόνια τέτοιων δράσεων μας πάει στο 1878. Η Ρωσία νικάει τους Οθωμανούς στα σημερινά όρια της βόρειας Βουλγαρίας με Ρουμανία. Καμία σχέση με την Μακεδονία. Ζητάει σαν αντάλλαγμα την ίδρυση Βουλγαρίας, στην οποία συμπεριλαμβάνει και την Μακεδονία. Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Το όνειρο γίνεται πραγματικότητα. Δημιουργείται για πρώτη φορά Βουλγαρία, με ρωσική έμπνευση και μπαίνουν οι βάσεις ώστε αυτή η χώρα να έχει αιωνίως στρατηγική φιλία με την Ρωσία.

Οι κάτοικοι της Μακεδονίας αντιδρούν όμως. Γίνονται φοβερά πράγματα, τα οποία ακόμα και σήμερα δεν έχει καθαρογράψει η ελληνική ιστοριογραφία. Γίνονται τρομερές μάχες, και μέχρι που δημιουργείται ελληνική κυβέρνηση στο Λιτόχωρο. Οι Μακεδόνες έμπρακτα ΔΕΝ θέλουν να μεταφερθούν στην Βουλγαρία. Επιδιώκουν αφ’ ενός ένωση με την Ελλάδα σε βαθύτερο χρόνο, αλλά επειδή έχουν μεγάλη αντιπαλότητα με τους Βουλγάρους και γνωρίζουν τι συμβαίνει εκεί, αρνούνται να ενταχθούν στην Βουλγαρία και πολεμούν. Τότε γίνεται η λεγόμενη Μακεδονική Επανάσταση από Έλληνες της Μακεδονίας.

Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου καταρρέει επειδή καμία μεγάλη δύναμη δεν θέλει μία τόσο ισχυρή Βουλγαρία στην περιοχή. Η Μακεδονία επιστρέφει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η διαμάχη Ελλήνων και Βουλγάρων παραμένει. Από το 1878 ως το 1913 η διαμάχη αυτή περνάει διάφορες φάσεις, ενίοτε με σκληρές μάχες και ενίοτε με ήσυχες περιόδους. Είναι μία διαρκής αντιπαλότητα, η οποία αντικατοπτρίζεται πλήρως σε όλα τα βιβλία, δημοσιεύματα και γενικά στο κλίμα της εποχής. Εθνικά «Μακεδόνες» δεν υπάρχουν πουθενά. Διακριτή γλώσσα «μακεδονική» δεν υπάρχει. Την γλώσσα των Σλαβόφωνων αρχικά (δηλαδή σίγουρα μέχρι το 1870 ή σταδιακά με σταθμούς το 1878, 1893, 1903, 1904-8, 1912-13 κλπ) την ονόμαζαν βουλγάρικα ή σλάβικα (εξ ου και σλαβόφωνοι).

Εδώ είναι και το μυστικό. Η παγίδα στην οποία πέσαμε 100 χρόνια αργότερα. Ο λόγος που ξεκίνησαν ορισμένοι Έλληνες να ονομάζουν αυτήν την διάλεκτο ως «σλαβομακεδονική» ή καλύτερα «σλαβομακεδονίτικα» ή σκέτο «μακεδονίτικα» ήταν για να ΑΠΟΤΡΕΨΟΥΜΕ αυτούς που τα μιλούσαν να ενταχθούν στην βουλγαρική εθνική συνείδηση. Για να τους φέρουμε με το μέρος μας στην ελληνική εθνική συνείδηση.

Ας σκεφτούμε ότι έχουμε έναν γείτονα, τον Κώστα Χρήστου ή τον Νικόλα Γρούϊο.  Αυτός μιλάει βουλγάρικα ή σλάβικα. Με το δεδομένο της γλώσσας που μιλάει, γίνεται στόχος προσεταιρισμού από τους Βούλγαρους Εξαρχικούς. Είναι φίλος και γείτονάς μας. Αν του πούμε, Νίκο ή Κώστα, εσύ μιλάς βουλγάρικα, αυτός θα σκεφθεί «αφού ο φίλος μου ο Έλληνας μου λέει ότι μιλάω βουλγάρικα, ε θα πάω στην Εξαρχία. Αυτοί είναι Βούλγαροι, αυτοί μιλάνε την ίδια γλώσσα με μένα. Μάλλον τελικά είμαι Βούλγαρος».

Αντί αυτού λοιπόν, του λέμε ότι μιλάει «σλαβομακεδονικά» ή –ακόμα καλύτερα!- «μακεδονίτικα». Του δίνουμε ουδέτερο όνομα. Μ’ αυτό το όνομα, και με σύνδεση με τους αρχαίους Έλληνες, τον αποτρέπουμε από το να γίνει Βούλγαρος και αυξάνουμε τις πιθανότητες να ενταχθεί στην ελληνική εθνική συνείδηση.

Ε αυτό έγινε. Έτσι εξηγείται γιατί μέχρι και ορισμένοι Έλληνες συγγραφείς, πατριώτες, που ανέδειξαν τον Μακεδονικό Αγώνα για παράδειγμα, χρησιμοποιούσαν αυτούς τους όρους. ΔΕΝ το έκαναν από εθνομηδενισμό. Έτσι εξηγείται ότι μέχρι και η Πηνελόπη Δέλτα αναφέρει αυτόν τον όρο!

Θα προχωρήσω στο παράδειγμα, διότι μιλάω για υπαρκτά πρόσωπα.

Ο Κώστας Χρήστου είναι ο θρυλικός Καπετάν Κώτας (ή Κώττας). Δεν ήξερε ούτε μία λέξη ελληνικά. Όταν τον εκτέλεσαν φώναξε στα βουλγάρικα, σλάβικα, σλαβομακεδονικά, μακεδονίτικα, όπως θέλετε πείτε τα: «Ζήτω η Ελλάδα».

Νικόλας Γρούϊος είναι το ονοματεπώνυμο του παππού του Νικόλα Γκρουέφσκι, από την Αχλάδα Φλωρίνης. Πέθανε πολεμώντας με τον ελληνικό στρατό στην Αλβανία το 1940. Ο εγγονός του έγινε πρόεδρος του VMRO και εθνικιστής υπερ-γουάου-«Μακεδόνας» και έκανε την πλατεία των Σκοπίων «μακεδονο-ντίσνευ-λαντ». Ίσως ο παππούς του είχε προγόνους που οι γείτονές του τον αποκαλούσαν απροκάλυπτα Μακεδόνα.

Οι σταθμοί που ανέφερα πριν, 1893, 1903, 1904-08, 1912-13, είναι κεφάλαια που θα μπορούσαν να συμπληρωθούν άλλη φορά. Κρατήστε το κενό. Άλλωστε είναι περισσότερο γνωστά αυτά, από όσα αυτά που περιγράφω πιο πάνω. Συνεχίζω επί της γλώσσας μόνο και όχι επί του μακεδονικού γενικά.

Θα κάνω αναφορά μόνο σε ένα γεγονός. Το 1924 συνήφθη το πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ, των δύο υπουργών εξωτερικών δηλαδή της Ελλάδας και Βουλγαρίας. Σ’ αυτό, η Ελλάδα αναγνώριζε τους σλαβόφωνους ως «βουλγαρική μειονότητα». Αντέδρασαν οι Σέρβοι και ένα χρόνο μετά, το πρωτόκολλο δεν κυρώθηκε από την ελληνική βουλή. Άρα δεν ίσχυσε ποτέ. Στο μεταξύ όμως, επειδή υπήρχε αναφορά σε αμοιβαία συνεργασία στον χώρο της παιδείας, η Ελλάδα πρόλαβε να τυπώσει το λεγόμενο Αμπετσεντάρ. Δηλαδή ένα αναγνωστικό στην βουλγαρική γλώσσα. Αυτό έγινε το 1925. Το εκδώσαμε για τους βουλγάρους και ήταν στην βουλγαρική γλώσσα. Οι Σκοπιανοί το χρησιμοποιούν ως απόδειξη αναγνώρισης «μακεδονικής γλώσσας» από την Ελλάδα. Τόση διαστροφή.

Γίνανε λοιπόν πόλεμοι και καταλήξαμε στα σημερινά σύνορα. Σλαβόφωνοι παρέμειναν στην Ελλάδα μετά τους πολέμους. Ακριβώς λόγω της συνεργασίας των σλαβόφωνων της Μακεδονίας με τους Βούλγαρους κατακτητές της κατοχής (μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα είχε τριπλή κατοχή από Γερμανία, Ιταλία ΚΑΙ Βουλγαρία στην Ανατολική Μακεδονία συγκεκριμένα), αλλά και λόγω της δράσης πολλών σλαβοφώνων στις τάξεις του ΔΣΕ που αποσκοπούσαν φανερά στην δημιουργία μίας «Ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης», δόθηκε η δυνατότητα το 1949 σε όσους σλαβόφωνους δεν είχαν ελληνική εθνική συνείδηση αλλά κάτι άλλο, να φύγουν από την Ελλάδα. (Τότε έφυγε ο Νικόλα Γρούϊος, ο οποίος φτάνοντας στα Σκόπια το μετέτρεψε σε Γκρουέφσκι).

Άλλοι έμειναν. Θεωρητικά, όσοι έμειναν είχαν ελληνική εθνική συνείδηση ή τέλος πάντων δεν ήταν εχθρικοί στην Ελλάδα. Μέχρι το 1990 δεν υπήρχε κανένα σοβαρό θέμα μ’ αυτούς. Κάπου εκεί, αρχές του 1990, ξεκίνησε η διακίνηση ενός ζητήματος «αναγνώρισης μακεδονικής μειονότητας». Θα ξαναπώ ότι τον Ιανουάριο του 1990 ιδρύθηκε στην Φλώρινα το «Στέκι Μακεδονικού Πολιτισμού» από 4 άτομα. Ένα από αυτά ήταν ο σημερινός βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Σούλτσας. Ένα άλλο ήταν ο γνωστός για τη δράση του Παύλος Βοσκόπουλος. Μιλάμε για 21 ολόκληρους μήνες ΠΡΙΝ αποσχιστεί από την Γιουγκοσλαβία η πΓΔΜ (Σεπτέμβριος 1991). Πατήθηκε κάποιο πλήκτρο λοιπόν στα τέλη του 1989 και άρχισε να δημιουργείται το εν λόγω ζήτημα.

Επιστρέφω στην γλώσσα. Μέσα στην διαμόρφωση μίας συγκροτημένης και διακριτής εθνικής ταυτότητας «Μακεδόνων», ο Τίτο μετά το 1944 δεν μπορούσε παρά να προσπαθήσει να φτιάξει μία άλλη γλώσσα. Δεν έπλασε την εθνική αυτή συνείδηση τόσο για μας, όσο για τους Βούλγαρους. Δεν ήθελε να δώσει μελλοντικές αφορμές στην Βουλγαρία να διακινεί ζητήματα μειονότητας στην Γιουγκοσλαβία. Ήθελε λοιπόν ρητά να τους αποβουλγαροποιήσει και έκανε ό,τι έκανε.

Μέσα σε ό,τι έκανε ήταν να δώσει εντολή για να φτιαχτεί ένα λεξικό και μία γραμματική. Αυτά έγιναν τα πρώτα χρόνια από το 1944 μέχρι το 1952. Τότε μπήκαν οι βάσεις γι’ αυτό που αποκαλούν οι Σκοπιανοί «μακεδονική γλώσσα». Η γλώσσα αυτή δημιουργήθηκε με βάση τη βουλγαρική, με ορισμένες σερβικές συλλαβές διπλασιασμού και διάφορα στοιχεία που βρήκαν στην προφορική της παράδοση στην περιοχή (ιδιωματισμούς).

Προσέξτε τώρα το άλλο. Μία γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός. Εξελίσσεται. Εφόσον αυτή η γλώσσα απέκτησε σάρκα και οστά, δηλαδή γραμματική, συνταντικό, λογοτεχνικά κείμενα, ανθρώπους που τη μιλούσαν ως διακριτή κλπ, είχε μία κάποια εξέλιξη. Αυτήν την εξέλιξη την ΕΧΑΣΑΝ οι Έλληνες σλαβόφωνοι! Αυτοί, ζώντας στην Ελλάδα, συνέχισαν απλώς να μιλούν το ίδιο βουλγάρικο/σλάβικο ιδίωμα από τα τέλη του 19ου αιώνα. Δεν εναρμονίστηκαν στην επίσημη γλώσσα των Σκοπίων.

Γι’ αυτό άλλωστε η γλώσσα των σλαβοφόνων της Φλώρινας είναι πιο κοντά στα βουλγάρικα από όσο είναι στην επίσημη των Σκοπίων! Δεν είναι η ίδια!



ΑΝΤΙΒΑΡΟ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ : ΕΜΕΙΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΦΥΣΙΚΟΙ ΦΟΡΕΙΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

Του Μιχάλη Τάντη
 
Όσο ο χρόνος κυλά και φτάνουμε όλο και πιο κοντά στην ημέρα των φακέλων και των παραβάν, τόσο η προπαγανδιστική επίθεση των νεοκομμουνιστών και νεοφιλελευθέρων προς την κοσμοθεωρία μας τον Εθνικισμό εντείνεται.Η προπαγάνδα τους έχει εξελιχθεί και μάλιστα πολύ. 
Παλιότερα μας αποκαλούσαν φασίστες και ακροδεξιούς επειδή στο μυαλό τους αυτές οι λέξεις είναι υβριστικές.Με την πάροδο του χρόνου ακούμε όλο και περισσότερους να λένε: 
“Αν είναι φασισμός να αγαπάς την Ελλάδα, τότε είμαι και εγώ φασίστας”! Θυμάστε τους μαθητές Λυκείου της Βορείου Ελλάδος; Έτσι για παράδειγμα. 

Το προπαγανδιστικό τους όπλο,τους γύρισε μπούμερανγκ και όντως τους ζάλισε πολύ….Επειδή έχουν ψοφήσει και τα όποια παιχνίδια τους έχουν μείνει, οι ως άνω χαρακτηρισμοί δεν εκτοξεύονται σε απλούς πολίτες ή ιδεολογικούς τους αντιπάλους. Πλέον η “κοινή ύβρις” για τους κοινοβουλευτικούς είναι να αποκαλεί ο ένας τον άλλον φασίστα! Όχι ότι δεν περιμέναμε τα πάντα από αυτούς, αλλά τέτοια φτώχεια στην πολιτικάντικη ρητορική προκαλεί εντύπωση. 

Loading... 

Θα πει κάποιος ότι πλέον λέξεις όπως “εθνικισμός” έχουν φορτιστεί αρνητικά από τη προπαγάνδα τους και έχει απόλυτο δίκιο.Έκαναν όμως το μοιραίο λάθος.Το λάθος που τονίζεται σχεδόν σε όλα τα περί προπαγάνδας βιβλία. Το λάθος τους ήταν η κατάχρηση. Γιατί; Γιατί η κατάχρηση φέρνει την απομυθοποίηση, τον χειρότερο εχθρό της λεκτικής προπαγάνδας. 
Αυτό δεν θα μπορέσουν να το διαχειριστούν για έναν και μόνο λόγο: Δεν τους πιστεύει κανένας και για κανέναν λόγο.Στο κάδρο πλέον, είναι υποχρεωμένος να μπει ο εθνικισμός. 
Οι εθνικιστές, οι φυσικοί φορείς της εθνικής ευθύνης, πρέπει να αδράξουμε την ευκαιρία. 
Τώρα που οι συμπολίτες μας είναι απελπισμένοι και περιφέρονται από το ένα κόμμα στο άλλο, πρέπει να δράσουμε.Η δράση μας όμως, δεν έχει σκοπό να εκμεταλλευτούμε την απελπισία των Ελλήνων, αλλά να τους δείξουμε ότι οι πολιτικοί είναι εκείνοι που τους έκρυψαν την ελπίδα για την χώρα, για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Δεν θέλουμε οι συμπολίτες μας απλά να στηρίξουν τη προσπάθειά μας να βγούμε στο φως, αλλά να γίνουν και οι ίδιοι μέρος της προσπάθειας.

Η αντικομματική μας νοοτροπία μας επιτρέπει, να απευθυνόμαστε σε όλους κυριολεκτικά! 
Ο Κορνήλιος Ζελέα Κοντρεάνου είχε δίκιο όταν έγραφε ότι: «Ο τελικός στόχος δεν είναι η ζωή. Είναι η ανάσταση»! Βγαίνουμε υπερήφανα και δηλώνουμε τι είμαστε: «Είμαστε εθνικιστές!Ναι είμαστε οι καλύτεροι του Έθνους και από το έθνος δεν εξαιρείται κανείς Έλληνας»!Άλλωστε όταν πολεμούν οι εθνικιστές, πολεμά το ίδιο το έθνος!... 


ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΤΣΑΜΗΔΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ ΣΤΙΣ 26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1943

Μια κατάπτυστη επιστολή του ηγέτη των Τσάμηδων Νουρή Ντίνο Μπέη στον Μουσολίνι δείχνει τον προδοτικό ρόλο των Τσάμηδων εις βάρος της Ελλάδος και την αφοσίωση τους προς την Ιταλία.
Η επιστολή εστάλη τον Φεβρουάριο του 1943 , φυλάσσεται στα ιταλικά αρχεία και στην τελευταία της παράγραφο και άσχετα με τις μετέπειτα εξελίξεις ,ο Νορή Ντίνο Μπέης ζητά από τον Καβαλιέρε,όπως αποκαλεί τον Ντούτσε ,να περάσουν οι Τσάμηδες στην Αλβανία,προφανώς γιατί είχει αντιληφθεί τις ευθύνες τους για τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει.
Ο Νουρή Ντίνο Μπέης γεννήθηκε στην Παραμυθιά και όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος κατά της Ελλάδος οργάνωσε ένοπλα τμήματα βοήθειας προς τους Ιταλούς και αργότερα προς τους Γερμανούς.
Η άλλη προσπάθεια των Ιταλών ήταν η υποδαύλιση αποσχιστικού κινήματος από τους μουσουλμάνους αλβανόφωνους τους λεγόμενους Τσάμηδες. Την πρωτοβουλία αυτήν την είδαν θετικά οι Γερμανοί όταν από το 1943 ανέλαβαν τον έλεγχο της ιταλοκρατούμενης ζώνης, γιατί οι Τσάμηδες διέκειντο φιλικά και προς τους Γερμανούς. Έτσι προσπαθώντας να ενδυναμώσουν τους Τσάμηδες δημιούργησαν την «Σκιπετάρικη Χωροφυλακή» η οποία καταδυνάστευε τον εγχώριο πληθυσμό στη Νότια Αλβανία, που ουσιαστικά ήταν Έλληνες Βορειοηπειρώτες, αλλά και στην Θεσπρωτία. 


Οι Βρετανοί που δρούσαν στην κατεχόμενη Ελλάδα, επιχείρησαν να συνεννοηθούν με τους Τσάμηδες, ώστε να τους στρέψουν εναντίον των Γερμανών. Η αποτυχία τους ήταν πλήρης. Οι βιαιότητες εναντίον των Ελληνικών πληθυσμών ήταν πρωτοφανείς.
Έτσι την άνοιξη του 1944, όταν οι σύμμαχοι άρχισαν επιχειρήσεις εναντίον των Γερμανών ζήτησαν από τις δυνάμεις του Ναπολέοντα Ζέρβα (ΕΔΕΣ) να καταλάβει τις ακτές της Ηπείρου στην περιοχή της Πάργας για να προσορμίζονται συμμαχικά υποβρύχια, που μετέφεραν πολεμοφόδια. Στις μάχες που ακολούθησαν (Πάργα, Παραμυθιά, Ηγουμενίτσα κ.λπ.) πήραν μέρος μαζί με τους Γερμανούς και οι Τσάμηδες της περιοχής με ένοπλα τμήματα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η συμμαχική αποστολή έδωσε εντολή στις δυνάμεις του Ζέρβα να διαλύσει αυτά τα ένοπλα εχθρικά τμήματα. Έτσι όταν άρχισαν τον Οκτώβριο του 1994 να υποχωρούν προς τα Αλβανικά εδάφη οι Γερμανοί, τους ακολούθησαν και οι Τσάμηδες με τις οικογένειές τους περίπου 16 έως 18.000 άτομα, για να αποφύγουν τις επιθέσεις των ανταρτών του ΕΔΕΣ. Και έκτοτε παρέμειναν στην Αλβανία οριστικά..
Η επιστολή του Νουρή Ντίνο Μπέη προς τον Μουσολίνι
«Η αφοσίωσή μου και οι από πλέον των 40 ετών παρασχεθείσες υπηρεσίες στην Ιταλία με υποχρεώνουν να σας αναφέρω όσα συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στην Τσαμουριά, Ελλάδα και Νότια Αλβανία όπου έτυχα μάρτυς και θύμα μιας ύπουλης επίθεσης, που κόστισε την ζωή και αρκετών Ιταλών στρατιωτών.
Στη Νότια Αλβανία η κατάσταση έχει καταντήσει ανησυχητική. Η έλλειψη συνετών οδηγιών και η αδυναμία των αρχών επέτρεψε την διείσδυση της εχθρικής προπαγάνδας με την δημιουργία ανταρτικών ομάδων, οι οποίες καλυμμένες με τη μάσκα υποθετικών εθνικιστικών σκοπών είναι αναρχικά όργανα παρακινούμενα από πράκτορες και οδηγίες, που έχουν διεισδύσει από την Ελλάδα.
Όλοι οι καλοί Αλβανοί πατριώτες είναι σύμφωνοι στο συμπέρασμα, ότι αυτοί οι αναρχικοί είναι προδότες της πατρίδας τους, και η ενδεχόμενη αδιαφορία της Ιταλίας θα άφηνε την Αλβανία έρμαιο των Ελληνικών και Σλαβικών βαρβαροτήτων, που θα κατέστρεφαν την Αλβανία και θα κατέσφαζαν τους Αλβανούς επειδή ασπάσθηκαν την Ιταλική υπόθεση. 


Η εμπειρία μου και η γνώση μου των μερών και των ατόμων, μου επιτρέπουν να διαβεβαιώσω ότι υπάρχει ακόμη (δυνατότητα) επανορθώσεως της παρούσης καταστάσεως υπό την προϋπόθεση της δραστηριοποιήσεως αμέσως και με αποφασιστικότητα και του κατακερματισμού στις ρίζες της αρχής αυτού του επικίνδυνου κινήματος, πριν αυτό μπορέσει να πάρει έκταση καταστροφική. Δεν είναι αυτές οι στιγμές για να αναζητήσουμε τις ευθύνες των διαπραχθέντων σφαλμάτων, ούτε να φανούμε αδύναμοι ανεχόμενοι την αναρχία και την εξέγερση, κι αυτό για να μην ξαναδούμε να επαναλαμβάνονται τα γεγονότα της Vallona (Σ.Σ Αυλώνα) του 1920 όταν χρειάστηκε να επιμείνω πολύ στον κόμη Storza (τότε υπουργό Eξωτερικών) για να τον πείσω ότι εάν δεν μπορούσε να αποφύγει την εκκένωση της Αλβανίας, να μην αποσυρθεί πριν καταστείλει την εξέγερση.
Αυτοί που τον τελευταίο καιρό είχαν την εξουσία στην Αλβανία αποδείχθηκαν αδύναμοι και συμβιβαστικοί προς τους αντάρτες προς μεγάλη ζημιά της Ιταλίας και της Αλβανίας. Σήμερα θα χρειαζόταν να διαλέξουμε κατάλληλα άτομα που μπορούν να αναλάβουν την αποστολή και την ευθύνη της απόλυτης καταστολής αυτών των σκοτεινών κινημάτων. Αυτά τα άτομα πρέπει να είναι πιστοί και δοκιμασμένοι φίλοι της Ιταλίας, από πατριωτισμό και όχι από χρηματισμό, να κατέχουν όλη την απαραίτητη ενεργητικότητα και αποφασιστικότητα, χωρίς φόβο να εμπλακούν με σκοπό να διεξαγάγουν ένα ανηλεές κυνηγητό στους αντάρτες και τους φίλους των και εν ανάγκη να καταστρέψουν τις εστίες τους και τα χωριά που τους βοηθούν αρχίζοντας από το Curvelesi.
Εάν δεν θεωρηθεί σκόπιμο να γίνει αυτό από μέρους των Ιταλικών δυνάμεων, δεν θα είναι δύσκολο να πετύχουμε τον σκοπό με τον σχηματισμό των 6.000 εθελοντών Τσαμουριωτών και Κοσοβάρων που είναι πραγματικοί φίλοι της Ιταλίας επειδή γνωρίζουν τι τους περιμένει εάν αυτή τους εγκαταλείψει.
Όσον αφορά την Τσαμουριά, πρέπει να σας αναφέρω Εξοχώτατε, ότι η αφοσίωση από εμάς τους Τσαμουριώτες στην Ιταλία, μας επέσυρε όλες τις διώξεις που η πονηριά των ελληνικών κυβερνήσεων μπόρεσε να σχεδιάσει. Για την συνεργασία μας με τα Ιταλικά στρατεύματα το 1917 και κατά την διάρκεια αυτού του πολέμου, δεν υπάρχει οικογένεια που να μην πλήρωσε με το αίμα την καταστροφή του σπιτιού και την αφαίρεση της ιδιοκτησίας. Σήμερα η παρουσία των Ιταλικών στρατευμάτων μας επέτρεψε να επιστρέψουμε στη χώρας μας, αλλά το μαρτύριο μας συνεχίζεται ακόμα σ' αυτή την άτυχη περιοχή, παρά την υπόσχεση που μας έδωσε η Εξοχότητά σας. 


Εμείς ελπίζαμε να ελευθερωθούμε από την Ελλάδα αλλά δυστυχώς μας κόβεται η ανάσα, βλέποντας ότι εμείς και η χώρα μας είμαστε εγκαταλελειμμένοι στα χέρια των διωκτών μας της Αθήνας, όταν στα νησιά του Ιονίου οι Έλληνες που δεν έκαναν τίποτα, για να το αξίζουν από την Ιταλία χαίρουν μιας απόλυτης δικαιοσύνης και ασφάλειας με μια τέλεια πολιτική και οικονομική Ιταλική διοίκηση, κάτω από τη συνετή διεύθυνση ενός ανθρώπου έξυπνου σωστού και τιμημένου.
Όλοι οι Έλληνες είναι οπλισμένοι, και μέρα με τη μέρα περιμένουν την πολυπόθητη άφιξη των Άγγλων, απευθύνοντας μας συχνά απειλητικά υπονοούμενα. Οι Τσαμουριώτες εν τω μεταξύ μου έχουν συχνά απευθύνει την ερώτηση: «Η Ιταλία πολέμησε την Ελλάδα για την Τσαμουριά, γιατί τώρα δεν υπολογίζει την πίστη μας και μας αφήνει στο έλεος των κοινών μας εχθρών;».
Όλοι φοβούνται ότι η Ιταλία θα αποσυρθεί αφήνοντάς τους σε μια κατάσταση πολύ χειρότερη από εκείνη του 1917 και παρακαλούν οι οικογένειές τους να επιτραπεί να μπουν στην Αλβανία, και στους άνδρες να επιστραφούν τα όπλα που παρέδωσαν στις στρατιωτικές αρχές.
Αυτός ο κόσμος οπλισμένος δυνατός και γενναιόδωρος θα μπορούσε να υπερασπιστεί τη γη του, και να πεθάνει για την αφοσίωσή του στην Ιταλία.
Ντίνο
Ρώμη, 26 Φεβρουαρίου 1943»
Άσχετα με τις κατοπινές εξελίξεις, στην τελευταία παράγραφο της επιστολής του ο Νουρή Ντίνο Μπέης, ζητούσε από το 1943 από τον Μουσολίνι, να φύγουν οι Τσάμηδες και να περάσουν στην Αλβανία!!! Προφανώς είχε αντιληφθεί τις ευθύνες πολλών για εγκλήματα που είχαν διαπράξει.
Οι αδελφοί Ντίνο στηρίζουν Φασισμό και Ναζισμό
Ο Νουρή Ντίνο Μπέης γεννήθηκε στην Παραμυθιά. Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος από την φασιστική Ιταλία εναντίον της Ελλάδος, οργάνωσε ένοπλα τμήματα, βοηθώντας τους Ιταλούς και αργότερα τους Γερμανούς. Στο βιβλίο του «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ» ο γνωστός αριστερός διανοούμενος Δημήτριος Γληνός, (σελ. 22-23) γράφει: «Και κατέβηκαν ακόμα, πίσω από τους Γερμανοϊταλούς στην Ελληνική Ήπειρο οι γενναίοι Αρβανίτες, για το πατροπαράδοτο πλιάτσικο».
Αμέσως μετά την συνθηκολόγηση και της κατάληψη της Ελλάδας οι Ιταλοί έσπευσαν να ανταμείψουν το Νουρή Ντίνο Μπέη. Με διάταγμα της ιταλικής κυβέρνησης διορίστηκε «Ύπατος Αρμοστής Θεσπρωτίας». Ο αδελφός του Ναζάρ Ντίνο διορίσθηκε συνταγματάρχης της «Μιλίτσια», δηλαδή της Πολιτοφυλακής. Το ίδιο διάταγμα διόριζε τον πρώην υπουργό Φεϊζή Αζότι «Πολιτικό Αρμοστή» της Αλβανικής Κυβέρνησης στα εδάφη Κοσσόβου, της Δίβρης και της Στρούγκας.
Αργότερα, τα δύο αδέρφια με επίνευση των Ιταλών, δημιούργησαν την οργάνωση «Κσίλι Νασιονάλ Σκιπετάρ» (Εθνική Αλβανική Επιτροπή), ένα είδος τοπικής κυβερνήσεως, που για λόγους συντομίας λεγόταν «Ξίλια» (K.S.I.L.I.A) . Η οργάνωση αυτή δημιούργησε 14 τάγματα που έκαναν φοβερά εγκλήματα εις βάρος των Ελλήνων κατοίκων της περιοχής. Ειδικότερα οι ηγέτες των Τσάμηδων, μπέηδες μεγαλοτσιφλικάδες από την εποχή της Τουρκοκρατίας, συνεργάστηκαν με τις κατοχικές αρχές και συμμετείχαν σε διώξεις, καταστροφές, και μαζικές εκτελέσεις. Γνωστότερη είναι η εκτέλεση 49 προκρίτων της Παραμυθιάς, τον Σεπτέμβριο 1943, που έκαναν οι Γερμανοί με υπόδειξη των Τσάμηδων.
Μετά την απελευθέρωση, το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων της Ελλάδας, καταδίκασε με την υπ. αριθμ. 344 απόφαση της 29 Μαΐου 1945, σε θάνατο 1.930 Μουσουλμάνους Τσάμηδες. Όμως ουδεμία απόφαση εκτελέστηκε, γιατί οι Τσάμηδες είχαν ήδη εκδιωχθεί από τα ελληνικά εδάφη.
Αυτοί με λίγα λόγια ήταν οι Τσάμηδες και ο ηγέτης τους Νουρή Ντίνο Μπέης.
Πηγή: Himara.gr | Ειδήσεις απ' την Βόρειο Ήπειρο


himara.gr
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
 

«ΤΣΑΜΗΔΕΣ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΣ» ΜΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ - ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΩΝ ΤΣΑΜΗΔΩΝ ΘΑ ΜΑΣ ΑΠΟΣΧΟΛΗΣΕΙ ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΟΙΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΙΝΑΙ

Του Όθωνα Κ. Κυπριωτάκη
Ταξιαρχου Διερμηνέα εα Πτυχιούχου του Νομικού Τμήματος της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Γεωγραφία
«Τσαμουριά» (Cameria) είναι το ανεπίσημο όνομα μίας ευρύτερης περιοχής του γεωγραφικού διαμερίσματος της Ηπείρου. Έχει σχήμα αχιβάδας με δυτικό προσανατολισμό. Οριοθετείται ανατολικά από Βορρά προς Νότο από τους ορεινούς όγκους Μακρύκαμπου, Τσαμαντά (Μουργκάνας), Κασιδιάρη και Κουρέντων, τις προσβάσεις του όρους Τόμαρου (Ολύτσικα) και τα όρη του Σουλίου, της Παραμυθιάς και των Θεσπρωτικών (Ζάλογγο).
Δυτικά βρέχεται από το Ιόνιο πέλαγος, από το νότιο άκρο του Δέλτα του ποταμού Αχέροντα στο Νότο (Ελλάδα) και μέχρι τη λιμνοθάλασσα «Βουθρωτού» (Butrint) στην περιοχή Αγίων Σαράντα (Sarandë) στο Βορρά (Αλβανία) απέναντι από την Κέρκυρα.
Ονοματοδοσία
Όσον αφορά στο όνομα, υπάρχουν πολλές εκδοχές: η πιο πειστική θέλει να προέρχεται από παραφθορά του αρχαίου ονόματος «Θύαμις» του ποταμού Καλαμά, που διασχίζει το κέντρο της γεωγραφικής περιοχής. Έτσι, η λέξη «Θυαμουρία» κατέληξε να προφέρεται στην Ελληνική «Τσαμουριά» και στην Αλβανική «Τσαμερία» (Cameria).
Πληθυσμιακή προέλευση
Είναι γνωστό ότι το τιμαριακό (φεουδαλικό) καθεστώς, που υπήρχε κατά την περίοδο της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως, δεν άλλαξε μετά την Άλωση. Οι Οθωμανοί δυνάστες, για να εξασφαλίσουν τον έλεγχο επί των πληθυσμών που κατέκτησαν, εκτός από την καταπίεση και τους εκβιασμούς, συνεργάσθηκαν με ορισμένους κυρίους τιμαρίων της πρώην Αυτοκρατορίας, οι οποίοι για να διατηρήσουν τα προνόμιά τους προσηλυτίσθηκαν στο Ισλάμ μαζύ με τους υπηκόους τους.
Οι Μουσουλμάνοι ή αλβανόφωνοι Τσάμηδες προέρχονται από τοπικό χριστιανικό ελληνικό και αλβανικό στοιχείο, που εξισλαμίσθηκε μετά την οθωμανική κατάκτηση (15ο αιώνα) και κυρίως με τη βία το 17ο αιώνα, μετά την εξέγερση και το μαρτυρικό θάνατο του επισκόπου Τρίκκης Διονυσίου του Φιλοσόφου (1611), που οι Τουρκαλβανοί αποκάλεσαν ειρωνικά «Σκυλόσοφο».
Οι προσπάθειες για προσηλυτισμό εντάθηκαν την περίοδο 1740-80, όταν πολλοί των Ελλήνων εξισλαμίσθηκαν για να μην αρπάξουν τις περιουσίες τους Αλβανοί «κύριοι» (μπέηδες/bey). Με εντολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο κήρυκας και εθνομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός ξεκίνησε περιοδείες ενίσχυσης του χριστιανικού στοιχείου, χάρις στις οποίες αποφεύχθηκε ο πλήρης εξισλαμισμός. Γι’ αυτό, το 1779 κατηγορήθηκε και μαρτύρησε στο Καλικόντασι (Kolkondas) μεταξύ Φιέρι (Fier) και Αντιπάτρειας (Berat) της σημερινής Αλβανίας.
Την πρώτη περίοδο μέχρι τον 19ο αιώνα, η συντριπτική πλειονότητα των εξισλαμισμένων κατοίκων της Θεσπρωτίας μιλούσε μόνο την ελληνική γλώσσα.
Λόγω των συναλλαγών τους, όμως, με Αλβανούς μπέηδες, υιοθέτησαν σταδιακά την Αλβανική. «Τσάμηδες» (Cami) ήταν αρχικά γεωγραφικός προσδιορισμός όλων των κατοίκων της Θεσπρωτίας. Επειδή οι Έλληνες Χριστιανοί κάτοικοι προτιμούσαν τον όρο «Έλληνας» ή «Χριστιανός», σταδιακά οι λέξεις «Τσαμουριά» και «Τσάμης» κατέληξαν να περιλαμβάνουν μόνο τους Μουσουλμάνους, οι οποίοι ήσαν επίσης γνωστοί ως «Τουρκαλβανοί».
Στην ευρύτερη αυτή περιοχή ανήκε και η ομάδα των χωριών του Σουλίου (Σούλι, Αβαρίκος, Σαμονίβα, Κιάφα), όπου κατοικούσαν αδούλωτοι αλβανόφωνοι Έλληνες μέχρι την καταστροφή του 1802, μια απόδειξη ότι οι περισσότεροι αλβανόφωνοι είχαν ακραιφνή ελληνική συνείδηση.
Διοικητική υπαγωγή
Η πολιτική ιστορία της Ηπείρου έγινε περίπλοκη μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Το μεγαλύτερο μέρος της καταλήφθηκε από τον Ελληνικό Στρατό το 1912-13, δυνάμεις του οποίου έφθασαν μέχρι τη Χειμάρα (Himarë). Ατυχώς, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Συνθήκης Ειρήνης των Αθηνών (1/14 Νοεμβρίου 1913) μεταξύ Ελλάδος και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η απελευθερωμένη Ήπειρος δεν εκχωρήθηκε ολόκληρη στην Ελλάδα.
Αρχικά, οι περιοχές της Τσαμουριάς εντός της Ελλάδος μοιράσθηκαν σε δύο διαφορετικούς νομούς: στο νομό Ιωαννίνων περιλήφθηκαν οι επαρχίες Φιλιατών (Θυάμιδος από το 1928) και Παραμυθίας, και στο νομό Πρεβέζης η επαρχία Μαργαριτίου. Το 1937 ιδρύθηκε ο νομός Παραμυθίας, στον οποίο περιλήφθηκαν:
1) η επαρχία Θυάμιδος, που διαιρέθηκε σε δύο: Φιλιατών και Θυάμιδος,
2) η επαρχία Σουλίου (πρώην επαρχία Παραμυθίας), με εξαίρεση τις κοινότητες Βαλανιδιά, Βερενίκη, Βροσίνα, Γρανίτσα, Δοβλά, Ζάλογγο, Ζαραβούτσι (Άγιος Νικόλαος από το 1955), Ζωτικό, Καταμάχη, Κεράσοβο,Κόπρα (Ανθοχώρι από το 1955), Παρδαλίτσα, Πολύδωρο, Ραδοβίζι και Σενίκο που παρέμειναν στην επαρχία Δωδώνης του νομού Ιωαννίνων, και
3) η επαρχία Μαργαριτίου, με εξαίρεση τα χωριά Αχερουσία, Βαλανιδοράχη, Βουβοπόταμος, Καναλάκι, Μουζακαίικα και Νάρκισσος, που παρέμειναν στην επαρχία Νικοπόλεως του νομού Πρεβέζης. Στον ίδιο νομό ανήκει και η περιοχή Πάργας, που ενώ ανήκει γεωγραφικά στη Θεσπρωτία,ιστορικά διατήρησε μια αυτονομία και συνδεόταν με τα Ιόνια Νησιά, όπως και η Πρέβεζα. Και οι δύο παράλιες πόλεις κατελήφθησαν από τον Αλή Πασά, η Πρέβεζα το 1798 και η Πάργα το 1819.
Περίοδος Βαλκανικών-Α’ Παγκοσμίου Πολέμου
Στην διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, σημειώθηκαν δολοφονικές επιθέσεις ατάκτων συμμοριών Τσάμηδων στα μετόπισθεν των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, που απελευθέρωσαν την Ήπειρο, ιδίως κατά τις επιχειρήσεις εναντίον του οχυρού Μπιζανίου και προς το Αργυρόκαστρο. Ο σκοπός τους ήταν μάλλος εγκληματικός παρά στρατιωτικός. Η κατάληψη της λεγόμενης Τσαμουριάς ολοκληρώθηκε στα τέλη Φεβρουαρίου 1913.
Η ανεξαρτησία της Αλβανίας αποφασίσθηκε την 29 Ιουλίου 1913 κατά τη Διάσκεψη του Λονδίνου, που οριστικοποίησε τα σύνορα και δημιούργησε το αλβανικό κράτος. Οι Τσάμηδες, σύμφωνα με τη συνθήκη Ειρήνης των Αθηνών, έγιναν Έλληνες υπήκοοι «ως κάτοικοι των οθωμανικών χωρών που περιήλθαν στην κυριαρχία της Ελλάδος». Ως Μουσουλμάνοι σύμφωνα με την ίδια συνθήκη, είχαν το δικαίωμα να διατηρήσουν την οθωμανική υπηκοότητα και εντός διαστήματος τριών ετών να μεταναστεύσουν σε οθωμανικά εδάφη.
Άγνωστος αριθμός Μουσουλμάνων Τσάμηδων αναχώρησε τότε, και εγκαταστάθηκε στην ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία.
Τα Τίρανα, ιδίως όσο διαρκούσαν οι προσπάθειες δημιουργίας ελληνικού κρατιδίου στη βόρεια Ήπειρο (1912-14 και 1915-16), διατήρησαν τη ρητορική ότι οι Τσάμηδες ήσαν Αλβανοί και ότι η περιοχή της Ελλάδος, όπου κατοικούσαν, έπρεπε να περιληφθεί στο αλβανικό κράτος. Σε αυτό τους επικουρούσαν οι Ιταλοί, ιδίως μετά την ήττα των Σέρβων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1915) και την εγκατάσταση ιταλικών στρατευμάτων στην Ήπειρο. Τα στρατεύματα αυτά παρέμειναν στην περιοχή της Αυλώνας (Vlorë) και τη νήσο Σάσωνα (Sazan) ακόμη και μετά την λήξη του πολέμου για περίπου δύο χρόνια. Σε πολιτικό επίπεδο, υπήρξε μια σύντομη ελληνο-ιταλική προσέγγιση, που οδήγησε την 29 Ιουλίου 1919 σε μυστική συμφωνία μεταξύ του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Ιταλού υπουργού Εξωτερικών Τομάσο Τιτόνι για τα ζητήματα μεταξύ των δύο χωρών, με την οποία η Ιταλία θα αναγνώριζε την παραχώρηση και της βορείας Ηπείρου στην Ελλάδα.
Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή
Η Ελλάδα εξουσιοδοτήθηκε αλλά δεν πραγματοποίησε την άμεση κατάληψη της βόρειας Ηπείρου σε εφαρμογή της απόφασης της 14 Ιανουαρίου 1920 του Ανωτάτου Συμβουλίου της Συνδιασκέψεως Ειρήνης, επειδή ο Στρατός της ήταν δεσμευμένος στη Μικρά Ασία. Εν τω μεταξύ, η χάραξη της οριστικής οριογραμμής μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας παρέμενε σε εκκρεμότητα, γεγονός που εκμεταλλεύθηκαν τόσο η Αλβανία, όσο και η Ιταλία.
Την ίδια εποχή, η Ιταλία άλλαξε πολιτική και ευνόησε τη δημιουργία μίας μεγάλης Αλβανίας υπό την στρατιωτική και πολιτιστική της επιρροή. Ο νέος Ιταλός υπουργός Εξωτερικών κόμης Κάρολος Σφόρτσα κατήγγειλε τη συμφωνία Βενιζέλου-Τιτόνι. Στην πολιτική αυτή εντάχθηκε η υπογραφή της ιταλο-αλβανικής συμφωνίας των Τιράνων την 2 Αυγούστου 1920, σύμφωνα με την οποία η Ιταλία εκκένωσε τα στρατεύματά της από την Αλβανία και διατήρησε τη νήσο Σάσωνα.
Το πολιτικό σκηνικό επιδεινώθηκε για την Ελλάδα μετά την ήττα του Βενιζέλου κατά τις εκλογές της 1 Νοεμβρίου 1920, την ανάδειξη βασιλικής κυβέρνησης και το δημοψήφισμα για το βασιλέα Κωνσταντίνο Α’. Η επάνοδος του μονάρχη προκάλεσε δυσμενείς αντιδράσεις από τις κυβερνήσεις των νικητριών Δυνάμεων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Παράλληλα, το λεγόμενο «Αδριατικό» ζήτημα μεταξύ Ιταλίας και του βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων έληξε με τη συνθήκη του Ραπάλλο την 30 Νοεμβρίου 1920, κατά τρόπο που δεν ευνοούσε τα συμφέροντα της Ελλάδας. Η Ιταλία βρήκε το πρόσχημα, που ζητούσε, και υποστήριξε την εισδοχή της Αλβανίας στην Κοινωνία των Εθνών (ΚΤΕ) την 17 Δεκεμβρίου 1920, καθώς και το αίτημά της προς το διεθνή οργανισμό για την παραχώρηση σε αυτήν πρόσθετων εδαφών.
Η οριστική χάραξη των συνόρων τυπικά έγινε την 9 Νοεμβρίου 1921 από την πρεσβευτική Διάσκεψη. Ως σύνορα μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας προσδιορίσθηκαν αυτά που είχαν προταθεί με το πρωτόκολλο της Κερκύρας της 17 Μαΐου 1914. Η συμφωνία Βενιζέλου-Τιτόνι και η απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου της Συνδιασκέψεως αγνοήθηκαν εντελώς. Η εφαρμογή της συμφωνίας στο έδαφος ανατέθηκε σε επιτροπή υπό την προεδρία Ιταλού αξιωματικού. Η Ήπειρος και η Τσαμουριά διαιρέθηκαν έκτοτε στα δύο μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας. Η γεωγραφική περιοχή «Τσαμουριάς» ανήκει εν μέρει στην Ελλάδα (σημερινές πρώην επαρχίες Θυάμιδος με την Ηγουμενίτσα,Μαργαριτίου, Σουλίου με την Παραμυθιά και Φιλιατών του νομού Θεσπρωτίας,και περιοχή Αχέροντα του νομού Πρεβέζης), και εν μέρει στην Αλβανία (περιοχές Δελβίνου-Delvinë και Αγίων Σαράντα).
Μέχρι το χρονικό εκείνο σημείο, κύκλοι των Τσάμηδων εντός της Ελλάδος έδειχναν μια αίσθηση ικανοποίησης για την ελληνική διοίκηση και δεν είχαν εκδηλώσει ανοικτά θέληση να ενωθούν με το νέο αλβανικό κράτος.
Μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης
Η ήττα της Ελλάδος κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή υπήρξε καταλυτική για τις σχέσεις των Τσάμηδων με τους Έλληνες. Με σύμβαση, που επίσης υπογράφηκε στη Λωζάνη την 30 Ιανουαρίου 1923, αποφασίσθηκε ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και του νέου τουρκικού κράτους με βάση το θρήσκευμα.
Τα Τίρανα με την υποστήριξη της Ρώμης, όπου είχε επικρατήσει το φασιστικό καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι, κατέβαλαν κάθε προσπάθεια ώστε οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες να εξαιρεθούν από την ανταλλαγή, που είχε αποφασίσει η Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής της ΚΤΕ. Σε αντίθετη περίπτωση, η αλβανική κυβέρνηση θα λάμβανε μέτρα κατά των Ελλήνων της βόρειας Ηπείρου. Έτσι, η πλειονότητα των Τσάμηδων εξαιρέθηκε από την ανταλλαγή και συμπαγείς ομάδες Ελλήνων Χριστιανών προσφύγων από τη Μικρά Ασία, που προορίζονταν να εγκατασταθούν στη Θεσπρωτία, υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν στη Μακεδονία, με εξαίρεση όσους εγκαταστάθηκαν στην κοινότητα Νέας Σελευκείας.
Η εξέλιξη αυτή υπήρξε η αρχή του προβλήματος, που είναι πλέον γνωστό ως των «Τσάμηδων» και που αφορά αποκλειστικά σε αλβανόφωνους Μουσουλμάνους κατοίκους της «Τσαμουριάς».
Η δολοφονία των μελών της επιτροπής Τελλίνι
Ενώ η ανταλλαγή των πληθυσμών βρισκόταν σε εξέλιξη, την 27 Αυγούστου 1923 έλαβε χώρα επεισόδιο, στημένο από τη φασιστική Ιταλία. Στο δρόμο των Ιωαννίνων προς την Κακαβιά, σε ελληνικό έδαφος, βρέθηκαν δολοφονημένοι, ο στρατηγός Ερρίκος Τελλίνι, ο επίατρος Λουίτζι Κόρτι, ο υπολοχαγός Μάριο Μπονατσίνι, ο οδηγός του αυτοκίνητου και ένας διερμηνέας, όλοι μέλη της επιτροπής για την εφαρμογή της χάραξης της ελληνο-αλβανικής μεθορίου.
Ο σκηνοθέτης του επεισοδίου, Μουσολίνι, χωρίς να περιμένει το αποτέλεσμα των ανακρίσεων που διατάχθηκαν, επέδωσε στην ελληνική κυβέρνηση τελεσίγραφο με 24ωρη προθεσμία. Η κυβέρνηση Στυλιανού Γονατά δέχθηκε να ικανοποιήσει μέρος των ιταλικών απαιτήσεων και πρότεινε στην Ιταλία την επίλυση της διαφοράς από ειδική επιτροπή της ΚΤΕ, η οποία θα έπρεπε να επεκτείνει τις ανακρίσεις στο αλβανικό έδαφος. Την 31 Αυγούστου 1923, η πρεσβευτική Διάσκεψη κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να ενεργήσει για να βρεθούν οι ένοχοι.
Την ίδια ημέρα, όμως, ο Μουσολίνι παρασπόνδησε, βομβάρδισε και κατέλαβε την Κέρκυρα για να υποχρεώσει την κυβέρνηση της Αθήνας να δεχθεί το τελεσίγραφο. Πιθανώς, απώτερος στόχος του ήταν να προσαρτήσει τη νήσο εκβιάζοντας την ηττημένη Ελλάδα. Όμως, λόγω της διεθνούς αντίδρασης, η φασιστική Ιταλία δέχθηκε χρηματική αποζημίωση και μια τελετή στη μνήμη των νεκρών της επιτροπής Τελλίνι, και εκκένωσε την Κέρκυρα στα τέλη Σεπτεμβρίου 1923.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος ενημέρωσε την ιταλική κυβέρνηση ότι οι δολοφόνοι της επιτροπής υπό το στρατηγό Τελλίνι δεν ήσαν Έλληνες, αλλά Τσάμηδες (αλβανόφωνοι) ληστές. Η πράξη αυτή των Τσάμηδων τους κατέστησε πλέον άμεσα ύποπτους στο ελληνικό κράτος όχι μόνο ως εγκληματίες αλλά και ως ενεργούς πράκτορες ξένης δύναμης, που δρούσαν σε βάρος των συμφερόντων και της ασφάλειας της Ελλάδος.
Μεσοπόλεμος
Με βάση την απογραφή του 1928, το τμήμα της Ηπείρου εντός της Ελλάδος είχε συνολικό πληθυσμό 312.634, από τους οποίους 14.008 αλβανόφωνοι Μουσουλμάνοι (8.593 άνδρες και 5.415 γυναίκες). Οι Μουσουλμάνοι ζούσαν με τους Χριστιανούς μάλλον ειρηνικά. Σε μνημόνιο που είχαν υποβάλει Μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας στην ελληνική κυβέρνηση την 18 Φεβρουαρίου 1926 τόνιζαν: «Πιθανώς είμαστε αλβανόφωνοι και Μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, αλλά από το ευτυχές έτος των ενδόξων γεγονότων του 1912-13 είμαστε επίσης πολίτες της Ελλάδος». Και οι δύο κοινότητες υπέστησαν μεγάλη οικονομική ζημία το 1924, όταν επιβλήθηκε απαλλοτρίωση των μεγάλων κλήρων και τιμαρίων για εγκατάσταση μεμονωμένων άκληρων προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Το μέτρο υπήρξε οικονομικά καταστροφικό εξ ίσου και για Χριστιανούς και για Μουσουλμάνους. Από τους τελευταίους, όμως, αφαιρέθηκε πολύ περισσότερη γη, επειδή ιστορικά είχαν στην κατοχή τους μεγαλύτερους και πιο εύφορους γεωργικούς κλήρους. Το αλβανικό κράτος προσέφυγε στο Συμβούλιο της ΚΤΕ το Μάρτιο 1928, με στόχο να επιτύχει υψηλότερες αποζημιώσεις από αυτές που προέβλεπε η ελληνική αγροτική νομοθεσία. Ταυτόχρονα, ο Αλβανός υπουργός Εξωτερικών υπέβαλε αίτημα στο Γενικό Γραμματέα της ΚΤΕ να αναγνωρισθούν οι «Τσάμηδες» της Θεσπρωτίας ως αλβανική μειονότητα εντός της Ελλάδος. Και τα δύο αιτήματα απερρίφθησαν και, τελικά, οι Τσάμηδες έλαβαν αποζημιώσεις ανάλογες με των Χριστιανών. Κατά την οικονομική κρίση του 1933, που έπληξε βαρύτερα τους Μουσουλμάνους, που δύσκολα προσαρμόζονταν σε νέες μεθόδους καλλιεργείας της γης, η Αλβανία διεξήγαγε έντονη προπαγάνδα μέσω των προξενείων Αλβανίας και Ιταλίας σε Ιωάννινα και Κέρκυρα. Αντίστροφα, η δικτατορία Μεταξά παρείχε στους Χριστιανούς δάνεια, σε μια προσπάθεια να αγοράσουν γαίες που ανήκαν σε Μουσουλμάνους Τσάμηδες ιδιοκτήτες, που επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Τελικά, μετανάστευσαν μόνο 10 οικογένειες. Η ιταλοκίνητη αυτή προπαγάνδα πρέσβευε τη «Μεγάλη Αλβανία», που θα έφθανε στα νότια έως την Πρέβεζα. Οι Τσάμηδες άρχισαν να δείχνουν τάσεις ανυπακοής προς τις αρχές και έλλειψης σεβασμού στο Νόμο. Παράλληλα, άρχισε κύμα μαζικής παράνομης μετανάστευσης προς την Αλβανία, κυρίως νέων ανδρών που ήθελαν να αποφύγουν τη στρατιωτική θητεία ή ήσαν υπόδικοι του κοινού ποινικού δικαίου. Με βάση την την τελευταία προπολεμική απογραφή της 16 Οκτωβρίου 1940, στην Ελλάδα κατοικούσαν 16.890 αλβανόφωνοι Μουσουλμάνοι. Εκτός Ηπείρου, απεγράφησαν 612 στο νομό Θεσσαλονίκης, 337 στον Φλωρίνης, 217 στον Κερκύρας και 196 στον Ροδόπης. Κάποια στοιχεία για την απογραφή αυτή δεν υπάρχουν, επειδή το υπουργείο Εσωτερικών δεν πρόλαβε να επεξεργασθεί όλα τα δεδομένα, λόγω της ιταλικής εισβολής. Από άλλες προκαταρκτικές καταγραφές του Αυγούστου 1940, φαίνεται ότι οι Μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας ήσαν λιγότεροι από 12.000 και αντιπροσώπευαν 20% του συνολικού πληθυσμού του νομού, που ανερχόταν σε 56.734. Οι υπόλοιποι Τσάμηδες της Ηπείρου διέμεναν στα προαναφερόμενα χωριά των νομών Ιωαννίνων και Πρεβέζης. Κατά την απογραφή του 1951, ο πληθυσμός του νομού κατέβηκε σε 47.299 (-16,6%). Η μείωση είναι συγκριτικά μικρή, εάν υπολογισθούν τόσο οι απώλειες από πολεμικές ενέργειες (Β’ Παγκόσμιος και Εμφύλιος), η πείνα και οι στερήσεις, οι κακές συνθήκες υγιεινής και η μετανάστευση, μαζύ με τη μαζική αποχώρηση των Τσάμηδων.
Η ανθελληνική δράση των Τσάμηδων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο
Την 7 Απριλίου 1939, η Ιταλία εισέβαλε στην Αλβανία, την οποία κατέλαβε εντός πέντε ημερών σχεδόν χωρίς αντίσταση. Η χώρα ανακηρύχθηκε σε προτεκτοράτο υπό τον Ιταλό βασιλέα Βιττόριο-Εμμανουέλε Γ’. Η πρώτη κυβέρνηση του Σεφκέτ Βερλάτσι (Shefqet Vërlaci), υπό ιταλικό έλεγχο,εξαπέλυσε κύμα αλυτρωτισμού σε βάρος της Ελλάδος και υπέρ των Τσάμηδων.
Ακόμη περισσότεροι νέοι Τσάμηδες μετανάστευσαν λαθραία στην Αλβανία την περίοδο από τον Ιούνιο 1939 έως τον Ιούλιο 1940, για να πολεμήσουν στο πλευρό των Ιταλών ως εθελοντές. Λόγω των επανειλημμένων επεισοδίων, που προκάλεσε η φασιστική Ιταλία σε βάρος της Ελλάδος, τα ελληνο-αλβανικά σύνορα ουσιαστικά έκλεισαν τον Αύγουστο 1940. Η ελληνική κυβέρνηση,φοβούμενη συνεργασία των Μουσουλμάνων της Θεσπρωτίας με τους Ιταλούς,πράξη που προετοίμαζε η ιταλική προπαγάνδα μέσω των προξενείων της σε Ιωάννινα και Κέρκυρα, διέταξε τη σύλληψη και την εξορία ορισμένων ηγετών των Τσάμηδων. Από την άλλη, ο Μουσολίνι χρησιμοποίησε για δεύτερη φορά μια «δολοφονία» ως πρόσχημα για την εισβολή στην Ελλάδα, αυτή του Τσάμη Νταούτ Χότζα (Daut Hoxha), η οποία είχε γίνει πριν τέσσερις μήνες στην Κονίσπολη (Konispol) επί αλβανικού και όχι ελληνικού εδάφους,ανακηρύσσοντάς τον μάλιστα σε «πατριώτη».
Κατά την ιταλική εισβολή, που ξεκίνησε την 28 Οκτωβρίου 1940, οι Αλβανοί (περιλαμβανομένων και Τσάμηδων) συμμετείχαν στις επιχειρήσεις με 18 τάγματα Πεζικού πρώτης γραμμής. Όταν οι ιταλικές δυνάμεις, που προέλαυναν μαζύ με αλβανικά τάγματα, κατέλαβαν τη βόρεια Θεσπρωτία,βρήκαν υποστήριξη από ντόπιους Τσάμηδες, που άρχισαν λεηλασίες, διώξεις και τρομοκρατία κατά των Ελλήνων αμάχων, σε μια προσπάθεια να τους εξαφανίσουν από την περιοχή. Η δράση τους, πιθανόν, να εξέφραζε κάποια αισθήματα μίας κοινότητας, που ένιωθε υπό διωγμό, βλέποντας κάθε εισβολέα σαν απελευθερωτή. Μετά την επιτυχή αντεπίθεση του Ελληνικού Στρατού μέσα στο αλβανικό έδαφος το Νοέμβριο 1940, οι περισσότεροι Τσάμηδες της βόρειας Θεσπρωτίας ακολούθησαν τον Ιταλικό Στρατό, που υποχωρούσε,τρομοκρατώντας ελληνικούς πληθυσμούς της βόρειας Ηπείρου.
Η κατάσταση ανατράπηκε μετά τη γερμανική εισβολή της 6 Απριλίου 1941 και την τριπλή κατοχή της Ελλάδος. Την 3 Μαΐου 1941, με οδηγία της αλβανικής κυβέρνησης, ειδική επιτροπή υπέβαλε μνημόνιο στο υπουργείο Εξωτερικών στη Ρώμη με τις αξιώσεις της Αλβανίας κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδος. Σε ότι αφορά στην Ελλάδα, διατυπώθηκε η απαίτηση να προσαρτηθούν στην Αλβανία, εκτός από την Τσαμουριά (Θεσπρωτία), οι νομοί Ιωαννίνων και Πρεβέζης και το τμήμα του νομού Άρτης βορείως του Αράχθου ποταμού, καθώς και τμήματα της δυτικής Μακεδονίας, όπως ακριβώς είχε διατυπωθεί στο αίτημα Αλβανών προς τις Μεγάλες Δυνάμεις κατά τη Συνδιάσκεψη του Βερολίνου (1878).
Παρά ταύτα, η κατοχή της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα δεν κατέληξε στην πραγματοποίηση αυτών των πόθων. Οι Γερμανοί και Ιταλοί θεωρούσαν την Ελλάδα ως ενιαία χώρα υπό κατοχή. Μόνο οι Βούλγαροι προσάρτησαν στο βασίλειό τους τα κατεχόμενα εδάφη στην Ελλάδα (ανατολική Μακεδονία και Θράκη) και τη Γιουγκοσλαβία (νότια Σερβία). Όλες, όμως, οι πράξεις αυτές θα επικυρώνονταν με διεθνείς συνθήκες μετά τον επιτυχή τερματισμό του πολέμου για τον Άξονα.
Τσάμηδες και κατακτητές Ιταλοί και Γερμανοί προσπάθησαν να εξουδετερώσουν την ελληνική ηγεσία στην περιοχή με όλα τα μέσα. Οι άνθρωποι της αυτοδιοίκησης, οι υπάλληλοι του κράτους, οι δάσκαλοι, οι κληρικοί και οι οικογένειές τους διώχθηκαν και πολλοί δολοφονήθηκαν. Ο έως τότε μητροπολίτης Γεώργιος (Μισαηλίδης) μετατέθηκε αναγκαστικά στη Δράμα το Φεβρουάριο 1942, όπου δεν μπόρεσε να μεταβεί πριν το 1944 λόγω αντίδρασης των Βουλγάρων. Οι Ιταλοί, με προτροπή των Τσάμηδων, δεν επέτρεψαν την ενθρόνιση του νέου μητροπολίτη Κυρίλλου (Καραμπαλιώτη).
Τελικώς τον Απρίλιο 1943, μητροπολίτης καταστάθηκε ο Δωρόθεος (Νάσκαρης),ο οποίος υπήρξε ενεργό στέλεχος της Εθνικής Αντίστασης.
Με διάταγμα της φασιστικής Ιταλίας, διορίστηκαν οι αδελφοί Νουρή και Ναζάρ Ντίνο από την Παραμυθιά, ο μεν πρώτος ύπατος αρμοστής Θεσπρωτίας,και ο δεύτερος συνταγματάρχης της «Μιλίτσια» (Milicia), δηλαδή της τσάμικης Πολιτοφυλακής. Αργότερα, με έγκριση των Ιταλών, δημιούργησαν ένα είδος τοπικής κυβερνήσης την οργάνωση «Εθνική Αλβανική Επιτροπή» (στο τοπικό αλβανικό ιδίωμα «Κσίλι Νασιονάλ Σκιπετάρ», που για λόγους συντομίας λεγόταν «Ξίλια»-KSILIA).
Στη διάρκεια της κατοχής, είτε υπό τους Ιταλούς μέχρι το Σεπτέμβριο 1943, είτε υπό τους Γερμανούς μέχρι την αποχώρησή τους το Νοέμβριο 1944, οι Τσάμηδες διέπραξαν τρομακτικά εγκλήματα, υπονομεύοντας κάθε προοπτική μελλοντικής συνύπαρξής τους με Χριστιανούς Έλληνες. Για παράδειγμα, τον Ιούνιο-Αύγουστο 1943 συνέπραξαν στην καταστροφή πολλών χωριών της περιοχής Φαναρίου Πρεβέζης. Την 29 Σεπτεμβρίου 1943, μετά την προσβολή γερμανικής φάλαγγας από Έλληνες αντάρτες, οι Γερμανοί περικύκλωσαν την πόλη της Παραμυθιάς. Κουκουλοφόροι Τσάμηδες, με γερμανικές στολές πολιτοφυλάκων, έλαβαν μέρος στις έρευνες, κτυπώντας ακόμη και γυναικόπαιδα, και υπέδειξαν στους Γερμανούς 50 άτομα που εκτελέσθηκαν.
Οι Τσάμηδες έλαβαν, επίσης, μέρος με την πλευρά των Γερμανών σε μάχες στη Θεσπρωτία εναντίον των ανταρτικών δυνάμεων του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου (ΕΔΕΣ) του στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα στις ακόλουθες τοποθεσίες: Κρυσταλλοπηγή (Σέλλιανη) Παραμυθιάς (15 Δεκεμβρίου 1943), Θεσπρωτικό (30 Μαρτίου 1944), Νικολίτσι Πρέβεζας (24 Μαϊου 1944), απελευθέρωση Πάργας και Παραμυθιάς (Ιούνιος 1944) και Κεφαλόβρυσο Παραμυθιάς (30 Ιουνίου 1944). Ελάχιστοι Τσάμηδες προσχώρησαν στον τοπικό Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ), που είχε περιορισμένη δράση.
Η ελληνική κυβέρνηση από τη Μέση Ανατολή ενέκρινε την εξουδετέρωση των Τσάμηδων. Το κλίμα επιβάρυναν και οι Βρετανοί, που διέδιδαν προς την πλευρά του ΕΔΕΣ ότι έπρεπε να εξουδετερώσει τους αριστερούς «Τουρκαλβανούς Παρτιζάνους» και προς την πλευρά του ΕΛΑΣ ότι ο Ναπολέων Ζέρβας και ο μητροπολίτης Δωρόθεος είχαν διατάξει λεηλασία των περιουσιών των Τσάμηδων. Ατυχώς, πολλοί άμαχοι Τσάμηδες έπεσαν θύματα αντεκδικήσεων από πλευράς Ελλήνων, για όσα είχαν υποστεί επί τρία χρόνια, δημιουργώντας τη φήμη ότι υπήρξε «εθνοκάθαρση» σε βάρος τους. Η ηγεσία τους, όταν κατάλαβε ότι είχε χάσει τον πόλεμο, ιδίως μετά την απελευθέρωση της Παραμυθιάς (26 Ιουνίου 1944) και τη μάχη της Μενίνας (17-18 Αυγούστου 1944), διέταξε μαζική διαφυγή μαζύ με τους Γερμανούς προς την Αλβανία.
Αρχικά, έμειναν σε ελληνικά χωριά της βόρειας Ηπείρου και μετά τους εγκατέστησαν προσωρινά στην πεδιάδα της Μουζακιάς (Myzeqë). Σύμφωνα με την απογραφή του 1951, μετά την οριστική απομάκρυνση του Γερμανικού Στρατού από την Ήπειρο και τη μαζική διαφυγή των Τσάμηδων στην Αλβανία,στην Ελλάδα παρέμειναν μόνο 487 αλβανόφωνοι Μουσουλμάνοι.
Εμφύλιος και Ψυχρός Πόλεμος
Οι Τσάμηδες φαίνεται ότι προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν τις εμφύλιες συγκρούσεις της περιόδου 1944-49 στην Ελλάδα για να επανέλθουν στη Θεσπρωτία. Όμως, αφ’ ενός οι Έλληνες όλων των παρατάξεων ήσαν επιφυλακτικοί και δεν τους επέτρεψαν να επιστρέψουν και αφ’ ετέρου, λόγω της συνεργασίας τους με τους Ναζί, είχαν καταστεί ύποπτοι στα μάτια του κομμουνιστικού «Απελευθερωτικού Μετώπου της Αλβανίας», που είχε πολεμήσει τους Γερμανούς. Η επικράτηση του κομμουνιστικού καθεστώτος του Εμβέρ Χότζα (Emver Hoxha) στην Αλβανία, η ήττα των κομμουνιστών του «Δημοκρατικού Στρατού» στην Ελλάδα, το ουσιαστικό κλείσιμο της μεθορίου Ελλάδος-Αλβανίας και η επίσημη διατήρηση της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των δύο χωρών έσβησε κάθε διεκδίκηση των Τσάμηδων μέχρι την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων μετά το 1989.
Το αλβανικό καθεστώς οδήγησε τους Τσάμηδες σε μια ζώνη δέκα χιλιομέτρων, κατά μήκος των συνόρων, ώστε να απομονώσει την Ελλάδα από ελληνικά χωριά της βόρειας Ηπείρου. Οι Τσάμηδες εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Κονίσπολη και τα χωριά Βέρβα (Vërvë), Γιάνναρι (Janjar), Μαρκάτι (Markat), Νινάτι (Ninat), Ντισάτι (Dishat), Σάλεσι (Shalës) και Βαλαγκάτι (Valagat). Άλλοι εγκαταστάθηκαν βορειότερα στη Γκιάστα (Gjashta) και το Σελεγκάρι (Shelegar) των Αγίων Σαράντα και τον οικισμό Σεγιάνι (Stjar) του Δελβίνου.
Σε βάρος των περισσότερων Τσάμηδων, που αναχώρησαν το 1944-49, εκκρεμούσαν αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις αφ’ ενός των δικαστηρίων Δωσίλογων Ιωαννίνων για προδοσία και αφ’ ετέρου κοινών ποινικών δικαστηρίων, οι οποίες εκδόθηκαν ερήμην για εγκλήματα που διέπραξαν.
Επισήμως, το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Ιωαννίνων τεκμηρίωσε 632 δολοφονίες Ελλήνων, 428 απαγωγές κι εξαφανίσεις προσώπων, 209 βιασμούς γυναικών, 2.332 πυρπολήσεις κατοικιών, 53 λεηλασίες χωριών και εκατοντάδες κλοπές κοπαδιών ζώων. Εκδόθηκαν περίπου 1.700 αποφάσεις, και 1.930
Τσάμηδες καταδικάστηκαν ως εγκληματίες πολέμου και συνεργάτες κατακτητών.
Από τους Τσάμηδες αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια είτε μεμονωμένα για εθνική προδοσία, με αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων ή με διοικητικές πράξεις, επικουρικές σε αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων, είτε συλλογικά,σύμφωνα με την απόφαση υπ’ αριθμό 50862 / 38254, της 16 Ιανουαρίου 1947 του υπουργείου Στρατιωτικών. Στην απόφαση τονίζεται ότι αναχώρησαν οριστικά από τη χώρα, χωρίς πρόθεση να επανέλθουν σε αυτή. Παράλληλα, όλες οι αποφάσεις διέταζαν τη δήμευση των περιουσιών των Τσάμηδων, οι οποίες διαμοιράστηκαν δια κλήρου σε Έλληνες Χριστιανούς κατοίκους.
Στον αριθμό των Τσάμηδων, από τους οποίους αφαιρέθηκε η ιθαγένεια το 1945-47, δεν πρέπει να υπολογίζονται εκείνοι που είχαν διαφύγει στην Αλβανία τη δεκαετία του 1930 και ιδίως μετά την κατάληψή της από την Ιταλία το 1939.
Αυτοί έχασαν την ιθαγένειά τους με αποφάσεις δικαστηρίων και διοικητικές πράξεις πριν την κήρυξη του πολέμου, κυρίως λόγω ανυποταξίας ή ποινικής καταδίκης.
Η ανακίνηση του ζητήματος
Η προβολή του «ζητήματος των Τσάμηδων» εντάθηκε μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος της Αλβανίας το 1991. Τσάμηδες της Διασποράς,που από την Ελλάδα είχαν διαφύγει κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ), χρηματοδότησαν την οργάνωση μίας συνδιάσκεψης στα Τίρανα για να προπαγανδίσουν τα τάχα δικαιώματα του αυτο-αποκαλούμενου «λαού της Τσαμουριάς». Οι ίδιοι προσπαθούν να φέρουν το ζήτημα σε διεθνείς φορείς (fora) με σκοπό να το διεθνοποιήσουν.
Παράλληλα, είναι εμφανής η έλλειψη δημοκρατικής παράδοσης στην Αλβανία. Τα περισσότερα κόμματα είχαν και έχουν την ανάγκη χρηματοδότησης και, γι’ αυτό, είτε γίνονται όργανα ολιγαρχών (όπως ο Σαλί Μπερίσα-Sali Berisha), φυλετικών ομάδων (Τόσκηδες, Γκέγκηδες, Λιάπηδες) παρακρατικών, οργανωμένου εγκλήματος (παράνομων χρηματοδοτικών «πυραμίδων», λαθρεμπόρων, εμπόρων λευκής σάρκας και ναρκωτικών), ή εθνικιστικών ομάδων όπως οι Τσάμηδες. Η ενεργή τους δράση φαίνεται μέσα από την προπαγάνδα, τις ενεργές ιστοσελίδες και τη δημοσίευση βιβλίων.
Ελάχιστοι επιζώντες Τσάμηδες, γεννημένοι στο ελληνικό κράτος, και απόγονοί τους ίδρυσαν στα Τίρανα μια οργάνωση με το όνομα «Πατριωτικός-Πολιτικός Σύλλογος Τσαμουριάς». Παράλληλα, έκτοτε εκδίδουν τη μηνιαία εφημερίδα «Τσαμουριά» (Cameria), η οποία προβάλλει επιτακτικά το ζήτημα στις εκάστοτε αλβανικές κυβερνήσεις και τα πολιτικά κόμματα. Οι κυριότερες απαιτήσεις των Τσάμηδων είναι:
* Η κατάργηση όλων των ελληνικών νόμων, που απαγορεύουν την επιστροφή / επανεγκατάστασή τους στις ιδιοκτησίες τους και η πληρωμή αποζημίωσης για τις περιουσίες τους.
* Η αναγνώριση και εξασφάλιση μειονοτικών δικαιωμάτων σε αυτούς, σύμφωνα με τη σχετική διεθνή νομοθεσία.
Την 30 Ιουνίου 1994, η αλβανική Βουλή, επιχειρώντας να παραλληλίσει το ζήτημα των Τσάμηδων με το ολοκαύτωμα των Εβραίων, καθιέρωσε ομόφωνα την 27 Ιουνίου (1944) ως «ημέρα γενοκτονίας των Τσάμηδων». Η ημερομηνία ανταποκρίνεται στην επομένη της απελευθέρωσης της Παραμυθιάς από τον ΕΔΕΣ, ενώ οι κατακτητές δεν είχαν αποχωρήσει από την Ελλάδα και Τσάμηδες πολεμούσαν ακόμη στο πλευρό των Γερμανών.
Το θέμα των «Τσάμηδων» εκμεταλλεύονται το ακραίο εθνικιστικό Κόμμα Δικαιοσύνης, Ενσωμάτωσης και Ενότητας (PDIU) του Σπετίμ Ιντρίζι (Shpetim Idrizi) και ο Φεστίμ Λάτο (Festim Lato). Μικρές ομάδες «Τσάμηδων» πραγματοποίησαν για πρώτη φορά διαδηλώσεις κατά τις επισκέψεις του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά το 2016 και το 2018, οπότε και συζητήθηκε όλο το φάσμα των ελληνο-αλβανικών σχέσεων.
Ο Ιντρίζι δεν παρουσιάζει πολιτική σταθερότητα. Την περίοδο 1998-2004 είχε σχέσεις με το Σοσιαλιστικό Κόμμα υπό τον Φάτος Νάνο (Fatos Nano) και το 2009 εκλέχθηκε βουλευτής με το ίδιο Κόμμα υπό τον Έντι Ράμα (Edi Rama). Tο 2013 κατέβηκε αυτόνομα και εξέλεξε 4 βουλευτές, στους οποίους προστέθηκε και μια πέμπτη, και συνεργάσθηκε με το Δημοκρατικό Κόμμα του Μπερίσα. Το Μάιο του 2015, συναντήθηκε με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που επισκεπτόταν την Αλβανία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να λάβει το όνομά του έντονη προβολή. Αμέσως, άλλαξε στρατόπεδο και έγινε πάλι εταίρος του Ράμα. Εκλέχθηκε μάλιστα αντιπρόεδρος της αλβανικής Βουλής.
Στις εκλογές του 2017, το κόμμα εξέλεξε τρεις βουλευτές στο αλβανικό Κοινοβούλιο, αλλά ο Ιντρίζι δεν εκλέχθηκε.
O Φεστίμ Λάτο παρουσιάστηκε έξω από το Διεθνές Δικαστήριο στη Χάγη μάλιστα δύο φορές στις 11 Φεβρουαρίου και στις 17 Μαΐου 2016 ότι τάχα μετέβη να καταθέσει φάκελο για αναγνώριση της γενοκτονίας των «Τσάμηδων», τον επαναπατρισμό των απελαθέντων και την επιστροφή της ακίνητης περιουσίας τους, ενώ επιπλέον έκανε λόγο για διάπραξη εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας από τις ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου 1913-1945.
Πολιτικοί και Έλληνες μειονοτικοί στα Τίρανα έκαναν γνωστό ότι στην πραγματικότητα πολύ πιθανόν να μην έχει κατατεθεί καν προσφυγή, αφού δεν έχει γίνει καμία ενέργεια τα τελευταία δύο έτη.
Η πολιτική πραγματικότητα
Οι αλβανικές κυβερνήσεις μετά το 1945, ακόμη και μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος το 1991, δεν διατύπωσαν ποτέ επίσημα «ζήτημα Τσάμηδων». Μόλις πρόσφατα, ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Αλβανίας Έντι Ράμα σε συνέντευξή του δήλωσε ότι εδαφικό θέμα Τσαμουριάς δεν υπάρχει, αλλά ότι πρέπει να εξετασθεί το ότι οι Τσάμηδες έχουν το δικαίωμα να ταξιδέψουν και να επισκεφθούν την Ελλάδα, όπου γεννήθηκαν κάποιοι από αυτούς ή πρόγονοί τους, ή το ότι αυτοί και τα παιδιά τους πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν περιουσιακά δικαιώματα δια της δικαστικής οδού. Η ελληνική πλευρά έχει ξεκαθαρίσει σε όλα τα επίπεδα ότι «ζήτημα Τσάμηδων» δεν υφίσταται. Ο ισχυρισμός ότι από την Ελλάδα εκδιώχθηκαν 30-35.000 «Τσάμηδων» καταρρέει από τα δεδομένα των απογραφών του 1928 και του 1940, αφού ο αριθμός των αλβανοφώνων στην Ελλάδα δεν υπερέβη συνολικά ποτέ τις 17.000.
Καταπίπτει, επίσης, εάν εξετασθεί σε συνδυασμό με την άλλη δήλωσή τους ότι το 1944 «δολοφονήθηκαν 4.000 Τσάμηδες» από τους Έλληνες. Εξετάζοντας τα συγκριτικά στοιχεία του πληθυσμού, μεταξύ 1945 και 2011, ο πληθυσμός της Αλβανίας αυξήθηκε τρεις φορές και, σύμφωνα με τη Διεθνή Τράπεζα, το 2016 υπολογιζόταν σε 2,876 εκατομμύρια. Εάν το 1944 αποχώρησαν περίπου 10-15.000 Τσάμηδες, δεν μπορεί το σύνολο των περίπου 70.000 ψήφων, που το κόμμα PDIU του Ιντρίζι έλαβε στις εκλογές του 2017 και αντιπροσωπεύει 4% του πληθυσμού της χώρας, να είναι απόγονοί τους, γιατί τότε οι Τσάμηδες αυξήθηκαν κατά 5-6 φορές. Απλά, λόγω των μικτών γάμων είναι αδύνατο να ελεγχθεί σε ποιο αριθμό ανέρχονται οι πραγματικοί απόγονοι των Τσάμηδων, που διέφυγαν το 1944. Η αναγνώριση της Ελλάδος από ελληνικά ή ξένα δικαστήρια ως τόπου γέννησης ορισμένων Αλβανών πολιτών δεν έχει κάποια συνέπεια για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από τους ίδιους ή τους απογόνους τους.
Η απόδοση και αφαίρεση της ιθαγένειας είναι αποκλειστικό δικαίωμα της Ελλάδος, σύμφωνα με τον Κώδικα περί Ιθαγενείας, και κανένας δεν μπορεί να της το επιβάλλει, ιδίως όταν το δικαίωμα αφορά σε πρόσωπα, που έχουν χάσει την ιδιότητα με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, ή απογόνους τους. Η διεθνής νομοθεσία για τα ανθρώπινα δικαιώματα εμποδίζει μόνο την αυθαίρετη αφαίρεση της ιθαγένειας, πράγμα που δεν συνέβη στην περίπτωση των Τσάμηδων, οι οποίοι τη στερήθηκαν μετά από αποφάσεις δικαστηρίων, γιατί παρέβησαν τους νόμους που ίσχυαν τότε στην Ελλάδα. Κατά τον ίδιο τρόπο οι Τσάμηδες στερήθηκαν και των περιουσιών τους, οι οποίες δημεύθηκαν αφού έφυγαν εκούσια από την Ελλάδα και δεν είχαν πρόθεση να επιστρέψουν σε αυτή. Ομοίως, δεν τίθεται θέμα προστασίας κάποιας «μειονότητας Τσάμηδων», αφού κατά τα έτη που ήσαν στην ελληνική επικράτεια (1912-44) δεν τους είχε αναγνωρισθεί τέτοιο δικαίωμα με διεθνή συνθήκη, ούτε υφίσταται πλέον τέτοια οργανωμένη κοινότητα στην Ελλάδα. Ειδικότερα όσον αφορά στις κατηγορίες κατά της Εκκλησίας, θα πρέπει να σημειωθεί η μεγάλη θυσία των κληρικών της μητρόπολης Παραμυθίας.
Στη διάρκεια της κατοχής ιερές μονές, ναοί και ιδρύματα είχαν καταστραφεί, κατασχεθεί ή καταληφθεί. Ο μητροπολίτης Δωρόθεος παρέλαβε το 1943 ένα χάος, καθώς ο πραγματικός προκάτοχός του Γεώργιος είχε εκδιωχθεί το 1942 και στον εκλεγμένο μητροπολίτη Κύριλλο δεν είχε επιτραπεί η μετάβαση στην έδρα του από Ιταλούς και Τσάμηδες. Και είναι αισχρό να χρησιμοποιούνται εναντίον του Δωροθέου, που έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, επιχειρήματα που χρησιμοποίησαν αργότερα οι Απριλιανοί δικτάτορες για να αλώσουν την Εκκλησία, όπως το θέμα του μεταθετού. Το θέμα της ψευδούς κατηγορίας από ένα Βρεταννό ότι ο μητροπολίτης Δωρόθεος έλαβε μέρος στη λεηλασία περιουσιών των Τσάμηδων, υποκρύπτει μια άλλη αλήθεια: ότι αντάρτες άρπαξαν τα μουλάρια με εκκλησιαστικά είδη από κατεστραμένα μοναστήρια και εκκλησίες, που μεταφέρονταν για ασφάλεια στην Παραμυθιά. Τέλος, η υπάρχουσα παραφιλολογία για τη δήθεν «γενοκτονία», που υποστηρίζεται από τους Τσάμηδες αλλά και επιγόνους των πολιτικών αντιπάλων του Ναπολέοντα Ζέρβα δεν έχει ούτε περιεχόμενο ούτε ουσία, γιατί βασίζεται σε παραπληροφόρηση, εξ αιτίας του Εμφυλίου Πολέμου. Ενώ εξαίρεται ο τοπικός ΕΛΑΣ για την παρουσία αριστερών Μουσουλμάνων στις τάξεις του και τη μικρή δράση του, λησμονείται ότι η παρουσία του ΕΔΕΣ απέτρεψε την πραγματική γενοκτονία σε βάρος των Ελλήνων Χριστιανών. Το δυστύχημα είναι ότι οι Έλληνες αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ συγκρούσθηκαν μεταξύ τους, γιατί οι πολιτικοί καθοδηγητές τους αγωνίζονταν και για το ποιος θα επικρατούσε την επόμενη μέρα της απελευθέρωσης.
Η «Σύμβαση για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας» του ΟΗΕ της 9 Δεκεμβρίου 1948 τέθηκε σε ισχύ την 12 Ιανουαρίου 1951. Γενοκτονίες που έλαβαν χώρα πριν την ισχύ της, όπως οι πραγματικές γενοκτονίες των Ελλήνων και Αρμενίων της Μικράς Ασίας και των Εβραίων κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν εκδικάσθηκαν σύμφωνα με αυτήν. Δεν ισχύει επίσης για την ανύπαρκτη «γενοκτονία των Τσάμηδων» του 1944 και οι όποιες διακηρύξεις τους είναι για λόγους εντυπώσεων και μόνο. Σημειώνεται ότι οι Γερμανοί, Ιταλοί και Ιάπωνες εγκληματίες πολέμου δικάσθηκαν και καταδικάσθηκαν από διεθνή δικαστήρια, επειδή, διαρκούντος του πολέμου, οι ηγέτες των Συμμάχων είχαν θέσει το νομικό πλαίσιο των εγκλημάτων (διακηρύξεις Ατλαντικού 9-10 Αυγούστου 1941, Καζαμπλάνκας 14-24 Ιανουαρίου 1943 και Τεχεράνης 28 Νοεμβρίου-1 Δεκεμβρίου 1943), περιλαμβανομένης της εθνικής εκκαθάρισης και, συνεπώς, οι εγκληματίες ήσαν ενήμεροι για την τιμωρία, που τους ανέμενε, και δεν παραβιάσθηκε το θέσφατο του ρωμαϊκού δικαίου «nullum crimen, nulla poena sine lege-δεν υφίσταται αδίκημα, δεν επιβάλλεται ποινή χωρίς νόμο».
Με μια τελική νηφάλια προσέγγιση των γεγονότων, διαπιστώνεται ότι οι Τσάμηδες δεν έπεσαν θύματα ούτε του ΕΔΕΣ, ούτε της Ελλάδος, ούτε της Χριστιανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έλαβαν μέρος στον πόλεμο από λάθος πλευρά, συμμετείχαν σε εκτεταμένες βιαιότητες σε βάρος της πλειονότητας του ελληνικού πληθυσμού στη διάρκεια της κατοχής και, εμπρός στον κίνδυνο να βρεθούν κυκλωμένοι και χωρίς ελπίδα ειρηνικής συμβίωσης με τους Έλληνες, αποχώρησαν μαζύ με τα γερμανικά στρατεύματα, τα οποία υποχωρούσαν και με τα οποία είχαν συμπολεμήσει. Το ίδιο ακριβώς συνέβη με Γερμανούς της ανατολικής Βαλτικής και της Τσεχίας, Ουνίτες της Ουκρανίας, Ρώσους του Καρλοβικίου της Σερβίας και άλλους που είδαν τους Γερμανούς ως απελευθερωτές. Όλες αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες ουδέποτε επέστρεψαν στις αρχικές τους πατρίδες και στερήθηκαν οριστικά των περιουσιακών τους στοιχείων, τα οποία δεν τους αποδόθηκαν ούτε μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων στις χώρες αυτές τη δεκαετία του 1990.
Πηγή: Himara.gr | Ειδήσεις απ' την Βόρειο Ήπειρο

Ο Όθωνας Κ. Κυπριωτάκης παρακολούθησε μεταπτυχιακά μαθήματα στο Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών Σπουδών του γαλλόφωνου Ελεύθερου Πανεπιστήμιου Βρυξελλών. Υπηρέτησε τη θητεία του στο Πολεμικό Ναυτικό (1981-83). Στη συνέχεια, σταδιοδρόμησε ως μόνιμος Ανθυπολοχαγός Διερμηνέας. Μεταξύ των ετών 2009- 17, διατέλεσε Διευθυντής Γραμματειακής και Μεταφραστικής Υποστηρίξεως του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ/ΔΓΜΥ). Προήχθη μέχρι το βαθμό του Ταξιάρχου. Αποστρατεύθηκε την 19 Μαρτίου 2017. Έχει συμμετάσχει σε αποστολές στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αλβανία και την Ουκρανία, και υπό συνθήκες εκστρατείας στη Βοσνία, το Κοσσυφοπέδιο και το Αφγανιστάν. Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και δημοσίευσε άρθρα σε στρατιωτικά περιοδικά. Ομιλεί τις γλώσσες Αγγλική, Γαλλική και Ιταλική.


Πηγή: Himara.gr | Ειδήσεις απ' την Βόρειο Ήπειρο


militaire.gr
himara.gr
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

 

ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

http://4.bp.blogspot.com/_NuhZMDR5O28/S_qK4rCNqWI/AAAAAAAAATQ/FgeBEEMBpt0/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.