Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

ΕΠΟΣ ΤΟΥ ''40, ΚΑΛΠΑΚΙ : ΠΩΣ Η VIII ΜΕΡΑΡΧΙΑ ΣΥΝΕΤΡΙΨΕ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ

Ψηλὰ στὴν Ἤπειρο, ὁ χειμώνας εἶχε ἤδη ἔρθει. Στὰ Ἰωάννινα, ὁ διοικητὴς τῆς VΙΙΙ Μεραρχίας Πεζικοῦ (ΜΠ), ὁ ὑποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμῆτρος, βρισκόταν στὸ γραφεῖο του.
Ἡ ὥρα εἶχε περάσει, ἀλλὰ ὁ ἔμπειρος στρατηγός, μαζὶ μὲ τοὺς ἐπιτελεῖς του, βρίσκονταν σκυμμένοι ἐπάνω ἀπὸ τοὺς ἁπλωμένους χάρτες τους, μελετώντας τους καὶ ἀνταλλάσσοντας μόνο τὰ ἀπαραίτητα λόγια.
Ὁ μέραρχος εἶχε ἐνημερώσει τοὺς ἐπιτελεῖς του γιὰ τὴν ἀναφορὰ τοῦ διοικητῆ τοῦ Ἀποσπάσματος Πίνδου, τοῦ Δαβάκη, ὁ ὁποῖος ἦταν βέβαιος ὅτι ἡ ἰταλικὴ εἰσβολὴ ἤταν ζήτημα ὡρῶν.
Μέσα στὴ νύχτα ἔφτασε στὸ γραφεῖο τοῦ μέραρχου καὶ ὁ συνταγματάρχης Μαυρογιάννης. Ἦταν ὁ διοικητὴς πυροβολικοῦ τῆς Μεραρχίας, ἀλλὰ καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπιμελήθηκε τὴν ὀργάνωση τοῦ ἐδάφους στὴ ζώνη εὐθύνης της. …

Ὁ συγκεκριμένος ἀξιωματικὸς ὑπῆρξε σὲ μεγάλο βαθμὸ ὁ θεμελιωτὴς τῆς νίκης τοῦ Καλπακίου. Ὁλόκληρο τὸ καλοκαίρι τοῦ 1940 περιέτρεχε τὴ ζώνη τῆς Μεραρχίας βάσει τῶν ἐντολῶν ποὺ εἶχε δώσει στὸ ΓΕΣ ὁ πρωθυπουργὸς Ἰωάννης Μεταξάς.

Ὁ Μαυρογιάννης ἔκανε μεγάλο ἔργο: Κατόπτευε. Σχεδίαζε.
Μὲ τὴν ἀμέριστη συμπαράσταση τῶν κατοίκων, εἶχε κατορθώσει νὰ ὀργανώσει ἄριστα τὸ ἔδαφος. Κατασκευάστηκαν 269 πολυβολεῖα ἀντοχῆς σὲ πλήγματα...
ὀβίδων τουλάχιστον τῶν 75 χιλ., 20 διπλὰ πολυβολεῖα σκαμμένα στοὺς βράχους, 16 θέσεις τάξης πυροβόλων, καὶ 30 καταφύγια γιὰ τοὺς πυροβολητές, τὰ κτήνη καὶ τὰ πυρομαχικά, 15 πυροβολεῖα ἀντοχῆς σὲ πλήγματα τουλάχιστον τῶν 105 χιλ. Ἀνοίχτηκαν χαρακώματα συνολικοῦ μήκους 66 χλμ. καὶ στρώθηκαν ζῶνες συρματοπλέγματος μήκους 5.700 μ., κατασκευάστηκαν 110 σκέπαστρα προστασίας τοῦ πεζικοῦ, συνολικῆς χωρητικότητας 3.500 ἀνδρῶν, 10 ἐνισχυμένα παρατηρητήρια, ὑπόγεια τηλεφωνικὰ κέντρα, ἀντιαρματικὲς τάφροι συνολικοῦ μήκους 4,5 χλμ. καὶ 26 ἀντιαρματικὰ  φράγματα μὲ σιδηροτροχιές.

Ἐπίσης, στρώθηκαν ναρκοπέδια καὶ ὑπονομεύτηκαν ὅλες οἱ γέφυρες στὴ ζώνη προκάλυψης τῆς Μεραρχίας, ἐνῶ ἀνοίχθηκαν καὶ πολλαπλὲς ζῶνες χαρακωμάτων, ὥστε νὰ διασπείρονται τὰ ἐχθρικὰ πυρά. Οἱ ἀφανεῖς ἥρωες τοῦ τεράστιου αὐτοῦ ἐπιτεύγματος ἦταν οἱ ἁπλοὶ κάτοικοι τῆς Ἠπείρου, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονταν χωρὶς ἀμοιβὴ ἐπὶ πέντε ἡμέρες κάθε μήνα, κατασκευάζοντας «προχώματα γιὰ τὰ παιδιά μας, ποὺ θὰ πολεμήσουν γιὰ τὴν πατρίδα», ὅπως ἔλεγαν οἱ ἴδιοι στὸν στρατηγὸ Κατσιμῆτρο.

Ὁ Μαυρογιάννης παρουσιάστηκε στὸν μέραρχο καὶ ἐπιβεβαίωσε τὶς ὑπάρχουσες πληροφορίες. Ὁ Κατσιμῆτρος ἄλλωστε ἦταν πάντα καλὰ πληροφορημένος, ἔχοντας ἐγκαταστήσει, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ δασκάλου τοῦ χωριοῦ Μολυβδοσκέπαστη Σταύρου Γκατσόπουλου, ἐκτεταμένο δίκτυο πρακτόρων ἐντός τοῦ ἀλβανικοῦ ἐδάφους. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ γνώριζε τὰ πάντα σχετικὰ μὲ τὶς μετακινήσεις τῶν ἰταλικῶν δυνάμεων ἐντός τῆς Ἀλβανίας.
Οἱ Ἰταλοὶ εἶχαν ἤδη συγκεντρωθεῖ στὰ σύνορα. Ἡ εἰσβολὴ δὲν θὰ ἀργοῦσε νὰ πραγματοποιηθεῖ. Μόλις ὁλοκληρώθηκε ἡ σύσκεψη, ὁ  Κατσιμῆτρος τηλεφώνησε στὴν Ἀθήνα, στὸ Γενικὸ Ἐπιτελεῖο Στρατοῦ (ΓΕΣ). Τοῦ ἀπάντησε ὁ ἀντισυνταγματάρχης Κορώζης.

Ὁ Κατσιμῆτρος χωρὶς νὰ χάσει χρόνο εἶπε στὸν Κορώζη: «Ἀναφέρετε, παρακαλῶ, κ. Κορώζη, στὸν κ. Ἀρχηγὸ τοῦ ΓΕΣ ὅτι ἡ προσωπική μου γνώμη εἶναι ὅτι αὔριο τὸ πρωί, ἴσως δὲ καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύκτας 27ης πρὸς τὴν 28η Ὀκτωβρίου, θὰ ἔχουμε ἰταλικὴ ἐπίθεση. Ἡ Μεραρχία θὰ ἐκτελέσει τὸ καθῆκον της πρὸς τὴν πατρίδα, σύμφωνα μὲ τὶς διαταγὲς καὶ τὶς ὁδηγίες τοῦ ΓΕΣ. Μπορῶ νὰ διαβεβαιώσω ὑπευθύνως τὸν κ. Ἀρχηγὸ -καὶ τὸ τονίζω  ἰδιαιτέρως αὐτὸ- ὅτι δὲν θὰ περάσουν οἱ Ἰταλοὶ ἀπὸ τὸ Καλπάκι».

«Μάλιστα Στρατηγέ μου, θὰ ἀναφέρω τὰ ἀνωτέρω στὸν κ. Ἀρχηγὸ καὶ θὰ τονίσω ἰδιαιτέρως τὴ σοβαρή σας διαβεβαίωση. Εὔχομαι, Στρατηγέ μου, καλὴ ἐπιτυχία», ἀπάντησε συγκινημένος ὁ Κορώζης.
Ὁ Κατσιμῆτρος δὲν ἀνῆκε στοὺς ἁπλῶς ρομαντικοὺς καὶ φιλοπάτριδες ἀξιωματικούς. Εἶχε συμμετάσχει σὲ πέντε πολέμους καὶ εἶχε τεράστια ἐμπειρία.

Ἡ διαβεβαίωσή του λοιπὸν πρὸς τὸν Παπάγο ὅτι οἱ Ἰταλοὶ δὲν πρόκειται νὰ διασπάσουν τὴν κύρια γραμμὴ ἄμυνας τῆς Μεραρχίας, τὴ λεγόμενη τοποθεσία Ἐλαίας-Καλαμᾶ, εἶχε ἰδιαίτερη βαρύτητα.
Αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴ διαταγὴ ἐπιχειρήσεων ποὺ εἶχε ἐκδώσει, ἤδη ἀπὸ τὶς 23 Σεπτεμβρίου 1940. «Ἡ Μεραρχία ἔχει ἀποφασίσει νὰ παρασύρει τὸν ἀντίπαλο ἐπὶ τῆς ὀργανωμένης τοποθεσίας Ἐλαίας καί, ἀφοὺ  ἐπιφέρει σὲ αὐτὸν φθορά, μὲ γενικὴ ἀντεπίθεση θὰ ἐπιδιώξει νὰ τὸν ἀπορρίψει πέρα ἀπὸ τὰ σύνορα, ἀποκόπτοντας τὸν ἀπὸ τὶς γραμμὲς τῶν συγκοινωνιῶν καὶ τοῦ ἐφοδιασμοῦ του.

Ἀξιώνω καὶ ἀπαιτῶ ὅπως ἐνστερνιστεῖτε ὅλοι τὸ πνεῦμα τῆς διαταγῆς αὐτῆς, βαθμοφόροι καὶ στρατιῶτες παντὸς Ὅπλου καὶ Σώματος καὶ ὅλες οἱ διοικήσεις καὶ τὰ ἐπιτελεῖα…

Ἐνθυμούμενοι τὴν Ἱστορία καὶ τὶς παραδόσεις μας, ἂς δείξουμε στοὺς πιθανοὺς ἀντιπάλους μας ὅτι οὔτε τὸ πλῆθος οὔτε ἡ ὑλικὴ ἰσχὺς φέρνουν τὴ νίκη, ἀλλὰ οἱ ψυχικὲς δυνάμεις καὶ ἡ στερεὰ  πεποίθηση σὲ αὐτὴν καὶ στὸ δίκαιο τοῦ ἀγώνα μας, γιατί θὰ ἀγωνιστοῦμε ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν.

Ἡ τιμὴ τῶν ἑλληνικῶν ὅπλων ἀπαιτεῖ, ὅπως κάθε τμῆμα, σὲ ὁποιαδήποτε κατάσταση καὶ ἂν βρεθεῖ, νὰ πολεμήσει μέχρι τοῦ τελευταίου ἀνδρὸς καὶ τοῦ τελευταίου φυσιγγίου, καὶ νὰ θυσιαστεῖ, ἀλλὰ οὐδέποτε νὰ παραδοθεῖ» (ὑπογραφή: Κατσιμῆτρος).
Ὁ Κατσιμῆτρος εἶχε ἐπεξεργαστεῖ ἀπὸ καιρὸ λοιπὸν τὰ σχέδια ἄμυνας τῆς Μεραρχίας. Ἡ ἀποστολὴ του ἦταν ἐξαιρετικὰ δύσκολη, καθὼς ἡ Μεραρχία ὄφειλε νὰ ἀμυνθεῖ μετώπου μήκους 100 χλμ. μὲ 15 τάγματα πεζικοῦ, 2 τάγματα πολυβόλων, 66 πυροβόλα -ὀρειβατικά, πεδινὰ καὶ συνοδείας πεζικοῦ- τὴ μεραρχιακῆ ὁμάδα ἀναγνώρισης, μία ἀντιαεροπορικὴ πυροβολαρχία τῶν 37 χιλ. (4 πυροβόλα), μία ἀντιαεροπορικὴ πυροβολαρχία τῶν 20 χιλ. (6 πυροβόλα), μία ἀντιαρματικὴ πυροβολαρχία τῶν 37 χιλ. (4 πυροβόλα), μία ἀντιαεροπορικὴ πυροβολαρχία τῶν 88 χιλ. (3 πυροβόλα), ἡ  ὁποῖα κάλυπτε τὴν πόλη τῶν Ἰωαννίνων, 2 λόχους Μηχανικοῦ καὶ 3 λόχους Διαβιβάσεων.
Οἱ Ἰταλοὶ ἀπέναντί του εἶχαν συγκεντρώσει ἰσχυρὲς δυνάμεις. Ἐνταγμένες στὸ ΧΧV Σῶμα Στρατοῦ -τὸ λεγόμενο τῆς «Τσαμουριᾶς»- οἱ Ἰταλοὶ διέθεταν τὴν ἐνισχυμένη 23η ΜΠ Φεράρα (47ο καὶ 48ο Συντάγματα Πεζικοῦ, δύο τάγματα Ἀλβανῶν, ἕνα μηχανοκίνητο τάγμα Βερσαλλιέρων, τὴν 3/131 Ἐπιλαρχία μὲ 50 ἐλαφρὰ ἅρματα, ἕνα τάγμα ὅλμων, μία ἐπιλαρχία ἱππικοῦ, 48 βαριὰ πυροβόλα, 68 ἐλαφρὰ πυροβόλα, ἕνα λόχο μοτοσικλετιστῶν, μία μοίρα ἀντιαεροπορικῶν πυροβόλων τῶν 20 χιλ.,  ἀντιαρματικὸ οὐλαμὸ τῶν 47 χιλ., στοιχεῖα μηχανικοῦ μὲ ὑλικὸ γεφυροσκευῆς, συνολικὴ δύναμη 21.000 ἀνδρῶν), τὴν 51η ΜΠ Σιέννα (31ο καὶ 32ο Συντάγματα Πεζικοῦ καὶ ἕνα σύνταγμα ἱππικοῦ.

Ἐπίσης ἕνα τάγμα Ἀλβανῶν, ἕνα τάγμα Μελανοχιτώνων, ἕνα τάγμα ὅλμων, 24 βαριὰ πυροβόλα, 56 ἐλαφρὰ πυροβόλα καὶ στοιχεῖα μηχανικοῦ, συνολικῆς δύναμης 12.500 ἀνδρῶν), τὴν 131η Τεθωρακισμένη Μεραρχία (ΤΘΜ) «Κένταυρος» (μία ἐπιλαρχία ἁρμάτων μὲ 40 ἅρματα, ἕνα μηχανοκίνητο τάγμα Βερσαλλιέρων, 24 ἐλαφρὰ πυροβόλα, μία ἀντιαρματικὴ πυροβολαρχία τῶν 47 χιλ. μὲ 8 πυροβόλα, μία  ἀντιαεροπορικὴ Μοίρα τῶν 20 χιλ. μὲ 16 πυροβόλα καὶ ἕνα λόχο μοτοσικλετιστῶν, μὲ συνολικὴ δύναμη 2.200 ἀνδρῶν), τὴ Μεραρχία Ἱππικοῦ (ΜΙ) μὲ δύο συντάγματα ἱππικοῦ, ἕνα σύνταγμα Γρεναδιέρων (3 τάγματα), ἕνα τάγμα Ἀλβανῶν καὶ 24 ἐλαφρὰ πυροβόλα, συνολικῆς δύναμης 5.500 ἀνδρῶν.

Συνολικά, οἱ Ἰταλοὶ ἀνέπτυξαν ἀπέναντι στὴν VIII ΜΠ περὶ τοὺς 42.000 ἄνδρες, μὲ 244 πυροβόλα κάθε διαμετρήματος καὶ 90 ἅρματα μάχης. Θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς ἀδικήσει κανεὶς γιὰ τὴ βεβαιότητα ποῦ εἶχαν γιὰ τὴ νίκη; Μᾶλλον, ὄχι.
Ὡστόσο, σὲ κάθε περίπτωση, ὁ Κατσιμῆτρος εἶχε ἀντίθετη γνώμη. Ἔχοντας νὰ καλύψει ἕνα τεραστίου ἀναπτύγματος μέτωπο μὲ τὶς δυνάμεις ποὺ διέθετε, ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσει ἔξυπνα.
Καταρχᾶς, θὰ ἐπιχειροῦσε νὰ ἐπιβραδύνει τὴν ἐχθρικὴ προέλαση, κυρίως γιὰ νὰ προκαλέσει φθορὰ στὸν ἐχθρό, πρὶν ὁ ὄγκος του φτάσει ἐνώπιον τῆς κύριας γραμμῆς ἀντίστασης.
Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ἀνέπτυξε τὸ 1/3 τῶν δυνάμεών του στὴν προκάλυψη (5 τάγματα πεζικοῦ, 2 πυροβολαρχίες τῶν 75 χιλ. καὶ 6 πυροβόλα συνοδείας τῶν 65 χιλ.), σὲ ὅλο τὸ μῆκος τῆς μεθορίου, ἀπὸ τὴν Κόνιτσα  ἕως τὸ Ἰόνιο.

Τὸν κεντρικὸ τομέα τὸν ἐμπιστεύτηκε στὸν ἀντισυνταγματάρχη Μαρδοχαῖο Φριζή, στὸν ὁποῖο διέθεσε τὸ 1/15 Τάγμα Πεζικοῦ (ΤΠ), τὸ 2/42 Τάγμα Εὐζώνων (ΤΕ), μία πυροβολαρχία τῶν 75 χιλ., ἕναν οὐλαμὸ τῶν 65 χιλ. ὑπὸ τὸν ταγματάρχη πυροβολικοῦ Κ. Βερσή, μία πυροβολαρχία τῶν 75 χιλ. καὶ δύο οὐλαμοὺς τῶν 65 χιλ. ὑπὸ τὸν ταγματάρχη τοῦ πυροβολικοῦ Δ. Κωστάκη.

Οἱ δύο αὐτοὶ ἀξιωματικοί τοῦ πυροβολικοῦ ἀξίζουν εἰδικῆς μνείας. Ἄριστοι ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ δύο, ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα τοῦ πολέμου μέχρι τὴ συνθηκολόγηση, εἶχαν καταστεῖ ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τοῦ Ἰταλικοῦ Στρατοῦ.

Ὑποστήριζαν μὲ τέτοια ἐπιτυχία τὸ πεζικό, ποὺ ἔγιναν θρύλοι, καὶ στὰ δύο στρατόπεδα. Ἕνα «μνημεῖο» τῆς δράσης τοῦ Κωστάκη ὑπάρχει ἀκόμα καὶ σήμερα στὸ μουσεῖο τοῦ Ἀργυροκάστρου.

Πρόκειται γιὰ ἕνα ἰταλικὸ πυροβόλο, μὲ μία ἑλληνικὴ ὀβίδα σφηνωμένη στὴν κάννη του. Σκοπευτὴς ἦταν ὁ Κωστάκης! Τὰ τμήματα τῆς προκάλυψης εἴχαν  ὡς ἀποστολὴ νὰ ἐπιβραδύνουν τὶς ἐχθρικὲς κινήσεις, νὰ προκαλέσουν στὸν ἐχθρὸ τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ φθορὰ καὶ νὰ ἀποσυρθοῦν κατόπιν στὴν κύρια γραμμὴ ἀντίστασης, ὅπου θὰ ἀποτελοῦσαν τὶς ἐφεδρεῖες τῶν τομέων.

Ὅσον ἀφορᾶ τὴν κύρια γραμμὴ ἀντίστασης, αὐτὴ ἐκτεινόταν ἀπὸ τὴν Ἠγουμενίτσα μέχρι τὶς παρυφὲς τοῦ Σμόλικα. Ὁ Κατσιμῆτρος τὴ χώρισε σὲ τέσσερις τομεῖς. Ὁ πρῶτος, ἀπὸ ἀνατολικὰ πρὸς τὰ δυτικά, ἦταν ὁ τομέας Νεγράδων, χωρισμένος μὲ τὴ σειρά του σὲ τρεῖς ὑποτομεῖς, τοὺς Σουδενῶν, Καλπακίου καὶ Βροντισμένης.

Οἱ δυνάμεις τοῦ συγκεκριμένου τομέα κάλυπταν τὴν τοποθεσία-κλειδὶ τῆς μεραρχιακῆς διάταξης, τὴ διάβαση τοῦ Καλπακίου.
Τὸ Καλπάκι εἶναι μία στενὴ σχετικὰ διάβαση, ἀνάμεσα στὰ ὑψώματα Ἀσσόνισα (ἀνατολικὰ) καὶ Παλαιοκάστρο. Στήν  τοποθεσία, δεσπόζει τὸ βόρεια τῆς Ἀσσόνισας ὕψωμα Γκραμπάλα, ἐνῶ στὸν μοναδικὸ ὁδικὸ ἄξονα δεσπόζει τὸ ὕψωμα τοῦ Καλπακίου (ὕψωμα 493).

Ὑπῆρχαν δύο ὁδοί, ποὺ ἀπὸ τὸ ἀλβανικὸ ἔδαφος ὁδηγοῦσαν στὴν Ἑλλάδα. Οἱ δύο αὐτοὶ δρόμοι ὅμως συνέκλιναν λίγο βορειοτέρα τοῦ Καλπακίου καὶ ἑνώνονταν σὲ ἕναν. Ὅποιος ἤθελε νὰ κατευθυνθεῖ στὰ Ἰωάννινα, ἀπὸ ἐκεῖ ὄφειλε νὰ περάσει.

Ὁ Κατσιμῆτρος τὸ γνώριζε αὐτό, καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀποφάσισε νὰ δώσει τὴν κυρίως ἀμυντική του μάχη. Ἦταν βέβαιος πὼς ἂν οἱ Ἰταλοὶ δὲν διασποῦσαν τὴν τοποθεσία τοῦ Καλπακίου, δὲν θὰ ἀποτολμοῦσαν νὰ προελάσουν σὲ βάθος οὔτε στὸ πλευρὸ τῆς τοποθεσίας, πρὸς τὸ Ἰόνιο, ἐκεῖ ποὺ ἡ τοποθεσία παρουσίαζε τὴ  μεγαλύτερη ἀδυναμία της.

Στὸν τομέα Νεγράδων λοιπὸν ἔταξε ὁ στρατηγὸς δύο τάγματα τοῦ 15ου ΣΠ, τὸ 1/40 ΤΕ, ἕναν λόχο πολυβόλων, τὰ τέσσερα ἀντιαρματικὰ πυροβόλα ποὺ διέθετε καὶ τὸ 1ο Τάγμα Πολυβόλων. Οἱ δυνάμεις αὐτὲς ἐπρόκειτο νὰ σηκώσουν τὸ βάρος τοῦ ἀγώνα. Δυτικότερα, στὸν τομέα Καλαμά, διατέθηκαν τέσσερα τάγματα εὐζώνων τοῦ 40ου καὶ 42ου Συνταγμάτων Εὐζώνων, τὸ 2ο Τάγμα Πολυβόλων καὶ ἡ ὁμάδα ἀναγνώρισης ἱππικοῦ τῆς Μεραρχίας. Ἀκόμα πιὸ δυτικά, στὸν τομέα Θεσπρωτίας, διατέθηκαν δύο μόλις τάγματα πεζικοῦ (2/24 καὶ 3/24).

Ὁ φόβος ἰταλικῆς ἀπόβασης στὰ νῶτα τῆς τοποθεσίας, ἀνάγκασε τὸν Κατσιμῆτρο νὰ διαθέσει μέρος ἀπὸ τὶς μικρές του ἐφεδρεῖες στὸν τομέα Πρέβεζας-Φιλιππιάδας, οἱ δυνάμεις τοῦ ὁποίου (ἕνα τάγμα πεζικοῦ, ἕνας λόχος πολυβόλων, τέσσερα πυροβόλα τῶν 65 χιλ. καὶ τέσσερα τῶν 75 χιλ.) φρουροῦσαν τὴν ἀκτογραμμή.

Ἐφεδρεία τῆς μεραρχίας ὁρίστηκε τὸ 1/42 ΤΕ καὶ τὰ τμήματα τῆς προκάλυψης, πού, μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἐπιβραδυντικοῦ ἀγώνα, θὰ ἔπαιρναν θέσεις πίσω ἀπὸ τὴν τοποθεσία ἀντίστασης.
Στὶς 26 Ὀκτωβρίου, τὸ ἰταλικὸ ραδιόφωνο καὶ οἱ ἐφημερίδες ἄρχισαν νὰ ἐξαπολύουν μύδρους κατὰ τῆς Ἑλλάδας, μεταδίδοντας τὴν εἴδηση ὅτι ἑλληνικὲς «συμμορίες» εἰσέβαλαν στὸ ἀλβανικὸ ἔδαφος καὶ ἄνοιξαν πῦρ κατὰ ἰταλικῶν τμημάτων.

Σύμφωνα μὲ τοὺς Ἰταλούς, ἄλλες ἑλληνικὲς «συμμορίες» τοποθέτησαν βόμβα στοὺς Ἁγίους Σαράντα.
Τὸ συνοριακὸ ἐπεισόδιο ποὺ ζητοῦσε ὁ Μουσολίνι καὶ ἑτοίμασε ὁ Τσιάνο, ὁ πραγματικὸς ἐγκέφαλος πίσω ἀπὸ τὴν ἰταλικὴ ἐπίθεση κατὰ τῆς Ἑλλάδας, εἶχε συμβεῖ. Φυσικά, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι κανεὶς πολὺ ἀφελὴς γιὰ νὰ  πιστέψει τὰ ἰταλικὰ ψεύδη. Οἱ ἡμερήσιες διαταγὲς τῶν ἰταλικῶν μονάδων τὸ φανερώνουν:

«26 Ὀκτωβρίου 1940 – Μεραρχία Φεράρα»Ἀπὸ 19 μηνῶν, στὴν ὀχυρὴ καὶ τραχιὰ αὐτὴ γῆ τῆς Ἀλβανίας χαλυβδώνουμε τὰ ὄπλα καὶ τὶς καρδιὲς μας προσηλωμένοι πρὸς ἕναν σκοπό, ὁ ὁποῖος βρίσκεται πιὰ κοντά. Συγκεντρωμένοι σὲ ἕνα φάτσιο (δέσμη) ἐνεργειῶν καὶ θελήσεων, πεζοί, Μελανοχίτωνες, σκαπανεῖς, ὅλοι, Ἰταλοὶ καὶ Ἀλβανοί, προσηλώνουμε τὸ βλέμμα μας πρὸς τὴν Ἤπειρο. Θὰ κάνουμε νὰ λάμψει ἡ δάφνη τῆς Φεράρα. Μὲ αὐτὴ τὴν πεποίθηση σᾶς κραυγάζω τὴν ἰαχὴ τοῦ ἀγώνα ποὺ εἶναι “Νίκη”. Ἦρθε ἡ ἡμέρα μας καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ νικήσουμε.» Λ. Τζανίνι ὑποστράτηγος».
Πίσω στὰ Ἰωάννινα, ὁ Κατσιμῆτρος, μὲ ἀπόλυτη ψυχραιμία, ἔδωσε τὶς τελικὲς διαταγές. Κατόπιν, ἐπέτρεψε νὰ ἀποχωρήσουν ὅσοι ἀξιωματικοὶ δὲν εἶχαν ὑπηρεσία, καὶ ἀνέβηκε στὸν δεύτερο ὄροφο τοῦ κτιρίου τοῦ στρατηγείου τῆς Μεραρχίας, ὅπου βρισκόταν τὸ σπίτι του. Πρὶν ἀναπαυθεῖ, μίλησε τηλεφωνικὰ μὲ ὅλους τούς διοικητὲς τῶν τμημάτων τῆς προκάλυψης. Ὕστερα, ἥσυχος, ξάπλωσε.
«Τὰ ἡμέτερα τμήματα προκαλύψεως ἀμύνονται τοῦ πατρίου ἐδάφους»

Στὶς 03.45 τῆς 28ης Ὀκτωβρίου στὸ σπίτι τοῦ μέραρχου ἀντήχησε τὸ κουδούνισμα τοῦ τηλεφώνου. Ἡ μικρὴ κόρη τοῦ στρατηγοῦ ἀπάντησε. Ἦταν ἀπὸ τὸ ΓΕΣ. Ζητοῦσαν ἐπειγόντως τὸν Κατσιμῆτρο.

Ὁ στρατηγὸς κατάλαβε.

Πῆρε τὸ ἀκουστικό. Ἦταν ὁ Κορώζης. Εἶπε στὸν Κατσιμῆτρο τί εἶχε συμβεῖ, γιὰ τὸ ἰταλικὸ τελεσίγραφο καὶ τὴν ἀπόρριψή του καὶ γιὰ τὴν ἐπικείμενη ἰταλικὴ εἰσβολή. Ὁ Κατσιμῆτρος ἀρκέστηκε νὰ ἀπαντήσει: «Ἀναφέρατε, παρακαλῶ, στὸν κ. ἀρχιστράτηγο ὅτι ἡ Μεραρχία θὰ ἐκτελέσει τὸ καθῆκον της πρὸς τὴν πατρίδα, ὅπως ἐπιβάλλει ἡ ἐθνικὴ τιμὴ  καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ αὐτὴ γνωρίζει». Ἀμέσως μετά, ὁ στρατηγὸς δρομολόγησε ὅλες τὶς ἀπὸ καιρὸ προετοιμασμένες κινήσεις του. Σὲ λίγες στιγμὲς ὁλόκληρη ἡ VΙΙΙ ΜΠ ἦταν σὲ ἑτοιμότητα.
Οἱ Ἰταλοὶ πάντως δὲν σεβάστηκαν οὔτε τὸ ἴδιο τους τὸ τελεσίγραφο. Ἡ ἰταλικὴ εἰσβολὴ στὴν Ἑλλάδα ἄρχισε ἤδη ἀπὸ τὶς 04.30 τῆς 28ης Ὀκτωβρίου, στὴν Ἤπειρο καὶ στὴν Πίνδο.

Ἔτσι, οἱ Ἰταλοὶ κατόρθωσαν νὰ σκοτώσουν ἕναν καὶ νὰ αἰχμαλωτίσουν τέσσερις Ἕλληνες στρατιῶτες.
Στὴ συντριπτικὴ πάντως πλειοψηφία τῶν περιπτώσεων, οἱ Ἰταλοὶ δὲν πέτυχαν αἰφνιδιασμό. Στὶς 05.30 τὸ πρωὶ τὸ πυροβολικὸ τους ἄρχισε καταιγιστικὸ βομβαρδισμὸ τῶν ἑλληνικῶν θέσεων τῆς τοποθεσίας προκάλυψης, ἰδίως κατὰ τῶν συγκοινωνιακῶν κόμβων καὶ τοῦ στενοῦ στὸ Χάνι Δελβινάκι. Ἀκολούθησε μαζικὴ εἰσβολὴ τοῦ ἰταλικοῦ πεζικοῦ, τὸ ὁποῖο ἀπώθησε τὰ ἑλληνικὰ φυλάκια.

Τὰ ἑλληνικὰ τμήματα τῆς προκάλυψης ἀποσύρθηκαν στὴν πρώτη τοποθεσία ἀνάσχεσης, καὶ ἄρχισαν μὲ πεῖσμα τὸν ἀγώνα. Παράλληλα, τὸ Μηχανικὸ ἀνατίναζε ὅλες τὶς γέφυρες καὶ τὶς ὁδούς, σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο καταστροφῶν. Μόνο ἡ γέφυρα στὸ Χάνι Μπουραζάνι δὲν ἀνατινάχτηκε, λόγω ἐλαττωματικῶν ἐκρηκτικῶν.

Οἱ ἑλληνικὲς δυνάμεις, ἕτοιμες, προετοιμασμένες, περίμεναν τοὺς Ἰταλοὺς καὶ τοὺς ὑποδέχτηκαν μὲ πυκνὰ πυρά. Οἱ ἰταλικὲς φάλαγγες, αἰφνιδιάστηκαν ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ πυρὰ καὶ εἶχαν τὶς πρῶτες τους ἀπώλειες.
Καθὼς ξημέρωνε, ἐμφανίστηκε καὶ ἡ Ἰταλικὴ Ἀεροπορία καὶ ἐκτέλεσε βομβαρδισμοὺς στὴ ζώνη ἐπιχειρήσεων, ἀλλὰ καὶ σὲ ἑλληνικὲς πόλεις, μὲ ἀπώλειες μεταξὺ τῶν ἀμάχων.
Τὴν Ἀεροπορία συναγωνίζεται καὶ τὸ πυροβολικό, τὸ ὁποῖο βομβάρδισε τὴν ἀνοχύρωτη κωμόπολη τῶν Φιλιατῶν, προκαλώντας πολλὰ θύματα μεταξὺ τῶν ἀμάχων. Ὁ ἀγώνας στην  πρώτη τοποθεσία ἀνάσχεσης συνεχίστηκε.
Σὲ πολλὲς περιπτώσεις, οἱ ἰταλικὲς δυνάμεις δὲν κατόρθωσαν νὰ θραύσουν τὴν ἀντίσταση τῶν ἀσθενῶν ἑλληνικῶν δυνάμεων, ὅπως στὸ Δελβινάκι, ὅπου ὁ λοχαγὸς Παπακώστας μὲ τοὺς ἄνδρες του ἀπέκρουσαν κάθε ἀπόπειρα τῶν Ἰταλῶν νὰ διεισδύσουν στὴν τοποθεσία.

Ὡστόσο, ἡ ἐχθρικὴ ἀριθμητικὴ ὑπεροχὴ ἀναγκάζει τὰ ἑλληνικὰ τμήματα νὰ συμπτυχθοῦν, γιὰ νὰ μὴν περικυκλωθοῦν. Στὸν τομέα Κόνιτσας-Μέρτζανης, ὁ Φριζὴς κρατᾶ τοὺς Ἰταλούς.

Γιὰ τὴ διάσπαση τῆς τοποθεσίας, οἱ Ἰταλοὶ ρίχνουν γιὰ πρώτη φορὰ στὴ μάχη τὰ ἅρματα μάχης τους. Περὶ τὰ 10 ἅρματα ἐπιτέθηκαν, βάλλοντας συνεχῶς μὲ τὰ πολυβόλα τους. Ξαφνικά, δύο ἀπὸ αὐτὰ βυθίστηκαν στὸ ἔδαφος.
Ἔπεσαν μέσα σὲ μία ἀπὸ τὶς ἀντιαρματικὲς τάφρους τοῦ Μαυρογιάννη. Τὰ ὑπόλοιπα προσπάθησαν νὰ περάσουν ἑκατέρωθεν τῆς τάφρου. Τότε ὅμως ἀκούστηκαν  ἐκρήξεις. Εἶχαν πέσει σὲ ναρκοπέδιο.
Ἄλλα δύο ἅρματα ἐξουδετερώθηκαν μὲ τὸν τρόπο αὐτό. Ὅσα ἀπέμειναν σταμάτησαν τὴν κίνησή τους. Τότε ἦρθε ἡ σειρὰ τῆς πυροβολαρχίας τοῦ Βερσῆ. Τὰ ἑλληνικὰ πυρὰ ἀποτελείωσαν ὅσα εἶχαν ἀπομείνει. Ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ  ἑλληνικοῦ πεζικοῦ ἦταν ἀπερίγραπτος. Οἱ ἄνδρες βγῆκαν ἀπὸ τὰ χαρακώματα καὶ ἄρχισαν νὰ φωνάζουν «Ἀέρα»!

Ὡστόσο, ἡ διαταγὴ τῆς Μεραρχίας ἦταν τὰ τμήματα προκάλυψης νὰ ὑποχωρήσουν σταδιακά. Ἔπρεπε αὐτὰ νὰ φθείρουν τὸν ἀντίπαλο, καὶ ὄχι τὰ ἴδια νὰ φθαροῦν ἀνεπανόρθωτα. Ὁ συνταγματάρχης Μαυρογιάννης, ἐπικεφαλῆς τοῦ δικτύου προκάλυψης τῆς Μεραρχίας, ἐπέβλεπε ἀπὸ κοντὰ τὸν ἀγώνα. Σὲ λίγο ὁ ἥλιος ἔγειρε, καὶ ἡ πρώτη μέρα τοῦ πολέμου ἔγινε πιὰ κομμάτι τῆς Ἱστορίας.
Τὸ πρῶτο ἀνακοινωθὲν τῆς ἡμέρας ἀνέφερε στερεότυπα: «Αἱ ἰταλικαὶ στρατιωτικαὶ δυνάμεις προσβάλλουν ἀπὸ τῆς 5.30 πρωινῆς τῆς σήμερον τὰ ἡμέτερα τμήματα προκαλύψεως τῆς  ἑλληνοαλβανικῆς μεθορίου. Αἱ ἠμέτεραι δυνάμεις ἀμύνονται τοῦ πατρίου ἐδάφους».

Ἡ πρώτη μέρα τοῦ ἀγώνα ἀναπτέρωσε ἀκόμα περισσότερο τὸ ἠθικὸ τῶν Ἑλλήνων. Ἀντιμετώπισαν μὲ θάρρος τοὺς Ἰταλούς, προκαλώντας τους μάλιστα σοβαρὲς ἀπώλειες. Ἰδιαίτερη σημασία εἶχε καὶ ἡ ἀντιμετώπιση τῶν ἰταλικῶν ἁρμάτων. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶχε μεγάλο ψυχολογικὸ ἀντίκτυπο στοὺς Ἕλληνες μαχητές. Ἔτσι, ὅταν ὁ μητροπολίτης Ἰωαννίνων Σπυρίδων ἐπισκέφθηκε τὰ μαχόμενα ἑλληνικὰ τμήματα γιὰ νὰ τὰ ἐμψυχώσει, βρέθηκε πρὸ ἐκπλήξεως.

Εἶπε μάλιστα γελώντας στὸν συνταγματάρχη Μαυρογιάννη ποὺ τὸν συνόδευε: «Μοῦ φαίνεται, Μαυρογιάννη, ὄτι  ἐδῶ ποὺ ἦρθα γιὰ νὰ δῶ τοὺς πολεμιστὲς καὶ νὰ τοὺς δώσω ἐγὼ θάρρος καὶ δύναμη, συνέβη τὸ ἀντίθετο, καὶ μοῦ ἐνέπνευσαν αὐτοὶ τόση δύναμη καὶ πίστη, ὥστε φεύγω ἥσυχος καὶ ἱκανοποιημένος».
Ἡ 29η Ὀκτωβρίου ξημέρωσε μὲ τοὺς Ἰταλοὺς νὰ βρίσκονται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὶς ἑλληνικὲς δυνάμεις. Μόνο στὸν παραλιακὸ τομέα, ἡ Μεραρχία διέταξε τὰ ἐκεῖ προκαλυπτικὰ τμήματα νὰ ἀπαγκιστρωθοῦν καὶ νὰ πάρουν θέσεις στὴν κύρια γραμμὴ ἄμυνας, στὴ νότια ὄχθη τοῦ Καλαμᾶ. Ἡ Ἰταλικὴ Ἀεροπορία συνέχισε τὴ δράση της, καὶ βομβάρδισε ἀκόμα καὶ τὸ στρατηγεῖο τῆς Μεραρχίας στὴ θέση Βρύση Πασά.

Εὐτυχῶς, οἱ Ἰταλοὶ βομβάρδισαν μόνο τὶς ἐγκαταλελειμμένες σκηνές, καθὼς ὁ Κατσιμῆτρος εἶχε μεταφέρει τὸ στρατηγεῖο τοῦ νότια του Καλπακίου. Στὸν παραλιακὸ  τομέα, οἱ Ἰταλοὶ ἐπιχείρησαν καὶ κατόρθωσαν νὰ περάσουν τὸν Καλαμά. Ἑλληνικὴ ἀντεπίθεση ὅμως τοὺς ἔριξε καὶ πάλι πίσω, στὴ βόρεια ὄχθη. Πίσω τους ἄφησαν 16 νεκρούς.

Στὸ Δελβινάκι ἐπίσης οἱ Ἰταλοί, πιστεύοντας ὅτι οἱ ἑλληνικὲς δυνάμεις εἶχαν ἀποσυρθεῖ, κινήθηκαν νὰ περάσουν τὴ στενωπὸ σὲ πυκνοὺς σχηματισμούς, συνοδεία ἀκόμα καὶ στρατιωτικῆς μουσικῆς.
Ἡ ἐπιτροπὴ ὑποδοχῆς, ὅμως, ἕνας λόχος εὐζώνων, ἐνισχυμένος μὲ δύο πολυβόλα, τοὺς ἀπάντησε δεόντως. Οἱ Ἰταλοὶ κυριολεκτικὰ ἀποδεκατίστηκαν, καὶ γιὰ πρώτη φορὰ τράπηκαν σὲ φυγή.
Ὕστερα ἀπὸ μία ὥρα, ἐκδήλωσαν ἐπίθεση κατὰ τῶν ἑλληνικῶν θέσεων, ἀλλὰ ἀποκρούστηκαν. Νοτιότερα, ὅμως, οἱ Ἰταλοὶ εἶχαν κατορθώσει νὰ ὑπερκεράσουν τὶς ἑλληνικὲς θέσεις.
Ἔτσι, ὁ Κατσιμῆτρος ἀποφάσισε νὰ διατάξει ὅλα τὰ τμήματα τῆς προκάλυψης νὰ ὑποχωρήσουν στὴν τοποθεσία ἀντίστασης. Ἐκεῖ θὰ ἀνασυγκροτοῦνταν καὶ θὰ ἀποτελοῦσαν τὶς ἐφεδρεῖες τῶν τομέων.


Ἤπειρος Προμαχοῦσα


Ἡ ἀπόσυρση τῶν ἑλληνικῶν προκαλυπτικῶν τμημάτων ἀποτέλεσε μία ἀκόμα πρώτου μεγέθους ἔκπληξη γιὰ τοὺς Ἰταλούς, οἱ ὁποῖοι μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀντιμετώπισαν ἰσχυρὴ ἀντίσταση.
Τὸ μέγεθος τοῦ αἰφνιδιασμοῦ τους ἦταν δὲ τέτοιο, ὥστε δὲν κατόρθωσαν νὰ λάβουν καν ἐπαφὴ μὲ τὶς ἑλληνικὲς γραμμές. Γιὰ 32 περίπου ὧρες, οἱ ἰταλικὲς δυνάμεις εἶχαν χάσει τὰ ἴχνη τῶν ἑλληνικῶν.

Μόνο τὸ ἑλληνικὸ πυροβολικό, ἔχοντας ἀπὸ πρὶν κανονίσει τὴ βολή του, ἔβαλλε, ὄχι πυκνά, μὰ ἐξαιρετικὰ εὔστοχα κατὰ εἰσβολέων. Στὸ μεταξύ, ὁ Κατσιμῆτρος εἶχε λάβει  καλὲς εἰδήσεις ἀπὸ τὸ ΓΕΣ.

Οἱ Βρετανοὶ θὰ κάλυπταν τὶς ἑλληνικὲς ἀκτὲς μὲ τὸ στόλο τους. Ἄρα, ἡ Μεραρχία μποροῦσε νὰ ἀποσύρει τὰ τμήματα ποὺ εἶχε ἀγκιστρώσει νὰ φρουροῦν τὶς ἀκτὲς καὶ νὰ τὰ διαθέσει στὴν κρίσιμη μάχη.
Ἔφτασε ἔτσι ἡ τελευταία μέρα τοῦ Ὀκτωβρίου. Ἀπὸ τὸ πρωὶ τῆς 31ης Ὀκτωβρίου, οἱ Ἰταλοὶ ἐπιδίωξαν νὰ λάβουν στενὴ ἐπαφὴ μὲ τὴν ἑλληνικὴ τοποθεσία ἀντίστασης. Δὲν τὸ κατόρθωσαν, ὅμως, καθὼς τὸ ἑλληνικὸ πυροβολικὸ τοὺς προκάλεσε συντριπτικὰ πλήγματα.

Οἱ Ἰταλοὶ ἐπικέντρωσαν τὴν προσπάθειά τους στὸν παραλιακὸ τομέα, ὅπου, μὲ τὴν ὑποστήριξη πυροβολικοῦ καὶ ὅλμων, ἐπιχείρησαν νὰ περάσουν τὸν Καλαμά. Ἀποκρούστηκαν, μὲ ἀπώλειες, ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ τμήματα. 7
Τὴν ἴδια ὥρα, τὰ ἀλβανικὰ τμήματα τοῦ Ἰταλικοῦ Στρατοῦ λεηλατοῦσαν τὰ ἑλληνικὰ  χωριὰ ποὺ κυριεύτηκαν ἀπὸ τοὺς Ἰταλούς. Ἀπὸ τὶς 10.30, τὸ ἰταλικὸ πυροβολικὸ ἄρχισε νὰ βάλλει κατὰ τῆς τοποθεσίας Καλπακίου. Σὲ λίγο ἀκολούθησε καὶ ἡ Ἰταλικὴ Ἀεροπορία. Ὁ βομβαρδισμὸς αὐτὸς δὲν εἶχε ἀποτέλεσμα, καὶ προκάλεσε ἐλάχιστες ἀπώλειες στὰ ἑλληνικὰ τμήματα.
Βορειοτέρα, ἡ κατάσταση γιὰ τὰ ἑλληνικὰ ὄπλα δὲν ἦταν εὐνοϊκή. Τὸ Ἀπόσπασμα Πίνδου εἶχε καμφθεῖ καὶ ὑποχωρήσει, ἀφήνοντας ἀκάλυπτο τὸ δεξὶ πλευρὸ τῆς VΙΙΙ Μεραρχίας.
Γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὴ δυσμενῆ αὐτὴ ἐξέλιξη, τὸ ΓΕΣ εἰδοποίησε τὴ Μεραρχία ὅτι πιθανὸν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσει καὶ αὐτή. Ὁ Κατσιμῆτρος βέβαια δὲν σκεφτόταν καν ἕνα τέτοιο ἐνδεχόμενο.
Συγκρότησε τὸ Ἀπόσπασμα Ἀώου, μὲ δύο τάγματα πεζικοῦ, μία πυροβολαρχία, ἕναν οὐλαμὸ τῶν 65 χιλ. καὶ μία διμοιρία πολυβόλων, τὸ ὁποῖο ἔθεσε ὑπὸ τὸν ἑβραϊκῆς καταγωγῆς ἥρωα ἀντισυνταγματάρχη Μ.Φριζή, μὲ ἐντολὴ  νὰ καλύψει τὸ δεξιό της Μεραρχίας.

Τὴν ἴδια ὥρα, στὸ ἄλλο ἄκρο τοῦ μετώπου, συνέβη ἕνα ἄλλο σημαντικὸ γεγονός, τεράστιου ἠθικοῦ ἀντίκτυπου. Δύο ἑλληνικὰ ἀντιτορπιλικά, τὰ «Σπέτσαι» καὶ «Ψαρά», μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν τότε ἀντιπλοίαρχο Κώνστα, βομβάρδισαν τὶς ἰταλικὲς θέσεις κατὰ μῆκος τῶν ἀκτῶν τῆς Θεσπρωτίας, στὴν περιοχὴ Σαγιάδας.

Τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, σημαιοστολισμένα, βομβάρδισαν γιὰ δύο ὧρες τὶς ἰταλικὲς θέσεις, καὶ κατόπιν ἀποχώρησαν ἀνενόχλητα. Ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν στρατιωτῶν τοῦ παραλιακοῦ τομέα ἦταν ἀπερίγραπτος, καθὼς εἶδαν τὰ δύο μοναχικὰ ἑλληνικὰ  ἀντιτορπιλικὰ νὰ ἀψηφοῦν τὸν πανίσχυρο ἰταλικὸ στόλο καὶ νὰ ἐνισχύουν τὸ σκληρὸ ἀγώνα τους.
Ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ Νοεμβρίου κύλησε, μὲ τοὺς Ἰταλοὺς νὰ μὴν μποροῦν ἀκόμα νὰ λάβουν ἐπαφὴ μὲ τὴν ἑλληνικὴ τοποθεσία ἀντίστασης. Ἡ Ἰταλικὴ Ἀεροπορία ἐξαπέλυσε σειρὰ ἐπιδρομῶν.

Οἱ ἀπώλειες τῆς Μεραρχίας ἦταν ἐλάχιστες, περιοριζόμενες σὲ λίγους τραυματίες καὶ μερικὰ τηλεφωνικὰ καλώδια. Παράλληλα μὲ τὴ δράση τῆς Ἀεροπορίας, βομβαρδισμὸ τῶν ἑλληνικῶν θέσεων ἄρχισε καὶ τὸ ἐχθρικὸ πυροβολικό.

Οἱ Ἰταλοί, ὑπὸ τὴν κάλυψη τοῦ βομβαρδισμοῦ, σκόπευαν νὰ προωθήσουν τὶς δυνάμεις, λαμβάνοντας στενὴ ἐπαφὴ μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἀμυντικὴ  τοποθεσία, μὲ στόχο τὴν ἐξαπόλυση σφοδρῆς, συνδυασμένης ἐπίθεσης πεζικοῦ καὶ ἁρμάτων κατὰ τῆς τοποθεσίας Καλπακίου. Πίσω, τὸ Μηχανικό τους ἀγωνιζόταν νὰ ἐπισκευάσει τὶς ἀνατιναγμένες γέφυρες καὶ τοὺς κατεστραμμένους δρόμους.

Στὴν περιοχὴ τῶν Ἁγίων, ἰταλικὸς λόχος Μηχανικοῦ γκρέμισε ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς, γιὰ νὰ ἐπισκευάσει μὲ τὸ ὑλικὸ τὴν ἀνατιναγμένη γέφυρα τοῦ Γόρμου.

Τὸ ἑλληνικὸ πυροβολικὸ ὅμως ἀπάντησε στὴν ἱεροσυλία, μέσω τῆς «πυροβολαρχίας-φάντασμα», ὅπως τὴν ὀνόμασαν οἱ Ἰταλοί, τῶν 105 χιλ. τοὺ  λοχαγοῦ Βαμβέτσου. Ἄνοιξε πῦρ ἐναντίον τους ἀπὸ ἀπόσταση 7 χλμ. περίπου, βρίσκοντας ἀκριβῶς τὸ στόχο.

Καίρια ἑλληνικὴ βολὴ σκότωσε 50 Ἰταλοὺς καὶ τραυμάτισε ἄλλους τόσους. Τὸ ἰταλικὸ πυροβολικὸ ἐπιχείρησε νὰ ἀπαντήσει μὲ δύο πυροβολαρχίες. Καὶ αὐτὲς ὅμως ἀναγκάστηκαν νὰ σιγήσουν ἀπὸ τὰ εὔστοχα ἑλληνικὰ πυρά.

Ἀλλὰ καὶ στὴν περιοχὴ τοῦ Παρακάλαμου, ἀπόπειρα ἰταλικοῦ τεθωρακισμένου τμήματος νὰ προελάσει, ἀναχαιτίστηκε ἀπὸ τὸν Κωστάκη.

Ἀπὸ ἀπόσταση 5 χλμ., τὰ ἑλληνικὰ πυροβόλα τίναξαν στὸν ἀέρα ἰταλικὰ ἅρματα καὶ ὀχήματα,  ἀναγκάζοντας τὰ ὑπόλοιπα νὰ τρέξουν νὰ καλυφθοῦν. Βορειοτέρα, ὁ Βερσὴς καθήλωνε μὲ τὴ σειρὰ τοῦ τὶς φάλαγγες τῆς Φεράρα. Τὸ ἑλληνικὸ πυροβολικὸ εἶχε καταστεῖ ὁ ἐφιάλτης τῶν Ἰταλῶν ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα.
Τὸ πρωὶ τῆς 2ας Νοεμβρίου, οἱ διαβιβαστὲς τῆς Μεραρχίας ὑπέκλεψαν ἕνα σῆμα τοῦ Ἰταλοῦ διοικητῆ τοῦ ΧΧV Σώματος Στρατοῦ, ἀντιστράτηγου Ρόσι, τὸ ὁποῖο προέτρεπε τὴν Ἰταλικὴ Ἀεροπορία νὰ πλήξει σκληρὰ τὸν ἐχθρό, ἐκμεταλλευόμενη τὴν καλοκαιρία.

Πραγματικά, ἡ Ἰταλικὴ Ἀεροπορία ἐμφανίστηκε μαζικὰ ἐπάνω ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς μάχης, χωρὶς ὅμως νὰ ἐπιτύχει τίποτε τὸ ἰδιαίτερο. Μόνο ἡ ἐπίθεσή της κατὰ τῆς πόλης τῶν Ἰωαννίνων στοίχισε τὴ ζωὴ σὲ ἀρκετοὺς ἄμαχους.
Ἡ Ἰταλικὴ Ἀεροπορία βομβάρδιζε τὶς ἑλληνικὲς θέσεις ἐπὶ τρεῖς συνεχόμενες  ὧρες. Στὶς 12.00, ἡ Ἀεροπορία ἀποχώρησε καὶ τὴ σκυτάλη ἔλαβε τὸ ἰταλικὸ πυροβολικό. Ἡ Γκραμπάλα, ἡ Ἀσσόνισα, τὰ γύρω ἀπὸ τὸ Καλπάκι ὑψώματα, κάηκαν ἀπὸ τὴν ἰταλικὴ φωτιά. Τουλάχιστον 100 ἰταλικὰ πυροβόλα κάθε διαμετρήματος συμμετεῖχαν στὴν προπαρασκευή, ἐπὶ τρεῖς ὧρες.
Τελικά, γύρω στὶς 15.00, τὸ ἰταλικὸ πυροβολικὸ ἦρε τὰ πυρά του, καὶ τὸ πεζικὸ ἐξόρμησε. Τὸ ἰταλικὸ πεζικὸ ἐξόρμησε σὲ σχηματισμό, πυκνό, ἔτσι ὥστε νὰ διοικεῖται εὔκολα. Σὲ καμία περίπτωση ὅμως ὁ σχηματισμὸς αὐτὸς δὲν ἦταν κατάλληλος γιὰ προσπέλαση ἀπέναντι στὰ ἑλληνικὰ ὄπλα.

Ἀμέσως, τὸ ἑλληνικὸ πυροβολικό, ἔχοντας παρατηρητήρια σὲ ὅλα τὰ δεσπόζοντα ὑψώματα, ἄνοιξε καταχθόνιο πῦρ κατὰ τῶν Ἰταλῶν, προκαλώντας τους συντριπτικὰ πλήγματα καὶ ἀναγκάζοντάς τους, στὶς περισσότερες περιπτώσεις, νὰ καθηλωθοῦν. Ἕνα δὲ συγκρότημα δύο  ταγμάτων βλήθηκε τόσο καίρια, ποὺ διαλύθηκε.

Οἱ ἄνδρες του ἐγκατέλειψαν τὰ ὄπλα τους καὶ τράπηκαν σὲ φυγὴ – κατορθώθηκε ἡ ἀνασυγκρότησή τους 20 χλμ. πίσω ἀπὸ τὸ μέτωπο.

Κάποια ἐχθρικὰ τμήματα, ὑποστηριζόμενα ἀπὸ ὅλμους καὶ πολυβόλα, κατάφεραν νὰ πλησιάσουν σὲ ἀπόσταση ἑφόδου ἀπὸ τὶς ἑλληνικὲς θέσεις. Τότε τὸ λόγο ἔλαβαν τὰ Μάνλιχερ, τὰ πολυβόλα καὶ τὰ ὁπλοπολυβόλα τοῦ πεζικοῦ.
Οἱ Ἰταλοὶ καθηλώθηκαν, μὴν μπορώντας νὰ κινηθοῦν οὔτε μπρὸς οὔτε πίσω. Καθὼς πλησίαζε ἡ νύχτα καὶ οἱ Ἰταλοὶ δὲν εἶχαν κατορθώσει τὸ παραμικρό, ἄρχισε νέα ἰσχυρὴ προπαρασκευὴ πυροβολικοῦ. Στόχος 32 ἰταλικῶν πυροβόλων ἔγινε τώρα ἡ Γκραμπάλα.

Τὸ ὕψωμα αὐτὸ βρίσκεται σὲ ἀπόσταση 4 χλμ. περίπου ἀπὸ τὸ Καλπάκι. Ἀποτελοῦσε τὸ  ἄκρο δεξιό τῆς τοποθεσίας ἀντίστασης, καὶ κατ’ ἐπέκταση σημεῖο-κλειδὶ τῆς ὅλης τοποθεσίας.
Ἂν ἔπεφτε ἡ Γκραμπάλα, ὁλόκληρη ἡ τοποθεσία τοῦ Καλπακίου θὰ κατέρρεε. Αὐτὸ τὸ γνώριζαν καὶ οἱ Ἰταλοί, οἱ ὁποῖοι, μὲ ὁδηγοὺς Ἀλβανούς, ποὺ γνώριζαν καλὰ τὸ ἔδαφος, ἐπιτέθηκαν αἰφνιδιαστικὰ τὸ βράδυ τῆς 2ας πρὸς 3η Νοεμβρίου κατὰ τῆς Γκραμπάλας, ἐν μέσω σφοδρῆς θύελλας, καὶ κατέλαβαν δύο ἀπὸ τὶς τρεῖς κορυφές της. Ὁ Κατσιμῆτρος στὸ ἄκουσμα τῆς εἴδησης διέταξε ἄμεση ἀντεπίθεση μὲ ὅλες τὶς διαθέσιμες ἐφεδρεῖες.
Τελικά, συγκεντρώθηκαν δύο  λόχοι τοῦ 15ου ΣΠ, ὑπὸ τοὺς ἀντισυνταγματάρχη Κυριαζὴ καὶ ταγματάρχη Πανταζῆ.

Οἱ ἑλληνικὲς δυνάμεις ὅμως καθηλώθηκαν ἀπὸ τὴ σφοδρὴ θύελλα. Ὑπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐξαπολυθεῖ ἀντεπίθεση.

Ἡ θύελλα ὡστόσο ἐμπόδισε καὶ τοὺς Ἰταλοὺς νὰ ἐνισχύσουν τὰ ἐπὶ τῆς Γκραμπάλας τμήματά τους. Βορειοτέρα, στὸν Ἀῶο, οἱ ἀλπινιστὲς τῆς «Τζούλια» ἐπιχείρησαν νὰ ἀνατρέψουν τὸ ἀπόσπασμα Φριζὴ καὶ νὰ πλαγιοκοπήσουν τὴν VIII MΠ. Ἀποκρούστηκαν καὶ οἱ δύο ἀπόπειρές τους μὲ ἀπώλειες – 5 νεκροί, 24 αἰχμάλωτοι.

Τὰ ξημερώματα τῆς 3ης Νοεμβρίου, ὁ 1ος καὶ ὁ 7ος Λόχος τοῦ 15ου ΣΠ ἐπιτέθηκαν αἰφνιδιαστικά, καὶ μὲ τὴν ξιφολόγχη καὶ μὲ τὴν ἰαχὴ «Ἀέρα», ἀνέτρεψαν τὰ ἐχθρικὰ τμήματα.

Τὴν ἴδια ὥρα ἕνα ἰταλικὸ τάγμα ἀνέβαινε στὸ ὕψωμα γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὸ τμῆμα ποὺ τὸ εἶχε καταλάβει, χωρὶς νὰ γνωρίζει ὅτι αὐτὸ εἶχε ἤδη ἀνατραπεῖ ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἀντεπίθεση.

Οἱ ὑποχωροῦντες Ἰταλοὶ καὶ Ἀλβανοὶ ἀναμείχθηκαν μὲ τὸ ἐν λόγω τάγμα, προκαλώντας του σύγχυση. Ἔτσι, ὅταν καὶ αὐτὸ δέχτηκε μὲ τὴ σειρὰ του τὴν ἑλληνικὴ ἐπίθεση, τράπηκε σὲ φυγή. Πιὸ χαμηλά, σὲ μια  ἀπὸ τὶς πλαγιὲς τῆς Γκραμπάλας, εἶχε πάρει θέσεις ὁλόκληρο τὸ ἰταλικὸ 47ο ΣΠ. Μὲ τὴν ἀνακατάληψη ὅμως τοῦ ὑψώματος ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, ἔγινε ἀντιληπτὸ ἀπὸ τοὺς παρατηρητὲς τοῦ πυροβολικοῦ.
Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν τραγικὸ γιὰ τοὺς Ἰταλούς. Τέσσερις ἑλληνικὲς πυροβολαρχίες ἄρχισαν συγκεντρωτικὸ πῦρ ἐναντίον του καὶ τὸ διέλυσαν. Οἱ ἰταλικὲς ἀπώλειες ἐπὶ τοῦ ὑψώματος ἦταν ἐπίσης βαριὲς – 20 νεκροί, 60 τραυματίες καὶ 6 αἰχμάλωτοι. Στὰ χέρια τῶν Ἑλλήνων περιῆλθαν τρία πολυβόλα καὶ τέσσερις ὅλμοι. Οἱ ἑλληνικὲς ἀπώλειες ἀνῆλθαν σὲ 8 νεκρούς  καὶ 27 τραυματίες.

Ὡστόσο, ἡ μόνη ἕως τότε ἰταλικὴ ἐπιτυχία -καὶ μάλιστα ἐπιτυχία σοβαρὴ- εἶχε ἀκυρωθεῖ. Μὲ τὸ πρῶτο φῶς τῆς ἡμέρας, τὸ ἰταλικὸ πυροβολικὸ ἄρχισε καὶ πάλι νὰ βάλλει καταιγιστικὰ κατὰ τῶν ἑλληνικῶν θέσεων.
Ἀπὸ τὶς 10.00, στὸ βομβαρδισμὸ συμμετεῖχε καὶ ἡ Ἰταλικὴ Ἀεροπορία. Μὲ τὸ βομβαρδισμὸ αὐτὸ ἡ ἰταλικὴ ἡγεσία ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀνοίξει δρόμο στὴν ἐπίθεση τῶν «Κενταύρων» της.
Ὁ βομβαρδισμὸς συνεχίστηκε μὲ τὴν ἴδια ἔνταση μέχρι τὶς πρῶτες ἀπογευματινὲς ὧρες, ὁπότε καὶ ἐμφανίστηκαν ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ Καλπάκι 60 περίπου ἰταλικὰ ἅρματα. Τὰ  ἅρματα αὐτά, καλυπτόμενα ἀπὸ ἕνα λόχο μοτοσικλετιστῶν, θὰ ἀποτελοῦσαν τὸ πρῶτο κλιμάκιο ἑφόδου κατὰ τοῦ ὑψώματος τοῦ Καλπακίου. Τὰ ἰταλικὰ ἅρματα προχώρησαν, παρὰ τὸ φραγμὸ τοῦ ἑλληνικοῦ πυροβολικοῦ, φτάνοντας σὲ ἀπόσταση 300 μ. ἀπὸ τὶς ἑλληνικὲς θέσεις.

Ἐκεῖ ἀκινητοποιήθηκαν ἀπὸ τὰ ἀντιαρματικὰ φράγματα σιδηροτροχιῶν καὶ ἐπιχείρησαν νὰ κινηθοῦν ἑκατέρωθεν. Καὶ πάλι ὅμως ἔπεσαν σὲ ἀντιαρματικὴ τάφρο καὶ στὴ συνέχεια σὲ ναρκοπέδιο.
Ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνατίναξη δύο ἰταλικῶν ἁρμάτων, ἀνέλαβε δράση τὸ ἀντιαρματικὸ συγκρότημα  ποὺ εἶχε ὀργανώσει ὁ Κατσιμῆτρος – 8 πεδινὰ πυροβόλα τῶν 75 χιλ., 4 πυροβόλα τῶν 105 χιλ. καὶ 4 ἀντιαρματικὰ πυροβόλα τῶν 37 χιλ.

Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν συντριπτικό. Τὰ ἰταλικὰ ἅρματα τινάζονταν στὸ ἀέρα τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο, τὴν ὥρα ποὺ οἱ Εὔζωνοι τοῦ 40ου ΣΕ ἐπιχειροῦσαν νὰ βγοῦν ἀπὸ τὰ χαρακώματα καὶ νὰ τὰ λογχίσουν! Πολλοὶ κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν ἀνέβηκαν στὰ γύρω ὑψώματα καὶ παρακολουθοῦσαν τὴ μάχη. Βλέποντας δὲ τὴν τύχη τῶν ἰταλικῶν ἁρμάτων, ἄρχισαν ὅλοι μαζὶ νὰ φωνάζουν: «Βάρα τους, κυρ λοχαγέ! Δῶσε τους νὰ καταλάβουν τί πάει νὰ πεῖ Ἑλληνικὸς Στρατός»!

Ὑπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, ὅσα ἅρματα «ἐπιβίωσαν», μαζὶ μὲ τοὺς Βερσαλιέρους μοτοσικλετιστές, ὑποχώρησαν  ἄτακτα, μὲ τοὺς Ἕλληνες νὰ κραυγάζουν ὄρθιοι «Ἀέρα» καὶ νὰ σφυρίζουν περιπαικτικά. Καταστράφηκαν 9 ἅρματα μάχης, καὶ κυριεύτηκαν 50 μοτοσικλέτες, ἕνα γεφυροφόρο ἅρμα, πολυβόλα, τυφέκια.

Ἐπὶ τόπου μετρήθηκαν 20 Ἰταλοὶ νεκροὶ καὶ περισυνελέγησαν 12 βαριὰ τραυματίες.

Ὡστόσο, φοβούμενος ἐπίθεση κατὰ τοῦ ὑποτομέα Καλαμᾶ μὲ ἅρματα, ὁ Κατσιμῆτρος διέταξε τὰ ἐκεῖ στρατεύματα νὰ ὑποχωρήσουν πίσω ἀπὸ τὴ νότια ὄχθη τοῦ ποταμοῦ. Ἡ ὑποχώρηση ἔγινε χωρὶς οἱ Ἰταλοὶ νὰ ἀντιληφθοῦν τὸ παραμικρό.

Τὰ ξημερώματα τῆς 4ης Νοεμβρίου, οἱ Ἰταλοὶ ἐπιχείρησαν νὰ περάσουν τὸν Καλαμὰ στὸ ὕψος τῆς Βροντισμένης, καὶ τὰ κατάφεραν. Ἄμεση ὅμως ἀντεπίθεση τοῦ 1ου Τάγματος Πολυβόλων τοὺς ἔριξε καὶ πάλι πίσω, μὲ σημαντικὲς ἀπώλειες, κυρίως σὲ πνιγμένους.
Τὸ πρωὶ τὸ ἰταλικὸ πυροβολικὸ ἄρχισε νὰ σφυροκοπᾶ τὴν Γκραμπάλα καὶ τὴν Ἀσσόνισα. Διαρκοῦντος τοῦ βομβαρδισμοῦ τοῦ πυροβολικοῦ, ἐμφανίστηκε καὶ ἡ Ἰταλικὴ Ἀεροπορία, τὰ ἀεροσκάφη τῆς ὁποίας βομβάρδισαν καὶ πολυβόλησαν τὶς ἑλληνικὲς θέσεις ἀπὸ χαμηλὸ ὕψος. Παρ’ ὅλα αὐτά, οἱ Ἰταλοὶ δεν  ἀποτόλμησαν νέα ἐπίθεση.

Ἦταν ἐμφανὲς ὅτι συγκέντρωναν ἀκόμα ἰσχυρότερες δυνάμεις, ἐνῶ παράλληλα προσπαθοῦσαν νὰ καταπονήσουν τὶς ἑλληνικές. Ὁ Κατσιμῆτρος φρόντισε νὰ ἐνισχύσει καὶ αὐτὸς τὶς θέσεις του, προωθώντας τὸ 39ο ΣΕ.

Ἐπίσης, διέταξε τὴν ἐκπομπὴ περιπόλων σὲ ὅλη τὴ ζώνη τῆς Μεραρχίας, κυρίως γιὰ ψυχολογικοὺς λόγους. Οἱ ἑλληνικὲς περίπολοι ὅμως αἰφνιδίασαν τοὺς Ἰταλούς, σὲ σημεῖο ὁ Πράσκα νὰ ἀναφέρει ὅτι «οἱ ἡρωικοὶ Βερσαλιέροι ὑπέστησαν ἀπροσδόκητη ἐπίθεση ἀπὸ συντριπτικὰ ὑπέρτερες δυνάμεις»! Βορειοτέρα, οἱ Ἰταλοὶ  ἐπιχείρησαν νὰ διασχίσουν τὸν Ἀῶο, ἀλλὰ καὶ πάλι ἀποκρούστηκαν.
Ὡστόσο, ἐπίθεση ἑτοίμαζαν οἱ Ἰταλοὶ καὶ κατὰ τοῦ παραλιακοῦ τομέα. Τὸ Μηχανικό τους κατασκεύαζε γέφυρες γιὰ νὰ περάσουν τὰ τμήματα τὸν Καλαμά, νότια τῶν Φιλιατῶν. Τὸ ἑλληνικὸ πυροβολικὸ ἀντέδρασε καὶ τίναξε στὸν ἀέρα μία ἀπὸ αὐτές.

Τὴν 5η Νοεμβρίου, οἱ Ἰταλοὶ ἦταν ἕτοιμοι νὰ συνεχίσουν τὴν ἐπίθεσή τους τόσο κατὰ τοῦ Καλπακίου, ὅσο καὶ στὸν παραλιακὸ τομέα. Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό, τὸ πυροβολικὸ τους ἄρχισε σφοδρὸ βομβαρδισμὸ τῶν ἑλληνικῶν θέσεων, συνεπικουρούμενο, λίγο ἀργότερα, καὶ ἀπὸ τὴν Ἀεροπορία.

Ὁ Κατσιμῆτρος εἶχε στὸ μεταξὺ ἐνισχύσει τὴν ἀντιαεροπορική του ἄμυνα, διατάσσοντας τὴν μεταστάθμευση μίας πυροβολαρχίας τῶν 88 χιλ. ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα στὸ Καλπάκι. Ἡ πυροβολαρχία αὐτή, ὑπὸ τὸν λοχαγὸ Ζαρονίκο, κατέρριψε δύο ἰταλικὰ βομβαρδιστικά. Σὲ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ  βρέθηκαν δύο δέματα μὲ μαῦρα μαντίλια.

Ἀπορημένος ὁ Κατσιμῆτρος, ρώτησε Ἰταλοὺς αἰχμαλώτους γιὰ τὴ σημειολογία τους, κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀπάντησαν ὅτι τὰ μαντίλια θὰ τὰ ἔριχναν τὰ ἀεροπλάνα πάνω ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα γιὰ νὰ τρομοκρατήσουν τὸν πληθυσμό, ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται θὰ πενθοῦσε τοὺς χιλιάδες νεκρούς του.

Γύρω στὶς 14.30, οἱ Ἰταλοὶ ἐξαπέλυσαν τὴν ἀναμενόμενη ἐπίθεσή τους. Στὸν τομέα τοῦ Καλπακίου, τὰ ἐπιτιθέμενα τμήματά τους διαλύθηκαν ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ πυροβολικό, πρὶν καν προλάβει τὸ ἑλληνικὸ πεζικὸ νὰ ἀνοίξει πῦρ.
Στὸν κεντρικὸ τομέα, οἱ Ἰταλοὶ κατάφεραν νὰ περάσουν τὸν Καλαμά, ἀλλὰ ἑλληνικὴ ἀντεπίθεση τοὺς ἔριξε καὶ πάλι μέσα καὶ πέρα ἀπὸ τὸν ποταμό. Νέα ἐπίθεση στὸ ὕψος τοῦ χωριοῦ Παρακάλαμου, ὑποστηριζόμενη ἀπὸ ἐπιλαρχία ἁρμάτων, ἀπέτυχε ἐπίσης παταγωδῶς καὶ 15 ἅρματα ἐγκαταλείφθηκαν – ἀργότερα κυριεύτηκαν ἀπὸ τις  ἑλληνικὲς δυνάμεις.
Ἡ μόνη ἰταλικὴ ἐπιτυχία ἐπετεύχθη στὸν παραλιακὸ τομέα. Ἐκεῖ οἱ Ἰταλοὶ πέρασαν μὲ ἰσχυρὲς δυνάμεις τὸν ποταμὸ καὶ ἀνέτρεψαν ἕνα μοναχικὸ ἑλληνικὸ τάγμα. Ὁ Κατσιμῆτρος διέταξε τότε τὰ ἐκεῖ τμήματα νὰ συμπτυχθοῦν νοτιότερα, καλύπτοντας τὴν ὁδὸ Ἠγουμενίτσας-Μαργαριτίου.

Σὲ περίπτωση ποὺ οἱ Ἰταλοὶ διασποῦσαν καὶ αὐτὴ τὴν τοποθεσία, τὰ ἑλληνικὰ τμήματα θὰ ὑποχωροῦσαν πίσω ἀπὸ τὸν ποταμὸ Ἀχέροντα. Ἐκεῖ ὄφειλαν νὰ κρατήσουν πάση θυσία τὸν ἐχθρό.

Τὸ ἀπόγευμα τῆς 5ης Νοεμβρίου, οἱ Ἰταλοὶ ἐξαπέλυσαν καὶ νέα ἐπίθεση κατὰ τοῦ Καλπακίου, μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ πυροβολικοῦ.

Τὸ ἑλληνικὸ πυροβολικὸ ἀπάντησε μὲ σφοδρότητα. Ἡ πυροβολαρχία τοῦ Βαμβέτσου μάλιστα τίναξε στὸν ἀέρα ἰταλικὸ παρατηρητήριο καὶ τοὺς ἐντὸς αὐτοῦ ἔξι Ἰταλοὺς ἀξιωματικούς.
Κατόπιν τούτου, ἡ ἰταλικὴ ἐπίθεση ἐκφυλίστηκε. Τὸ βράδυ οἱ Ἕλληνες διαβιβαστὲς ὑπέκλεψαν ἰταλικὰ σήματα, ποὺ ἔκαναν λόγο γιὰ ἀναστολὴ τῶν ἐπιθέσεων, μέχρι τὴν ἄφιξη ἐνισχύσεων.
Μιλοῦσαν μάλιστα καὶ γιὰ τὶς μέχρι τότε ἰταλικές  ἀπώλειες, ἀνεβάζοντάς τες στοὺς 2.228 ἄνδρες, καὶ αὐτὰ μόλις ἑπτὰ ἡμέρες ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ καὶ 56 ὧρες ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς πραγματικῆς μάχης.
Ἡ ἑπόμενη ἡμέρα πέρασε σχετικὰ ἤρεμα. Οἱ Ἰταλοὶ ἔλειχαν ἀκόμα τὶς πληγές τους, καὶ μόνο στὸν τομέα Βροντισμένης ἀποτόλμησαν ἐπίθεση, ἡ ὁποία κατεπνίγη ἐν τῆ γενέσει της ἀπὸ τὸ ἐξαίρετο ἑλληνικὸ πυροβολικό.
Στὸν παραλιακὸ τομέα, οἱ Ἰταλοί, ἀφοῦ κατέλαβαν τὴν Ἠγουμενίτσα, προήλασαν νοτιότερα, χωρὶς νὰ ἐπιτύχουν ἐπαφὴ μὲ τὰ ἑλληνικὰ τμήματα ποὺ ἔπαιρναν θέσεις στὸν Ἀχέροντα. Τμῆμα ὡστόσο τῆς Ἠγουμενίτσας πυρπολήθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰταλοὺς καὶ τοὺς Ἀλβανούς.

Οἱ Ἰταλοὶ πάντως δὲν εἶχαν ἀκόμα παντελῶς ἀπογοητευθεῖ. Ἔτσι, τὴν 7η Νοεμβρίου ἐξαπέλυσαν τὴν σοβαρότερη ἴσως ἐπίθεσή τους κατὰ τῆς τοποθεσίας Καλπακίου. Οἱ προσπάθειές τους ἐπικεντρώθηκαν καὶ πάλι κατὰ τῆς Γκραμπάλας καὶ τῆς Ἀσσόνισας. Οἱ πρῶτες ἰταλικὲς ἐπιθέσεις ἀποκρούστηκαν μᾶλλον εὔκολα καὶ μὲ σοβαρὲς γιὰ τοὺς Ἰταλοὺς ἀπώλειες.

Τὸ βράδυ, ὅμως, νέα ἰταλικὴ ἐπίθεση, ὑποστηριζόμενη ἀπὸ σφοδρὰ πυρὰ πυροβολικοῦ, κατόρθωσε νὰ ἀνατρέψει τὰ ἑλληνικὰ τμήματα στὴν Γκραμπάλα καὶ νὰ καταλάβει μέρος τοῦ ὑψώματος.

Σχεδὸν ἀμέσως  ἐξαπολύθηκε ἀντεπίθεση δύο ἑλληνικῶν λόχων, ὑπὸ τὸν ταγματάρχη Πανταζῆ. Μὲ τὴ λόγχη καὶ τὶς χειροβομβίδες, φωνάζοντας «Ἀέρα», τὰ ἑλληνικὰ τμήματα ξεχύθηκαν στὴ γυμνὴ βουνοπλαγιά. Ἀκολούθησε πραγματικὰ μάχη ἐκ τοῦ συστάδην. Οἱ ἀντίπαλοι πιάστηκαν στὰ χέρια. Πολεμοῦσαν ἀκόμα καὶ μὲ τὰ χέρια, ἀκόμα καὶ μὲ τὰ δόντια.
Στὸ τέλος ὅμως οἱ Ἰταλοὶ λύγισαν. Οἱ Ἕλληνες φάνηκαν πολὺ καλύτεροί τους. Τουλάχιστον 46 νεκροὶ Ἰταλοὶ καταμετρήθηκαν. Ἄλλοι 7 αἰχμαλωτίστηκαν. Στὰ χέρια τῶν Ἑλλήνων ἔπεσαν ἐπίσης 5 ὅλμοι, 3 πολυβόλα, 4 ὁπλοπολυβόλα, τυφέκια καὶ πυρομαχικά.
Οἱ Ἰταλοὶ ἀνῆκαν στὸ περίφημο 47ο ΣΠ, τὸ λεγόμενο «Σύνταγμα Θανάτου». Οἱ Ἕλληνες εἶχαν 9 νεκροὺς καὶ 29 τραυματίες. Ἀνάμεσα στοὺς νεκροὺς ἦταν καὶ ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Νίκος Χατζόπουλος, ἕνας πραγματικὸς Ἕλληνας. Πρῶτος ὅρμησε στὴ φωτιά, ἐπικεφαλῆς τῶν ἀνδρῶν, ἐμψυχώνοντάς τους καὶ δίνοντάς τους τὸ  παράδειγμα τῆς αὐτοθυσίας. Ὁλόκληρο τὸ 15ο ΣΠ τὸν ἔκλαψε.
Ἡ ἐπίθεση αὐτὴ ἀποτέλεσε τὸ κύκνειο ἄσμα τῆς ἰταλικῆς ἐπίθεσης κατὰ τῆς τοποθεσίας Καλπακίου. Ἡ ἑλληνικὴ ἄμυνα συνέτριψε τὶς ἰταλικὲς δυνάμεις καί, πάνω ἀπὸ ὅλα, τὴν ἰταλικὴ ἀλαζονεία.
Ἡ νίκη τοῦ Καλπακίου εἶχε ἐξαιρετικὴ σημασία. Πέραν τοῦ ὅτι ματαίωσε σὲ καθαρὰ στρατιωτικὸ ἐπίπεδο τὴν ἀπόπειρα διείσδυσης τῶν Ἰταλῶν στὸ ἑλληνικὸ ἔδαφος, εἶχε καὶ τεράστιο ψυχολογικὸ ἀντίκτυπο καὶ στὰ δύο στρατόπεδα, ἀλλὰ καὶ στὸν κόσμο ὁλόκληρο.
Ἡ ἥττα στὸ Καλπάκι ἀποτέλεσε ἐξαιρετικὰ δυσάρεστη ἔκπληξη γιὰ τὴν ἰταλικὴ ἡγεσία, πολιτικὴ καὶ στρατιωτική. Ἡ σιγουριὰ τῶν Ἰταλῶν γιὰ ἕναν γρήγορο, «εὐχάριστο» πόλεμο, διαψεύστηκε, μὲ τραγικὰ μάλιστα ἀποτελέσματα. Ἡ νίκη ἔστεψε τὰ Ἑλληνικὰ Ὄπλα.
Ὁ Ἰωάννης Μεταξὰς στὸ ἄκουσμα τῆς νίκης πῆγε καὶ προσευχήθηκε μόνος του στὸ παρεκκλήσι τῆς Μητρόπολης. Τὸ ΟΧΙ ποὺ εἶπε, εἶχε γραφτεῖ καὶ μὲ τὸ αἷμα τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδας.

Ρωμνιὸς  
Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό 
Ἅγιος Δημήτριος Κουβαρὰ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ 

ΕΠΟΣ ΤΟΥ ''40 : Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1940

Χρειάζεται νὰ εἶναι κανεὶς ἐντελῶς ἀνιστόρητος καὶ κακοπροαίρετος γιὰ νὰ ἀμφισβητεῖ τὴν συμβολὴ τῆς Ἐκκλησίας μας στοὺς ἐθνικούς μας ἀγῶνες. Ἰδίως τὴν δεκαετία τοῦ 1940, ἡ Ἐκκλησία κράτησε ἄψογη ἐθνικὴ στάση, ποὺ ὀφείλουμε νὰ τὴ γνωρίζουμε καὶ νὰ τὴν τιμοῦμε. Εὐθὺς ἐξαρχῆς, ἡ φασιστικὴ Ἰταλία στόχευσε τὸν δεσμὸ μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ Ἑλληνισμοῦ.
Στὶς 15 Αὐγούστου 1940, ὁ τορπιλισμὸς τῆς Ἕλλης διαμήνυε πὼς στὸ Αἰγαῖο οἱ Ἕλληνες (δηλαδὴ οἱ Ὀρθόδοξοι) δὲν εἶχαν καμία δουλειὰ νὰ ἀσκοῦν τὰ θρησκευτικά τους καθήκοντα. Δὲν εἶναι τυχαῖο πὼς ὁ τορπιλισμὸς στόχευε τὸν ἑορτασμὸ τῆς κοίμησης τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἀποτελεῖ στοιχεῖο διχογνωμίας τῆς Ὀρθόδοξης μὲ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία.
Μὲ τὴν κήρυξη τοῦ πολέμου, πολλοὶ κληρικοὶ καὶ μοναχοὶ στρατεύτηκαν ἐθελοντικὰ καὶ πολέμησαν στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ μετώπου. Ἡ εἰκόνα τοῦ στρατιωτικοῦ ἱερέα ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τοῦ Ἔπους τῆς Ἀλβανίας. Ἀλλὰ καὶ στὰ μετόπισθεν, ἡ ἐκκλησία δημιούργησε ἀνθρωπιστικὲς ὀργανώσεις ποὺ στάθηκαν στὸ πλευρὸ τῆς οἰκογένειας τῶν μαχητῶν. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου 1940-41, ὑπολογίζονται σὲ 60.000 οἱ οἰκογένειες τοῦ λεκανοπεδίου τῆς Ἀττικῆς ποὺ....
φροντίστηκαν ποικιλόμορφα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.
Τὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὸν κατακτητὴ σηματοδοτεῖ ἡ περήφανη στάση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρύσανθου, ποὺ –στὸν κολοφώνα τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἄξονα!- ἀρνήθηκε νὰ παραστεῖ στὴν παράδοση τῆς πόλης τῶν Ἀθηνῶν καὶ νὰ ὁρκίσει τὴν κυβέρνηση Τσολάκογλου. Νὰ ὑπογραμμισθεῖ πὼς μὲ τὴν πράξη του αὐτὴ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος δὲν ἀρνοῦνταν ἁπλὰ νὰ τιμήσει μίαν κυβέρνηση. Ταυτοχρόνως ἐκδήλωνε ἔμπρακτα τὴν ὑποστήριξή του στὴν ἐξόριστη, ἐλεύθερη κυβέρνηση τῆς Κρήτης καὶ τοῦ Καΐρου, ποὺ ὑπὸ τὸν Βασιλέα Γεώργιο συνέχιζε τὸν πόλεμο κατὰ τοῦ Ἄξονα.
Στὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς, ἡ Ἐκκλησία ὀργάνωνε συσσίτια, φρόντιζε γιὰ τὴν ἔνδυση, τὴν ὑγειονομικὴ περίθαλψη καὶ τὴ θέρμανση τῶν σκλαβωμένων. Πολλοὶ μοναχοὶ καὶ κληρικοὶ συμμετεῖχαν ἐνεργὰ στὴν Ἐθνικὴ Ἀντίσταση ἢ θυσιάστηκαν γιὰ νὰ μὴν προδώσουν τοὺς πατριῶτες. Ἰδιαίτερη μνεία ὀφείλει νὰ γίνει στὸν κλῆρο τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης, ποὺ ἀντιμετώπιζε τὴν μανιασμένη ἐπιχείρηση ἐκβουλγαρισμοῦ τῆς Σόφιας, ποὺ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἕλληνα «Πατριαρχικοῦ» ἱερέα ἔβλεπε ἀνέκαθεν τὸν μεγάλο της ἀντίπαλο.
Ἀποτελεῖ ὄνειδος γιὰ τοὺς σημερινοὺς ἀμφισβητίες τοῦ ρόλου τῆς Ἐκκλησίας, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ἀτυχῶς συμπεριλαμβάνεται καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς Παιδείας, ὅτι κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1940 πολλοὶ κληρικοὶ δολοφονήθηκαν ἀπὸ ἄλλους Ἕλληνες, στὸ ὄνομα θολῶν καὶ σκοτεινῶν ἰδεοληψιῶν.
Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1949 ὁ π. Ἀναστάσιος (Καφαντάρης) τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος δολοφονήθηκε ἐνῶ τελοῦσε τὴ Θεία Λειτουργία, ἀπὸ ἔκρηξη βόμβας ποὺ εἶχαν τοποθετήσει κομμουνιστὲς στὴν Ἱερὰ Τράπεζα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀλέθρια κληρονομιὰ ποὺ φέρουν οἱ σημερινοὶ ἐπίδοξοι διῶκτες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἃς προσέχουν τὰ βήματά τους γιὰ νὰ μὴν καταβαραθρωθοῦν στὰ ἴδια ἀντεθνικὰ καὶ ἀνθρωποκτόνα σκοτάδια μὲ τοὺς δύσμοιρους ἰδεολογικούς τους προκατόχους.


Ελευθερία,  
Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

(ΕΠΟΣ ΤΟΥ ''40) ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΤΟΥ ΚΑΛΠΑΚΙΟΥ Σχης (ΠΒ) ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1907, σπούδασε στο Γυμνάσιο στην πόλη του και εισήλθε στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από τους πρώτους, το 1926. Στη διάρκεια της φοίτησής του ήταν από τους πρώτους ευέλπιδες και αποφοίτησε το 1929 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού πυροβολικού.
Το σάλπισμα του ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου 1940 τον βρήκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου, ως διοικητή μοίρας ορεινού πυροβολικού. Είχε μεταβεί από τις  3 Σεπτεμβρίου 1940 στα Ιωάννινα, με το 21ο Σύνταγμα Πυροβολικού και του ανατέθηκε η υποστήριξη με πυρά της γραμμής άμυνας Καλπακίου.
Οι ιδιαίτερες διοικητικές του ικανότητες έκαναν τους αξιωματικούς και στρατιώτες της μοίρας του να είναι ένα σώμα και μια ψυχή, ενώ η έφεσή του στα μαθηματικά συνέβαλε στην άριστη οργάνωση των πυρών της μοίρας του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όταν οι Ιταλοί εισέβαλαν στο ελληνικό έδαφος, να έλθουν αντιμέτωποι με τα πυρά της μοίρας Παπαβασιλόπουλου, όπως  την αποκαλούσαν όλοι στο μέτωπο.
Ατνιγράφουμε από το βιβλίο του έφεδρου ανθυπολοχαγού Λευτέρη Ψαθά «Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940-41», εδόσεις Στοχαστής, ο οποίος υπηρέτησε στη μοίρα Παπαβασιλόπουλου:
«Ο Παπαβασιλόπουλος ατου ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41, ήταν στην άμυνα Καλπακίυ και έλαβε μέρος στις επιειρήσεις σε όλη τη διάρκεια του πολέμου….
….Για τη συμμετοχή του στις επιχειρήσεις των VΙΙΙ και ΙΙΙ Μεραρχιών, σαν διοικητής πυροβολαρχίας, μοίρας και ομάδας, εργάστηκε μ’ εξαιρετική ικανότητα και ιδιαίτερη δραστηριότητα και ανταποκρίθηκε με απόλυτη επάρκεια, ενημερότητα αι απόδοση στη διοίκηση της μονάδας, της οποίας τη μαχητικότητα διατήρησε μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων και σ’ όλες τις αποστολές: της πυροβολαρχίας, της μοίρας και της ομάδας.
Ανταποκρίθηκε με ψυχραιμία κα συνέπεια θετική στις αποστολές που του ανατέθηκαν στην κάθε μονάδα που διοικούσε.
Η ευστοχία των πυρών των μονάδων του είχε αποβεί παροιμιώδης.κάτοχοςστην εντέλεια των ζητημάτων βολής, κατηύθυνε τα πυρά της μονάδας του μ’ εξαιρετική δεξιότητα, ταχύτητα και ακρίβεια.
Είχε όλα τα ηθικά και ψυχικά προσότνα και τεράστια διοικητική και επαγγελματική ικανότητα. Μπορούσε να διοικεί τη μονάδα του και στις πιο δυσμενείς συνθήκες, διαθέτοντας, εκτός από τα’ άλλα του προσόντα, σύνεση, ψυχραιμία και τολμηρότατη ηγετική ικανότητα.
Με τη δράση των πυροβολαρχιών του συνέβαλε με επιτυχία στη διεξαγωγή των αμυντικών αγώνων της VΙΙΙης Μεραρχίας. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της οργάνωσης και της προπαρασκευής των βολών των πυροβολαρχιών και της άριστης διευθυνσης των πυρών με θαυμαστή επιμέλεια. Έγινε η ψυχή της άμυνας στον τομέα αυτόν και ο τάφος στα μεγάλα σχέδια του άξονα.
Κατά τη σύμπτυξη της μεραρχία συνέβαλε με μεγάλη επιτυχία στην ανενοχλητη σύμπτυξη των φιλίων τμημάτων, μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων.»
Αυτά είναι λίγα από τη δράση του Παπαβασιλόπουλου στο μέτωπο, στην άμυνα του Καλπακίου.
Πολέμησε μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων, πάντα στην πρώτη γραμμή.
Στην Κατοχή συνεργάστηκεμε τον Τσιγάντε και στο στρατό της Μέσης Ανατολής. Δυστυχώς, αυτό το λιοντάρι του Καλπακίου, που κατατρόπωσε τους Ιταλούς με τα εύστοχα πυρά του, έπεσε νεκρός από «αδελφική» νάρκη. Ως αντισυνταγματάρχης, ενώ επέστρεφε από αναγνώριση, συμμετέχοντας με τη μονάδα του σε επειχειρήσεις εναντίον του «ΔΣΕ», το στρατιωτικό του όχημα έπεσε σε νάρκη, με αποτέλεσμα η πατρίδα να χάσει έναν από τους πιο έντιμους, ηθικούς, άξιους και εμπειροπόλεμους αξιωματικούς που διέθετε στις τάξεις του.
Η πατρίδα τον τίμησε με τα εξής μετάλλια και παράσημα:
Τέσσερις φορές με το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας
Δυο φορές με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄ Τάξεως
Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων
Μετάλλιον Στρατιωιτκής Αξίας Γ΄ Τάξεως
Χρυσούν Σταυρόν του Γεωργίου του Α΄
Αργυρούν Σταυρόν του του Γεωργίου του Α΄
Χρυσούν Σταυρόν του Φοίνικος
Επίσης, το ΓΕΣ έδωσε το όνομά του στο στρατόπεδο της 651 ΑΒΥΠ, στον Άγιο Στέφανο Αττικής και σε τρατόπεδα στο Δρέπανο Κοζάνης και Νέα Πέραμο Αττικής.
Το άρθρο αυτό γράφτηκε ως ελάχιστη ένδειξη τιμής και ευγνωμωσύνης σε ένα άξιο τέκνο της πατρίδας, έναν αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού, που πολέμησε με θάρρος, τόλμη και αυταπάρνηση τον εχθρό στο Καλπάκι και στα μέτωπα του ελληνοϊταλικου πολέμου και έχσε τη ζωή του από χέρι «αδελφικό».
Αυτούς της ήρωες πρέπει να τιμά το Ελληνικό Έθνος και όχι τους αρνησιπάτριδες και τους επιβουλείς της πατρίδας μας.
Αιωνία του η μνήμη.


Ινφογνώμων Πολιτικά 
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ...ΑΘΑΝΑΤΟΣ - Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΝΕΑΡΟΥ ΑΥΤΟΥ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1904)

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ… 13/10/1904. Θάνατος του Παύλου Μελά .

Ο γενικός αρχηγός των ανταρτικών σωμάτων της Δυτικής Μακεδονίας, Ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς (Μίκης Ζέζας), μετά από πιθανή προδοσία από το Βουλγαρικό Κομιτάτο, κυκλώνεται από τουρκικό απόσπασμα στο χωριό Στάτιστα (Μελάς) Κορεστίων. Μετά από σκληρή μάχη τραυματίζεται σοβαρά και πεθαίνει, ενώ επτά από τους άνδρες του συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι. Η θυσία του νεαρού αυτού αξιωματικού αποτελεί από τότε σύμβολο του αγώνα για τη σωτηρία της Μακεδονίας.






ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ Η Ζωή και τό Εργο του

Παύλος Μελάς: Δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και τον τόπον μου
Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στην Μασσαλία της Γαλλίας. Πατέρας του ήταν Μιχαήλ Γ. Μελάς (1833-1897) και μητέρα του η Ελένη, το γένος Βουτσινά, κόρη γνωστού Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό.
Ο Παύλος Μελάς κατάγεται από τη μεγάλη και ιστορική οικογένεια των Μελάδων της Ηπείρου, με ρίζες που φθάνουν ως την Κωνσταντινούπολη (πριν την Άλωση), ανάμεσα στις πιο ισχυρές στρατιωτικές και πολιτικές οικογένειες του Βυζαντίου, των Κεφαλάδων ή κατά άλλους των Μελανιάδων (λόγω του χαρακτηριστικού μελαμψού χρώματος του προσώπου τους), ενώ κατά άλλους των Στρατηγόπουλων 1.
Ο πατέρας του Παύλου, στη Μασσαλία, ασχολήθηκε με το εμπόριο και απόκτησε σημαντική περιουσία μεγάλο μέρος της οποίας, σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειάς του, διέθεσε για εθνικούς και για κοινωνικούς σκοπούς. Δραστήρια κοινωνικά και εθνικά ήταν και η μητέρα του Παύλου.
Το 1874 η οικογένεια Μελά έρχεται για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και κατοικούν στο κτίριο της οδού Πανεπιστημίου όπου βρίσκεται η Αθηναϊκή Λέσχη. Εκεί μεγαλώνει ο Παύλος με τα έξι αδέλφια του, το όμορφο, ψηλό και μελαχρινό αγόρι. Τα καλοκαίρια τους τα περνούν πότε στην Οδησσό και πότε στο Φάληρο, αλλά πιο συχνά στην Κηφισιά όπου ο πατέρας του κτίζει το εξοχικό τους σπίτι. Η μητέρα του, μεριμνά για όλους και για όλα, επιβλέπει και κατευθύνει το υπηρετικό προσωπικό, ράβει και πλέκει η ίδια για τα παιδιά της, φροντίζει για τους φτωχούς και γενικά, προσπαθεί να τους ικανοποιήσει όλους. Τα βράδυα με τον σύζυγο της, ομορφοντυμένη, παραβρίσκεται στις χοροεσπερίδες της κοσμικής – τότε – Αθήνας. Πολλές φορές, με ένα λαντώ (αμαξίδιο της εποχής) παίρνει τα παιδιά της να παίξουν στις εξοχές της Κηφισιάς, του Φαλήρου, του Ελαιώνα ή του Βασιλικού – τότε, Εθνικού σήμερα – Κήπου.
«… Το περιβάλλον του σπιτού του, η εθνική δράσις του πατέρα του, η παρακολούθηση των εθνικών εορτών και τελετών, ενασκούν τεράστια ψυχολογική επίδραση επ” αυτού [του νεαρού τότε Παύλου]. Το τυχαίον αντίκρυσμα πολλών όπλων φυλασσομένων κρυφά εις τα υπόγεια του σπιτιού του και προοριζομένων διά την Κρήτην, αι συζητήσεις περί των εθνικών θεμάτων που ήκουε συχνά εις το σπίτι του την εποχήν εκείνη, μετά τον Ρωσσοτουρκικόν Πόλεμον και την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), του επροξένησαν μεγάλη εντύπωσιν. Έκτοτε ήδη ωνειροπόλει να καταταγή εις τον Στρατόν, όταν μγαλώσει, ώστε και αυτός να αγωνισθή διά την επανόρθωσιν των αδικιών …» 2.

Μεγαλώνοντας ο Παύλος αρχίζει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα αδέρφια του για την προθυμία του, την υποχωρητικότητά του και κυρίως για την καλοσύνη του και το ενδιαφέρον του προς τα μικρότερα παιδιά ή τα ζώα και γενικότερα τους αδυνάτους. Στο σχολείο υποστηρίζει τα μικρότερα και τ” αδύνατα παιδιά όταν τα ενοχλούσαν τα μεγαλύτερα και αργότερα, παλικάρι πια, φροντίζει μια άρρωστη φτωχή δασκάλα, ενώ συνεισφέρει και ενισχύει πρόθυμα, μυστικά, κάθε εθνική και φιλανθρωπική δράση.
Ο Παύλος Μελάς αγαπά με πάθος οτιδήποτε έχει σχέση με την Ελλάδα! Στον πατέρα του οφείλεται το ότι δεν ξεχνάει την γιαννιώτική του καταγωγή και ο μεγάλος πόθος του να ελευθερωθούν τα Γιάννενα. Ακούει με έντονο ενδιαφέρον τις ιστορίες που του λέει ο πατέρας του για τις οικογενειακές περιπέτειες του 1821 και η αγάπη του για την πατρίδα γίνετα όλο και πιο δυνατή. Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου για τον Παύλο είναι μεγάλη ημέρα και συμμετέχει με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση.
Αυτή η εποχή, που μεγαλώνει ο Παύλος, είναι μια εποχή ιδιαίτερης αναταραχής για τα Βαλκάνια και τους βαλκανικούς λαούς. Από την Κρήτη μέχρι την Βοσνία [οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι "Βόσνιοι" ονομάζονται οι εξισλαμισμένοι Σέρβοι!] έχουν ξεσηκωθει με επαναστάσεις ενάντια στον Τούρκο Σουλτάνο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Κρήτη, η Θεσσαλία, η Μακεδονία και η Ήπειρος βρίσκονται ξεσηκωμένες και επαναστατικά αντάρτικα σώματα ξεπηδούν από παντού ζητώντας ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό και την ένωση με την «Μητέρα Ελλάδα». Τα σώματα αυτά ενισχύονται διαρκώς από εθελοντές, λαϊκοί και κληρικοί, στρατιωτικοί, χωροφύλακες, φοιτητές, μέχρι παιδιά-μαθητές και γέροι τρέχουν να ποσφέρουν βοήθεια στους υπόδουλους αδελφούς τους. Εθελοντές και βοήθεια με την μορφή εράνων φθάνουν από την Κύπρο, από το εξωτερικό, από παντού! Ταυτόχρονα, μεγάλα συλλαλητήρια ξεσπούν στην Ελλάδα κι ο λαός απαιτεί να κηρύξει η Ελλάδα πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό της Ρωσσίας (έχει ήδη ξεσπάσει ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος). Και ενώ ξεκινάει η επιστράτευση, ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος τελειώνει και υπογραφεται ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας (1878). Ο Ελληνικός Στρατός τελικά βρίσκεται συγκεντρωμένος στη Λαμία, χωρίς να προλάβει να πάρει μέρος στον πόλεμο. Το ώφελος της Ελλάδας από αυτά τα γεγονότα ήταν να επιτύχει αμνηστία για τους αγωνιστές- επαναστάτες της Κρήτης, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και την αποστολή Χριστιανού Διοικητή στην Κρήτη, και κάποιες αόριστες υποσχέσεις για το μέλλον…
Ο οκτάχρονος – τότε – Παύλος Μελάς πολύ λίγα καταλαβαίνει από τα γεγονότα αυτά, ζει όμως μέσα σ” αυτή την ατμόσφαιρα κι ανυπομονεί να μεγαλώσει για να πολεμήσει κι αυτός. Κάποτε, ψάχνοντας να βρει τον πατέρα του, κατέβηκε στο υπόγειο του σπιτιού τους και με έκπληξή του αντίκρυσε ξύλινες κάσες γεμάτες με όπλα. Ο μικρός Παύλος διακατέχεται από έντονη επιθυμία να τα δει από κοντά, να τ” αγγίξει. Το ίδιο ξαφνιάστηκε και ο πατέρας του που τον βρήκε εκεί. Του εξήγησε ότι αυτά τα όπλα βρισκόταν εκεί για να συγκεντρωθούν και να σταλούν κρυφά στους επαναστάτες της Κρήτης και ότι δεν πρέπει να το συζητήσει με κανέναν αυτό και να το κρατήσει μυστικό. Κι ο μικρός Παύλος φυλάει γερά το μυστικό βαθιά στην καρδιά του αλλά το μυαλό του γυρίζει διαρκώς εκεί, στον αγώνα για την λευτεριά της πατρίδας.
Το 1881 ελευθερώνονται και προσαρτούνται στο Ελληνικό Κράτος η Θεσσαλία και η Άρτα, ενώ το 1885, σαν τελειόφοιτος του Γυμνασίου, ζει έντονα τα γεγονότα της προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε. Τα πατριωτικά του αισθήματα πληγώνονται και υποφέρει σε μεγάλο βαθμό. Σχεδιάζει να καταταγεί εθελοντής στο Στρατό ή να βγει «αντάρτης» στα ελληνο-τουρκικά σύνορα, να πολεμήσει, αλλά ένα σπάσιμο του ποδιού του τον κρατά τελικά καθηλωμένο στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά (1886), του δίνεται η ευκαιρία να δώσει εξετάσεις για την εισαγωγή του στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων (ΣΣΕ).
Η εισαγωγή του Παύλου Μελά στη Σχολή Ευελπίδων
Η συνειδητή αυτή επιλογή του συμφωνεί απόλυτα με τα ευγενή και υψηλά ανθρωπιστικά του αισθήματα αλλά και τους υψηλούς και ανιδιοτελείς εθνικούς του σκοπούς. Από τις σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο, τρεις μέρες πριν από τις εισιτήριες εξετάσεις στην ΣΣΕ (Αύγουστος 1886) διαβάζουμε:» … Επιλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου … Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και, όπως κάθε καλός στρατιώτης, θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι” αυτήν να αποθάνω. Καμιά δυσκολία δεν θα με σταματήσει … Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων. Προς το παρόν, άλλωστε, δεν θα υποστώ εις την Στρατιωτικήν Σχολήν, παρά πειθαρχίαν, ολίγον σκληράν, και μερικές στερήσεις …» 3.
Τον Σεπτέμβριο του 1886 ο Παύλος γίνεται δεκτός στην ΣΣΕ και ένα πρωινό του ιδίου μήνα, με ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης, αποχαιρετά του γονείς και διαβαίνει την πύλη της Σχολής, που εκείνη την εποχή στεγάζεται στον Πειραιά. Ταραγμένος νιώθει ακόμη την παράξενη συγκίνηση με την οποία, πριν να φύγει, είχε φιλήσει το χέρι των γονιών του και στ΄αυτιά του αντηχούν η βραχνη φωνή του πατέρα του που τον συμβουλεύει: «… υποταγή στο καθήκον… “Ετσι θα πάρωμε τα Γιάννενα…», και ο τρυφερός αποχαιρετισμός της μητέρας του: «…ο Θεός μαζί σου, γιέ μου …».
Από τις πρώτες κιόλας μέρες της εισόδου του στην ΣΣΕ, αναγκάζεται -όπως κι οι υπόλοιποι Ευέλπιδες- να προσαρμοστεί, τόσο στο πρόγραμμα όσο και στο πνεύμα της Σχολής. Η ζωή του αλλάζει από τα καθιερωμένα. Το ντύσιμό του, τώρα, είναι το γαλαζόμαυρο αμπέχωνο με τις κίτρινες επωμίδες, το μακρύ παντελόνι και το πηλήκιο της στολής. Το πρωινό εγερτήριο είναι στις 4:30 το πρωί το καλοκαίρι και στις 5 το πρωί τον χειμώνα. Μαθήματα, μελέτη, σκληρά γυμνάσια, κρύο φαγητό, μικρή ψυχαγωγία και σιωπητήριο στις 9.30 μ.μ. Ανάμεσα όμως σ΄αυτά, που αποτελούν το καθημερινό πρόγραμμα του εύελπι, υπάρχουν και τα καψόνια από τους ανωτέρους, που συχνά του φέρνουν δάκρυα στα μάτια, όχι από τον πόνο αλλά από την προσβολή και την οργή που νιώθει, γιατί δεν μπορεί ν΄αντιδράσει. Μόνο να τα εγκαταλείψει όλα μπορεί, αλλά δεν το κάνει, γιατί θα φανεί δειλός και άλλωστε μόνος του αποφάσισε να γίνει στρατιωτικός. Και σφίγγει τα δόντια και υπομένει και ξαφνικά γίνεται άντρας και μαθαίνει να ξεπερνά τις δυσκολίες και να επιμένει στο σκοπό του. Δε λείπουν επίσης και οι επιπλήξεις για τα σφάλματα συμπεριφοράς και οι ποινές – οι καμπάνες – για ό,τι προβλέπει ή και δεν προβλέπει ο κανονισμός. Κρατήσεις, στερήσεις εξόδου, φυλακίσεις και παρουσίαση στο Διοικητή την ώρα της αναφοράς κρίνονται αναγκαία, για να συνηθίσουν το νέο σ΄έναν αυστηρό και πειθαρχημένο τρόπο ζωής γιατί έτσι θα πρέπει να ζει στο εξής. Ευχάριστα διαλείμματα στην αυστηρά προγραμματισμένη ζωή του αποτελούν οι ολιγόωρες εξόδοι της Κυριακής και η άδεια, μια φορά το μήνα, με ή χωρίς διανυκτέρευση.
Στις αρχές Οκτωβρίου 1886 ορκίζεται πρωτοετής Εύελπις.

Η επιστολή που στέλνει στον πατέρα του, μετά την ορκωμοσία του, αντανακλά έντονα τις ιδέες και τα συναισθήματα που κατακλύζουν τον νεαρό Εύελπη, τις μελλοντικές προσδοκίες και τα όνειρά του, αλλά και της αίσθησης της ευθύνης που αναλαμβάνει, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Γράφει λοιπόν:» … Σεβαστέ μου πατέρα … Προχθές το πρωί έδωσα τον νενομισμένον όρκον … Σας βεβαιώ ότι ορκίσθην έχων πλήρη συναίσθησιν των υπό του όρκου επιβαλλομένων καθηκόντων, σταθεράν δεν απόφαση να τα εκτελέσω. Διά τούτο και εκ βάθους καρδίας ωρκίσθην υπακοήν εις τους νόμους της Πατρίδος, σέβας, πίστιν και αφοσίωσιν εις τον Βασιλέα μου, και ότι θέλω υπερασπίσει μέχρι τελευταίας πνοής την σημαίαν και την Πατρίδαν … Πριν τελειώσω την επιστολή μου σας παρακαλώ, Σεβαστέ μου πατέρα, να μ” ευχηθείτε όπως ο Θεός με βοηθήσει να τηρήσω εντίμως τον όρκον μου, μέχρι τελευταίας στιγμής της ζωής μου …» 4.
Με αγωνία περιμένει τον Παύλο η μητέρα του σε κάθε άδειά του κι ενώ τον περιποιείται, προσπαθεί με τρόπο να καταλάβει πώς περνά. Αλλά και ο Παύλος νιώθει μισή τη χαρά της άδειας, αν δεν κατορθώσει να περάσει κάποια ώρα το απόγευμα με τον πατέρα του συζητώντας μακριά από τους άλλους για τα όσα συμβαίνουν γύρω τους. Αλληλογραφεί συχνά με την οικογένειά του και ιδίως με τη μητέρα του και κυρίως, όταν για κάποια απειθαρχία του, χάνει την άδειά του.
Και φθάνει ο πέμπτος και τελευταίος χρόνος. Και ο Παύλος, αφού μαθαίνει τα αποτελέσματα των εξετάσεων, σβήνει με το μολύβι την τελευταία ημέρα στο ημερολόγιό του, ενώ ταυτόχρονα περνούν από μπροστά του τα όσα πέρασε στα πέντε χρόνια των σπουδών του, πού όμως δεν θα ήθελε να ξαναζήσει, έστω και αν τα θυμάται με αγάπη.

Η αποφοίτησή του από την ΣΣΕ και ο γάμος του με την Ναταλία Δραγούμη
Τον Αύγουστο του 1891 και μετά από 5ετή φοίτηση στην ΣΣΕ, ο Παύλος Μελάς αποφοίτησε σαν Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού (ΠΒ). Για τρεις μήνες όμως υπηρετεί σαν απλός στρατιώτης στην αρχή και ως υπαξιωματικός στη συνέχεια, στους στάβλους και στους θαλάμους του Α” Συντάγματος Πυροβολικού.
Για να διοικήσεις αργότερα σωστά, πρέπει να γνωρίζεις και συ αλλά και ο τελευταίος στρατιώτης σου ότι είσαι ικανός για όλα (να περιποιείσαι τα άλογα, να κοιμάσαι σε σανίδες κ.λ.π.). Και κάθε μέρα με τον ίδιο ενθουσιασμό κάνει πρωί και απόγευμα την υπηρεσία του: γυμνάσια, επιθεώρηση, εκπαίδευση ανδρών, θεωρία, βολή. Τους άνδρες του τους γνωρίζει καλά έναν-έναν, τους αγαπάει. Κι αυτοί τον εμπιστεύονται, του φανερώνουν τις στενοχώριες τους, τις σκέψεις τους και τον αποκαλούν πατέρα. Και είναι ακόμη τόσο νέος και είναι η αρχή!

Το ίδιο καλοκαίρι του 1891 που τελειώνει τη Σχολή, γνωρίζει και τη Ναταλία Δραγούμη, που την παντρεύεται τον επόμενο χρόνο, τον Οκτώβριο του 1892. Είναι σε ηλικία 22 μόλις χρονών. Πεθερός του είναι ο Στέφανος Δραγούμης, που ασχολείται με την πολιτική, αλλά και με αρχαιολογικές και γλωσσολογικές μελέτες. Αδερφός της Ναταλίας είναι ο Ίωνας Δραγούμης. Η οικογένεια Δραγούμη κατάγεται απο το Βογατσικό της Μακεδονίας και είναι ένθερμοι πατριώτες, περήφανοι για την καταγωγή τους. Ο γάμος του αυτός, με την Ναταλία, υπήρξε καθοριστικός για τον Παύλο, τόσο για την αποκρυστάλλωση των πατριωτικών του αισθημάτων και πεποιθήσεων προς την Μακεδονία, όσο και για την μετέπειπα σύντομη ζωή του.
Αυτό ομολογεί κι ο ίδιος σε επιστολή του που σώζεται προς τη σύζυγό του, στα οποία μεταξύ άλλων της γράφει: » … τα πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, αλλ” ιδίως ηθικού, τα οποία συνάντησα εις την αγαπητήν, την αγία σου οικογένεια μ” εβοήθησαν …»5.
Ο Παύλος συμφωνεί απόλυτα με τη γυναίκα του στις ιδέες, γιατί έχουν υποστεί και οι δύο τον ίδιο τρόπο της πατριαρχικής ανατροφής με τα πολλά και χαρούμενα αδέλφια. Η νέα οικογένεια του Παύλου δεν τον ξεχωρίζει από τα παιδιά της και τα αδέλφια της γυναίκας του λατρεύουν αυτόν τον ψηλό αξιωματικό, το γλυκομίλητο, με το ωραίο πρόσωπο και το λιγερό παράστημα και που στα μάτια τους φαντάζει σαν Εκτορας ή Μάρκος Μπότσαρης ή Αθανάσιος Διάκος. Και η ζωή του κυλά ήρεμα και όμορφα ανάμεσα στην καθημερινή του υπηρεσία στο στρατώνα, στο σπίτι του, στις εκδρομές, στους χορούς και στις συναναστροφές.
Στα μέσα του 1894 γεννιέται το πρώτο του παιδί, ο Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη.
Τη χαρά όμως που νιώθει από τη γέννηση και το μεγάλωμά του γιου του, του τη μειώνει η γενική κατάσταση της πατρίδας του, που δεν είναι καθόλου ικανοποιητική. Η Μακεδονία υπονομεύεται από τη Βουλγαρία, η Κρήτη σιγοβράζει επικίνδυνα κάτω πάλι από Τούρκο επίτροπο, η Κρητική επανάσταση του 1889 μένει αβοήθητη από τον Ελληνικό Στρατό και η οικονομία της χώρας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Οταν όμως το 1895 με έξοδα του ηπειρώτη Αβέρωφ αρχίζει να γίνεται το Παναθηναϊκό Στάδιο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες που θα γίνονταν το 1896 στην Αθήνα, ο ελληνισμός για λίγο ανασαίνει. Κι όταν ο Μαρουσιώτης Σπύρος Λούης, ανάμεσα σε τόσους ξένους αθλητές έρχεται πρώτος στο Μαραθώνιο δρόμο, ο ελληνισμός μεθάει από τη νίκη και καμαρώνει ξεχνώντας για λίγο τα προβλήματά του!
Το Μαΐο του 1896 ξεσπά καινούρια επανάσταση στην Κρήτη και η αδράνεια του Ελληνικού Στόλου ενοχλεί και στενοχωρεί τον Παύλο, που με τη Χαρτογραφική Υπηρεσία του Στρατού βρίσκεται εκείνη την εποχή στους Μύλους του “Αργους. Στα τέλη του Αυγούστου 1896, η Τουρκία φοβισμένη από τη διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων για τις σφαγές των Αρμενίων στην Κων/πολη, παραχωρεί στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας και οι Κρήτες ησυχάζουν. Οταν όμως στο τέλος του Οκτωβρίου 1896 δεν εφαρμόζεται σωστά ο νέος οργανισμός, αρχίζουν καινούριες ταραχές. Η Κρήτη ξεσηκώνεται και στις 25 Ιανουαρίου 1897 η επαναστατική κυβέρνηση κηρύσσει στη Χαλέπα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η συμπαράσταση τότε του ελληνικού στόλου είναι άμεση και κατεβαίνει στην Κρήτη, για να εμποδίσει την απόβαση τουρκικού στρατού στις ακτές του νησιού. Ο Παύλος που τον απασχολούν ιδιαίτερα τα εθνικά θέματα, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τα γεγονότα της Κρήτης, ενώ ταυτόχρονα ανησυχεί πολύ για τη Μακεδονία, που υποφέρει και από τους Τούρκους και από τους Βουλγάρους. Η ίδρυση της Εθνικής Εταιρείας – 12 Νοεμβρίου 1894 – της μυστικής δηλαδή οργάνωσης – που έχει σαν σκοπό της να βοηθήσει στην επίλυση των εθνικών προβλημάτων με τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και την ηθική της ανύψωση, τον ανακουφίζει και τον κάνει να ελπίζει για το καλύτερο.

Το «βάπτισμα του πυρός» του Ανθυπολοχαγού (ΠΒ) Παύλου Μελά και η συμμετοχή του στον «άτυχο» πόλεμο του 1897
Ο Παύλος υπηρετεί ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου του 1897 διατάσσεται να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας αναχωρεί στρατός, για να καταλάβει την Κρήτη.


Απογοητευμένος γιατί η δική του μονάδα δε μετέχει σ΄αυτή την επιχείρηση, επιστρέφει στο σπίτι του και ενημερώνει τους δικούς του. Και παρά την πίκρα του, παίρνοντας μέρος στη γενική χαρά γράφει στο σημειωματάριό του «…με κόπο συγκρατω τά δάκρυά μου… Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος… δέν έζησα παρά μέ αυτήν καί δι΄αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή…».

 

Στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ο Παύλος κατευοδώνει μια στρατιωτική φάλαγγα, μαθαίνει με χαρά ότι η πεδινή πυροβολαρχία του πρίγκιπα Νικολάου στην οποία υπηρετεί, διατάσσεται ν΄αναχωρήσει το γρηγορότερο για τη Λάρισα. Πετώντας σχεδόν επιστρέφει στο στρατώνα του για να καταλήξει σπίτι του και να παίξει με το γιο του. Πρώτη φορά δεν αισθάνεται λύπη που θα αφήσει τους δικούς του. Μετά τρεις ημέρες επιβιβαζόμενοι σε πλοία στον Πειραιά αναχωρούν και μέσω Χαλκίδας φθάνουν στο Βόλο, απ΄όπου σιδηροδρομικώς καταλήγουν στη Λάρισα, όπου η υποδοχή που τους γίνεται αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. «… Είμαι ευτυχής μόνον μέ τήν ιδέαν ότι είμεθα εδώ διά νά υπερασπίσωμεν την πατρίδα…» γράφει στη γυναίκα του περιμένοντας την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, «… από στιγμής εις στιγμήν αναμένομεν να φύγωμεν. Ο Θεός να δώση…».
Στις 5 Απριλίου 1897 αρχίζουν οι εχθροπραξίες. Το τηλεγράφημα του Παύλου που φθάνει στην Αθήνα φανερώνει τον ενθουσιασμό του για το ξεκίνημα του πολέμου «… Ευχηθητε υπέρ πατρίδος μόνον. Ασπάζομαι πάντας. Εύχομαι Μίκης αισθανθή ποτε καί αυτός χαράν μου…»
Ενθουσιασμένος κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, πολύ σύντομα και σε λίγες μόνο μέρες γίνεται αφάνταστα πικραμένος, λόγω της τροπής που πήρε για την Ελλάδα ο πόλεμος εκείνος. Μέσα από τα επόμενα γράμματά προς τη γυναίκα του, γραμμένα τα περισσότερα βιαστικά με μολύβι, περνούν τα δυσάρεστα γεγονότα αλλά και τα όσα νιώθει ο ίδιος αυτές τις τριάντα (30) οδυνηρές ημέρες του 1897. Ετσι ο αρχικός του ενθουσιασμός : «… εις ολίγα λεπτά φεύγομεν διά το Μπουγάζι (αριστερά του Τυρνάβου)… Περιττόν να σου ειπω τήν χαράν, την ευτυχία μου….», μετατρέπεται γρήγορα σε απογοήτευση: «… Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν την συλλογίζωμαι … 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πώς έρχονται οι Τούρκοι…». Ύστερα, και πάλι σε καινούρια ελπίδα με τη διαταγή του Διαδόχου : «… ότι θέλομεν υπερασπισθή το έδαφος του Δομοκου …», για να καταλήξει σε λίγο πάλι σε απόγνωση και απελπισία : «.. ήρχισεν η νυκτερινή αυτή υποχώρησις. Φοβερωτέρας ώρας ουδέποτε διηλθον…». Σε άλλο του γράμμα πάλι, καταλήγει: «… Σκέπτομαι αδιάκοπα τα αγαπημένα μου πρόσωπα και παρακαλώ τον Θεόν να μου επιτρέψει να τα ξαναδώ, μόνον αφού σβύσωμεν την φιβεράν ατιμίαν του δυστυχισμένου τόπου μας …» 6.
Τέλος, το τηλεγράφημα του πατέρα του, που έρχεται από την Αθήνα με τα λόγια: «… Απεφασίσθη ανακωχή…» (6η Μαΐου 1897), είναι για τον Παύλο ο ταπεινωτικός επίλογος μιας εκστρατείας, από την οποία περίμενε πολλά!

Κουρασμένος τότε περισσότερο ψυχικά – «… κατόπιν της εκ Δομοκού γενναίας φυγής μας …» – παρά σωματικά, αρρωσταίνει με υψηλό πυρετό. Ανήσυχος ο γιατρός του Συντάγματος τον στέλνει στη Λαμία, όπου στο πλωτό νοσοκομείο «Θεσσαλία» συναντά τη γυναίκα του Ναταλία, η οποία υπηρετεί εκεί ως νοσοκόμος. Τρομαγμένη αντικρίζει τον αδύνατο και εξαντλημένο άνδρα της και σιωπηλή και ξάγρυπνη κάθεται όλη τη νύκτα στο πλάι του, ενώ εκείνος παραδέρνει σε ύπνο ταραγμένο. Φθάνοντας στη συνέχεια στην Αθήνα βρίσκει παρηγοριά στην οικογενειακή θαλπωρή. Δεν μένει όμως πολύ. Σε μία εβδομάδα ζητάει να μετατεθεί στη Λαμία, στις προφυλακές. Κι ενώ υπηρετεί χωρίς απρόοπτα στην πυροβολαρχία του, ένα μήνυμα για την αρρώστια του πατέρα του τον ταράζει. Κατεβαίνει αμέσως στην Αθήνα και τον προλαβαίνει ζωντανό. Σε δυο όμως ημέρες, ο πατέρας του πεθαίνει. Ο θάνατος αυτός, που τον συγκλονίζει, είναι γι΄αυτόν το συμπλήρωμα της εθνικής καταστροφής!
Μετά το θάνατο του πατέρα του ξαναγυρίζει απαρηγόρητος στη Λαμία. Η συγκατοίκησή του με δύο αγαπητούς του συναδέλφους μετριάζει τη βαθιά του λύπη. Χωρίς αυτούς θα είχε παραιτηθεί και θα είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Τότε μάλιστα περνά την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του. “Οπως ομολογεί και ο ίδιος «… πότε ειμαι ευχαριστημένος … διότι ελπίζω να διορθωθη αυτή η κατάστασις πότε πάλιν αηδιάζω και απογοητεύομαι καί δέν θέλω ν΄ακούω και να σκέπτωμαι τίποτε …». Παντού όμως και πάντα θυμάται τον πατέρα του, που κοντά του «… ελησμονούσα όλας τάς στεναχωρίας μου …».
Κι ενώ τον πνίγει η μονοτονία της Λαμίας, στις 5 Μαΐου 1898 (έναν χρόνο μετά την ανακωχή του 1897) αρχίζει η εκκένωση του θεσσαλικού κάμπου από τους Τούρκους. Ο Παύλος, έφιππος, επισκέπτεται το χώρο που μόλις έχουν εγκαταλείψει οι Τούρκοι και μεταξύ άλλων γράφει σθγκινημένος στους δικούς του. «… ειναι αδύνατον να σας ειπώ τι αισθάνεται ένας άνθρωπος, όταν επαναβλέπει μέρη και πράγματα παρά τα οποία ησθάνθη συγκινήσεις διά βίου αλησμονήτους …» .
Η 1η αποστολή του Παύλου Μελά στην Μακεδονία
Όπως ήδη αναφέραμε παραπάνω, η πρώτη αποστολή του Παύλου Μελά στην Μακεδονία, ήταν σαν μέλος μιας τετραμελούς ομάδας Αξιωματικών και έγινε με Κυβερνητική εντολή. Οι άδειες που τους δόθηκαν από το Υπουργείο Στρατιωτικών αφορούν τις μετακινήσεις τους μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους (αντικειμενικός στόχος τους είναι η περιοχή μεταξύ Μοναστηρίου και Καστοριάς όπου δραστηροποιούνται κύρια οι Βούλγαροι κομιτατζήδες), και τα διαβατήριά τους εκδόθηκαν με ψευδώνυμα. Το ψευδώνυμο που διάλεξε ο Παύλος είναι ΜΙΚΗΣ ΖΕΖΑΣ.
Μίκης, από το όνομα του γιου του Μιχαήλ, που φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη και Ζέζας, από το όνομα της κόρης του Ζωής, που φωνάζουν χαϊδευτικά Ζέζα!
Ο Παύλος ετοιμάζεται με ιδιαίτερη χαρά να εκτελέσει αυτή την αποστολή. Όπως γράφει στο σημειωματάριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 1904, «… Σήμερον επί τέλους εκπληρούται ο πόθος μου…». Πριν αναχωρήσει, επισκέπτεται τον τάφο του πατέρα του, που λάτρευε τη Μακεδονία και θυμάται ότι πάνω στο φέρετρό του είχε ορκισθεί και να πεθάνει αν χρειαστεί, γι΄αυτήν. Επιστρέφει στη συνέχεια ήρεμος στο σπίτι του, περνά μερικές ώρες με τους δικούς του κι ενώ τους αποχαιρετά με τα λόγια «Ζήτω η Μακεδονία», ξεκινά συγκινημένος για την επικίνδυνη αποστολή του.
Φθάνοντας στον προορισμό του, μετά από ταξίδι μερικών ημερών, αρχίζει το έργο του. Ενημερώνεται, ζει σε άθλιες συνθήκες, συμπάσχει, παρηγορεί και εμψυχώνει τους τυραννισμένους Έλληνες από χωριό σε χωριό. Συνεχίζει απτόητος και ακούραστος την εκτέλεση της αποστολής του μέχρις ότου κρυπτογραφική επιστολή του “Ιωνα Δραγούμη τον πληροφορεί για την πρόθεση της Αθήνας, ότι «… Η τουρκική πρεσβεία, μαθούσα την παρουσίαν των κ.κ. Μελά και Κοντούλη εις τα πέριξ της Καστορίας, προέβη εις παραστάσεις. Οπως διασκεδασθώσιν αι υποψίαι των Τούρκων εκρίναμεν αναγκαίον νά επιστρέψη προσωρινώς ο κ. Μελάς τουλάχιστον…».

Ο Παύλος αντιδρά βίαια, αρνείται να υπακούσει. Μάταια ένα ημερονύκτιο ο Κοντούλης προσπαθεί να τον μεταπείσει. Μόνον όταν του θυμίζει ότι σαν Αξιωματικός έχει ορκισθεί υπακοή και του τονίζει ότι εξαιτίας του ίσως και να αποτύχει ολόκληρη η αποστολή τους, πείθεται με βαριά καρδιά, να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Στις 29 Μαρτίου 1904, Δευτέρα του Πάσχα, ο Παύλος ξαναβρίσκεται επιτέλους με την οικογένειά του στην Αθήνα.

Ο θάνατος του Παύλου Μελά και η σημασία του για τον αγώνα στην Μακεδονία
Ακαταπόνητος συνεχίζει τον αγώνα του και με αγωνία περιμένει όπλα από τις αθηναϊκές πατριωτικές οργανώσεις, για να εξοπλίσει όλα τα χωριά της περιοχής του. Στο μεταξύ, με όσα διαθέτει και παρά τις εναντίον του βουλγαρικές απειλές, οργανώνει την άμυνα τεσσάρων χωριών και προειδοποιεί ότι θα κάψει τα σπίτια εκείνων που θα συμπράξουν με τους βούλγαρους κομιτατζήδες.
Παράλληλα, εξακολουθώντας να εμπιστεύεται στα γράμματά του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σημειώνει. «… Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ αλλ΄ ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον. Και εδώ έχω τας ικανοποιήσεις μου και εκεί την ευτυχίαν μου. Αλλ΄εδώ με κρατεί επί πλέον το καθήκον και πρό πάντων αι υποχρεώσεις ας ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θα κατορθώσω τίποτε; ΄Η θα χανδακώσω την ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω και πότε ενθουσιώ…».
Στο μεταξύ το σώμα του ενισχύεται και με ντόπιους και φθάνει τώρα τα 50 άτομα και έτσι οι χωρικοί νιώθουν πιο ασφαλείς γνωρίζοντας την παρουσία του. Κι ενώ βαδίζει για να συναντηθεί με άλλο σώμα Ελλήνων ανταρτών, για να συναποφασίσουν γενικότερη κατά των βουλγαρικών συμμοριών επίθεση, σταματά στο χωριό Στάτιστα, (ή και Σιάτιστα) για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Στις αντιρρήσεις που εκφράζει για αυτή τη στάση τους ο φίλος και υπαρχηγός του Νίκος Πύρζας, επειδή στο χωριό κατά τις πληροφορίες τους υπάρχει τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, ο Παύλος απαντά: «… Ειναι αμαρτία, τά παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα ας μείνωμεν εις το χωριό νά στεγνώσουν ολίγον …».
Αυτή η απόφαση του θα είναι τελικά γι΄αυτόν μοιραία, γιατί οι Τούρκοι ειδοποιημένοι και οδηγημένοι από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο για την εκεί παρουσία τους, επιτίθενται και κατά τη συμπλοκή ο Παύλος τραματίζεται σοβαρά, «… στη μέση με πήρε, παιδιά …». Κι ενώ οι άντρες του τρέχουν να τον βοηθήσουν μπαίνει μόνος του στο σπίτι, κάθεται και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα του λέει: «… Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να τους πης ότι το καθήκον μου έκαμα …».
Στη συνέχεια βγάζει το πορτοφόλι του με τις φωτογραφίες των παιδιών του κι επειδή αρχίζει να πονά, παρακαλεί να τον σκοτώσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό στα χέρια των Τούρκων. Ολοι γύρω του λυπημένοι και ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούν τις τελευταίες στιγμές του παλικαριού που ψιθυρίζει πότε «… πονώ!», πότε «… σκοτώστε με!» και πότε τα ονόματα των παιδιών του «… Μίκη, Ζωή!». Και αφού με δυνατούς πόνους παιδεύεται μισή περίπου ώρα, με τη λέξη «… πονώ!» αφήνει την τελευταία του πνοή επάνω στη διψασμένη για αίμα ηρώων Ελληνική γη..
Η τραγική είδηση φθάνει στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα με τηλεγράφημα του Προξένου του Μοναστηρίου που αναφέρει τα εξής : «… Παρελθούσαν Τετάρτην, 13 τρέχοντος (Οκτωβρίου) ημετέρων ευρεθέντων εν χωρίω Στάτιστα και περί ώραν 5 μ.μ. ήρξατο πυρός κατά των ημετέρων. Ημέτεροι απήντησαν γενναίως, μετά δίωρον δε ανταλλαγήν πυροβολισμών, απεφάσισαν επιχειρήσωσιν έξοδον. Παύλος Μελάς ώρμησε πρώτος επί κεφαλής αυτών, οπότε σφαίρα τουρκική πλήξασα αυτόν κατά την οσφυακήν χώραν, ετραυμάτισε θανασίμως. Σύντροφοί του τον… εναπέθεσαν παρακειμένω οικίσκω, ένθα, μετά ημίσειαν ώραν, διαρκούσης πάντοτε συμπλοκής, εθνικός ήρως ησύχασε …» !
Ο θάνατός του αιφνιδιάζει και θλίβει τους Μακεδόνες, γιατί σ΄αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες για τη σωτηρία τους. Και μολονότι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, αρχίζει η δυσάρεστη διαδικασία του ενταφιασμού. Από γράμμα που στέλνει ο ελληνοδιδάσκαλος και υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου Βασίλειος Αγοραστός στον “Ιωνα Δραγούμη, γυναικάδελφο του Παύλου, έχουμε τις λεπτομέρειες του ενταφιασμού. Σύμφωνα με αυτές, ο ίδιος ο Αγοραστός εκτελώντας εντολή του προξενείου φθάνει στο Πισοδέρι, για να μεριμνήσει για την ταφή του ήρωα. Επειδή εκεί πληροφορείται ότι οι κάτοικοι της Στάτιστας τον έχουν ήδη ενταφιάσει σε ασφαλές μέρος, προχωρεί στο Ζέλοβο απ΄όπου στέλνει άνδρα του σώματος του Παύλου μεταμφιεσμένο στη Στάτιτσα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του γενναίου αρχηγού του.
Κι ενώ έχει αρχίσει η εκταφή του νεκρού, αναγγέλλεται ότι ισχυρό τουρκικό απόσπασμα κατευθύνεται στο χωριό. Για ν΄αποφύγουν τότε την αυτόφωρη σύλληψη, κόβουν την κεφαλή του παλικαριού και θάβουν ξανά το σώμα του. Και τη στιγμή που ο Τούρκος αποσπασματάρχης έχει συγκαλέσει τους χωρικούς στην πλατεία και με απειλές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, τους ζητά τον τόπο της ταφής, ο απεσταλμένος κατορθώνει να διαφύγει έχοντας στο σακίδιό του το κεφάλι του άτυχου αρχηγού του και να φθάσει στο Ζέλοβο. Εκεί ως πιο κατάλληλο για την ταφή του επιλέγουν το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής στο Πισοδέρι, όπου και ενταφιάζεται στον προ της Ωραίας Πύλης χώρο στις 18 Οκτωβρίου 1904.



http://computer.gr/melas/  
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ


ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

http://4.bp.blogspot.com/_NuhZMDR5O28/S_qK4rCNqWI/AAAAAAAAATQ/FgeBEEMBpt0/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.