Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

30 ΜΑΡΤΙΟΥ 1822 : ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΗΝ ΣΦΑΓΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ

Το 1818 ο Παντιάς Ροδοκανάκης και ο Νικόλαος Μυλωνάς αποτάθηκαν στο Δημήτριο Υψηλάντη για την απελευθέρωση του νησιού από τους Τούρκους. Ζήτησαν έτσι ναυτική βοήθεια από τις Σπέτσες , την Ύδρα και τα Ψαρά, που συμφώνησαν με την ιδέα απελευθέρωσης του νησιού.  Μεγάλη μερίδα όμως Χιωτών διαφωνούσαν με την ιδέα του ξεσηκωμού, λόγω των προνομίων που κατείχαν στο νησί. 
Στις 27 Απριλίου 1821 ο Υδραίος Ιάκωβος Τομπάζης φτάνει στη Χίο με 25 πλοία με σκοπό να παρακινήσει τους Χιώτες να εξεγερθούν κατά των Τούρκων. Στέλνει κάποιον ψαριανό να μεταφέρει το μήνυμα της επανάστασης στην ύπαιθρο και στα χωριά , γιατί γνώριζε την αντίθετη στάση των προκρίτων και των κατοίκων της πόλης. Τρεις Δημογέροντες πήγαν «στου πασά τη βρύση» και επικοινώνησαν μαζί του κρυφά. Εξήγησαν τους λόγους που δεν μπορούσαν να δώσουν βοήθεια, επειδή ο περισσότερος πληθυσμός ήταν άοπλος , άπειρος και απροετοίμαστος. Επίσης του εξήγησαν ότι οι επιπτώσεις στον πληθυσμό των Ελλήνων κατοίκων της Χίου , όπως και των άλλων Χιωτών που είχαν εγκατασταθεί εκτός του νησιού(Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη),  θα ήταν τραγικές. Έτσι παρακάλεσαν τον Τομπάζη να φύγει από το νησί. Μετά από 3 μέρες ο στόλος εγκατέλειψε άπρακτος το νησί.
Οι Τούρκοι πληροφορήθηκαν το γεγονός της άφιξης των ελληνικών πλοίων έξω από το νησί, κάλεσαν τους Δημογέροντες (Μικές Βλαστός, Ιωάννης Πατρικούσης και Χατζή Πολυχρόνης Διοματάρης), για να τους πάρουν πληροφορίες. Οι Δημογέροντες αρνήθηκαν ότι γνωρίζουν κάτι σχετικά και οι Τούρκοι τους ζήτησαν να καλέσουν και άλλους πρόκριτους.  Στη συνέχεια ήρθαν 10 πρόκριτοι και ο μητροπολίτης Πλάτων με το διάκονό του Μακάριο Γαρρή. Οι Τούρκοι τους φυλάκισαν στη σκοτεινή φυλακή του κάστρου. Επιπλέον οι Τούρκοι ζήτησαν από τους Χιώτες να παραδώσουν ό,τι όπλα είχαν και να μην κυκλοφορούν τις βραδινές ώρες.
Τον Οκτώβρη του 1821 οι Τούρκοι ζήτησαν στρατιωτική βοήθεια από το σουλτάνο. Πράγματι ήρθαν 1000 στρατιώτες από την Κωνσταντινούπολη και 200 από την Κρήτη. Το Γενάρη του 1822 τρεις Χιώτες πρόκριτοι, οι Θ. Ράλλης, Ι. Σκυλίτζης και Π. Ροδοκανάκης φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη ως ενέχυρα και ρίχνονται στη φυλακή.
Το Σάββατο 11 Μαρτίου του 1822 ο Αρχηγός της επανάστασης στη Σάμο , Λυκούργος Λογοθέτης, φτάνει στη Χίο με το Χιώτη Μπουρνιά και με 2500-4500 άνδρες(ο στόλος ήταν 8 μπρίκια και 30 βοηθητικά πλοία). Η απόβαση του Λογοθέτη έγινε ταυτόχρονα στον κόλπο της Αγίας Ελένης και στην Αγκάλη. Στο εντωμεταξύ είχαν ειδοποιηθεί αρκετοί Χιώτες , οι οποίοι έσπευσαν να ενωθούν με τους άνδρες του Λογοθέτη.  Ο Βαχήτ Πασάς στέλνει δύο τμήματα στρατού , ένα για να εμποδίσει την απόβαση και ένα άλλο στον Κάμπο, για να πλευροκοπήσει την αποβατική δύναμη του Λογοθέτη. Αρχικά οι μάχες γέρνουν προς την πλευρά των Ελλήνων. Οι Τούρκοι αναγκάζονται να κλειστούν στο κάστρο. Ο Μπουρνιάς με τους στρατιώτες του χτυπούν τους Τούρκους από το Παλαιόκαστρο(σημερινά σχολεία Βουνακίου). Στο ύψωμα της Παναγίας Τουρλωτής μια ομάδα από Σαμιώτες κανονιοβολούν την πόλη. Άλλοι επαναστάτες οχυρώνονται στο «Ψωμί»(Μπέλλα Βίστα), στο λόφο «Ασωμάτων»(Ευαγγελίστρια) και στον κάτω Γιαλό.
Η απελευθέρωση της Χίου έγινε δεκτή από τους Χιώτες με ένα αίσθημα φόβου σχετικά με την έκβαση της επανάστασης. Μάλιστα πολλοί Χιώτες πλούσιοι φεύγουν από το νησί.
Μόλις οι Τούρκοι στην Κωνσταντινούπολη μαθαίνουν το γεγονός της επανάστασης της Χίου,  στέλνουν τον Τουρκικό στόλο με ναύαρχο τον Καρά Αλή. Στις 30 Μαρτίου 1822 ο Τουρκικός στόλος (46 πλοία και 7000 στρατιώτες) φτάνει στο βόρειο τμήμα του νησιού. Λίγες ώρες μετά ενώνονται με άλλους ομοεθνείς τους που βγήκαν από το κάστρο και ξεκινούν τη σφαγή , τις λεηλασίες και το κάψιμο της πόλης. Ο Λογοθέτης και ο Μπουρνιάς αποχώρησαν προς το εσωτερικό του νησιού , λέγοντας το σύνθημα « ο σώζων εαυτό σωθήτω».
Τη Μεγάλη Παρασκευή, 31 Μαρτίου 1822, καίγεται ο ναός της Τουρλωτής και δίνεται το σύνθημα στους Τούρκους για γενική αιματοχυσία και αποτέφρωση της πόλης. Από εκείνη τη μέρα και για 4 μήνες φτάνουν Τούρκοι κατάδικοι από τις απέναντι Τουρκικές ακτές με σκοπό το φόνο, τη λεηλασία και τα λάφυρα. Υπολογίζεται ότι κατέφθασαν 40.000 Τούρκοι άτακτοι αυτήν την περίοδο. Ταυτόχρονα ο Βαχήτ Πασάς αναγγέλλει τη διαταγή του σουλτάνου να θανατώνονται βρέφη έως 3 ετών , αγόρια και άνδρες άνω των 12 ετών , γυναίκες άνω των 40 ετών , να αιχμαλωτίζονται κορίτσια και γυναίκες από 3 έως 40 ετών και αγόρια από 3 έως 12 ετών. Γλίτωναν μόνο όσοι ασπάζονταν το μωαμεθανισμό.
Οι περισσότεροι Χιώτες άρχισαν να μετακινούνται προς το εσωτερικό του νησιού για να σωθούν από το μένος των Τούρκων. Τα καταφύγιά τους ήταν αρχικά οι  Καρυές, το Αίπος, η Νέα Μονή, το μοναστήρι του Αγίου Μηνά και ο Άγιος Γεώργιος ο Συκούσης.
Το Μεγάλο Σάββατο, 1η  Απριλίου 1822 καίγεται η Σχολή της Χίου, σφαγιάζονται σχεδόν όλοι, ακόμα και οι λεπροί. Ο Βαχήτ Πασάς είχε εκδώσει διαταγή ότι όσες γλώσσες και αυτιά του πήγαιναν , τόσα περισσότερα κέρδη θα είχαν.  
Στις 2 Απριλίου 1822(Πάσχα) μπαίνουν οι Τούρκοι(15000 άνδρες) στο μοναστήρι του Αγίου Μηνά από ένα μικρό άνοιγμα που υπήρχε στον περίβολο και σφαγιάζουν τους  3000 Χιώτες που είχαν κρυφτεί. Στη συνέχεια πυρπολούν το μοναστήρι. Την ίδια μέρα το ίδιο γεγονός γίνεται και στη Νέα Μονή. Η κατάσταση γενικεύεται και σε άλλα χωριά της Χίου. Οι Σαμιώτες εγκατέλειψαν τη Χίο και έπλευσαν προς τα Ψαρά.
Την Τετάρτη 5 Απριλίου του 1822 βγάζει ανακοίνωση ο Καρά Αλής , πως όσοι Χιώτες παραδώσουν τα όπλα τους και επιστρέψουν στην πόλη , θα αφεθούν ελεύθεροι(αμνηστία). Μάλιστα εξασφάλισαν οι Τούρκοι και επιστολή του φυλακισμένου Μητροπολίτη και των Δημογερόντων , η οποία ανέφερε τις ειλικρινές προθέσεις των Τούρκων. Οι πρόξενοι της Αγγλίας , της Αυστρίας και της Γαλλίας ανέλαβαν να μεταφέρουν την πρόταση στους Χιώτες και να τους πείσουν. Οι Χιώτες εμπιστεύθηκαν τους πρόξενους και άρχισαν να επιστρέφουν και να παραδίδουν τα όπλα τους. Βέβαια, όπως ήταν αναμενόμενο, οι Τούρκοι αθέτησαν το λόγο τους και άρχισαν να σφάζουν όσους κατέβαιναν στην πόλη. Η μεγάλη σφαγή συνεχίστηκε και στην κεντρική Χίο(Βροντάδο , Πιτυός, Θυμιανά και μετά Βορειόχωρα).  Στο ακρωτήρι του Κάβο Μελανιός, απέναντι από τα Ψαρά  βρήκαν καταφύγιο περίπου 10.000 Χιώτες και περίμεναν τα ψαριανά πλοία να τους μεταφέρουν στα Ψαρά. Δυστυχώς όμως η μεγάλη θαλασσοταραχή τους στάθηκε εμπόδιο και σφαγιάσθηκαν σχεδόν όλοι από τους Τούρκους με απερίγραπτη λύσσα. Ήταν τόσο πολύ το αίμα των αθώων, που η θάλασσα «μελάνιασε» γύρω από τον κάβο και την  παραλία.
Στις 18 Απριλίου στην Κωνσταντινούπολη σφαγιάζονται 3 Χιώτες όμηροι (Ράλλης, Σκυλίτζης , Ροδοκανάκης) και άλλοι 60 Χιώτες επιφανείς. Στις 23 Απριλίου του 1822 απαγχονίζονται   στην τάφρο του κάστρου της πόλης ο μητροπολίτης Πλάτων , ο διάκονός του Γαρρής και 9 πρόκριτοι. Στη συνέχεια θανατώνονται με τον ίδιο τρόπο και οι δημογέροντες που ήταν φυλακισμένοι ανά δέκα. Τα σκοτωμένα σώματά τους χλευάζονται από τους Τούρκους , οι οποίοι τα ρίχνουν μετά στη θάλασσα.
Λίγες μέρες μετά την καταστροφή , σχεδιάστηκε ναυτική επίθεση του στόλου των τριών ναυτικών νησιών εναντίον του Τουρκικού στόλου στο στενό του Τσεσμέ. Στις 18 Μαΐου πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίθεση . Οι έλληνες έκαναν αρκετές ζημιές στον Τούρκικό στόλο , αλλά απέτυχαν να πυρπολήσουν τη ναυαρχίδα του Καρά Αλή. Την 1η Ιουνίου του 1822 ο Κωνσταντίνος Κανάρης μαζί με τον Ανδρέα Πιπίνο και 40 ψαριανούς ξεκίνησαν από τα Ψαρά με 2 πυρπολικά και 4 περιπολικά πλοία και αφού μετάλαβαν των Αχράντων Μυστηρίων , μπήκαν στο στενό της Χίου με βόρειο άνεμο. Κρύφτηκαν και περίμεναν να βραδιάσει. Τέλειωνε τότε το ραμαζάνι των Τούρκων και ξεκινούσε η γιορτή του μπαϊραμιού. Στην τουρκική ναυαρχίδα επικρατούσε χαρά και κέφι με πολλούς καλεσμένους και κάποιες δυστυχισμένες αιχμάλωτες,  περίπου 2000 άτομα. Τότε τα δύο πυρπολικά κατάφεραν να μπουν ανάμεσα στα τουρκικά πλοία. Ο Κανάρης κατευθύνθηκε κατά την ναυαρχίδας του Καρά Αλή , ενώ ο Πιπίνος κατά της υποναυαρχίδας. Ο Κανάρης τα κατάφερε να πυρπολήσει την ναυαρχίδα , ενώ ο Πιπίνος δεν τα κατάφερε , γιατί βιάστηκε και έγινε αντιληπτός από τους Τούρκους.  Η ναυαρχίδα όμως τυλίχθηκε στις φλόγες και μετά ανατινάχθηκε , σκοτώνοντας και τον Καρά Αλή. Στις 7 Ιουνίου εξαπολύεται και τρίτο γιουρούσι των μαινόμενων Τούρκων στα  Μαστιχοχώρια και ολοκληρώνεται η καταστροφή του νησιού.
Το νησί ερημώθηκε. Οι Τούρκοι έφεραν από τον Τσεσμέ άλλους 600 Χριστιανούς για να μαζέψουν τη μαστίχα. Αυτοί όμως αγνοούσαν την καλλιέργειά της και οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να αφήσουν ελεύθερους αρκετούς Μαστιχοχωρίτες για να καλλιεργήσουν τους σχίνους. 
Μετά την καταστροφή, από τους 117.000 Χριστιανούς που ήταν ο τότε πληθυσμός της Χίου , έμειναν περίπου 1800 -2000 άνθρωποι. 21.000 ήταν οι φυγάδες(κατέφυγαν στα Ψαρά, Τήνο, Σύρο, Άνδρο, Αγκώνα, Τεργέστη, Μασσαλία, Οδησσό, Μάλτα, Λονδίνο)  και 52.000 οι αιχμάλωτοι. Υπολογίζουμε δηλαδή ότι σφαγιάσθηκαν περίπου 52.000 Χιώτες.
Η καταστροφή της Χίου συγκλόνισε όχι μόνο τον Ελληνισμό , αλλά και όλη την Ευρώπη. Οι εφημερίδες έγραφαν άρθρα εκφράζοντας τον αποτροπιασμό τους για τη μεγάλη σφαγή. Βιβλία κυκλοφορούσαν στην Αγγλία, Γαλλία , Γερμανία και οι φιλέλληνες προσπαθούσαν να ευαισθητοποιήσουν την κοινή γνώμη για να βοηθήσουν τα θύματα. Από τη μεγάλη σφαγή της Χίου εμπνεύστηκε ο μεγάλος Γάλλος ζωγράφος Ντελακρουά και ο Βίκτωρ Ουγκώ στο ποίημά του «Το Ελληνόπαιδο».
 

http://www.chioshistory.gr/gr/itx/itx25.html 
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ





Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

29 ΜΑΡΤΙΟΥ 1870 : Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ

                                             Η παιδική και η εφηβική ηλικία του Παύλου Μελά



Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στην Μασσαλία της Γαλλίας. Πατέρας του ήταν Μιχαήλ Γ. Μελάς (1833-1897) και μητέρα του η Ελένη, το γένος Βουτσινά, κόρη γνωστού Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό. 

Ο Παύλος Μελάς κατάγεται από τη μεγάλη και ιστορική οικογένεια των Μελάδων της Ηπείρου, με ρίζες που φθάνουν ως την Κωνσταντινούπολη (πριν την ’λωση), ανάμεσα στις πιο ισχυρές στρατιωτικές και πολιτικές οικογένειες του Βυζαντίου, των Κεφαλάδων ή  κατά άλλους των Μελανιάδων (λόγω του χαρακτηριστικού μελαμψού χρώματος του προσώπου τους), ενώ κατά άλλους των Στρατηγόπουλων 1
Ο πατέρας του Παύλου, στη Μασσαλία, ασχολήθηκε με το εμπόριο και απόκτησε σημαντική περιουσία μεγάλο μέρος της οποίας, σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειάς του, διέθεσε για εθνικούς και για κοινωνικούς σκοπούς. Δραστήρια κοινωνικά και εθνικά ήταν και η μητέρα του Παύλου.
Το 1874 η οικογένεια Μελά έρχεται για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και κατοικούν στο κτίριο της οδού Πανεπιστημίου όπου βρίσκεται η Αθηναϊκή Λέσχη. Εκεί μεγαλώνει ο Παύλος με τα έξι αδέλφια του, το όμορφο, ψηλό και μελαχρινό αγόρι. Τα καλοκαίρια τους τα περνούν πότε στην Οδησσό και πότε στο Φάληρο, αλλά πιο συχνά στην Κηφισιά όπου ο πατέρας του κτίζει το εξοχικό τους σπίτι. Η μητέρα του, μεριμνά για όλους και για όλα, επιβλέπει και κατευθύνει το υπηρετικό προσωπικό, ράβει και πλέκει η ίδια για τα παιδιά της, φροντίζει για τους φτωχούς και γενικά, προσπαθεί να τους ικανοποιήσει όλους. Τα βράδυα με τον σύζυγο της, ομορφοντυμένη, παραβρίσκεται στις χοροεσπερίδες της κοσμικής - τότε - Αθήνας. Πολλές φορές, με ένα λαντώ (αμαξίδιο της εποχής) παίρνει τα παιδιά της να παίξουν στις εξοχές της Κηφισιάς, του Φαλήρου, του Ελαιώνα ή του Βασιλικού - τότε, Εθνικού σήμερα - Κήπου.
"... Το περιβάλλον του σπιτού του, η εθνική δράσις του πατέρα του, η παρακολούθηση των εθνικών εορτών και τελετών, ενασκούν τεράστια ψυχολογική επίδραση επ' αυτού [του νεαρού τότε Παύλου]. Το τυχαίον αντίκρυσμα πολλών όπλων φυλασσομένων κρυφά εις τα υπόγεια του σπιτιού του και προοριζομένων διά την Κρήτην, αι συζητήσεις περί των εθνικών θεμάτων που ήκουε συχνά εις το σπίτι του την εποχήν εκείνη, μετά τον Ρωσσοτουρκικόν Πόλεμον και την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), του επροξένησαν μεγάλη εντύπωσιν. Έκτοτε ήδη ωνειροπόλει να καταταγή εις τον Στρατόν, όταν μγαλώσει, ώστε και αυτός να αγωνισθή διά την επανόρθωσιν των αδικιών ..." 2.
Μεγαλώνοντας ο Παύλος αρχίζει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα αδέρφια του για την προθυμία του, την υποχωρητικότητά του και κυρίως για την καλοσύνη του και το ενδιαφέρον του προς τα μικρότερα παιδιά ή τα ζώα και γενικότερα τους αδυνάτους. Στο σχολείο υποστηρίζει τα μικρότερα και τ' αδύνατα παιδιά όταν τα ενοχλούσαν τα μεγαλύτερα και αργότερα, παλικάρι πια, φροντίζει μια άρρωστη φτωχή δασκάλα, ενώ συνεισφέρει και ενισχύει πρόθυμα, μυστικά, κάθε εθνική και φιλανθρωπική δράση.
Ο Παύλος Μελάς αγαπά με πάθος οτιδήποτε έχει σχέση με την Ελλάδα! Στον πατέρα του οφείλεται το ότι δεν ξεχνάει την γιαννιώτική του καταγωγή και ο μεγάλος πόθος του να ελευθερωθούν τα Γιάννενα. Ακούει με έντονο ενδιαφέρον τις ιστορίες που του λέει ο πατέρας του για τις οικογενειακές περιπέτειες του 1821 και η αγάπη του για την πατρίδα γίνετα όλο και πιο δυνατή. Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου για τον Παύλο είναι μεγάλη ημέρα και συμμετέχει με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση. 
Αυτή η εποχή, που μεγαλώνει ο Παύλος, είναι μια εποχή ιδιαίτερης αναταραχής για τα Βαλκάνια και τους βαλκανικούς λαούς. Από την Κρήτη μέχρι την Βοσνία [οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι "Βόσνιοι" ονομάζονται οι εξισλαμισμένοι Σέρβοι!] έχουν ξεσηκωθει με επαναστάσεις ενάντια στον Τούρκο Σουλτάνο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Κρήτη, η Θεσσαλία, η Μακεδονία και η Ήπειρος βρίσκονται ξεσηκωμένες και επαναστατικά αντάρτικα σώματα ξεπηδούν από παντού ζητώντας ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό και την ένωση με την "Μητέρα Ελλάδα". Τα σώματα αυτά ενισχύονται διαρκώς από εθελοντές, λαϊκοί και κληρικοί, στρατιωτικοί, χωροφύλακες, φοιτητές, μέχρι παιδιά-μαθητές και γέροι τρέχουν να ποσφέρουν βοήθεια στους υπόδουλους αδελφούς τους. Εθελοντές και βοήθεια με την μορφή εράνων φθάνουν από την Κύπρο, από το εξωτερικό, από παντού! Ταυτόχρονα, μεγάλα συλλαλητήρια ξεσπούν στην Ελλάδα κι ο λαός απαιτεί να κηρύξει η Ελλάδα πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό της Ρωσσίας (έχει ήδη ξεσπάσει ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος). Και ενώ ξεκινάει η επιστράτευση, ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος τελειώνει και υπογραφεται ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας (1878). Ο Ελληνικός Στρατός τελικά βρίσκεται συγκεντρωμένος στη Λαμία, χωρίς να προλάβει να πάρει μέρος στον πόλεμο. Το ώφελος της Ελλάδας από αυτά τα γεγονότα ήταν να επιτύχει αμνηστία για τους αγωνιστές- επαναστάτες της Κρήτης, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και την αποστολή Χριστιανού Διοικητή στην Κρήτη, και κάποιες αόριστες υποσχέσεις για το μέλλον...
Ο οκτάχρονος - τότε - Παύλος Μελάς πολύ λίγα καταλαβαίνει από τα γεγονότα αυτά, ζει όμως μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα κι ανυπομονεί να μεγαλώσει για να πολεμήσει κι αυτός. Κάποτε, ψάχνοντας να βρει τον πατέρα του, κατέβηκε στο υπόγειο του σπιτιού τους και με έκπληξή του αντίκρυσε ξύλινες κάσες γεμάτες με όπλα. Ο μικρός Παύλος διακατέχεται από έντονη επιθυμία να τα δει από κοντά, να τ' αγγίξει. Το ίδιο ξαφνιάστηκε και ο πατέρας του που τον βρήκε εκεί. Του εξήγησε ότι αυτά τα όπλα βρισκόταν εκεί για να συγκεντρωθούν και να σταλούν κρυφά στους επαναστάτες της Κρήτης και ότι δεν πρέπει να το συζητήσει με κανέναν αυτό και να το κρατήσει μυστικό. Κι ο μικρός Παύλος φυλάει γερά το μυστικό βαθιά στην καρδιά του αλλά το μυαλό του γυρίζει διαρκώς εκεί, στον αγώνα για την λευτεριά της πατρίδας.
Το 1881 ελευθερώνονται και προσαρτούνται στο Ελληνικό Κράτος η Θεσσαλία και η ’ρτα, ενώ το 1885, σαν τελειόφοιτος του Γυμνασίου, ζει έντονα τα γεγονότα της προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε. Τα πατριωτικά του αισθήματα πληγώνονται και υποφέρει σε μεγάλο βαθμό. Σχεδιάζει να καταταγεί εθελοντής στο Στρατό ή να βγει "αντάρτης" στα ελληνο-τουρκικά σύνορα, να πολεμήσει, αλλά ένα σπάσιμο του ποδιού του τον κρατά τελικά καθηλωμένο στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά (1886), του δίνεται η ευκαιρία να δώσει εξετάσεις για την εισαγωγή του στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων (ΣΣΕ). 
Η εισαγωγή του Παύλου Μελά στη Σχολή Ευελπίδων
Η συνειδητή αυτή επιλογή του συμφωνεί απόλυτα με τα ευγενή και υψηλά ανθρωπιστικά του αισθήματα αλλά και τους υψηλούς και ανιδιοτελείς εθνικούς του σκοπούς. Από τις σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο, τρεις μέρες πριν από τις εισιτήριες εξετάσεις στην ΣΣΕ (Αύγουστος 1886) διαβάζουμε:
" ... Επιλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου ... Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και, όπως κάθε καλός στρατιώτης, θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι' αυτήν να αποθάνω. Καμιά δυσκολία δεν θα με σταματήσει ... Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων. Προς το παρόν, άλλωστε, δεν θα υποστώ εις την Στρατιωτικήν Σχολήν, παρά πειθαρχίαν, ολίγον σκληράν, και μερικές στερήσεις ..." 3.
Τον Σεπτέμβριο του 1886 ο Παύλος γίνεται δεκτός στην ΣΣΕ και ένα πρωινό του ιδίου μήνα, με ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης, αποχαιρετά του γονείς και διαβαίνει την πύλη της Σχολής, που εκείνη την εποχή στεγάζεται στον Πειραιά. Ταραγμένος νιώθει ακόμη την παράξενη συγκίνηση με την οποία, πριν να φύγει, είχε φιλήσει το χέρι των γονιών του και στ΄αυτιά του αντηχούν η βραχνη φωνή του πατέρα του που τον συμβουλεύει: "... υποταγή στο καθήκον... 'Ετσι θα πάρωμε τα Γιάννενα...",  και ο τρυφερός αποχαιρετισμός της μητέρας του: "...ο Θεός μαζί σου, γιέ μου ...".
Από τις πρώτες κιόλας μέρες της εισόδου του στην ΣΣΕ, αναγκάζεται -όπως κι οι υπόλοιποι Ευέλπιδες- να προσαρμοστεί, τόσο στο πρόγραμμα  όσο και στο πνεύμα της Σχολής. Η ζωή του αλλάζει από τα καθιερωμένα. Το ντύσιμό του, τώρα, είναι το γαλαζόμαυρο αμπέχωνο με τις κίτρινες επωμίδες, το μακρύ παντελόνι και το πηλήκιο της στολής. Το πρωινό εγερτήριο είναι στις 4:30 το πρωί το καλοκαίρι και στις 5 το πρωί τον χειμώνα. Μαθήματα, μελέτη, σκληρά γυμνάσια, κρύο φαγητό, μικρή ψυχαγωγία και σιωπητήριο στις 9.30 μ.μ. Ανάμεσα όμως σ΄αυτά, που αποτελούν το καθημερινό πρόγραμμα του εύελπι, υπάρχουν και τα καψόνια από τους ανωτέρους, που συχνά του φέρνουν δάκρυα στα μάτια, όχι από τον πόνο αλλά από την προσβολή και την οργή που νιώθει, γιατί δεν μπορεί ν΄αντιδράσει. Μόνο να τα εγκαταλείψει όλα μπορεί, αλλά δεν το κάνει, γιατί θα φανεί δειλός και άλλωστε μόνος του αποφάσισε να γίνει στρατιωτικός. Και σφίγγει τα δόντια και υπομένει και ξαφνικά γίνεται άντρας και μαθαίνει να ξεπερνά τις δυσκολίες και να επιμένει στο σκοπό του. Δε λείπουν επίσης και οι επιπλήξεις για τα σφάλματα συμπεριφοράς και οι ποινές - οι καμπάνες - για ό,τι προβλέπει ή και δεν προβλέπει ο κανονισμός. Κρατήσεις, στερήσεις εξόδου, φυλακίσεις και παρουσίαση στο Διοικητή την ώρα της αναφοράς κρίνονται αναγκαία, για να συνηθίσουν το νέο σ΄έναν αυστηρό και πειθαρχημένο τρόπο ζωής γιατί έτσι θα πρέπει να ζει στο εξής. Ευχάριστα διαλείμματα στην αυστηρά προγραμματισμένη ζωή του αποτελούν οι ολιγόωρες εξόδοι της Κυριακής και η άδεια, μια φορά το μήνα, με ή χωρίς διανυκτέρευση.


Στις αρχές Οκτωβρίου 1886 ορκίζεται πρωτοετής Εύελπις. 
Η επιστολή που στέλνει στον πατέρα του, μετά την ορκωμοσία του, αντανακλά έντονα τις ιδέες και τα συναισθήματα που κατακλύζουν τον νεαρό Εύελπη, τις μελλοντικές προσδοκίες και τα όνειρά του, αλλά και της αίσθησης της ευθύνης που αναλαμβάνει, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Γράφει λοιπόν:
" ... Σεβαστέ μου πατέρα ... Προχθές το πρωί έδωσα τον νενομισμένον όρκον ... Σας βεβαιώ ότι ορκίσθην έχων πλήρη συναίσθησιν των υπό του όρκου επιβαλλομένων καθηκόντων, σταθεράν δεν απόφαση να τα εκτελέσω.  Διά τούτο και εκ βάθους καρδίας ωρκίσθην υπακοήν εις τους νόμους της Πατρίδος, σέβας, πίστιν και αφοσίωσιν εις τον Βασιλέα μου, και ότι θέλω υπερασπίσει μέχρι τελευταίας πνοής την σημαίαν και την Πατρίδαν ... Πριν τελειώσω την επιστολή μου σας παρακαλώ, Σεβαστέ μου πατέρα, να μ' ευχηθείτε όπως ο Θεός με βοηθήσει να τηρήσω εντίμως τον όρκον μου, μέχρι τελευταίας στιγμής της ζωής μου ..." 4.

Με αγωνία περιμένει τον Παύλο η μητέρα του σε κάθε άδειά του κι ενώ τον περιποιείται, προσπαθεί με τρόπο να καταλάβει πώς περνά. Αλλά και ο Παύλος νιώθει μισή τη χαρά της άδειας, αν δεν κατορθώσει να περάσει κάποια ώρα το απόγευμα με τον πατέρα του συζητώντας μακριά από τους άλλους για τα όσα συμβαίνουν γύρω τους. Αλληλογραφεί συχνά με την οικογένειά του και ιδίως με τη μητέρα του και κυρίως, όταν για κάποια απειθαρχία του, χάνει την άδειά του. 
Και φθάνει ο πέμπτος και τελευταίος χρόνος. Και ο Παύλος, αφού μαθαίνει τα αποτελέσματα των εξετάσεων, σβήνει με το μολύβι την τελευταία ημέρα στο ημερολόγιό του, ενώ ταυτόχρονα περνούν από μπροστά του τα όσα πέρασε στα πέντε χρόνια των σπουδών του, πού όμως δεν θα ήθελε να ξαναζήσει, έστω και αν τα θυμάται με αγάπη.
 Η αποφοίτησή του από την ΣΣΕ και ο γάμος του με την Ναταλία Δραγούμη


Τον Αύγουστο του 1891 και μετά από 5ετή φοίτηση στην ΣΣΕ, ο Παύλος Μελάς αποφοίτησε σαν Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού (ΠΒ).  Για τρεις μήνες όμως υπηρετεί σαν απλός στρατιώτης στην αρχή και ως υπαξιωματικός στη συνέχεια, στους στάβλους και στους θαλάμους του Α' Συντάγματος Πυροβολικού.
Για να διοικήσεις αργότερα σωστά, πρέπει να γνωρίζεις και συ αλλά και ο τελευταίος στρατιώτης σου ότι είσαι ικανός για όλα (να περιποιείσαι τα άλογα, να κοιμάσαι σε σανίδες κ.λ.π.). Και κάθε μέρα με τον ίδιο ενθουσιασμό κάνει πρωί και απόγευμα την υπηρεσία του: γυμνάσια, επιθεώρηση, εκπαίδευση ανδρών, θεωρία, βολή. Τους άνδρες του τους γνωρίζει καλά έναν-έναν, τους αγαπάει. Κι αυτοί τον εμπιστεύονται, του φανερώνουν τις στενοχώριες τους, τις σκέψεις τους και τον αποκαλούν πατέρα. Και είναι ακόμη τόσο νέος και είναι η αρχή!
 
Το ίδιο καλοκαίρι του 1891 που τελειώνει τη Σχολή, γνωρίζει και τη Ναταλία Δραγούμη, που την παντρεύεται τον επόμενο χρόνο, τον Οκτώβριο του 1892. Είναι σε ηλικία 22 μόλις χρονών. Πεθερός του είναι ο Στέφανος Δραγούμης, που ασχολείται με την πολιτική, αλλά και με αρχαιολογικές και γλωσσολογικές μελέτες. Αδερφός της Ναταλίας είναι ο Ίωνας Δραγούμης. Η οικογένεια Δραγούμη κατάγεται απο το Βογατσικό της Μακεδονίας και είναι ένθερμοι πατριώτες, περήφανοι για την καταγωγή τους. Ο γάμος του αυτός, με την Ναταλία, υπήρξε καθοριστικός για τον Παύλο, τόσο για την αποκρυστάλλωση των πατριωτικών του αισθημάτων και πεποιθήσεων προς την Μακεδονία, όσο και για την μετέπειπα σύντομη ζωή του. Αυτό ομολογεί κι ο ίδιος σε επιστολή του που σώζεται προς τη σύζυγό του, στα οποία μεταξύ άλλων της γράφει: " ... τα πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, αλλ' ιδίως ηθικού, τα οποία συνάντησα εις την αγαπητήν, την αγία σου οικογένεια μ' εβοήθησαν ..."5.
Ο Παύλος συμφωνεί απόλυτα με τη γυναίκα του στις ιδέες, γιατί έχουν υποστεί και οι δύο τον ίδιο τρόπο της πατριαρχικής ανατροφής με τα πολλά και χαρούμενα αδέλφια. Η νέα οικογένεια του Παύλου δεν τον ξεχωρίζει από τα παιδιά της και τα αδέλφια της γυναίκας του λατρεύουν αυτόν τον ψηλό αξιωματικό, το γλυκομίλητο, με το ωραίο πρόσωπο και το λιγερό παράστημα και που στα μάτια τους φαντάζει σαν Εκτορας ή Μάρκος Μπότσαρης ή Αθανάσιος Διάκος. Και η ζωή του κυλά ήρεμα και όμορφα ανάμεσα στην καθημερινή του υπηρεσία στο στρατώνα, στο σπίτι του, στις εκδρομές, στους χορούς και στις συναναστροφές.




 
Στα μέσα του 1894 γεννιέται το πρώτο του παιδί, ο Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη.  
Τη χαρά όμως που νιώθει από τη γέννηση και το μεγάλωμά του γιου του, του τη μειώνει η γενική κατάσταση της πατρίδας του, που δεν είναι καθόλου ικανοποιητική. Η Μακεδονία υπονομεύεται από τη Βουλγαρία, η Κρήτη σιγοβράζει επικίνδυνα κάτω πάλι από Τούρκο επίτροπο, η Κρητική επανάσταση του 1889 μένει αβοήθητη από τον Ελληνικό Στρατό και η οικονομία της χώρας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Οταν όμως το 1895 με έξοδα του ηπειρώτη Αβέρωφ αρχίζει να γίνεται το Παναθηναϊκό Στάδιο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες που θα γίνονταν το 1896 στην Αθήνα, ο ελληνισμός για λίγο ανασαίνει. Κι όταν ο Μαρουσιώτης Σπύρος Λούης, ανάμεσα σε τόσους ξένους αθλητές έρχεται πρώτος στο Μαραθώνιο δρόμο, ο ελληνισμός μεθάει από τη νίκη και καμαρώνει ξεχνώντας για λίγο τα προβλήματά του!
Το Μαΐο του 1896 ξεσπά καινούρια επανάσταση στην Κρήτη και η αδράνεια του Ελληνικού Στόλου ενοχλεί και στενοχωρεί τον Παύλο, που με τη Χαρτογραφική Υπηρεσία του Στρατού βρίσκεται εκείνη την εποχή στους Μύλους του 'Αργους. Στα τέλη του Αυγούστου 1896, η Τουρκία φοβισμένη από τη διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων για τις σφαγές των Αρμενίων στην Κων/πολη, παραχωρεί στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας και οι Κρήτες ησυχάζουν. Οταν όμως στο τέλος του Οκτωβρίου 1896 δεν εφαρμόζεται σωστά ο νέος οργανισμός, αρχίζουν καινούριες ταραχές. Η Κρήτη ξεσηκώνεται και στις 25 Ιανουαρίου 1897 η επαναστατική κυβέρνηση κηρύσσει στη Χαλέπα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η συμπαράσταση τότε του ελληνικού στόλου είναι άμεση και κατεβαίνει στην Κρήτη, για να εμποδίσει την απόβαση τουρκικού στρατού στις ακτές του νησιού. Ο Παύλος που τον απασχολούν ιδιαίτερα τα εθνικά θέματα, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τα γεγονότα της Κρήτης, ενώ ταυτόχρονα ανησυχεί πολύ για τη Μακεδονία, που υποφέρει και από τους Τούρκους και από τους Βουλγάρους. Η ίδρυση της Εθνικής Εταιρείας - 12 Νοεμβρίου 1894 - της μυστικής δηλαδή οργάνωσης - που έχει σαν σκοπό της να βοηθήσει στην επίλυση των εθνικών προβλημάτων με τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και την ηθική της ανύψωση, τον ανακουφίζει και τον κάνει να ελπίζει για το καλύτερο.
Το "βάπτισμα του πυρός" του Ανθυπολοχαγού (ΠΒ) Παύλου Μελά και η συμμετοχή του στον "άτυχο" πόλεμο του 1897
 


Ο Παύλος υπηρετεί ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου του 1897 διατάσσεται να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας αναχωρεί στρατός, για να καταλάβει την Κρήτη. 
Απογοητευμένος γιατί η δική του μονάδα δε μετέχει σ΄αυτή την επιχείρηση, επιστρέφει στο σπίτι του και ενημερώνει τους δικούς του. Και παρά την πίκρα του, παίρνοντας μέρος στη γενική χαρά γράφει στο σημειωματάριό του "...με κόπο συγκρατω τά δάκρυά μου... Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος... δέν έζησα παρά μέ αυτήν καί δι΄αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή...".

 

Στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ο Παύλος κατευοδώνει μια στρατιωτική φάλαγγα, μαθαίνει με χαρά ότι η πεδινή πυροβολαρχία του πρίγκιπα Νικολάου στην οποία υπηρετεί, διατάσσεται ν΄αναχωρήσει το γρηγορότερο για τη Λάρισα. Πετώντας σχεδόν επιστρέφει στο στρατώνα του για να καταλήξει σπίτι του και να παίξει με το γιο του. Πρώτη φορά δεν αισθάνεται λύπη που θα αφήσει τους δικούς του. Μετά τρεις ημέρες επιβιβαζόμενοι σε πλοία στον Πειραιά αναχωρούν και μέσω Χαλκίδας φθάνουν στο Βόλο, απ΄όπου σιδηροδρομικώς καταλήγουν στη Λάρισα, όπου η υποδοχή που τους γίνεται αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. "... Είμαι ευτυχής μόνον μέ τήν ιδέαν ότι είμεθα εδώ διά νά υπερασπίσωμεν την πατρίδα..." γράφει στη γυναίκα του περιμένοντας την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, "... από στιγμής εις στιγμήν αναμένομεν να φύγωμεν. Ο Θεός να δώση...".
Στις 5 Απριλίου 1897 αρχίζουν οι εχθροπραξίες. Το τηλεγράφημα του Παύλου που φθάνει στην Αθήνα φανερώνει τον ενθουσιασμό του για το ξεκίνημα του πολέμου "... Ευχηθητε υπέρ πατρίδος μόνον. Ασπάζομαι πάντας. Εύχομαι Μίκης αισθανθή ποτε καί αυτός χαράν μου..."
Ενθουσιασμένος κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, πολύ σύντομα και σε λίγες μόνο μέρες γίνεται αφάνταστα πικραμένος, λόγω της τροπής που πήρε για την Ελλάδα ο πόλεμος εκείνος.  Μέσα από τα επόμενα  γράμματά προς τη γυναίκα του, γραμμένα τα περισσότερα βιαστικά με μολύβι, περνούν τα δυσάρεστα γεγονότα αλλά και τα όσα νιώθει ο ίδιος αυτές τις τριάντα (30) οδυνηρές ημέρες του 1897. Ετσι ο αρχικός του ενθουσιασμός : "... εις ολίγα λεπτά φεύγομεν διά το Μπουγάζι (αριστερά του Τυρνάβου)... Περιττόν να σου ειπω τήν χαράν, την ευτυχία μου....", μετατρέπεται γρήγορα σε απογοήτευση: "... Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν την συλλογίζωμαι ... 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πώς έρχονται οι Τούρκοι...". Ύστερα, και πάλι σε καινούρια ελπίδα με τη διαταγή του Διαδόχου : "... ότι θέλομεν υπερασπισθή το έδαφος του Δομοκου ...", για να καταλήξει σε λίγο πάλι σε απόγνωση και απελπισία : ".. ήρχισεν η νυκτερινή αυτή υποχώρησις. Φοβερωτέρας ώρας ουδέποτε διηλθον...". Σε άλλο του γράμμα πάλι, καταλήγει: "... Σκέπτομαι αδιάκοπα τα αγαπημένα μου πρόσωπα και παρακαλώ τον Θεόν να μου επιτρέψει να τα ξαναδώ, μόνον αφού σβύσωμεν την φιβεράν ατιμίαν του δυστυχισμένου τόπου μας ..." 6.
Τέλος, το τηλεγράφημα του πατέρα του, που έρχεται από την Αθήνα με τα λόγια: "... Απεφασίσθη ανακωχή..." (6η Μαΐου 1897), είναι για τον Παύλο ο ταπεινωτικός επίλογος μιας εκστρατείας, από την οποία περίμενε πολλά!
Κουρασμένος τότε περισσότερο ψυχικά - "... κατόπιν της εκ Δομοκού γενναίας φυγής μας ..." - παρά σωματικά, αρρωσταίνει με υψηλό πυρετό. Ανήσυχος ο γιατρός του Συντάγματος τον στέλνει στη Λαμία, όπου στο πλωτό νοσοκομείο "Θεσσαλία" συναντά τη γυναίκα του Ναταλία, η οποία υπηρετεί εκεί ως νοσοκόμος. Τρομαγμένη αντικρίζει τον αδύνατο και εξαντλημένο άνδρα της και σιωπηλή και ξάγρυπνη κάθεται όλη τη νύκτα στο πλάι του, ενώ εκείνος παραδέρνει σε ύπνο ταραγμένο. Φθάνοντας στη συνέχεια στην Αθήνα βρίσκει παρηγοριά στην οικογενειακή θαλπωρή. Δεν μένει όμως πολύ. Σε μία εβδομάδα ζητάει να μετατεθεί στη Λαμία, στις προφυλακές. Κι ενώ υπηρετεί χωρίς απρόοπτα στην πυροβολαρχία του, ένα μήνυμα για την αρρώστια του πατέρα του τον ταράζει. Κατεβαίνει αμέσως στην Αθήνα και τον προλαβαίνει ζωντανό. Σε δυο όμως ημέρες, ο πατέρας του πεθαίνει. Ο θάνατος αυτός, που τον συγκλονίζει, είναι γι΄αυτόν το συμπλήρωμα της εθνικής καταστροφής!
Μετά το θάνατο του πατέρα του ξαναγυρίζει απαρηγόρητος στη Λαμία. Η συγκατοίκησή του με δύο αγαπητούς του συναδέλφους μετριάζει τη βαθιά του λύπη. Χωρίς αυτούς θα είχε παραιτηθεί και θα είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Τότε μάλιστα περνά την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του. 'Οπως ομολογεί και ο ίδιος "... πότε ειμαι ευχαριστημένος ... διότι ελπίζω να διορθωθη αυτή η κατάστασις πότε πάλιν αηδιάζω και απογοητεύομαι καί δέν θέλω ν΄ακούω και να σκέπτωμαι τίποτε ...". Παντού όμως και πάντα θυμάται τον πατέρα του, που κοντά του "... ελησμονούσα όλας τάς στεναχωρίας μου ...".
Κι ενώ τον πνίγει η μονοτονία της Λαμίας, στις 5 Μαΐου 1898 (έναν χρόνο μετά την ανακωχή του 1897) αρχίζει η εκκένωση του θεσσαλικού κάμπου από τους Τούρκους. Ο Παύλος, έφιππος, επισκέπτεται το χώρο που μόλις έχουν εγκαταλείψει οι Τούρκοι και μεταξύ άλλων γράφει σθγκινημένος στους δικούς του. "... ειναι αδύνατον να σας ειπώ τι αισθάνεται ένας άνθρωπος, όταν επαναβλέπει μέρη και πράγματα παρά τα οποία ησθάνθη συγκινήσεις διά βίου αλησμονήτους ..." .
Η 1η αποστολή του Παύλου Μελά στην Μακεδονία
Όπως ήδη αναφέραμε παραπάνω, η πρώτη αποστολή του Παύλου Μελά στην Μακεδονία, ήταν σαν μέλος μιας τετραμελούς ομάδας Αξιωματικών και έγινε με Κυβερνητική εντολή. Οι άδειες που τους δόθηκαν από το Υπουργείο Στρατιωτικών αφορούν τις μετακινήσεις τους μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους (αντικειμενικός στόχος τους είναι η περιοχή μεταξύ Μοναστηρίου και Καστοριάς όπου δραστηροποιούνται κύρια οι Βούλγαροι κομιτατζήδες), και τα διαβατήριά τους εκδόθηκαν με ψευδώνυμα. Το ψευδώνυμο που διάλεξε ο Παύλος είναι ΜΙΚΗΣ ΖΕΖΑΣ. 
Μίκης, από το όνομα του γιου του Μιχαήλ, που φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη και Ζέζας, από το όνομα της κόρης του Ζωής, που φωνάζουν χαϊδευτικά Ζέζα!
Ο Παύλος ετοιμάζεται με ιδιαίτερη χαρά να εκτελέσει αυτή την αποστολή. Όπως γράφει στο σημειωματάριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 1904, "... Σήμερον επί τέλους εκπληρούται ο πόθος μου...". Πριν αναχωρήσει, επισκέπτεται τον τάφο του πατέρα του, που λάτρευε τη Μακεδονία και θυμάται ότι πάνω στο φέρετρό του είχε ορκισθεί και να πεθάνει αν χρειαστεί, γι΄αυτήν. Επιστρέφει στη συνέχεια ήρεμος στο σπίτι του, περνά μερικές ώρες με τους δικούς του κι ενώ τους αποχαιρετά με τα λόγια "Ζήτω η Μακεδονία", ξεκινά συγκινημένος για την επικίνδυνη αποστολή του.
Φθάνοντας στον προορισμό του, μετά από ταξίδι μερικών ημερών, αρχίζει το έργο του. Ενημερώνεται, ζει σε άθλιες συνθήκες, συμπάσχει, παρηγορεί και εμψυχώνει τους τυραννισμένους Έλληνες από χωριό σε χωριό. Συνεχίζει απτόητος και ακούραστος την εκτέλεση της αποστολής του μέχρις ότου κρυπτογραφική επιστολή του 'Ιωνα Δραγούμη τον πληροφορεί για την πρόθεση της Αθήνας, ότι "... Η τουρκική πρεσβεία, μαθούσα την παρουσίαν των κ.κ. Μελά και Κοντούλη εις τα πέριξ της Καστορίας, προέβη εις παραστάσεις. Οπως διασκεδασθώσιν αι υποψίαι των Τούρκων εκρίναμεν αναγκαίον νά επιστρέψη προσωρινώς ο κ. Μελάς τουλάχιστον...".  
Ο Παύλος αντιδρά βίαια, αρνείται να υπακούσει. Μάταια ένα ημερονύκτιο ο Κοντούλης προσπαθεί να τον μεταπείσει. Μόνον όταν του θυμίζει ότι σαν Αξιωματικός έχει ορκισθεί υπακοή και του τονίζει ότι εξαιτίας του ίσως και να αποτύχει ολόκληρη η αποστολή τους, πείθεται με βαριά καρδιά, να επιστρέψει στην Ελλάδα. 
Στις 29 Μαρτίου 1904, Δευτέρα του Πάσχα, ο Παύλος ξαναβρίσκεται επιτέλους με την οικογένειά του στην Αθήνα. Η 2η αποστολή στην Μακεδονία
Η διαταγή, που τον έχει φέρει στην Αθήνα, αναφέρεται σε προσωρινή ανάκληση. Το γεγονός αυτό καθώς και οι επίσημες διαβεβαιώσεις για σύντομη επιστροφή, του δημιουργούν ελπίδες. Αλλά ο καιρός περνά χωρίς τίποτα το ουσιαστικό και η ανυπομονησία του μεγαλώνει. Στο μεταξύ τα γράμματα που του έρχονται απο τη Μακεδονία είναι γεμάτα από περιγραφές τραγικών συμβάντων και απελπισμένες εκκλήσεις για βοήθεια. Και νιώθει υπεύθυνος, γιατί η προηγούμενη αποστολή του έχει δημιουργήσει στους δυστυχείς Μακεδόνες ελπίδες, που μέχρι τώρα αποδεικνύονται μάταιες.
'Ενα απόγευμα, στα τέλη του Ιουνίου του 1904, δύο πρόσωπα από την Κοζάνη τον επισκέπτονται και αφού του ανακοινώνουν ότι έχουν ετοιμάσει την άμυνά τους, τον παρακαλούν να μεσολαβήσει ώστε να τους σταλούν Έλληνες Αξιωματικοί, για να τη διευθύνουν και να την οργανώσουν πιο συστηματικά. Παράλληλα όμως, του αποκαλύπτουν ότι "... όλοι επιθυμούν έντονα να τον ξαναδούν κοντά τους ...". Και ο Παύλος, συγκινημένος, τους υπόσχεται αμέσως ότι "... γρήγορα θα βρεθεί στην Κοζάνη, για να τους οργανώσει ...".
Μάταια οι δικοί του προσπαθούν να τον μεταπείσουν! Εχει όπως λέει "... αρβανίτικο, αγύριστο κεφάλι!" και δεν αλλάζει γνώμη. 'Ετσι στις 9 Ιουλίου 1904 παίρνει εικοσαήμερη άδεια από το διοικητή του και μεταμφιεσμένος σε χωρικό, αναχωρεί μυστικά τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας για την καινούρια του αποστολή, που έχει αποφασίσει μόνος του. Μετά από ένα δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι φθάνει στην Κοζάνη στις 19 Ιουλίου 1904. Στις αλλεπάληλες και με μεγάλη μυστικότητα και προσοχή συναντήσεις που έχει με τα μέλη της επιτροπής Αμύνης στην Κοζάνη, αρχικά, και στη Σιάτιστα στη συνέχεια, συμβουλεύει, καθοδηγεί και οργανώνει. Προτείνει να αυξήσουν τον αριθμό των τμημάτων της 'Αμυνας, να διενεργούν εράνους για την ενίσχυση του αγώνα, να ενισχύουν το φρόνημα και το ηθικό των άτολμων και δειλών, και η Εκκλησία, όπως πάντα, να συμπαραστέκεται, να προστατεύει και να ενισχύει με κάθε τρόπο.
Στα γράμματά του που στέλνει κυρίως στη γυναίκα του περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες της διαβίωσης του, τη συνεχή του προσπάθεια να κρατήσει μυστική την ταυτότητά του - συναλλάσσεται μάλιστα σαν ζωοέμπορος στις αγορές - αλλά και τον ενθουσιασμό του, γιατί παρά τις αρχικές του απογοητεύσεις, οι προσπάθειές του αποδίδουν καρπούς: "... Δεν έχεις ιδέαν πόσον πατριωτισμόν έχουν αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να γνωρίζει κανείς τους κινδύνους, τους οποίους καθ΄εκάστην διατρέχουν, δια να εννοήση και το θάρρος και τον πατριωτισμόν των...".
Η εικοσαήμερη όμως άδειά του πλησιάζει στο τέλος της και η αίτησή του για επιπλέον άδεια τεσσάρων μηνών δεν εγκρίνεται. Αναγκάζεται λοιπόν να επιστρέψει ικανοποιημένος, από το μέχρι τώρα έργο του, και αποφασισμένος να ξαναγυρίσει. Στην Αθήνα, αφού εκθέσει στον Πρωθυπουργό Θεοτόκη την κατάσταση, ζητάει την άδεια να συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα, να επιστρέψει εκ νέου στην Μακεδονία και ν΄αγωνισθεί μαζί τους. Με αυτά τα σχέδια φθάνει στις 3 Αυγούστου 1904 στην Αθήνα και, αφού ζει για λίγο την οικογενειακή θαλπωρή, αρχίζει πάλι ετοιμασίες για αναχώρηση στην Μακεδονία. Οι συνθήκες τώρα για την ενίσχυση του Μακεδονικού Αγώνα είναι πολύ καλύτερες απ' ότι στην αρχή (1903). Ο Λάμπρος Κορομηλάς είναι Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, οι δραστηριότητες των Ελλήνων Αξιωματικών και των αντάρτικων ομάδων στην Κεντρική και Ανατολική κυρίως Μακεδονία είναι συστηματοποιημένη, οι δισταγμοί και τα εμπόδια έχουν παραμεριστεί και το κυριώτερο, ο Παύλος αναλαμβάνει τη γενική αρχηγία των σωμάτων στις περιφέρειες Μοναστηριού και Καστοριάς (όπως αναφέραμε και παραπάνω).
Σε ένα γράμμα προς τη γυναίκα του αναφέρει χαρακτηριστικά "...
Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, τήν ευτυχία που αφήνω αισθάνομαι ότι μ΄όλον τόν ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήρα μου, ο βίος ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ΄από τινός δεν ηξεύρω τι έπαθα, έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης ως φαίνεται, αφού έχει τήν ισχύν να κατασιγάση όλα τα άλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονία ...".
Η 3η αποστολή στην Μακεδονία
Την 18η Αυγούστου 1904 αποχαιρετά τη γυναίκα του για τρίτη και τελευταία, όπως της υπόσχεται, και με τις γνωστές ήδη δυσκολίες φθάνει στη Μακεδονία στις 27 του ίδιου μήνα (27η Αυγούστου 1904) με 27 άνδρες.
Πεζοπορώντας για πολλές ώρες, πολλές ημέρες και με πολλές προφυλάξεις για να μη συναντηθούν με τουρκικά αποσπάσματα, προχωρούν μέσα στο μακεδονικό έδαφος με τελικό προορισμό την Καστοριά. Προβλήματα διαρκώς ορθώνονται μπροστά τους, όπως φαίνεται από τα γράμματά του: "...Είμεθα ήδη μίαν εβδομάδα εν πορεία και ακόμη τριγυρίζομεν περί την Σαμαρίναν, ενω κάθε ημέρα που περνά και πολύτιμος καιρός χαμένος είναι και εις περισσότερον κίνδυνο προδοσίας ή καταδόσεως μας θέτει.... Οι άνδρες μου ειναι μελαγχολικοί, εγώ δε ενδομύχως πλέον ή λυπημένος. Βλέπω μέχρι ώρας μόνον δυσκολίας... Οι Τούρκοι είναι ειδοποιημένοι, οδηγόν δέν έχομεν, το έδαφος δεν το γνωρίζομεν! Θα φθάσωμεν ποτέ εκει ή μήπως οι Τούρκοι θα μας αρχίσουν το κυνηγητό και έτσι θα ναυαγήσουν όλοι οι πόθοι να βοηθήσωμεν τους εκεί αδελφούς; Θεέ μου, Θεέ μου! Και ενώ ευρίσκομαι εις τόσην απόγνωσιν ενδομύχως, προσπαθω να ενθουσιάζω και να ενθαρρύνω τους άνδρας μου... Βρέχει δυνατά και ακατάπαυστα... από χθές το πρωί, εκτός μιας παλιοπροβαίνας, την οποίαν εμοιράσαμεν 27 άνδρες χωρίς ψωμί, είμεθα εντελώς νηστικοί. Πεινώμεν φοβερά .... Είμεθα όλοι υγροί ως τα κόκκαλα, οι πλειστοι έχουν πυρετόν .... Ομίχλη φοβερά διαδεχθείσα μετ΄ολίγον την βροχήν επιβραδύνει ουκ ολίγον την πορείαν μας... Η απότομος και ολισθηρά κλίσις του βουνού, τα πυκνότατα και δύσκαμπτα δενδρύλλια, τα οποία είναι κάθυγρα από την βροχήν, μας παιδεύουν φοβερά. Ημείς, τα όπλα μας, οι κάπες μας βαρειές από την βροχήν, πέφτομεν, σκοντάφτομεν, γλυστρώμεν διαρκώς...". 
Μόνο όποιος έχει βρεθεί και έχει περπατήσει στα μέρη που περιγράφει στο γράμμα του και με τέτοιες συνθήκες γνωρίζει πόσο δύσκολη πραγματικά και δύσβατη είναι αυτή η περιοχή! Μετά από συνεχή πορεία αρκετών ημερών και συνήθως σε συνθήκες βροχής και κακοκαιρίας, φθάνει με τους άνδρες του στις 8 Σεπτεμβρίου 1904 στο Κωσταράζι από το οποίο η Καστοριά απέχει δύο ώρες με τα πόδια. Εκεί μένουν δύο ημέρες για να συνέλθουν, ώστε ξεκούραστοι να συνεχίσουν την εκτέλεση της αποστολής τους. "... Τρέμω καί συγκινούμαι σκεπτόμενος ότι εγώ, ο οποίος ουδέ μύγαν εσκεμμένως εσκότωσα ποτέ, από αύριον θά φονεύσω, θα δολοφονήσω ίσως καί ανθρώπους ακόμη. Τρέμω, αλλ΄ανυπομονώ να το κάμω..."
Και αρχίζει τις επαφές του στη γύρω περιοχή. Για λόγους ασφαλείας, επισκέπτεται νύχτα την Καστοριά, της οποίας ο θαρραλέος Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, που είναι η "ψυχή" όλης της περιφέρειας, και καταλήγει με τους άνδρες του στη Μονή Τσιριλόβου, όπου τους φιλοξενούν οι μοχαχοί. Οι Μακεδόνες, μαθαίνοντας την άφιξή τους ανασαίνουν και ενθουσιάζονται, τους αντιμετωπίζουν σαν σωτήρες. Στις επιδιώξεις του Παύλου - του καπετάν Μίκη Ζέζα - και των ανδρών του είναι και η σύλληψη και η τιμωρία των Ελλήνων προδοτών, που συμπράττουν με τους κομιτατζήδες. Και ο Παύλος αναριωτιέται "...αν ειχα τo δικαίωμα εγώ να συλλάβω οιονδήποτε άνθρωπον, οσονδήποτε κακούργος και αν ειναι, να τον τραβήξω από την οικογένειάν του και να τον φονεύσω!... Εγώ όμως ουδέν άλλο στήριγμα πλην της προς την πατρίδα και το γένος μου αγάπης έχω. Μα την αλήθειαν, πολύ θάατ΄αγαπω και τα δύο διότι, καίτοι υποφέρω, καίτοι κλαίω, θ΄αφήσω να γίνη εκείνο που απεφασίσθη..." .
Κι ενώ ετοιμάζεται να επιτεθεί σε περιοχή, όπου κρύβονται κομιτατζήδες, οι ντόπιοι κάτοικοι αρνούνται να τον οδηγήσουν, ενώ ο ίδιος δε γνωρίζει τα μέρη, για να κινηθεί. Είναι η δεύτερη φορά που ματαιώνονται τα σχέδιά του από την απροθυμία των κατοίκων. Στενοχωριέται, αλλά τους δικαιολογεί, γιατί ο μικρός αριθμός των ανδρών του δεν τους εμπνέει εμπιστοσύνη και η πιθανή αποτυχία θα δημιουργήσει σκληρά αντίποινα σε βάρος τους. "... Εχουν και δίκαιον οι δυστυχείς και πολλάκις μου υπενθυμίζουν την από ημας εγκατάλειψίν των την άνοιξιν ..."
Εν τούτοις, παρά την απροθυμία των κατοίκων και τις δύσκολες καιρικές συνθήκες - βρέχει συνεχώς για 23 ημέρες - με κέντρο τα ελληνοαλβανικά χωριά Νεγοβάνη, Λέχοβο, και Νέβεσκα, που βρίσκονται βορειοανατολικά της Καστοριάς, οργανώνει τα περίχωρα, ώστε να περιθάλπουν τα στρατιωτικά αποσπάσματα, να φροντίζουν την ασφάλεια των κατοίκων, τους οποίους να διαφωτίζουν και να ενθαρρύνουν, ώστε να μην πείθονται από την προπαγάνδα και εγκαταλείποντας την ορθοδοξία να γίνονται σχισματικοί. Γιατί οι Βούλγαροι εποφθαλμιούν τη Μακεδονία και επειδή δε μπορούν να την προσαρτήσουν στη χώρα τους με επανάσταση, όπως έκαναν με την ελληνική Ανατολική Ρωμυλία το 1885, προσπαθούν να το πετύχουν πείθοντας τους Μακεδόνες ότι αν ξεσηκωθούν μαζί τους θα αποκτήσουν την αυτονομία τους. Και παρασύρουν μερικούς και τους ζητούν χρήματα, για να τους εξοπλίσουν δήθεν, μα όπλα δεν τους δίνουν ποτέ! Κι όταν οι Μακεδόνες συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται να ελευθερωθούν αλλά να αλλάξουν απλώς κατακτητή - από τους Τούρκους δηλαδή να περάσουν στους Βουλγάρους - και αντιστέκονται, αντιμετωπίζουν την οργή των συμμοριών που ορμούν στα άοπλα χωριά και καίνε, βασανίζουν, σκοτώνουν, αποκεφαλίζουν αρχίζοντας κυρίως από τους ιερείς, τους δασκάλους, τους προεστούς που είναι η πηγή της αντίστασης.
Και γι΄αυτό είναι ευχαριστημένος, γιατί η οργάνωση προχωρεί με επιτυχία και αρχίζει να γίνεται και ο ίδιος ο φόβος των Βουλγάρων και των προδοτών. Η φήμη του εξαπλώνεται σε όλη την περιφέρεια! Πολλοί μάλιστα τον επισκέπτονται και του φέρνουν τα παιδιά τους να του φιλήσουν το χέρι, ενώ άλλοι του γράφουν. "... Καταλαβαίνομεν... τήν καλοσύνην σου καί είδομεν τό φως τό αληθινόν...". 'Ολες αυτές οι εκδηλώσεις τον συγκινούν βαθιά και γεμάτος έλεος για τις μικρότητες που βλέπει γύρω του, συνεχίζει με αγάπη και ενθουσιασμό τη δύσκολη αποστολή του!
Ο θάνατος του Παύλου Μελά και η σημασία του για τον αγώνα στην Μακεδονία 
Ακαταπόνητος συνεχίζει τον αγώνα του και με αγωνία περιμένει όπλα από τις αθηναϊκές πατριωτικές οργανώσεις, για να εξοπλίσει όλα τα χωριά της περιοχής του. Στο μεταξύ, με όσα διαθέτει και παρά τις εναντίον του βουλγαρικές απειλές, οργανώνει την άμυνα τεσσάρων χωριών και προειδοποιεί ότι θα κάψει τα σπίτια εκείνων που θα συμπράξουν με τους βούλγαρους κομιτατζήδες.
Παράλληλα, εξακολουθώντας να εμπιστεύεται στα γράμματά του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σημειώνει. "... Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ αλλ΄ ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον. Και εδώ έχω τας ικανοποιήσεις μου και εκεί την ευτυχίαν μου. Αλλ΄εδώ με κρατεί επί πλέον το καθήκον και πρό πάντων αι υποχρεώσεις ας ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θα κατορθώσω τίποτε; ΄Η θα χανδακώσω την ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω και πότε ενθουσιώ...".
Στο μεταξύ το σώμα του ενισχύεται και με ντόπιους και φθάνει τώρα τα 50 άτομα και έτσι οι χωρικοί νιώθουν πιο ασφαλείς γνωρίζοντας την παρουσία του. Κι ενώ βαδίζει για να συναντηθεί με άλλο σώμα Ελλήνων ανταρτών, για να συναποφασίσουν γενικότερη κατά των βουλγαρικών συμμοριών επίθεση, σταματά στο χωριό Στάτιστα, (ή και Σιάτιστα) για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Στις αντιρρήσεις που εκφράζει για αυτή τη στάση τους ο φίλος και υπαρχηγός του Νίκος Πύρζας, επειδή στο χωριό κατά τις πληροφορίες τους υπάρχει τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, ο Παύλος απαντά: "... Ειναι αμαρτία, τά παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα ας μείνωμεν εις το χωριό νά στεγνώσουν ολίγον ...".
Αυτή η απόφαση του θα είναι τελικά γι΄αυτόν μοιραία, γιατί οι Τούρκοι ειδοποιημένοι και οδηγημένοι από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο για την εκεί παρουσία τους, επιτίθενται και κατά τη συμπλοκή ο Παύλος τραματίζεται σοβαρά, "... στη μέση με πήρε, παιδιά ...".  Κι ενώ οι άντρες του τρέχουν να τον βοηθήσουν μπαίνει μόνος του στο σπίτι, κάθεται και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα του λέει: "... Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να τους πης ότι το καθήκον μου έκαμα ...". 
Στη συνέχεια βγάζει το πορτοφόλι του με τις φωτογραφίες των παιδιών του κι επειδή αρχίζει να πονά, παρακαλεί να τον σκοτώσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό στα χέρια των Τούρκων. Ολοι γύρω του λυπημένοι και ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούν τις τελευταίες στιγμές του παλικαριού που ψιθυρίζει πότε "... πονώ!", πότε "... σκοτώστε με!" και πότε τα ονόματα των παιδιών του "... Μίκη, Ζωή!". Και αφού με δυνατούς πόνους παιδεύεται μισή περίπου ώρα, με τη λέξη "... πονώ!" αφήνει την τελευταία του πνοή επάνω στη διψασμένη για αίμα ηρώων Ελληνική γη..
http://helectra.files.wordpress.com/2010/02/oikia.jpg                                                                 Η τραγική είδηση φθάνει στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα με τηλεγράφημα του Προξένου του Μοναστηρίου που αναφέρει τα εξής :
"... Παρελθούσαν Τετάρτην, 13 τρέχοντος (Οκτωβρίου) ημετέρων ευρεθέντων εν χωρίω Στάτιστα και περί ώραν 5 μ.μ. ήρξατο πυρός κατά των ημετέρων. Ημέτεροι απήντησαν γενναίως, μετά δίωρον δε ανταλλαγήν πυροβολισμών, απεφάσισαν επιχειρήσωσιν έξοδον. Παύλος Μελάς ώρμησε πρώτος επί κεφαλής αυτών, οπότε σφαίρα τουρκική πλήξασα αυτόν κατά την οσφυακήν χώραν, ετραυμάτισε θανασίμως. Σύντροφοί του τον... εναπέθεσαν παρακειμένω οικίσκω, ένθα, μετά ημίσειαν ώραν, διαρκούσης πάντοτε συμπλοκής, εθνικός ήρως ησύχασε ..." !
Ο θάνατός του αιφνιδιάζει και θλίβει τους Μακεδόνες, γιατί σ΄αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες για τη σωτηρία τους. Και μολονότι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, αρχίζει η δυσάρεστη διαδικασία του ενταφιασμού. Από γράμμα που στέλνει ο ελληνοδιδάσκαλος και υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου Βασίλειος Αγοραστός στον 'Ιωνα Δραγούμη, γυναικάδελφο του Παύλου, έχουμε τις λεπτομέρειες του ενταφιασμού. Σύμφωνα με αυτές, ο ίδιος ο Αγοραστός εκτελώντας εντολή του προξενείου φθάνει στο Πισοδέρι, για να μεριμνήσει για την ταφή του ήρωα. Επειδή εκεί πληροφορείται ότι οι κάτοικοι της Στάτιστας τον έχουν ήδη ενταφιάσει σε ασφαλές μέρος, προχωρεί στο Ζέλοβο απ΄όπου στέλνει άνδρα του σώματος του Παύλου μεταμφιεσμένο στη Στάτιτσα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του γενναίου αρχηγού του. 


Κι ενώ έχει αρχίσει η εκταφή του νεκρού, αναγγέλλεται ότι ισχυρό τουρκικό απόσπασμα κατευθύνεται στο χωριό. Για ν΄αποφύγουν τότε την αυτόφωρη σύλληψη, κόβουν την κεφαλή του παλικαριού και θάβουν ξανά το σώμα του. Και τη στιγμή που ο Τούρκος αποσπασματάρχης έχει συγκαλέσει τους χωρικούς στην πλατεία και με απειλές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, τους ζητά τον τόπο της ταφής, ο απεσταλμένος κατορθώνει να διαφύγει έχοντας στο σακίδιό του το κεφάλι του άτυχου αρχηγού του και να φθάσει στο Ζέλοβο. Εκεί ως πιο κατάλληλο για την ταφή του επιλέγουν το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής στο Πισοδέρι, όπου και ενταφιάζεται στον προ της Ωραίας Πύλης χώρο στις 18 Οκτωβρίου 1904.
Τί είναι Ο Μακεδονικός Αγώνας.

Με το όνομα "Μακεδονικός Αγώνας" ονομάστηκε ο ακήρυχτος πόλεμος μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, ο οποίος κορυφώθηκε μεταξύ των ετών 1903 και 1908 στην Μακεδονία.
Ο Μακεδονικός Αγώνας προκλήθηκε από την "αρπακτικότητα" και την επεκτατική διάθεση των Βουλγάρων, οι οποίοι από την εποχή που ίδρυσαν το νεώτερο κράτος τους, επεδίωξαν να επεκτείνουν και τα γεωγραφικά όρια του κράτους τους ώστε να συμπεριλάβει και την Μακεδονία και να επιτύχουν έτσι διέξοδο στο Αγαίο Πέλαγος και την Μεσόγειο θάλασσα! Ακολούθησαν δηλαδή, τυπικά και ουσιαστικά, το σχέδιο της Μ. Αικατερίνης Β΄(1729-1796)
, τσαρίνας της Ρωσίας (1762-1796), για την επέκταση των Σλάβων στην Βαλκανική Χερσόνησο ώστε να αποκτήσει η Ρωσική Αυτοκρατορία πρόσβαση στις "ζεστές θάλασσες" και να "παρακάμψει" τα στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, που ελέγχουν το πέρασμα στην Μαύρη Θάλασσα (Εύξεινο Πόντο).
Ο Μακεδονικός Αγώνας  ουσιαστικά άρχισε από το 1870, με απαρχή το Βουλγαρικό Σχίσμα από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχείας και κράτησε (επίσημα) μέχρι το 1908. Στα χρόνια αυτά (38 ολόκληρα χρόνια) ο Μακεδονικός Ελληνισμός και ο χριστιανικός Σερβικός πληθυσμός, εντός των ορίων της Μακεδονίας υπέφεραν πολλά σε ανθρώπινες θυσίες και περουσιακά και άλλα υλικά αγαθά.
Οι Βούλγαροι άρχισαν να εγείρουν διεκδικήσεις επί της Μακεδονικής γης από το 1870, αλλά από το 1895 και μετά, ένοπλες βουλγαρικές συμμορίες που ονομάστηκαν "κομιτατζήδες", εκμεταλλευόμενοι την πλήρη αδιαφορία (αλλά και την ανικανότητα) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των τοπικών τουρκικών αρχών, υπέβαλλαν σε απερίγραπτα βασανιστήρια τον ελληνικό πληθυσμό της Μακεδονίας ώστε να απαρνηθή την εθνικότητά του και να αποδεχθεί την Βουλγαρική Εξαρχεία σαν θρησκευτική του αρχή αντί του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινοπούλεως και να υποκείψει στις Βουλγαρικές αξιώσεις.

Οι βουλγαρικές αυτές συμμορίες λήστευαν, έκλεβαν και βίαζαν τον πληθυσμό, ενώ
ταυτόχρονα εξόντωναν τους πιστούς στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ή όσους θεωρούσαν ότι αποτελούσαν "δεσμό" μεταξύ της Μακεδονίας και της υπόλοιπης Ελλάδας (Αρχιερείς, Ιερείς, προεστούς, δασκάλους, εξέχοντες πολίτες, κλπ). Ο απώτερος σκοπός τους ήταν, φυσικά, η τελική διεκδίκιση των εδαφών αυτών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Ελλάδα και η παραχώρησή τους σ' αυτήν από τις Μεγάλες Δυνάμεις, παρουσιάζοντας στην Μακεδονία έναν "αμιγή" δήθεν Βουλγαρικό πληθυσμό!
Στην δράση κατά των κομιτατζήδων και στις βουλγαρικές βλέψεις δραστηριοποιήθηκαν και αντιστάθηκαν οι Μακεδονομάχοι, ελληνικά ένοπλα αντάρτικα σώματα που οργανώθηκαν είτε από τον ίδιο τον πληθυσμό είτε με την βοήθεια εθελοντών από όλα τα μέρη της Ελλάδας (στρατιωτικών, χωροφυλάκων και ιδιωτών - πολιτών). Παράλληλα, δημιουργήθηκαν οργανώσεις που υποστήριξαν ηθικά, διπλωματικά και οικονομικά τον Μακεδονικό Αγώνα. Πολλές μεγάλες προσωπικότητες της εποχής συμμετείχαν στην προσπάθεια αυτή και ανέπτυξαν έντονη δραστηριότητα. Ο αγώνα τους ήταν ιδιαίτερα σκληρός, γιατί εκτός από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, οι Μακεδονομάχοι είχαν να αντιμετωπίσουν και τον τουρκικό στρατό.Οι ηρωικοί αυτοί αγώνες των Μακεδονομάχων και η ακατάβλητη ψυχική αντοχή του ηρωικού μακεδονικού πληθυσμού, που αποτελούν μια ακόμη λαμπρή σελίδα στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ανάγκασαν τελικά τους Βούλγαρους κομιτατζήδες να αποσυρθούν (επίσημα τουλάχιστον!) το 1908 και να επανέλθουν στην Βουλγαρία. Παράλληλα ο Μακεδονικός Αγώνας αποτέλεσε το προοίμιο και την έμπνευση των νικηφόρων πολέμων του 1912-13 και της απελευθέρωσης της Μακεδονίας, και αργότερα, των Βαλκανικών Πολέμων, αναπτερώνοντας το ηθικό των Ελλήνων και ξυπνώντας μέσα τους το πνεύμα της Ελευθερίας, για μια ακόμη φορά!
Δίκαια λοιπόν, οι Μακεδονομάχοι κατατάσσονται στην ίδια σειρά με τους αγωνιστές του 1821 και τους ήρωες των Βαλκανικών Πολέμων!
Αν και αναφέρεται ιστορικά ότι ο Μακεδονικός Αγώνας άρχισε από το 1870 και κράτησε μέχρι το 1908 - δηλ. 38 ολόκληρα χρόνια, στην πραγματικότητα κράτησε πολύ περισσότερα, αφού εξ' αιτίας αυτής της πολιτικής των Βουλγάρων στον χώρο της Βαλκανικής και ιδιαίτερα της Μακεδονίας συνεχίστηκε μέχρι την τελική τους απομάκρυνση κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1917). Σποραδικά έκαναν την εμφάνισή τους ακόμη και μετά τα δύσκολα χρόνια του 1922 στην Μακεδονική γη, πιο πολύ όμως σαν ληστές παρά σαν "αντάρτικα" σώματα. Την ίδια όμως πολιτική και τακτική εφάρμοσαν αργότερα στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής το 1941-1944 και  τα χρόνια που ακολούθησαν 1944-1949 με την "βοήθεια" και "ανοχή" των ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ...!
Στοιχεία για όλα αυτά, παρατίθενται σε άλλες σελίδες της κοινότητας και σε συνδέσεις. Το όλο θέμα εντάσσεται στην πολιτική του Μακεδονικού Ζητήματος - όπως αποκαλείται σήμερα - και το οποίο αποτελεί μείζον μεν Εθνικό πρόβλημα αλλά είναι μια άλλη θεματική ενότητα.



Επειδή όμως οι Τούρκοι, μετά από τα δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου πληροφορούνται τα σχετικά με το θάνατο και την ταφή του Παύλου Μελά, επανέρχονται στη Στάτιστα και μετά από προσεκτικότερη έρευνα ανακαλύπτουν το ακέφαλο σώμα του. Με τη μεσολάβηση όμως του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, η σωρός του μεταφέρεται στην πόλη, όπου με θρήνους, και ενώ χοροστατεί ο Μητροπολίτης Γερμανός, κηδεύεται και ενταφιάζεται στον περίβολο του βυζαντινού Ναού των Ταξιαρχών. Αργότερα, το 1950, μεταφέρεται εκεί και η κεφαλή του δίπλα στο σώμα του και έτσι σήμερα, όλο το σκήνωμα του Παύλου Μελά αναπαύεται τώρα στην Καστοριά. Πλάι του μάλιστα, ύστερα από δική της επιθυμία, αναπαύεται και η γυναίκα του Ναταλία.
Η είδηση του θανάτου του Παύλου Μελά συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα και την Αθήνα και ιδιαίτερα φυσικά, την οικογένειά του. Ολόκληρος ο ελληνικός λαός πενθεί τον ήρωα, που έφυγε τόσο νέος, μόλις 34 χρονών, και σε τόσο μάλιστα κρίσιμες στιγμές για το Έθνος και τον Ελληνισμό! Το όνομά του γίνεται σύμβολο του μακεδονικού αγώνα, ενώ μεγάλος αριθμός Αξιωματικών και ιδιωτών πολιτών αρχίζουν να σπεύδουν στη Μακεδονία και πυκνώνους τις τάξεις εκείνων που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή της, ακολουθώντας τον δρόμο του Παύλου Μελά και το παράδειγμά του. Τη θυσία του υμνεί ο λαός με το δημοτικό τραγούδι και ο μεγάλος ποιητής Κωστής Παλαμάς. 
Αλλά και η πατρίδα, τιμώντας τον, τον αναγνωρίζει σαν εθνικό ήρωα και η Στάτιστα, το χωριό στο οποίο σκοτώθηκε, μετονομάστηκε σε "Παύλος Μελάς"
 
 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ & ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
Ι. Περιοδικόν "ΤΟΤΕ", τεύχος 46 (Γ-10), Ιαν. - Φεβ. 1994, σελ. 49-55.
ΙΙ. παραπομπές 1,6,9 & 11: Γ. Α. Μαραβελέα, "ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ", Θεσσαλονικη, 1959.
ΙΙΙ. παραπομπές 2, 3, 4, & 5: ΓΕΣ/ΔΙΣ, "ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ", Αθήναι, 1960.
IV. παραπομπές 7, 9 & 12: Σπ. Β. Μαρκεζίνη, "ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ΠΑΠΥΡΟΣ, τομ. Γ΄, Αθήναι, 1966.
V. παραπομπή 10: Ι. Δραγούμη, "ΜΑΡΤΥΡΩΝ  ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ"
VI. Αποστόλου Β. Δασκαλάκη, "ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗς ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ 1936-1950", τόμος Α΄, Αρχηγείον Χωροφυλακής, Αθήνα, 1973
VII. παραπομπή 8: Χάρη Τσιρκινίδη, "ΣΥΝΝΕΦΑ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - Το Μακεδονικό μέσα από τα Γαλλικά Αρχεία", εκδ. +γραμμα, Θεσσαλονίκη, 1994
VIII. περιοδικό "ΙΣΤΟΡΙΟΓΝΩΣΙΑ", τεύχος 20, Δεκ. 1999, σελ. 28-39, "Η συμβολή των Σερρών στο Μακεδονικό Αγώνα", ομιλία κ. Κων/νου Χιώλου, δρα Νομικής, στις Σέρρες

O θάνατος του είναι ζωή στους κουρασμένους από τη μετριότητα του κόσμου. Ο Θάνατος του ανασταίνει τους κοιμισμένους, ταράζει τούς μαργωμένους, δυναμώνει τους αδύνατους, δροσίζει τους διψασμένους, ο θάνατος του Νέου, ο θάνατος του Ωραίου ο θάνατος του Αντρείου.......Ψυχή, ψυχή ωραία, γλυκιά πενταπάρθενη που ερωτεύτηκες το θάνατο δίδαξε μας, ω, μάθε μας να μη πονει και να μην καίει το αντίκρισμα της αγωνίας σου, ψυχή ωραία πενταπάρθενη. (Ιων Δραγούμης)

 
http://essetaihmar.blogspot.com/2011/03/29-1870.html 
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ 


30 ΜΑΡΤΙΟΥ 1968 Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΔΙΕΓΡΑΨΕ ΤΑ ΧΡΕΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΓΡΟΤΙΑΣ

Σαν σήμερα πριν από 51 χρόνια ο ηγέτης της 21ης Απριλίου, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος διέγραψε τα χρέη της ελληνικής αγροτιάς, ώστε αγρότες ελεύθεροι από τα χρέη και το άγχος που αυτά έφερναν να επιδοθούν απρόσκοπτοι στην παραγωγή και να κάνουν, όπως και έκανα την Ελλάδα χώρα αυτάρκη.
Η αναγγελία της διαγραφής των χρεών έγινε από τον ίδιο τον Γεώργιο Παπαδόπουλο το Αλεξάνδρειο Αθλητικό Μέλαθρο στην Θεσσαλονίκη. Διαγράφηκαν όλα τα χρέη που οφείλονταν από το 1945 μέχρι το τέλος του 1962 και αυτά που ρυθμίστηκαν το 1963.
Επίσης όλα τα βραχυπρόθεσμα καλλιεργητικά δάνεια, ζωοτροφών. Όλα τα μεσοπρόθεσμα δάνεια, που χορηγήθηκαν για την ανάπτυξη των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.


Ακόμη διαγράφηκαν τα δάνεια όσων αγροτών πλήγησαν από τους συμμορίτες, αλλά και των απαχθέντων που επαναπατρίστηκαν από τις χώρες του Σιδηρούν Παραπετάσματος.
Όλα τα χρέη των γεωργικών συνεταιρισμών, οργανώσεων και κοινοπραξιών μέχρι της 21-4-1967 και όλα όσα ρυθμίστηκαν το 1965. Οι οφειλόμενες ληξιπρόθεσμες δόσεις μέχρι την 31-3-1968 των μέσομακροπροθέσμων δανείων.
Το Ανώτατο όριο των διαγραφομένων χρεών, ανά αγρότη, ήταν μέχρι των 100.000 δρχ. της εποχής εκείνης, με το δολάριο στις 30. (3.333 δολάρια, ή περίπου 26.800 σημερινά ευρώ).
Συνολικά ωφελήθηκαν 643.844 αγροτικές οικογένειες που γλίτωσαν 7.380.000.000 δραχμές. Ανακοινώνοντας την διαγραφή ο Γεώργιος Παπαδόπουλος μίλησε στους αγρότες λέγοντάς τους: «Οι Αγρότες είναι «οι Έλληνες των Ελλήνων», «το καθαρό μυαλό και η Ψυχή του Έθνους», «η πλέον υγιής μερίδα του Ελληνικού λαού», «ο κυματοθραύστης, επί του οποίου εθραύσθησαν όλοι οι κίνδυνοι, οι οποίοι ηπείλησαν την Πατρίδα».

«Και τούτο το επετύχατε», είπε, «μόνον χάρις εις την αγνότητα και χάρις εις την δύναμιν της Φιλοπατρίας και την συνείδησιν ευθύνης έναντι αυτού το οποίον μάθατε από την γιαγιά σας, από τον πατέρα σας, από τον παπά της εκκλησίας, από όλους τους σεβάσμιους της κοινότητος, οι οποίοι σας μιλούσαν δια την Πατρίδα, την Θρησκείαν και την Οικογενειαν(…)» Μισός αιώνας πέρασε από τότε, χρόνια μακρινά, μα και τόσο κοντινά. Χρόνια και εποχές που έχουμε ανάγκη όλοι μας να ξαναρθούν.
Χρόνια που οι ηγέτες μας ή μάλλον ο ΗΓΕΤΗΣ μας έσκυψε στα προβλήματα του ελληνικού λαού και τα αγκάλιασε σαν δικά του και κάτι παραπάνω. Τα έχουμε ανάγκη ειδικά σήμερα που η κυβέρνηση της αριστεράς συνεχίζει το καταστροφικό έργο των προηγούμενων φιλελεύθερων κυβερνήσεων και καταδικάσει την αγροτιά μας και μοιραία και την πατρίδα μας στον αφανισμό.
Κανείς όμως δεν μιλάει για αυτά, στα μεγάλα και «έγκυρα» ΜΜΕ δεν θα ακούσετε αναφορές, ούτε θα δείτε επίκαιρα της εποχής, μα φυσικά ο Παπαδόπουλος ήταν «δικτάτορας», αυτοί είναι «δημοκράτες», η τέλεια αντιστροφή και διαστρέβλωση των όρων.
Αλλά και κάτι άλλο, πολλοί έχουν μιλήσει για Σεισάχθεια, διαγραφή των χρεών δηλαδή, και επικαλούνται τον Σόλωνα τον Αθηναίο, γιατί φτάνουν τόσο πίσω στο παρελθόν, έχουν το παράδειγμα στην σύγχρονη, στην πολύ πρόσφατη, ιστορία μας. Αλήθεια αυτοί θα μνημονεύσουν τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, έστω μόνον και γι’ αυτό;
Δεν νομίζουμε, άλλωστε ένας «δικτάτορας» δεν είναι δυνατόν να κάνει ωφέλιμα έργα. 


Σήμερα είναι επίκαιρη όσο ποτέ η επίκληση του απλού λαού μας: ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΕ…. 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΧΗΤΗΣ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΡΙΒΑΣ-ΔΙΓΕΝΗΣ : ΕΝΑΣ ΕΝΤΙΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΗΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ-ΗΓΕΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Ομιλία του Δρος Γεωργίου Πετρίκκου Ομότιμου καθηγητή Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Καθηγητή Ιατρικής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου  


Πηγές:
ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΡΙΒΑ – ΔΙΓΕΝΗ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΑΓΩΝΟΣ Ε.Ο.Κ.Α. 1955-1959, Αθήνα 1961.
Λεωνίδου Λεωνίδας, «Γεώργιος Γρίβας Διγενής, Βιογραφία», (Τόμοι 1-3), Εκδόσεις Επιφανίου Λευκωσία, 1995
Ανδρέα Βαρνάβα « ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΕΟΚΑ 1955-1959», έκδοση Λευκωσία 2002.
Πέτρου Παπαπολυβίου, «Ψηφίδες Ιστορίας». Λευκωσία 2017 


Είναι με ιδιαίτερη συγκίνηση και χαρά που αποδέχτηκα την τιμητική πρόσκληση να είμαι ομιλητής στο φιλολογικό αυτό Μνημόσυνο του Αείμνηστου Αρχηγού της ΕΟΚΑ, Γεωργίου Γρίβα-Διγενή.
Αρχικά προβληματίστηκα αν είμαι το κατάλληλο πρόσωπο για την ομιλία αυτή, αλλά τελικά αποφάσισα να το κάνω, αφού είμαι και εγώ ένας από εκείνους που ο Διγενής σφράγισε με το αποτύπωμα του παραδείγματός του.
Γνώρισα νοερά τον Διγενή, όταν στα παιδικά μας χρόνια εμφανίστηκε ως ο ηγέτης του ηρωικού απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ του ᾽55-᾽59, τον συνάντησα μετά στα βουνά του Πενταδακτύλου, ως εθελοντής Εθνοφρουρός, όταν ξαναγύρισε στη Κύπρο με την Ελληνική Μεραρχία το ᾽64. Το ᾽65, ως τοπογράφος πυροβολικού με τις εντολές του, ως αρχηγού ΑΣΔΑΚ, με τους Έλληνες αξιωματικούς Σταφυλά και Πετρουλάκη οργανώσαμε όλα τα βόρεια παραλιακά αμυντικά έργα από Συριανοχώρι μέχρι Γαληνοπόρνη – Κορόφκια. Ο Διγενής τότε διακήρυσσε: «Ηµείς, ως στρατιώτες εις την υπηρεσίαν της νήσου, κατεστήσαµεν την περιοχήν εκείνην καθώς και ολόκληρον την νήσον απόρθητον δι’ οχυρώσεων και άλλων µέτρων που ελάβοµεν, ελθόντες εις σύγκρουσιν πολλάκις και προς την Ειρηνευτικήν Δύναµιν».
Τον ξανασυνάντησα αργότερα στην Αθήνα ως φοιτητής το 68-71, όταν μας στράτευσε ενάντια στη Χούντα που θεωρούσε επικίνδυνη για την Κύπρο. Και δεν μπορώ να μην αναφέρω την πικρία και απογοήτευσή του για την αχαριστία των πρώην συναγωνιστών του (πολιτικών της Κύπρου ) που, ενώ τον κάλεσαν για δεύτερη φορά το ᾽64 να σώσει την Κύπρο και το έπραξε, τον υπέσκαψαν και, σε συνεργασία με τη Χούντα, τον ξανα-απομάκρυναν μαζί με τη Μεραρχία από την Κύπρο με την προβοκάτσια των γεγονότων της Κοφίνου.
Μισό σχεδόν αιώνα από τον θάνατο του και 60 χρόνια από το τέλος του εθνικοαπελευθερωτικού μας αγώνα, βρισκόμαστε εδώ σήμερα για να τιμήσουμε τη μνήμη του, να σκιαγραφήσουμε την προσωπικότητά του και, αναπόφευκτα, να αποτιμήσουμε σε κάποιο βαθμό το έργο του.
Η χρονική απόσταση, που μας χωρίζει από την περίοδο της δράσης του, καθώς και η γνώση των γεγονότων που διαδραματίστηκαν στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, αλλά και οι εξελίξεις κατά τις δύο δεκαετίες του 21ου, μας επιτρέπουν μια πιο ψύχραιμη και, ώς ένα βαθμό, πιο αντικειμενική αποτίμηση της προσωπικότητας του ανδρός και της σημασίας των ενεργειών του. Υπό τη βασική όμως προϋπόθεση ότι κρίνουμε λαμβάνοντας υπ᾽ όψιν το όλο πολιτικο-ιδεολογικό πλαίσιο και το κλίμα, εθνικό και παγκόσμιο, της εποχής των γεγονότων και όχι με σημερινά κριτήρια, πράγμα που θα οδηγούσε σε ιστορικούς αναχρονισμούς και λανθασμένα συμπεράσματα.
Στην ομιλία μου θα διατρέξω περιληπτικά τη ζωή και το έργο του τιμώμενου Αρχηγού, και θα προσπαθήσω να αναδείξω μέσα από τη ζωή και τη μαχητική του πορεία τι δίδαξε σε εμάς, τους σχετικά νεότερους, με τους αγώνες του για τον Ελληνισμό και την προσήλωσή του σε διαχρονικές ιδέες και αξίες, όπως αυτή της πίστης στον Θεό και την Πατρίδα, την Ελευθερία και το Δίκαιο. Γι’ αυτά τα ιδανικά αγωνίστηκε με συνέπεια και πείσμα μέχρι το θάνατον του.
Για να κατανοήσουμε όμως καλυτέρα εμείς οι νεότεροι και να ενθυμηθούν οι παλαιότεροι, θα αναφέρω εν παρόδω επιγραμματικά στοιχεία της ιστορίας του τόπου που μας γέννησε και που έχει σχέση με την ιδεολογία και τον αγώνα του Διγενή.
Όταν γεννήθηκε ο Γεώργιος Γρίβας, στις 6 Ιουνίου 1897, ο Κυπριακός Ελληνισμός είχε βιώσει από το 1571 τριών και πλέον αιώνων Οθωμανικό ζυγό και διατηρούσε στη μνήμη του τις σφαγές τις 9ης Ιούλιου του 1821. Και ενώ η μια μετά την άλλη οι περιοχές της Ελλάδας απελευθερώνονται και ενώνονται με τον μητρικό κορμό, η Κύπρος παραμένει σκλάβα σε δύο αφεντικά, τους Οθωμανούς κατακτητές και τους Άγγλους αποικιοκράτες, αφού με την Αγγλο-τουρκική αμυντική Συμφωνία της 4.6.1878 η Αγγλία κατακτά την Κύπρον για ακαθόριστο χρόνο με την υποχρέωση πληρωμής στον Σουλτάνο 92.638 αγγλικών λιρών ετησίως.
Μεγαλώνει στο Τρίκωμο της επαρχίας Αμμοχώστου. Αφού τελείωσε το δημοτικό σχολείο του Τρικώμου, πήγε στη Λευκωσία όπου φοίτησε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο (1909-1915), διαμένοντας στην οικία της γιαγιάς του.
Χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδεολογίας που διαμορφώνει Γεώργιος Γρίβας, αποτελούν τα γραφόμενα στα απομνημονεύματα του, όπου αναφέρει αναμνήσεις των παιδικών και εφηβικών του χρόνων:
«Ενθυμούμαι τον σεβαστόν δάσκαλον του χωριού μου, ο οποίος από τα παιδικά μου χρόνια μού ενεφύσησε την αγάπη προς την Ελλάδα και προς το ιδανικόν της Ελευθερίας, επάνω δε εις τα μαθητικά θρανία του σχολείου του χωριού μου καθημερινώς η ψυχή μου εγαλβανίζετο με την ιδέαν, ότι μίαν ημέραν η Κύπρος θα εγίνετο ελευθέρα και θα ηνούτο με την μητέρα Πατρίδα. Και από τότε έπλαττα όνειρα, αλλά και επίστευα, ότι και εγώ θα ήμουν μεταξύ εκείνων, οι οποίοι θα ηγωνίζοντο δια την απελευθέρωσιν της Πατρίδας μου Κύπρου. Και η πίστις αυτή ουδέποτε με εγκατέλειψεν.»
Στα εφηβικά του χρόνια γεύεται το πικρό ποτήρι της αρχικής απόρριψης της προσφοράς των Άγγλων στον βασιλιά της Ελλάδας για Ένωση με αντάλλαγμα την υποστήριξή των συμμάχων στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο.
Έτσι λοιπόν ο Γεώργιος Γρίβας, όταν αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας τον Ιούνιο του 1915, με το όραμα της Ελευθερίας της πατρίδας του και της Ένωσης με τη μητέρα πατρίδα, πήρε την απόφαση να υπηρετήσει στον Ελληνικό Στρατό. Παρά την επιθυμία των γονιών να σπουδάσει ιατρική, όπως ο αδελφός του, μετά από δύσκολες εισαγωγικές εξετάσεις επιτυγχάνει την εισαγωγή του στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και κάνει το πρώτο βήμα στην πορεία πραγμάτωσης των σχεδίων και ονείρων του για την απελευθέρωση της Πατρίδας. Στη διάρκεια της φοίτησής του αφοσιώθηκε στη μελέτη και τις ασκήσεις της Σχολής με ζήλο και ενθουσιασμό, ώστε αναδείχθηκε αρχηγός του τμήματός του.
Tον Ιούλιο του 1919 αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού και τον Αύγουστο τοποθετήθηκε στο 30ό Σύνταγμα Πεζικού με έδρα τη Μακεδονία.
Μικρασιατική Εκστρατεία
Από εκεί, περί το τέλος Σεπτεμβρίου, μετατέθηκε στο Επιτελείο της Χ Μεραρχίας, όπως μετονομάστηκε η μεραρχία που είχε καταλάβει τη Σμύρνη στις 19 Μαΐου του 1919. Η Μεραρχία Σμύρνης οργάνωνε και συμπλήρωνε τις ελλείψεις και την εκπαίδευσή της για να σταθεροποιήσει τη ζώνη που είχε καταλάβει με εντολή των Συμμάχων ο Ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία και στόχο την τήρηση της τάξης και την προστασία του Ελληνικού πληθυσμού, που αποτελούσε την πλειοψηφία των κατοίκων. Η μονάδα του Γεωργίου Γρίβα στο τέλος Δεκεμβρίου προωθήθηκε στο Νυμφαίο, ανατολικά της Σμύρνης. Τον Ιανουάριο του 1920, η Μεραρχία Σμύρνης προωθήθηκε στα βόρεια της οδού Σμύρνης-Νυμφαίου αναλαμβάνοντας τη φρούρηση της σιδηροδρομικής γραμμής Σμύρνης-Κασαμπά, ένεκα της αποχώρησης της Γαλλικής στρατιωτικής δύναμης και τον Απρίλη του ιδίου χρόνου προωθήθηκε στον τομέα Μαγνησίας αναλαμβάνοντας την ευθύνη ασφάλειας της περιοχής. Μόλις αναλαμβάνει τον τομέα αυτό η μεραρχία όπου υπηρετούσε, ο ανθυπολοχαγός Γρίβας παίρνει το βάπτισμα του πυρός με απώλειες 2 νεκρούς και 3 τραυματίες.
Συμμετέχει στη νικηφόρα πορεία του Ελληνικού στρατού στην Πάνορμο, την οποία απελευθέρωσαν οι Ελληνικές δυνάμεις στις 19 Ιουνίου το 1920, και ακολούθως την Προύσα από όπου, τον Ιούνιο του 1921, συνεχίστηκε η εκστρατεία και προέλαση με κατάληψη της Κιουτάχειας. Κατόπιν λαμβάνει μέρος, μαζί με τον Αλέξανδρο Παπάγο, στην πιο σπουδαία και σκληρότερη μάχη της Μικρασιατικής εκστρατείας, τη νικηφόρα μάχη του Εσκί Σεχίρ -Αφιόν Καραχισάρ. Σε μια από τις μάχες ο Γεώργιος Γρίβας τραυματίζεται και παρασημοφορείται για την ανδρεία του.
Ακολουθεί η προέλαση στον Σαγγάριο ποταμό με στόχο την Άγκυρα. Στις 9 Αυγούστου το Α´ και Γ΄ Σώμα Στρατού πέρασαν στις ανατολικές όχθες του Σαγγάριου και βρίσκονταν σε απόσταση 80 περίπου χιλιομέτρων από την Άγκυρα. Ο Γεώργιος Γρίβας συγκαταλέγεται μεταξύ των αξιωματικών που πέρασαν τον Σαγγάριο ποταμό και έλαβε μέρος στις σκληρές μάχες αντιμετώπισης της Τουρκικής αντεπίθεσης στη μάχη της Σαπάντζας. Η Χ Μεραρχία που υπηρετούσε ο Γρίβας, ενώ αρχικά διέσπασε τις Τουρκικές γραμμές, στις 29 Αυγούστου 1921 με απόφαση της Ελληνικής Κυβέρνησης υποχώρησε σε αμυντική γραμμή δυτικά του Σαγγάριου. Ακολουθεί την τακτική αμυντική διάταξη του Γ´ Σώματος Στρατού νότια του Εσκί Σεχίρ υπό τον αντιστράτηγο Σουμίλα και, όταν κατέρρευσε το μέτωπο τον Αύγουστο του 1922, συμπτύσσεται στην Προύσα από όπου, αφού αποκρούει ισχυρές επιθέσεις, μετακινείται στην Πάνορμο και στις 4 Σεπτεμβρίου το 30ό Σύνταγμα Πεζικού, ανθυπολοχαγός του οποίου ήταν ο Γεώργιος Γρίβας, δίνει την τελευταία μάχη στη Μ. Ασία και στις 5 Σεπτεμβρίου αναχωρεί για τη Ραιδεστό της Θράκης.
Βιώματα και διδάγματα του Γ. Γρίβα από τη Μικρασιατική Εκστρατεία
Οι εμπειρίες του στις μάχες με τους Τσέτες του Κεμάλ αποτέλεσαν κατόπιν χρήσιμο εργαλείο στον ανταρτοπόλεμο της ΕΟΚΑ. Οι πικρές εμπειρίες της καταστροφής ήταν μαθήματα που ο Γεώργιος Γρίβας θυμόταν σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του και του δίδαξαν την με πάθος πιστή αφοσίωση στα στρατιωτικά του καθήκοντα και την ανάγκη τυφλής υπακοής και σιδερένιας πειθαρχίας στους ανωτέρους του.
Τα συνταρακτικά και τραγικά γεγονότα που οδήγησαν στη Μικρασιατική καταστροφή που βίωσε τον δίδαξαν πολλά. Όπως γραπτά αναφέρει αργότερα: «Με ανατριχίασιν αναλογίζομαι σήμερον τα αποτελέσματα του εθνικού διχασμού, εις την διένεξιν Βασιλέως Κωνσταντίνου – Ελευθερίου Βενιζέλου, διχασμού ον έζησα και ο οποίος όχι μόνον κατέστρεψε τα όνειρα της Μεγάλης Ελλάδoς, αλλά και εβάρυνε επί ολοκλήρου του Έθνους επί δεκαετίες από το 1916, με τραγικάς συνεπείας και αποκορύφωμα τούτων την Μικρασιατικήν καταστροφήν».
Ο ίδιος, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του, τάχθηκε με τον Βενιζέλο και τους συμμάχους, κατά την μεταξύ Βενιζέλου και Κωνσταντίνου διαμάχη επί του θέματος, χωρίς κανένα δισταγμό:
«Προσωπικώς ουδέποτε ταλαντεύθηκα ως προς την εκλογήν κατά την τοποθέτησίν μου μεταξύ των δύο στρατοπέδων. Και όταν ακόμη, κατά τον Α΄ Παγκόσμιον πόλεμον, η Ελλάς εδιχάσθη και αι συνειδήσεις εταλαντεύοντο ως προς την εκτίμησιν των ηθικών κριτηρίων και των ιδεολογικών επιδιώξεων των αντιπάλων παρατάξεων, εγώ ετάχθην ανεπιφυλάκτως υπέρ των Συμμάχων, επειδή πραγματικώς ενόμιζα ότι εκείνοι ηγωνίζοντο υπέρ της ελευθερίας».
Στρατιωτική ανέλιξη και Σπουδές
Με ένα τραύμα στο σώμα, δύο Μετάλλια Ανδρείας και με τον βαθμό του υπολοχαγού, που έλαβε κατά τον πόλεμο στη Μ. Ασία τον Αύγουστο του 1923, από το 30ό Σύνταγμα Πεζικού μετατάχθηκε ξανά στο Επιτελείο της Χ Μεραρχίας μέχρι τον Οκτώβριο του 1924. Ακολούθως μετατέθηκε στο 27ο Σύνταγμα Πεζικού και τον Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου στο 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων με έδρα την Κομοτηνή, της οποίας διετέλεσε φρούραρχος. Τον Σεπτέμβριο του 1925 προβιβάστηκε στον βαθμό του λοχαγού, μετά από σκληρή δουλειά και αφοσίωση στα καθήκοντα που του ανατίθεντο.
Στη συνέχεια, το 1926, ο Γεώργιος Γρίβας αποσπάται για μικρό διάστημα στο Υπουργείο Στρατιωτικών και κατόπιν φοιτά για πέντε μήνες στη Σχολή Εφαρμογών Πεζικού. Κατόπιν διαγωνισμού τον Απρίλιο του 1927 επιλέγεται για μετεκπαίδευση στη Γαλλία και φοιτά στις Σχολές Ecole de Tir και Ecole d’ Infanterie στις Βερσαλλίες, όπου διακρίνεται και του χορηγούνται επιπρόσθετα μαθήματα για Γάλλους αξιωματικούς της 8ης Μεραρχίας του Γαλλικού στρατού. Στη Γαλλία γνωρίζεται με τον Σοφοκλή Βενιζέλο, γιο του Ελευθέριου Βενιζέλου, που εκτελούσε χρέη Στρατιωτικού Ακολούθου και με τον οποίο διατήρησε φιλικές σχέσεις μέχρι τον θάνατο του τελευταίου το 1964.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα τον Μάιο του 1928 τοποθετήθηκε ξανά στο 30ό Σύνταγμα Πεζικού και τον Μάρτιο του 1929 μπαίνει στο Κέντρο Ιππασίας Λαρίσης για τετράμηνη εκπαίδευση και στη συνέχεια φοιτά στη Σχολή Εφαρμογής Πεζικού. Το 1931 ξανακερδίζει μετά από διαγωνισμό την αποστολή του για εκπαίδευση στη Γαλλική Ακαδημία Πολέμου, ενώ παράλληλα παρακολουθεί μαθήματα στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου των Παρισίων. Τελειώνει δεύτερος μεταξύ των συμφοιτητών του τις σπουδές του στη Γαλλική Ακαδημία Πολέμου και επιστρέφοντας στην Ελλάδα τοποθετείται, τον Απρίλιο του 1935, στο Επιτελείο του Δ΄ Σώματος Στρατού και τον Οκτώβριο του ιδίου χρόνου προβιβάζεται στο βαθμό του Ταγματάρχη.
Το 1938 παντρεύεται τη Βασιλική (Κική) Ντέκα στην Αθήνα, αναχωρούν στη Θεσσαλονίκη όπου διορίζεται καθηγητής έδρας της Γενικής Τακτικής στην Ανώτερη Σχολή Πολέμου της Ελλάδος και από τότε γίνεται ένα από τα βασικότερα στελέχη του 3ου Επιτελικού Γραφείου του Γενικού Επιτελείου Στρατού.
Στη θέση αυτή τον βρίσκει, τον Οκτώβριο του 1940, η εκδήλωση της Ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδος .Ο Γρίβας ζητά επίμονα μετάθεση στο μέτωπο και όταν το αίτημά του απορρίπτεται δεν ικανοποιείται και υποβάλλει παραίτηση, η οποία όμως δεν γίνεται δεκτή. Έτσι υπηρετεί σε προκεχωρημένο φυλάκιο του Γενικού Επιτελείου Στρατού στα Ιωάννινα και τον Δεκέμβριο του 1940 προβιβάζεται σε Αντισυνταγματάρχη κατ’ εκλογήν. Ακολούθως αναλαμβάνει καθήκοντα Επιτελάρχη της ΙΙ Μεραρχίας και λαμβάνει μέρος στις επιχειρήσεις προς αντιμετώπιση της Ιταλικής και αργότερα της Γερμανικής επίθεσης εναντίον της Ελλάδος. Παίρνει μέρος στην άμυνα κατά την Ιταλική επίθεση από 15/1/1941 έως 15/2/1941 στην Κλεισούρα και στις 28/2/1941 αντεπιτίθεται προς Λέκλι, Πεστάνι και Δκόλικο. Για την ανδρεία που επέδειξε στο ελληνοαλβανικό μέτωπο παρασημοφορείται και πάλιν.
Με την τελική συνθηκολόγηση και το άδικο τέλος του έπους του ’40 ο Γρίβας επιστρέφει στο σπίτι του στο Θησείο και αρχίζει επαφές για τη δημιουργία αντιστασιακής οργάνωσης. Οι επαφές του αρχικά κατευθύνθηκαν προς φίλους του αξιωματικούς της ΙΙ Μεραρχίας που είχαν πολεμήσει μαζί κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Αργότερα γνωρίστηκε και με τον Μακάριο, που τότε ήταν διάκος σε εκκλησία της Αθήνας. Έτσι, τον Ιούνιο του 1941 ο Γρίβας ίδρυσε την εθνική αντιστασιακή οργάνωση «Χ». Σύμφωνα με τον ίδιο τον Γρίβα: “Τα στελέχη της οργάνωσης ήταν μόνιμοι και έφεδροι αξιωματικοί του βορειοηπειρωτικού έπους και των μακεδονικών οχυρών. Αποκλειστικός σκοπός της Χ: Η διά παντός μέσου εκδίωξη του κατακτητή από την πατρώα γη. Πίστευα ακράδαντα ότι νίκη των συμμάχων θα σήμαινε όχι μόνο απελευθέρωση της Ελλάδος, αλλά και ολοκλήρωση της εθνικής μας ελευθερίας, διά της ενσωμάτωσης της Κύπρου, της Δωδεκανήσου και της Βορείου Ηπείρου. Εδαφών τα οποία ιστορικά και εθνολογικά ανήκουν στην Ελλάδα». Στη διάρκεια της κατοχής η δράση της “Χ” αφορά τη φυγάδευση Άγγλων αξιωματικών στη Μέση Ανατολή, την κατασκοπεία και τη συλλογή πληροφοριών για τις κινήσεις των Γερμανών. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις αρχές του 1943 η ηγεσία της “Χ” έστειλε κατ’ εντολή της αγωνιστές της να ενταχθούν και να πολεμήσουν στα σώματα Ζέρβα και Ψαρρού. Η σημαντικότερη στιγμή της οργάνωσης έγκειται στο καλοκαίρι του 1942, όπου συνεργάστηκε με τον Ελληνοπολωνό σαμποτέρ Γιούρι Ιβάνωφ και ανατίναξε δεξαμενές καυσίμων στο αεροδρόμιο Τατοΐου.
Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι οι συνθήκες κατά την περίοδο του Β´ Παγκοσμίου πολέμου όσο και κατά τα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου (οπότε και τοποθετείται σημαντικό μέρος της δράσης του Γεωργίου Γρίβα), τόσο στην Ελλάδα-Κύπρο όσο και διεθνώς, διαφέρουν πολύ από τις σημερινές, παρότι ο ανταγωνισμός για απόκτηση ισχύος μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων αποτελεί μόνιμη επιδίωξη και, παράλληλα, οι πιο αδύναμες χώρες με καίρια θέση εγκλωβίζονται στη δίνη των επιδιώξεων των ισχυρών, με οδυνηρές συνήθως επιπτώσεις για τους αδύναμους. Μέσα σε μια τέτοια δίνη βρέθηκε μεταπολεμικά και ο Ελληνισμός, με αποτέλεσμα τον ολέθριο εθνικό διχασμό, κατά τον οποίο κλήθηκε ο παρασημοφορημένος για τη γενναιότητα και τις ικανότητές του, τόσο στο Μικρασιατικό πόλεμο όσο και στον γερμανοϊταλικό, αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, Γεώργιος Γρίβας, να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Αποτέλεσμα: Να λατρευτεί ως σωτήρας από τη μια παράταξη, αλλά και να μισηθεί όσο λίγοι από την άλλη, την ηττημένη και ήδη συμπεφωνημένα εγκαταλειμμένη από την ίδια τη Σοβιετική ηγεσία.
Με την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα, σε συνεργασία με τα συμμαχικά βρετανικά στρατεύματα, προβάλλει σθεναρή αντίσταση στο Θησείο έναντι των κομμουνιστών που αποπειράθηκαν να θέσουν υπό τον έλεγχο τους την Αθήνα (Δεκεμβριανά του 1944). Αυτή του την προσφορά στην πατρίδα δεν αποδέχθηκαν ούτε κατανόησαν ποτέ οι αποτυχόντες φιλοσοβιετικοί κομμουνιστές της Ελλάδας και κατόπιν, και μέχρι σήμερα, οι αριστεροί της Κύπρου. Ο χαρακτηρισμός “κομμουνιστοφάγος” δεν έπαψε να τον συνοδεύει, με συνέπεια την εχθρική στάση της ηγεσίας του ΑΚΕΛ απέναντι στην ΕΟΚΑ και τον αρχηγό της, κάτι βεβαίως που εκ των υστέρων αναγνώρισε και η ίδια ως σφάλμα. Σφάλμα μέγα, γιατί ο αγώνας της ΕΟΚΑ ήταν καθαρά εθνικοαπελευθερωτικός και αντιαποικιακός, με στόχο την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ο δε Γεώργιος Γρίβας αποδείχθηκε μέγας πατριώτης και ικανότατος ηγέτης. Ένας ηγέτης που εξέφραζε το προαιώνιο αίτημα του Κυπριακού λαού για απελευθέρωση και ένωση με τον εθνικό κορμό, που υπήρξε εκφραστής μιας προϋάρχουσας ιδεολογίας, που μορφοποίησε τους οραματισμούς ολόκληρου του έθνους.
Προετοιμασία του απελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου
Η σκέψη για ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα στην Κύπρο, όπως γράφει στα απομνημονεύματά του ο Διγενής, εκφράστηκε κατά πρώτον το 1948 στους φίλους και συνεργάτες του στην Ελλάδα, τον Κύπριο δικηγόρο Χριστόδουλο Παπαδόπουλο και τον επίσης κυπριακής καταγωγής Αχιλλέα Κύρου: «Η εκ μέρους των Συμμάχων της Ελλάδος επιδειχθείσα και μετά τον Β΄ Παγκόσμιον πόλεμον ανακολουθία προς τας υπ’ αυτών διακηρυχθείσας υψηλόφρονας αρχάς της αυτοδιαθέσεως των λαών, διά της μη επιλύσεως του Κυπριακού και το ιστορικόν αξίωμα ότι μόνον διά της ενόπλου δράσεως αποκτούν την ελευθερίαν των οι υπόδουλοι λαοί, μου υπηγόρευσαν την σκέψιν του ενόπλου αγώνος προς απελευθέρωσιν της γενέτειράς μου Κύπρου».
Το 1950 στρέφει εντονότερα την προσοχή του στην προσπάθεια για απελευθέρωση της ιδιαίτερης πατρίδας του από τον Βρετανικό ζυγό. Με καταγεγραμμένη την έκφραση της λαϊκής θέλησης με ποσοστό 96% στους τόμους του Ενωτικού Δημοψηφίσματος του 1950, που πανηγυρικά υποδέχτηκε ο Ελληνικος λαός και η Βουλή, όχι όμως η Κυβέρνηση, αρχίζουν οι πρώτες συζητήσεις για ένοπλη αντίσταση εναντίον της βρετανικής κατοχής στις αρχές της δεκαετίας του ᾽50, ανάμεσα στους κύκλους των λίγων, αλλά δικτυωμένων στα κέντρα αποφάσεων, Κυπρίων της Αθήνας. Πρωταγωνιστές ήταν η οικογένεια Κύρου, της εφημερίδας «Εστία», και οι αδελφοί Σάββας και Σωκράτης Λοϊζίδης, δικηγόροι από το Δίκωμο και εξόριστοι των Βρετανών.
Ο Γ. Γρίβας εκθέτει τις απόψεις του για ένοπλο αγώνα στον στρατηγό Γ. Κοσμά, αρχηγό του Γ.Ε.Σ., που τις ασπάζεται και τις μεταφέρει το 1951 στον στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο. Αργότερα δέχεται πρόταση για ανάληψη ένοπλου αγώνα από τον Γεώργιο Στράτο, πρώην υπουργό Στρατιωτικών, και τους αδελφούς Σάββα και Σωκράτη Λοϊζίδη. Τον Ιούλιο του 1951 πραγματοποιεί την πρώτη αναγνωριστική μετάβασή του στην Κύπρο για μελέτη του εδάφους και συναντά τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο που εκφράζει δισταγμούς. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα συναντά παρόμοιους δισταγμούς και από τον Παπάγο, που δεν επιθυμούσε να διαταραχθούν οι σχέσεις με την Αγγλία και ήταν οπαδός της λύσης διά της διπλωματικής οδού. Ακολούθησαν συσκέψεις τον Ιούλιο του 1952 στην Αθήνα, υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, με στρατιωτικούς, ακαδημαϊκούς και νομικούς, όπου ελήφθη η απόφαση για έναρξη απελευθερωτικού αγώνα με τη συγκρότηση πολιτικής και στρατιωτικής επιτροπής. Όποτε βρισκόταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος στην Αθήνα η πολιτική επιτροπή συνεδρίαζε στην παρουσία του.
Οι προσπάθειες επισημοποιήθηκαν στις 7 Μαρτίου 1953 με την ορκωμοσία για την ανάληψη αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου, που έγινε ενώπιον του Μακαρίου στο σπίτι του καθηγητή Κονιδάρη, στην οδό Ασκληπιού 36β, στα Εξάρχεια. Εκτός από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο υπέγραψαν το σχετικό πρακτικό οι: Νικόλαος Παπαδόπουλος, Γεώργιος Στράτος, Γεράσιμος Κονιδάρης, Αντώνιος Αυγίκος, Σάββας Λοϊζίδης, Σωκράτης Λοϊζίδης, Γεώργιος Γρίβας, Ηλίας Τσατσόμοιρος, Δ. Σταυρόπουλος, Δημήτριος Βεζανής, Ηλίας Αλεξόπουλος. Στο τελετουργικό της ορκωμοσίας προφανές πρότυπο ήταν η Φιλική Εταιρεία και η επανάσταση του 1821. Η ορκωμοσία έγινε σε έντονο κλίμα συγκίνησης. Ο Αρχιεπίσκοπος έβαλε το χέρι του στο μέρος της καρδιάς και ανέγνωσε τον όρκο, φράση με φράση, τον οποίο επαναλάμβαναν οι παριστάμενοι που είχαν θέσει τα χέρια τους στο Ευαγγέλιο, μια Καινή Διαθήκη που επιλέχθηκε πρόχειρα από τη βιβλιοθήκη του Κονιδάρη: «Ορκίζομαι εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος να φυλάξω, θυσιάζων και την ιδίαν μου ζωήν, υποφέρων και τα πλέον σκληρά βάσανα, μυστικόν παν ό,τι γνωρίζω και θέλω ακούση διά την υπόθεσιν της Ενώσεως της Κύπρου…» Ήταν το τέλος της αρχής του αγώνα της ΕΟΚΑ.
Στόχος της ΕΟΚΑ ήταν η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο Γρίβας κήρυξε την έναρξη του ένοπλου εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα την 1η Απριλίου 1955 με βομβιστικές επιθέσεις και με μια προκήρυξη που μεταξύ άλλων ανέφερε:
«Με την βοήθειαν τού Θεού, με πίστιν εις τον τίμιον αγώνα μας, με την συμπαράστασιν ολοκλήρου τού Ελληνισμού και με την βοήθειαν των Κυπρίων, αναλαμβάνομεν τον αγώνα διά την αποτίναξιν τού Αγγλικού ζυγού, με σύνθημα εκείνο το οποίον μας κατέλιπαν οι πρόγονοί μας ως ιεράν παρακαταθήκην: “´Η τάν ή επί τάς”». [31]
Η προκήρυξη έφερε την υπογραφή «Διγενής». Οι Άγγλοι είχαν αόριστες πληροφορίες ότι πίσω από τις επιθέσεις βρίσκεται κάποια οργάνωση «Χ» αλλά δεν γνώριζαν κάτι ιδιαίτερο γι᾽ αυτήν, ενώ το «Διγενής» δεν γνώριζαν αν είναι όνομα προσώπου ή οργάνωσης. Πληροφορήθηκαν ότι «Διγενής» είναι ο Γρίβας από ένα άρθρο του Ζαχαριάδη που μεταδόθηκε από τον ραδιοσταθμό του ΚΚΕ «Ελεύθερη Ελλάδα» στις 24/4/1955.
Θα ήταν πλεονασμός να αναφερθώ σε λεπτομέρειες του Αγώνα της ΕΟΚΑ του ᾽55-᾽59 τον οποίον με τόση γενναιότητα και επιτυχία διεξήγαγε ο Διγενής και τα παλληκάρια του. Ο τετραετής απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ υπό την εμπνευσμένη ηγεσία του Διγενή σημάδεψε τη γενιά μας και συνεπήρε το Πανελλήνιο. Υπό την έμπειρη στρατιωτική του καθοδήγηση, η νεολαία της Κύπρου ανδρώθηκε στα βουνά, τις φυλακές και τα στρατόπαιδα συγκέντρωσης και όταν χρειάστηκε κάποιοι έδωσαν μάχες, άλλοι έγιναν ολοκαύτωμα και άλλοι βάδισαν τον δρόμο προς την αγχόνη ψέλνοντας θούριους για τη λευτεριά και υποτιμώντας τον θάνατο, που δεν μπορούσαν να διακρίνουν ούτε με το μικροσκόπιο την ώρα της θυσίας τους.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι ο Αγώνας της ΕΟΚΑ αποτελεί την πρώτη ουσιαστική ένοπλη δράση των Κυπρίων για Ελευθερία, Αυτοδιάθεση – Ένωση. O πρώτος αυτός αγώνας πέτυχε την απελευθέρωση της Κύπρου και μετέτρεψε το “ουδέποτε” των Άγγλων σε παραχώρηση στον Κυπριακό λαό μιας κολοβωμένης ανεξαρτησίας, αλλά δεν ολοκλήρωσε τον σκοπό για τον οποίον έγινε, την Ένωση με τον εθνικό κορμό.
Την ευθύνη για τη μη πραγμάτωση του σκοπού του Αγώνα και την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου, ανέλαβαν η Ελληνική Κυβέρνηση Καραμανλή και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, χωρίς την ενημέρωση και συμφωνία του Διγενή και χωρίς την έγκριση του Κυπριακού λαού. Με τις εμπειρίες του διχασμού του Ελληνισμού και με πικρία αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη γενέτειρά του, απογοητευμένος από την πολύ κακή λύση που η πολιτική ηγεσία αποδέχτηκε.
Αναχώρησε για την Ελλάδα, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές ήρωα και η Βουλή των Ελλήνων, με τον Νόμο 3944 που δημοσιεύτηκε στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως Α 51 στις 20 Μαρτίου 1959, προήγαγε ομόφωνα τον Γεώργιο Γρίβα από αντισυνταγματάρχη σε αντιστράτηγο, του απένειμε τον τιμητικό τίτλο του Αξίου Τέκνου της Πατρίδος. (τίτλο που πριν από τον Γρίβα είχε απονείµει µόνο στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη καί τον Ελευθέριο Βενιζέλο και σε κανένα µετά από αυτόν). Η Βασιλική Ακαδημία Αθηνών απένειμε στον Γρίβα το Χρυσό Μετάλλιο, την ύψιστη τιμή απ᾽ όσες διαθέτει, κατά την πανηγυρική της συνεδρία της 24ης Μαρτίου 1959.
Ο Γρίβας όμως και η ΕΟΚΑ έγιναν παράδειγμα προς μίμηση για άλλους υπόδουλους λαούς και ενέπνευσαν πολλά απελευθερωτικά κινήματα και μεγάλους επαναστάτες. Σημειώνω χαρακτηριστικά την πολιτικοστρατιωτική μελέτη του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα με τίτλο “Αγών ΕΟΚΑ και Ανταρτοπόλεμος” που κυκλοφόρησε το 1962 στην Αθήνα, μεταφράστηκε και εκδόθηκε στην Αγγλία με τίτλο “Guerrilla warfare and EOKA’s struggle: a politico-military study” (London: Longmans, 1964) και στις ΗΠΑ με τίτλο “General Grivas on guerrilla warfare” (New York: Praeger [1965, c1964]). Το βιβλίο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως εγχειρίδιο καλών πρακτικών για τον ανταρτοπόλεμο σε στρατιωτικές σχολές του εξωτερικού, εντυπωσιακό όμως είναι το γεγονός ότι το μελέτησε ακόμα και ο ηγέτης της Κούβας Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις εξέφρασε τον θαυμασμό του για τον αγώνα της ΕΟΚΑ και τις ικανότητες του αρχηγού της. Παραθέτω δύο αποσπάσματα από δύο επιστολές του Κάστρο, η πρώτη προς τον Διγενή και η δεύτερη κατά τον θάνατό του:
“Στρατηγέ, ο Αγώνας σας με γοήτευσε και αποτέλεσε παράδειγμα για την Απελευθέρωση της Πατρίδος μου. Συγχαρητήρια. Εύχομαι η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη να βασιλεύσουν επιτέλους στον κόσμο” (1959).
“Εφήρμοσα κατά τον απελευθερωτικό Αγώνα της χώρας μου, τα ανταρτικά σχέδια που είχε χρησιμοποιήσει ο Στρατηγός Γρίβας στον Αγώνα της ΕΟΚΑ” (1974)
Εξόχως ενδιαφέρουσα εξάλλου είναι και η εκτενής αναφορά του Βρεττανού ταξίαρχου Μάγκαν, που πολέμησε για τη διάλυση της ΕΟΚΑ στην Κύπρο και έγραψε το 1959, λαμβανομένου υπ᾽όψιν ότι υπήρξε αντίπαλός του: «Ο Γρίβας είναι ένας άνθρωπος που διαθέτει αρχές… Όταν έχει να κάνει με χρήματα είναι έντιμος, όχι σχετικά έντιμος με βάση τα πρότυπα των Λεβαντίνων, αλλά αυστηρά έντιμος με όποια πρότυπα κι αν γίνει η σύγκριση». Ο Βρετανός θεωρεί ότι είναι φανατικός υποστηρικτής της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. «Είναι σκληραγωγημένος, εργατικός, λιτοδίαιτος και εξαιρετικά τσιγκούνης. Δεν πτοείται από τους κινδύνους και τα τυχαία γεγονότα της ημέρας που παρουσιάζονται στο προσκήνιο, επειδή έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του και διαθέτει την επινοητικότητα να τα αντιμετωπίσει. Είναι πανούργος, καχύποπτος, προσεκτικός, απότομος και ειλικρινής. Τον απασχολούν τα τρέχοντα προβλήματα και η πρακτική επίλυσή τους».
Θα μπορούσα να περατώσω την ομιλία μου εδώ, αφού το σημερινό φιλολογικό μνημόσυνο του Διγενή αφορά τα 60 χρόνια από το πέρας του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ.
Ζώντας όμως τη σημερινή συστηματική προσπάθεια ορισμένων να αμαυρώσουν τη μνήμη του αγωνιστή για ιδέες ΔΙΓΕΝΗ και να μας πείσουν ότι η δική τους, υποχωρητική προς τους Τούρκους, πολιτική του εφικτού είναι προτιμότερη από την επιδίωξη του ευκταίου, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η απελευθέρωση της κατεχόμενης μισής μας πατρίδας και η εφαρμογή των Ευρωπαϊκών Δημοκρατικών Αρχών σε μια σύγχρονη κανονική πολιτεία, θα ολοκληρώσω την ομιλία μου με περιληπτική αναφορά στη μέχρι τον θάνατό του, δράση του Γ. Γρίβα-Διγενή.
Μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας
Παρά την επιτυχία και του αγώνα της ΕΟΚΑ και του Διγενή, στον ίδιο δεν δίνεται το δικαίωμά να μείνει στη Κύπρο και ζει στην Αθήνα.
Τον Ιούνιο του 1964, μετά την Τουρκοκυπριακή Ανταρσία, ο Διγενής αποδέχεται την πρόσκληση των αγωνιστών της ΕΟΚΑ και με την έγκριση της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου ανέλαβε, ως επικεφαλής 5.000 στρατιωτών, την αρχηγία των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων και στη συνέχεια και της Εθνικής Φρουράς της Κύπρου με τη συναίνεση του προέδρουΜακάριου ως ΑΣΔΑΚ. Όπως προαναφέρθηκε, η Κύπρος μετατρέπεται τότε σε απόρθητο φρούριο για την Τουρκία και η επίτευξη του στόχου της Ένωσης ήταν όσο ποτέ άλλοτε κοντά.
Δυστυχώς, η λανθασμένη τοποθέτηση της Κυπριακής πολιτικής στο διεθνές πολιτικό σκηνικό, μεσούντος τότε του ψυχρού πολέμου (1965-᾽67), και η αρνητική προς την παρουσία των Ελλήνων στρατιωτών συμπεριφορά και στάση παραγόντων και κομμάτων της Κύπρου οδήγησαν στην αποδόμηση του έργου αυτού του Διγενή.
Η ανάληψη τον Απρίλιο του ᾽67 της εξουσίας στην Ελλάδα από τη Χούντα των Συνταγματαρχών, προς την οποία ο Διγενής δεν έκρυβε την αντιπάθειά του, άλλαξαν πλήρως το διεθνές πολιτικό σκηνικό εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου. Η προβοκάτσια των γεγονότων της Κοφίνου, που ο ίδιος ο Διγενής δεν διέταξε αλλά ως στρατιωτικός εξετέλεσε με κάθε επιτυχία μετά από απόφαση της Κυπριακής και Ελληνικής κυβέρνησης οδήγησαν τον Νοέμβριο του 1967 στην απόσυρση της Ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο και την ανάκληση του Γρίβα στην Ελλάδα. Ο Διγενής τίθεται από τη Χούντα σε απομόνωση στο σπίτι του στο Χαλάνδρι, από όπου οργανώνει με άλλους Έλληνες αξιωματικούς και Κύπριους φοιτητές τον αντιχουντικό του αγώνα.
Τόσο η έγνοια του για ην συνεχή διολίσθηση των ενδοκυπριακών διαπραγματεύσεων που διεξήγοντο στη Κύπρο όσο και οι συμφωνίες της Χούντας με την Τουρκία στα πλαισια του ΝΑΤΟ καθώς και η παρατεταμένη έλλειψη δημοκρατικών διαδικασιών οδήγησαν τον Διγενή στην κάθοδο του για τελευταία φορά στο νησί μυστικά, στις 31 Αυγούστου 1971. Παράλληλα με τη μυστική διοργάνωση μηχανισμού αντίδρασης προς την καταστροφική πορεία, επεδίωξε και πέτυχε συνάντηση και συνεννόηση με τον Μακάριο, η οποία δυστυχώς δεν έγινε σεβαστή εκ μέρους του Προέδρου και ανεκλήθη ή/και παραβιάστηκε αμέσως μετά τη συνομολόγηση της.
Τρία χρόνια αργότερα, άφησε την τελευταία του πνοή στο κρησφύγετό του στη Λεμεσό. Η Βουλή των Αντιπροσώπων, σε ειδική συνεδρία της στις 31 Ιανουαρίου 1974, ανακήρυξε τον Διγενή «άξιον τέκνον της Κύπρου διά τας εξαιρέτους υπηρεσίας τας οποίας προσέφερε προς την ιδιαιτέραν του Πατρίδα», ενώ η Ακαδημία Αθηνών απέδωσε τις οφειλόμενες τιμές.
Στον περιορισμένο χρόνο μιας ομιλίας δεν είναι δυνατόν να σκιαγραφηθεί πλήρως η προσωπικότητα και να εξαντληθούν όλες οι πτυχές της δράσης ενός μεγάλου ανδρός όπως ο Γεώργιος Γρίβας-Διγενής. Το έπος του 1955-59, οι ήρωες και ο Διγενής αποτελούν για εμάς την πιο ιερή παρακαταθήκη που δεν μας επιτρέπεται ούτε να αγνοούμε ούτε να χρησιμοποιούμε για εξυπηρέτηση οποιωνδήποτε κομματικών σκοπιμοτήτων. Γιατί αυτό αποτελεί τυμβωρυχία και η τυμβωρυχία μέγιστη ύβρι και ασυγχώρητη ιεροσυλία.
Αντίθετα, το μέγα μάθημα που μας παρέχει η περίπτωση του Αγώνα της ΕΟΚΑ και του αρχηγού Διγενή είναι η πίστη στο δίκαιο του αγώνα για Ελευθερία και Δικαιοσύνη και η διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας στη γη μας, στους τάφους των προγόνων μας, στην πολιτιστική μας κληρονομιά, στο παρελθόν και στο μέλλον μας. Και αυτήν τη στιγμή, με τη μισή μας πατρίδα κάτω από τον τουρκικό ζυγό, το μάθημα αυτό είναι για εμάς περισσότερο απαραίτητο από ποτέ.


Ίδρυμα Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα - Διγενή
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

http://4.bp.blogspot.com/_NuhZMDR5O28/S_qK4rCNqWI/AAAAAAAAATQ/FgeBEEMBpt0/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.