Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ, Η ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΔΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ (1902) - ΗΡΩΪΔΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΔΕΣ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΩΝ

της Αθηνάς Τζινίκου-Κακούλη.
Φιλολόγου
"Η Μακεδόνισσα στο Θρύλο και στην Ιστορία"
(1453-1940 μ.Χ.)
Θεσσαλονίκη 1992


Το Μοναστήρι, κτισμένο κοντά στην αρχαία Ηράκλεια, με έντονη την ελληνορωμαϊκή και βυζαντινή του παράδοση, αν και επί τουρκοκρατίας ήταν έδρα του Ρούμελη Βαλεσή, του γενικού δηλαδή Διοικητού της ευρωπαϊκής Τουρκίας, υπήρξε ο τόπος απ’ όπου εκπορεύτηκε η  πρώτη οργάνωση «Μακεδονική Άμυνα», που με τα τμήματά της, το οικονομικό, το δικαστικό και το εκτελεστικό, μετέτρεψε τον αγώνα από αμυντικό σ’ επιθετικό.

Και πραγματικά στο Μοναστήρι έγιναν εκδικητές των βουλγαρικών εγκλημάτων όχι μόνο άντρες, μα και γυναίκες. Κατά πληροφορία του Μόδη, όταν αποφασίζονταν να γίνει φόνος σ’ ένα δρόμο, ειδοποιούνταν οι νοικοκυρές να αγρυπνούν, να έχουν την πόρτα ανοιχτή και να κλείνουν αμέσως μόλις έμπαινε ο εκτελεστής, που από σπίτι σε σπίτι έφευγε μακριά, αφού είχε επιτελέσει την αποστολή του.

Τα λαμπρά του εκπαιδευτήρια ήταν η  παλλόμενη καρδιά του βορείου Ελληνισμού κι οι ογδόντα Ελληνίδες δασκάλες του γαλβάνιζαν την εθνική συνείδηση των μικρών παιδιών με τέτοια τραγούδια:


«Του βουλγαρισμού η  ψώρα Μακεδόνες δεν μολύνει...»
Μοναστήρι: Μακεδονική Γη

Μοναστηριώτισσα ήταν κι η  ηρωική δασκάλα Πολυξένη, την θυσία της οποίας σαν έμαθε ο Παύλος Μελάς, είπε: «Έχουν δίκαιο αύτοί που ζητούν έκδίκηση...».



Καί πραγματικά στο Μοναστήρι έγιναν εκδικητές των βουλγαρικών εγκλημάτων όχι μόνο άντρες,
 μα και γυναίκες. 

Κατά πληροφορία του Μόδη, όταν αποφασίζονταν να γίνει φόνος σ’ ένα δρόμο, ειδοποιούνταν οι νοικοκυρές να αγρυπνούν, να έχουν την πόρτα ανοιχτή και να κλείνουν αμέσως μόλις έμπαινε ο εκτελεστής, πού από σπίτι σε σπίτι έφευγε μακριά, αφού είχε επιτελέσει την αποστολή του.

Ο Μόδης πληροφορεί επίσης  ότι τον ’Ιούλιο του 1907 μια γριά με την εγγονή της επισκέφτηκαν βουλγαρικό γαλακτοπωλείο, έριξαν δηλητήριο στο ταλατόρι που έφαγε ο Κομιτατζής Τόντας Πεσκάς με άλλους πέντε ρουμανίζοντες και Βουλγάρους αξιωματικούς και τους σκότωσαν.


Όλες οι γυναίκες συνέδραμαν στον αγώνα, όπως μπορούσε η  κάθε μιά.

Η Δομνίκη Νικολαΐδου με την αδελφή της μετέβαλαν το σπίτι τους σε οπλοστάσιο,

ενώ  η  Σάντα Θεοδώρου Βαφέα με τις μεγαλύτερες κόρες της Βίτα, Μαρίτσα και ’Ασπασία ερραθαν στολές Μακεδονομάχων και φρόντιζαν πληγωμένους.


Η Ζαχαρία Μακρή, έζησε το δράμα της δουλείας, τις συγκινήσεις και τους κινδύνους του Μακεδονικού Άγώνος προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες, εγκαταστάθηκε αργότερα στη Φλώρινα κι ευτύχησε να δει το σύζυγό της Νομάρχη και τον γυιό της Υπουργό.

Η Παρασκευή Μόδη, σύζυγος του πρωτομάρτυρα Θεοδώρου Μόδη, στάθηκε δίπλα του γενναία και δεν υπέστειλε τη σημαία του χρέους, ούτε και μετά τη δολοφονία του.

Μία άλλη μοναστηριώτισσα, η  χήρα μάννα του Άνδρέα Κύμη, είχε δραματικό κι ηρωικό τέλος.

Τη μέρα που ο γυιός της ξεψυχούσε στο Μορίχοθο πολεμώντας με τον Ιερό Λόχο, η  ίδια έπεφτε νεκρή μέσα στο σπίτι της, αφού πρώτα είχε αναχαιτίσει για πολλές ώρες λυσσαλέα επίθεση των Βουλγάρων.

’Ανάμεσα σ' ιστορία και θρύλο άχνοδιαγράφεται κι η  μορφή της μοναστηριώτισσας καπετάνισσας Ελένης, που ντυμένη τη στολή του Μακεδονομάχου, με το τουφέκι στο χέρι πολέμησε γενναία.

’Αλλά και μέσα άπό οργανώσεις οι μοναστήριώτισσες έδωσαν τα χρόνια έκεΐνα δυναμικό παρόν.



Η «Φιλόπτωχος ’Αδελφότης Έλληνίδων Κυρίων Μοναστηριού», 


που άτυπα λειτουργούσε από τα μέσα του
προηγουμένου αιώνος  το 1902 απέκτησε εγκεκριμένο καταστατικό και κατά τον Μ.Α. κυριαρχούσε σε κάθε φιλανθρωπική και πολιτική δράση ανακουφίζοντας απόρους και ασθενείς, παραχωρώντας βοηθήματα και βιβλία σε μαθητές και καταπολεμώντας τις ξένες προπαγάνδες.

Τότε ίδρυσε και το εργαστήριο άπορων κοριτσιών «Η Έργάνη Άθηνά», όπου 80-100 κορίτσια διδάσκονταν κοπτική και ραπτική.

Οι κυρίες μέλη έργάζονταν με πρωτοφανή ζήλο, ιδίως στον τομέα συμπαραστάσεως και άρωγής των φυλακισμένων, που προέρχονταν άπ’ όλη σχεδόν τη Μακεδονία.

 Σάν φιλόστοργες μητέρες τους επισκέπτονταν, τους έφερναν γλυκά και πίτες, τους έπλεναν τα ρούχα κι έστελναν μηνύματα
στούς δικούς τους, ενώ η  προσφορά τους κορυφώθηκε στις 3 ’Ιουνίου του 1906, οπότε στις φυλακές διαδραματίστηκαν αιματηρά γεγονότα.

Τη μέρα εκείνη Τούρκοι κρατούμενοι σχημάτισαν στους τοίχους της τουαλέτας του θαλάμου 6 με ακαθαρσίες μεγάλο σταυρό, πράγμα πού πλήγωσε τη φιλοτιμία των Ελλήνων συγκρατουμένων κι έτσι άρχισαν οι φονικές συμπλοκές, που είχαν σαν επίλογο από ελληνικής πλευράς επτά νεκρούς, έβδομήντα τραυματίες κι άλλα πέντε θύματα που ύπέκυψαν στα τραύματά τους μετά από λίγες μέρες.




Τότε χιλιάδες μοναστηριώτισσες χωρίστηκαν σ’ ομάδες για να παρασταθούν και να θρηνήσουν τα παλληκάρια, ενώ  κατά την ταφή μαυροφορεμένες τους συνόδευσαν ώς το κοιμητήρι, ίδιες ζωντανεμένες φιγούρες άπ’ αρχαία τραγωδία.


Ο Γ. Μόδης άφηγεΐται σχετικά:

 «Το νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκαν οι νεκροί κι οι τραυματίες, γέμισε οχλοβοή.

 Είχε πλημμυρίσει άπό αγριεμένο και έξαλλο κόσμο που έκλαιε, έβριζε η  έκανε το σταυρό του.

 Πλούσιες κυρίες, φτωχές γυναικούλες, πόρνες, μαυροφορεμένες
χαροκαμένες γριές, κορίτσια, που δέν έβγαιναν εύκολα άπό το σπίτι τους, ξέπλεναν, έντυναν, έκλαιαν και μοιρολογούσαν τους νεκρούς σαν να ήταν σπιτικοί τους. 
Τα ρούχα βρέθηκαν γρήγορα και περίσσεψαν(...) (...) 
Η κηδεία έγινε νωρίς. 
Επειδή, η  άστυνομία είχε άπαγορέψει τα στεφάνια και τη μουσική, ένα παιδάκι βάδιζε μπροστά μ’ ένα σταυρό στο χέρι άπό κόκκινα τριαντάφυλλα σαν το αίμα των παλικαριών που πέθαναν γιά το σταυρό. 
Τα έπτά φέρετρα τα κρατούσαν πολλοί νέοι, ψηλά στούς ώμους, γιά να φαίνονται καλύτερα.
 Όλη η  πόλη άκολουθούσε βουβή. 
Γιά πρώτη φορά είχαν βγάλει τα φεσάκια και τα κρατούσαν στα χέρια...».


Στο ίδιο βιβλίο ο Μόδης πληροφορεί, ότι μια κοπέλα που την έλεγαν Δόμνα,είχε δώσει μυστικό αρραβώνα με ένα άπό τα θύματα, τον κρητικό Παύλο Μαρκάκη, γιαυτό και μετά τα γεγονότα έπεσε σέ κατάθλιψη και σύντομα πέθανε από ψυχικό μαρασμό.

Για τη λευτεριά της Μακεδονίας όλες οι γυναίκες πρόσφεραν τότε τις πολύτιμες ύπηρεσίες τους. 

Ακόμα κι όσες έφεραν το στίγμα της « παστρικιάς», της «κοινής» όπως θα λέγαμε σήμερα.
Ίσως γιατί ήθελαν να εξαγνιστούν απέναντι στη συνείδησή τους, ίσως γιατί αποζητούσαν να βρούνε ένα ιδανικό στην ερημιά της αμαρτωλής και ταπεινωμένης ζωής τους, πολλές φορές έκαναν τόσο μεγαλειώδεις πράξεις, που δίκαια θά μπορούσαν να τις καταξιώσουν σε εθνικές ηρωίδες.

Μιά τέτοια γυναίκα ήταν η  περιβόητη Κία —ή Βασιλική— από το Μοναστήρι, που μαζί με την αδερφή της διατηρούσε «οίκο» στα τέλη του περασμένου αιώνα.


Η Κία ήταν πολύ όμορφη:
 Άφράτη, καλλίγραμμη, ροδόλευκη, με ευγενικά χαρακτηριστικά προσώπου και λαμπερά μαλλιά, ίδια η  ενσάρκωση της καλλονής κατά τα ιδεώδη της εποχής της.

 Μα διέθετε και πνεύμα σπινθηροβόλο  που την έκανε περισσότερο ελκυστική.
 Και τη σαγήνη των φυσικών της προσόντων φρόντιζε να έπαυξάνει με μεθυστικά αρώματα, μακιγιάζ, πανάκριβα κοσμήματα, φανταχτερές καπελίνες και ολομέταξα εύρωπαίκά φορέματα.

 Γιαυτό κι οι δουλειές της πήγαιναν περίφημα και την έκαναν έξαιρετικά έκλεκτική.
 Δέν μπορούσε ο τυχόντας να δρασκελίσει το κατώφλι του «οίκου» της. Έπρεπε να είναι ο «Κάποιος», με τίτλους και αξιώματα και με πορτοφόλι, που να αντέχει στίς παράλογες απαιτήσεις των έκλεπτυσμένων της γούστων.

Σωστή «έταίρα» των καιρών της η  Κία δημιούργησε γύρω της εναν κύκλο ύψηλών άφοσιωμένων θαυμαστών, ένδύθηκε ακτινοβολία και διασημότητα κι άπέκτησε μια μυθική συλλογή άπό κοσμήματα κι άλλα πανάκριβα δώρα.

Όμως με την κήρυξη του Μακεδονικού Άγώνος μέσα της έγινε σεισμός.

Ο φανταχτερός κόσμος της πρόσχαρης πεταλουδίτσας του; πληρωμένου έρωτα κομματιάστηκε κι απ’ τα συντρίμμια του έξαγνισμένη άναδύθηκε η  αύστηρή δωρίδα πατριώτισσα, που άπαρνούμενη τη χλιδή και τις έφήμερες απολαύσεις αφιερώθηκε σύψυχη στην ύπηρεσία του ύψηλοϋ ιδανικού, το όποιο ήρθε τότε να δώσει πρωτόγνωρο, βαθύ περιεχόμενο στη ζωή της.

Σάν «έλευθερώτρια» πέρασε στα χρονικά του αγώνος, αφού ώς κύρια άποστολή της άνέλαβε την άπελευθέρωση των παλληκαριών άπ’ τις φυλακές Μοναστηριού.

Γνωρίζοντας πρόσωπα και πράγματα, έκμεταλλευόμενη φιλίες και συμπάθειες και χρησιμοποιώντας την άκαταμάχητη γοητεία της κατόρθωνε να έπηρεάζει τις άποφάσεις των δικαστών η  και να έξαφανίζει δικογραφίες, ενώ  προσφέροντας με άπλοχεριά«μπαχτσίσι» στούς δεσμοφύλακες μπαινόβγαινε στίς φυλακές, έφερνε ροϋχα καθαρά, πίτες καί  γλυκά ατούς φυλακισμένους, τους εμψύχωνε κι οργάνωνε επιτυχημένες αποδράσεις.

Σ’ αυτήν οφείλεται η  απόδραση κι η  σωτηρία των έξι συντρόφων του Παύλου Μελά  του Βολάνη, του Καλομενόπουλου και των άλλων, που πιάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο αμέσως μετά την μοιραία μάχη στη Στάτιστα στίς 13 ’Ο κτωβρίου του 1904.

Για τη σωτήρια του καπετάν-Κώττα η  Κία κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες.

Μήνες και μήνες έτρεχε άπό γραφείο σέ γραφείο, μα οι γνωστοί της στο Μοναστήρι δίσταζαν να την βοηθήσουν.

Τέλος πήγε στη Θεσσαλονίκη να παρακαλέσει κάποιον παλιό της φίλο, αξιωματούχο με μεγάλη θέση στη διοίκηση, κι αφού απέσπασε την υπόσχεση του, γύριζε αισιόδοξη πώς μετά άπό άγώνα δεκάξι μηνών τούτη τη φορά χτύπησε τη σωστή πόρτα.

Ήταν 28 Σεπτεμβρίου του 1905. Ήταν όμως τόσο αργά...

Βρήκε τον ήρωα νεκρό στη Μητρόπολη, όπου άλλες Έλληνίδες τον είχαν ξενυχτήσει με σπαραγμό μετά τον άπαγχονισμό του την προηγούμενη μέρα.
 Η Κία παρά την απέραντη θλίψη συνέχισε τον άγώνα άκατάβλητη. Άπό το πρωί ώς το βράδυ, χειμώνα καλοκαίρι,μέ βροχή η  ήλιο έτρεχε φορτωμένη πίτες, ψωμί, γλυκά, ροϋχα και μηνύματα γιά τά «παιδιά» της, όπως έλεγε τους φυλακισμένους, η  κάτω άπό τις βαριές της στόφες μετέφερε πιστόλια, σφαίρες και γραμμένες όδηγίες γιά τα αλλα «παιδιά» της, του εκτελεστικού .

Έτρεχε και στα χωριά.
 Όπου υπήρχε επείγουσα ανάγκη και κίνδυνος, πρώτη αύτή. Χρόνια ολόκληρα.
Το ταμείο της μέρα με τη μέρα άδειαζε.
Ένα-ενα πούλησε και τα ακριβά της κοσμήματα.
 Η σκέπη της ξεθώριασε και κολλούσε στο κεφάλι απ’ τις βροχές η  τον ιδρώτα.
Τα ροϋχα της ξέφτισαν. Άρχισε και να βήχει...νά βήχει... Η ομορφιά της μαράθηκε. Οι δυνάμεις την εγκατέλειπαν κι η  φυματίωση ύπουλα κατέσκαβε τα σωθικά της. Έγινε η  σκιά του έαυτού της, μα παρέμενε ολόρθη στις επάλξεις του χρέους, μέχρι το 1908, οπότε οι Νεότουρκοι εθεσαν τέρμα στον αγώνα.
Τότε ξανάνοιξε τον « οίκο» της, όχι βέβαια γιά να έξασκήσει την παλιά τέχνη, μα γιά να αισθάνεται λιγότερη μοναξιά και να γλυκαίνει τον πόνο της άρρώστειας της η  παρήγορη παρουσία άγαπημένων φίλων.
Πέθανε όμως σύντομα, νέα και πικραμένη.

Εξαιρετική πατριωτική διαγωγή έδειξαν κι άλλες κοινές γυναίκες τα χρόνια έκεινα.

 Ο Γ. Μόδης στις «Μακεδονικές 'Ιστορίες», μνημονεύει συχνά την ιερόδουλο Δόμνα, που εγινε σπουδαίο μέλος της «Εσωτερικής Όργανώσεως» και σαν την Κία έκμεταλλευόμενη γνωριμίες και διαθέτοντας σπάταλα τον προσωπικό της πλούτο μπαινόβγαινε ελεύθερα στίς φυλακές και με κάθε τρόπο συνέδραμε τον άγώνα στο Μοναστήρι.

Όμως και άπό την γύρω περιοχή οι γυναίκες έδειξαν έμπρακτα τον πατριωτισμό τους.

Η Νάτσαινα από τη Γραδένιτσα του Κάμπου τον Δεκέμβριο του 1906 φιλοξενούσε τρεις τραυματίες του σώματος Γερογιάννη: Τόν Φίλιππο άπό το Μπούκοβο, τον Νίδα άπό το Μοναστήρι και τον ’Αγησίλαο η  Σίλα από τη Λαμία.

Ο Τόντας Πεσκάς τους πρόδωσε κι όταν οι Τούρκοι κατέφθασαν, πρόλαβε, τους έκρυψε κι υστέρα με τους άλλους χωρικούς κίνησε για το ξωκλήσι, όπου τους μάντρωσαν οι άβτζή ταμπούρ για να ψάξουν άνενόχλητοι τα σπίτια.

Η κρυψώνα της όμως είχε πάρει νερό κι έμοιαζε με ύγρό τάφο, ενώ  τα χτυπήματα των Τούρκων από πάνω πολλαπλασίαζαν την αγωνία και το μαρτύριο των κρυμμένων Μακεδονομάχων.

Δυό μερόνυχτα εμειναν έκει κι όταν τους έβγαλαν, ήταν κι οι τρεις σ’ αφασία
Η Νάτσαινα με μητρική στοργή και περιποιήσεις κατόρθωσε να τους συνεφέρει.
 Μα ο Σίλας ήταν όλότελα τρελλός πιά...Φώναζε, καταριόταν τους Τούρκους κι εγινε δημόσιος κίνδυνος.
Τότε οι χωρικοί έβγαλαν την άπόφαση, πώς επρεπε να τον σκοτώσουν γιά να τον λυτρώσουν, μια και δέν μπορούσαν πιά να του προσφέρουν κάτι καλύτερο.

Πετάχτηκε τότε άνάμεσά τους η  Νάτσαινα και κλαίοντας, απειλώντας η  παρακαλώντας, τους θύμισε ότι το παλληκάρι ήρθε να πολεμήσει γιά τη δική τους λευτεριά και ότι είχαν χρέος να το στείλουν στη μαννούλα του, που θά το καρτερούσε.

Η ίδια φρόντισε να φτάσει σώος στο Μοναστήρι της Παναγίας στον Τίρναβο, που ήταν γιά τους τρελλούς, απ’ όπου το Κομιτάτο τον έστειλε σπίτι του.

Μιά άλλη γυναίκα, η  χήρα Βάσω άπό το Μπόκοβο το 1906 παρουσιάστηκε στον καπετάν Γιάννη Πούλακα και έξ ονόματος όλων των γυναικών του ζήτησε να μιλήσει στούς άντρες τους, να μήν τις άπαγορεύουν να κεντούν τις φορεσιές τους με το πρόσχημα ότι τάχα χασομερούν.

Επειδή δε εκείνος δεν ήθελε να επέμβει  του είπε σέ έντονο ύφος:

  «Ξεχνάς καπετάν Γιάννη, πώς γιά σένα τρεις μέρες και τρεις νύχτες βασανίστηκα άπό τους Τούρκους να φανερώσω που κρυβόσουν και που ύπήρχε οπλισμός, μα έγώ απαντούσα:  «Σκοτώστε με αν θέλετε. Έγώ δέν ξέρω τίποτα άπ’ αύτά που με ρωτάτε».

Μιά άλλη γυναίκα άπό το Λεσκοβίκι τροφοδοτούσε το σώμα του καπετάν Μακρή, ενώ οι Σαρακατσάνισσες της φάρας Σουλτογιάννη τροφοδοτούσαν τον Βολάνη με τους άντρες του.

Στή Γρούνιτσα Μοριχόβου τον Νοέμβριο του 1907 η  χωρική Νικολίτσα φιλοξενούσε μέρες τον πληγωμένο άντάρτη Θεμιστοκλή.

 Τότε όμως συνέπεσε να κάνουν έφοδο στο χωριό κι οι Τούρκοι «άβτζή ταμπούρ» ψάχνοντας γιά κρυμμένους άντάρτες. Κρυψάνα το σπίτι δέν διέθετε.

 Τί να κάνει η  Νικολίτσα;
Ντύνει τον Θεμιστοκλή σαν ετοιμόγεννη που κοιλοπονά και με τη βοήθεια των πεθερικών της σφάζουν και κρεμούν σέ δέντρο της αυλής τον οίκόσιτο χοίρο.

Μόλις οι Τούρκοι δρασκέλισαν το κατώφλι της έξώπορτας με άποτροπιασμό όπισθοχώρισαν κραυγάζοντας μεταξύ τους.
— Ντέρι πέρ ντέρ (γουρούνας γουρούνια) κι ετσι η  πανέξυπνη Νικο- λίτσα έσωσε την κατάσταση.



Μάρτυρες Περιοχής Μοναστηριού

Μέ τον έρχομό του καπετάν Ρέμπελου στο Μορίχοβο, άνοιξε φριχτός λογαριασμός αίματος μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, οι όποιοι έκτόνωναν την οργή τους γιά τις πολεμικές τους ήττες κατασφάζοντας τους άμάχους.

Στίς 8-9-1904 στην Πεταλίνα βασανίστηκε και θανατώθηκε η  σαρακατσάνα Παναγιώτα Ί. Γκόγκου.

Στίς 9-10-1904 οί Βούλγαροι στο Μπρόντ κατέσφαξαν σέ ώρα λειτουργίας τον παπά, την παπαδιά και δυό προκρίτους του χωρίου, ενώ στο ’Ίβεν στις αρχές Μαίου έθαψαν ζωντανές τη μάννα και την αδελφή του Χρήστου και Θανάση Σγουράκη, γιατί δέ στάθηκαν οί ίδιοι να τους συλλάβουν και να τους θανατώσουν.

Παρόμοιο φριχτό έγκλημα διαπράχτηκε στο ίδιο χωριό και ενα χρόνο αργότερα.

Στίς 14 Μαΐου του 1905, έπειδή ο Πέτρος Σουγκαράκης κατόρθωσε να άποφύγει την δολοφονική ένέδρα τους, έκαναν έφοδο στο σπίτι του, βασάνισαν κατά τον πιό απάνθρωπο τρόπο την μητέρα κι αδερφή του κι άφοϋ τις έξώρυξαν τους οφθαλμούς, τυφλές και αίμόφυρτες τις έθαψαν ζωντανές στούς άγρούς.

Στίς 22-7-1905 η  συμμορία του Μήτρου Βλάχου στην Όστιμα δολοφόνησε τη Χρήσταινα Δέλιου και τη Βασιλική Ράμου, ενώ  την ίδια μέρα στο Κουμανίτσοβο την όγδοντάχρονη Φιλιώ Γρηγορίου και τη Σουλτάνα Νικολάου..

Στίς 8-8-1905 στο Μπράτιπολ δολοφονήθηκε η  ’Αγγελική Στέκου με τον άντρα της, στίς 11-8-1905 στο Αιάκοβο η  Καλλίνα Μπόικου και η  Βόσνα Νάιδου, στίς 28-11-1905 στο Σκότσιβιρ η  ’Ιωάννα Γεωργίου και στίς 19-5-1906 στο Τγκρι κατακρεουργήθηκε η  χήρα Στόινα.



Yauna Takabara
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

http://4.bp.blogspot.com/_NuhZMDR5O28/S_qK4rCNqWI/AAAAAAAAATQ/FgeBEEMBpt0/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.