Του Στυλιανού Καβάζη.
Ο Αγώνας του 1821 δεν υπήρξε μόνο πεδίο ηρωισμού και αυτοθυσίας αλλά ήταν ταυτόχρονα και καθρέφτης των αντιφάσεων της ανθρώπινης φύσης. Δίπλα στη γενναιότητα, συνυπήρξε η φιλοδοξία, δίπλα στην αυταπάρνηση, η διεκδίκηση ανταμοιβής. Μέσα σε αυτό το σύνθετο ιστορικό τοπίο, αναδύεται η μορφή του Ευαγγέλου Ζάππα, όχι απλώς ως αγωνιστή, αλλά ως ηθικό μέτρο σύγκρισης εκείνης της δύσκολης εποχής.
Γεννημένος το 1800 στο Λάμποβο της Βορείου Ηπείρου, ο Ζάππας ανδρώθηκε σε μια εποχή όπου η επιβίωση και η αντίσταση ήταν έννοιες αδιαχώριστες. Πολέμησε από την πρώτη στιγμή της Επανάστασης, διακρίθηκε στο πλευρό του Μάρκου Μπότσαρη και υπηρέτησε τον Αγώνα μέχρι την τελευταία του φάση, χωρίς να επιζητήσει αξιώματα ή προβολή. Το προσωπικό του κόστος υπήρξε βαρύ η μητέρα του φυλακίστηκε και βασανίστηκε από τους Οθωμανούς, ως μέσο εκβιασμού. Εκείνη δεν λύγισε. Ούτε κι εκείνος.
Όταν όμως έπεσαν τα όπλα και γεννήθηκε το νεοελληνικό κράτος, άρχισε ένας δεύτερος, σιωπηλός αγώνας ο αγώνας για την εξουσία, την αποζημίωση και τη νομή του κράτους. Την εποχή του Ιωάννη Καποδίστρια (1828–1831), το κράτος ήταν οικονομικά εξαντλημένο, χωρίς ταμείο, χωρίς θεσμούς, χωρίς διοικητική συνοχή. Ο Κυβερνήτης προσπάθησε να συγκροτήσει κράτος δικαίου, περιορίζοντας τα προνόμια των ισχυρών οικογενειών και των στρατιωτικών αρχηγών.
Σε αυτή τη συγκυρία, ισχυρές προσωπικότητες της Επανάστασης όπως μέλη της οικογένειας Κουντουριώτη, οι Μαυρομιχαλαίοι και ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης απαίτησαν οικονομικές αποζημιώσεις, αξιώματα και πολιτική επιρροή, θεωρώντας τη συμβολή τους στον Αγώνα ως τίτλο διαρκούς ανταλλάγματος.
Οι συγκρούσεις αυτές δεν ήταν μόνο προσωπικές, αλλά βαθιά πολιτικές και θεσμικές. Οδήγησαν σε αποσταθεροποίηση, σε πράξεις ανοιχτής σύγκρουσης με την κυβέρνηση (όπως η καταστροφή του στόλου στον Πόρο από τον Μιαούλη) και, τελικά, στη δολοφονία του Καποδίστρια το 1831.
Μέσα σε αυτό το ταραγμένο σκηνικό, ο Ευάγγελος Ζάππας ακολούθησε τον αντίθετο δρόμο. Ενώ είχε πολεμήσει ισότιμα, ενώ δικαιούνταν αποζημίωση ως αγωνιστής, αρνήθηκε κάθε οικονομική αξίωση από το κράτος. Η στάση του δεν ήταν πράξη αδιαφορίας, αλλά βαθιάς πολιτικής και ηθικής συνείδησης. Γνώριζε ότι το κράτος δεν είχε να δώσει και κυρίως, πίστευε ότι η ελευθερία δεν εξαγοράζεται εκ των υστέρων.
Αντί να διεκδικήσει μερίδιο από ένα φτωχό κράτος, επέλεξε τη μετανάστευση. Το 1831 εγκαταστάθηκε στη Ρουμανία, όπου με σκληρή εργασία, πειθαρχία και διορατικότητα δημιούργησε μεγάλη περιουσία. Και όταν πλέον μπορούσε να ζήσει πλουσιοπάροχα, έκανε αυτό που ελάχιστοι έκαναν επέστρεψε τον πλούτο του στην Ελλάδα, όχι ως απαίτηση, αλλά ως προσφορά.
Οραματίστηκε την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, όχι ως θέαμα, αλλά ως εργαλείο εθνικής και ηθικής ανόρθωσης. Χρηματοδότησε τους Ζάππειους Ολυμπιακούς Αγώνες (1859, 1870, 1875), δεκαετίες πριν το κράτος αποκτήσει τη δύναμη να οργανώσει τους Αγώνες του 1896. Με τη διαθήκη του, εξασφάλισε την ανέγερση του Ζαππείου Μεγάρου, ενός μνημείου που δεν φέρει το όνομα εξουσίας, αλλά ευεργεσίας. Άξια αναφοράς είναι ακόμη η σημαντική ενίσχυση του Πανεπιστημίου Αθηνών, του Αμαλίειου Ορφανοτροφείου και πολλά χρήματα για την πρώτη αναμόρφωση των κερκίδων του Παναθηναϊκού Σταδίου. Επίσης ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας του (και του ξαδέλφου του Κωνσταντίνου) το διέθεσε για κοινωφελείς και εθνικούς σκοπούς στην ιδιαιτέρα πατρίδα του. Συγκεκριμένα, ίδρυσε εκπαιδευτήρια στο Λάμποβο, την Πρεμετή, τη Νίβανη, το Δέλβινο και τη Δρόβιανη
Ο Ευάγγελος Ζάππας έφυγε από τη ζωή το 1865, μα δεν έφυγε ποτέ από την ιστορία. Υπήρξε ένας άνθρωπος που πολέμησε για να ελευθερωθεί η Ελλάδα και εργάστηκε για να μεγαλουργήσει. Ένας ήρωας των όπλων και των έργων. Ένας σπάνιος συνδυασμός αγωνιστή και ευεργέτη.
Δίκαια, λοιπόν, ο Ευάγγελος Ζάππας συγκαταλέγεται στους ελάχιστους εκείνους που μπορούν να χαρακτηριστούν διπλά εθνικοί ήρωες. Ήρωας της Ανεξαρτησίας και ήρωας της Ευεργεσίας. Μια μορφή που αποδεικνύει πως η μεγαλύτερη νίκη ενός έθνους δεν είναι μόνο η ελευθερία του, αλλά και η ποιότητα εκείνων που το υπηρετούν.


