Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (13 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1859 - 27 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1943)

Ο Κωστής Παλαμάς, ο νεώτερος εθνικός μας βάρδος, γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1859 στην Πάτρα, από γονείς Μεσολογγίτες. Η οικογένειά του έχει να επιδείξει πολλούς αγωνιστές, κληρικούς και διδασκάλους του Γένους, μεταξύ των οποίων και τον Γρηγόριο Παλαμά. Προπάππος του ήταν ο Παναγιώτης Παλαμάς, ιδρυτής της ονομαστής Παλαμαίας Σχολής στο Μεσολόγγι, στην οποία δίδασκε. Σε ηλικία 15-16 ετών ο Κωστής είχε ήδη χάσει τους γονείς του και φιλοξενήθηκε από τότε στη γενέθλια πόλη του πατέρα του, το Μεσολόγγι. Η πληγωμένη ευαισθησία του τον έκανε κλειστό και αυτοσυγκεντρωμένο. Έβρισκε παρηγοριά στο γράψιμο στίχων και μάλιστα, με μια πρώιμη επίδοση, από την ηλικία των εννέα ετών.
Στην ποιητική συλλογή του «Τα τραγούδια της πατρίδας μου» καταχωρίσθηκε ένα μικρό ποίημα. Ο ποιητής αναφέρει τι ένιωσε όταν αντίκρισε τη νεκρή μητέρα του, σε ηλικία μόλις πέντε ετών.
Το ποίημα έχει τον τίτλο «Η υστερνή ματιά της»:
«Όταν η δόλια μάνα μου / τον κόσμο παρατούσε, / με πήγαν κι εγονάτισα / μικρό, πουλί, μπροστά της, την τελευταία της πνοή / ο Χάρος ερροφούσε...»
Ένα άλλο θλιβερό γεγονός που βύθισε σε βαθιά θλίψη τον Παλαμά ήταν ο θάνατος του πολύκλαυστου αγαπημένου του αγοριού, του Άλκη. Όσες ημέρες βρισκόταν στον «Ευαγγελισμό» κοντά στο άρρωστο παιδί του, που λέγεται ότι είχε όγκο στο κεφάλι, τόση ήταν η οδύνη του, που ο Χίος ποιητής Λάμπρος Πορφύρας, φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημητρίου Σύψωμου, έγραφε σε επιστολές του στον Κώστα Χατζόπουλο που βρισκόταν στη Φινλανδία: «Σπεύσον, χάνομεν τον Παλαμάν». Η βαθιά οδύνη του για τον θάνατο του Άλκη υπήρξεν ίσως η αιτία που έγραψε το αριστούργημά του, «Ο Τάφος», (1898).
Ο Παλαμάς συνέθεσε τον θρήνο του από τις 24 Φεβρουαρίου ως τις 9 Μαρτίου 1898, «έναν σταλακτίτη με τα δάκρυα της ψυχής του τα κρυφοσταλάζοντα μέσα του... Η φιλοσοφία της λύπης εκράτησε τα δάκρυα για να τα χύση εις λάμποντας στίχους». Ήταν τόση η απήχηση από το μουσικό άλγος του θρήνου, ώστε το βιβλίο ξανατυπώθηκε άλλες τρεις φορές και μεταφράστηκε στα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά.
Ο Κωστής Παλαμάς τελείωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο στο Μεσολόγγι και το 1875 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά η δίψα του για τα γράμματα και την ποίηση δεν τον άφησε να τελειώσει τις σπουδές του. Εγκατέλειψε τελικώς τη Θέμιδα, για να υπηρετήσει τις Μούσες. Συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά και από το 1886 άρχισε να εκδίδει τους στίχους του σε βιβλία. Στις 27 Δεκεμβρίου 1887, παντρεύτηκε τη Μαρία Βάλβη, γόνο πολιτικής οικογένειας του Μεσολογγίου, που έχει επίσης να επιδείξει πολλούς αγωνιστές (Γιάννης Βάλβης κ.λπ.). Απέκτησαν τρία παιδιά: τον Λέανδρο, τη Ναυσικά και τον Άλκη.
Γραμματεύς του Πανεπιστημίου
Στις 15 Οκτωβρίου 1897, ο Παλαμάς διορίστηκε από τον τότε υπουργό Παιδείας Ανδρέα Παναγιωτόπουλο, γραμματεύς του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο διορισμός του υπαγορεύθηκε από διάθεση τιμητική προς έναν ποιητή που κέρδιζε συνεχώς μεγαλύτερη θέση στον ελληνικό Παρνασσό. Γι’ αυτό και οι εφημερίδες του καιρού («Εστία», «Άστυ», «Ακρόπολις»), επήνεσαν ζωηρότατα την υπουργική απόφαση, βρίσκοντας την ευκαιρία να εγκωμιάσουν τον ποιητή.
Λέγεται ότι, όταν ο Παλαμάς παρουσιάστηκε να αναλάβει υπηρεσία, ο τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου, κ. Αλ. Κρασσάς του είπε: «Ελπίζω, κύριε Παλαμά, τώρα που έχετε μια αξιοπρεπή θέση, ότι θα παύσετε... να γράφετε ποιήματα». Ευτυχώς, η ελπίδα διαψεύστηκε και η ελληνική τέχνη κέρδισε μια κορυφαία ποιητική φυσιογνωμία.
Αργότερα, το 1911, η Σύγκλητος, εξαίροντας το έργο του και τις πολύτιμες υπηρεσίες του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αποφάσισε να ανανεώσει τη θητεία του και στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι αναφέρεται πλέον ως γενικός γραμματεύς. Το 1923, προάγεται ομόφωνα από τη Σύγκλητο «εις τον βαθμόν Υπουργικού Διευθυντού Πρώτης Τάξεως»4. Πάμπολλα είναι τα έγγραφα που συνέταξεν ο Παλαμάς κατά την τριαντάχρονη θητεία του στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ορισμένα από αυτά σώζονται στο Ιστορικό Αρχείο του ιδρύματος, σε χειρόγραφη ή δακτυλόγραφη μορφή και αποτελούν δείγμα της υπαλληλικής του ευσυνειδησίας. Το 1926, ο Παλαμάς υποβάλλει αίτηση για αποχώρηση από τη θέση του γενικού γραμματέα του Πανεπιστημίου, χωρίς όμως αυτή να γίνει αποδεκτή από τη Σύγκλητο. Το 1928, ο ποιητής, κουρασμένος από τα χρόνια και το τιτάνιο συγγραφικό έργο του, αλλά και την κοπιώδη επιστασία της διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, επανέρχεται στο αίτημά του.
Τότε, στη συνεδρίαση της Συγκλήτου της 1/3/1928, ο πρύτανης Νικόλαος Αλιβιζάτος ανακοίνωσε την αποδοχή της παραίτησής του και διάβασε την επιστολή με την οποία ο ποιητής ευχαριστούσε το Πανεπιστήμιο Αθηνών γιατί τον βοήθησε να αντεπεξέλθει στις βιοτικές ανάγκες του και να επιδοθεί παράλληλα στην ποίηση. Το ποιητικό έργο του τιμήθηκε με πλήθος αριστείων και τιμητικών διακρίσεων και ο Ρομαίν Ρολάν δήλωσε ότι ο Παλαμάς «είναι ο μεγαλύτερος σύγχρονος ποιητής της Ευρώπης».
Γόνιμος και πολύπλευρος ο Παλαμάς, ανησυχεί για όλα τα προβλήματα που βασανίζουν την ανθρώπινη σκέψη. Καμιά «σχολή» και καμιά τεχνοτροπία δεν θα μπορούσε να τον διεκδικήσει. Θα μπορούσε σεμνυνόμενος να πει: «Η ποίησή μου είμαι εγώ».
Παρνασσισμός και ρομαντισμός
Ξεκίνησε με άμετρο θαυμασμό για τους Παράσχους, τους Σούτσους και τους άλλους ρομαντικούς της καθαρεύουσας, για να στραφεί, από τα πρώτα κιόλας βήματα, προς τη δημοτική και τα διδάγματα του Νικολάου Πολίτη, να δεχθεί αργότερα το κήρυγμα του Ψυχάρη και ν’ αναπτυχθεί σε προσωπικότητα πρώτου μεγέθους, συνδυάζοντας τη λόγια φαναριώτικη με τη δημοτική παράδοση κι αντλώντας από τους Αρχαίους και το Βυζάντιο, από το δημοτικό τραγούδι και τον Βαλαωρίτη και ταυτόχρονα από την ξένη λογοτεχνία και τη διανόηση, ιδίως από τη γαλλική ποίηση, από τον παρνασσισμό και τον ρομαντισμό ως τον συμβολισμό της πρώτης περιόδου. Και κατάφερε να τ’ αφομοιώσει όλα και να δημιουργήσει πολύτιμο έργο, με χαρακτήρα έντονα προσωπικό και εθνικό, απ’ όπου περνάει με αρραγή συνοχή και συνέχεια ολόκληρος ο ελληνισμός, ο αρχαίος, ο βυζαντινός και ο νεώτερος, ενώ απ’ την άλλη μεριά ακούγονται να σαλεύουν τα ρεύματα και τα μηνύματα της Ευρώπης5.Η ποίηση του Παλαμά είναι ένας ποταμός, που άλλοτε κατεβαίνει ορμητικός κι άλλοτε ήμερος και κουρασμένος, αφήνοντας να διαφανεί η λογοτεχνική και ποιητική του μεγαλοφυΐα. Μέσα σ’ όλη αυτή τη στιχοπλημμύρα θαυμάζει κανείς την παρατακτική απαρίθμηση εννοιών και πραγμάτων, αισθημάτων και εντυπώσεων. Η επιβολή του και στους διεθνείς πνευματικούς κύκλους είχε τέτοια ευρύτητα, ώστε το 1934 υπήρξε σοβαρότατος διεκδικητής του Βραβείου Νόμπελ.
Το Πανεπιστήμιο Αθηνών, όταν αποχώρησε από την υπηρεσία, του έδωσε «χάριν τιμής» σύνταξη ίση με τον τελευταίο μισθό του. Αργότερα ενέκρινε τιμητική ισόβια σύνταξη στον ποιητή του «Δωδεκάλογου» και ο Δήμος Αθηναίων. Η αγάπη είναι το συγκλονιστικό συναίσθημα, που κυριάρχησε στο έργο του Παλαμά, μια αγάπη απέραντη σαν τη θάλασσα, μια αγάπη για όλα, μα κυρίως για τη ζωή. Στη συλλογή του «Τα μάτια της ψυχής μου» (1892) καταχωρίσθηκε το ποίημά του «Ύμνος της ζωής». «...Ζωή δεν είναι τίποτε / γλυκύτερο στον κόμο / απ’ την πεντάμορφη ζωή / την ηλιοφωτισμένη!»
Το 1900, συνθέτει και δημοσιεύει ένα εκτεταμένο ποίημα σε δώδεκα μέρη με τίτλο «Οι Χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης» και το 1904 ακολουθεί η ποιητική συλλογή «Ασάλευτη ζωή».
Το 1907, τυπώνει το πιο πρωτότυπο έργο του, τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» και το 1910 τη «Φλογέρα του βασιλιά». Και στα δύο επικολυρικά ποιήματα, κυριαρχεί η μεγάλη αγάπη του για την πατρίδα και το όραμα του μέλλοντος και του πεπρωμένου της φυλής για τη «Μεγάλη Ιδέα».
Το 1912, δημοσιεύει την ποιητική συλλογή «Καημοί της λιμνοθάλασσας», που προέρχεται από τα νεανικά βιώματά του, όταν ζούσε στην Ιερή Πολιτεία.
Μια πίκρα
Τα πρώτα μου χρόνια τ’ αξέχαστα τάζησα
κοντά στ’ ακρογιάλι,
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.
Και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
και βλέπω τα ονείρατα κι’ ακούω τα μιλήματα
των πρώτων μου χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι,
στενάζει, καρδιά μου, το ίδιο αναστέναγμα:
Να ζούσα και πάλι
Στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στην θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.
Μια μάνα είν’ η μοίρα μου, μια μάνα είν’ η χάρη μου,
δεν γνώρισα κι άλλη:
Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη
και σαν ωκεανός ανοιχτή και μεγάλη.
Και να! μες τον ύπνο μου την έφερε τόνειρο
κοντά μου και πάλι
τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
τη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.
Κι εμέ, τρισαλίμονο, μια πίκρα με πίκρανε,
μια πίκρα μεγάλη,
και δε μου τη γλύκαινες, πανώριο ξαγνάντεμα
της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι.
Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
και ποια ανεμοζάλη,
που δεν μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ’ ακρογιάλι,
Μια πίκρα είν’ αμίλητη, μια πίκρα είν’ ανεξήγητη,
μια πίκρα μεγάλη,
η πίκρα που είν’ άσβηστη και μες τον παράδεισο
των πρώτων μας χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι.
(Καημοί της Λιμνοθάλασσας)
Τον ίδιο χρόνο τυπώνει τη συλλογή του «Η Πολιτεία και η μοναξιά». Την επόμενη συλλογή του, «Βωμοί», δημοσιεύει το 1915? και το 1929 παρουσιάζεται στο κοινό με τη συλλογή του «Δειλοί και σκληροί στίχοι». Ακολουθούν πολλές άλλες συλλογές όπως «Περάσματα και χαιρετισμοί», «Οι νύχτες του Φήμιου» και «Ξανατονισμένη μουσική». Το τελευταίο είναι μετάφραση ποιημάτων Ευρωπαίων ποιητών.
Εκτός της όλης ποιητικής και φιλολογικής του εργασίας, ο Κωστής Παλαμάς άφησε δύο θεατρικά αριστουργήματα. Το δράμα «Τρισεύγενη» (1903) και τη νουβέλα «Ο θάνατος του παλληκαριού» το 1901.
Είναι καταπληκτικά όσα μας διασώζει για τον Κωστή Παλαμά, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στην αυτοβιογραφία του, αποσπάσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν στις «Επτά Ημέρες» της «Καθημερινής».
«Κατά το 1922, έβαλα τη μάνα μου να δακτυλογραφήση τα ποιήματά μου, όσα τότε φανταζόμουν παρουσιάσιμα, με τη σκέψη να τα υποβάλω στον Παλαμά. Έτσι, ένα πρωί, με τον θησαυρό μου υπό μάλης πήγα στο γραφείο του Γενικού Γραμματέως του Πανεπιστημίου, στο Κεντρικό Κτίριο. Δειλά και με την ψυχή τρεμάμενη χτύπησα την πόρτα και άκουσα ένα βραχνό “εμπρός”. Κάτω από τα πυκνά φρύδια με κοίταζαν ανιχνευτικά δύο βαθιά μάτια. Είπα το όνομά μου, την ιδιότητά μου και τον σκοπό της επίσκεψής μου. Ο άνθρωπος, συνηθισμένος από τέτοιες εισβολές, παρέλαβε τα χαρτιά που είχε φροντίσει να συρράψη η μάνα μου και μου είπε με μια εξαιρετική προσήνεια να περάσω μετά μία εβδομάδα να μου πη. Μετά μία εβδομάδα παρουσιάσθηκα με τον ίδιο τρόπο, στο ίδιο γραφείο. Ο Παλαμάς μου ζήτησε συγγνώμην διότι δεν πρόφτασε να με διαβάση. Αλλάξαμε μερικές φιλοφρονήσεις και έφυγα. Πάλι μετά μία εβδομάδα πήγα, αλλά και πάλι με παρακάλεσε να ξαναπάω σε μια εβδομάδα. Αρκετά απογοητευμένος ξανάφυγα, αλλά και αποφασισμένος να επιμείνω. Πραγματικά ξαναπήγα και τότε ο Παλαμάς με δέχθηκε αλλοιώτικα. » Μου είπε ένα σωρό καλά λόγια. Ιδίως ―και αυτό είχε για μένα τότε σημασία― να εξακολουθήσω να γράφω. Μιλήσαμε εκείνη τη φορά για ξένη ποίηση, για τις προτιμήσεις μου, δόθηκε στον Παλαμά η ευκαιρία να καταλάβει ότι είχα πολλά διαβάσει. Τότε με κάλεσε να πάω μια ορισμένη μέρα στο σπίτιτου, Ασκληπιού 3, να κουβεντιάσωμε. Έτσι, άρχισα να είμαι τακτικός επισκέπτης του “κελλιού”. Ήταν για μένα το μεγάλο σχολείο. Είναι αδύνατο να πω τώρα τι διδάχτηκα από τον Παλαμά. Αλλά είναι βέβαιο πως άντλησα πολλά από τη σοφία του, από τις εκλάμψεις του πνεύματός του. Ήμουνα συνεπαρμένος από αυτόν τον βαθυστόχαστο ποιητή με την πλατειά σκέψη, με την ικανότητα να καταλαβαίνη κάθε είδους μορφές ποιητικού λόγου και να τις κρίνη με μια υπέροχη δικαιοσύνη. »Εκείνο τον καιρό είχε φύγει ο Αλέξανδρος Εμπειρίκος για το εξωτερικό και ο Παλαμάς είχε γίνει το μόνο μου καταφύγιο, το παράθυρό μου προς τον ανοιχτό ορίζοντα.
»Τον Σεπτέμβριο του 1922 μου διάβασε το ποίημά του για τη μικρασιατική συμφορά. “Τους Λύκους”. Διάβαζε πολύ ωραία. Κοντεύουν 60 χρόνια από τότε και ακόμη θυμάμαι τη συγκίνησή μου. Μου έκανε εντύπωση ότι, ενώ δεν ήξερε παρά μόνο γαλλικά, από πολύ μέτριες μεταφράσεις ―η γαλλική γλώσσα δεν μπορεί να αποδώση ξενόγλωσσα κείμενα― κατόρθωσε να καταλάβη Άγγλους, Γερμανούς και Ιταλούς ποιητές, χάρις στο διεισδυτικό του αισθητήριο. »
Ώσπου να φύγω για τη Γερμανία, η επικοινωνία αυτή συνεχίσθηκε χωρίς διακοπή. Αλλά και όταν μετά τρία χρόνια γύρισα, ίσως όχι τόσο τακτικά, όμως πολύ συχνά, περνούσα μερικές ώρες στο “κελλί”, πάντα γόνιμες αλλά και ευχάριστες, διότι ο Παλαμάς, εκτός από τόσα άλλα που μου πρόσφερε, είχε χιούμορ, που το ασκούσε συνήθως εις βάρος του. Του άρεσε το αστείο και όταν του έλεγα κάτι που άξιζε να το διασκεδάσης, ξεκαρδιζόταν στα γέλια. »
Τακτικοί επισκέπτες στο “κελλί”, ήταν τα ίδια χρόνια μ’ εμένα και ο Κατσίμπαλης, κάποτε ο Δ. Αντωνίου (ο Καπετάνιος όπως τον λέγαμε, διότι εκτός από ποιητής ήταν και πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού), ο Σεφέρης, ο Καραντώνης [...] »
Τον ίδιο καιρό στην οδό Ασκληπιού ερχόταν και ο Σικελιανός [...]. »
Το 1930 του ανήγγειλα ότι σχεδιάζω να γράψω μια μελέτη για το έργο του. Το χάρηκε. Λίγο όμως αργότερα έπαθε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο από το οποίο συνήλθε, χωρίς όμως να ξαναγίνη ο παλιός Παλαμάς. Συγχρόνως με τον Παλαμά γκρεμίσθηκε και το “κελλί” του, όταν οι ιδιοκτήτες του αποφάσισαν να το κάνουν πολυκατοικία. »
Ακολούθησε η αναγκαστική μετακόμιση από την οδό Ασκληπιού στην οδόΠεριάνδρου 5 στην Πλάκα, ένα πιο άνετο σπίτι, πιο ευρύχωρο αλλά που δεν απόκτησε ποτέ την υποβλητικότητα και τη ζεστασιά του “κελλιού”, όπου είχε ζήσει γύρω στα 50 χρόνια».
Ο Παλαμάς ταξίδεψε σ’ όλο τον κόσμο με τη μελέτη και τη φαντασία του, βιώνοντας στην κυριολεξία την «Ασάλευτη ζωή», στο κελί του, στο ιστορικό σπίτι της οδού Ασκληπιού 3, στο ασκητήριό του, στην «Πολιτεία και μοναξιά», μέχρις ότου αναγκάσθηκε στα τελευταία χρόνια της ζωής του να μετακομίσει σ’ ένα δρόμο κάθετο της Φιλελλήνων, στην Περιάνδρου 5. Στο ονομαστό «σαλόνι» του ιστορικού σπιτιού της Ασκληπιού 3 συγκεντρώνονταν επί χρόνια οι εκπρόσωποι της φιλολογικής Αθήνας, και τα τελευταία χρόνια του στην οδό Περιάνδρου 5.
«Ο Παλαμάς ―γράφει ο Κώστας Στεργιόπουλος―, ανήκει κατά μέγα μέρος στην Ιστορία. Φτάνει όμως να επιχειρήσουμε για μια στιγμή να τον αφαιρέσουμε, για να δούμε πόσο μεγάλο κενό ανοίγεται και πόσο αλλάζει μονομιάς η όψη της συνέχειας. Θα μπορούσαμε ν’ αναρωτηθούμε κι εμείς μαζί με τον Άγρα: “Είναι λοιπόν ―αδίσταχτα― μεγάλος ο Παλαμάς; Δεν ξέρω? μα τρέμω να φανταστώ τι θάταν η νεοελληνική ποίηση” ―ας προσθέσουμε και γενικότερα τα γράμματά μας― “χωρίς το ανάστημά του”. “Ένα παραμύθι δίχως γίγαντα? μια χώρα δίχως βουνό. Μια θρησκεία δίχως προφήτη. Μια ιστορία δίχως ήρωα”». Ο Άγγελος Σικελιανός στην ομιλία του στον «Παρνασσό» το 1936 με θέμα: «Ο Παλαμάς ασκητής και μύστης», θέλοντας να τοποθετήσει την τελική εικόνα του ποιητή μπροστά στους ακροατές του, «απλά και καθαρά» όπως λέει, τον ονομάζει, άγιο.
«Ο Παλαμάς», γράφει, «εμόχθησε, έλπισε, αγάπησε, αιμάτωσε, αγωνίστηκε, ενίκησε, για μας. Ο Παλαμάς λοιπόν, είναι ένας άγιος»7. Ο Παλαμάς όντως εμόχθησε σκληρά σμιλεύοντας στίχους και πεζά σαν τον χρυσικό στο εργαστήρι του. Δεν χάρηκε την άνετη ζωή, ούτε τη φύση. Αποτυπώνει αυτόν τον πιο τρανό καημό του σε στίχους, στη συλλογή του «Η Πολιτεία και Μοναξιά».
Ο πιο τρανός καημός μου
Την ώρα την υπέρτατη που θα το σβη το φως μου
αγάλια αγάλια ο θάνατος, ένας θε να είν’ εμένα
ο πιο τρανός καημός μου.
Δε θα είν’ οι κούφιοι λογισμοί, τα χρόνια τα χαμένα,
της φτώχειας η έγνοια, του έρωτα η ακοίμητη λαχτάρα,
μια δίψα μέσ’ στο αίμα μου, προγονική κατάρα,
μήτε η ζωή μου η αδειανή συρμένη απ’ το μαγνήτη
πάντα της Μούσας, μήτ’ εσύ, χιλιάκριβό μου σπίτι.
Ο πιο τρανός καημός μου
θα είναι πως δε δυνήθηκα μ’ εσέ να ζήσω, ω πλάση,
πράσινη απάνου στα βουνά, στα πέλαγα, στα δάση,
θα είναι πως δε χάρηκα σκυφτός μέσ’ τα βιβλία,
ω φύση, ολάκερη ζωή, κι ολάκερη σοφία!
Ο Κωστής Παλαμάς, τρεις μέρες μετά την κήρυξη του Ελληνοαλβανικού πολέμου (1η Νοεμβρίου 1940), απευθύνεται στα νιάτα της Ελλάδας με ένα τετράστιχό του που επιγράφεται «Στη νεολαία μας».

«Αυτό κρατάει ανάλαφρο μεσ’ την ανεμοζάλη

το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι,
αυτό το λόγο θα σας πω
δεν έχω άλλο κανένα
Μεθύστε με τ’ αθάνατο
κρασί του Εικοσιένα!»

Και τα παιδιά της Ελλάδας με τη φυσική λεβεντιά και πατριδολατρία τους αφουγκράσθηκαν τα λόγια του ποιητή και έγραψαν σελίδες δόξας και μεγαλείου στις δυσπρόσιτες και χιονισμένες κορυφές της Πίνδου και έτσι ο Κωστής Παλαμάς συνεπαρμένος απ’ τις νίκες των Ελλήνων γράφει το τελευταίο του ποίημα με τίτλο: «Η νίκη».

«Παιδιά μου ο πόλεμος, / για σας περνάει θριαμβευτής? / των άδικων ο πόλεμος / δεν είν’ εκδικητής / είναι ο θυμός της άνοιξης / και της δημιουργίας; / Κι’ αν είναι, και στον / πόλεμο μέσα η ζωή θυσία, / ο τάφος είναι πέρασμα / προς την Αθανασία!»
Ο ποιητής, εξαντλημένος ήδη, γερασμένος με άσπρα τα μαλλιά και τα γένια, άσπρα τα δασιά πυκνά φρύδια, που έπεφταν και σκέπαζαν σχεδόν τα μάτια του, δεν άντεξε στον χαμό της στοργικής συντρόφου του, που πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου 1943, και δεκαοκτώ ημέρες αργότερα προσευχόμενος και σιγοψέλνοντας έφυγε κι αυτός για την αιώνια ανάπαυση.
Έφυγε ο Παλαμάς που αναφέρθηκε στην ποίησή του σ’ όλες τις μεγάλες στιγμές της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης και με τον πλούτο των κοσμητικών του επιθέτων προσφώνησε την Παναγία με τα κατά τόπους ωραία επίθετά της, μαζεμένα απ’ όλη την Ελλάδα και αραδιασμένα αρμονικά στους εξής στίχους του:
«Παντάνασσα, Ελεούσα, Γλυκοφιλούσα, Ακάθιστη, Γιάτρισσα, Πονολύτρα, Παραμυθιά, Περίβλεφτη, Πανάχραντη, Οδηγήτρα, Αντιφωνήτρια, Τριχερούσα, Βαγγελίστρα, Γοργοεπήκοη, Αθηναία, Ρωμαία, Φανερωμένη» [Φ. 124].
Πέθανε στις 3.20’ π.μ., ημέρα Σάββατο, της 27ης Φεβρουαρίου 1943. Το θλιβερό άγγελμα διαδόθηκε αστραπιαία από στόμα σε στόμα σ’ όλη τη γερμανοκρατούμενη πρωτεύουσα. Ο Παλαμάς δεν ανήκε πλέον στην οικογένειά του αλλά σ’ ολόκληρο το έθνος. Στην κηδεία του στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, μια λαοθάλασσα έψαλλε με ρίγη εθνικής συγκίνησης τον Εθνικό Ύμνο. Κι ενώ το φέρετρο κατέβαινε στον τάφο, ακούστηκε η βροντώδης και θαρραλέα φωνή του Άγγελου Σικελιανού στον ύστατο ποιητικό–εθνικό αποχαιρετισμό, που ήταν ταυτόχρονα και μια δυναμική αντιστασιακή πράξη μπροστά στα μάτια των εμβρόντητων κατακτητών.

«...Ηχήστε οι σάλπιγγες... / καμπάνες βροντερές / δονήστε σύγκορμη τη χώρα / πέρα ως πέρα... Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!

................................................................................
Σημαίες της λευτεριάς, ξεδιπλωθείτε!»
Σε λίγο, το 2004, μαζί με τον Εθνικό μας Ύμνο, θα ανακρουσθεί και θ’ ακουστεί πανανθρώπινα, οικουμενικά, ο Ολυμπιακός Ύμνος που έγραψε ο Κωστής Παλαμάς και μελοποίησε ο Σπύρος Σαμάρας.
«Αρχαίο πνεύμα αθάνατο, αγνέ πατέρα
του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού,
κατέβα, φανερώσου κι’ άστραψε εδώ πέρα
στη δόξα της δικής σου γης και τ’ ουρανού».

Σημειώσεις
1. Παναγιώτα Δασκαλάκη, Ο Μεσολογγίτης εθνικός μας ποιητής, «Ορθοδοξία―Ελληνισμός», 1-6-2003, σ. 14-15.
2. Βλ. Κωστής Παλαμάς, Ανθολογία Μιχ. Περάνθη, τ. Β, σ. 95.
3. Βλ. Ανθολογία Μιχ. Περάνθη, ό.π., σε υποσημείωση, σελ. 11.
4. Βλ. Εφημερίς «Το Καποδιστριακό», αρ. φύλλου 24, 15 Απριλίου 2003 (Δεκαπενθήμερη έκδοση του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, σ. 4.
5. Βλ. Κωστής Στεργιόπουλος, ο Παλαμάς χτες και σήμερα, Περιοδικόν «Διαβάζω», τεύχ. Αρ. 334, 27 Απριλίου 1994, σελ. 104.
6. Κων/νου Τσάτσου, «Στο κελλί της Ασκληπιού», Περιοδικό «Καθημερινής» «Επτά Ημέρες», Κυριακή 30-3-2003, σ. 18-19.
7. Βλ. Ελένη Μαρμαρινού-Πολίτου, Ο Παλαμάς είναι ένας άγιος, Περιοδικό «Επτά Ημέρες», ό.π., σελ. 9.
8. Βλ. Χ.Π. Ανδριώτης, Η γλώσσα του Παλαμά, Περιοδικό «Νέα Εστία», Χριστούγεννα 1943, σ. 260.

http://www.istoria.gr


Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ


Γράφει ο Βαθυκύανος Γλαυκῶψ

 

Ι. Εισαγωγή

Ο γνωστότατος Εθνικιστής ποιητής Κωστής Παλαμάς, είναι ενδεικτικό παράδειγμα εθνικής ποιήσεως. Ουκ ολίγες φορές για να μην πούμε πάντα, υμνεί το Ελληνικό Έθνος δηλαδή την καταγωγή του. Ενδεικτικά τα ποιήματά του, όπως «Ὁ Δωδεκάλογος τοῦ Γύφτου», «Ἡ Νίκη», «Στὴ Νεολαία μᾶς» τα οποία ανεβάζουν το ηθικό και την αυτοπεποίθηση εκάστου Έλληνος και εκάστης Ελληνίδος. Στο παρόν άρθρο, θα εξακριβωθεί εάν όντως ο εθνικός μας ποιητής ήταν Εθνικιστής ή το αντίθετο. Προς επίρρωση των ανωτέρω, θα χρησιμοποιηθούν ως πρώτιστη τεκμηριωτική βάση του άρθρα του ενδεικτικά με τον Εθνικισμό καθώς και λοιπές αναφορές. Ταυτοχρόνως θα δοθεί και ανάλογη απάντηση, εάν και τούτο το άρθρο γράφεται οκτώ έτη μετά ενός αντιστοίχου που το αντιπαραβάλλει.

Αρθρογράφος, υπεστήριξε προ οκταετίας, ότι η ρήση του Παλαμά «ὁ πατριωτισμός εἶναι ἔμφυτος καὶ ‘γῶ ἐθνικιστὴς» καθίσταται αναξιόπιστη, μολονότι αναφοράς που επιβεβαιώνει την ρήση. Φρονεί, ότι εξαιτίας άλλης αναφοράς του περί της απέχθειας και του ονόματος και της ετικέτας,  εκείνος την αποστρέφεται. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι, αλλά τωόντι περίπλοκα.

Αξίζει να γίνει μνεία ότι η παρούσα μελέτη έχει και εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα. Προς τούτο, πραγματοποιείται σημασιολογική ανάλυση πολιτειολογικών όρων, μνείες σε γεγονότα που ο ποιητής έζησε και διάφορες συγκρίσεις με άλλους διανοούμενους.

Προ του κυρίως μέρους της παρούσης μελέτης πρέπει να αναφερθεί ότι ο συγγραφεύς του ελεγκτικού άρθρου περί της αποκαλύψεως  ψευδών ειδήσεων που θα απαντηθεί κάτωθι, ερωτήθη υπό φιλολόγου. Καίτοι, εδώ αντιφάσκει καθότι ο ίδιος αδυνατεί να βρει τεκμήρια για να οικοδομήσει την στοιχειοθεσία του, αφετέρου, διαπράττει την λογική πλάνη της επικλήσεως στην αυθεντία.

Δεύτερο λάθος κατά το οποίο καταπίπτει, είναι ότι αδυνατεί να καταφύγει σε συγκριτική ανάλυση και κριτική των πηγών. Κλυδωνιζόμενος στην σκέψη πως, όποια ευρισκόμενη αναφορά που αντίκειται του άλλου είναι αρκετή, δεν εμβαθύνει για να την ερμηνεύσει. Δεν ακολουθεί συνάμα μία κριτική των πηγών. Δεν συγκρίνει της πηγές πληροφόρησης των πολιτικών ισχυρισμών του Παλαμά με άλλες. Διότι όταν θέλει κάποιος να απαντήσει σε κάποιον ή κάποιους διαδίδοντες –που σε αυτήν την περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ισχύει– ψεύδη, ο απαντών πρέπει να υπερέχει συντριπτικά του απαντώμενου.

Και εξαιτίας του ασυνήθιστα ογκώδους κειμένου που τυγχάνει στους αναγνώστες, μάλλον υπερέχει ο ανταπαντών στον απαντώντα που τυγχάνει εδώ να είναι και απαντώμενος. Ο οποίος αντί να ξεσκεπάζει την παραπληροφόρηση φαίνεται συνεργός αυτής.

ΙΙ. Τεκμηρίωση περί του αντιθέτου

Πρώτιστα, είναι αδύνατον ο Παλαμάς να κείται αντίπερα του Εθνικισμού, όταν τάσσεται πασιδήλως υπέρ του Ιταλού Εθνικιστή Γκαμπριέλε Ντ’αννούντσιο. Ο ίδιος διατείνεται ότι ο Ιταλός ιδεολόγος είναι «ἱερὸς ψάλτης τῆς πατριδολατρεῖας» αλλά και ότι είναι «διεκδηκητῆς» καθότι αξίζει «δικαῖως θέσιν μεταξῦ τῶν δικτατόρων τῆς ἱστορικῆς περιόδου τῆν ὁποίαν δὲν εξήλθομεν, ὁ ἐθνηργέτης τοῦ 1914, ὁ τολμητιας ἀεροπόρος τοῦ πολέμου, ὁ στρατηλάτης τοῦ Φιοῦμε»[1].

Δεδομένης της εκδηλώσεως θαυμασμού από τον Παλαμά στον Ντ’ αννούντσιο, δύναται να συγκαταταχθεί από το άρθρο του πρώτου, το αρχικό στοιχείο που συνηγορεί, ότι ο αξιόλογος Έλλην ποιητής ήταν Εθνικιστής. Ωστόσο, εκείνο είναι μόνον η αρχή της παρούσης στοιχειοθεσίας.

Αξιοπρόσεκτο, ότι ο Ντ’ Aννούντσιο, με έναν λόχο ανδρών εξεστράτευσε με δική του πρωτοβουλία και κατέλαβε στις 12.9.1919 το Φιούμε (σημερινή Ριέκα) εγκαθιδρύοντας ένα Ιταλικό κράτος, υπό καθεστώς δικτατορίας, προσαγορευμένο ως «Αντιβασιλεία του Καρράρο» εμποδίζοντας την προσάρτηση αυτής από το Βασίλειο των Σέρβων Κροατών και Σλοβενών και κυβέρνησε υπό ενός αυταρχικού συντεχνιανιστικού καθεστώτος, υπό της διακατεχομένης ενδογενούς ασωτείας. Κατά την ειρωνεία της ιστορικής τύχης, το κράτος αναγνωρίσθηκε μόνο από Μπολσεβικικό καθεστώς του Λένιν[2].

Έπεται το άρθρο που εξεδόθη στην Εφημερίδα Εμπρός την 2α Οκτωβρίου 1923. Στο τέλος της πρώτης παραγράφου γράφει:

«Ὁ Φασισμὸς εἶναι αἵρεσις μόνον τοῦ Νατιοναλισμοῦ, απλοῦν, εὔχυμον ἤ κακόχυμον, ὅπως κρίνετε παραβλάστραρον τοῦ δένδρου του λεγομένου ἐθνικισμοῦ»[3]

Ο συνταιριασμός του παρόντος εδαφίου συνυφαίνεται αρτίως με το πρότερο άρθρο όπερ μελετήθηκε ανωτέρω, καθότι η τελευταία του φράση του τι εστί φασισμός αποκαλύπτει περεταίρω πράγματα.

«Εἶνε το βάρβαρο ὅνομα τῆς πατριδολατρείας τὴν ὁποία εξήρεν ὁ Πλάτων»[4].

Τάδε έφη ο συγγραφεύς τέσσερις μήνες πριν (18.11.1922), σχεδόν αμέσως μετά της εκδηλώσεως της πορείας προς την Ρώμη. Ο Πρωτεργάτης της, Μπενίτο Μουσσολίνι κέρδισε την εξουσία (28.10.1922). Έχοντας υπόψη τα εν συνόλω γεγραμμένα αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι λέξεις πατριδολατρεία και Εθνικισμός δεν αντιτίθενται μεταξύ των, αλλά καθίστανται συνώνυμες. Πέραν τούτου, ευρίσκεται ο εθνικισμός σε αναντιστοιχία από τον φασισμό.

«Οἱ ἐθνικισταὶ, ἤ, ἄν θέλετε κατὰ τοὺς ὅρους τῆς παλαιὰς ἀπεριφράστου γλώσσης οἱ πατριῶται, διαφέρουν ἀπὸ τους φασίστας»[5].

Παρακάτω γίνεται κατάδηλη η διαφοροποίηση. Οι Εθνικιστές είναι αγνοί, μετέχοντες στον Ρωμαντισμό, σε αντιπαραβολή με τους Φασίστες ως μετέχοντες στον Μελλοντισμό.

«Διὰ τοῦτο, ὅπως καθῶς πληροφορούμεθα, οἱ εὐάριθμοι ἀλλὰ γνήσιοι ἀριστοκρατικοὶ τὸ φρόνημα, πατριδολάτριδες, δυσκόλως ὑποκρύπτουν κάποιο αἴσθημα… Ὅσάκις ἐνώπιὸν τῶν γίνεται λόγος περὶ τῶν φασιστῶν. Οἱ ἐθνικισταὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν εἶναι ἰδεολόγοι. Ἔχουν πλήρη συνείδησιν μιᾶς μορφώσεως τὴν ὁποίαν ἐκπροσωποῦσιν, ἀρέσκονται εἰς τὰς συζητήσεις καὶ τὰς δι’ ἀφηρημένων ἰδεῶν ἀνεγέρσεις μαγικῶν παλατίων, ἱδρύουσι περιοδικὰ, εἶναι συνθέται πολιτειολογικῶν μελετημάτων. Ἀπευθύνονται εἰς καθηγητάς, εἰς σπουδαστάς, εἰς λογίους, εἰς διανοουμένους. Εἰς τὰς ἐφημερίδας των τηροῦσι, κατὰ κανόνα ἄψογον στάσιν ἀκόμη καὶ ὄτε δριμέως ἐπιτίθενται κατὰ τῶν ἀντιπάλων τῶν. Οἱ φασίσται πολύ περισσότερον σχετίζονται  μὲ τοὺς φουτουριστάς. Δὲν εἶναι παράδοξον ἐὰν ἀκούσωμεν ὅτι ὁ Μουσσολίνι ἐκτιμᾶ ἰδιαζόντως τὸν Μαρινέττη τὸν φημισθέντα ἡγέτη τοῦ μελλοντισμοῦ, ἄν καὶ οὗτος δὲν ἔλαβεν ἐνεργόν μέρος εἰς τὰς τάξεις τοῦ μαχητικοῦ φασισμοῦ. Ἁπλὴ πνευματικὴ συγγένεια».

Εδώ λοιπόν έχουμε σαφή διαφοροποίηση από τον αγνό Εθνικισμό με τον υπερεθνικισμό των Φασιστών. Αφενός μεν οι Εθνικιστές συζευγνύουν την πνευματική καλλιέργεια με την ενέργεια είτε με τον βίο τους είτε με τον ακτιβισμό, αφετέρου δε στους φασίστες υπερέχει η πράξη άνευ πολλής ευθυκρισίας των πραγμάτων. Έτσι οι μετέχοντες τον Φασισμό καταπίπτουν σε αίσχιστες πράξεις, βίαιες άνευ στρατηγικής χαρακτηριζόμενες ως επισφαλείς. Οι ίδιοι ομοιάζουν μάλλον με συμμορία παρά με πνευματικό κοινωνικό και δραστικό κίνημα. Παραπαίουν στην πολιτισμική αδράνεια, αλλά λειτουργούν εμπράκτως. Σε άλλο του άρθρο ο συγγραφεύς τους κατονομάζει ως ομάδα μπράβων εξαιτίας της της σφοδρότητας της βίας τους[6].

Ας μην υπολανθάνει της προσοχής μας και μία νύξη περί του Μελλοντισμού ή Φουτουρισμού. Το φιλοσοφικό και καλλιτεχνικό κίνημα, που ήκμασε κατά το 1909 και συνεχίσθηκε καθ’ όλον τον περασμένο αιώνα, εστιάζει στα τεχνολογικά επιτεύγματα του ανθρώπου. Αντιστρατεύεται τον ρωμαντισμό και το επιμέρους χαρακτηριστικό αυτού της εξωτικότητας, το φυσικό περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης της ζωής της υπαίθρου. Τα βίαια εγχειρήματα εξυψώνονται Ο εξωραϊσμός του ανθρωπογενούς, τεχνητές του κατασκευές και η τραχεία τη πράξει δράσεις, είναι το μείζον ενώ το φυσικό περιβάλλον το έλασσον[7].

Ο κανονικός εθνικισμός είναι αγνός διότι οι μετέχοντες αυτόν διακατέχονται υπό ρομαντική ιδιοσυστασία. Ιδιοσυστασία ιδεαλιστική, μάλλον ανθρωπιστικότερη των υπερεθνικιστών.

ΙΙΙ. Η συνωνυμία των λέξεων Εθνικισμός και πατριδολατρία και τα αίτια της της επιλογής της δεύτερης λέξης

Γιατί ωστόσο προτιμά στο 1931, την λέξη Πατριδολάτρης αντί της λέξεως Εθνικιστής;

Σε επιπρόσθετο άρθρο γράφει ηλίου φαεινότερα τον λόγο που προτιμά την λέξη πατριδολατρία ή φιλοπατρία.

, -«ἰδοῦ ὁ τολμητίας ἀξιοθαύμαστος φασισμὸς, ἂν τὸν ἐξετάσετε απὸ περιοπὴς καὶ ἀσχέστως πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν καθέκαστα ἐθνῶν, μας ὑπομιμνήσκει τὴν κατ’ἔξοχὴν ἀνάγκην ἕνὸς λαοῦ διὰ νὰ ζωογονηθεῖ, νὰ ἐπικρατήσηι, νὰ προκόψηi τὴν παλαιὰν καὶ τόσον περιφρονούμενην φιλοπατρίαν τὸ ἀπλούστατον φαεινότατον πατροπαράδοτον ἰδανικὸν τὸ ὁποίον βαρυθέντες νὰ προσλέπωμεν καὶ νὰ γευόμεθα ὠς ἄσπρο καλοψημένο ψωμὶ, μεταβάλλομεν εἰς ἀμφιβόλου ποιότητος καρύκευμα, εἰς αμφιβόλου ποιότητος λέξιν ποιότητας καὶ τὸ μετωνομάσαμεν ἐθνικισμὸν»[8]

Βάσει των αναγιγνωσκομένων τεκμηρίων φαίνεται ότι δεν καταδικάζει την εθνικιστική ιδεολογία. Απλούστατα διαφωνεί με την χρήση της λέξεως Εθνικισμός, καθότι ως λέξη αποτελεί όχι γνήσια ελληνική λέξη· τουναντίον αποτελεί σημασιολογικό δάνειο. Κατασκευάστηκε δηλαδή για να αποδώσει την γαλλική «νατσιοναλισμός (=nationalism) και δια τούτο την εξοβελίζει. Δεν αντιτίθεται αυτού, αλλά  ενστερνίζεται αυτόν χρησιμοποιώντας μία άλλη λέξη κεκλειμένη ως πατριδολατρεία ή φιλοπατρία.

Έτερος λόγος που καθίσταται η λέξη ως αμφιβόλου ποιότητος είναι η σημασία της. Ο εις, εκ των μεγίστων των ποιητών, συγγραφεύς γράφει ότι σιχαίνεται την ετικέτα. Αντιπαραβάλλεται δηλαδή των λέξεων σε κατάληξη -ισμός, καθότι εκείνες επιμένουν να είναι δηλωτικές η κατάληξη είναι βαρβαρική και άρα ξενόφερτη. Τους επικολλάται, ό,τι δηλώνουν τα αυτά πρόσωπα[9]. Άλλοτε, επικολλάται η προσηγορία και από τρίτους αλλά όχι σε ανθρώπους που εμπράκτως και άρα σε προσωπικό επίπεδο πράττουν ότι δηλώνουν.

Ομοίως ο Παλαμάς απεχθάνεται και την λέξη πατριωτισμός εξαιτίας της βεβαρβαρισμένης στιγματικής καταλήξεώς της. Τούτο κατοπτρίζει είτε τους αυτοπροσδιοριζομένους είτε τους ετεροπροσδιορισμένους. Αμφότεροι υποπίπτουν στην φαυλότητα. Δεν καταλαβαίνουν ότι ο πατριωτισμός είναι μέρος και προστάδιο του Εθνικισμού. Δεν κατανοούν ότι το αίσθημα αυτό δεν χρήζει να καθίσταται ακαλλιέργητο καθότι, εάν δεν μεταβληθεί σε επαναλαμβανόμενη πράξη που συνταυτίζεται με την κατάληξη στο στάδιο του Εθνικισμού δεν θα επιτευχθούν οι εθνικές επιδιώξεις. Τουτέστιν, οι πράξεις των υποτιθέμενων πατριωτών δεν είναι δηλωτικά της ιδεολογίας τους, αλλά οι λόγοι τους αντιφάσκουν με τις πράξεις.

Τρίτος λόγος είναι ότι ο Παλαμάς θέλει να αποδείξει πως ο Εθνικισμός υπάρχει από αρχαιοτάτων χρόνων, καθότι εκπηγάζεται από την φύση η εθνική συνείδηση. Προς τούτο, αποδίδει περιφραστικά και περιληπτικά τον εξωραϊσμό του Εθνικισμού υπό του Πλάτωνος[10], απορρίπτοντας ότι είναι τεχνητή κατασκευή υπό των Γάλλων. Ο Εθνικισμός δεν είναι σύστημα εξουσίας, αλλά πρότερο αίσθημα. Ύστερα εκδηλώνεται ατομικά με την εθνική ζωή, κοινωνικώς με την ομαδική δράση και τέλος με την κατάκτηση της εξουσίας και την δημιουργία ολοκληρωμένης και άρα τελειοποιημένης εθνικής κοινωνίας ενώνοντας τις τριγύρω εθνικές κοινότητες, δηλονότι την εθνική ενοποίηση. Ο Ελληνικός Εθνικισμός που ενστερνίζεται ο Παλαμάς εκδηλώνεται ως προς την κοινωνία, εμπράκτως, κατά το έθος, από κάτω προς τα πάνω. Δηλαδή υποστηρίζει, την ευσυνειδησία των Εθνών κατά την αρχαιότητα και τον δε Πλάτωνα τον ονομάζει εμμέσως πλην σαφώς Εθνικιστή, δηλαδή πατριδολάτρη (ή προς αποφυγήν του ιστορικού αναχρονισμού, για τους πιο αυστηρούς, ως έναν πρωτοεθνικιστή).

Στον αντίποδα, ο Εθνικισμός ο ξενικός δεν ελκύει τον ποιητή, διότι ως έννοια λανθασμένη, άνευ πραγματικής τεκμηριωτικής βάσης είναι μια τάση από πάνω καταλήγουσα προς τα κάτω, είναι φαύλος και δεν πηγάζει από τις τοπικές κοινοτικές ομάδες, εγκολπώνοντας κατ’ όνομα το άτομο τις εθνικές αξίες. Συνεκδοχικά ο φαύλος Εθνικισμός μεγάλης μερίδος ξένων θιασωτών του λογίζεται ότι το κράτος δημιουργεί Έθνος. Όσον αφορά τον Πατριωτισμό δεν κάνει χρήση της λέξεως ως συνώνυμη του Εθνικισμού επειδή ο πατριώτης προβάλλει παθητική αντίσταση στον ορατό κίνδυνό και μάλλον όταν αυτός είναι γενικευμένος. Στην καθημερινή του ζωή εμμένει μόνο στα λόγια, όχι στα έργα.

Κάτι τέτοιο υπεστήριζε και ο Δραγούμης άλλωστε. Η πεποίθηση του καθενός αποδεικνύεται εμπράκτως και όχι βάσει τα μεταβαλλόμενα λελεγμένα εκάστου και εκάστης.

Κατά τον εθνικιστή Ίωνα:

« -Τὶ πατριώτης, μπράβο σου.

-Σ’ εὐχαριστῶ, ἀλλὰ πατριώτης δὲν εἶμαι. Πολλοὶ με λὲν ἔτσι, καὶ ἄλλοι θὰ μὲ ὁνομάζουν ἴσως φιλόδοξο. Μὰ δὲν με μέλει. Ἂν  πήγαινα τῶρα στὴ Μακεδονία νὰ παλέψω μὲ τοὺς Βουλγάρους θὰ ἔλεγε ὁ κόσμος: «Τὶ πατριώτης!». Ὅμως δὲ θα πήγαινα ἄπὸ φιλοπατρία στὴ Μακεδονία, καὶ εἶναι τόσο μπερδεμένες οἱ αἰτίες  ποὺ μὲ ἀναγκάζουν νὰ ἐνεργῶ σὲ κάθε περίσταση ἔτσι ἢ ἀλλιῶς ποὺ δὲν μπορῶ νὰ ξεδιαλύνω, καὶ χαῖρομαι γι’ αυτὸ. Αἰσθάνομαι ὅλον τὸν πλοῦτο καὶ τὰ ἀκατανόητα και μπερδεμένα ἐλατήρια τῆς ζωῆς. Μ’ ἀρέσει νὰ μὴ δύνομαι νὰ ἐξηγήσω καλὰ καλὰ μιὰ πράξη μοῦ. Χάνεται ὁ πλοῦτος τῶν αἰτιῶν ὅταν προσπαθῶ να τὶς ἐξηγήσω. Τὶ φτωχῆ ποῦ εἶναι κάθε ἐξήγηση καὶ τὶ πλούσια ἡ ζωῆ! Καὶ δροσερὴ καὶ ζουμερὴ καὶ ἀνεάντλητη, καὶ άναρχη καὶ ατέλειωτη, ἀπεριόριτη, ανυπολόγιστη, μυτικὴ, τρισβαθὴ, ἀναρχικὴ, καὶ ἀνεξήγητη, γεμάτη μύθους καὶ προβλήματα, εἰρωνικὴ καὶ σκληρὴ, τρελλὴ καὶ μεγαλόδωρη καὶ αδιάφορη, ανοικτοχέρα καὶ κακὴ…»[11].

Τον ρωτά ο Φαρδύς, αφού η ζωή είναι γεμάτη μυστήριο και αντίφαση τότε γιατί πηγαίνει στην Μακεδονία.

Και ο Αλέξης (δηλαδή ο Δραγούμης) λέγει:

«Σὲ κάποιον κάμπο, τριγύρω κεκλισμένον μὲ συνορα ποῦ τον λὲν οἱ άνθρωποι πατρίδα, ἐκεὶ γεννήθηκα, ἐκεῖ εἶναι θαμμένοι ἄνθρωποι, ἐκεῖ ἀπὸ μικρὸς μεγάλωσα καὶ ανατράφηκα. Κάθε θύμηση τοῦ κάμπου αὐτοῦ, είναι η δική μοῦ ΄θύμηση. Τὰ νειάτα μοῦ εἶνιαι μία θύμηση βαθειὰ καὶ στερεὰ καὶ δυναμωνει, μέσα μοῦ τὴν πατρίδα. Στον καμπο αὐτὸν βρέθηκα καὶ μένω , πότε γέρος,  καὶ πότε ἄρρωστος. Στὸν κάμπο αὐτὸν τρέχω, περιδιαβάζω, χαίρομαι, στεναχωριοῦμαι, ταράζομαι βαρυοῦμαι καὶ κοιμοῦμαι….».

Για οικονομία λέξεων ας παρατεθεί λοιπόν η ουσία του νοήματος της πατριδολατρίας, ήτοι του Ελληνικού Εθνικισμού.

«Τὸ νὰ ζῶ μέσα στὸ ἔθνος μοῦ δὲ θα πεῖ πῶς εἶμαι πατριώτης. Ζῶ, ὅχι γιὰ τὸ εθνος μοῦ ἄλλὰ μέσα στο έθνος μου. Γιατί να τα αφῆσω;»

Τούτων Λεχθέντων ο ισχυρισμός του Δραγούμη, συνταυτίζεται με εκείνον του Παλαμά. Ο πατριωτισμός είναι αίσθημα. Ο Εθνικισμός του κατά προς το Έθνος αίσθημα ζην. Είναι τρόπος ζωής. Είναι νοοτροπία άπτεται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής ατομικώς, οικονομικώς, κοινωνικώς πολιτικώς. Είναι ενέργεια.

Μη λησμονητέα η ρήση:

«Ὁ ἐθνικισμὸς εἶναι μορφῆ τῆς ἐνέργειας. Ὁ Barres τιτλοφορεῖ τὰ βιβλία τοῦ μὲ τ’ ὄνομα τῶν μυθηστορημάτων τῆς ἐθνικῆς ἐνέργειας. Ἡ ὕπαρξις τοῦ ἔθνους εἶναι ἐνέργεια. Ἅμα παύση νὰ εἶναι ὅλη ἐνέργεια, χάνεται τὸ ἔθνος σιγᾶ σιγᾶ»[12]

ΙV. Επιλογή της σημασίας Πατριδολατρίας/Εθνικισμού αντί του Πατριωτισμού

Ούτως εχόντων των πραγμάτων οι Δραγούμης και Παλαμάς συμφωνούν στα σε ποικίλα. Ας αναλυθούν κάτωθι.

Πρώτιστα, ότι ο Εθνικιστής/πατριδολάτρης είναι πραγματικός πατριώτης συνολικός και ολοκληρωμένος από τον αυτοπροσδιοριζόμενο και νενομισμένο ως  πατριώτη, καθότι ο μεν διακατέχεται από συνείδηση φαύλη τεχνητή, όχι φυσική, ως απόρροια διάθεσης η οποία δεν αποτυπώνεται στην πράξη. Ο πατριώτης, ενθυμείται την λέξη μόνο για να προβάλλει παθητική αντίσταση και όταν προβληθεί εν καιρώ απειλής εξωτερικής και ορατότατης, -εάν υπάρξει- και κλυδωνίζεται στην αδράνεια, επειδή δεν πολεμά υπέρ μιας εθνικής ζωής και δεν αντιμάχεται την παρακμή του έθνους και τον αόρατο πόλεμο κατά αυτού. Έχει ταλέντο στις δηλώσεις μα είναι ατάλαντος στις πράξεις.

Επιπροσθέτως, ότι ο εν λόγω Εθνικισμός/πατριδολατρία είναι μία καθολική έννοια σαφέστερη από την του πατριωτισμού σημασία. Το προς τι χαρακτηρίζει κάποιον ως πατριώτη είναι σχετικό. Η λέξη πατριωτισμός είναι ασαφής εκδήλωση και μάλλον επιμέρους όρος. Είναι εκδήλωση προς την ιδιαίτερή του πατρίδα την τοπική, το χωριό του; Την πόλη του; Ένα κράτος με ομοεθνείς κατοίκους που με το άλλο ομοεθνές κράτος διασταυρώνουν μανιωδώς με ένα άλλο τα ξίφη τους, όπως στην Αρχαία Ελλάδα ή με τον σημερινό Ρωσοουκρανικό πόλεμο; Αντιλαμβάνεται κάποιος ότι η έννοια αυτή είναι περισσότερο  περιορισμένη και χαρακτηρίζεται με μειωμένη χωροταξική σημασία· νοείται ως κρατική και εξουσιαστική. Παρενθέτουμε επίσης ότι το κράτος μέσω μίας ομάδος από πρόσωπα του κατεστημένου πιθανόν να καταπιέζει το Έθνος που το τελευταίο έφτιαξε τούτο που το δημιούργησε ως μέσο για να ζει και να εκφράζεται ελεύθερο. Άρα ο πατριωτισμός ως η λέξη αποτελεί καταφύγιο της δημαγωγίας του πολιτικού αντεθνικού κατεστημένου. Άπτεται ή μάλλον ως επί το πλείστον άπτεται στις τρεις διαστάσεις, του βάθους του μήκους και του πλάτους.

Εν αντιθέσει του προειρημένου όρου, ο Εθνικισμός χωροταξικά αλλά και σημασιολογικά άπτεται σε ολόκληρο το Έθνος. Δηλονότι, σε δύο ή περισσότερα κράτη τα οποία αποτελούν την ίδια εθνικότητα. Ελλάς και Κύπρος, Γερμανία και Αυστρία, Ολλανδία και Φλάνδρα, Ρουμανία και Μολδαβία, Ρωσία, Λευκορωσία και Ουκρανία, Αρμενία και Ναγκόρνο Καραμπάχ, Γαλλία και Βαλλωνία, Σερβία και Κοσσυφοπέδιο.

Κάθε δύο ή τρία κράτη που είναι απότοκα ομοεθνών πληθυσμών αποτελούν ένα Έθνος. Είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι τα Έθνη δεν είναι τεχνητά, αλλά φυσικά.

Τοιουτοτρόπως, καταλήγουμε στο τρίτο συμπέρασμα που θίγουν αμφότεροι οι συγγραφείς. Ότι ο Έθνικισμός αποτελεί αίσθημα εκ του φυσικού, απόρροια της ζωής, της κοινής εθνικής συνειδήσεως από αρχαιοτάτων χρόνων. Δεν είναι τυχαίο πως εισάγει την λέξη πατριδολατρία περισσότερο από την λέξη πατριωτισμός. Διότι εκείνη ενέχει το περιεχόμενο της λατρείας όπερ εστί η έμπρακτη εκδήλωση της αγάπης προς το Έθνος συνεχώς και αδιαλείπτως και εξ αρχής μέσα από την ατομική ζωή. Σημειοτέον ότι δεν εννοείται η ειδωλολατρική λατρεία, τουναντίον ως λατρεία λογίζεται ο φόρος τιμής. Ο Εθνικισμός εκδηλώνεται και καταλήγει από υποσυνείδητη ενέργεια και εκτυλίσσεται σε οργανωμένη ενέργεια συνειδητή ομαδική συσπείρωση πολιτική και κοινωνική τε.

Εάν παραθέσουμε ξανά τα λόγια του εκ των μεγίστων των Ελλήνων ποιητών: «Μα είναι άξιοι λόγου οι συγγραφείς αυτοί που αναφέρετε; Τον Λοτί βέβαια δεν μπορούσε κανείς να μην το λογαριάση. Αυτός με είχε κάνει να οργισθώ κάποτε πολύ εναντίον του. Και σ’ ένα μου δημοσίευμα στο «Εμπρός» τον είχα βρίσει σαν παληάνθρωπο. Έθεσα κατά μέρος όλο μου το θαυμασμό για το λογοτέχνη. Τι τα θέλετε… Ο πατριωτισμός μας είναι έμφυτος. Κι εγώ είμαι εθνικιστής, βέβαια εθνικιστής, είμαι ένας πατριδολάτρης…»[13]

Ο έμφυτος πατριωτισμός, ως αίσθημα, εκδηλώνεται με υποσυνείδηση και καταλήγει στην συνείδηση. Ο Παλαμάς εξακριβώνει με τις δύο τελευταίες προτάσεις ότι είναι σίγουρα Εθνικιστής και κάνει διευκρίνιση την φράσης του λέγοντας, ότι είναι πατριδολάτρης δηλαδή Εθνικιστής που η ιδεολογία του εκδηλώνεται ως εκδήλωση όχι κοινωνικής κατασκευής αλλά απορρέει από την ψυχοσύνθεση του ανθρώπου, χρονικώς ορμώμενης από την αρχαιότητα.

Ο πατριωτισμός αποτελεί δήλωση απορρέουσα υπό του εθνικού αισθήματος. Ύστερα γίνεται Εθνικιστής ήγουν έμπρακτος πατριωτικός συναισθηματισμός[14]. Και είναι ο Εθνικισμός συνώνυμος της πατριδολατρίας καθώς εκείνος είναι η κατ’ εξακολούθηση τιμή της γης και των κεκοιμημένων προγόνων.

Ας μην παροράται η κατά το 1919 εγγραφή του Ίωνος Δραγούμη:

«Ἀπὸ στενὸς πατριώτης γίνομαι ἐθνικιστής, μὲ τὴ συνείδηση τοῦ ἔθνους καὶ ὅλων τῶν ἄλλων εθνῶν, γιατὶ οἱ διαφορὲς τῶν ἄλλων ἐθνῶν πάντα θὰ ὑπάρχουν, καὶ ἔχω τη συνείδησὴ τοὺς, καὶ χαίρομαι ποῦ ὑπάρχουν αὐτὲς οἱ διαφορές, ποὺ μὲ τὶς ἀντιθέσεις τοὺς, ὑψώνουν τὴν ἀνθρώπινη συνείδηση καὶ ἐνέργεια»[15].

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο πατριωτισμός είναι μέρος και προστάδιο του Εθνικισμού. Το να εμμένει κανείς στον πατριωτισμό του χωρίς να τελειοποιείται γενόμενος Εθνικιστής καταντά να μην πράττει και να αντιφάσκουν τα λόγια του με την παθητικότητα, την αδράνεια και ίσως και με τα προσκρουόμενα πεπραγμένα του.

V. Ο Εθνικισμός δεν καθίσταται έννοια διαφοροποιημένη ως ακραία σήμερα, αλλά συκοφαντημένη

Τέλος αυτοί που αντιτείνουν ότι ο Παλαμάς μετάνιωσε το 1931 επειδή ο Εθνικισμός εξισώθηκε με τον Ναζισμό και το Φασισμό αντιλέγουμε πρώτιστα ότι ο Ναζισμός δεν εξεδηλώθη στην πολιτική εξουσία παρά μόνο δύο χρόνια αργότερα. Και κατά δεύτερον ότι κατά την δεκαετία του ’30 υπήρχε ακραιφνής θαυμασμός ο οποίος θα φθάσει στο ναδίρ κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην ιδεολογία της σβάστικας και του δεσμοπελέκεως. Σημειοτέον, ότι κατά τις αρχές του Χίτλερ στην εξουσία η Φασιστική Ιταλία και η Ναζιστική Γερμανία είχαν όχι τις καλύτερες σχέσεις. Τούτο διαφαίνεται και στην περίπτωση της Συμμαχίας Αυστρίας του Ντόλφους, με την Ιταλία του Μουσσολίνι, και την Ουγγαρία του Μίλκας, εναντίων της Γερμανίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας[16].

Η δαιμονοποίηση του όρου «Εθνικιστής»  και «Εθνικισμού» μάλλον σκόπιμη ήταν και μάλλον εξεδηλώθη μεταπολεμικά κατά το δεύτερο ήμισυ του περασμένου αιώνος.

VI. Εκλεκτικές συγγένειες Γαλλικού Μπαρεσσισμού με αυτόν του Ελληνικού Εθνικισμού και η περίπτωση του Παλαμά

Στα ποιήματά του, διαφαίνεται η επιρροή του Παλαμά από τον Μπαρρεσικό Εθνικισμό. Ο Γάλλος φιλόσοφος Μωρίς Μπαρρές, διατείνετο, ότι ο Εθνικισμός αποτελεί την κατεξοχήν τιμή της γης άρα άπτεται του χώρου και των νεκρών ήγουν την θέαση του Έθνους από την χρονική διάσταση. Αυτή η θέαση του Έθνους χωρικά και χρονικά υποβοηθείται υπό της παραδόσεως από προφορικότητα και των γραπτών πηγών, μέσω της ιστορίας. Τόσο η μία όσο η άλλη παράκεινται του παρόντος και τείνουν, να συντελέσουν, δηλαδή να εκπληρώσουν ένα ολοκληρωμένο και αισιόδοξο μέλλον τουτέστιν, την εκπλήρωση ενός συν-τελεσμένου μέλλοντος. Τόσο λοιπόν η γνώση του παρελθόντος μέσω της  παραδόσεως κατά τα ήθη και κατά τα έθιμα, όσο και η Ιστορία είναι αναγκαία για το Έθνος, καθότι έχουν χρόνο παρακείμενο και χρόνο του συντελεσμένου μέλλοντος. Παράκεινται του τώρα και συντελούν προς το μέλλον[17]. Εννοείται δηλαδή ότι η διαχρονία που έθνους και των αξιών αυτού που η ιστορία και η παράδοση διδάσκει, αποτελεί την κλείδα για την συλλογική βάσει του Έθνους βελτίωση και την αρτιότητα της κοινωνίας[18]. Επισημαίνεται δε, ότι ο Εθνικισμός της Γαλλικής Επαναστάσεως με την θεώρηση ότι το κράτος δημιουργεί Έθνος, ο Μπαρρές δεν την ενστερνίζεται. Πολλώ μάλλον δε, το αντίστροφο.

Επόμενο κοινό χαρακτηριστικό με τον Μπαρρές, τον Παλαμά αλλά και άλλους Εθνικιστές και ιδίως τους Έλληνες, είναι η εγκόλπωση της αντιστρατεύσεως στην ξενομανία. Αντιμάχονται δηλονότι, την μίμηση ξένων πολιτισμικών προτύπων[19]. Η υιοθέτηση σε ακραίο βαθμό των ξένων τεχνών και καλλιτεχνικών ρευμάτων, παραδόσεων, εισαγόμενων προϊόντων, κοινωνικής συμπεριφοράς, ενδυμασίας και ούτω καθεξής. Έτσι ο Εθνικισμός ως φυσική απόρροια των πραγμάτων παίρνει από τις αντιλήψεις αρχικά από ότι ταιριάζει στην συλλογική ιστορική συμπεριφορά ενός Έθνους και κατά δεύτερος ότι δεν βρίσκεται σε συνάφεια με αυτό τα απορρίπτει. Τούτο εμφαίνεται και στην πολιτική φιλοσοφία. Ο Γάλλος και ο Έλληνας διαμορφώνουν τον Εθνικισμό τους εκάτεροι ανά τα εκάτερα πολιτισμικά σύμφυτα με το Έθνος πρότυπα και βάσει τούτων δημιουργείται και το εθνικιστικό τους φιλοσοφικό σύστημα.

Παρόμοια φαίνεται η εθνικιστική πολιτική ζωή του Γαλλικού και του Ελληνικού κράτους κατά το Β’ μισό του 19ου αιώνος και στην αρχή του 20ου. Τόσο η μία χώρα, όσο και η άλλη υπέστησαν σφοδρή ήττα, αλλά δοξάσθηκαν αργότερα, μετά την σφοδρή υποτροπίαση του εθνικιστικού ρεύματος. Η έκφραση των πεζογράφων και των ποιητών στην συντριπτική πλειοψηφία τους ήταν σφόδρα εθνικιστικές[20]. Ο Παλαμάς φυσικά και δεν ήταν η εξαίρεση υπό του κανόνος. Τόσο η Γαλλία, όσο και η Ελλάς υπέστησαν ταπεινωτικές ήττες όπως επί παραδείγματα εκείνη του Γαλλοπρωσικού πολέμου το 1871 και προς δυσμάς τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897. Η ανορθωτική τάση, αίσθηση σε συνδυασμό με το νιτσεϊκό κίνημα έκανε τον Εθνικισμό σε εκάτερες τις χώρες να τις οδηγήσει σε αιτήματα προς την εθνική αναγέννηση όπερ και εγένετο. Ως προς την Γαλλία έχουμε την νίκη αυτής και των Άλλων συμμάχων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ως προς την Ελλάδα έχουμε τις Κρητικές επαναστάσεις, τον Μακεδονικό Αγώνα, τους Βαλκανικούς Πολέμους, την συμμετοχή της Ελλάδος στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, την Ουκρανική Εκστρατεία και την Μικρασιατική Εκστρατεία. Η Ελλάς μέσω του Εθνικισμού θριάμβευσε, για να ηττηθεί κατά την λήξη της Μικρασιατικής εκστρατείας και της ακραιφνώς βιαίας καταστροφής των Ελληνικών πληθυσμών εν Μικρά Ασία υπό των Τούρκων.

VII. Σύνοψη των ανωτέρω

Συγκεφαλαιώνοντας τα ειρημένα μας, έκαστος αντιλαμβάνεται, ότι ο Παλαμάς δεν αντιτίθετο στο Εθνικισμό, αλλά τον ενστερνιζόταν. Απλούστατα τον ονόμαζε «πατριδολατρία», καθώς η πρώτη λέξη αποτελεί σημασιολογικό δάνειο κατά τον εθνικό ποιητή. Σιχαίνεται το όνομα αλλά όχι την ιδεολογία. Σιχαίνεται την ετικέτα του. Ένας Εθνικιστής δεν αυτοπροσδιορίζεται πρώτιστα ως μία ιδεολογία με βάση την οικονομία, την κοινωνία και τα γνωστά φάσματα αυτών ή την αποτύπωση τους σε άξονες ούτε τεχνητή εκδήλωση. Πρώτιστα είναι αίσθημα, ύστερα ατομική και συλλογική εκδήλωση και αργότερα πολιτική. Για να πραγματοποιήσει, χρησιμοποιεί από όλο το πολιτικό φάσμα, ό,τι είναι σύμφυτο προς τον λόγο της φύσεως και την συλλογική συμπεριφορά αναλόγως εκάστου Έθνους στο οποίο το έκαστο άτομο κατάγεται. Στην ελληνική περίπτωση, πρέπει να υιοθετείται φιλοσοφικό ρεύμα ή μέρος αυτού σε ό,τι και εάν πρώτιστα συμφωνεί με την εθνική μας την Ελληνική Ιδέα να την συμβιβάζουμε τόσο με την ελληνική ανθρώπινη φύση, όσο και δογματικά με την, Ορθόδοξη Χριστιανική, γραπτή και προφορική τε, Παράδοση της Εκκλησίας και με αυτής των επτά, της πενθέκτης, συν των δύο Αγίων Οικουμενικών Συνόδων[21]. Ο Εθνικισμός είναι η ανώτερη και πραγματική φυσική και φυσιολογική ιδεολογία διότι υπάρχει με την ανώτερη εξελικτική βαθμίδα του ανθρώπου. Είναι η κοινωνία δύναται να ευτυχήσει και τα μέλη της που συνδέονται με τους δεσμούς που χαρακτηρίζουν το Έθνος να ευρίσκονται υπερταξικώς[22] υπό το καθεστώς της πραγματικής αλληλεγγύης. Δεν είναι άλλη από την αλληλεγγύη που εκπορεύεται από την εθνική συνείδηση

Τοιουτοτρόπως, ο Εθνικισμός είναι η μόνη πραγματική ιδεολογία γιατί ζωογονεί, δηλαδή είναι φορέας δημιουργικότητας και αυθεντικής πολιτισμικής δημιουργίας· συνδυάζει αρμονικά πλήθος ρευμάτων φιλοσοφικών και πολιτικών. Αποβάλλει τα αρνητικά των και πράττει συμφώνως προς την αυθεντικότητα της εθνοφυλής. Γι’ αυτό και δεν είναι ιδεολογία μονοδιάστατη ούτε υπάρχουν ετικέτες όπως τον λανθασμένο και πεπλασμένο εθνικισμό της δύσεως. Επέχει πολυφωνία. Διότι ο Ελληνικός εθνικισμός του Παλαμά όπως εκείνος του Δραγούμη, του Βεζανή και άλλων, είναι έμφυτος αυθύπαρκτος με τον άνθρωπο, καθότι μία από τις επιδιώξεις του Έθνους είναι η πολιτισμική δημιουργία. Συνάγεται λοιπόν ότι ο Εθνικιστής είθισται να είναι ελεύθερο πνεύμα.

Δεν είναι η πατριδολατρία πατριωτισμός. Η λέξη αυτή δεν συντείνει προς συνταύτιση. Ως πατριωτισμός εννοείται η έμφυτη κατάσταση της εθνικής διάθεσης. Εκείνη αναδύεται εμπράκτως με τον Εθνικισμό.

Εν τέλει, ο Παλαμάς δεν αντιτίθετο στον Εθνικισμό και το απόφθεγμά του είναι αυθεντικό. Ο Παλαμάς και εναργώς Εθνικιστής ήταν, και ήταν ένας από τους διαμορφωτές της αυτής ιδεολογίας, μέσω της ποιήσεώς του. Δυνάμεθα να τον προσθέσουμε ως έναν από τους διανοούμενους του Ελληνικού Εθνικισμού.

Τελειώνω με την παράθεση ποιήματος του Κωστή Παλαμά ο οποίος το αφιέρωσε στον Γκαμπριέλλε Ντ’ Αννούντσιο:

 

«Στὴ χῶρα τῆς ἡλιόκαλης μαρμαρωμένης

(Χαῖρε «κερὴ κορφὴ καὶ ἰοστέφανα πλάγια)!

Ἦρθες, Ὑπέρκαλε, κ’ ἐστάθης καὶ διαβαίνεις,

Καὶ ρίχνεις τὸ χρυσόβολογο ποῦ λεῖ τὰ μάγια.

Στο νικητήριον ἅρμα τοὺς βαρβάρους δένεις,

Μὲ νέα μοσχοβόλιὰ πἐρα, στὴ γῆ ταὴν ἅγια

Τοῦ Βιργιλίου τὰ κρίνα ταὰ γοργοανασταίνεις,

Καὶ ταὴν πολύτροπη Ὠμορφιὰ μ’ ἄφθαρτα βάγια

Στέφεις καὶ βουβὰ ὤ! Τὰ βύθη τῶν μνημάτων»[23].

 

[1] Κωστής Παλαμάς ,«Μουσολίνι» 18.11.1922, στο: Αλέξανδρος Καρράς, Ο Φασισμός ως φαινόμενο της εποχής του κι η ματιά του Κωστή Παλαμά, Αθήνα, εκδ, Νέα γενεά, 2024, σ. 56.
[2] Σώτη Τριανταφύλλου, Φασισμός, Η ιστορία μίας ιδεολογίας, εκδ. Πατάκη, Αθήνα,2025, σ. 18.
[3] Κωστής Παλαμάς ,«Ὁ Μουσολίνι συγγραφεῦς» 2.10.1923 , στο: Αλέξανδρος Καρράς, Ο Φασισμός ως φαινόμενο της εποχής του κι η ματιά του Κωστή Παλαμά, Αθήνα, εκδ, Νέα γενεά, 2024, σ. 65.
[4] Κωστής Παλαμάς ,«Μουσολίνι» 18.11.1922, στο: Αλέξανδρος Καρράς, Ο Φασισμός ως φαινόμενο της εποχής του κι η ματιά του Κωστή Παλαμά, Αθήνα, εκδ, Νέα γενεά, 2024, σ. 58.
[5] Κωστής Παλαμάς ,«Ὁ Μουσολίνι συγγραφεύς» 2.10.1923, στο: Αλέξανδρος Καρράς, Ο Φασισμός ως φαινόμενο της εποχής του κι η ματιά του Κωστή Παλαμά, Αθήνα, εκδ, Νέα γενεά, 2024, σ. 65.
[6] Κωστής Παλαμάς ,« Μουσολίνι» 18.10.1922, στο: Αλέξανδρος Καρράς, Ο Φασισμός ως φαινόμενο της εποχής του κι η ματιά του Κωστή Παλαμά, Αθήνα, εκδ, Νέα γενεά, 2024, σ. 57.
[7] John Hanson, «The Aesthetics of Futurism», στο: The Comparatist, τχ. 7, σ. 19–28, (1983).
[8] Κωστής Παλαμάς ,«Ὁ Μουσολίνι συγγραφεύς» 2.10.1923, στο: Αλέξανδρος Καρράς, Ο Φασισμός ως φαινόμενο της εποχής του κι η ματιά του Κωστή Παλαμά, Αθήνα, εκδ, Νέα γενεά, 2024, σ. 77.
[9] Κωστής Παλαμάς , Μουσολίνι» 18.10.1922, στο: Αλέξανδρος Καρράς, Ο Φασισμός ως φαινόμενο της εποχής του κι η ματιά του Κωστή Παλαμά, Αθήνα, εκδ, Νέα γενεά, 2024, σ. 57
[10] Η αναφορά του Πλάτωνος περί της προασπίσεων των αξιών της Πατρίδος και του Έθνους ανευρίσκονται στους διαλόγους «Κρίτων» και Πολιτεία. Ενδεικτικά, Βλπ. Πλάτων, Άπαντα, τ. 1 «Απολογία Σωκράτους – Κρίτων  – Φαίδων, Αθήνα, εκδ. Κάκτος, 1992. Στον Μεν Κριτία υπονοείται η προάρπιστη των συμφερόντων της Πατρίδας. Στην δε «Πολιτεία» απαντάται η λέξη «Φιλέλλην». Στην δεύτερη περίπτωση ενυπάρχει η έννοια της προασπίσεως των ζητημάτων του έθνος καθολικά. Δεν φαίνεται να κείται μακρόθεν της έννοιας του Πανελληνισμού του Ισοκράτους. Βλπ. Πλάτων, Άπαντα, τ. 5 «Πολιτεία», 470 d, Αθήνα, εκδ. Κάκτος, 1995.
[11] Ίων Δραγούμης, «Σαμοθράκη», σ. 203 στο: Άπαντα Ίωνος Δραγούμη, τ. 1, εκδ. Έκτωρ, Αθήνα, 2021.
[12] Ί. Δραγούμης, «Ὁ Ἑλληνισμὸς μοῦ καὶ οἱ Ἕλληννες», στο: Άπαντα Ίωνος Δραγούμη, Αθήνα 2021, τ. 2, σ. 384.
[13] Άπαντα Κωστή Παλαμά, τ. 14ος, Αθήνα, εκδ. Γκοβόστη, 1965, σ. 165.
[14] Δημήτρης Βεζανής,  «Ἐθνικισμὸς» 1945, στο: Εθνικιστικός Σύνδεσμος, ἄπαντα τὰ ἐκδοθέντα (1945 – 1964), εκδ. Πελασγός, Αθήνα, 2025.
[15] Ίων Δραγούμης, Φύλλα Ημερολογίου, τ. 6, εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1987, σ. 59.
[16] Gehard Boltz, «The Coming of the Dollfuss–Schuschnigg Regime and the Stages of its Development», στο: Antonio Consta Pinto –  Aristotle Kallis, Rethinking Fascism and Dictatorship in Europe, Pelgrave, 2014, σ. 136.
[17] Μωρίς Μπαρρές, Οι Γη και οι Νεκροί εκδ Νέα Γενεά, Αθήνα, 2018, σ. 13.
[18] Παρασκευάς Ματάλας, Κοσμοπολίτες εθνικιστές, Ο Μωρίς Μπαρές και οι μαθητές του ανά τον κόσμο. Αθήνα, εκδ. 2021, σ.21 – 25.
[19]Περισσότερα για την αντιπαραβολή του Μπαρρές σε ξενογενή πολιτισμικά αγαθά βλπ: Μωρίς Μπαρρές, Οι Γη και οι Νεκροί, εκδ, σ. 48.
[20] Λυκούργος Κουρκουβέλας, Ο Κωστής Παλαμάς ως ανορθωτής του Έθνους και της Φυλής (1897-1922) «Η πρόσληψη των νιτσεϊκών εννοιών ως εθνικιστικές αξίες στο έργο του Κωστή Παλαμά» , Πανεπιστήμιο Κύπρου, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστημιακή εργασία,2019 στο: «Ακαντέμια έντου/Academia edu». Πηγή: https://www.academia.edu/42859043/%CE%9F_%CE%A5%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BD%

CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%

BF%CF%85_%CE%9A%CF%89%CF%83%CF%84%CE%AE_%CE%A0%

CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AC_%CE%9C%CE%AC%CE%

B9%CE%BF%CF%82

[21] Εννοείται υπό του γράφοντος, η σύνοδος του 879 κεκλειμένη ογδόη (Η΄) που συνεκάλεσε η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα του Θεοφίλου. Σε εκείνην κατεδικάσθη η αιρετική παπική προσθήκη στο σύμβολο της πίστεως «και εκ του υιού το γνωστό «Φιλιόκβε» , και εκείνη του 1341 με επικεφαλής τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά η κελειμένη ενάτη (Θ΄). Η εκκλησία δογμάτισε σε ότι αφορά τα περί ακτίστης και κτιστής ουσίας και κατεδίκασε τον Πλατωνικό μυστικισμό του Βαρλαάμ.
[22] Δηλαδή με την ύπαρξη των τάξεων αλλά όχι την κοινωνική καταπίεση των κατώτερων τάξεων από τις ανώτερες. Η εξυγίανση της κοινωνικοοικονομικής καταστάσεως θα πραγματοποιείται μέσω της συνεργασίας των τάξεων μεταξύ των.
[23] Κωστης Παλαμάς, Χαιρετισμός προς τον Γαβριήλ Ντ’ Αννούνσιο, σ. 84 – 85, στο: Αλέξανδρος Καρράς, Ο Φασισμὀς ως Φαινόμενο της εποχής του και η ματιά του Κωστή Παλαμά, Εκδ. Νέα Γενεά, Αθήνα 2024.

 

Εθνική Ορθόδοξη Νεολαία

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (13 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1859 - 27 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1943) : ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΤΙΤΑΝΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΠΟΥ Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΘΑ ΦΑΝΤΑΖΕΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΦΩΤΕΙΝΟΤΕΡΕΣ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΑΝΘΕΟ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Πηγὲς πληροφοριῶν: Θ. Ροδάνθης, Μαλλιάρης Παιδεία, Ὑδρία, Δομή καὶ Πάπυρος Larousse Britannica

Ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς εἶναι ὁ νεότερος ἐθνικὸς ποιητής μας καὶ μία ἀπὸ τὶς κορυφαῖες πνευματικὲς φυσιογνωμίες τοῦ νεότερου ἑλληνισμοῦ, στὸν ὁποῖο ὀφείλουμε τὴν θεμελίωση τῆς νέας λογοτεχνίας μας.

Γεννήθηκε στὴν Πάτρα, στὶς 13 Ἰανουαρίου 1859. Ἦταν ὅμως Μεσολογγίτης, καὶ στὸ Μεσολόγγι πῆγε νὰ μείνει, ὅταν ἔγινε ὀχτὼ χρονῶν, ὁπότε ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ γονεῖς. Ἐκεῖ τελείωσε τὶς γυμνασιακές του σπουδές. Τὸ 1875 ἦρθε στὴν Ἀθήνα καὶ γράφτηκε στὴ Νομικὴ σχολή. Παράλληλα ἐργαζόταν σὲ διάφορα περιοδικά, κι ὕστερα μπῆκε ὡς συντάκτης ἢ συνεργάτης σὲ διάφορες ἐφημερίδες. Ἡ ἐργασία του στὸν τύπο δὲν ἦταν μόνο ἐπαγγελματική, ἀλλὰ καὶ λογοτεχνικῆς μορφῆς. Τὰ γράμματα, ἡ ποίηση, ἡ κριτική, ἡ τέχνη τὸν ἀπασχολοῦσαν τόσο, ὥστε τελικὰ ἐγκατέλειψε τὶς νομικὲς σπουδές, γιὰ ν᾿ ἀφοσιωθεῖ στὴ λογοτεχνία.


Ἡ ποίηση ἦταν ἀκόμα τότε ρομαντική, φλύαρη καὶ πλαστογραφοῦσε τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα. Ὁ Παλαμᾶς φιλοδόξησε κάτι καινούργιο, ἑλληνικό, πραγματικό. Καὶ τὸ πέτυχε, μὲ τὸν ὄγκο τοῦ ποιητικοῦ ἔργου του, μὲ τὴν ποιότητα τῆς προσφορᾶς του καὶ μὲ τὶς κάθε εἴδους ἐργασίες, μὲ τὶς ὁποῖες γνώρισε στὸ ἑλληνικὸ κοινὸ τὶς προόδους τῶν Εὐρωπαίων, καὶ ἀνέβασε τὴ στάθμη τῆς ἐγχώριας λογοτεχνικῆς παραγωγῆς.

Γιὰ πολλὰ χρόνια ἔγραφε ἄρθρα στὴν «Ἀκρόπολη» καὶ χρονογραφήματα στὸ «Ἐμπρός». Ὡς κύριο ὅμως βιοποριστικὸ ἐπάγγελμα εἶχε τὴ θέση του στὸ Πανεπιστήμιο, ὅπου διορίστηκε Γενικὸς Γραμματέας τὸ 1897 καὶ ὑπηρέτησε μέχρι τὸ 1928. Δηλαδὴ πάνω ἀπὸ τριάντα χρόνια, τὰ πιὸ ἀποδοτικὰ τῆς ζωῆς του, ἀφοῦ ἐργαζόταν ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ, μόνο τὴ νύχτα, ξαγρυπνώντας, μποροῦσε ν᾿ ἀφοσιωθεῖ στὰ δικά του γραψίματα. Μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν τὸ 1926, ἔγινε ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα ἱδρυτικὰ μέλη της, καὶ τὸ 1930 ἔγινε Πρόεδρός της.

Ἐπίσης ἐπὶ πολλὲς δεκαετίες ἔμενε στὸ ἴδιο σπίτι τῆς ὁδοῦ Ἀσκληπιοῦ ἀριθ.3. Ἀπὸ τὸ παράθυρό του ἔβλεπε πάντα τὴν ἴδια εἰκόνα μὲ τὸ κυπαρίσσι, ποὺ μᾶς ζωγραφίζει στὸ σχετικὸ ποίημα, στὴ συλλογὴ Ἀσάλευτη ζωή. Τὸ γραφεῖο του, τὸ «κελλί» του ὅπως τὸ ἔλεγε, ἦταν ὁ ναός του. Ἀπ᾿ ἐκεῖ πέρασε ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ Ἀθήνα τῆς ἐποχῆς του, νὰ τὸν ἰδεῖ. Γιατί ὁ ἴδιος, δύσκολος στὶς ἀλλαγές, στὰ ταξίδια, στὶς μετακινήσεις, εἶχε καθηλωθεῖ σὲ μίαν «ἀσάλευτη ζωή». Ὅλες του οἱ μετακινήσεις καὶ τὰ ταξίδια γίνονταν μὲ τὴ φαντασία, στοὺς κόσμους τοῦ πνεύματος καὶ στὸ βάθος τῆς ἱστορίας. Ὅταν τὸ σπίτι αὐτὸ χρειάσθηκε νὰ γκρεμιστεῖ, ὁ Παλαμᾶς «μετώκησε» στὴν ὁδὸ Περιάνδρου 5, ὅπου καὶ πέθανε κατὰ τὴν Κατοχή, σεβάσμιος πρεσβύτης, 84 ἐτῶν, στὶς 27 Φεβρουαρίου 1943.

Ὁ θάνατός του ἀποτέλεσε ἐθνικὸ πένθος. Χιλιάδες κόσμος συγκεντρώθηκαν αὐθόρμητα στὸ νεκροταφεῖο, νὰ τὸν ξεπροβοδίσουν στὴν τελευταία του κατοικία. Ἐκεῖ ὁ Σικελιανὸς τὸν ἀποχαιρέτησε μὲ τὸ βροντερὸ ποίημά του, ποὺ ἀρχίζει: «Ἠχῆστε οἱ σάλπιγγες»…, ἐνῶ ἡ λαοθάλασσα τῶν θαυμαστῶν του τραγουδοῦσε τὸν Ἐθνικό μας ὕμνο. Ἀπὸ τότε μύριες ὅσες τιμητικὲς ἐκδηλώσεις ἔχουν γίνει στὴ μνήμη του. Κυκλοφόρησαν ἀναμνηστικὰ τεύχη, στήθηκε ἡ προτομή του, γιορτάστηκε τὸ Ἔτος Παλαμᾶ, κυκλοφόρησαν γραμματόσημο μὲ τὴν εἰκόνα του, καί, τέλος, ἱδρύθηκε τὸ Ἵδρυμα Παλαμᾶ, γιὰ νὰ ἐκδώσει πλήρη, ὑπεύθυνα καὶ σχολιασμένα τὰ Ἅπαντά του, καὶ τὰ ὁποῖα τελικὰ ἐκδόθηκαν σὲ δεκαέξι τόμους, 8986 σελίδες!

Τὴν ἐποχὴ ποὺ παρουσιάστηκε ὁ Παλαμᾶς στὰ ἑλληνικὰ γράμματα, γύρω στὰ 1876, τὴν πνευματικὴ ζωὴ τὴν ἔπνιγε ἡ συμφορὰ τοῦ ἄκρατου ρομαντισμοῦ καὶ τοῦ ἄχαρου καὶ ἄψυχου «ἠθογραφισμοῦ». Ἡ ποίηση ἄψυχη, ρηχή, καὶ ψεύτικη ρητορεία, δὲν εἶχε οὔτε ὕφος, οὔτε οὐσία. Ὅλη ἡ μεγάλη προσφορὰ τοῦ Σολωμοῦ ἔμενε ἄγνωστη κι ἄγονη πνευματικὴ κληρονομιά, ἀχρησιμοποίητη καὶ παραπεταμένη. Ὁ Παλαμᾶς ἔβγαλε τὴν ποίηση ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο. Ἔγινε ὁ ἀνακαινιστὴς κι ἀναγεννητής της, καὶ τῆς ἄνοιξε ξανὰ διάπλατους τοὺς δρόμους της. Ὁ Παλαμᾶς ἦταν γεννημένος ποιητής.

Γράφει στίχους ἀπὸ τὰ 17 του χρόνια κι ὕστερα ἀπὸ τὰ Τραγούδια τῆς πατρίδος μου, τοὺς Ἰάμβους καὶ Ἀνάπαιστους, φθάνει τὴν ποίηση στὸ μεσουράνημα μὲ τὴ συλλογὴ Ἀσάλευτη ζωή. Μὲ τὴν πολυμορφία του, μὲ τὴν πολύτροπη τεχνική του, μὲ τὴν ἐξαιρετικὴ ποικιλία τῶν ρυθμῶν, τὰ ἐκφραστικὰ μέσα τοῦ ἔμμετρου λόγου, πλούτισε τὴν ποιητικὴ γλώσσα ὅσο κανένας ἄλλος ἴσαμε σήμερα. Ὁ Παλαμᾶς στάθηκε πενήντα χρόνια ὁ μεγάλος δάσκαλος καὶ ὁ μεγάλος δημιουργός, καὶ γιατί καλλιέργησε καὶ προίκισε τὴν ποίησή μας μ᾿ ἕνα παντοδύναμο ἐκφραστικὸ ὄργανο, τὴ νεοελληνικὴ δημοτική μας γλώσσα, καὶ γιὰ ὅσα συντέλεσε ὁ ἴδιος καὶ γιὰ ὅσα βοήθησε γιὰ τὴν ἀναγέννηση τῆς χώρας του καὶ γιὰ τοὺς σπόρους ποὺ ἄφησε νὰ βλαστήσουν στὸ μέλλον.

Ὁ Παλαμᾶς μέχρι τὸ 1890, περίπου, δούλευε τὸ στίχο στὴ δημοτικὴ καὶ τὰ γραπτά του στὴν καθαρεύουσα. Τὴ μεγάλη κι ὁλοκληρωτικὴ στροφὴ πρὸς τὴ γλώσσα τοῦ λαοῦ τὴν ἔκαμε μετὰ τὸ Ταξίδι τοῦ Ψυχάρη, ἂν καὶ εἶχε βαθιὰ συγκινηθεῖ, ἀπὸ τὸν ἀγώνα τοῦ Ροΐδη στὰ 1877, μὲ τὶς διαλέξεις του «Περὶ συγχρόνου Ἑλληνικῆς ποιήσεως» καὶ «Περὶ συγχρόνου Ἑλληνικῆς κριτικῆς». Ποτίστηκε μὲ ἀνησυχίες καὶ γλυκοχάραξαν στὴ φαντασία του ἄπειρες φιλοδοξίες γιὰ τὸ μέλλον. Ὁ Ψυχάρης μὲ τὸ «Ταξίδι» του ἔριξε τὴν κανονιὰ ποὺ ἔφερε ἀναστάτωση πρωτοφανῆ στοὺς φιλολογικοὺς κύκλους, καὶ στοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων τῆς ἐποχῆς καὶ γενικότερα στὴν κοινωνία. Ἔγινε ὁ ἡγέτης, ὁ πολεμιστής, ποὺ διακήρυξε: «Θέλω δόξα καὶ γροθιές». Ὁ Παλαμᾶς ὅμως ἦταν προορισμένος νὰ λύσει τὸν γόρδιο δεσμὸ καὶ νὰ ὁδηγήσει τὴ φιλολογία τῆς νέας γενιᾶς πρὸς νέους δρόμους, πρὸς καινούργια ἀπάτητα μονοπάτια, ἀφοῦ περνοῦσε ἀπὸ μία κάθαρση, ποὺ χρόνια περίμενε τὸ ἔθνος. Καὶ πραγματικά, ὁ ποιητὴς στάθηκε ὁ Μεσσίας τοῦ στίχου καὶ τοῦ τραγουδιοῦ, ποὺ ἔφερε τὴν ποθητὴ ἀναγέννηση καὶ σύνδεσε τὸν «Ἐρωτόκριτο» μὲ τὸν Σολωμό, καὶ τὴν ἐποχή του.

Ἡ παλαμικὴ σκέψη καὶ ἡ παλαμικὴ ποίηση στάθηκαν ὡς μιὰ προσπάθεια, γιὰ νὰ νιώσουμε τὸ ἔργο τοῦ Σολωμοῦ, μὲ τὸ ἀνέβασμα ποὺ ἔφερε γενικὰ στὴ στάθμη τοῦ πνευματικοῦ μας πολιτισμοῦ, στὴ σύνδεσή μας μὲ τὶς νέες ἰδέες τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πνεύματος καὶ στὸ αἰσθητικό μας ὡρίμασμα. Τὸ κριτικὸ ἔργο τοῦ Παλαμᾶ ἀγκαλιάζει ὄχι μόνο τὴν ἑλληνική, ἀλλὰ ὁλόκληρη τὴν εὐρωπαϊκὴ σκέψη τῆς ἐποχῆς του. Εἶναι σχεδὸν ἴσο σὲ ἔκταση μὲ τὸ ἔργο τῆς ποιητικῆς δημιουργίας του καὶ στὰ Ἁπαντά του, ποὺ βγῆκαν σὲ δεκαέξι τόμους, καλύπτουν σχεδὸν τοὺς ὀχτώ. Ὁ Παλαμᾶς στάθηκε σ᾿ ὁλόκληρη τὴ ζωή του μὲ τὴν πένα καὶ τὸ καλέμι στὸ χέρι, ἔγραφε καὶ χτένιζε τὸν πεζό του λόγο μὲ τὴν ὑπομονὴ τῆς μέλισσας καὶ σμίλευε τὸ στίχο του μὲ «νεραϊδοδέματα καὶ ἡλιαχτίδες».

Ἀναμφισβήτητα, ὁ θεωρητικὸς ἀγώνας τοῦ Ψυχάρη ἐνίσχυσε τὴ θέση τῶν λίγων δημοτικιστῶν καὶ τόνωσε τὶς πεποιθήσεις μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ πολεμική του. Ἡ πεζογραφία κέρδισε κι ἔδωσε ἀφορμὴ στοὺς πρωτοπόρους νὰ δοκιμάσουν τὶς δυνάμεις τους καὶ στὸν πεζὸ λόγο. Κι ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους ἦταν κι ὁ Παλαμᾶς, «ὁ ἐθνικότερος καὶ πατριωτικότατος τῶν ποιητῶν τῆς ἐποχῆς», ὅπως τὸν εἶχε ὀνομάσει ὁ Βλάσης Γαβριηλίδης. Βέβαια γιὰ νά ῾μαστε δίκαιοι – ὁ Χριστοβασίλης, ὁ Ἐφταλιώτης, ἀκόμα κι ὁ Καρκαβίτσας, εἶχαν ἀρχίσει νὰ γράφουν διηγήματα στὴ δημοτική.

Νά, ὅμως, κι ὁ Παλαμᾶς στὰ 1891 δημοσιεύει στὴν «Ἑστία» τὸ διήγημα Ὁ Θάνατος τοῦ παλικαριοῦ, ποὺ στάθηκε καὶ τὸ ἀριστούργημά του, παρόλο ποὺ ἔγραψε ἀργότερα κι ἄλλα διηγήματα. Οὐσιαστικὰ τὸ διήγημα αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ ὀνομαστεῖ σὰν ἕνα ἔπος στὸν πεζὸ λόγο, ποὺ συνεχίζει στὴν πρόζα τὶς ἰδέες τοῦ ποιητῆ γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση τῆς χώρας. Ἐπιστροφὴ στὸ λαὸ καὶ τὴ δημοτικὴ παράδοση. Τὸ ἡρωικὸ πνεῦμα τῆς Ρούμελης, ἡ λεβεντιά, τὰ νιάτα, ἡ μητρικὴ ἀγάπη, ἡ ἀφοσίωση, ὁ καημὸς τέλος τοῦ Μήτρου, τοῦ ἥρωα τοῦ διηγήματος, γιὰ τὴ χαμένη ὀμορφιὰ καὶ ἀρτιότητα τῆς σωματικῆς του διάπλασης ἀναπηδοῦν σὲ κάθε σελίδα του. Μὰ σύγχρονα καὶ οἱ προλήψεις τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ἀντιπάθεια πρὸς τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν ἀλήθεια, ὅλα μαζὶ ἀπαρτίζουν τὸ σύνολο τοῦ διηγήματος. Μὲ τὸ διήγημα αὐτὸ ὁ Παλαμᾶς θέλησε νὰ στηλιτεύσει τὴν πραγματικότητα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ἡ ἡρωικὴ ψυχὴ τῆς Ἑλλάδας κλείνεται μέσα στὴ λεβέντικη ψυχὴ τοῦ Μήτρου. Ὅπως ἐκεῖνος σαπίζει πάνω στὸ κρεβάτι του, θύμα τῶν κομπογιαννίτικων γιατρῶν, ἔτσι καὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι θύμα τῆς πολιτικῆς ψευτιᾶς καὶ ἀκολασίας, τῶν κοινωνικῶν προλήψεων καὶ τῶν φανατισμῶν χωρὶς περιεχόμενο, μὲ μόνο τὸ πάθος γιὰ ὁδηγό. Ἡ γλώσσα τοῦ διηγήματος εἶναι ρουμελιώτικη, πλουτισμένη μὲ ἄπειρα στοιχεῖα δανεισμένα ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἰδιώματα, μ᾿ ἐκλεκτικότητα καὶ καλαισθησία. Καὶ τόσο καλὰ τοποθετημένα ποὺ θυμίζουν ἔμμετρο καὶ ὄχι πεζὸ λόγο. Ἔτσι, «Ὁ θάνατος τοῦ παλικαριοῦ», εἶναι ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ γράφτηκε, μὰ καὶ σήμερα ἀκόμα, κάτι τὸ μοναδικὸ γιὰ τὴ νεοελληνικὴ πεζογραφία. Ἀκόμα κι ὁ Ψυχάρης, ποὺ στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀπαρνήθηκε τὸν Παλαμᾶ, τὸ διήγημα αὐτὸ τὸ θεωροῦσε πραγματικὸ ἀριστούργημα. Ὁ πεζογράφος Παλαμᾶς ποτὲ δὲν θὰ ξαναγράψει πεζὸ κείμενο μὲ τέτοια γλώσσα καὶ τέτοια παραστατικὴ δημοτικὴ μουσική. Ἡ καταπληκτική του ἐξέλιξη θὰ φανεῖ πιὰ στὸ στίχο, ὄχι στὴν πρόζα. Ἀπ᾿ ἐδῶ καὶ πέρα ὁ ποιητὴς ὅλο κι ἀνεβαίνει στὸν Παρνασσὸ γιὰ νὰ φτάσει στὴν κορφή του μὲ τὸ Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου, καὶ νὰ γίνει ὁ «ποιητὴς τοῦ καιροῦ του καὶ τοῦ Γένους του», ὅπως ἔγραψε κι ὁ ἴδιος.

Τὸ 1897 ὁ Παλαμᾶς διορίζεται Γενικὸς Γραμματέας τοῦ Πανεπιστημίου. Ὁ διορισμός του ἦταν ἄσχετος πρὸς κάθε πολιτικὸ μέσο καὶ ὑπαγορεύτηκε ἀπὸ τιμητικὴ διάθεση πρὸς ἕναν ποιητή, ποὺ ὁλοένα κέρδιζε καὶ μεγαλύτερη θέση στὸν ἑλληνικὸ Παρνασσό. Κι ὅμως, ἡ ὑπαλληλική του αὐτὴ ἐξάρτηση – ποὺ τοῦ ἔδινε κάποια οἰκονομικὴ ἀξιοπρέπεια – τοῦ στάθηκε πολλὲς φορὲς ἐξαιρετικὰ δύσκολη. Πολέμησε γιὰ τὶς ἰδέες του μὲ φιλοσοφικὴ ἐγκαρτέρηση καὶ δὲν σάλεψε βῆμα ἀπὸ τὸ μετερίζι του. Κι ὅταν ὅλοι ξεσηκωμένοι ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς δημαγωγοὺς καὶ τὸν πνευματικὸ σκοταδισμὸ (Μιστριώτης κ.ἄ.), ὅταν τὸ κράτος κι ἡ ἐκκλησία καὶ σχεδὸν τὸ Ἔθνος ὁλόκληρο, παρασυρμένο ἀπὸ τὸ πάθος ἐξεγέρθηκε στὰ Εὐαγγελικὰ (1901) καὶ Ὀρεστειακὰ (1903) μὲ ἀφορμὴ τὴ μετάφραση τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τοῦ Ἀγαμέμνονα, τῆς Ὀρέστειας τοῦ Αἰσχύλου στὴ δημοτικὴ γλώσσα, μόνος ὁ Παλαμᾶς ἔμεινε στὶς ἐπάλξεις, παρὰ τὶς ἀπειλές, τὶς καταδιώξεις καὶ τοὺς ἐξευτελισμούς. Εἶχε τὴ δύναμη, καὶ τότε ἀκόμα, νὰ διακηρύξει μεγαλόφωνα, ὅταν τὸν σταμάτησε ὁ ὄχλος τῆς Ἀθήνας, τὸ πολυσήμαντο καὶ ἐπικὸ ἐκεῖνο «Εἶμαι δημοτικιστὴς καὶ τὸ καυχῶμαι»!.

«Κι ὅταν ὁ Ψυχάρης ἡσύχαζε στὸ Παρίσι – γράφει ὁ Φάνης Μιχαλόπουλος – κι ὁ Πάλλης, ὁ Ἑφταλιώτης κι ὁ Βλαστὸς ζοῦσαν πλούσια στὶς Ἰνδίες κι οἱ ἄλλοι δημοτικιστὲς τά ῾στριβαν καὶ κρύβονταν, μόνος ὁ Παλαμᾶς δέχτηκε ὅλα τὰ χτυπήματα καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Πολιτείας καὶ δυστυχῶς καὶ τῆς κοινωνίας, μ᾿ ἐλάχιστες ἑξαιρέσεις. Ἦταν πεπρωμένο αὐτὸς ὁ μικροκαμωμένος ἄνθρωπος… νὰ σταθεῖ ἀλύγιστος καὶ νὰ ὑψωθεῖ σὲ πραγματικὸ ἥρωα τῆς ἰδέας τοῦ δημοτικισμοῦ, κατὰ τὴν κρίσιμη ἐκείνη στιγμή. Ὁ Παλαμᾶς κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀνέβηκε στὸ ψηλότερο βάθρο τοῦ ἥρωα καὶ τοῦ μάρτυρα, μόνος αὐτός».

«Κατάλαβε βαθιὰ τὴν ἀποστολή του – γράφει ὁ Μάρκος Αὐγέρης – καὶ δείχτηκε πνευματικὸς ἥρωας καὶ ὁδηγὸς πανάξιος, ἀποφασιστικὸς μ᾿ ὅλη τὴ φυσική του ἀσθενικότητα, ἀδίστακτος μ᾿ ὅλη τὴν κοινωνική του συστολή, ἄφοβος μπροστὰ στὴν ἀλήθεια καὶ στὸ χρέος». Τὴν πίκρα του αὐτῆς τῆς ἐποχῆς μᾶς τὴν ἔδωσε στοὺς παρακάτω σφοδρούς, ἐπιτιμητικοὺς καὶ καυτεροὺς στίχους γιὰ τὴν ἐγκατάλειψη ἀπ᾿ ὅλους τοὺς δημοτικιστὲς καὶ τοῦ ἀγώνα καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, στὴ συλλογή του Ἀσάλευτη ζωή:



Τὸ χέρι τ᾿ ἀκριβό της Ὁδηγήτρας μου
ποῦ μὲ κρατοῦσε, ἀνοίχτηκε πρὸς ἄλλα χάδια… Μόνος.
Σὲ βάθη μυστικὰ περνοῦνε ἀστράφτοντας,
τῶν ἀσκητάδων ὁ χορός, τοῦ μαρτυρίου ὁ θρόνος.Φωτιά ῾βαλαν, τὸ κάψανε τὸ σπίτι μου
καὶ σύντριψαν τὴ λύρα μου μὲ τὴ βαθιὰ ἁρμονία.
Τὴν Πολιτεία δυὸ Λάμιες τὴ ρημάζουνε:
ἡ λύσσα τοῦ καλόγερου καὶ τοῦ δασκάλου ἡ μανία…

Μόνος. Ἕν᾿ ἄδειο ἀπέραντο τριγύρω μου,
καὶ μιᾶς πολέμιας χλαγοῆς ἀσώπαστη φοβέρα.
Κι ὅταν ἐκείνη κατακάθεται,
μόνος, θανάσιμη σιωπὴ παγώνει πέρα ὡς πέρα.
Μόνος. Μ᾿ ἀρνήθηκαν οἱ σύντροφοι,
κι ἀπὸ τὸ πλάι μου γνωστικὰ τ᾿ ἀδέρφια τραβηχτῆκαν.
Μ᾿ ἔδειξε κάποιος, – Νάτος! – Κατ᾿ ἐπάνω μου
γυναῖκες, ἄντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλιά, ριχτῆκαν.

Μὲ ὅλους ὅμως τοὺς κατατρεγμοὺς ὁ ἐθνικὸς ποιητὴς δὲν κλονίστηκε. Γνώριζε πὼς ὁ δημοτικισμὸς δὲν ἦταν ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν ἐπικράτηση μονάχα τῆς δημοτικῆς γλώσσας, ἀλλ᾿ ἀγώνας εὐρύτερος γιὰ τὴν κοινωνικὴ καὶ πνευματικὴ ἀπελευθέρωση τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ κράτους ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τοῦ παρελθόντος καὶ τὰ δεσμὰ τῶν προλήψεων, σ᾿ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς. Ἔτσι ὁ Παλαμᾶς γίνεται ἡ φωνὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ποὺ ἀγκαλιάζει ὁλόκληρη τὴν ἑλληνικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, γίνεται ὁ ἐθνικὸς βάρδος, μὲ ὅλη τὴ σημασία τῆς λέξης, ποὺ ἀγωνίζεται μὲ τὸ στίχο καὶ μὲ τὸ λόγο ἀδιάκοπα, γιὰ τὴν ἀναγέννηση τῆς πατρίδας του καὶ τὴ συμφιλίωσή της μὲ τὸν πολιτισμὸ τῆς Εὐρώπης.

Μὲ τὴν πρώτη ποιητικὴ συλλογή του, «Τὰ τραγούδια τῆς Πατρίδας μου», ὁ ποιητὴς ἔκαμε ἐξαιρετικὴ ἐντύπωση, καὶ γιὰ τὴ ζωντανὴ ποιητική του γλώσσα καὶ γιὰ τὸν πλοῦτο τῶν θεμάτων του. «Τὰ τραγούδια τῆς Πατρίδας μου», φέρνουν μέσα τους τὸν νέο λυρισμὸ καὶ τὴν ἔντεχνη παλαμικὴ τελειότητα. Ἀπὸ τὴν πρώτη του αὐτὴ συλλογὴ ἀναγνωρίζει κανεὶς ποιὰ εἶναι τὰ μεγάλα θέματα, ποὺ θὰ θρέψουν τὸ λυρισμὸ τοῦ ἐθνικοῦ ποιητῆ: ἡ ἔγνοια τῆς πατρίδας, τὸ τραγούδι τοῦ λαοῦ, τὸ ὑλικὸ τῆς ἱστορίας. Ἀπὸ τὴν πρώτη συλλογὴ καταπιάνεται μὲ τὰ ποικίλα μέτρα καὶ ρυθμικὰ γυμνάσματα, ποὺ θὰ τὸν ἀναδείξουν ἀργότερα τὸν ἄφταστο καὶ ἀξεπέραστο δάσκαλο στὴν τέχνη τοῦ ἑλληνικοῦ στίχου. Ἀκολουθεῖ ὁ «Ὕμνος πρὸς τὴν Ἀθηνᾶν» καὶ ὕστερα ἢ συλλογὴ «Τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου», ποὺ βραβεύτηκε στὸν Φιλαδέλφειο ποιητικὸ διαγωνισμό. Ὁ στίχος του πιὰ γίνεται πλουσιότερος, καὶ τὸ ὕφος του λυρικότερο καὶ εὐγενέστερο. Στὸ ποίημα Ἀσκραῖος καὶ στὸ μικρότερο τὸν Ὀλυμπιακὸ Ὕμνο, ἀσκεῖται στὸ ἀρχαιότροπο ὕφος, μὲ τὴ λιτότητα τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ.

Καὶ ἡ ἀνοδικὴ πορεία τοῦ τραγουδιοῦ τοῦ ποιητὴ φτάνει στοὺς «Ἴαμβους καὶ Ἀνάπαιστους» καὶ ὕστερα στὸν «Τάφο», σὲ πρωτόφαντη μορφικὴ τελειότητα, ποὺ θεμελιώνει γιὰ πάντα τὴν ὑπόστασή του ὡς δημιουργοῦ καὶ μεγάλου τεχνίτη. Στοὺς «Ἴαμβους καὶ Ἀνάπαιστους» ἡ πλαστικότητα στὴν ἔκφραση, ἡ λαμπρότητα τῶν εἰκόνων, συνταιριαγμένη μὲ τὴν ποικιλία τῶν ρυθμῶν, δημιουργοῦν μία κλασικὴ διαύγεια καὶ μία τέτοια ἐξισορρόπηση τῶν ποιητικῶν στοιχείων, ποὺ ἡ ποίηση ξαναβρίσκει τὴν αὐθεντική της συγγένεια μὲ τὴν ἀρχαία. Γιὰ τοὺς «Ἴαμβους καὶ Ἀνάπαιστους» ὁ Jean Moreas (Ἰωάννης Παπαδιαμαντόπουλος) ἔγραψε μὲ θαυμασμὸ ποὺ ξεπερνάει κάθε ὅριο: «Ὁ Παλαμᾶς ἔχει δώσει πάρα πολλὰ ἔργα. Προτιμῶ ἕνα μικροσκοπικό του βιβλίο ποὺ ἐπιγράφεται «Ἴαμβοι καὶ Ἀνάπαιστοι». Γιὰ μένα εἶναι ἀριστούργημα, πὼς ἀνταμώνονται ἀξεχώριστα τὸ παθητικὸ καὶ τὸ συνηθισμένο! Ἡ τέχνη ποὺ ξέρει τί θέλει, ἀκριβόλογη, γεμάτη χάρη!». Στὴ συλλογὴ αὐτὴ ὑπάρχει καὶ τὸ περίφημο τραγούδι «Καβάλα πάει ὁ χάροντας τὸ Διγενῆ στὸν Ἅδη…».

Στὸ πολύστιχο ποίημά του «Τάφος», ἕνα ἀπροσδόκητο γεγονός, ὁ θάνατος τοῦ τετράχρονου παιδιοῦ του Ἄλκη, ἔδωσε ἀφορμὴ στὸν ποιητὴ νὰ μοιρολογήσει τὸ χαμό του καὶ γενικότερα τὸ θάνατο, μὲ κάποιους ἀγνώριστους καὶ πρωτάκουστους ἤχους, ποὺ ἀγγίζουν ὅλες τὶς καρδιές, καθολικεύουν τὸ προσωπικὸ αἴσθημά του καὶ τὸ κάνουν κοινὸ γιὰ ὅλους τοὺς πονεμένους ἀνθρώπους.

Στὰ 1903, ὁ Παλαμᾶς ἐκδίδει τὸ μοναδικὸ θεατρικό του ἔργο τὴν «Τρισεύγενη», ἕνα ποιητικὸ δράμα, γραμμένο στὸ πρότυπό του «Ἐρωτόκριτου», ποὺ ἡ κυριαρχικὴ ἰδέα του εἶναι ἡ ἀναγέννηση, ἡ καλυτέρευση καὶ ἡ πρόοδος, τὸ γκρέμισμα τῶν παλιῶν ἀξιῶν, τὸ κοινωνικὸ καὶ πολιτιστικὸ ἀνέβασμα τοῦ λαοῦ καὶ ἡ πραγματικὴ λευτεριά του. Τὸ ἔργο, βέβαια, δὲν ἔχει μεγάλη δραματικὴ πλοκὴ καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται στὰ δεδομένα τῆς σκηνικῆς τέχνης. «Τὸ δράμα δὲν ἔγινε μὲ τὸ μονάκριβο σκοπὸ νὰ παρασταθεῖ» ἔγραψε ὁ ἴδιος. Ἔγινε γιὰ νὰ δημιουργήσει ἀνησυχίες καὶ νὰ ἐνισχύσει τὰ πνεύματα πρὸς μία κοινωνική, καὶ μία πνευματικὴ ἀναγέννηση τοῦ Ἔθνους.

Τὸν ἑπόμενο χρόνο 1904, ὁ ποιητὴς κυκλοφόρησε μία νέα ποιητικὴ συλλογὴ μὲ τὸν τίτλο «Ἀσάλευτη Ζωή», στὴν ὁποία συμπεριέλαβε πολλὰ ποιήματα, κι ἀνάμεσά τους τὶς περίφημες «Ἑκατὸ Φωνές», ἑκατὸ ὀχτάστιχα, ποὺ εἶναι ἀπὸ τὰ μουσικότερα καὶ λυρικότερα ποιήματα τῆς συλλογῆς. «Μέσα στὰ ποιήματα τῆς «Ἀσάλευτης Ζωῆς» – γράφει ὁ Φάνης Μιχαλόπουλος – βρίσκουμε τὸν πατριώτη καὶ τὸν διεθνιστή, τὸν γκρεμιστῆ καὶ τὸν πλάστη, τὸ θρῆσκο καὶ τὸν ἄθεο, τὸν εἰδωλολάτρη καὶ τὸ χριστιανό, τὸν ἀηδιασμένο ἀπὸ τὸ παρὸν καὶ τὸν ὁραματιστὴ τοῦ μέλλοντος, ἑνὸς μέλλοντος ἐλπιδοφόρου τὸ δημιουργὸ μιᾶς νέας ζωῆς (…). Κι ἂν ὅλες οἱ μεταγενέστερες ἢ προγενέστερες συλλογές του χάνονταν, κι ἔμενε μονάχα ἡ «Ἀσάλευτη Ζωή», ἀρκοῦσε αὐτὴ γιὰ νὰ τὸν ἀποθανατίσει καὶ νὰ μᾶς περισώσει ἀνάγλυφο τὸν Παλαμᾶ ὅλων τῶν ἐποχῶν».

Καὶ ἐρχόμαστε τώρα στὰ δυὸ ἀριστουργηματικὰ ποιητικὰ σύνολα τοῦ Παλαμᾶ: «Ὁ Δωδεκάλογος τοῦ Γύφτου» (1907) καὶ «Ἡ Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» (1910). Καὶ τὰ δυὸ ποιήματα ὁ ποιητὴς τὰ δούλευε ἀπὸ καιρό, ἴσως πρὶν ἀπὸ τὸ 1900. «Ὁ Δωδεκάλογος τοῦ Γύφτου» δημοσιεύτηκε πρὶν ἀπὸ τὴ «Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» κι ὅμως εἶναι ὑστερότοκος. Μᾶς τὸ λέει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής. «Ἡ Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» εἶναι ἡ ἀναβίωση τοῦ ἡρωικοῦ πνεύματος στὴν πατρίδα του, εἶναι ἕνα τραγούδι ἐπικό, μὲ σκοπὸ τὸ ξύπνημα τοῦ ἡρωικοῦ πνεύματος (ὕστερα μάλιστα ἀπὸ τὸ φιάσκο τοῦ 1897), ἕνας ἀπέραντος ὕμνος πρὸς τὸν πόλεμο, γιὰ τὸ ξεσκλάβωμα τῶν ἑλληνικῶν περιοχῶν πέρα ἀπὸ τὴ Θεσσαλία, γιὰ τὰ μεγάλα ἰδανικά μας. Μέσα στοὺς δώδεκα λόγους τῆς «Φλογέρας τοῦ Βασιλιᾶ», τῆς μεγάλης αὐτῆς ἐποποιίας ἢ ραψωδίας, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ ἴδιος, προσπαθεῖ νὰ ζωντανέψει τὶς μεγάλες μορφὲς τοῦ παρελθόντος, καὶ μὲ τὸ παράδειγμά τους νὰ συνεπάρει καὶ νὰ ἐνθουσιάσει τὸ πνεῦμα τῶν Ἑλλήνων. Σὲ ὅλο τὸ ποίημα ἕνα πρόσωπο ἢ καλύτερα ἕνα ὄργανο μιλάει μὲ τὸ στόμα τοῦ ποιητῆ: ἡ φλογέρα τοῦ βασιλιᾶ. Περιγράφει τὶς πόλεις, τὰ διάφορα μέρη, τοὺς πολέμους, τὶς θάλασσες καὶ τὰ βουνὰ τῆς Ἑλλάδας μὲ τόση μουσικότητα καὶ λυρισμό, ποὺ μαγεύει τὸν ἀναγνώστη. Ποιὸς δὲν νιώθει βαθιὰ συγκίνηση, ὅταν περιγράφει τὴν Ἀθήνα στὸν ἕβδομο Λόγο:

«Πρωί, καὶ λιοπερίχυτη καὶ λιόκαλη εἶναι ἡ μέρα,
κι ἡ Ἀθήνα ζαφειρόπετρα στῆς γῆς τὸ δαχτυλίδι.
Τὸ φῶς παντοῦ κι ὅλο τὸ φῶς, κι ὅλα τὸ φῶς τὰ δείχνει..».

Στὸν ἔνατο Λόγο, ποὺ εἶναι ἕνας ὕμνος στὸ πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ συμβολίζεται μέσα στὴ ζωὴ τῆς Θεοτόκου, ὁ ποιητὴς ἀφιέρωσε τέτοιους στίχους ποὺ μοιάζουν σὰν τὰ ὡραιότερα τροπάρια τῆς ἐκκλησίας μας:

«Μητέρα τῶν ἀνέλπιδων κι ὅλου τοῦ κόσμου σκέπη,
νικήτρια Ἐσὺ τῆς Ἀθηνᾶς καὶ σκέπη τῆς Ἀθήνας!
Στὸν πόλεμο ὁδηγήτρια Ἐσύ, μεσίστρα στὴν εἰρήνη,
Ὑπέρμαχη. Στρατήγισσα, σ᾿ Ἐσὲ τὰ νικητήρια!».

Στὸν ἑνδέκατο Λόγο ὁ ποιητὴς ξαναφέρνει μπρὸς στὰ μάτια μας τὴν εἰκόνα τοῦ Διγενῆ Ἀκρίτα καὶ μᾶς διηγεῖται τοὺς μεγάλους ἀγῶνες του. Μὲ τοὺς στίχους του αὐτοὺς τονώνει τοὺς ἀπελπισμένους καὶ φλογίζει ὅλες τὶς ἑλληνικὲς καρδιές:

«Ὅπου κλεισούρα καρτερῶ καὶ στέκουμαι ὅπου πόρτα,
κι ὅλο κρατῶ τ᾿ ἀπόμακρα μὲ τὴ γυμνὴ ρομφαία
τῆς Ρωμιοσύνης τὸν ἐχθρό…».

Καὶ τὸ ποίημα τελειώνει μ᾿ ἕναν ὕμνο γιὰ τὸν μεγάλο θρύλο τοῦ Μαρμαρωμένου βασιλιά.

Ἂν ἡ «Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» εἶναι τὸ σάλπισμα γιὰ τὴν ἀναβίωση τοῦ ἡρωικοῦ πνεύματος, ὁ «Δωδεκάλογοs» εἶναι ἡ κραυγὴ γιὰ τὴν ἀπολύτρωση τῆς ἀνθρωπότητας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῶν ἠθικῶν καὶ κοινωνικῶν προλήψεων, καὶ τὴ δημιουργία ἑνὸς νέου Γένους ἀνθρώπων, ἐλεύθερων, ἀνώτερων καὶ πιὸ εὐτυxισμένων. Ὁ ἴδιος ὁ Παλαμᾶς μιλώντας γιὰ τὸ «Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου» τὸν θεώρησε ὡς, τὸ ὁλοκληρωτικὸ τῶν ἰδεῶν του ποίημα. Ἔχουν γραφεῖ δεκάδες κριτικὲς γιὰ τὸν «Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου», στὶς ὁποῖες καθένας τὸν κρίνει ἀπὸ τὴ σκοπιά του, χωρὶς νὰ ὑπάρξει ἀκόμα συμφωνία. Αὐτὸ δείχνει πὼς ὁ «Δωδεκάλογος τοῦ Γύφτου» μένει ἀγέραστος ἀπὸ τὰ χρόνια καὶ πάντα νέος καὶ ἄξιος θαυμασμοῦ. Ἔτσι, δίκαια εἰπώθηκε ὅτι εἶναι τὸ χαρακτηριστικότερο καὶ τὸ θαυμασιότερο ἐπίτευγμα τοῦ ἑλληνικοῦ λυρικοῦ Λόγου. Γιατί, ὁ «Δωδεκάλογος τοῦ Γύφτου» ἀποτελεῖται ἀπὸ ὑπέροχα λυρικὰ κομμάτια, μερικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπὸ τὰ ἀνώτερα ποὺ ἔχουμε στὴ γλώσσα μας, δόξα ὄχι μόνο του ἑλληνικοῦ μὰ καὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ λυρισμοῦ. Στοὺς δώδεκα Λόγους τοῦ «Δωδεκάλογου τοῦ Γύφτου», ὁ Παλαμᾶς πραγματοποίησε πέρα ὡς πέρα τὸ Πλατωνικὸ ἀξίωμα, «Μουσικὴν ποίει καὶ ἐργάζου», ποὺ πρόταξε στὸ ἔργο. Σὰν ἀπὸ μακρινὲς κι ὁλόφωτες χῶρες ἀκοῦμε νὰ φτάνουν ὡς ἐμᾶς οἱ πρωτάκουστες μελωδίες τοῦ κατ᾿ ἐξοχὴν μουσικοῦ αὐτοῦ συνθέματος.

«Δὲν σταμάτησε καμιὰ πηγὴ – γράφει ὁ Φάνης Μιχαλόπουλος – δὲν ἔκλεισε καμιὰ βρύση ἀπὸ τὴν πλούσια νερομάνα τῆς ψυχῆς του, τὴ μουσική. Κι ἔτσι πλημμύρισε τὸ τραγούδι του ἀπὸ μελωδίες καὶ συγχορδίες. Καὶ μία τέτοια ρυθμικὴ καὶ μετρικὴ ταίριαξε, σ᾿ ἕνα τόσο ποικίλο περιεχόμενο, τόσο ὑψηλὸ καὶ μεγαλόπνοο».

Ὁ Παλαμᾶς, ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ ἔκλεισε τὰ μάτια, δὲν ἔπαψε νὰ πρωταγωνιστεῖ στὴ φιλολογικὴ κίνηση καὶ νὰ δημοσιεύει ὅλο καὶ νέα ἔργα. Ἀναγνωρισμένος ἀπ᾿ ὅλους ὡς ὁ Ἀρχηγός, ὁ Δάσκαλος, ὁ Ὁδηγητής, ὁ Πατριάρχης τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων. Ἐπὶ ἑξήντα χρόνια κράτησε τὴ δάδα τοῦ πνευματικοῦ ἱεροφάντη, μυώντας στὰ μυστήρια τῆς ζωῆς καὶ τῆς τέχνης τρεῖς ὁλόκληρες γενεές. Πολὺ πρὶν κλείσει τὰ μάτια του, εἶχε περάσει στὴν ἀθανασία, σὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους Ἕλληνες τῶν τελευταίων χρόνων. Ἡ Δόξα του δὲν ἦταν πιὰ ἑλληνική, μὰ εὐρύτερη. Ὁ Παλαμᾶς εἶχε νωρὶς μεταφραστεῖ καὶ τὸν γνώριζε καλὰ τὸ Εὐρωπαϊκὸ κοινό. Γιὰ τὴν εὐρωπαϊκὴ αὐτὴ ἀναγνώρισή του καὶ τὴ δόξα του, θὰ μποροῦσε νὰ τὸν προσφωνήσει κανεὶς μὲ τοὺς στίχους τοῦ «Ἀσκραίου», ποὺ περιέχονται στὴ συλλογὴ «Ἀσάλευτη Ζωή», ποὺ λὲς καὶ γράφτηκαν γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴ ζωή του:

«Βασανισμένε, ταπεινέ, καὶ λυτρωμένε, καὶ ἴσε!
Σὲ ξέρω, εἶναι τὸ στόμα σου τῆς ἁρμονίας κρουνιᾶ,
Θνητέ, ἂν δὲν ἔγινες Θεός, ἄνθρωπος πιὰ δὲν εἶσαι,
γιατί νοεῖς τ᾿ ἀθάνατα καὶ ζεῖς μαζὶ μ αὐτά…»

Καὶ ὅταν ὁ ποιητὴς ἔβλεπε γύρω του νὰ σκεπάζει τὰ πάντα ἡ μαυρίλα καὶ τὸ χάος τῆς ἀπελπισίας, ἄφηνε τὰ τραγούδια του γιὰ τὴν Ἱστορία, τὴ Φιλοσοφία, τὴν Ἐπιστήμη, καὶ τὸν Ἐθνικισμό, καὶ ἅρπαζε τὸ φραγγέλιο γιὰ νὰ μᾶς ξυπνήσει ἀπὸ τὸ λήθαργο. Μὲ βαριὲς φράσεις, μὲ πικρόχολες βρισιές, μᾶς ἐλέγχει καὶ προσπαθεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει πάλι στὸ δρόμο τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς τιμῆς. Ἀπὸ τὸ 1910 κι ἔπειτα ὁ Παλαμᾶς δὲν μᾶς ἔδωσε πιὰ μεγάλα ποιήματα, ὅπως τὴ «Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» καὶ τὸν «Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου». Ξαναγύρισε στὸ κομματιασμένο, μικρότερο καὶ γοργὸ λυρικὸ τραγούδι, κι ἔγραψε μερικὰ ἀπὸ τὰ αἰσθαντικότερα καὶ τρυφερότερα ποιήματα ποὺ ἔχουμε στὴ γλώσσα μας. Ἀπὸ τὸ 1913 κι ἐδῶθε τύπωσε ἑφτὰ ἀκόμα ποιητικὲς συλλογές: «Καημοὶ τῆς Λιμνοθάλασσας», «Βωμοί», «Παράκαιρα», «Δεκατετράστιχα», «Σκληροὶ καὶ δειλοὶ στίχοι», «Ὁ κύκλος τῶν τετραστίχων», «Περάσματα καὶ χαιρετισμοί», «Ξαντονισμένη μουσικὴ» (μεταφράσεις ξένων ποιητῶν).

Ἡ ποίηση τοῦ Παλαμᾶ εἶναι ἕνας ὠκεανός, ὅπου συναντιοῦνται τὸ ἐπικὸ καὶ τὸ λυρικό, τὸ δραματικὸ καὶ τὸ φιλοσοφικό. Δοκίμασε ὅλους τοὺς ρυθμοὺς καὶ τὰ μέτρα, ὅλες τὶς ἐμπνεύσεις καὶ τραγούδησε τὸ αἰώνιο καὶ τὸ πρόσκαιρο, τὸ μεγάλο καὶ τὸ μικρό, τὸ προσωπικὸ καὶ τὸ ἀντικειμενικό. Τρυφερὸς καὶ λεπτός, ζωγραφικὸς καὶ αἰσθηματικὸς στὰ λυρικά του ποιήματα, ξέρει, ὅμως, κυρίως νὰ γίνεται μεγαλόπνευστος καὶ προφητικὸς μὲ τὰ μεγάλα ποιητικά του συνθέματα. Μέσα σ᾿ αὐτὰ περνάει ἡ δόξα καὶ ἡ τέφρα, ἡ αἴγλη καὶ τὰ ἐρείπια, ἡ μοίρα καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδας, τῆς αἰώνιας Ἑλλάδας ἀρχαίας – βυζαντινῆς – τουρκοκρατούμενης – ἐπαναστατημένης, ἐλευθερωμένης.

«Ὅπως ἡ συνείδηση τοῦ λαοῦ του – γράφει ὁ Κ. Τσάτσος, πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας – ἔχει καὶ ἡ δική του ἕνα βαθύτατο ἄρωμα βυζαντινοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ μεσαιωνικῆς μυστικοπάθειας. Ἔχει ἀκόμα ἕνα στρῶμα ὅπου κλείνεται ὅλη ἡ θλίψη τῆς πολυαίωνης δουλείας, καὶ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἀπὸ κάτω κρύβεται ὁ ἀρχαῖος κόσμος. Ἡ θέα τῆς Ἀττικῆς, σὲ ὅποιαν ὥρα, εἶναι ἡ μόνη ποὺ τὸν ἀπαλλάσσει ἀπ᾿ ὅλα, αὐτὰ τὰ ὑπερκείμενα στρώματα, τὸν κάνει ἐθνικὸν στὴν πίστη, κλασικὸν στὴ μορφή, Ἕλληνα δεμένον μὲ τὸ Λόγο μὲ τὴ χθόνια ζωή, τὴν εὐδαιμονία καὶ τὴν τραγικότητά της».

«Γόνιμος καὶ πολύπλευρος, ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς – γράφει ὁ Μιχ. Περάνθης – ἀνησυχεῖ γιὰ ὅλα τὰ ἐρωτήματα ποὺ βασανίζουν τὴν ἀνθρώπινη σκέψη. Εὐρυμαθὴς καὶ κριτικότατος, ἀνακινεῖ διαρκῶς μέσα μας καὶ νέα προβλήματα. Μᾶς γνώρισε πρόσωπα καὶ ρεύματα τῆς ξένης φιλολογίας, καὶ ἐπέβαλε μὲ τὸ κύρος του τὴ δημοτικὴ γλώσσα (…). Πρῶτος καὶ σχεδὸν μόνος, μέσα στὸ σκάφος τῶν νέων πεπρωμένων, ἔζησε τὴ θέρμη τοῦ μισοῦ αἰώνα ἑλληνικῶν ὁραματισμῶν, διερμήνευσε τὰ ἰδανικὰ τῆς γενεᾶς του καὶ ἔγινε ἡ ποιητικὴ συνείδηση τῆς φυλῆς του…».

«Ἡ πολυσύνθετη φύση τοῦ Παλαμᾶ – γράφει ὁ Μάρκος Αὐγέρης – χαράζει πλατιὰ σύνορα στὴν πνευματική μας γεωγραφία. Στὴν πνευματική μας γεωγραφία, ἂν ὁ Σολωμὸς εἶναι ἕνα ὁρόσημο σὲ ὕψος, ὁ Παλαμᾶς εἶναι ἕνα ὁρόσημο σὲ πλάτος. Ὁ Παλαμᾶς εἶναι οἰκοδόμος καὶ δημιουργὸς μεγάλων κτισμάτων. Ἀνήκει στοὺς Πατέρες τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς κι ἔθρεψε καὶ θὰ θρέψει γενιές. Εἶναι ἕνας πνευματικὸς Ἐθνάρχης ἀπὸ τοὺς πιὸ αὐθεντικούς, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους χτίστες τοῦ σημερινοῦ πνευματικοῦ μας πολιτισμοῦ. Ὁ Παλαμᾶς, ποὺ στάθηκε ἀπάνω ἀπὸ μισὸν αἰώνα ὁ πνευματικὸς φάρος τῆς χώρας, θὰ ἐξακολουθήσει νά ῾ναι πάντα, μὲ μερικὰ ζωτικὰ στοιχεῖα τοῦ ἔργου του, ἐνεργητικὴ πνευματικὴ δύναμη καὶ γιὰ τοὺς μελλούμενους καιρούς».

«Ὁ Παλαμᾶς – γράφει ὁ Κ. Βάρναλης – ἄνοιξε καινούργιους δρόμους καὶ στὴν κοινωνική μας ἐξέλιξη. Κίνησε τὸν τροχὸ τῆς ἱστορίας πρὸς τὰ μπρός, τὴν ἐποχὴ ποὺ ὅλες οἱ δυνάμεις, πολιτικές, ἐκκλησιαστικές, πνευματικές, τραβούσανε τὴν Ἱστορία μας πρὸς τὰ πίσω. Ὁ Παλαμᾶς βρισκόταν μὲ τὴν καρδιὰ καὶ μὲ τὸ νοῦ σὲ ἄμεση καὶ ἀδιάκοπη συνάφεια καὶ μὲ τὰ τωρινὰ συμβάντα καὶ μὲ τὰ μελλούμενα. Ὁ Παλαμᾶς ἐπὶ ἑξήντα χρόνια ἦταν ἡ «ἐθνικὴ φωνή». Τὸν ὀνομάζει: «Πνευματικὸ πατέρα ὅλων» καὶ ὑπογραμμίζει:

«Ὅλοι πατήσανε στὰ φτερά του γιὰ νὰ πρωτοπετάξουν». Παρατηρεῖ ἀκόμα : «Ὁ Παλαμᾶς δὲν ἦταν μονάχα ἕνας ποιητὴς καινοτόμος μὲ πλατιὲς ἀντιλήψεις, δὲν εἶχε μονάχα τὴν ὑπέρτατη ἀρετὴ τοῦ λόγου καὶ τοῦ ἤθους. Ἦταν, καὶ προπαντός, μέγας γλωσσοπλάστης. Τὸ ἔργο του τὸ ποιητικό, τὸ πεζογραφικὸ καὶ τὸ κριτικὸ εἶναι ἀπέραντο».

Τέτοιος ὑπῆρξε ὁ Παλαμᾶς, ἕνας ἀληθινὸς Τιτάνας τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, ποὺ ἡ μορφή του θὰ φαντάζει πάντοτε ἀνάμεσα στὶς φωτεινότερες, μέσα στὸ πνευματικὸ Πάνθεο τῶν νεοτέρων χρόνων.


ΑΒΕΡΩΦ

ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi9AYAjQboFh1_5M3bFMvoiwdv6qY5bDyiuBuwvPV3Yjtp1ZG3BAXNnY5CWdpxeWu7FvNRIyWEpe_RHBqBZHx93XDCYKW4LJe3j_4jgmwduvaKGVqaTsCSNu7bWjJSewd6rxVoBPh5kloo/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters