Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ : ΤΟ ΕΘΝΟΣ, ΟΙ ΤΑΞΕΣ ΚΑΙ Ο ΕΝΑΣ


Από τότε που διάβαζα το βιβλιαράκι που επιγράφεται «Το Κοινωνικόν μας ζήτημα», μου ήρθε να αποκριθώ ευτύς, γιατί χοροπηδούσε μέσα μου πολλή αντιλογία. Όχι πως δε λέει σωστά πράματα, μπορεί μάλιστα κι ολάκερο να είναι σωστό και λογικό. Αλλά κάτι έχει όλο το σύστημα του κ. Σκληρού, που δεν έρχεται στην ιδιοσυγκρασία […] κάτω της γραφής, κάθε φιλοσοφικό σύστημα […] αποτέλεσμα χωριστής ιδιοσυγκρασίας.

Και ο κ. Σκληρός, όπως ο κάθε άνθρωπος, είναι ψυχολογικό φαινόμενο. Και γω το ίδιο. Θα έπρεπε να βρεθεί κάποιος έξω από τον τόπο και το χρόνο, για να μας ζυγίσει όλους και να μας κρίνει. Έχουμε ο καθένας μας διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, ψυχολογίες, φιλοσοφίες, ή ίσως, καλλίτερα, είμαστε διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, ψυχολογικά φαινόμενα, φιλοσοφικά συστήματα. Τον κ. Σκληρό, ας πούμε, τον έχει ρουφήξει η ψιλόλογη επιστήμη, εμένα η πολύμορφη, η πλούσια ζωή.

Για να νοιώσεις τη φιλοσοφία ενός ανθρώπου, πρέπει πρώτα να μελετήσεις τα προηγούμενα, δηλαδή τον άνθρωπο, το ψυχολογικό φαινόμενο.

Και συμπέρασμα: όλων οι αντίληψες είναι σωστές ― γιατί είναι αναγκαίες ― και κανενός αντίληψη δεν είναι π ι ο σ ω σ τ ή.

Και δε θαπαντούσα τίποτα στο βιβλιαράκι εκείνο, αν δεν έβγαιναν παραμορφωτές του, σαν τον κ. Π. Βασιλικό.

 Έχει πολλά προτερήματα το βιβλιαράκι. Είναι χυμένο σ’ έ ν α σύστημα, έχει ενότητα και πάστρα, και γυρεύει να ταιριάξει την τωρινή ελλαδική κοινωνία (μεταχειρίζομαι τη λέξη ελλαδική ή ελλαδίνικη κι’ όχι Ελληνική, η διάκριση αυτή θα μας χρειαστεί παραπέρα), σ’ ένα κοινωνιολογικό σύστημα, γερμανικό, υποθέτω. Ίσως το σύστημα είναι όμορφο, συμμετρικό, ευχάριστο, αλλά πάντα σύστημα μένει, δηλαδή θα αφίνει και κάποιο έξω, θάχει και τα στραβά του.

Εγώ δε γνώρισα το Χέγκελ, ούτε έμαθα τι πάει να πει διαλεχτική και μεταφυσική μέθοδο. Είμαι πραχτικός άνθρωπος, Ρωμιός, Τουρκομερίτης, ραγιάς καταγίνουμαι σε πολιτικά, εδώ, στην Τούρκικη Ελλάδα, που δεν καταδέχτηκε να στοχαστεί γι’ αυτήν ο κ. Σκληρός. Ίσως εμάς δε μας καταφρόνεσε, γιατί δε θα μας γνωρίζει, αλλά περιγέλασε κείνους από τους Ελλαδίτες που καταγίνουνται με μας.

Όλα αυτά τα ονομάζει μεγάλη ιδέα!...

Το βιβλιαράκι του κ. Σκληρού το έκρινε αρκετά καλά ο Ραμάς, και συμφωνώ μαζί του σε πολλά, όπως σε τούτο: ότι ο ανοιχτός και άγριος πόλεμος αναμεταξύ μια κοινωνική τάξη και μιαν άλλη, είναι σημάδι πως διαλύνεται μια κοινωνία, αφού δεν μπορούν οι τάξες αυτές να βρουν πια κανέναν τρόπο για να τα ταιριάξουν και να ζήσουν μαζί, ― αφού αδιάκοπα, σαν εχτροί, μαλλιοτραβιούνται, ενώ μπορούσαν φιλικά να ξεδιαλίσουν τους λογαριασμούς τους, ― αφού στα άτομα δεν αρέσει σ’ άλλο τίποτα να καταγίνουνται, παρά στον ξετσίπωτο κομματικό, κοινωνικό πόλεμο μεταξύ τους. Ο κ. Σκληρός αναφέρνει τη Γαλλία, από την επανάσταση και δώθε. Μα και πριν βρίσκουνταν τάξες στη Γαλλία (όπως και στην Αγγλία είταν και είναι), που ζούσαν μ’ έναν ανταγωνισμό αναμεταξύ τους, φυσικό κι όχι υπερβολικό, και με μιαν αλληλεγγύη τέλεια.
Κοινωνικές τάξες θα βρίσκουνται πάντα στη γη επάνω, αλλού πιο ξεχωρισμένες η μια από την άλλη, άλλου λιγώτερο ξεχωριστές, και πότε θα παλεύουν λιγώτερο αναμεταξύ τους, πότε περισσότερο, πότε και καθόλου, γιατί θα έχουνε φτάσει σε μιαν ισορροπία (αλληλεγγύη φρόνιμη και σοφή), που δικαιώματα και χρέη θα είναι κανονισμένα και θα εμποδίζουν τα αλληλοφαγώματα. Είναι καιροί που ξεσπάνουν πάλι και μαλώνουν άγρια οι τάξες μεταξύ τους (και με τουφέκια και δίχως τουφέκια), είναι και καιροί που μαλώνουν ατέλειωτα και δεν μπορούν νάβρουνε ισορροπία. Αυτοί είναι οι καιροί της κοινωνικής αρρώστιας. Κι από τις τάξες όλες άλλες διοικούν κι άλλες υποτάζονται, και κάποτε τούτες ρίχνουνε κάτου τις άλλες και διοικούν αυτές.

Αυτά δεν είναι καινούρια πράματα, ούτε αξιοθαύμαστα. Πάντα έτσι είταν στις κοινωνίες και θα είναι.

Και σε τούτο συμφωνώ με το Ραμά, ότι η κοινωνιολογία είναι μπερδεμένη ακόμα, πολύπλοκη, όχι καλά μελετημένη επιστήμη, ώστε τα συμπεράσματά της δεν μπορούν ούτε πρέπει να βγαίνουν σε φετφάδες. Πολλά, πάρα πολλά στοιχεία των κοινωνιών έχουν να μελετηθούν ακόμα.

Συμφωνώ με το Ραμά και σ’ ένα άλλο: ότι ξέχασε ο Σκληρός τον α γ ρ ό τ η ν.

Αλλά θύμωσε ο Π. Βασιλικός που ο Ραμάς είπε τη γνώμη του ευσυνείδητα, και ξεσπάθωσε και χτύπησε δεξιά, και χτύπησε ζερβιά, και άφρισε, έβγαλε φλόγες από το στόμα του, πυροβόλησε στον αέρα ― για να υποστηρίξει κάποιον Μαρξ, όπως θάκανε κανένας κομματάρχης για το Μερκούρη.

Μας ερμηνεύει λοιπόν αυτό το τι θα πει ε ξ έ λ ι ξ η και π ρ ό ο δ ο....
Μα και πάλι εγώ αισθάνομαι σαν το δισταχτικό το Ραμά, που δεν ξέρει καλά καλά αν «εξέλιξη» και «πρόοδο» είναι το ίδιο πράμα. Μα εγώ παθαίνω και χειρότερα. Από μεγάλη μου στενομυαλιά, ούτε τι θα πει το καθένα χωριστά μπορώ να νοιώσω. Πρόοδο; προβαίνει, κανένας ή κάτι, κατά κάποιο σημάδι; Τι είναι αυτό το σημάδι; Άραγε μην πάει να πει προκοπή; ή μήπως κι όταν πάει να χαντακωθεί κανένας, κι αυτό το λένε πρόοδο; και γιατί να μην το λένε έτσι, αφού είναι πρόοδο να χαντακώνεται η Γαλλία, όπως χαντακώνεται; Και η λέξη « ε ξ έ λ ι ξ η » ξέρω πως πάει να πει επάνω ― κάτω αλλαγή. Την ανακάλυψαν οι Άγγλοι σοφοί του καιρού μας, για να εκφράσουν τις λογικές παραδοξολογίες τους, που μπορεί να είναι λιγάκι αλήθειες και λιγάκι ψευτιές.

Ο κ. Βασιλικός με τρομερή φούρια ξεσηκώθηκε, ανασκουμπώθηκε και ξεσπάθωσε. Η ριζοσπαστική του αυτή επαναστατική φούρια άξιζε καλλίτερο περιεχόμενο. Αν και δεν ξέρω. Ο ριζοσπάστης αυτός, μόλις έφτασε να ξεστομίσει τη λ έ ξ η «επανάσταση», βιάστηκε να βάλει αποκάτω μια σημειωσούλα για να ορμηνέψει, τον κατατρομαγμένο κοσμάκη, πως επανάσταση δε θα πει ν’ αδράξει ο λαός τα τουφέκια, παρά έχει τη «νεώτερη κοινωνική της σημασία» (;).

Αν δεν έβαζε αυτή την εξήγηση, πολλά μπορούσε να υποθέσει ο κ. Εισαγγελέας και να τονέ χώσει άξαφνα μέσα. Και ίσαμε κει δεν πήγαινε το θάρρος του κ. Βασιλικού. Αραδιάζει έπειτα πολλά ο κ. Βασιλικός, βρίζει τους Ρωμιούς γιατί δεν έχουν όρεξη να φαν πολύ, τις Ρωμιές γιατί δε γίνουνται όλες φοιτήτριες να τρέξουν, στις Ευρώπες, ― γυρεύει σιδηρόδρομους, τραμ, ηλεκτρικά και δεν ξέρω τι άλλο, γνώρισε τους βαλκανικούς λαούς και τους βρήκε καλλίτερους από μας, (πιο «προοδευτικούς» βέβαια), γιατί έχουνε μέσα στις Σκουψίνες και Σομπράνιες τους μερικούς ψευτοσοσιαλιστές, ψευτοριζοσπάστες, ψευτοφιλελεύτερους, που δεν ξέρουν τι τους γίνεται και με λίγα χρήματα ή λίγο κνούτι ακολουθούν όποιον και νάναι….

Δε βλέπω τίποτα άξιο να ενθουσιάσει κανέναν αυτού μέσα. Δεν είμαι κακόπιστος, όχι, ξέρω τι θέλετε να πήτε, ξέρω πως από τον πόλεμο αναμεταξύ στις κοινωνικές τάξες προσμένετε την αναγέννηση της μικρής Ελλάδας. Αυτό ίσως ― μ’ όλη τη μικρότητά του ― μπορούσε να ενθουσιάσει κανένα. Τι λέτε; Να δήτε άξαφνα το Ελληνικό Βασίλειο να μεταμορφωθεί μονομιάς σε Κάτω χώρες. Θα πίναμε όλοι πολλή μπίρα, θα τρώγαμε λαχαναρμιά και λουκάνικα μπόλικα, θα καπνίζαμε ηδονικά ολλαντέζικα χοντρά πούρα και θα ζούσαμε με περίσσια «ευμάρεια». Δε θα βρίσκουνταν πια κρασάδες για να τσιρίζουν και να κάνουν παράπονα στην Κυβέρνηση, ούτε να ταράζουν την ησυχία του κ. Βασιλικού, γιατί θα είχαν πνιγεί από τους μπιράδες....

― Κ’ έπειτα;….

― Ε, έπειτα «θα εβαίνομεν προς την. . . Πρόοδον».

― Ουφ! Λίγο καθαρόν αέρα, γιατί σκάνω!

Θα μιλήσω λίγο σοβαρά με τον κ. Σκληρό που τον εκτιμώ για το καθάριο μυαλό του, και την ησυχία που συζητεί όλα, και καθίζει στο κάθε τι το σύστημά του. Θα τον ήθελα μονάχα λιγάκι πιο άνθρωπο σωστό και λιγώτερο σκλάβο της επιστήμης. Σε κανενός τις θεωρίες ο άνθρωπος δεν ταιριάζει να σκλαβώνεται, ούτε στις δικές του. Και της επιστήμης υπάρχουν σύνορα. Πρέπει να τα βλέπει ο αληθινά σοφός. Από τα λόγια μου αυτά καταλαβαίνει ο αναγνώστης, πως δε μου πολυαρέσουν οι θεωρίες και τα συστήματα, ούτε και σαστίζω μπροστά στην επιστήμη, ούτε ξιππάζομαι όπως τα 999/1000 των συγκαιρινών μου Ευρωπαίων. Την επιστήμη δεν την πολυπιστεύω, και η υπερβολική πίστη του κόσμου σ’ αυτήν, μου φαίνεται εμένα σαν καμιά αρρώστια του καιρού μας ― ίσως σύμπτωμα κι αυτό ξεπεσμού μερικών λαών της Ευρώπης. Το επιστημονικό πνεύμα, αφού ξαπλώθηκε στους αρχαίους λαούς, τους έφαγε. Να δούμε μάς τι θα μας κάμει.

Μου φαίνεται πως φρόνημο θα είταν να βάζαμε κάποια σύνορα· ε μ ε ί ς, οι πολλοί, να ζούμε και να συλλογιζόμαστε ολότελα, έξω από τη μολυσμένη ατμόσφαιρα της επιστήμης, ― όσο για τους ε π ι σ τ ή μ ο ν ε ς, αυτοί να κρατούν την επιστήμη για τον εαυτό τους και ό,τι χρειαζόμαστε απ’ αυτούς να τους το γυρεύουμε. Ενώ αυτοί έχουν τώρα πλημμυρίσει τον κόσμο.

Θα μου πει βέβαια ο κ. Σκληρός: «Και λοιπόν δεν παραδέχεσαι πως θα φανερωθούν και στην Ελλάδα πόλεμοι άγριοι μια μέρα ανάμεσα στις κοινωνικές τάξες;»

Και θα του αποκριθώ: «Είμαι, κ. Σκληρέ, πολιτικός. Μεις οι πολιτικοί πηγαίνουμε σύμφωνα με τις περίστασες, ― δηλαδή βλέποντας και κάνοντας. Ο καλός πολιτικός, με το δυνατό ψυχολογικό του μάτι, προβλέπει πολλά που είναι να γίνουν, και προετοιμάζεται να τα δεχτεί, να τα διορθώσει όσο μπορεί, να τα μπαλώσει προσωρινά, να τα ξερριζώσει τελειωτικά αν μπορεί και είναι ανάγκη, να τα σπρώξει να μεγαλώσουν, να δυναμώσουν, να πάρουνε δρόμο, αν κρίνει πως έτσι πρέπει. Τι πράμα όμως κανονίζει όλες αυτές τις πράξες του; Πώς ξέρει και διαγνώνει σε κάθε περίσταση τι πρέπει; Αν είναι πολιτικός όπως χρειάζονται τα κράτη, θα έχει νόμο απαράβατο και σταθερό το αυστηρό πολιτικό συμφέρο του κράτους, δηλαδή την αυτοσυντηρησία του κράτους, και τη νίκη της εθνικής ζωής, ας είναι και εις βάρος άλλων κρατών. Αυτό ήθελαν να πουν και οι Ρωμαίοι ― οι μεγάλοι πολιτικοί ― με το salus populi suprema lex esto. Αλλά πρόσεχε δω, κύριε Σκληρέ, εδώ είναι ο κόμπος. Πρέπει λοιπόν να θυσιαστούν τα συμφέροντα της κάθε τάξης; οι προλετάριοι πρέπει, να αρρωστήσουν, να μείνουν δίχως ψωμί, γυμνοί, χωρίς σπίτια, να χαντακωθούν, να χαθούν ολότελα, να πεθάνουν; (Βλέπω δάκρυα στα μάτια σου, κ. Σκληρέ, γιατί; μην είσαι και συ σπλαχνικός, φιλάνθρωπος, μαλακός; ― και τότε είσαι καθαυτό του καιρού μας φαινόμενο, ή μήπως, επειδή παίρνω άλλη βάση στις σκέψες μου από σένα, λυπήθηκες που σε βγάζω από το σύστημά σου;)

Ναι, αν είναι ανάγκη να ζήσουν έτσι οι εργάτες, αν το κράτος έχει γενικώτερες δουλειές να κοιτάξει, αν δεν είναι σοβαρός κίντυνος για το κράτος, ― ας ζήσουν ακόμα έτσι. Αν πάλε είναι να σηκωθούν, ας κάμουν το σηκωμό τους, και θα πάρουν με το «έτσι το θέλω» άλλο κανένα κόκκαλο για να ζήσουν. Αν ο σηκωμός αυτός καταντήσει μεγάλος, σαν τη γαλλική επανάσταση, θα αλλάξει η τάξη που κυβερνά και θάρθει να κυβερνήσει άλλη τάξη. Αυτό όμως δε μ’ ενδιαφέρει. Όποια τάξη κι αν θέλει ας έρθει, αν μπορεί, να κυβερνήσει, σύμφωνα με τα συμφέροντα της και τα ιδανικά της. Φτάνει το κράτος να ζει, να στέκεται στα πόδια του, να μπορεί να έχει τη θέση του ανάμεσα στα τόσα άλλα κράτη. Κάθε τάξη που κυβερνά ένα κράτος, πρέπει μεταξύ στα ιδανικά της, (στις φαντασίες της, να πούμε,), να έχει και την εικόνα του κράτους, τη συνείδηση, πως κάτι τι κοινό έχουν όλοι όσοι κάνουν το κράτος, και όλες οι τάξες της κοινωνίας, και ότι και οι άλλες τάξες, μ’ όλες τους τις διαφορές, έχουν κάποια κοινά αισθήματα, κοινές ιδέες, κοινές παράδοσες, κοινά συμφέροντα, κοινές ανάγκες, και τη μεγάλη ανάγκη της αλληλεγγύης αναμεταξύ τους. Δεν μπορεί να τα παραγνωρίσει αυτά η τάξη που κυβερνά, γιατί αλλοιώς δε στέκεται.

Η διαφορά μεταξύ σένα, κ. Σκληρέ, και τους δημοτικιστές, μπορεί να είναι, καθώς λες, πως τούτοι είναι μ ε τ α φ υ σ ι κ ο ί ενώ συ είσαι δ ι α λ ε χ τ ι κ ό ς (όπως λέγει, ο Χέγκελ). Αλλά η διαφορά μεταξύ των δυνώ μας, είναι, κ. Σκληρέ, ότι συ ταράζεσαι πάρα πολύ με τα συμφέροντα μιας τάξης ή και δυο, ή και με τα μαλλιοτραβήγματά τους, ― ίσως είσαι και συ σπλαχνικός, χωρίς να το πολυνοιώθεις, (η υπερβολική ψυχοπονιά είναι κι αυτή σημάδι του καιρού μας) ― ενώ ο αληθινά σκληρός είμαι ε γ ώ, ο πολιτικός, που δε με ταράζουν, αν και τα βλέπω, τα μαλλιοτραβήγματα από τάξη σε στάξη, είτε από άτομο σε άτομο, και κοιτάζω προπάντων τη ζωή του έθνους. Τις τάξες τις λογαριάζω κι αυτές, αφού κι αυτές είναι μέσα στο έθνος, αλλ’ ούτε τόσο τις ξεχωρίζω, όπως συ, ούτε τις επαναστάσεις τους τις θεωρώ απαραίτητες, αφού ανταγωνισμός υπάρχει και μπορεί ελεύτερα πάντα να γίνεται. Συ παίρνεις βάση και αρχή για τις σκέψες σου τις κοινωνικές τάξες. Παίρνεις ένα μεγαλωτικό φακό και ξεδιαλύνεις τους οικονομικούς λόγους που πλάθουνε τις τάξες. Και απ’ αυτού προχωρείς και βγάζεις συμπεράσματα λογικά και σύμφωνα με την αρχή σου. Αλλ’ ο φακός σου μεγαλώνει πάρα πολύ εκείνα που μ’ επιμονή παρατηράς. Πιάνεις τα πλήθη και χάνεσαι αυτού μέσα, και όλα από κει γυρεύεις να τα βρεις. Τη μεγάλη δύναμη, που μια εξαιρετική ιδιοφυία μπορεί να μαζέψει στα χέρια της, δε φαίνεσαι να τη διακρίνεις καλά, ούτε την υπερβολική σπρωξιά, που μπορεί, την κατάλληλη στιγμή, να δώσει σ’ ένα έθνος ολάκερο ― όχι μονάχα σε μια τάξη ― μια ιδέα, και όταν δεν προέρχεται από το στομάχι.

Εγώ για βάση της σκέψης μου βάζω το salus populi, τη σωτηρία, τη ζωή όλου του έθνους που με γέννησε. Αγαπώ όλες τις τάξες του έθνους μου και κάποτε δεν τις ξεχωρίζω, τα παλέματα των ατόμων, καθώς και των ομάδων, της κοινωνίας μου, δεν τα πολυλογαριάζω· παντού και πάντα υπάρχουν. Δε συλλογίζουμαι συχνά τα στομαχικά συμφέροντα. Δε λυπούμαι κείνους που, μην ξέροντας να βρουν ψωμί, πεθαίνουν από την πείνα. Άξιος ο μισθός τους. Έτσι δε με πολυσκοτίζουν ούτε οι άρρωστοι και οι αρρώστιες τους. Πιστεύω πως όταν ο ανταγωνισμός μεταξύ στις τάξες ― που υπάρχει πάντα ― μπει στην πρώτη γραμμή και γίνει η πρώτη φροντίδα και σκέψη των ανθρώπων ενός κράτους, και γίνει αυτό ιδανικό κι όλα, το κράτος αυτό δεν είναι πια για να ζήσει. Μπορεί το έθνος να εξακολουθεί να ζει, μα το κράτος θα χαντακωθεί. Πιστεύω και τούτο, πως μια ιδέα, άμα καταφέρει ένας ή πολλοί να τη βάλουν στο κεφάλι ενός έθνους, όχι μόνο δύσκολα βγαίνει, αλλά όσο υπάρχει, μπορεί να σπρώξει το έθνος, να αναποδογυρίσει βουνά, και τα δικά του τα συμφέροντα το κάθε άτομο για καιρό να τα ξεχάσει.

Και πιστεύω πως ένας άνθρωπος μπορεί ναξίζει περισσότερο από τα πλήθη των ανθρώπων: Μ’ αρέσει ο άνθρωπος, δε μ’ αρέσουνε τα πλήθη με τη χοντροκοπιά τους. Έχουν βέβαια δύναμη τα πλήθη, αλλά και ο ένας άνθρωπος έχει δύναμη πιο τρανή και πιο όμορφη. Δεν πίστεψα ποτέ πως οι μεγάλοι άντρες έπεσαν από τον ουρανό, ούτε πως ξέρουν «εξ αποκαλύψεως» μυστικά που δεν τα ξέρει το πλήθος. Ξέρω και πως, για να βγει ένας Σαιξπήρος, χρειάστηκε για έναν αιώνα οι δραματογράφοι και θεατρίνοι να πληθύνουν τόσο στην Αγγλία, που να καταντήσουν τάξη και προλετάριοι. Αλλά πιστεύω πως οι κοινωνίες τίποτε άλλο δε χρησιμεύουν, παρά για να ξεφυτρώνουν από μέσα τους εξαιρετικοί άνθρωποι, και για τούτο ονομάζω τις κοινωνίες μ α γ ε ρ ι ά α ν θ ρ ώ π ω ν. Στις κοινωνίες επάνω ακουμπούν οι λιγοστοί που φανερώνονται εξαιρετικοί άνθρωποι, από τις κοινωνίες παίρνουν τη δύναμη τους, το είναι τους, όλα, μα είναι διαφορετικοί από την κοινωνία, κι αυτό μ’ αρέσει.

Βλέπεις, μας χωρίζουν, τον κ. Σκληρό και μένα, οι ιδιοσυγκρασίες μας.

Αλλά τώρα θα μιλήσω για ένα τελευταίο ζήτημα, που δε με φαίνεται να το σκέφτηκε καλά ο κ. Σκληρός.

Σ’ όλο το βιβλιαράκι αναφέρνεται η Ελλάδα ως διδόμενο ως βάση ασάλευτη. Μα ποιος λέει πως είναι η Ελλάδα πραγματικότητα;

Μη φοβάστε, δε με ταράζουνε βυζαντινά όνειρα, δεν έχω στο νου μου τη Μεγάλη Ιδέα. Έκαμε τη δουλειά κι αυτή για μιαν ώρα, και την ώρα εκείνη είτανε πραγματικότητα.

Αλλά ρωτώ τον κ. Σκληρό τι θα έλεγε αν βρίσκουνταν αυτός σε κάτι περίστασες που βρέθηκα εγώ έξαφνα. Φέρω παραδείγματα, γεγονότα, κρίσες δεν κάνω, παρατηρώ μονάχα.

1). Το Ελληνικό το Κράτος είναι κει πέρα με τα σύνορά του. Έξω απ’ αυτό βρίσκονται άλλα κράτη. Σε μιαν επαρχία ενός από τα τριγυρινά κράτη γίνεται σφαγή ανθρώπων, κι αυτοί οι άνθρωποι είναι Έλληνες, κι όσοι σώθηκαν από τη σφαγή, φεύγουν όπως όπως στο Ελληνικό κράτος.

2). Σ’ ένα νησί ενός ξένου κράτους βαρυέστησαν πια να τυραννιούνται οι κάτοικοι (Έλληνες) από τους ανθρώπους του μονοπωλίου των καπνών ― που σκλάβωσαν μες το χρήμα τους και τους ίδιους τους επίσημους τυράννους (Τούρκους), και τους κάνουν ό,τι θέλουν, διοικούν αυτοί το νησί αντί για τους Τούρκους, ― λοιπόν βαρυέστησαν οι κάτοικοι και σηκώθηκαν στο πόδι και είπαν πως θέλουν να ενωθεί το νησί τους με την Ελλάδα.

3). Σ’ ένα άλλο νησί, μισοανεξάρτητο και προνομιούχο, θέλει να χώσει τη μούρη του πάρα πολύ ένας βεζύρης από την Πόλη, και οι κυβερνήτες του νησιού δεν τους αρέσει αυτό και σηκώνουν το νησί στο πόδι, γυρεύουνε βοήθεια από τους αδερφούς τους, από την Ελλάδα, και ζητούν ένωση κι αυτοί.

4). Ένα χωριό στη Θράκη (Τούρκικο κράτος), φτωχό και κακομοιριασμένο, που μόλις μπορεί και ζει με την ψωροκαλλιέργεια που κάνει, ζητάει ως τόσο δάσκαλο και σκολειό, γιατί οι γερόντοι θέλουν τα παιδιά τους να μάθουνε γράμματα, σαν κάτι καλό τους φαίνεται αυτό. Μα αυτοί δεν έχουν αρκετά χρήματα για να πληρώνουν το δάσκαλο, ούτε έχει περισσευούμενα να τους στείλει η εκκλησιαστική αρχή. Λοιπόν παρακαλούν οι χωριάτες να τους σταλθούν από την Ελλάδα χρήματα. Κι αυτό το κάνουν όχι ένα, όχι δυο, μόνον άπειρα χωριά.

5). Ένα χωριό στη Μακεδονία (Τούρκικο κράτος) το βασανίζουνε συμμορίες βουλγάρικες, ή να γίνει βουλγάρικο ή να ξεσπιτωθεί και ν’ αδειάσει τον τόπο, σκοτώνουνε κάθε χωρικό που αντιστέκεται. Γυρεύει το χωριό βοήθεια από την Ελλάδα, γιατί η νόμιμη αρχή του, ο Τούρκος, δεν το προστατεύει. Κι αυτό γίνεται όχι σ’ ένα, όχι σε δυο, μα σε πεντακόσια χωριά.

6). Στην Ήπειρο (Τούρκικο κράτος) τούρχεται έξαφνα του Σουλτάνου και 100 ρωμαίικα χωριά, κεφαλοχώρια, τα κάνει τσιφλίκια δικά του, και λέει στους χωρικούς: «ή θα γίνετε δουλοπάροικοι, σκλάβοι μου, ή να ξεσπιτωθήτε και αμέτε όπου θέλετε». Και τα χωριά αυτά γράφουνε, στον Πατριάρχη απελπιστικά γράμματα, μα ο Πατριάρχης δεν έχει αρκετή δύναμη για να πάρει πίσω τα χωριά. Πιάνουν λοιπόν κι αυτοί κάτω στην Ελλάδα και γυρεύουν προστασία.

Κάθε μέρα χωριά Ελληνικά, άνθρωποι Έλληνες, ελληνικές επαρχίες (κοινωνίες), στρέφουν κατά την Ελλάδα και γυρεύουν προστασία, βοήθεια, υποστήριξη, και στο τέλος ένωση.

Αυτά, κ. Σκληρέ, δεν είναι μεγάλες ιδέες, ούτε μικρές. Είναι πραγματικότητες.

Και τότε η μικρή Ελλάδα, το μικρό κράτος, που μιλείτε γι αυτό σα νάτανε τελειωτικό, τι πρέπει να κάμει, κατά τη γνώμη σας; Να απαντήσει τάχα στα ελληνικά νησιά, στα Ελληνικά χωριά, στους Έλληνες: «Είστε ξένο κράτος, τι γυρεύετε από μένα; Σεις λέγεστε Τουρκιά, εγώ Ελλάδα, τα σύνορά μου δεν τα βλέπετε; είναι ο Πηνειός και ο Άραχθος. Δε σας γνωρίζω. Πηγαίνετε στους άρχοντές σας. Μη μας σκοτίζετε, εμάς εδώ πέρα, έχουμε άλλες δουλειές· οι προλετάριοι γυρεύουν κι αυτοί ψωμί· ο Φαρδαύλης φρενιάζει· το κεφάλαιο δεν ακούει· η βουρζουαζία κοιμάται».

Ίσως θα είταν κι αυτό μια πολιτική. Μα έλα που παθαίνονται πολλοί στην Ελλάδα, άμα μάθουν καμιά τέτοια είδηση από κείνες που περιγράφω. Μπορεί να τους ονομάσει ο κ. Σκληρός με καταφρόνια, π α τ ρ ι ώ τ ε ς, όμως είναι γεγονός πως κάποιοι κάπως ταράζονται. Και μπορεί μια μέρα να σηκώσουν πολλούς στο πόδι.

Ε! Τι σημαίνουν όλ’ αυτά τα πράματα; Δε σου φαίνεται, κ. Σκληρέ, πως σα να λέγουν ότι αυτό το μικρούτσικο Ελληνικό κράτος, που μας έφτειασαν οι ξένοι βασιλιάδες και διπλωμάτες, δεν είναι φυσιολογικά φτειασμένo; Ότι πότε από δω, πότε από κει, του μηνούν του κράτους αυτού τα εθνικά νεύρα πως μιαν άκρη του έθνους παθαίνει πάλι, μιαν άλλη άκρη γυρεύει κάτι, μιαν άλλη πονεί, εκείνη χαίρεται, ετούτη στεναχωριέται; Ότι, στα τωρινά τα χρόνια τουλάχιστο, ψέμα δεν είναι, δεν είναι ιδέα, παρά είναι αλήθεια η ενότητα μιας φυλής; Ότι η Ελληνική φυλή είναι μεγαλύτερη από το Ελληνικό το κράτος, ότι όσο δεν ενώνεται η φυλή, κανένα κράτος ελληνικό δε θα είναι τελειωτικό, ούτε θάχει ησυχία από «εξωτερικά ζητήματα;» Ότι τα εξωτερικά ζητήματα της Ελλάδας δεν είναι σαν τα εξωτερικά ζητήματα της Αγγλίας, αλλά είναι ε σ ω τ ε ρ ι κ ά ζητήματα; Ότι, ο κλεφτοπόλεμος της Μακεδονίας είναι όμοια εσωτερικό ζήτημα όπως είναι και τα κινήματα των σταφιδοπαραγωγών του Πύργου και οι τσαρλαταναρίες του Φαρδούλη; Ότι ο επιστήμονας που πιάνει και εξετάζει την Ελλάδα σαν κανένα Βέλγιο ή Ολλαντία ή Αγγλία, και βγάζει συμπεράσματα, ο επιστήμονας αυτός δε δουλεύει επιστημονικά;

Λένε Μεγάλη Ιδέα τη φαντασία και την ελπίδα πως θα αναστηθεί μια μέρα το Βυζαντινό κράτος με πρωτεύουσα την Πόλη; Ίσως! Αλλά Μεγάλη Ιδέα δεν είναι ότι μόνη η Θράκη, όση απομένει στην Τουρκιά, είχει μαζί με την Πόλη σχεδόν ένα εκατομμύριο Έλληνες. Αυτά είναι αριθμοί. Τι θέλουν οι Έλληνες αυτοί, δεν ξέρω. Μα σεις που μιλείτε για τόσα γενικά εθνικά ζητήματα, δε στοχαστήκατε πως ίσως σας διαβάσουν και μερικοί απ’ αυτούς, και βλέποντας πως μικραίνετε όσο μπορείτε τα σύνορα του έθνους και πως μιλείτε για μια μικρούτσικη Ελλάδα, και πως μιλείτε σα νάταν τελειωμένη η Ελλάδα και να μην είχε να σκεφτεί πια για τίποτε άλλο, παρά για τους προλεταρίους της ― δε στοχαστήκατε, λέω, πως ίσως τολμήσουν και σας ρωτήσουν; «Ε και μας τι μας έκαμες, τους άλλους; Σε ποιο κράτος θα είμαστε προλετάριοι ή διοικούσα τάξη; Πού μας βάζεις; Ποιος σου είπε πως θ’ αφήσουμε την Ελλάδα ήσυχη, εμείς, να γίνεται, Βέλγιο της Ανατολής; Μεις τη χρειαζόμαστε γι’ άλλα, για τη ζωή μας που κιντυνεύει από εχτρούς που δεν τους βλέπεις επειδή βρίσκουνται έξω από τα σύνορα του κράτους. Τη χρειαζόμαστε και για να καλλιτερέψουμε την τύχη μας. Πώς συ ορίζεις τα πράματα, χωρίς να μας ξετάσεις και μας, να δεις τι είμαστε, και τι θέλουμε, και από τι παθαίνουμε, και π ώ ς βλέπουμε το κράτος το Ελληνικό; Τους Έλληνες από την Ελλάδα που, σαν και σένα, στοχάζονται την Ελλάδα ξετελειωμένο κράτος, ολοστρόγγυλο, σαν ολλανδέζικο τυρί, με σύνορα κι όλα τάλλα σημάδια ενός κράτους, ― σας ονομάζουμε μεις Ε λ λ α δ ι κ ο ύ ς, με κάποια καταφρόνια. Και αυτό το όνομα που σας δίνουμε, αποδείχνει πως ο τρόπος που νοιώθετε την Ελλάδα σεις, δεν είναι αληθινός. Για να σας δίνουμε αυτό το παρατσούκλι, πάει να πει πως νοιώθουμε πως έχετε ή θέλετε να έχετε άλλη ψυχή από τη δική μας. Και πάντα δεν το παραδεχόμαστε. Η ψυχή η δική μας θέλει, την ύπαρξη του έθνους, τη ζωή του έθνους, την ένωση του έθνους όλου σ’ ένα κράτος. Κι ό,τι λέει η ψυχή μας, αυτό είναι και η αλήθεια»....

Αν πιστεύει αλήθεια ο κ. Σκληρός, ότι πόλεμος είναι ζωή, όπως το πιστεύω κ’ εγώ, αν θέλει κίνηση κι αγώνες, ας θυμηθεί το τι κίνηση κι αγώνες και στρατιωτικούς και πολιτικούς και οικονομολογικούς χρειάστηκε να κάμουν οι Ιταλοί προτού καταφέρουν την ένωσή τους. Εκεί θα βρει ομοιότητες. Οι Έλληνες οι τωρινοί ― Ελλαδίτες και Τουρκομερίτες, ― βρίσκουνται στη θέση που είταν οι Ιταλοί πριν από τα 1868.... 


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΝ ΤΟΥ ΟΥΚ ΩΜΗΝ.ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ (ΝΑ ΛΕΣ) ΔΕΝ ΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΑ...ΙΦΙΚΡΑΤΗΣ

Γράφει ο Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος
Δημοσιογράφος – Αμυντικός αναλυτής

 
Τουρκική κυβέρνηση μπορεί να μην έχει σχηματιστεί ακόμη – ξεκίνησε από τις 10 Ιουλίου η διαδικασία διερευνητικών εντολών διάρκειας 45 ημερών – αλλά αυτό δεν εμποδίζει ουδόλως την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων υπό την αυστηρή καθοδήγηση των εντολών του Συμβούλιου Εθνικής Ασφάλειας και του προέδρου Ερντογάν, να συγκεντρώνει στρατεύματα απέναντι από την Συρία, σε μια περιοχή η οποία εξαιρείται από τις πρόνοιες της Συνθήκης CFE, τα οποία μπορεί να μην προορίζονται αποκλειστικώς για εκεί…


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ : http://aioniaellinikipisti.blogspot.gr/2015/07/blog-post_1.html

ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΜΕ ΓΡΗΓΟΡΟΤΕΡΑ ΑΠΟ Ο,ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ


Γράφει ο Νικόλαος Μπάστας 

  «Έτσι έπασχε κατά τους καιρούς μας η Ελλάδα, από πλήρη απαιδία και συλλήβδην ολιγανθρωπία, και αυτές οι πόλεις ερημώθηκαν, πτώση της παραγωγικότητας σημειώθηκε, χωρίς να έχουν συμβεί σε εμάς συνεχείς πόλεμοι ή να έχουν επιπέσει σε εμάς σοβαρές αρρώστιες. Πασιφανές είναι, ότι όποιο σπιτικό έχει έναν ή δύο γιους, εάν κάποια αρρώστια πάρει τον έναν τότε θα μείνει χωρίς κληρονόμους. Και λίγο-λίγο, σαν κυψέλες μελισσών, οι πόλεις γίνονται αραιοκατοικημένες και αδύναμες».
Πολύβιος 



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ : http://aioniaellinikipisti.blogspot.gr/2015/07/blog-post_19.html

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ : ΚΟΙΝΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ


Η κοινωνιολογία (sociologie) είναι επιστήμη. Ο κοινωνισμός (socialisme) είναι πόθος. Η κ ο ι ν ω ν ι ο λ ο γ ί α είναι μελέτη όσο γίνεται πιο αντικειμενική. (Ο άνθρωπος, δηλαδή το όργανο που μελετά, δεν μπορεί ποτέ να είναι ολότελα αντικειμενικός). Ο κ ο ι ν ω ν ι σ μ ό ς είναι κάτι τι όλως διόλου υποκειμενικό, επάνω κάτω εκείνο που λέει ο κ. Σκληρός «υποκειμενική κοινωνιολογία», είναι δηλαδή η κοινωνιολογία, όπως τη νοιώθει ο σοσιαλιστής. Την κοινωνιολογία τη μελετά ο επιστήμονας, δηλαδή μια τάξη ανθρώπων. Τον κοινωνισμό τον αισθάνεται ο προλετάριος, δηλαδή άλλη τάξη ανθρώπων. Επειδή ο κοινωνισμός είναι κοινωνικό φαινόμενο, το μελετά κ α ι αυτό ο κοινωνιολόγος. Είναι λοιπόν και ο κοινωνισμός ένα από τα άπειρα ζητήματα που ξεδιαλύνει και μελετά η κοινωνιολογία. Αν τύχει από μεγάλη ψυχοπονιά και συμπάθεια να αισθάνεται ο κοινωνιολόγος σαν τους προλετάριους, μπορεί να γίνει κοινωνιστής, θεωρητικός όμως. Δεν ξέρω αν μπορεί να συμβεί και το αντίθετο, δηλαδή ένας σοσιαλιστής να είναι και κοινωνιολόγος, γιατί τότε θα πρέπει να έχει αφήσει την «υποκειμενική κοινωνιολογία», που του αρέσει, και να έχει γίνει επιστήμονας, πράμα που δε συμβιβάζεται πολύ πολύ με συμπάθειες και αντιπάθειες. Ο κοινωνισμός ή σοσιαλισμός είναι η λαϊκή έκφραση μερικών κοινωνικών θεωριών. Γεννήθηκε από τις ανάγκες και τα αισθήματα των εργατικών, που γυρεύουν να καλλιτερέψουν την τύχη τους, να δουλεύουν δηλαδή λιγώτερο, να κερδίζουν περισσότερο, και να γλεντούν και να ξεκουράζουνται όσο μπορούν περισσότερο ― γιατί είναι αλήθεια κατακουρασμένοι άνθρωποι. Αλλά γιατί το ιδανικό των εργατών να γίνει όλων των ανθρώπων ιδανικό, αυτό δεν το νοιώθω....
Ο σοσιαλισμός γίνηκε έπειτα θεωρία στα κεφάλια των θεωρητικών, μελετήθηκε από τους κοινωνιολόγους που τον έβαλαν στη θέση του (τον ταξινόμησαν), κατάντησε ουτοπία (δηλαδή μεταφυσικό φαινόμενο σε μερικά άλλα κεφάλια, που τονέ γενίκεψαν υπερβολικά), και αρματωμένος σαν τον αστακό με τα θεωρητικά επιχειρήματα, κατέβηκε σαν ουρανοκατέβατος πάλι σε μια τάξη του λαού, στην εργατική τάξη, και την ξεσήκωσε. Γιατί είναι συμπαθητική θεωρία, κολακεύει την ελπίδα της ευτυχίας ( = ησυχίας). Αλλοιώς όμως μιλεί ένας επιστήμονας σ’ άλλους επιστήμονες, και αλλοιώς ένας πολιτικός (έστω και κοινωνιολόγος) στο λαό. Στους επιστήμονες ο κοινωνιολόγος θα πει πως ο σοσιαλισμός είναι φαινόμενο που παρουσιάζεται στις κοινωνίες άμα κουραστεί η εργατική τάξη από το να μνήσκει σκλαβωμένη στα ιδανικά και στις ανάγκες άλλης τάξης. Στο λαό θα πει ο πολιτικός, με επιστημονικοφανή ίσως επιχειρήματα, ότι ο σοσιαλισμός είναι το τέλειο, «το άκρον άωτον της προόδου και εξελίξεως», le dernier cri και ε π ο μ έ ν ω ς η ευτυχία. Είναι, βέβαια κατ’ ανάγκη ο πολιτικός στα λόγια του αποκλειστικός, και μόνο με την αποκλειστικότητα ξεσηκώνονται και σαλεύουν οι κοινωνικές τάξες. Ο αποκλεισμός όμως δεν είναι επιστήμη, και άρα ο σοσιαλισμός που θέλει να αποκλείσει τις ανάγκες και τα ιδανικά κάθε άλλης τάξης, δεν είναι επιστημονικό επιχείρημα, αλλά α ί σ θ η μ α (υποκειμενική κοινωνιολογία). Με κατηγορεί ο κ. Σκληρός πως έχω «αφηρημένες ψύχωσες». Ίσως, μα δεν είναι λιγώτερο ευγενικές από μιαν άλλη επίσης «αφηρημένη ψύχωση» που ξέρω, το θεωρητικό σοσιαλισμό. Γιατί, καθώς είπα, και ο σοσιαλισμός από αίσθημα μεταμορφώνεται και γίνεται θεωρία ιδανικό, ψύχωση, και ουτοπία, όπως κάθε άλλο ανθρώπινο αίσθημα, όσο και αν προέρχεται από συγκεκριμένους λόγους. Και με κατηγορεί ο κ. Σκληρός, και λέει πως κάθομαι στην ησυχία μου, και για τις «αφηρημένες μου ψυχώσεις» στέλνω τους «συγκεκριμένους ανθρώπους στο μακελειό, κόβοντας και ράβοντας με ελαφρή συνείδηση την τύχη και την ευτυχία τους». Δε με συγκινεί πολύ αυτός ο χαρακτηρισμός μου. Όπως εγώ στέλνω στο μακελειό συγκεκριμένους ανθρώπους για τα ιδανικά μου, έτσι και ο κ. Σκληρός στέλνει στο μακελειό ― ο κακούργος! ― άλλους συγκεκριμένους ανθρώπους για τα δικά του ιδανικά, που τα νομίζει πιο σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ευτυχία των συγκεκριμένων ανθρώπων. Γιατί όταν αυγατίσουν οι προλετάριοι στον Ελληνισμό και τους σηκώσουν στο πόδι τα σοσιαλιστικά αισθήματα, ένστικτα ή ιδανικά, θα κάμουν και απεργίες και σηκωμούς, και μπορεί και να σκοτωθούν πολλοί, μαλώνοντας με το πισωδρομικό κράτος. Όσο για την ευτυχία των ανθρώπων δε φροντίζω, γιατί, ούτε τη δική μου ευτυχία δε γυρεύω. Το αν κάθομαι στην ησυχία μου ή όχι, εκείνοι που με γνωρίζουν μπορούν να κρίνουν....

Ο σοσιαλισμός λοιπόν είναι το ιδανικό, η ψύχωση, η λαχτάρα του εργάτη σε μερικές εποχές της ζωής των κοινωνιών. Ο κ. Σκληρός γυρεύει την πάλη ανάμεσο στις τάξες, αυτό θεωρεί ιδανικό, και όχι το σοσιαλισμό. Επειδή όμως πιστεύει πως η πάλη αυτή θα πάει μπροστά με το να υποστηρίζονται τα ιδανικά του εργάτη, δηλαδή ο σοσιαλισμός, ― ξεγελιέται και γενικεύει και λέει τον εαυτό του σοσιαλιστή, και βγάζει το σοσιαλισμό κοινωνιολογία και πανάκεια των νέων κοινωνιών. Εκείνος όμως, που καταλαβαίνει τα κοινωνικά ζητήματα, και νοιώθει πως μικρά και μεγάλα α ρ χ ί ζ ο υ ν από οικονομικούς λόγους, δε σημαίνει πως είναι και σοσιαλιστής…. Του κ. Σκληρού το ιδανικό δεν είναι ο σοσιαλισμός, παρά, όπως λέει ο ίδιος, «εκπολιτιστικά ιδεώδη που συμπίπτουν με τη συγκεκριμένη ευτυχία των συγκεκριμένων ανθρώπων.» Αφού έθεσα έτσι τα ζητήματα, τώρα ας αναλύσω τον εαυτό μου, και ας κοιτάξω πώς σχετίζομαι με όλ’ αυτά εγώ, το Ελληνικό άτομο του 1908. Με συμβουλεύει ο κ. Σκληρός να γίνω σκληρός, και σκληρότητα, κατά τη γνώμη του, είναι «να αναλώνει κανείς αμείλικτα τα ένστικτά του, τσαλαπατώντας τις πρόληψές του, συντρίβοντας τις αφηρημένες ψύχωσές του». Πού να ξέρει, πως από μικρός άλλο τίποτε δεν κάνω παρά να αναλύνω με λύσσα και ευσυνειδησία τον εαυτό μου και να σημειώνω τις ανάλυσες σα συνταγές χημικού που αναλύνει τα σώματα. Λοιπόν δεν είμαι «πατριώτης». Αλλά γεννήθηκα Έλληνας και Έλληνας θα μείνω, θέλοντας και μη, ως που να πεθάνω. Αναγνωρίζω τη σκλαβιά μου και δε νομίζω πως υπάρχει ε λ ε ύ τ ε ρ η θ έ λ η σ η, γιατί αν ύπαρχε θα μπορούσα να γίνω κοσμοπολίτης. Ο κ. Σκληρός, που ξεπέρασε τάχα τον εθνισμό, αν τον ξεπέρασε, γιατί βάλθηκε και καλά να συλλογίζεται την Ελληνική κοινωνία και δε στοχάζεται κοσμοπολίτικα; Γιατί του έρχεται τόσο φυσικά να μιλά για την κοινωνία μας; Δε μιλεί βέβαια στους Έλληνες με «πατριωτικά ξελαρυγγίσματα» όπως οι ουτοπιστές πατριώτες, αλλά με «σοσιαλιστικές θεωρίες», όπως οι θεωρητικοί σοσιαλιστές. Το ίδιο κάνει: μιλεί στους Έλληνες, ελληνικά. Αλλά, τέλος πάντων, υπόθεσε πως είμαι εγώ, ή ο Α ή ο Β, «πατριώτης», Και μεις τότε είμαστε μιαν ανάγκη, όπως είναι ο κ. Σκληρός. Το να υπάρχω κ α ι εγώ, είναι αρκετή δικαιολογία της ύπαρξής μου. Αν υπάρχουν σοσιαλιστές, υπάρχω όμως και εγώ. Έχουμε ίσα δικαιώματα να ζήσουμε, και οποίος νικήσει....

Επειδή ψυχολόγησα πολύ τον εαυτό μου, είδα πως έχει τάσες θεωρητικές, και επειδή το θ ε ω ρ η τ ι κ ό άνθρωπο τονέ βλέπω μ ι σ ό ν άνθρωπο, γι’ αυτό ανάγκασα τον εαυτό μου να ανακατωθεί με τους ανθρώπους για να γίνει και μ η θ ε ω ρ η τ ι κ ό ς. Θα είναι και το φυσικό μου τέτοιο: να είμαι δηλαδή μισός θεωρητικός και μισός μη θεωρητικός. Είμαι σα δυο άνθρωποι: ένας που ζει και ένας άλλος που κ ο ι τ ά ζ ε ι απ’ όξω τη ζωή μου. Και έτσι νοιώθω καλλίτερα και τον εαυτό μου και τους άλλους. Όταν όμως ανακατώθηκα με τους ανθρώπους, κατάντησα πολιτικός τους. Φαίνεται, είμαι φυσικά «αρχικός», όπως έλεγαν οι αρχαίοι. Αλλά δεν έγινα δούλος της πολιτικής. Την ονομάζω και αυτήν, όπως και τον έρωτα και την επιστήμη, ― β ά ρ α θ ρ ο, γιατί τις περισσότερες φορές χάνεται ο άνθρωπος μέσα της. Πριν ανακατωθώ με τους ανθρώπους, επειδή μ’ άρεζε, σπούδαζα την κοινωνιολογία στα βιβλία. Τώρα τη σπουδάζω στην κοινωνία μέσα. Και επειδή γύρω μου έτυχε να έχω μ ι α κοινωνία, την Ελληνική, μ’ αυτήν καταγίνομαι. Αλλά έζησα και σ’ άλλους τόπους και σ’ άλλους χρόνους, και παράβολα, σύγκρινα, και είδα τη ν έ κ ρ α της τωρινής κοινωνίας, της Ελληνικής. Δε μ’ άρεσε η νέκρα της, και γύρεψα πως μπορούσε κανείς να ζωντανέψει την κοινωνία μου. Πρώτα πρώτα ένοιωσα πως κοινωνία Ελληνική δεν είναι η κοινωνία που ζει μέσα στα σύνορα του Ε λ λ α δ ι κ ο ύ κράτους, παρά όλοι οι Έλληνες που βρίσκονται στον κόσμο, όσοι δεν έγιναν ακόμη ούτε ξένοι, ούτε κοσμοπολίτες, γιατί κάτι τους συνδέει όλους αυτούς αναμεταξύ τους. Και είδα την Ελληνική αυτή κοινωνία ― λιμνοθάλασσα αποκοιμισμένη. Κατάλαβα πως πρέπει να κουνηθούν μεγάλες μάζες της κοινωνίας αυτής. Και διάλεξα τον πιο σύντομο δρόμο για να φτάσω σ’ αυτό το αποτέλεσμα. Πήγα και ηύρα τους Έλληνες που κακοπερνούσαν περισσότερο, τους Μακεδονίτες, τους Ηπειρώτες, τους Θράκες, και έβαλα ν’ αστράψει μπροστά στα μάτια, τους μ ι α ν ε λ π ί δ α, η ελπίδα να γλυτώσουνε από την κακοπέραση. Αιτία της κακοπέρασης ολοφάνερη ― ο Τούρκος. Άμα τον ξεφορτωθούνε αυτόν αμέσως θα καλοπεράσουν. Δηλαδή τι κάνω; Κολακεύω: α’) Τον πόθο του γλυτωμού από το βάρος του Τούρκου, και β’) την ελπίδα καλλίτερης τύχης. Μέσο για να φτάσουμε στο ξεσήκωμα των δούλων ― η αλληλοβοήθεια. Και άρχισα να διοργανώνω τους ανθρώπους με κοινή ενέργεια....

Είχα και ένα παράδειγμα ζωντανό μπροστά μου. Οι Βούλγαροι στα 1903 πώς έκαμαν και σήκωσαν τόσα χωριά στη Μακεδονία, και δικά τους και μη δικά τους, κατεπάνω στον Τούρκο; Είπαν στους χωριανούς πως άμα διώξουν τους Τούρκους μπέηδες, τα τσιφλίκια θα γίνουνε δικά τους (των χωριανών δηλαδή). Και μάλιστα τους τα ξεμοίρασαν από πριν στους χωριανούς, και τους έδειξαν του καθενός το κομμάτι που θα πάρει. Αυτό ηύρα κατάλληλο μέσο και γρήγορο για να κουνηθεί ένα μέρος τουλάχιστο της Ελληνικής κοινωνίας. Τώρα βρίσκονται άλλοι που προτείνουν να ξεσηκώσουν τις εργατικές τάξες του Ε λ λ α δ ι κ ο ύ κράτους κατεπάνω στο κεφάλαιο. Δεν το αποκλείνω και αυτό ως καλό μέσο, μα μου φαίνεται πως γ ι α τ ώ ρ α πιο γρήγορα μπορεί να πιάσει το άλλο. Γιατί; Γιατί η βιομηχανία δεν είναι αρκετή στο Ελλαδικό βασίλειο για να βγάλει πολλούς προλετάριους, και ίσως οι εργάτες στην Ελλάδα, συγκριτικά με άλλες κοινωνίες, ζουν καλά. Πιο μακριά είναι ο εργάτης στην Ελλάδα από το σοσιαλισμό, παρά ο δούλος Ρωμιός από ένα σηκωμό κατεπάνω στον Τούρκο. Δε φοβούμαι τις νέες ιδέες, ούτε το αίστημα του σοσιαλισμού, όπως υποθέτει ο κ. Σκληρός. Νομίζω όμως πως ακόμα δεν ήρθε φυσικά η ώρα του. Δηλαδή τι κάνω; Αφίνω την Ε λ λ α δ ι κ ή κοινωνία να σκουληκιάζει για την ώρα, αφού δεν έχει αρκετή βιομηχανία για να γεννήσει προλετάριους, και παίρνω το λαό του δούλου Ελληνισμού, και προσπαθώ να τον σηκώσω κατεπάνω στους «τυράννους», όποιοι και αν είναι. Τους Δεσποτάδες του Φαναριού, αν δεν μπορέσω να τους φέρω στα νερά μου, θα τους χτυπήσω κι αυτούς, γιατί είναι πάντα έτοιμοι να συμμαχήσουν με τον Τούρκο. Το ίδιο θα γίνει και με τους κοτζαμπασήδες. Τώρα κάνω κ’ ένα άλλο. Πατριώτης, είπα, δεν είμαι. Ως τόσο τον πατριωτισμό, όπου υπάρχει γύρω μου, θα τον εκμεταλλευτώ σ υ ν ε ι δ η τ ά. (το έκαμε και ο Μπίσμαρκ), και μ’ αυτό θα προκαλέσω αγώνες, γιατί πιστεύω πως οι αγώνες εξυγιαίνουν τους ανθρώπους και ξυπνούν τους κοιμισμένους. Το να ταράζω τα νεύρα των πατριωτών της Ελληνικής κοινωνίας (σε κάθε κοινωνία υπάρχουν ουτοπιστές πατριώτες), τους ξεσηκώνω, και φωνάζουν και αυτοί. Αν δεν κάνουν άλλο τίποτε οι φωνές τους, όμως καταστρέφουν ολότελα την πίστη του Έλληνα στο ελεεινό Ε λ λ α δ ι κ ό κράτος. Όλα αυτά ετοιμάζουν την κοινωνική επανάσταση....

Με τον κ. Σκληρό δεν είμαι σύμφωνος ότι το έθνος δεν είναι ανθρωπινό, παρά είναι σκιά έθνους. Συμφωνώ όμως ότι το κράτος είναι ελεεινό. Το κίνημα των οργανωμένων ραγιάδων θα ξεσπάσει σίγουρα έπειτα και στην Ε λ λ α δ ι κ ή κοινωνία, χτυπώντας και κει κατακέφαλα κάθε παλιανθρωπάκο και τυραννίσκο, που θα θελήσει, άμα ελευτερωθούν και αυτοί να τους εκμεταλλευτεί. Αλλά κάνω και ένα άλλο ακόμη. Επειδή πιστεύω, όπως ο κ. Σκληρός, ότι «μόνο μια μεγάλη οικονομική εξέλιξη θα ζωντανέψει το δυστυχισμένο τόπο», κοιτάζω να βρω τρόπο να κουνήσω τα κεφάλαια προς τη διεύθυνση των επιχειρήσεων, για να φουντώσει η βιομηχανία και το εμπόριο. Αυτό θα αυγατίσει και τους προλετάριους, και τ ό τ ε, θα είναι πια καιρός να σηκωθούν και αυτοί για να γυρέψουν τύχη καλλίτερη. Θα πει ο κ. Σκληρός, πως ένα άτομο και δυο δε θα σπρώξουν το κεφάλαιο να κουνηθεί. Ο ίδιος όμως στο άρθρο του, σε μιαν ερώτηση δική του: «Και π ο ι ο ς θα τους αναγκάσει αυτούς (εννοώ τους πολιτικούς και την κυβερνήτρα τάξη) ναφήσουν το χουζούρι τους;» ― απαντά: «Οι άλλες τάξες, ο λαός». Αλλά λίγο παρακάτω προσθέτει: «Τότε μόνο μπορεί το άτομο να παίζει σπουδαίο ρόλο, όταν στηριχτεί, σε καμιά κοινωνική ομάδα, υποστηρίζοντας κυρίως τα συμφέροντά της. Έτσι έκαμαν και οι μεγάλοι πολιτικοί», και αναφέρνει με τόνομά τους τον Μπίσμαρκ και τον Καβούρ. Δεν είπα ποτέ, ούτε σκέφτηκα το εναντίο, γιατί δεν μπορώ να φανταστώ κανένα άτομο, και προπάντων άτομο πολιτικό, ξεκάρφωτο από την κοινωνία όπου μεγάλωσε και ζει και πολιτεύεται. Όχι μόνο ο Καβούρ και ο Μπίσμαρκ, παρά και ο Περικλής και ο Καίσαρ ακούμπησαν στις κοινωνικές τάξες για να αναδειχτούνε. Αλλά, ενώ ο κ. Σκληρός θα στηριχτεί στους προλετάριους, που ακόμα δεν υπάρχουν ή δεν είναι σωστοί προλετάριοι, εγώ, άλλο άτομο, θα στηριχτώ στην τάξη των βιομήχανων και εμπόρων, και θα υποστηρίξω τα συμφέροντά της, θα προσπαθήσω να τους συνασπίσω, να τους δείξω τη δύναμη της αλληλοβοήθειας και της αλληλεγγύης. Και φέρνω ένα μικρούτσικο παράδειγμα: εδώ που είμαι γνωρίζω έναν που πασκίζει να φτειάσει μια coopérative de crédit από Έλληνες κεφαλαιούχους κ’ εμπόρους. Αυτή άμα γίνει, θα βοηθήσει την Ελληνική βιομηχανία και το εμπόριο και τη ναυτιλία. Αυτή η υποστήριξη της βιομηχανίας θα φέρει φυσικά την ανάπτυξη της τάξης των εργατών (προλετάριων). Και τότε θα είναι ευχαριστημένος ο κ. Σκληρός. Όταν έγραψα στο άλλο μου άρθρο πως κ α ι οικονομικούς αγώνες έκαμε η Ιταλία πριν από την ένωση της, ίσα ίσα τον Καβούρ είχα στο νου μου....

Λοιπόν, από μια μεριά θα στηριχτώ στους δούλους και θα τους βοηθήσω για να γυρέψουν και να επιτύχουν καλύτερη τύχη, και από την άλλη, θα προσπαθήσω να ενωθούν κεφάλαια σ’ όλο τον Ελληνισμό, για να αρχίσουν μεγάλες επιχείρησες εμπορικές, ναυτιλιακές, βιομηχανικές. Αυτό είναι με λίγα λόγια το πολιτικό-κοινωνικό πρόγραμμα ενός σύγχρονου Ρωμιού. Δεν αναφέρνω και μερικές άλλες προσπάθειές μου (και αυτές κοινωνικές), όπως είναι η προπαγάντα για τη διάδοση της δημοτικής, και για την αλλαγή του συστήματος στην εκπαίδεψη. Θέλω να παρατηρήσω εδώ και το εξής: ο σοσιαλισμός πηγαίνει πλάγι στον κοσμοπολιτισμό. Και τον κοσμοπολιτισμό τον προβλέπω, έρχεται. Μα δεν τονέ φοβούμαι ούτε αυτόν, ούτε τον σέβομαι υπερβολικά, ούτε ξιππάζομαι μπροστά του. Θα έρθει και ίσως περάσει πάλι όπως τόσα άλλα. Και, το κάτω κάτω της γραφής, ο άνθρωπος είναι τόσο μικρό πράμα στον κόσμο τον απέραντο! Θα ήμουν ανόητος να αρνηθώ τον κοσμοπολιτισμό ή το σοσιαλισμό, ή να βαλθώ να τα πολεμήσω. Αλλά επειδή έτυχε να γεννηθώ Έλληνας, και επειδή οι Έλληνες την τωρινή στιγμή δε βρίσκονται α κ ό μ α στο στάδιο του σοσιαλισμού και επειδή περιτριγυρίζονται από έθνη με σύνορα που θέλουν να μας φάγουν, να μας εξαφανίσουν αν μπορούν, και επειδή εμένα δε μου καλοέρχεται να φαγωθώ από Βουλγάρους ή Ρώσσους (είμαι, βλέπετε, κ’ εγώ μια ανάγκη, αφού υπάρχω), ― για τούτο θέλω π ρ ώ τ α ν α ε ξ α σ φ α λ ι σ τ ε ί η ε λ λ η ν ι κ ή μ ο υ υ π ό σ τ α σ η (μας το απαιτούν, βλέπετε, μας το επιβάλλουν τα τριγυρινά μισοάγρια έθνη), έ π ε ι τ α ν’ α ν α π τ ύ ξ ω τ ι ς ο ι κ ο ν ο μ ι κ έ ς μ ο υ δ υ ν ά μ ε ι ς, και ύστερα ας διαλυθεί, ας κοσμοπολιτιστεί, ας σοσιαλιστεί, ας κάμει ό,τι θέλει το έθνος μας. Αν ήμουν Ιταλός και ζούσα πριν από τα 1868 θα έλεγα το ίδιο. Αν ήμουν Ιταλός σημερινός θα πάσκιζα ίσως να γενικέψω το σοσιαλισμό στο έθνος μου, και τον κοσμοπολιτισμό σ’ όλους τους ανθρώπους. Ο κ. Σκληρός, χωρίς να το πολυπαραδέχεται, είναι Έλληνας ως στο κόκκαλο, και γι’ αυτό συλλογίζεται π ρ ώ τ α π ρ ώ τ α πώς να διορθώσει την Ελληνική κοινωνία. Αδιάφορο αν η διάγνωση του δεν ήταν εντελώς σωστή. Κατά τη γνώμη μου, δεν έπρεπε να μιλήσει μόνο για την Ε λ λ α δ ι κ ή κ ο ι ν ω ν ί α, έπειτα δεν έπρεπε να βιαστεί να γυρέψει προλετάριους εκεί που δεν υπάρχουν, ύστερα δεν ήταν σωστό, νομίζω, να γενικέψει το σοσιαλισμό και να τον κάμει απόλυτη οικονομολογική και κοινωνιολογική θεωρία. Και έπρεπε να ξεχωρίσει πιο καθαρά την κοινωνιολογία από τον κοινωνισμό....

Προσθέτω ότι εγώ τουλάχιστο δεν πιστεύω να διορθώνεται καμιά κοινωνία. Οι κοινωνίες ζουν ζωντανά ή κοιμισμένα. Η Ελληνική κοινωνία δε θέλει διόρθωμα, παρά ξύπνημα, αν ξυπνιέται, γιατί είναι σα μαραμένη. Για να αλλάξεις μια κοινωνία πρέπει να αλλάξεις το χαραχτήρα των ατόμων της. Μα πώς γίνεται αυτό, αφού το χαραχτήρα μας, μας τον έφτειασαν οι αιώνες; Και πάλε οι αιώνες, με τη βοήθεια των πρώτων της φυλής, θα τον αλλάξουν. Ο Έλληνας είναι συντηρητικός και δεν τον έβλαψε πολύ που έμεινε τέτοιος. Αυτή η συντηρητικότητά του έσωσε τον εθνισμό του. Μα ίσως αυτό δεν πολυσημαίνει, αδιάφορο, είναι γεγονός. Όπως το γλωσσικό ζήτημα που οι Ιταλοί το έλυσαν από τον 15ον αιώνα, οι Έλληνες έμειναν τόσο πίσω που στον 20όν αιώνα να μην το έχουνε λύσει ακόμα, έτσι και στάλλα ζητήματα έμειναν πίσω. Αυτό όμως δε θα πει πως είναι κατώτεροι από άλλους λαούς. Ο κ. Σκληρός λέει πως είναι σκεπτικιστής ― όπως όλοι οι. . . σοσιαλιστές. Μα ίσως εγώ είμαι πιο σκεπτικιστής ακόμα, και το σοσιαλισμό που τον παραδέχεται αυτός για τελειωτική σχεδόν εξέλιξη, εγώ αμφιβάλλω και διστάζω να τον παραδεχτώ για σχετική προκοπή. Όλα είναι σχετικά. Έτσι και για την επιστήμη. Δεν την περιφρονώ, όπως νομίζει ο κ. Σκληρός, αλλά υποψιάζομαι τη σημερινή επιστημονική διάθεση των πολλών που χαντακώνει κάθε ενέργεια άλλη και στενεύει πολλά ανθρώπινα μυαλά. Ότι τ ώ ρ α ο σοσιαλισμός δίνει και παίρνει σε μερικούς τόπους, το βλέπω και δεν είμαι τυφλός. Και συνταράζει τις μάζες τις λαϊκές. Μα ό,τι κυριαρχεί τ ώ ρ α σ ε μ ε ρ ι κ ο ύ ς τόπους της Ευρώπης, δεν είναι και τέλειο, ούτε τελειωτικό. Ίσως ο κ. Σκληρός, περιτριγυρισμένος, όπως είναι αυτή τη στιγμή, από θεωρίες, αισθήματα, ψύχωσες και ιδανικά κοινωνικών κύκλων της Γερμανίας, επηρρεάστηκε υπερβολικά από μερικούς κύκλους και λησμόνησε άλλους κύκλους, και λησμόνησε ολότελα πως κάθε έθνος έχει τα φυσικά του και δεν μπορεί να τα παραβλέψει ένας επιστήμονας....

Παντού ίσως βρίσκονται σοσιαλιστές, αλλοιώς όμως αισθάνονται και αλλοιώς πολιτεύονται στη Γαλλία, διαφορετικά στη Γερμανία, και αλλοιώτικα στην Αγγλία ή στη Ρωσσία ή όπου αλλού. Αλλά και τα αποτελέσματα του σοσιαλισμού στα διάφορα έθνη είναι διαφορετικά. Έχουνε βέβαια κάτι τι κοινό οι σοσιαλιστές σ’ όλα τα έθνη ― τον πόθο να καλλιτερέψουν την τύχη τους, δηλαδή να ξεκουράζονται όσο μπορούν περισσότερο, ― αλλά δεν παρατηρεί τάχα πως έχουν και διαφορές, κα| ότι οι διαφορές αυτές βγαίνουν από τη διαφορά των χαρακτήρων και του πολιτισμού του κάθε έθνους; Είναι δυνατό το συγκαιρινό αίσθημα των λαών για τα σοσιαλιστικά ιδανικά. Μα είναι επίσης δυνατό και το αίσθημα, όχι του πατριωτισμού, αλλά της διαφοράς που υπάρχει αναμεταξύ Γάλλους, Άγγλους, Γερμανούς κτλ. Η διαφορά φτάνει ως στον πόλεμο αναμεταξύ στα έθνη ― για την επικράτηση. Η κληρονομικότητα είναι τρισμέγιστη δύναμη. Αν με τον καιρό σβυστούνε οι διαφορές, ― αν οι συγκοινωνίες γίνουν τόσο γρήγορες και τέλειες, που να μπορεί ο άνθρωπος σήμερα να γεννιέται στο Τουμποκτού και αύριο να βρίσκεται στο βόρειο πόλο, μεθαύριο στη Νέα Υόρκη, και την άλλη μέρα στην Τεχεράνη, ― αν οι επιγαμίες μεταξύ των ανθρώπων των τωρινών εθνών γίνουν πυκνότερες, ― αν καταργήσουμε τα κλίματα, γινόμενοι νομάδες, όπως μπορεί μπορεί μια μέρα να συμβεί, ― τότε βέβαια, ύστερα από αιώνες, θα καταντήσουμε κοσμοπολίτες, τότε βέβαια και η κληρονομικότητα θα αρχίσει να γίνεται κοινή σ’ όλους τους ανθρώπους, και δε θα υπάρχουν χωριστές κληρονομικότητες, και χωριστά επομένως έθνη, αλλά μια κληρονομικότητα και έ ν α έθνος ― η α ν θ ρ ω π ό τ η . Όμως πάντα θα υπάρχουν μάζες ανθρώπινες, που θα ξεχωρίζουνται με σύνορα αναμεταξύ τους, και τους ανθρώπους της κάθε μάζας θα τους συνδέουν κάποια συμφέροντα κοινά. Δε θα είναι έθνη, μα θα είναι μάζες. Μονάχα οι λέξες αλλάζουν! Και η Α ν ά γ κ η, η Μοίρα η παντοτεινή, θα ορίζει αιώνια και θα κυβερνά τους ανθρώπους.... 


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΘΑ ΔΩΣΟΥΝ ΤΟ ΠΑΡΩΝ ΣΤΗΝ ''ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΙΩΝΟΣ ΣΤΗ ΛΕΥΚΗ ΣΤΗΛΗ (ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΣΟΦΙΑΣ 73)

Την Δευτέρα 27 Ιουλίου, από τις 7μμ, η Επιτροπή Μνήμης και Τιμής του Ίωνος Δραγούμη, διοργανώνει την “Γιορτή του Ίωνος 2015”, μπροστά από την Λευκή στήλη στο σημείο της δολοφονίας του (Βασ. Σοφίας 73, έναντι Χίλτον). Σε συνέχεια των εκδηλώσεων, που από το 1983 κρατάνε ζωντανή την μνήμη της θυσίας του μεγάλου Έλληνα, φέτος διοργανώνεται μια Γιορτή που φιλοδοξεί κάθε χρόνο να γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Εκεί, μπροστά στο σημείο της δολοφονίας του, διότι για τους Έλληνες η θυσία είναι γιορτή...
Πρόγραμμα Εκδηλώσεων:
7μ.μ. - Συζήτηση: Οι κοινωνικές ιδέες του Ίωνος Δραγούμη.
Εισηγητές: Γιώργος Σαγιάς, Θανάσης Κόρμαλης, Γιάννης Κουριαννίδης, Πανος Λουκάς
8:30μ.μ. - Κατάθεση στεφάνων
9μ.μΜια ζωντανή μουσική προσέγγιση των αντιλήψεων του Δραγούμη, για την Πατρίδα, τον έρωτα, τον θάνατο, την τέχνη, τον πολιτισμό, την ζωή.

Παράλληλα με τις εκδηλώσεις, θα λειτουργεί έκθεση βιβλίου και έκθεση φωτογραφίας. Επίσης θα λειτουργούν τραπεζάκια συλλόγων και φορέων που δραστηριοποιούνται στο πνεύμα των ιδεών του Δραγούμη.
Την Γιορτή στηρίζουν οι φορείς: - «ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΜΑΝΗ», Αερόπολις
- «ΔΕΣΜΟΙ ΕΛΛΗΝΩΝ», Θεσσαλονίκη
-ΚΥΚΛΟΣ ΙΔΕΑΠΟΛΙΣ
-ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ
-ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ»
-ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΠΕΛΑΣΓΟΣ»
-ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ»
-ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΛΟΓΧΗ»
-ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΕΝΔΟΧΩΡΑ», Θράκης
-AXIS RADIO
-ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «PATRIA»
-«Πορτοκαλί – Σύγχρονη Πόλη», Λαμία
-«Ελληνική Δράση», Καλαμάτα
- «Εθνική Δράση Ηλείας»
-«Επιτροπή Ενημερώσεως επί των Εθνικών Θεμάτων»
-«Εθνικός Σύλλογος Βόρειος Ήπειρος 1914»

-«Το Εθνικό Πατριωτικό Ιστολόγιο ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ»
Για δηλώσεις συμμετοχής και κατάθεση στεφάνων επικοινωνήστε στο τηλέφωνο: 210-3628976



ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΙΟΥΛΙΟΣ 1955 : Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΕΡΟΥΝΤΑ

Πηγή: Λεωνίδα Λεωνίδου Γεώργιος Γρίβας – Διγενής Βιγραφία Τόμος Β΄(1950-1959) Εκδόσεις Προσωπική Λευκωσία 1997
 

Ο Διγενής στις 16 Ιουλίου 1955 και για λίγες μέρες θα μετακινηθεί απο την Κακοπετριά στην Κυπερούντα προκειμένου να επιθεωρήσει την ομάδα του Ρένου Κυριακίδη(Ρωμανού). Επίσης κατά την εκεί παραμονή του θα έβλεπε όλους τους αντάρτες της περιοχής που ήταν μέλη της Οργάνωσης.
Στην Κυπερούντα ο Αρχηγός έμεινε στο σπίτι του του Θεοδόση Παπαχριστοδούλου που ήταν μέλος της ΕΟΚΑ απο τα τέλη του 1954. Ο Διγενής αξιοποίησε την συμμετοχή του Παπαχριστοδοόυλου στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έτσι ώστε να συμμετέχει στον ένοπλο κίνημα που προετοίμαζε.
Με τον Ρένο Κυριακίδη(Ρωμανό) ο Διγενής εξέτασε την περιοχή με λεπτομέρεια και καθόρισαν την πορεία την ομάδας αφού ο Αρχηγός την θεωρούσε απο τις πιο δυνατές σε έμψυχο υλικό και εφόδια. Μαζί ετοίμασαν τα σχέδια για την ενέδρα στο δρόμο Κυπερούντας-Χανδριών στην τοποθεσία Πεύκος σε χρόνο που θα καθόριζαν αργότερα. Μετά το χτύπημα οι αντάρτες θα αποσύρονταν βόρεια των Σπηλέων όπου υπήρχαν έτοιμα κρησφύγετα με τα απαραίτητα τρόφιμα.
Τους αντάρτες της περιοχής ο Διγενής του είδε στο σπίτι του Μιχαήλ Ρωσσίδη. Ο Αρχηγός του μίλησε μέσα απο την ψυχή του και με ειλικρίνεια για τις δυσκολίες του Αγώνα όσο ν’αφορά τον τρόπο ζωής στα βουνά, τις θυσίες που πρέπει να καταβάλλουν καθώς και την απαραίτητη εχεμύθεια που είναι απαραίτητη σε μια τέτοια εθνική προσπάθεια αφού οι προδοσίες ήταν κατά τον Διγενή ίσως, το μεγαλύτερο πρόβλημα γι αυτό και πρέπει να είναι αμείλικτοι προς τους προδότες.



Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΠΛΑΣΤΗΡΑ ΣΤΟΝ ΤΣΕΣΜΕ

Η τελευταία μάχη στη Μικρά Ασία δόθηκε από τον Πλαστήρα (τον Καραπιπέρ όπως τον αποκαλούσαν οι Τούρκοι) μέ τό Σεϊτάν Ασκέρ (τό 5/42 των ευζώνων του) κοντά στον Τσεσμέ, στήν περιοχή Σταυρός (Ζέγκουϊ στά τουρκικά) Εκεί πολέμησε ο Πλαστήρας, σέ μία προσπάθεια νά προστατέψει τά τελευταία τμήματα του στρατού μας πού υποχωρούσαν πρός τήν σωτηρία των πλοίων. Οι Τσέτες αποδεκατίστηκαν καί μάλιστα αργότερα, οι Τούρκοι έστησαν μνημείο εκεί πού μαρτυρά τήν τελευταία μάχη καί τόν χαμό 147 Τούρκων ιππέων.
Ο Γιάννης Καψής περιγράψει τη μάχη του Σταυρού, σύμφωνα μέ διήγηση του ηρωϊκού συνταγματάρχη:

«Το πρωί της 28ης Αυγούστου το 5/42 έφθασε στον Σταυρό εκεί που ο δρόμος χωρίζει προς τον Τσεσμέ. Σ” όλη τη μαρτυρική πορεία του έμενε μακριά από τη μάζα του Νότιου Συγκροτήματος. Ο πανικός είναι μια ασθένεια μεταδοτική και ο Πλαστήρας ήταν αποφασισμένος να κρατήσει το Σύνταγμα του μέχρι τέλους. Και το κατόρθωσε, δίνοντας ο ίδιος το παράδειγμα της αυτοθυσίας.
Για δέκα πέντε ημέρες είναι πάνω στ” άλογό του. Έφιππος τρώγει ότι του φέρνουν οι άνδρες του, κάτι ελάχιστο – μήπως έχουν κι οι Τσολιάδες μας να φάνε; Έχουν πετάξει τα πάντα, καζάνια, τρόφιμα, καραβάνες. Μόνον τα όπλα και τα φυσίγγια τους κρατούν και μαζεύουν στον δρόμο φρούτα, στα χωριά κανένα καρβέλι ψωμί – τρώγουν όποτε έχουν, αλλά πολεμούν πάντοτε με την ίδια ορμή, που έχει προκαλέσει το δέος, τον τρόμο στους Τούρκους. Κι ο Πλαστήρας μένει ακλόνητος πάνω στ” άλογό του. Παρακολουθεί τα πάντα, εμψυχώνει τους άνδρες του. Και, πολλές φορές την νύκτα τους αφήνει να κοιμηθούν χωρίς να βγάλουν σκοπιές. Μένει ο ίδιος άγρυπνος πάνω στ” άλογό του, φροντίζοντας για τα παλικάρια του – μάρτυρες οι ίδιοι οι άνδρες του 5/42, που τον είχαν δει με τα μάτια τους στο καραούλι. Είχε γίνει κάτισχνος, τα οστά του προσώπου του ξεχώριζαν κάτω από την ηλιοκαμένη, την μαυρειδερή επιδερμίδα του. Μόνον το βλέμμα του διατηρούσε την παλιά εκείνη λάμψη… Θα πίστευε κανείς, ότι ήταν έτοιμος να σωριασθεί νεκρός.
Εκεί, στο Σταυρό, το 5/42 στάθηκε και πάλι. Οι πρόσφυγες είχαν βραδυπορήσει, μια ατέλειωτη φάλαγγα ξεκινούσε από τη ζωσμένη στις φλόγες Σμύρνη ως το Τσεσμέ. Κάποιος έπρεπε να τους βοηθήσει,να τους προστατεύσει από τους Τσέτες, που ορμούσαν εναντίον τους σαν τα τσακάλια. Έπιασαν μετερίζια οι Τσολιάδες μας και περίμεναν τη φάλαγγα των προσφύγων να περάσει. Κι εκεί τους απονεμήθηκε το πολυτιμότερο παράσημο, που μπορεί να ποθήσει ένας πολεμιστής: Οι τρομαγμένοι, οι πανικόβλητοι πρόσφυγες αυτοί, που έφευγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, σταματούσαν γιά να φιλήσουν τα πληγιασμένα χέρια των στρατιωτών μας. Χαροκαμένες μάνες ήθελαν ν” αγκαλιάσουν, να χαϊδέψουν τα φλογισμένα μέτωπα των παιδιών εκείνων, που πολεμούσαν τόσο μακριά από τα σπίτια τους, τις οικογένειες τους. Ήταν στιγμές γεμάτες συγκίνηση, στιγμές τραγικού μεγαλείου, γεμάτες ανθρωπιά και πόνο.
Στον Σταυρό περίμενε το «Σεϊτάν – Ασκέρ». Και μέσα στην καταχνιά του πρωινού φάνηκαν οι Τσέτες του Μπεχλιβάν. Κάλπαζαν ουρλιάζοντας – θύμιζαν τις ορδές του Αττίλα. Ορμούσαν κατά των προσφύγων και τους σπάθιζαν, κάρφωναν στα ξίφη τους ματωμένα κεφάλια και τα εξεσφενδόνιζαν στον αέρα. Δεν τους αρκούσε το ξερρίζωμα του Ελληνισμού, ήθελαν τον αφανισμό του.
Ο Πλαστήρας είδε τους Τσέτες. Ήταν συντριπτική αριθμητικά η υπεροχή, ήταν ψυχωμένοι από την ανέλπιστα μεγάλη νίκη τους, είχαν ξαποστάσει στη Σμύρνη. Η σωφροσύνη θα του επέβαλλε, ίσως, να υποχωρήσει αλλά τότε ούτε ένας από τους πρόσφυγες δεν θα διασωζόταν, οι Τσέτες θα έφθαναν στην αποβάθρα του Τσεσμέ πριν από τον Στρατό μας. Κι αποφάσισε να δώσει μια ακόμη μάχη.
Οι άνδρες του 5/42, με γρήγορες κινήσεις, σχημάτισαν ένα μεγάλο πέταλο κι «ελούφαξαν», έμειναν ακίνητοι, περιμένοντας τους Τούρκους να πέσουν στις κάνες των όπλων τους. Είχαν διαταγή να μη πυροβολήσουν, αν ο Πλαστήρας δεν έδινε το σύνθημα, πυροβολώντας – πρώτος. Πειθαρχικοί, εμπειροπόλεμοι, έβλεπαν τους Τούρκους να πλησιάζουν κι έμεναν ακίνητοι. Πολλοί άκουγαν τις αναπνοές τους, αισθάνθηκαν τη μυρωδιά των αλόγων τους. Κι όμως δεν πυροβόλησαν. Λίγο ακόμη κι οι Τσέτες θα είχαν πέσει στον κλοιό τους.
Αλλ” ένας λοχίας έτρεμε από τη λύσσα του. Είχε δει τους Τσέτες να σφάζουν γυναικόπαιδα και δεν μπορούσε να συγκρατηθεί – έσφιγγε το όπλο του, δάγκωνε τα χείλη του για να μη φωνάξει και προδοθεί. Κι έξαφνα ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Σχεδόν αμέσως ένας καταιγισμός πυρός σάρωσε τους Τούρκους. Οι θάμνοι άναψαν, τα πολυβόλα κελάηδησαν ανατριχιαστικά. Η κοιλάδα αντήχησε στο βογγητό των πληγωμένων.
Οι Τούρκοι ξαφνιάστηκαν πήδησαν από τ” άλογα κι έτρεξαν να καλυφθούν – θέλησαν να πιάσουν μετερίζια και να πολεμήσουν. Δεν γνώριζαν ακόμη ότι είχαν απέναντι τους το «Σεϊτάν Ασκέρ». Αλλά, μετά τον πρώτον αιφνιδιασμό, οι Τσολιάδες δεν κρατήθηκαν – δεν μπορούσε να τους συγκρατήσει κανείς· ούτε ο Πλαστήρας. Οι λόγχες σύρθηκαν και πάλι από τις θήκες τους. Και για μια ακόμη φορά – την τελευταία -όπως τότε σε μια εποχή που φαινότανε τόσο μακρινή, ακούστηκε η λεβέντικη κραυγή: «Αέρα…».
Έφυγαν οι Τσέτες, έφυγαν τρομοκρατημένοι, πανικόβλητοι πήδησαν στ” άλογα τους κι άλλοι έφυγαν τρέχοντας. Επέστρεψαν ασθμαίνοντας στη Σμύρνη για να ρίξουν καινούργιο λάδι στο καντήλι του θρύλου, που θα καίει αιώνια. Είναι θρύλος, που αφηγείται η αναμνηστική στήλη, εκείνη, που υπάρχει μέχρι σήμερα στο Ζέγκουϊ – τον Σταυρό.
– Αχ, μωρέ… Αν δεν βιαζότανε εκείνος ο λοχίας, θα τους είχα φάει όλους τούς Τσέτες… »

http://mikrasiatis.gr

ΤΟ ΝΕΟ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΛΑΣΓΟΥ : ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ ''ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΟ''

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ * Βιβλιοπωλείο Ιωάννου Χρ. Γιαννάκενα

Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

Χαρ. Τρικούπη 14, τ.κ. 106 79 ΑΘΗΝΑ * Τηλ. 210 3628976 - 210 6440 021 και τοτ. 210 3638435



                facebook: ΠΕΛΑΣΓΟΣ – ΟΜΑΔΑ ΦΙΛΩΝ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ

● Πῶς τό Κυπριακό ὁδηγήθηκε τήν περίοδο 1950-1967 ἀπό τήν ἐμπλοκή τῆς Τουρκίας, στήν «συγκυριαρχία» και από την απώλεια της Ενώσεως στην”de facto” διχοτόμησι;
● Ποιά ἦταν ἡ μυστική ἀποστολή τοῦ Γ. Παπαδοπούλου στήν Κύπρο τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1961;
● Πῶς ὁ Γεώργιος Παπαδόπουλος ἀνέστησε τόν Διάλογο γιά τήν Ἕνωσι καί ποιός «τορπίλισε» τήν Συνάντησι τοῦ Ἔβρου τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1967;
● Ποιοί καί πῶς κατασκεύασαν τήν «προβοκάτσια» τῆς Κοφίνου τόν Νοέμβριο τοῦ 1967;
● Ποιά ἡ ἀλήθεια γιά τήν ἀποστολή τῆς ΕΛΔΥΚ/Μ στήν Κύπρο καί ποιός εὐθύνεται γιά τήν ἀνάκλησί της;
● Ποιά ἦταν ἡ πολιτική καί στρατηγική τοῦ Γεωργίου Παπαδοπούλου στό Κυπριακό ὅταν ἀνέλαβε τήν ἐξουσία;
● Τί σχέσι εἶχε ἡ ἀπόπειρα Παναγούλη κατά τοῦ Γ. Παπαδοπούλου μέ τήν Κύπρο;
● Ποιοί ἔκαναν τήν ἀπόπειρα κατά τοῦ Μακαρίου καί δολοφόνησαν τόν Πολύκαρπο Γιωρκάτζη τό 1970;
● Ποιές ἦσαν οἱ σχέσεις τοῦ Γ. Παπαδοπούλου μέ τόν Μακάριο καί τόν Γ. Γρίβα;
● Ὑπῆρχε ἀνάμιξις τοῦ Γ. Παπαδοπούλου στήν δράσι τοῦ «Ἐθνικοῦ Μετώπου» καί τῆς ΕΟΚΑ Β’ καί ποιά ἡ σχέσις του μέ τά σχέδια «Ἑρμῆς», «Σφενδόνη», «Ἀπόλλων» κ.λπ.;
● Πότε ὁ Γ. Παπαδόπουλος εἶπε «ΟΧΙ» στήν διχοτόμησι τῆς Κύπρου;
● Ποιό θά ἦταν τό νέο Σύνταγμα τῆς Κύπρου καί τί προέβλεπε τό Σ.Α.Κ. «Ἀφροδίτη 1973» γιά τήν ἄμυνα τῆς Κύπρου;
● Γιατί ὁ Γ. Παπαδόπουλος ἀνετράπη μόλις 8 μῆνες πρίν τόν «Ἀττίλα» καί πόσο διαφορετικά θά εἶχαν ἐξελιχθῆ τά πράγματα ἐάν δέν εἶχε ἀνατραπῆ;


30 ΧΡΟΝΙΑ ΠΕΛΑΣΓΟΣ : http://ekdoseispelasgos.blogspot.gr/  

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ : http://www.hellasbooks.gr/

Η ΛΑΘΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΩΣ ΑΛΛΟΘΙ ΓΙΑ ΥΠΟΧΩΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΕ ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Γράφει ο Κωνσταντίνος Χολέβας
Πολιτικός Επιστήμων

Σε πλήρη κατάργηση των κόκκινων γραμμών της εξωτερικής πολιτικής μας προβαίνει ο αρμόδιος υπουργός Νίκος Κοτζιάς, εκμεταλλευόμενος και την απορρόφηση της κοινής γνώμης από το νέο Μνημόνιο και τις οικονομικές εξελίξεις.
Πρώτα μετέβη στα Σκόπια, όπου απήλλαξε τους ψευδομακεδόνες από κάθε κατηγορία για αλυτρωτισμό και έβαλε στο ράφι το ζήτημα του ονόματος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ : http://aioniaellinikipisti.blogspot.gr/2015/07/blog-post_31.html

ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΜΑΣ...ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΓΙΝΑΝ ΟΛΟΙ ΄΄ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟΙ΄΄ ΚΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ...

Γράφει ο Μιχάλης Ιγνατίου

Στην Ελλάδα συμβαίνει το εξής καταπληκτικό. Η συντριπτική πλειοψηφία των κομμάτων, περιλαμβανομένης και της μεγάλης πλειοψηφίας των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, υποστηρίζουν τα Μνημόνια. Αυτό απέδειξε η ψηφοφορία στην Ελληνική  Βουλή. Ψήφισαν όλοι σαν αρνιά τα κείμενα που τους έστειλε ο Γερμανός Σόιμπλε. Για να μην κρύβουμε τα λόγια μας, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας τους έβαλε όλους στο ίδιο σακί.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ : http://aioniaellinikipisti.blogspot.gr/2015/07/blog-post_27.html

ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

http://4.bp.blogspot.com/_NuhZMDR5O28/S_qK4rCNqWI/AAAAAAAAATQ/FgeBEEMBpt0/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.