Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΤΗΣ Β΄ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ 1979

Το σπήλαιο και η Φάτνη

Τά παιδιά στό διπλανό δωμάτιο σχεδίασαν τό σπήλαιο καί τή Φάτνη. Μέσα τοποθέτησαν μιά μεγάλη κι ωραία εικόνα μέ τή Γέννηση του Χριστού. Όλα πήραν μέρος στή Χριστουγεννιάτικη αυτή γιορτή, γιά νά ευχαριστήσουν  τόν παππού. Τό σπήλαιο φωτιζόταν με αναμμένα κεράκια. Έχυναν τέτοιο φως που κανένας νόμιζε πως βρίσκεται σέ σπήλαιο αληθινό.
Ο παππούς κοιτάζει και δέν  μπορεί να κρατήσει, τη συγκίνηση του. Σηκωνει το χερι και κάνει το σταυρό του.
Τα παιδιά ψέλνουν:
«Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει…»
Τα τροπάρια αυτά τα είχαν μάθει στο σχολείο. Και τη γιορτή εκεί την είχαν δει και τώρα την έκαμαν στο σπίτι. Γι αυτό και την σχεδίασαν  καλά. Απ΄ όλες τις φωνές πιο γλυκειά είναι του Λάμπρου. Αυτός ήταν το πιο μικρό εγγόνι του παππού.
Άμα τελείωσε η γιορτή, ο παππούς πήρε τα εγγόνια κοντά του και τα χάιδεψε. Με δυσκολία έβρισκε λόγια να τα ευχαριστήσει.
Τέτοια ωραία χριστουγεννιάτικη γιορτή ο παππούς δεν είχε ξαναγιορτάσει.

Γέννηση Χριστού παλιό αναγνωστικό
***************
Τά Χριστούγεννα του γερο-Μάνθου

Είναι παραμονή των Χριστουγέννων. Ό γερο – Μάνθος κατέβηκε άπό τά κτήματα του στό χωριό. Θέλει νά γιορτάσει τή μεγάλη γιορτή μέ τά παιδιά του, νά πάει καί στην εκκλησία νά μεταλάβει. Στό χωριό έχει μεγάλους γιους καί δώδεκα εγγόνια.
Τή νύχτα πού χτύπησε ή καμπάνα, δλοι ξεκίνησαν γιά τήν εκκλησία. Ό παππούς φορεί τήν καινούρια φορεσιά του καί περπατεΐ καμαρωτός.
Στήν εκκλησία άναψε μιά μεγάλη λαμπάδα.
Προσκύνησε κι ασπάστηκε τήν εικόνα μέ τή Γέννηση του Χριστού. Τά παιδιά πήγαν κοντά
στον ψάλτη νά βοηθήσουν. Ψέλνουν μαζί του.
«Ή γέννησίς Σου, Χριστέ ό Θεός ημών…»
Τί γλυκά πού ακούονται οι ψαλμωδίες! Τί ωραίες πού είναι οι άγιες ευχές, πού διαβάζει ο παπα-Νικόλας! Ό παππούς όλα τά παρακολουθεί μέ προσοχή.
Όταν ή θεία λειτουργία τελείωσε, ό γερο-Μάνθος πλησίασε καί κοινώνησε. Έπειτα ό παπα – Νικόλας κοινώνησε καί τά παιδιά καί τούς άλλους καί τους έδωσε αντίδωρο.
Γεμάτοι άπ’ τη χάρη τοΰ Θεοϋ γυρίζουν τώρα όλοι στό σπίτι. Αρχίζει πιά νά χαράζει. Οί πετεινοί διαλαλούν πώς ξημέρωσε. Κικιρίκου! κικιρίκου!
Ό παππούς κάθεται στή γωνιά. Όλοι σκύβουν καί τοϋ φιλούν τό χέρι. Πρώτα οί νύφες, ύστερα οί γιοί, ύστερα τά εγγόνια.
— Χρόνια πολλά, παππού! Νά μας ζήσεις! Νά γιορτάσουμε καί του χρόνου καλά Χριστού-γεννα!
Ό παππούς συγκινημένος τους δίνει τήν ευχή του.



ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ (η ιστορία και το έθιμο της βασιλόπιτας- από ένα παλιό αναγνωστικό Γ Δημοτικού, Αθήνα 1966)


Ό δάσκαλος εξήγησε σήμερα γιατί κάνομε στά σπίτια μας βασιλόπιτα.

— Στά παλιά χρόνια, είπε στά παιδιά, όταν ήταν Επίσκοπος στην Καισαρεία, ό Μέγας Βασίλειος, έ­τυχε νά είναι διοικητής της Καππαδοκίας ένας ει­δωλολάτρης, πολύ κακός, σκληρός και φιλοχρή­ματος άνθρωπος. Οι επισκέψεις του στά διάφορα μέρη της επαρχίας του σκοπό είχαν τή διαρπαγή και λεηλασία των θησαυρών των Χριστιανών. Κά­ποτε λοιπόν, πού θά έκανε τήν επίσκεψη του ό κα­κός αυτός άρχοντας στην Καισαρεία, οι Χριστια­νοί έτρεξαν φοβισμένοι στον Μέγα Βασίλειο και του ζήτησαν τή συνδρομή του.

— Αδερφοί μου, είπε ό Βασίλειος, τή σωτηρία θά τή ζητήσωμε πρώτα άπό τό Θεό. Ξέρετε βέβαια γιά ποιο σκοπό κάνει τήν επίσκεψη του ό κακός αυτός άνθρωπος. Σάς συμβουλεύω νά μου δώση ό καθένας σας ό,τι πολύτιμο αντικείμενο έχει, και όταν θά τόν υποδεχτούμε, θά του τά παραδώσω μέ τρόπο, γιά νά σωθούμε.

Οί Χριστιανοί συμμορφώθηκαν μέ τά λόγια του Βασιλείου και έδωσαν πρόθυμα ό,τι μπορού­σαν. “Αλλοι έδωσαν φλουριά, άλλοι στολίδια, οι πλούσιοι έδωσαν και γιά τους φτωχούς και έτσι μαζεύτηκε αρκετό χρυσάφι.

Ό Μέγας Βασίλειος όμως έκαμε τό θαύμα του. Ό κακός διοικητής, είτε γιατί έμεινε ευχαριστη­μένος άπό τήν υποδοχή και τήν προσφώνηση του επισκόπου, είτε γιατί   έφτασε   ελληνικός   στρατός άπό την Πόλη, έφυγε και δέν πήρε μαζί του τον συγκεντρωμένο θησαυρό.

Μετά την αναχώρηση του διοικητού, συγκέν­τρωσε ό Μέγας Βασίλειος τους Χριστιανούς και τους είπε:

—Αδερφοί μου, με τη βοήθεια του θεού, τα δώρα σας γλύτωσαν από τον άρχοντα. Την Κυριακή, πού μας έρχεται, θά δώσω στον καθένα ο,τι χρυσα­φικά ή φλουριά μου έδωσε.

Άλλα πώς νά έπιστρέψη όλον εκείνον τό θη­σαυρό στους κατόχους του; Πού νά ξέρη τί πρόσ­φερε ό καθένας;

Διέταξε λοιπόν ό Μέγας Βασίλειος και έφτια­σαν τό Σαββατόβραδο μικρές πίτες γιά όλους τους Χριστιανούς και μέσα σέ κάθε πίτα έβαλε άπό ένα χρυσαφικό. “Οσα περίσσεψαν διέταξε και τά μοίρασαν στους φτωχούς.

Τήν άλλη μέρα, δηλαδή τήν Κυριακή, έδωσε ό Μέγας Βασίλειος άπό μιά πίτα σέ κάθε Χρι­στιανό και έτσι οι Χριστιανοί, καθώς έτρωγαν τήν πίτα, εύρισκαν τό πολύτιμο αντικείμενο και τό έπαιρναν δικό τους.

Άπό τότε έμεινε συνήθεια νά κάνουν οι Χρι­στιανοί βασιλόπιτες και νά βάζουν νομίσματα, στην επέτειο της εορτής του Μεγάλου Βασιλείου.

ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2024

«ΦΥΛΑΞΤΕ ΤΑ ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΜΑΣ, ΓΙΟΡΤΑΣΤΕ ΟΠΩΣ ΟΙ ΠΑΤΕΡΑΔΕΣ ΣΑΣ, ΚΑΙ ΜΗΝ ΞΕΓΕΛΙΩΣΑΣΤΕ ΜΕ ΤΑ ΞΕΝΑ ΚΙ ΑΝΟΣΤΑ ΦΡΑΓΚΙΚΑ ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ»

Τοῦ Φώτη Κόντογλου

28 Δεκεμβρίου 1958 (Φώτης Κόντογλου, Χριστοῦ Γέννησις: Τό φοβερόν Μυστήριον, Ἐκδ.Ἁρμός, 2001)

 
Τά Χριστούγεννα, τά Φῶτα, ἡ Πρωτοχρονιά, κ’ ἄλλες μεγάλες γιορτές, γιά πολλούς ἀνθρώπους δέν εἶναι καθόλου γιορτές καί χαρούμενες μέρες, ἀλλά μέρες πού φέρνουνε θλίψη καί δοκιμασία.

Δοκιμάζονται οἱ ψυχές ἐκεινῶν πού δέν εἶναι σέ θέση νά χαροῦνε, σέ καιρό πού οἱ ἄλλοι χαίρουνται. Παρεκτός ἀπό τούς ἀνθρώπους πού εἶναι πικραμένοι ἀπό τίς συμφορές τῆς ζωῆς, τούς χαροκαμένους, τούς ἄρρωστους, οἱ περισσότεροι πικραμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού τούς στενεύει ἡ ἀνάγκη νά γίνουνε τοῦτες τίς χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοί ἀπ’ αὐτούς μπορεῖ νά μή δίνουνε σημασία στή δική τους εὐτυχία, μά γίνουνται ζητιάνοι γιά νά δώσουνε λίγη χαρά στά παιδιά τους καί στ’ ἄλλα πρόσωπα πού κρέμουνται ἀπ’ αὐτούς. Οἱ τέτοιοι κρυφοκλαῖνε ἀπό τό παράπονό τους, κι’ αὐτοί εἶναι οἱ πιό μεγάλοι μάρτυρες, πού καταπίνουνε τήν πίκρα τους μέρα νύχτα, σάν τό πικροβότανο.

Ἴσα ἴσα αὐτές τίς ἁγιασμένες μέρες πού θἄπρεπε νά σμίξουνε πιό κοντά οἱ ἄνθρωποι συναμεταξύ τους, «νά περιπτυχθῶσιν ἀλλήλους», ἴσια ἴσια αὐτές τίς μέρες ἀποξενώνουνται περισσότερο ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον, χωρίζουνται σέ δύο στρατόπεδα ὁλότελα ξένα τὄνα στἄλλο, σχεδόν ἐχθρικά. Ἀπό τή μιά μεριά εἶναι οἱ εὐτυχισμένοι, οἱ καλοπερασμένοι, οἱ καλότυχοι, κι’ ἀπό τήν ἄλλη μεριά εἶναι οἱ…. δυστυχισμένοι κ’ οἱ παραπεταμένοι. Ἀνάμεσά τους «χάσμα μέγα ἐστήρικται» κατά τίς γιορτές.
Κανένα γεφύρι δέν ἑνώνει τίς δύο ἀκροποταμιές, ἐνῶ τίς ἄλλες μέρες ἔρχουνται σέ περισσότερη συνάφεια. Οἱ πλούσιοι κι’ ὅσοι ἔχουνε τόν τρόπο τους κάνουνε, ἀλλοίμονο! τό πᾶν γιά νά ἐπιδείξουνε τά πλούτη καί τ’ ἀγαθά τους στούς λιμασμένους. Κι’ αὐτό γίνεται στὄνομα τοῦ Χριστοῦ, πού γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στό παχνί!
Γιά τήν γέννηση τοῦ φτωχοῦ Χριστοῦ δέν γιορτάζουνε οἱ φτωχοί σάν καί Κεῖνον, μά γιορτάζουνε οἱ πλούσιοι, πού παίρνουνε γιά ἀφορμή τήν πτωχεία του γιά νά δείξουνε τά πλούτη τους. Μά ἄραγε, ἀνάμεσα σέ δυστυχισμένους μπορεῖ νά νοιώσει κανένας εὐτυχισμένον τόν ἑαυτό του; Μοναχά ἕνας ἀναίσθητος μπορεῖ νά νοιώσει τέτοια εὐτυχία. Ὅσο γιά κεῖνον πού θέλει νά ἐπιδείξη στόν πεινασμένο καί στόν στερημένον τήν ἐλεεινή του αὐτή εὐτυχία, αὐτός εἶναι ἀληθινό κτῆνος. Καί μ’ ὅλα ταῦτα, ὑπάρχουνε πολλοί τέτοιοι ἀνάμεσά μας, στά χρόνια μας, ἐνῶ ἤτανε σπάνιοι στά παλαιότερα. Εἶναι κι’ αὐτό ἕνα ἀπό τά ὡραῖα πού μᾶς ἔφερε ὁ μέγας πολιτισμός ἀπό τά μεγάλα κέντρα! Στήν Ἀνατολή εἴχανε τά ζεμπίλια, πού ἤτανε πλεχτά ἀπό ψάθα, κι’ ὅ,τι ἔβαζε μέσα κανένας δέν φαινότανε. Γι’ αὐτό, παίζοντας οἱ τουρκομερίτες, λέγανε πώς ἡ λέξη «ζεμπίλι» βγῆκε ἀπό τά λόγια «σέν μπίλ», πού θά πεῖ «ἐσύ νά ξέρης», δηλαδή ἐσύ νά ξέρης μοναχά τί ἔχει μέσα τό ζεμπίλι, ὥστε νά μή λιμάζουνε καί σέ φθονοῦνε οἱ φτωχοί, κεῖνοι πού δέν μποροῦνε ν’ ἀγοράσουνε τά καλά πού ἀγόρασες ἐσύ. Σίγουρα, κι’ αὐτό δέν εἶναι καθόλου καλό καί χριστιανικό, μά τουλάχιστο ἔλειπε ἡ ἁμαρτωλή ἐπίδειξη πού εἶναι τό πιό σατανικό ἀπ’ ὅλα τά ἄλλα κακά πού φαρμακώνουνε τούς φτωχούς ἀδελφούς μας αὐτές τίς μέρες.
Ὅπως βλέπεις, μέ τήν κακομοιριά πού ἔχει σέ ὅλα ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, μπόρεσε καί γύρισε τίς μέρες τῆς πνευματικῆς χαρᾶς σέ μέρες σαρκικῆς καλοπέρασης γιά τόν ἑαυτό του, καί σέ μέρες πένθους καί δακρύων γιά πολλούς ἀπό τούς συντρόφους του στή ζωή.
Οἱ γιορτές οἱ δικές μας σταθήκανε πάντα θρησκευτικές, καί γι’ αὐτό εἴχανε κάποιον ἄλλο χαρακτῆρα ἀπό τίς γιορτές πού γιορτάζουνε ἄλλα ἔθνη, προπάντων σήμερα, πού εἶναι κάποιες αὐτοσχεδιασμένες σκηνοθεσίες χωρίς καμμιά σημασία γιά τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτές τίς ψευτογιορτές ξαμολιοῦνται ὅλα τά βάρβαρα καί ἐγωιστικά πάθη τοῦ ἀνθρώπου, πού κυττάζει μοναχά τήν εὐχαρίστηση τῆς σάρκας. Ἐνῶ οἱ δικές μας οἱ γιορτές, ἐπειδή, ὅπως εἶπα, ἔχουνε τή ρίζα τους στή θρησκεία, ἤτανε σεμνές, πνευματικές, ὥστε νά μή σκανδαλίζουνε τούς φτωχούς, ὅσο εἶναι μπορετό σέ σαρκικούς ἀνθρώπους. Οἱ πλούσιοι κι’ οἱ νοικοκυραῖοι ἀποφεύγανε νά πληγώσουνε τούς φτωχότερους, καί νοιώθανε τήν ἀνάγκη νά τούς ζεστάνουνε καί κείνους, στέλνοντας κρυφά στά σπίτια τους διάφορα δῶρα, μέ τρόπο, ὥστε νά μή τούς ταπεινώσουνε, κ’ ἔτσι ἡ διαφορά νά φαίνεται ὅσο μποροῦσε λιγώτερη.
Ἔτσι μορφωθήκανε τά ἔμορφα καί ἁγνά ἔθιμά μας, μέ ψαλμωδίες πού τίς λένε ἀκόμα τά παιδιά στούς δρόμους καί στά σπίτια, μέ καμπάνες, μέ ἔμορφα αἰσθήματα, μέ σεμνές διασκεδάσεις, μέ εὐχάριστη συναναστροφή, πού δένουνε μεταξύ τους τούς ἀνθρώπους περισσότερο, παρά πού τούς χωρίζουνε. Μά ὁ ὑλισμός κι’ ὁ λύκος τῆς ἀναισθησίας μολεύει σιγά-σιγά αὐτές τίς καλές γιορτές μας, πού πολύ ἔμορφα τίς παρομοιάζανε οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας μέ σταθμούς γιά νά ξεκουραζόμαστε στόν μονότονο δρόμο τῆς ζωῆς μας, λέγοντας: «Βίος ἀνεόρταστος, μακρά ὁδός ἀπανδόκευτος», πού θά πῆ «Ζωή δίχως γιορτή, εἶναι σάν τόν μακρύ τόν δρόμο πού δέν ἔχει πανδοχεῖο νά ξεκουραστῆς».
Κάποιοι μοντερνοποιημένοι κάνουνε τόν βαρύ καί τόν θετικό κύριο πού δέν ἔχει αἰσθηματολογίες, καί λένε πώς αὐτά εἶναι αναχρονισμοί κι’ ἀδιαφόρετα πράγματα. Αὐτοί γιά μένα εἶναι ξερίχια ψυχικά, παγωμένες ἐρημιές, δίχως ἀγάπη, δίχως χαρά, μά καί δίχως πόνο. Γιατί χαρά καί πόνος εἶναι δεμένα. Οἱ τέτοιες ψυχές εἶναι πάντα νεκρά βουνά τοῦ φεγγαριοῦ. Ὡστόσο, κάτι τέτοιοι «ὀρθολογισταί» καί «θετικισταί», ξετρελλαίνουνται γιά κάποιες ἀνόητες ξενόφερτες φέστες καί γιά κάτι μοντέρνα γλέντια πού ρεζιλεύουνε τόν ἄνθρωπο, φτάνει πού γίνουνται κατά τό κοσμοπολιτικό μοντέλο πού βρίσκεται στά «μεγάλα κέντρα τοῦ ἐξωτερικοῦ». Αὐτοί δέν θέλουνε τίποτα ἀπό τά δικά μας, πού τά λένε ὅλα «βλάχικα, φτωχικά, ἀνάξια γιά ἀνθρώπους πού ξέρουνε τόν κόσμο». Τίποτα ἑλληνικό δέν βρίσκει ἔλεος στά μάτια αὐτῶν τῶν κουφιοκέφαλων, ἀκατάδεχτων κι’ ὅπως πρέπει κυρίων, πού χοροπηδᾶνε, ὡστόσο, σάν τρελλοί, μέ τά τσέρκια στό λαιμό, φτάνει πού ἤρθανε ἀπ’ ἔξω, ἀπό κεῖ «πού ξέρει ὁ κόσμος νά ἀπολαμβάνη τή ζωή»! Τί νά ποῦμε κ’ ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, τά βλαχάκια, τά φτωχαδάκια, πού μᾶς νανούριζε ἡ μάνα μας μέ τά παραπονετικά τραγούδια της στήν κούνια μας, καί τώρα δακρύζουμε σάν ἀκοῦμε τά τροπάρια καί τά κάλαντα, πού μᾶς ἑνώνουνε μέ τούς ἀγαπημένους μας πού περάσανε ἀπό τόν τόπο μας πρίν ἀπό μᾶς;
Ἀδέλφια μου, φυλάξτε τά ἑλληνικά συνήθειά μας, γιορτάστε ὅπως γιορτάζανε οἱ πατεράδες σας, καί μή ξεγελιώσαστε μέ τά ξένα κι ἄνοστα πυροτεχνήματα. Οἱ δικές μας οἱ γιορτές ἀδελφώνουν τούς ἀνθρώπους, τούς ἑνώνει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Μήν κάνετε ἐπιδείξεις. «Εὐφράνθητε ἑορτάζοντες». Ἀκοῦστε τί λένε τά παιδάκια πού λένε τά κάλαντα: «Καί βάλετε τά ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθῆτε, στήν ἐκκλησίαν τρέξετε, μέ προθυμίαν μπῆτε, ν’ ἀκούσετε μέ προσοχήν ὅλην τήν ὑμνωδίαν, καί μέ πολλήν εὐλάβειαν τήν θείαν λειτουργίαν. Καί πάλιν σάν γυρίσετε εἰς τό ἀρχοντικόν σας, εὐθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τό φαγητόν σας. Καί τόν σταυρόν σας κάνετε, γευθῆτε, εὐφρανθῆτε. Δόστε καί κανενός φτωχοῦ ὅστις νά ὑστερῆται». Ἀθάνατη ἑλληνική φυλή! Φτωχή μά ἀρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μά χαρούμενη καί καλόκαρδη περισσότερο ἀπό τούς εὐτυχισμένους τῆς γῆς, πού τούς μαράζωσε ἡ καλοπέραση.
Ναί, ἀδελφοί μου Ἕλληνες, χαίρετε μαζί μέ κείνους πού χαίρουνται καί κλεῖτε μαζί μέ κείνους πού κλαῖνε. Αὐτή εἶναι ἡ παραγγελία τοῦ Χριστοῦ, καί σ’ αὐτή μονάχα θά βρῆτε ἀνακούφιση. Δίνετε στούς ἄλλους ἀπ’ ὅ,τι ἔχετε. Τό παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι ἔχει κανένας ἀνάγκη, τό κλέβει ἀπό τόν ἄλλον. «Μακάριον τό διδόναι μᾶλλον, ἤ λαμβάνειν». Πολλοί ἀπό σᾶς θἄχουνε ἴσως περισσότερο ἀπό μένα τό δικαίωμα νά μοῦ ποῦνε αὐτά πού λέγω ἐγὼ σέ σᾶς. Δέν εἶμαι «ὁ ποιήσας καί διδάξας», ἀλλοίμονό μου! Μά γιά νά μή σκανδαλισθῆ κανένας πώς τά λόγια μου εἶναι ὁλότελα κούφια, στενεύομαι νά πῶ πώς προσπαθῶ νά μήν εἶμαι ὁλότελα «ὁ δάσκαλος πού δίδασκε καί νόμο δέν ἐκράτει».


ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ : «Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Ἀπὸ «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ» ἔτος β’ τόμος τέταρτος τεῦχος 45, Χριστούγεννα 1949.

[…]
Ὁ τύπος τῆς Γεννήσεως στοὺς βυζαντινοὺς εἶναι τοῦτος: Στὴ μέση στέκεται ἕνα σπήλαιο σὰν ἀπὸ κρουστάλινα βράχια περισκεπασμένο. Μέσα στὸ μαῦρο ἄνοιγμά του εἶναι μία φάτνη καὶ μέσα βρίσκεται ἕνα μωρὸ φασκιωμένο, ὁ Χριστός, κι’ ἀπό-πάνω του τὸν ἀχνίζουνε μὲ τὸ χνῶτο τους ἕνα βόδι κ’ἕνα γαϊδοῦρι εἴτε ἄλογο. Ἡ Παναγία εἶναι ξαπλωμένη πλάγι στὸ τέκνο της ἀπάνω σ' ἕνα στρωσίδι, ὅπως συνηθίζουνε στὴν Ἀνατολή. Στὸ ἀπάνω μέρος ἀπό τὰ δεξιὰ εἶναι χορὸς Ἀγγέλων σὲ στάση δεήσεως, ενῶ ἀπὸ τ’ἀριστερὰ ἕνας ἄλλος ἄγγελος μὲ φτερὰ ἀνοιχτά, μιλᾶ μὲ τοὺς τσομπάνηδες σὰν νὰ τοὺς λέγει ταὴ χαροποιὰ τὴν εἴδηση. Στο κάτω μέρος απὸ τὰ δεξιὰ παριστάνεται ὁ γέρο Ἰωσὴφ καθισμένος σ’ἕνα κοτρόνι καὶ συλλογίζεται μὲ τὸ κεφάλι ἀκουμπισμένο στὸ χέρι του, κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ λέγει «ἠβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν», καθ’ὅσον δὲν ἤθελε να ἐκθέσει την Παναγία ποὺ γέννησε δίχως νἄναι δικό του τὸ παιδί. Μπροστά του στέκεται ἕνας γέρος τσομπάνης ἀκουμπισμένος στὸ ραβδί του, ντυμένος μὲ προβιά, καὶ τοῦ μιλᾶ σὰ νὰ θέλει νὰ τὸν παρηγορήσει. Στὰ ἀριστερὰ εἶναι καθισμένη μιὰ γρηὰ ποὺ βαστᾶ στὴν ἀγκαλιά της τὸ νεογέννητο γυμνό, καὶ δοκιμάζει μὲ τὸ χέρι της τὸ ζεστὸ νερὸ μέσα σὲ μιὰ κολυμπήθρα, ἐνῶ μιὰ μικρὴ χωριατοπούλα μὲ τὸ τσεμπέρι χύνει νερὸ γιὰ νὰ κολυμπήσουνε τὸ μωρό. Γύρω τοὺς κι' ἀπάνω στὶς ραχοῦλες βοσκᾶνε πρόβατα, κάθουνται ξαπλωμένα καὶ δυὸ τρία μαντρόσκυλα. Ἕνας τσομπάνης ἀρμέγει. Πίσω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ φαίνουνται μέσα στὸ βουνὸ οἱ τρεῖς μάγοι καβαλλικρμένοι στἄλογα, ὁ ἕνας σὲ ἄσπρο, ὁ ἄλλος σὲ μαῦρο κι’ὁ ἄλλος σε κόκκινο. Ἡ Παναγία ζωγραφίζεται καὶ γονατιστὴ, μὰ αὐτὸ θαρρῶ πὼς φραγκοφερνει. Ἡ σκηνὴ μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ κολυμπᾶνε τὸ βρέφος εἶναι παρμένη ἀπὸ τ' Ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια.


Εἶναι παράξενο πῶς οἱ βυζαντινοὶ ζωγράφοι ποὺ ἤτανε ὀρθοδοξώτατοι, βάζουνε στὶς εἰκόνες τους κάποιες σκηνὲς ποὺ δὲν εἶναι γραμμένες στὸ Εὐαγγέλιο, παίρνοντάς τες ἀπὸ βιβλία ποὺ δὲν εἶναι Κανονικά. Στὸ Μυστρᾶ, στὸ Καχριὲ Τζαμὶ κι' ἀλλοῦ εἶναι ζωγραφισμένα ἐπεισόδια ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Παναγίας παρμένα ἀπὸ τὸ λεγόμενο Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου ποὺ δὲν εἶναι Κανονικό. Ἀλλά τέτοια καθέκαστα εἶναι ζωγραφισμένα στὰ Εἰσόδια, στὸν Εὐαγγελισμό, στὴν ζωὴ Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης, κλπ. Γιὰ τὴ Γέννηση βρίσκεται γραμμένο στὰ Ἀπόκρυφα πὼς σὰν πιάσανε οἱ πόνοι τὴν Παναγία, πῆγε ὁ Ἰωσὴφ νὰ βρεῖ καμμιὰ μαμή, καὶ βρῆκε μιὰ γρηὰ ποὺ τὴ λέγανε Σαλώμη, κι' αὐτὴ ἔπλυνε τὸ παιδί. Σὲ κάποιες ἀρχαῖες τοιχογραφίες εἶναι γραμμένο καὶ τὄνομα τῆς Σαλώμης. Στὰ πιὸ ὡραῖα εἰκονίσματα ἡ Παναγία παριστάνεται ξαπλωμένη κ'ἔχει ἀκουμπισμένο τὸ κεφάλι της στὸ χέρι της, κ' ἡ ἔκφρασή της εἶναι γλυκειὰ καὶ μελαγχολική, ἕνα πρᾶγμα πολὺ κατανυχτικό. Σὲ λιγοστὲς εἰκόνες εἶδα ζωγραφισμένα μάτια ἀπάνω στὸ σπήλαιο, σὰν νὰ εἶναι ζωντανό, ὅπως ζωγραφίζουνε πάλι σὲ σχέδιο ἀητοῦ, τὰ σύννεφα ποὺ σηκώνουνε τοὺς Ἀποστόλους στὴν Κοίμηση, στὴ Βάπτιση τὸν Ἰορδάνη σὰν γέρο καὶ τὴ θάλασσα σὰν νεράϊδα, τὶς πηγὲς τοῦ ποταμοῦ σὰν ἕναν πέτρινον ἄνθρωπο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα του τὸ νερό, κ.ἄ. Ἡ Ἑρμηνεία τῶν Ζωγράφων τοῦ Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ τῶν Ἀγράφων, γράφει γιὰ τὸν τύπο τῆς Γεννήσεως: «Σπήλαιον, καὶ ἔσω εἰς τὸ δεξιὸν μέρος ἡ Θεοτόκος βάλλουσα τὸ βρέφος ἐσπαργανωμένον μέσα εἰς τὴν φάτνην καὶ ἀριστερὰ ὁ Ἰωσὴφ γονατιστὸς ἔχων τὰ χέρια ἐσταυρωμένα (1)• καὶ ὄπισθεν τῆς φάτνης ἕνα βόδι κ'ἕνα ἄλογον βλέποντα τὸν Χριστὸν καὶ ὄπισθεν ποιμένες βαστάζοντες ράβδους καὶ βλέποντες μετὰ θάμβους τὸν Χριστόν. Καὶ ἔξωθεν τοῦ σπηλαίου πρόβατα καὶ ποιμένες, ὁ ἕνας λαλῶν αὐλὸν καὶ ἕτεροι βλέποντες ἄνω μετὰ φόβου. Καὶ ἐπάνωθεν αὐτῶν ἕνας ἄγγελος εὐλογῶν αὐτούς, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος οἱ μάγοι μετὰ βάσιλικῆς στολῆς καθήμενοι ἐπάνω εἰς ἄλογα καὶ δεικνύοντες ἀλλήλοις τὸν ἀστέρα. Καὶ ἐπάνωθεν τοῦ σπηλαίου πλῆθος ἀγγέλων...».

Οἱ πιὸ ὡραῖες εἰκόνες τῆς Γεννήσεως ποὺ ἀφήσανε οἱ παληοὶ εὐσεβεῖς ἁγιογράφοι μας εἶναι κατὰ πρῶτον οἱ ψηφιδωτές τοῦ Δαφνιοῦ καὶ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ἔργα ἐξαίσια γιὰ ὅποιον νοιώθει τὴ βυζαντινὴ τέχνη καὶ δὲν θέλει σκηνοθεσίες καὶ ἐπιδείξεις κούφιες. Ἄλλη ὡραία εἰκόνα τῆς Γεννήσεως εἶναι στὴν Περίβλεπτο τοῦ Μύστρᾶ, ἴσως ἡ ὡραιότερη, καθὼς καὶ ἄλλη στὴν Παντάνασσα. Σπουδαία εἶναι καὶ ἡ Γέννηση στὸ Καχριὲ Τζαμὶ τῆς Πόλης (ἀρχαία Μονὴ τῆς Χώρας), τῆς Ὑπαπαντῆς στὰ Μετέωρα, στὰ μοναστήρια τοῦ Διονυσίου καὶ τοῦ Δοχειαρίου στ' Ἅγιον Ὄρος, καθὼς καὶ τοῦ Ἁγίου Παύλου, στὸ μοναστῆρι τῆς Μεταμορφώσεως στὰ Μετέωρα, καθὼς καὶ στὸ μοναστῆρι τοῦ Βαρλαάμ, ἔργο τοῦ Φράγκου Κατελλάνου. Ὑπάρχουνε κι' ἄλλες ἔμορφες Γεννήσεις σὲ ἀρχαῖα ἐξωκκλήσια, ὅλες στὸν ἴδιο τύπο ποὺ ἱστορήσαμε. Πλῆθος Γεννήσεις στολίζουνε τὰ ἀρχαῖα χειρόγραφα, ὅπως εἶναι δυὸ ποὺ βρίσκουνται στὸ μοναστήρι τῶν Ἰβήρων. Τὸ ἁμαρτωλὸ χέρι μου ἀξιώθηκε νὰ ζωγραφίσει κάμποσες Γεννήσεις σὲ σανίδι, καὶ δυὸ σὲ τοιχογραφία, τὴ μιὰ στὸ οἰκογενειακὸ παρεκκλῆσι τοῦ Γ. Πεσμαζόγλου στὴν Κηφισιά, τὴν ἄλλη, σὲ πολὺ μεγάλο σχῆμα, στὴν ἐκκλησία τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στὸ Λιόπεσι.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1. Στά χρόνια τοῦ Διονυσίου (18ος αἰώνας) εἶχε ἀρχίσει νὰ φραγκεύει ἡ ἁγιογραφία μας, γιαὐτὸ γράφει πὼς ὁ Ἰωσὴφ εἶναι γονατιστός, καθὼς καὶ ἄλλα ποὺ δὲν εἶναι τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας.





http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/kontoglou_gennisi.html



Δευτέρα 15 Μαρτίου 2021

Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ



«Από το βιβλίο: «ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
γράμματα σε μια ψυχή»
ΕΚΔΟΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΙΙΚΗΣ 2000

Στις Σαρακοστές καλό είναι να γνωρίζεις μόνο εκκλησία και σπίτι, τίποτ’ άλλο. Φτάνεις, λοιπόν, στο σπίτι. Τί θα κάνεις εκεί; Θα αγωνιστείς μ’ όλη σου τη δύναμη να διατηρήσεις την προσήλωση του νου και της καρδιάς στον Κύριο. Αμέσως μετά την εκκλησία, τρέξε στο δωμάτιό σου και κάνε αρκετές μετάνοιες, ζητώντας ευλαβικά από τον Θεό να σε βοηθήσει , ώστε να αξιοποιήσεις το χρόνο της παραμονής σου στο σπίτι με τρόπο ωφέλιμο για την ψυχή σου.
.
Ύστερα κάθησε και ξεκουράσου για λίγο. Αλλά και τότε μην αφήνεις τους λογισμούς σου να ξεστρατίζουν. Διώχνοντας κάθε σκέψη, επαναλάμβανε νοερά την ευχή : “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με! Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!”. Αφού ξεκουραστείς πρέπει ν’ ασχοληθείς με κάτι, είτε προσευχή είτε εργόχειρο. Τί εργόχειρο θα κάνεις δεν έχει σημασία∙ ξέρεις ήδη τί σου αρέσει. Είναι, βλέπεις, αδύνατο να ασχολείσαι όλη την ώρα με πνευματικά πράγματα∙ χρειάζεται να έχει και κάποιο ευχάριστο εργόχειρο. Μ’ αυτό θα καταπιάνεσαι, όταν η ψυχή σου είναι κουρασμένη, όταν δεν έχεις τη δύναμη να διαβάσεις ή να προσευχηθείς. Αν, βέβαια, οι πνευματικές σου ενασχολήσεις πηγαίνουν καλά, το εργόχειρο δεν είναι απαραίτητο. Εκπληρώνει μόνο την ανάγκη αξιοποιήσεως του χρόνου , που αλλιώς θα σπαταλιόταν σε απραξία. Και η απραξία είναι πάντα ολέθρια, πολύ περισσότερο όμως στον καιρό της νηστείας.

.
Πώς πρέπει να προσεύχεται κανείς στο σπίτι; Σωστά σκέφθηκες ότι τη Σαρακοστή οφείλουμε να προσθέτουμε κάτι στον συνηθισμένο κανόνα προσευχής. Νομίζω, ωστόσο, πως αντί να διαβάζεις περισσότερες προσευχές από το Προσευχητάρι, είναι καλύτερο ν’ αυξήσεις τη διάρκεια της άμεσης επικοινωνίας σου με τον Κύριο. Κάθε μέρα, πριν αρχίσεις και αφού τελειώσεις τη την ορθρινή και βραδυνή ακολουθία, να απευθύνεσαι με δικά σου λόγια στον Κύριο, την Υπεραγία Θεοτόκο και τον φύλακα άγγελό σου, ευχαριστώντας τους για την προστασία τους και παρακαλώντας τους για την ικανοποίηση των πνευματικών σου αναγκών. Ζήτα τους να σε βοηθήσουν , ώστε, πρώτα απ’ όλα να γνωρίσεις τον εαυτό σου, να αποκτήσεις αυτογνωσία  και, όταν την αποκτήσεις, να σου χαρίσουν ζήλο και δύναμη, ώστε να θεραπεύσεις τις πληγές της ψυχής σου. Ζήτα τους, ακόμα, να γεμίσουν την καρδιά σου  με το αίσθημα της ταπεινώσεως και της συντριβής. Η ταπείνωση είναι η πιο ευάρεστη στον Θεό θυσία. Έτσι να προσεύχεσαι. Μην επιβάλεις, όμως, στον εαυτό σου έναν προσευχητικό κανόνα μακρύ και βαρύ, έναν κανόνα που θα υπερβαίνει τα μέτρα των ψυχοσωματικών σου δυνάμεων και θα σε καταβάλλει. Καλύτερα είναι να προσεύχεσαι συχνότερα στη διάρκεια της ημέρας και, όταν ασχολείσαι μ’ οποιαδήποτε άλλη εργασία, να έχεις το νου σου στο Θεό.
.
Μετά την προσευχή , διάβαζε για λίγο με αυτοσυγκέντρωση. Η μελέτη δεν αποσκοπεί στο φόρτωμα του μυαλού σου με διάφορες πληροφορίες και γνώσεις, αλλά στην ψυχική σου ωφέλεια και εποικοδομή. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να διαβάζεις πολλά. Διάβαζε όμως με προσοχή μεγάλη και με καρδιακή συμμετοχή.
“Τί να διαβάζω;”, θα με ρωτήσεις. Μόνο πνευματικά βιβλία ,φυσικά. Η προσεκτική ανάγνωση τέτοιων βιβλίων εμπνέει την ψυχή περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο. Αν πάντως, στη διάρκεια της μελέτης γεννιέται ο πόθος της προσευχής, ν’ αφήνεις το βιβλίο και να προσεύχεσαι .
Θα διαβάζεις, λοιπόν, θα προσεύχεσαι, θα κάνεις μετάνοιες. Και μ’ όλα αυτά, ωστόσο, δεν θα μπορέσεις να κρατήσεις το νου και την καρδιά σου σε κατάσταση συνεχούς και έντονου αγώνα. Είναι αναπόφευκτο να κουράζεσαι. Τότε, όπως σου είπα, θα ασχολείσαι με κάποια πρακτική εργασία.
.
Σκέφτεσαι, καθώς μου γράφεις, να μειώσεις την  ποσότητα του καθημερινού σου φαγητού. Σωστή κι ωφέλιμη η σκέψη σου∙ σωστή, γιατί το σώμα, που με τις παρεκτροπές του σε αναγκάζει να μετανοείς, οφείλει να καταβάλει στη διάρκεια της Σαρακοστής τους μόχθους  που του αναλογούν∙ και ωφέλιμη, γιατί με τη νηστεία το σώμα δουλαγωγείται, ο νους καθαρίζεται, η καρδιά μαλακώνει, τα πάθη νεκρώνονται. Μόνο μην το παρακάνεις. Ήδη τρως τόσο λίγο. Πρέπει να έχεις δυνάμεις ,για να στέκεσαι στην εκκλησία και για ν’ αγωνίζεσαι στο σπίτι. Κοίτα να τρως τόσο, όσο χρειάζεται για να μην εξασθενήσεις.
Καλό θα ήταν επίσης , να μείωνες λίγο το χρόνο του ύπνου και της αναπαύσεώς σου. Είναι μία θυσία για σένα, αλλά κάθε λογής θυσία ταιριάζει σ’ αυτή την περίοδο .
.
Και με τις συζητήσεις τί θα γίνει; Τη Σαρακοστή τουλάχιστον, οι συζητήσεις με τους άλλους ας περιοριστούν σε πνευματικά θέματα. Ακόμα καλύτερες είναι οι κοινές πνευματικές αναγνώσεις, που δίνουν αφορμές για την ανταλλαγή εποικοδομητικών σκέψεων και  για την εξαγωγή ωφέλιμων συμπερασμάτων. Κατάλληλοι γι’ αυτό τον σκοπό είναι οι Βίοι των Αγίων. Αρκετά έγραψα. Θα προσθέσω ό,τι άλλο χρειάζεται αργότερα.
.

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2021

Ο...ΓΔΙΚΙΩΜΟΣ, ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΕΘΙΜΟ ΤΩΝ ΜΑΝΙΑΤΩΝ


Του Τάσου Κοντογιαννίδη, δημοσιογράφου – συγγραφέως
akontogiannidis@yahoo.gr


Το δικαίωμα της εκδίκησης στην Μάνη ξεκίνησε πολλούς αιώνες πριν, όταν δεν υπήρχε δικαιοσύνη και δεν τιμωρούντο οι ένοχοι

Από τα παλιά χρόνια, αιώνες πριν, υπήρχε στην Μάνη η παράδοση του γδικιωμού, δηλαδή της εκδίκησης της οικογένειας του θύματος, με φόνο στον φονιά. Ήταν άγραφος νόμος που τον τηρούσαν πιστά. Επειδή δεν υπήρχαν δικαστήρια, την δικαιοσύνη επέβαλαν οι ίδιοι και την ποινή δια των όπλων, με φόνο του ενόχου. Φόνος στον φονιά.

Όσοι δεν εκδικούντο, τους θεωρούσαν ανάξιους και τους περιφρονούσαν. Όταν στις προστριβές τους δεν υπήρχε φόνος, τις διαφορές αυτές επιλαμβάνονταν αρχηγοί άλλων οικογενειών ή μεγάλης ηλικίας συνάνθρωποί τους που μόνιαζαν τις αντιμαχόμενες οικογένειες.

Συνήθως κάποιες φράσεις, όπως «το κρατάει Μανιάτικο» ή «να πάρει το αίμα πίσω», χρωστούν την καταγωγή τους στο έθιμο της εκδίκησης, ή καλύτερα στα μανιάτικα στον «γδικιωμό». Ίσως η λέξη αυτή και ό,τι συμβολίζει, να είναι το πιο χαρακτηριστικό της ζωής της Μάνης με το οποίο ξεχωρίζεις τους Μανιάτες από τους άλλους Έλληνες.

Κάποιοι που δεν ξέρουν την Μάνη και τους Μανιάτες ονομάζουν το έθιμο αυτό βεντέτα, παραπέμποντας στην Ιταλική αυτή λέξη. «Γδικιωμός» δεν είναι μόνο εκδίκηση, αλλά τιμωρία μιας αδικίας και αποκατάσταση της που φέρνει δικαίωση. Μιλούσαν για πόλεμο, για έχθρα, με φράσεις όπως «να γδικιωθεί» ή «το δίκιο μας να γδικιωθεί», δηλαδή να επικρατήσει ή να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη. Ήταν έθιμο, τρόπος της Μανιάτικης ζωής. Κι επειδή ανήκε στους άνδρες, σε κάθε οικογένεια η γέννηση αγοριού, έδινε μεγάλη χαρά. Ήταν ένα ακόμα ντουφέκι για την οικογένεια.

Διαλείμματα υπήρχαν την περίοδο εργασίας στα χωράφια με σπορά, θερισμό, συγκομιδή της ελιάς και αλώνισμα. Και όταν τελείωναν οι εργασίες αυτές, ξανάρχιζε ο αγώνας. Ανακωχή γινόταν επίσης όταν κάποιο μέλος των αντίπαλων οικογενειών είχε γάμο, βάπτιση, ή κηδεία.

Τον γδικιωμό τον αποφάσιζε ένα οικογενειακό συμβούλιο. Περιορισμοί ή αναστολές δεν υπήρχαν. Τα αρσενικά παιδιά της οικογένειας του θύματος ανατρέφονταν με ένα σκοπό, όταν μεγαλώσουν να πάρουν το αίμα πίσω. Ο άγραφος νόμος έλεγε, αν είναι φιλότιμος άνδρας δεν χαρίζει το δίκιο του.

Μετά τον φόνο, η χήρα Μανιάτισσα νανούριζε τον ορφανό γιο της που του σκότωσαν τον πατέρα και ονειρεύεται μόλις μεγαλώσει να πάρει το αίμα πίσω. Και έλεγε τους παρακάτω στίχους σαν μοιρολόγι, λες και ζούσε την στιγμή που ο γιος της θα έπαιρνε εκδίκηση για τον χαμό τους ανδρός της.

Μάνα: «Να μεγαλώσης ν’ αξιωθής και το σαρμά (=όπλο) να ζαλουθής (=φορτωθείς), να κυνηγήσης τον φονιά, απ’ αγκρεμά και από βουνά, το δίκιο μας να γδικιωθή.

Γιός: Έτρεξα απάνου στα βουνά για να βρέκου τον φονιά, τον ηύρα τον αγνάντεψα, σ’ ένα κοτρόνι κάθονταν κι έχιαχνε το ντουφέκι του. Αξέγνοιαστος ο άτιμος, σιγά, σιγά εζύγωσα, σ’ ένα κοτρώνι πίσω του. Άκουσα που σφύριζε, φαίνεται πως χαιρότανε, γιατί τον εκδικήθηκε τον γέρο τον πατέρα μου. Του τράβηξα μια ντουφεκιά, τον ηύρεκε μέσ’ τα μυαλά, τούφαγε μέση και καρδιά κι έτσι τον εκδικήθηκα…»

Όταν ο δράστης του φόνου κρυβόταν με την βοήθεια της μάνας του, η ίδια τον βοηθούσε να διαφύγει την σύλληψη όταν έκαναν την εμφάνιση τους χωροφύλακες. Το μαρτυρεί ο στίχος:

«Όπου κι αν είσαι Κωνσταντή, στο σπίτι μας να μην ερθείς, Τ’ ήρθασι χωροφυλάκοι και θα σε πάσι φυλακή, να δικαστής επί ζωής»

Υπήρχε βεβαίως και η συμφιλίωση και ο συμβιβασμός, που πρότεινε η οικογένεια του θύτη και ζητούσε συγχώρηση, ακολουθώντας ένα τελετουργικό. Ο φονιάς, μαζί με την οικογένεια του άοπλη, πήγαινε ύστερα από συνεννόηση και την μεσολάβηση κοινών γνωστών τους στο σπίτι του θύματος, γονάτιζε μπροστά στους γονείς του θύματός του και έδειχνε έμπρακτη μετάνοια.

Εκείνοι έσκυβαν τον φιλούσαν και η μάνα του νεκρού τον σκέπαζε με την ποδιά της λεγοντας: «Έτσι τόθε ο Θεός!» Ακολουθούσαν αγκαλιές και φιλιά εκατέρωθεν και κεράσματα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι δύο οικογένειες συναντώντο σε φιλικά τους σπίτια μεταφέροντας διάφορα φαγητά κυρίως κρέας και κρασί όπου συμβιβάζονταν, τρώγοντας και πίνοντας. Σε τέτοιες περιπτώσεις συμφιλίωσης, αμφότεροι οι συμφιλιωμένοι, ονομάζονταν «ψυχαδελφοί».

Πάντως αυτό το έθιμο του «γδικιωμού», από το 1870 άρχισε να υποχωρεί σταδιακά και δεν άργησε να περάσει στην ιστορία. Με την πάροδο πολλών ετών και με την καλυτέρευση της ζωής στην περιοχή, τέθηκε στο περιθώριο.

 

Palmografos

ΑΒΕΡΩΦ 

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Γράφει ο Γιώργος Δημητρούλιας, 
εκδότης «το Αντίδοτο», τέως δημοτικός σύμβουλος Καλαμάτας 

«Κι ήρθα να πάρω απ’ το δεντρί, να κόψω απ’ το λουλούδι,
και να το πάω στην άβροχη, τη ρημασμένη χώρα,
που πείνασε για πράσινο και δίψασε για δρόσος, 
να γίνει δάσος η ζωή κι η τέχνη περιβόλι».
Κωστής Παλαμάς, «Εκατό Φωνές»

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι για όλο τον ελληνορθόδοξο κόσμο η ιερότερη εβδομάδα του έτους. Όπως μας πληροφορεί ο καθηγητής Λαογραφίας Κώστας Ρωμαίος, η θρησκευτική συγκίνηση τις ημέρες αυτές φτάνει στο υψηλότερο δυνατό σημείο. 

Ελλήνων Πάσχα!

Αν θα επιχειρήσουμε να βρούμε, να προσδιορίσουμε και να ερμηνεύσουμε, το κυριότερο αίτιο που προκαλεί το φαινόμενο τούτο, ασφαλώς θα συμφωνήσουμε ότι οφείλεται στην ένταση της θρησκευτικής συγκίνησης, με την οποία ο Ελληνικός Λαός συμμετέχει στο θείο δράμα. Αυτό ακριβώς είναι και το σημείο διαχωρισμού της ελληνικής λαϊκής λατρείας από τον τρόπο που άλλοι λαοί συμμετέχουν στις δικές τους γιορτές. Οι άλλοι χριστιανικοί λαοί, Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες, έχουν τα Χριστούγεννα ως την μεγαλύτερη θρησκευτική και λαϊκή γιορτή. Απ’ αυτούς μας ήρθαν τα στολισμένα έλατα, οι ευτραφείς και ροδαλοί Άϊ – Βασίληδες με τις πληθωρικές σακούλες τους – σύμβολα του άκρατου καταναλωτισμού. Δεν μπόρεσαν όμως όλα τούτα να δημιουργήσουν το κάτι άλλο εκείνον τον εορταστικό οίστρο που αγγίζει τις ψυχές. Στο πείσμα της Δύσης, το πέτυχε η Λαμπρή, εορτή κατ’ εξοχήν ελληνική «εορτή εορτών και πανήγυρης πανηγύρεων», παλλαϊκή μέθεξη χαράς και ευφροσύνης, που προσφέρει η ορθόδοξη πίστη στη γνησιότερη και ανθρωπινότερη έκφρασή της. 
Ας μην λησμονούμε ακόμα πως στα μαύρα εκείνα χρόνια της δουλείας και σκλαβιάς στους Τούρκους η εορτή του Πάσχα ήταν στην ουσία η μόνη επιτρεπόμενη εθνική εορτή για το υπόδουλο Γένος. Ήταν τότε που η Λαμπρή είχε αναγορευτεί σιωπηρά στην συλλογική συνείδηση του σκλαβωμένου Ελληνισμού ημέρα Αναστάσεως και Ελευθερίας. «Διαγενομένου του Σαββάτου», ο θρήνος για τον θάνατο θα γίνει νικητήριο σάλπισμα, θρίαμβος της Ανάστασης, αναφτέρωμα των ελπίδων και προάγγελος της Εθνικής Ελευθερίας.
Ανάσταση Θεού, αλλά ο Θεός είναι μέσα στην φύση, που κι αυτή ανασταίνεται, ξυπνά από την χειμερία νάρκη, νικώντας την φθορά και τον θάνατο. Άνοιξη της φύσης και άνοιξη των ψυχών, ένα συνταίριασμα διπλής χαράς που μας χαρίζει η μοναδικότητα της πασχαλινής γιορτής στον ελληνικό χώρο.

Ο «λιθοβολισμός» της Εκκλησίας, αλλά και της Παράδοσης!

 Την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του ελληνικού Πάσχα την αποτελούν πολλά και διαφορετικά έθιμα, όλα όμως έχουν την δική τους σφραγίδα, αξία και ποικιλία, και όλα έχουν τις ρίζες τους μέσα σε Παράδοση αιώνων ή ακόμη και χιλιετηρίδων.  
Η πανδημία ήρθε κουτί σε αυτούς που όπως γράφει σε επιστολή του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος: «…δεν είναι επαΐοντες, δεν φαίνεται να διαθέτουν το βαθύτερο θεολογικό ούτε και το επιστημονικό κριτήριο, γι’ αυτό και δημιουργούν μόνο σύγχυση, ως προς την ταυτότητα και την αποστολή της Εκκλησίας…», «κρύβονται πίσω από άλλους» και «…προβαίνουν σε αναλογικές συγκρίσεις με κομματικές συνιστώσες ή συνασπισμούς». Αυτοί οι «κύριοι» βρήκαν, λοιπόν, την ευκαιρία να επιτεθούν φραστικά στα έθιμα και την παράδοση, αλλά και την ίδια την Εκκλησία που ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας, προέταξε την δημόσια υγεία και υιοθέτησε όλα τα μέτρα για την προστασία των πιστών και όπως έγραψε: «Τώρα είναι ο καιρός της σιωπής, γιατί μόνο έτσι τιμώνται τα έργα του Θεού «εν σιγή», τα οποία είναι πάντοτε έργα προς σωτηρία του λαού και στην προκειμένη περίπτωση, πράξεις θυσίας υπέρ υγείας αντί ασθενείας και ζωής υπέρ θανάτου». Αλλά λίγες ημέρες αργότερα και μετά την επίθεση κάποιων, κατ’ όνομα «προοδευτικών», στην Θεία Ευχαριστία, ο ίδιος γράφει στον τύπο, μεταξύ άλλων: «Στην εποχή της αποθέωσης του ατομικού δικαιωματισμού, αποτελεί τουλάχιστον οξύμωρο πνευματικό και πολιτισμικό σύμπτωμα, το διαπραττόμενο σοβαρό έλλειμμα σεβασμού στην πίστη του άλλου. Προφανώς τις επιμέρους κοινωνίες εξυπηρετεί περισσότερο η θολότητα παρά η καθαρότητα του ορίου μεταξύ ελευθερίας και ασυδοσίας, ενώ στην ίδια προβληματική εντάσσεται και η τάση ποινικοποίησης της Θείας Κοινωνίας, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό την προτεραιότητα των σκοπιμοτήτων έναντι της αλήθειας». (Όλα τα γραπτά του Σεβασμιώτατου όπως δημοσιεύτηκαν στον τοπικό τύπο από 14 Απριλίου έως 7 Μαΐου).

Η ουσία είναι η επίθεση στην Λαϊκή Κοινότητα!

Ας δούμε τώρα την κρυμμένη όψη της επίθεσης των χαβιαροαριστερών και των λοιπών φιλελέδων υπαλλήλων του Σόρος, η ελίτ της Παγκοσμιοποίησης, στην Λαϊκή Κοινότητα.
 Η φυσική Κοινότητα που έχει βιώσει ίδιες ιστορικές αξίες αποκτά ιστορική συνείδηση και έτσι προβιβάζεται από φυσική σε ιστορική μονάδα, δηλαδή σε Λαό. Η Πόλις είναι ανώτερη μορφή κοινωνικής συμβίωσης, όπου ήθη και έθιμα αποκρυσταλλώνονται σε Αξίες, όπως η Ταυτότητα και η Παράδοση, οι οποίες διαμορφώνονται μέσα στους αιώνες και είναι ένας σταθερός άξονας αναφοράς του Λαού όσες γενεές και αν περάσουν. 
Το απρόσωπο άτομο και η ακοινώνητη μάζα δεν έχουν ιστορική, παρά βιολογική ζωή. Ο Λαός σαν ιστορική μονάδα μπορεί να διαμορφώσει την ιστορία. Η Κοινότητα που έχει τέλεια συνείδηση της ιστορικότητάς της  οικοδομεί την Πόλη. Η Πόλις είναι φορέας και δημιουργός πολιτισμού και όχι το εφήμερο, ιδιοτελές και μη αύταρκες άτομο.
Ο οικουμενικός ανθρώπινος τύπος των σημερινών κοινωνιών είναι ο κερδώος άνθρωπος του υλισμού. Το ανθρωπιστικό μήνυμά του είναι ισοπεδωτικό διότι τοποθετεί τον άνθρωπο στο κέντρο του σύμπαντος, έξω από την φύση. Ο ανθρωπισμός δεν είναι αξία από μόνη της, αλλά έχει το νόημα που εμείς του δίνουμε. Σκοπός της κοινωνίας δεν είναι η καθολική αλληλοβοήθεια και αλληλεγγύη, που φυσικά δεν μπορούμε να παρέχουμε σε όλους, αλλά η πολιτιστική βελτίωση και η άνοδος της Λαϊκής μας Κοινότητας.

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΤΟΙ ΘΡΥΛΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ


…με τέτοιες θαυμαστές διηγήσεις μεταδίδονταν η ελπίδα και η προσμονή, από γενιά σε γιενιά.Χρέος μας να τις μεταλαμπαδεύσουμε και  στις επόμενες γενιές, μέχρι να ΄ρθει η ευλογημένη ώρα που”πάλι θα γενούν δικά μας”.
Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, ένα πουλί ανέλαβε να πάει ένα γραπτό μήνυμα στην Τραπεζούντα στην Χριστιανική Αυτοκρατορία του Πόντου για την Άλωση της Πόλης. Μόλις έφτασε εκεί πήγε κατευθείαν στη Μητρόπολη που λειτουργούσε ο Πατριάρχης και άφησε το χαρτί με το μήνυμα πάνω στην Άγια Τράπεζα. Κανείς δεν τολμούσε να πάει να διαβάσει το μήνυμα. Τότε πήγε ένα παλικάρι, γιός μιας χήρας, και διάβασε το άσχημο μαντάτο «Πάρθεν η Πόλη, Πάρθεν η Ρωμανία».
Το εκκλησίασμα και ο Πατριάρχης άρχισαν τον θρήνο, αλλά ο νέος τους απάντησε «Κι αν η Πόλη έπεσε, κι αν πάρθεν η Ρωμανία, πάλι με χρόνους και καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι».
.«ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΝΑ ΚΥΛΑΕΙ»
Οι περισσότεροι τοπικοί θρύλοι για την άλωση της Κωνσταντινούπολης μοιάζουν σε ένα σημείο: όλοι δείχνουν ότι ο χρόνος σταμάτησε με την κατάληψη της ιερής πόλης της Ορθοδοξίας από τους άπιστους Τούρκους και ότι η τάξη στον κόσμο θα επανέλθει με την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Έλληνες. Έτσι, και στην Ήπειρο υπάρχει μια αντίστοιχη λαϊκή δοξασία. Συγκεκριμένα, ένα πουλί φέρνει την αναγγελία της πτώσης της Πόλης σε μια ομάδα βοσκών που εκείνη τη στιγμή ποτίζουν τα κοπάδια τους σε ένα ποτάμι. Ο θρύλος λέει ότι στο άκουσμα της φοβερής είδησης τα νερά του ποταμιού σταμάτησαν να κυλάνε, αφού και το φυσικό στοιχείο θεώρησε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν κάτι το ανήκουστο. Το ποτάμι θα συνεχίσει και πάλι να κυλάει, μόλις απελευθερωθεί η Πόλη, συνεχίζει ο λαϊκός θρύλος…
.ΟI ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ»
Έναν από τους πύργους των τειχών της Πόλης τον υπεράσπιζαν τρία αδέρφια, άρχοντες Κρητικοί που πολεμούσαν με το μέρος των Βενετών (η Κρήτη τότε ήταν κάτω από την κυριαρχία των Βενετών). Μετά την πτώση της πόλης τα τρία αδέρφια και οι άντρες τους εξακολουθούσαν να πολεμούν και παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες τους οι Τούρκοι δεν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν τον πύργο. Για το περιστατικό αυτό ενημερώθηκε ο Σουλτάνος και εντυπωσιάστηκε από την παλικαριά τους.
Αποφάσισε, λοιπόν, να τους επιτρέψει να φύγουν με ασφάλεια από τον πύργο και να πάρουν ένα καράβι με τους άντρες τους και να γυρίσουν στην Κρήτη. Πραγματικά η πρόταση του έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι έπρεπε να μείνουν ζωντανοί για να πολεμήσουν να ξαναπάρουν τη Βασιλεύουσα πίσω από τους απίστους. Έτσι οι Κρητικοί επιβιβάστηκαν στο πλοίο τους και ξεκίνησαν για το νησί τους. Το πλοίο δεν έφτασε ποτέ στην Κρήτη και ο θρύλος λέει ότι περιπλανιούνται αιώνια στο πέλαγος μέχρι τη στιγμή που θα ξεκινήσει η μάχη για την ανακατάληψη της Πόλης από τους Έλληνες. Τότε το πλοίο των Κρητικών θα τους ξαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουν και αυτοί μέρος στη μάχη και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους και το ελληνικό έθνος να ξανακερδίσει την Πόλη.
.«Η ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ»
Σύμφωνα με την παράδοση πριν ο Μωάμεθ ο Β΄ καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας Κων/νος διέταξε να μεταφέρουν την αγία τράπεζα και όλα τα κειμήλια της Αγίας Σοφίας μακριά από την πόλη για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων.
Τρία καράβια Ενετικά λοιπόν ξεκίνησαν από την πόλη γεμάτα με όλα αυτά τα κειμήλια, όπως λέει και ο θρύλος, αλλά το τρίτο από αυτά που μετέφερε την αγία τράπεζα βυθίστηκε στα νερά του Βοσπόρου στην περιοχή του Μαρμαρά.
Από τότε μέχρι σήμερα στο σημείο εκείνο που είναι βυθισμένη η αγία τράπεζα τα νερά της θάλασσας είναι πάντοτε ήρεμα και γαλήνια, ασχέτως με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην γύρω περιοχή. Το φαινόμενο μαρτυρούν και σύγχρονοι Τούρκοι επιστήμονες, που έχουν κάνει κατά καιρούς απόπειρες να ανακαλύψουν που οφείλεται αυτό το περίεργο φαινόμενο, αλλά λόγω της λασπώδους σύστασης του βυθού, επέστησαν άκαρπες.
Στο βιβλίο του Δωροθέου Μονεμβασίας με τίτλο “Βίβλος Χρονική” (1781) διαβάζουμε:
«Οι Ενετοί την υπερθαύμαστον και εξάκουστον Αγίαν Τράπεζαν της Αγίας Σοφίας, την πολύτιμον και ωραιότατην, έβγαλαν από τον Ναό και έβαλαν εις το καράβι, και καθώς έκαναν άρμενα και επήγαιναν προς Βενετία, ω, του θαύματος! Πλησίον της νήσου του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και έπεσεν εις την θάλασσαν η Αγία Τράπεζα και εβούλησε και είναι εκεί ως σήμερον, και τούτο είναι φανερόν και το μαρτυρούν οι πάντες, διότι όλον το μέρος εκείνο, όταν κάμνει φουρτούνα, η θάλασσα όλη κάμνει κύματα φοβερά, εις δε τον τόπο όπου είναι η Αγία Τράπεζα είναι γαλήνη και δεν ταράσσεται η θάλασσα. Και υπαγαίνουν τινές εκεί με περάματα, και λαμβάνουν από την θάλασσαν εκείνην, όπου είναι η Αγία Τράπεζα, και μυρίζει θαυμασιώματα μυρωδίαν, από το άγιον μύρον όπου έχει και των άλλων αρωμάτων»
Ο πατέρας της Ελληνικής λαογραφίας, Νικόλαος Πολίτης, γράφει για το περιστατικό:
«Την ημέρα που πάρθηκεν η Πόλη έβαλαν σ’ ένα καράβι την Αγία Τράπεζα, να την πάνε στην Φραγκιά, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων. Εκεί όμως στην θάλασσα του Μαρμαρά, άνοιξε το καράβι και η Αγία Τράπεζα εβούλιαξε στον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό από τη γ΄λήνη που είναι πάντα εκεί και από την ευωδία που βγαίνει. Πολλοί μάλιστα αξιώθηκαν να την ιδούν στα βάθη της θάλασσας.»
Θα μπορούσε να είναι άλλος ένας μύθος που κατάφερε να επιβιώσει τόσους αιώνες μέσα στις καρδιές των Ελλήνων μαζί με τον κρυφό πόθο της επιστροφής της Κωνσταντινούπολης και πάλι σε Ελληνικά χέρια. Αυτός ο κρυφός πόθος εξάλλου μεγάλωσε, και θα μεγαλώνει, αμέτρητες γενιές Ελλήνων. Όμως σύμφωνα με ντόπιους Τούρκους της Κωνσταντινούπολης, το σημείο αυτό είναι υπαρκτό και τα τελευταία χρόνια μετακινείται πλησιάζοντας την πόλη. Σύμφωνα με προφητεία η αγία τράπεζα θα μεταφερθεί και πάλι μέσα στον ναό για να τελειώσει η θεία λειτουργία που διεκόπη όταν εισέβαλαν στην πόλη οι Τούρκοι.
.
«ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΝΤΑΝ»
Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη ξεκίνησαν να καταστρέφουν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Στην Αγία Σοφιά είχε καταφύγει πολύ λαός, κυρίως γυναικόπαιδα, για να αποφύγουν τον θάνατο. Όμως η παρουσία τους εκεί δεν τους έσωσε, καθώς φανατισμένοι από τους δερβίσηδες μωαμεθανοί μπήκαν στην εκκλησία και άρχισαν να σφάζουν αδιακρίτως όποιον έβρισκαν μπροστά τους.
Ο σωρός των πτωμάτων έφτασε τα δέκα μέτρα. Όταν μάλιστα ο Σουλτάνος Μωάμεθ προσπάθησε να μπει στο ναό το άλογο του σκόνταψε πάνω στα πτώματα. Με την οπλή του το άλογο άφησε ένα σημάδι στην κορυφή ενός στύλου, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα.
Τις πιο πολλές εικόνες και τοιχογραφίες της Αγία Σοφιάς τις κατέστρεψαν οι Τούρκοι. Όταν, όμως, οι άπιστοι εισβολείς έφτασαν στον εξώστη – γυναικωνίτη και ένας τσαούσης (Τούρκος αξιωματικός) προσπάθησε με έναν πέλεκυ να καταστρέψει μια τοιχογραφία της Παναγίας που κρατά στα χέρια της τον Ιησού μωρό, έγινε το θαύμα! Τη στιγμή που ο Τούρκος προσπάθησε να καταφέρει το πρώτο χτύπημα στην τοιχογραφία κεραυνοβολήθηκε κι έπεσε νεκρός. Τη θέση του πήρε ένας άλλος Τούρκος, αλλά την ίδια στιγμή κι εκείνος είχε την ίδια τύχη. Οι υπόλοιποι βάρβαροι πανικοβλήθηκαν απ’ το πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θαύμα και γεμάτοι τρόμο, αλλά και σεβασμό εγκατέλειψαν την ανόσια προσπάθεια τους. Η συγκεκριμένη τοιχογραφία σώζεται μέχρι σήμερα στον δεξιό εξώστη της Αγία Σοφιάς.
.«Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ»
Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στη Βασιλική Εκκλησία, ένας ιερέας τελούσε τη Θεία Λειτουργία. Βλέποντας τους άπιστους να μπαίνουν, δε σκεπτόταν παρά πώς να σώσει από τη βεβήλωση τον ιερό άρτο και το πολύτιμο Αίμα του Χριστού. Ανέβηκε, λοιπόν, βιαστικός στον Άμβωνα, κρατώντας τ’ Άγιο Δισκοπότηρο κι εξαφανίστηκε σε μια μικρή πόρτα. Την έκλεισε πίσω του, μα δυστυχώς οι Τούρκοι τον είχαν δει κι έτρεξαν να τον προφτάσουν. Όταν όμως έφθασαν στο σημείο που θα έπρεπε να βρίσκεται η πόρτα, ξαφνιάστηκαν γιατί δεν είδαν παρά μόνο μια γυμνή, λεία επιφάνεια χωρίς το παραμικρό σημάδι ανοίγματος. Αγριεμένοι, προσπάθησαν να γκρεμίσουν τον τοίχο, αλλά έσπασαν τα όπλα τους, χωρίς να καταφέρουν τίποτε!
– Ας φέρουν τους χτίστες του στρατού μας, αποφάσισε ο Σουλτάνος. Έτσι θα δούμε τι είναι πίσω απ’ αυτόν τον τοίχο.
Οι χτίστες ήρθαν με τα εργαλεία τους κι άρχισαν να χτυπούν τον τοίχο. Παρ’ όλες τους τις προσπάθειες όμως, δεν μπόρεσαν ούτε να τον τρυπήσουν κι ομολόγησαν πως σίγουρα υπήρχε κάποιο τεχνικό μέσο, που τους ήταν άγνωστο.
-Είστε ανίκανοι, φώναξε καταθυμωμένος ο Σουλτάνος και θα τιμωρηθείτε! Να φέρουν βυζαντινούς χτίστες!
Τότε έφεραν βιαστικά όσους μπόρεσαν και απειλώντας τους με θάνατο, τους πρόσταζαν να ρίξουν αυτόν τον τοίχο! Μα, ούτε κι αυτοί δεν τα κατάφεραν!
Γιατί, το θέλημα του Θεού, πιο δυνατό από κάθε ανθρώπινη δύναμη, κρατούσε αυτές τις πέτρες δεμένες γερά, για να προστατεύει τον ιερέα. Όλους αυτούς τους αιώνες, ο ιερέας αγρυπνεί, σφίγγοντας το δισκοπότηρο, που προστάτευσε από τους άπιστους! Μα, όταν θα ξαναπάρουμε την Πόλη, η πόρτα θα ξανανοίξει μόνη της, ο ιερέας θα βγει, θα ξαναμπεί στο ιερό και θα συνεχίσει τα λόγια της λειτουργίας, από κει ακριβώς που είχε σταματήσει!
.ΤΑ ΜΙΣΟΤΗΓΑΝΙΣΜΕΝΑ ΨΑΡΙΑ
Όταν έπαιρναν οι Τούρκοι την Πόλη, ένας καλόγερος τηγάνιζε εφτά ψάρια στο τηγάνι. Τα είχε τηγανίσει από τη μία μεριά κι όταν ήταν να τα γυρίσει από την άλλη, έρχεται ένας και του λέει πως πήραν οι Τούρκοι την Πόλη. Τότε θα το πιστέψω αυτό, λέει ο καλόγερος, αν τα τηγανισμένα ψάρια ζωντανέψουν. Δεν απόσωσε το λόγο και τα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι ζωντανά κι έπεσαν στο νερό εκεί κοντά. Κι είναι έως σήμερα τα ζωντανεμένα εκείνα ψάρια στο Μπαλουκλί, και θα φαίνονται μισοτηγανισμένα, ως να έρθει η ώρα να πάρουμε την Πόλη. Τότε λένε θα έρθει ένας άλλος καλόγερος και θα τα αποτηγανίσει.


Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ (Ἀπό τό βιβλίον τῆς Γ΄ Δημοτικοῦ τοῦ ἔτους 1955) - ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Ο ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ ΓΡΑΦΕΙ

Ο ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψι Τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψι, Ποὺ μὲ βιὰ μετράει τὴν γῆ.
Ἀπ’ τὰ κόκκαλα βγαλμένη Τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
Καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη, Χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Ὁ Ὕμνος εἰς τήν Ἐλευθερίαν εἶναι ἕνα ποίημα πού ἐγράφη τό ἔτος 1823 εἰς τήν Ζάκυνθον ἀπό τόν Ἐθνικόν Ποιητήν Διονύσιον Σολωμό. Ἕνας Ὕμνος πού μέσα εἰς τούς στίχους του, ἀκούγονται οἱ ντουφεκιές καί τό σκίσιμον τοῦ ἀέρα ἀπό τά σπαθιά τῶν Ἑλλήνων ἐναντίον τῶν τυράννων Τούρκων.  Εἶναι ὁ Ἀπελευθερωτικός Πόλεμος τῶν Ἑλλήνων ἐναντίον τῶν αἱμοσταγῶν καί βαρβάρων Τούρκων. Ἕνας Ὕμνος πού ἐνσωματώνει εἰς τούς στίχους της μίαν Ἑλληνικήν Ἱστορίαν 11.500 ἐτῶν, πού διά νά διατηρηθῆ Ἐλευθέρα ἡ Ἑλλάς ἔχει χύσει ποτάμια αἵματος ποτίζοντας  τό δένδρον τῆς Ἐλευθερίας. Ἀποτελεῖται ἀπό 158 στροφάς ἤ 632 στίχους.

ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΑΝΘΕΛΛΗΝΕΣ

Ρίγοι συγκινήσεως, ἀναδρομή εἰς τό ἔνδοξον παρελθόν καί ὑπερηφάνια γεμίζουν τήν ψυχήν τῶν Ἑλλήνων ὅταν ἀκοῦν τόν Ἐθνικόν Ὕμνον καί γίνεται ἡ Ἔπαρσις τῆς σημαία μας. 
Τήν Σοφίαν, τό Μεγαλεῖον, τάς Ἀρετάς, τήν Δόξαν, τόν Ἡρωισμόν καί τήν Ἀνδρείαν  τῶν προγόνων μας, μέ δηλώσεις καί μάλιστα ἀπό τήν βουλήν τῶν Ἑλλήνων, μικρόνοες καί ἄθλιοι πολιτικοί ἔρχονται νά προσβάλλουν, νά ταπεινώσουν, νά εὐτελίσουν, ὅταν μέ δηλώσεις λέγουν ὅτι τήν σημαίαν μας πού εἶναι ἡ ψυχή καί τό αἷμα τῶν Ἐλλήνων, δύναται νά τήν πιάνη καί νά τήν σηκώνη ὁ κάθε λαθροεισβολέας.  Ὁ Μητσοτάκης ἀνερυθριάστως καί ὄχι μόνον αὐτός, δηλώνει ὅτι: «Καί ἀν λοιπόν εἶναι ἄριστοι μαθητές νά σηκώνουν καί τήν Ἑλληνικήν σημαία. Μακριά ἀπό ἐμᾶς ἡ ξενοφοβία καί ὁ ρατσισμός. Εἶμαι περήφανος ὅταν πηγαίνω σέ παρελάσεις καί βλέπω τήν κοινωνία μας νά μετατρέπεται σιγά σιγά σέ πολυπολιτισμική». Αὐτά τά ὁποία λέγεις Κυριάκο Μητσοτάκη διά τήν Ἑλληνικήν σημαίαν δέν τά λέγουν οὔτε οἱ ἀναρχικοί τοῦ πεζοδρομίου καί ὄχι ἕνας Ἕλλην πρωθυπουργός. Ἕνας Ἕλλην πρωθυπουργός σέβεται, τιμᾶ καί ὑποκλίνεται εἰς τήν Ἑλληνικήν σημαίαν διότι ἔχει ὑφανθῆ ἀπό τό αἷμα, τά κόκκαλα καί τήν ψυχήν τῶν Ἑλλήνων τά Ἱερά. Δέν εἶναι κουρελόπανο νά τήν κρατᾶ στά χέρια ὁ κάθε τυχάρπαστος λαθροεισβολέας, ὁ ὁποῖος πρέπει νά ἐπιστρέψη ἀπό ἐκεῖ ἦλθεν. Γιατί  Μητσοτάκη τόσον μῖσος διά τήν Σημαίαν τῶν Ἑλλήνων καί Ἑλληνικήν Ἰστορίαν. Καί τόν ἐψήφισαν Ἔλληνες πού πιστεύουν εἰς τό Πατρίς-Θρησκεία-Οἰκογένεια
    Ὁ μεγαλύτερος ποιητής ὅλων τῶν ἐποχῶν Ὅμηρος, ἐμᾶς τούς Ἕλληνες, μᾶς ἔχει παιδεύσει πῶς νά ἀποκτήσωμεν ποιότητα χαρακτῆρος,  μέσα δέ ἀπό τήν Σοφίαν τῆς  σκέψεως του, μᾶς λέγει:  «Αἰέν ἀριστεύειν καί ὑπείροχον ἔμμενε ἄλλων μηδέ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν». Πάντοτε νά ἀριστεύης καί νά ὑπερέχης τῶν ἄλλων διά νά μήν ντροπιάσης τό γένος τῶν προγόνων σου. 
   Οἱ εἰσελθόντες εἰς τήν Ἑλλάδα καί μάλιστα βιαίως καί παρανόμως, εὐκόλως αὐτομεταλλάσονται, ὡς μεταλλαγμένα προϊόντα, ἀπό κάτι πού εἶναι, σέ κατι πού δέν εἶναι, δηλ. σέ Ἕλληνα. Οὔτως καί τόν ἑαυτόν του  προσβάλλουν ἀλλά καί τό γένος τῶν προγόνων των. Καί ἀντί νά ὑψώνουν τήν σημαίαν τῶν προγόνων τους, ὑψώνουν μιάν ἄλλην σημαίαν πού δέν τούς ἀνήκει. Καί τίθεται ἕνα ἐρώτημα, οἱ ὁμοεθνεῖς των δ΄αὐτήν τήν μετάλλαξιν, θά τούς τιμοῦν ἤ θά λέγουν ὅτι εἶναι προδότες. Καί τίθεται ἕνα ἄλλον ἐρώτιμα, ἐμεῖς τιμῶμεν αὐτούς πού εἶναι προδότες τῆς πατρίδος των. Μά αὐτό δέν ἔχει καμίαν σχέσιν μέ τούς ἡθικούς κανόνας. 
 Τήν ἀπάντησιν, διατί οἱ λαθροεισβολεῖς εὐκόλως μεταλάσονται θά τήν λάβωμεν ἀπό τήν <ΠΟΛΙΤΕΙΑΝ> τοῦ πλάτωνος πού γράφει: «Ἀλλὰ μὴν πρώτη γε καὶ μεγίστη τῶν χρειῶν ἡ τῆς τροφῆς παρασκευὴ τοῦ εἶναί τε καὶ ζῆν ἕνεκα». 369d. Δηλ. ἡ πρώτη καί μεγαλυτέρα ἀνάγκη εἶναι ἡ ἀναζήτησις τῆς τροφῆς διά νά ζῆς καί νά ὑπάρχης.
Ἐπειδή δέ ὁ Πλάτων εἶναι Ἑλληνοκεντρικός φιλόσοφος γνωρίζει τήν ποιοτικήν καί πνευματικήν ἀνωτερότητα τῶν Ἑλλήνων, κάμει χρήσιν τῆς λέξεως, εἶναι, ἡ ὁποία ἐμπεριέχει μίαν ἄλλην διάστασιν τήν ὑπερβατικήν, τήν πνευματικήν, τήν ὑπαρξιακήν ὑπόστασιν μας. Εἶναι: ἀπαρέμφατον τοῦ ρήματος εἰμί=εἶμαι, ὑπάρχω. Αὐτήν τήν φράσιν ἐάν τήν ἔλεγον ἀλλοεθνεῖς θά χρησιμοποιούσαν μόνον τήν λέξιν ζῆν, καθ’ὅτι τό εἶναι, εἴς αὐτούς εἶναι ἀνύπαρκτον. Καί ὅταν δέν ἔχει τό ΕΙΝΑΙ, εὐκόλως μεταλλάσεται καί ἀναζητᾶ τήν τροφήν σου ὅπως τά γκνοῦ εἰς τάς μεταναστεύσεις των.
   Ἕλληνες, ὀφείλομεν τούς  ἀνθέλληνες καί λαθροεισβολεῖς νά τούς ἐκδιώξωμεν ἀπό τά Ἱερά χώματα τῆς Πατρίδος μας, διά νά ζήσωμεν ἐλεύθεροι, μέ ἐλπίδαν διά ἕνα καλλίτερον παρόν καί μέλλον, καί μέ τάς ὡραίας μας ἙλληνοΧριστιανικάς παραδόσεις.


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ


ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi9AYAjQboFh1_5M3bFMvoiwdv6qY5bDyiuBuwvPV3Yjtp1ZG3BAXNnY5CWdpxeWu7FvNRIyWEpe_RHBqBZHx93XDCYKW4LJe3j_4jgmwduvaKGVqaTsCSNu7bWjJSewd6rxVoBPh5kloo/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters