Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΑ ΣΛΑΒΙΚΑ ΦΥΛΑ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ - (ΜΕΡΟΣ Β΄) : Ο ΦΩΚΑΣ ΚΑΙ Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΣΛΑΒΙΚΗΣ ΠΛΗΜΜΥΡΙΔΟΣ


Γράφει ο Βαθυκύανος Γλαυκώψ 

Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει τις Σλαβικές επιδρομές από την άνοδο του Φωκά, (ας μην συγχέεται με τον μεταγενέστερο αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά) και την ανικανότητά του να διοικήσει την αυτοκρατορία. Εξετάζονται οι πολιορκίες της Θεσσαλονίκης και εάν τελικά και σε αυτήν την περίπτωση, σηματοδοτήθηκε η μόνιμη εγκατάσταση Σλάβων. Τέλος, αναφέρονται οι ενέργειες των Αυτοκρατόρων της Ηρακλειανής Δυναστείας Κωνστα Β’ Κωνσταντίνου Πωγωνάτου Ιουστινιανού Ρινοτμήτου.

Ο Αυτοκράτωρ Φωκάς από την ενθρόνισή του έως και την εκθρόνισή του, δεν είχε να επιδείξει τίποτε. Η εξουσία του διακατείχετο από στυγνή τυραννία, πράγμα που τον καθιστούσε αντιδημοφιλή. Σημειώθηκαν απανωτές εισβολές Αβαροσλάβων στα  Βαλκάνια, οι οποίες αφίχθησαν μέχρι την Μακεδονία, και την Θράκη[1].

Οι Σλάβοι αποπειρώνται να πολιορκήσουν την Θεσσαλονίκη, το 602 την στιγμή που οι Πέρσες εισβάλλουν στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας. Οι κάτοικοι, ήκουσαν ξαφνικά ιαχές από 5.000 επιδρομείς, οποίοι αποσκοπούσαν στην λεηλασία της πόλεως. Αντιστάθηκαν τότε όλοι οι νέοι στρατεύσιμοι άνδρες κάτοικοι της Θεσσαλονίκης και απέκρουσαν την εισβολή Συγκρούσθηκαν έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης, κοντά στον ναό των μαρτύρων Χιόνας, Ειρήνης και Αγάπης τρέποντας τους Σλάβους σε φυγή [2].

Η αμέλεια του τυράννου Φωκά οδεύει την αυτοκρατορία ενός βήματος προ του ολέθρου αυτής. Οι Πέρσες εξακολουθούν να διεκπεραιώνουν τις πολεμικές των επιχειρήσεις, ενώ οι Σλάβοι παραμένουν δηώνουν και καταλαμβάνουν σιγά σιγά τα βόρεια Βαλκάνια. Προς αποφυγήν του, με μαθηματικής ακριβείας, ολέθρου, εξεδηλώθη επανάσταση με πρωτεργάτη τον εκ Καππαδοκίας Στρατιωτικό Ηράκλειο τον Πρεσβύτερο και τον επίσης υιό του Ηράκλειο, τον μετέπειτα Αυτοκράτορα. Το 610 στέφεται Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων και εξελληνίζει οριστικώς το κράτος.

Μία δεκαετία αργότερα, το 622 συνετελέσθη η τρίτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης από τους Σλάβους. Με τα μονόξυλά τους κατά θάλασσαν όπως και κατά ξηράν, περικύκλωσαν την πόλη. Τα αδύναμο σημείο της πόλης ήταν το θαλάσσιο μέρος της, επειδή η ακτογραμμή της ήταν αμμώδης όπως τις παραλίες και οι εχθροί θα μπορούσαν να προσεγγίσουν όχι δυσκόλως τα τείχη της πόλεως, ενώ το χαμηλό ύψος των τειχών θα διευκόλυνε μία τέτοια πολεμική απόπειρα.

Με την συστηματική οχύρωση της πόλεως όπως η πρόσθεση αλυσίδος, το σκάψιμο στο λιμάνι της ανατολικής ακτής, πρόσθεση τριβόλων και τοποθέτηση πασσαλοφράκτη στον λιμενοβραχίονα, οι κάτοικοι θα αντιτάξουν στιβαρή άμυνα, ενώ οι Σλάβοι δεν θα κατορθώσουν να εκπορθήσουν την πόλη, παρά των τριών ημερών διαρκείας εφόδους. Την τέταρτη ημέρα εξεδηλώθη επίθεση ενώ παρεχόταν κάλυψη με βολές τόξων και καταπελτών στα μετόπισθεν για ανέβουν οι επιτιθέμενοι Σλάβοι δια κλιμάκων στις επάλξεις των αμυνομένων. Μια μοίρα από τους Σλάβους, προσεπάθησε να παραβιάσει ένα μικρό παραπύλιο στην στον πύργο της «Εκκλησιαστικής Σκάλας». Παραλλήλως, τα μονόξυλα των Σλάβων διείσδυσαν στο Κελλάριον. Οι τριβόλοι όμως δυσχέραιναν την κατάσταση των πλοούμενων, καθιστώντας την προσέγγιση από θάλασσα δυσπρόσιτη.

Ξαφνικά φύσηξε ισχυρός άνεμος, ο οποίος ανέτρεψε τα σλαβικά πλεούμενα. Οι Θεσσαλονικείς το εξέλαβαν ως θαύμα από τον Άγιο Δημήτριο. Η μάχη κορυφώθηκε και οι «οπλίται», μονάδα του τακτικού στρατού εξήλθε εκ θυρίδος των θαλασσίων τοιχών, συνεκρούσθη με τους αντιπαρατασσομένους, φονεύοντες όχι μικρό αριθμό αυτών. Η έφοδος τερματίσθηκε και οι πολιορκητές ετράπησαν σε φυγή.

Οι απώλειες υπήρξαν οδυνηρές για τον εχθρό. Ακόμη και ο επικεφαλής της Σλαβικής στρατιάς Χάτζων συνελήφθη, ύστερα από παραβίαση θυρίδος. Οι της ανωτάτης τάξεως κατοικούντες αξιωματούχοι, τον έκρυψαν, θαρρώντες πως θα τον ανταλλάξουν αντί λύτρων. Οι γυναίκες όμως της συνοικίας μαθαίνοντας την τοποθεσία όπου εκρύπτετο, τον λίντσαραν στις οδούς και τον λιθοβόλησαν θανατώνοντάς τον[3].

Την ίδια δεκαετία, ο Ηράκλειος διεξάγει επιχειρήσεις στην Περσία. Αφήνει στον Πατριάρχη Σέργιο και στον Μάγιστρο Βώνο, την επιμέλεια της Κωνσταντινουπόλεως η οποία πολιορκείται υπό των Αβάρων και των Περσών (626). Η πολιορκία απεκρούσθη και συγχρόνως ο Ηράκλειος εκστρατεύει παίρνοντας την Θεοδοσιούπολη, Μαρτυρόπουλη, Νίσιβη, καταλήγοντας στην Πρωτεύουσα της Σασσανιδικής Περσίας, Κτησιφώντα την οποία και κατέκτησε αποσπώντας τον πλούτο των ανακτόρων του Χοσρόη. Συνάπτει ευνοϊκή ειρήνη, επανακτώντας τα χαμένα εδάφη της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Εν τω μεταξύ μόλις συνετελέσθη η πέμπτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης, αρξαμένης το έτος 625. Οι Σλάβοι έστειλαν στον Άβαρο ηγεμόνα να βοηθήσει την για την επικείμενη πολιορκία. Δύο χρόνια χρειάσθηκε η προετοιμασία του ογκώδους στρατού. Το θέρος του 625 οι Αβαροσλάβοι καταφθάνουν έξω από την Θεσσαλονίκη. Ο Αυτοκράτωρ Ηράκλειος, εκστρατεύων εν Σασανιδική Περσία απέστειλε μοίρα πολεμικού ναυτικού, προς βοήθεια των οικούντων Γραικών και ένα απόσπασμα στρατιωτών υπό τον ύπαρχο Χαρία. Το σχέδιο των Αβαροσλάβων για την άλωση της Θεσσαλονίκης, ματαιώθηκε.

Οι Άβαροι ζήτησαν χρηματική αποζημίωση ως ενέχυρο για να λυθεί η πολιορκία. Οι Θεσσαλονικείς ηρνήθησαν. Ο Χαγάνος τότε λεηλάτησε τα οικήματα έξωθεν των τοικών αφανίζοντάς τα. Τότε οι Θεσσαλονικείς έκαναν κάποιες παραχωρήσεις. Και οι Άβαροι έφυγαν ευχαριστημένοι, αλλά πλήρως ηττημένοι.

Κατά την πολιορκία αυτή, (όπως μνημονεύει η κύρια πηγή του χρονικού των Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου πάντα) εξεδηλώθη θαύμα στο οποίο ο σεισμός δημιούργησε ταραχή στους Αβαροσλάβους, κατακρήμνισε τα τείχη αλλά τα θραύσματα  των διαλυμένων τειχών δεν σκορπίσθηκαν, αλλά δημιούργησε μία συμπαγής μάζα, ευνοϊκή για την άμυνα της πόλης.

Εικόνα 2: Η Ανατολική Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) Αυτοκρατορία το 650 μ.Χ. και η εδαφική έκταση αυτής, ύστερα από την εισβολή των Αβάρων, των Σλάβων και των Αράβων (Χαλιφάτο του Ρασιντούν). Οι τελευταίοι επεκράτισαν στην Συροπαλαιστίνη, την Κιλικία και την Αίγυπτο, μετά την μάχη του Ιερομύακα (Γιακμούκ) το 636 μ.Χ..

Το 657, ο Κώνστας Β’ εκστρατεύει κατά των Σλάβων του Ελλαδικού χώρου αιχμαλωτίζοντας αρκετούς. Δεν διατίθενται πολλές πληροφορίες, αντληθείσες από τις πηγές[4].

Το 676–678  πολιορκείται για πέμπτη φορά η Θεσσαλονίκη, όταν ο Κωνσταντίνος ο Δ’ εξεστράτευε κατά των Αράβων στην προς ανατολάς Μικρά Ασία. Οι Ρυγχίνοι οι Στρυμονίται και οι Σαγουδάτοι, πολιόρκησαν την Θεσσαλονίκη. Ο Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Πωγωνάτος, απασχολημένος στις μικρασιατικές κτήσεις, και με τον όγκο του στρατού διοικουμένου από αυτόν θα αποστείλει μία μοίρα του Ανατολικού Ρωμαϊκού στόλου, για να τροφοδοτήσει τους πολιορκημένους. Ύστερα από δύο χρόνια αποκλεισμού τον Ιούλιο του 677 έγινε γενική επίθεση δια ξηράς και δια θαλάσσης. Ύστερα από τριήμερη επίθεση, και την κατά την θεία παρέκβαση του Αγίου Δημητρίου, σύμφωνα με την πηγή, οι Σλάβοι οπισθοχώρησαν [5] . Συγχρόνως οι Άραβες ηττώνται στην Βασιλεύουσα την οποία πολιόρκησαν ανεπιτυχώς.

Έτσι, ο Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος, ανενόχλητος μπορεί να τιμωρήσει τους δια την θρασύτητά των Σλάβους. Εκστρατεύει στην Θράκη όπου και κατανικά τους Σλάβους στην Ροδόπη. Ύστερα κατευθύνθηκε προς την Μακεδονία υποτάσσοντάς στους. Από εδώ και στο εξής οι Σλάβοι της Μακεδονίας, θα διαβιούν ειρηνικώς με τους εντοπίους Έλληνες[6].

Το 679 ο Κωνσταντίνος ο Δ’ Πωγωνάτος θα συνεχίσει την εκστρατεία του στην βόρεια Θράκη καλούμενη και ως Μοισία. Ηττάται από τον Χαγάνο των Βουλγάρων Ασπαρούχ στην Οδησσό ή Βάρνα. Ενώ οι Ρωμαίοι ήταν σε πλεονεκτική θέση, οι Βούλγαροι τους παρέσυραν σε ελώδη περιοχή. Ευρισκόμενοι  πλέον οι Ρωμαίοι σε μειονεκτική θέση οι Βούλγαροι, οι οποίοι είχαν μόλις θεμελιώσει πανίσχυρο φρούριο και με εκείνο ως ορμητήριο, έκαναν έφοδο. Οι Ρωμαίοι σφαγιάστηκαν. Έκτοτε οι Βούλγαροι θα αναγνωρισθούν ως κράτος υπό των αποσχισθέντων εδαφών της Ρωμανίας, μέσω συνθηκολογήσεως μεταξύ των δύο πλευρών. Η συμφωνία αποφαίνεται στην παράδοση των Ανατολικών Ρωμαϊκών Αυτοκρατορικών εδαφών της Μοϊσίας,  οριοθετουμένης στον νότο από την οροσειρά του Αίμου. Οι Βούλγαροι εάν και Τουρκομογγολικό φύλο, θα εκσλαβιστούν τόσο πολιτισμικώς, γλωσσικώς και στην νοοτροπία τους, που θα συνεπάγεται και με τον ολότελα φυλετικό εκσλαβισμό πραγματώνοντας την Βουλγαρική εθνογένεση. Συνάμα, το μόνο που θα διατηρήσουν αλώβητο, θα είναι το όνομά τους[7].

Με την ανάρρηση του Ιουστινιανού στον θρόνο, καταγράφεται και η πρώτη απόπειρα εκμεταλλεύσεως των Σλάβων και αφομοιώσεώς των. Ο αυτοκράτωρ, θα επιστρατεύσει τριάντα χιλιάδες άνδρες και μαζί με τα γυναικόπαιδα θα τους μετοικήσει στην Βιθυνία και θα δημιουργήσει ένα αξιόμαχο στρατό. Επειδή όμως αυτοί, πρόδωσαν τον αυτοκράτορα, ο Ιουστινιανός τους θανάτωσε όλους[8].

Το 694 δημιουργείται το Θέμα της Ελλάδος από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό, διορίζοντας τον Λεόντιο Στρατηγό στην Μικρά Ασία ο οποίος επέδειξε έξοχες διοικητικές ικανότητες. Ο Λεόντιος όμως το 695 σφετερίζεται τον θρόνο από τον Ιουστινιανό και εξορίζει τον τελευταίο. Ο Λεόντιος θα συνάψει ειρήνη με όλα τα γειτονικά κράτη [9].

Σημειώνεται ξανά, ότι ουδείς εκ των ιστοριογράφων, χρονογράφων, και των εκκλησιαστικών ιστορικών μέχρι τον ένατο αιώνα μνημονεύουν κάποια ολοσχερή εξαφάνιση του ελληνικού έθνους, πλην της μη διασταυρωθείσης με άλλες πηγής, του Ευαγρίου του Σχολαστικού στον οποίο αναγιγνώσκουμε τα της δηώσεως όλης της Ελλάδος και της δημογραφικής κατάπτωσης αυτής. Τούτο οφείλεται στην από του Ευαγρίου παρανόηση των γεωγραφικών δεδομένων. Επόμενο συμπέρασμα που δύναται να διεξαχθεί είναι, ότι οι Σλάβοι δεν πέρασαν πέρα από την Θράκη την Παιονία την Δαλματία και την Μακεδονία, στις αρχές του εβδόμου αιώνα.

Το χρονικό της Μονεμβασίας, επίσης γράφει ότι οι Σλάβοι ότι εισήλθαν στα τέλη του 6ου αιώνος στην Ελλάδα, κατασφάζοντας τους γηγενείς[10]. Ωστόσο, αντλεί πληροφορίες, από τις προγενέστερες πηγές ήτοι Ευάγριος Σχολαστικός, ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης, και Θεοφάνης Ομολογητής[11]. Τούτο οδεύει τον επιμελή μελετητή σε δύο συμπεράσματα. Αφενός μεν, ότι αντιγράφει πηγές και άρα το Χρονικό της Μονεμβασίας καθίσταται μία εξαρτημένη πηγή από προγενέστερές αυτής, αφετέρου δε, αντλεί από σχετικά με τα γεγονότα δύο δευτερογενείς πηγές ο Ευάγριος (εξ αιτίας της αποστάσεώς του δεν θεωρείται πρωτογενής) και ο Θεοφάνης ο οποίος ευρίσκεται στο μεταίχμιο πρωτογένειας και δευτερογένειας αναλόγως με τις πληροφορίες που ο ίδιος μνημονεύει. Αφετέρου δε εφόσον ο Ευάγριος μνημονεύει την αναξιόπιστη πληροφορία και το ίδιο το Χρονικό της Μονεμβασίας πράττει ομοίως αντλώντας το από τον πρώτο καθίσταται μέρος του χρονικού αναξιόπιστο.

Επιπροσθέτως, οι εγγύτερες της εποχής πηγές μεταξύ τους διαφωνούν. Ο Θεοφάνης Ομολογητής, όπως επίσης και ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης ο οποίος γράφει μια εικοσαετία μετά τον θάνατο του Αυτοκράτορος Μαυρικίου, αναφέρουν ρητώς ότι οι Σλάβοι εξεστράτευσαν μέχρι την Θράκη. Ήδη από τα χρόνια του Ηρακλείου, οι Σλάβοι εγκαθίστανται στα εδάφη με αντάλλαγμα να ανακρούουν επικείμενες επιθέσεις, με τους πρώτους, να αναγνωρίζουν της Βυζαντινή επικυριαρχία.

Όσο για τις αλλεπάλληλες κρούσεις στην Θεσσαλονίκη, καταδεικνύουν την σημασία της ως διοικητικού οικονομικού στρατιωτικού και πολιτικού κέντρου. Περί του στρατιωτικού τομέως, διαφαίνεται ότι η πτώση της πόλης, θα επέφερε την κατάρρευση του οχυρωματικού δικτύου της νοτίου Βαλκανικής Χερσονήσου και τοιουτοτρόπως η Ελλάς, θα υπετάσσετο εξ ολοκλήρου από την Σλαβική λαίλαπα. Τουναντίον, με την μη άλωση της Θεσσαλονίκης, δεν θα επιτυγχάνονταν η υποταγή της ηπειρωτικής Ελλάδος (Νότιος Θράκη, Μακεδονία, Ήπειρος, Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα Πελοπόννησος, παρά μόνο ελαχίστου εδάφους, ως διάσπαρτα κομμάτια του Ελλαδικού χώρου. Λίαν δύσκολος καθίσταται να θεμελιωθεί ο συλλογισμός πως όλη η Ελλάς έπεσε σαν χάρτινος πύργος από τα Αβασοσλαβικά στίφη. Ειδικότερα στην περίπτωση που οι διάδοχοι του Αυτοκράτορος Ηρακλείου, ενδιαφέρονταν και δια το βαλκανικό τμήμα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κατά τα προειρημένα μας, με τις εκστρατείες των Κώστα Β’,  Κωνσταντίνο Δ’, και Ιουστινιανό Β’ Ρινότμητο, και την δημιουργία του Θέματος της Ελλάδος από τον τελευταίο.

Ως τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό επισημαίνεται ο αντιφατικός λόγος ότι δεν δύναται να δημιουργείται το Θέμα της Ελλάδος (δηλαδή πολιτικοστρατιωτική περιφέρια στρατολογούμενων αγροτών), ενώ υποτίθεται ότι το ελληνικό έδαφος πλημμύρισε από Σλάβους οι οποίοι κατακρεουργούν ότι ζωντανό κινείται και να έχουν θέσει υπό τον έλεγχό τους όλο τον ελλαδικό χώρο. Και το άτοπον εδώ καθίσταται ισχυρότερο, διότι τα θέματα είναι στρατιωτικές περιφέρειες και κινητοποιούν στρατό από αγρότες οι οποίοι μεταχειρίζονται καλλιεργήσιμες εκτάσεις μεταβιβασθείσες σε εκείνους από το κράτος. Άρα δεν δύναται να είναι Σλάβοι εκείνοι οι οποίοι απαρτίζουν το στράτευμα, διότι αφενός μεν ουδείς δεν θα θέλει πρόβλημα συνεννοήσεως πολλώ δε μάλλον απροθυμία σε πολεμική σύρραξη και αφετέρου οι Σλάβοι, επιδίδονταν σε επιδρομές να επιβιώσουν με ορμητήριο τα όρη με ελάχιστη γεωργική γνώση. Γεωργική γνώση, που καθίσταται απαραίτητη σε έναν στρατιώτη θεματικού στρατού. Φαίνεται πως τον θεματικό στρατό θα πρέπει τον απαρτίζουν οι ντόπιοι. Προκύπτει λοιπόν το συμπέρασμα ότι οι ντόπιοι δεν είχαν εξαφανισθεί αλλά εξακολουθούσαν να παρίστανται, και ότι οι Σλάβοι δεν απέσχισαν μεγάλο μέρος από το έδαφος επί του ελλαδικού χώρου αλλά κατέλαβαν σποραδικώς ένα ελάχιστο ποσοστό των εδαφών αυτών και εγκατεστάθησαν αργότερα.

Η χρονολογική εγκατάσταση των Σλάβων θα αναλυθεί σε έτερο κεφάλαιο υπό μορφήν άρθρου.

 

[1] Θεοφάνης  Ομολογητής, Χρονογραφία, Αθήνα, εκδ. Αρμός, 2007,  σ. 803.

[2] Δημήτριος Τσουλκανάκης, Το Βυζάντιο και οι Σλάβοι του Βαλκανικού χώρου, Αθηνα, εκδ. Αφοί Κυριακίδη,  σ. 54–56.

[3] Δημήτριος Τσουλκανάκης, Το Βυζάντιο και οι Σλάβοι του Ελλαδικού χώρου, Αθήνα, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Αθήνα, 2025, σ. 58–60.

[4] Θεοφάνης Ομολογητής, Χρονογραφία, Αθήνα, εκδ. Αρμός, 2007,  σ. 940.

[5] Δημήτριος Τσουλκανάκης, Το Βυζάντιο και οι Σλάβοι του Ελλαδικού χώρου, Αθήνα, εκδ. Αφοί Κυριακίδη,  σ. 72–73.

[6] Αυτόθι,  σ. 178 και εξής.

[7] Θεοφάνης Ομολογητής, Χρονογραφία, Αθήνα, εκδ. Αρμός, 2007,  σ. 998-999.

[8] Δημήτριος Τσουλκανάκης, Το Βυζάντιο και οι Σλάβοι του Ελλαδικού Χώρου, Αθήνα, εκδ. Αφοί Κυριακίδη,  2015, σ. 213–215, και Φαίδων Μαλιγκούδης, Σλάβοι στην Μεσαιωνική Ελλάδα, Αθήνα, εκδ. Κυριακίδη, σ. 147 –148.

[9] Θεοφάνης Ομολογητής, Χρονογραφία, Αθήνα, εκδ. Αρμός, 2007, σ.1000–1003. 

[10] Νίκος Βέης, Το περὶ τῆς Κτήσεως τῆς Μονεμβασιᾶς Χρονικόν, Αθήνα, εκδ. Βασιλικό Τυπογραφείο, σ. 62.

[11]Ό. π.  σ. 82–83.

 

https://www.eoneolaia.com/ta-slavika-fyla-ston-elladiko-chwro-meros-b/

14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1922 : ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ


Η Γενοκτονία των Ελλήνων είναι η σκόπιμη και συστηματική εξόντωση των Ελληνικών πληθυσμών της Μικρά Ασίας της Ανατολικής Θράκης και του Πόντου, αρχής γενομένης με την Σφαγή του Οικονομείου στις 25 Ιανουαρίου 1913 μέχρι το 1923. Θεωρείται μια από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες. Η γενοκτονία ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε σε πέρας με σφαγές, εξαναγκαστικό ξεριζωμό και πορείες στη έρημο, με βασανιστήρια, πείνα και δίψα, και τα στρατόπεδα θανάτου στην έρημο.

Οι Τούρκοι μπορεί να έφεραν σε πέρας αυτή την γενοκτονία, την εμπνευσή της όμως, τον σχεδιασμό της και τους τρόπους, τα σκέφτηκαν όλα, τα μεθόδευσαν όλα καιρό πριν οι Γερμανοί... και όλα αυτά για καθαρά οικονομικούς λόγους, για να μπορέσουν να εκδιώξουν το ελληνικό εύπορο στοιχείο και να εγκατασταθούν οι δικές τους επιχειρήσεις στην Μικρά Ασία και το δικό τους εμπόριο και οι δικές τους βιομηχανίες στην Τουρκία των φθηνών εργατικών χεριών... Αυτό το "όραμα" ήταν κάτι που ο Κεμάλ βέβαια, δεν το μοιράστηκε με τους νεοτουρκούς και τους τσέτες του...

Η διεθνής βιβλιογραφία και τα κρατικά αρχεία πολλών χωρών βρίθουν μαρτυριών για το ειδεχθές έγκλημα, που διαπράχθηκε εναντίον του ελληνικού λαού. Η γενοκτονία των Ελλήνων πραγματοποιήθηκε παράλληλα και κατά τον ίδιο τρόπο όπως με γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλ. των Αρμενίων και των Ασσυρίων. O πρέσβης των Hνωμένων Πολιτειών στην Kωνσταντινούπολη Henry Morgenthau στο έργο του «Ambassador Morgenthau's Story» (1918) τονίζει: «Οι Αρμένιοι δεν είναι ο μοναδικός υπό τουρκικό έλεγχο λαός, ο οποίος υπέφερε στα πλαίσια της πολιτικής «Η Τουρκία για τους Τούρκους». Την ιστορία που διηγήθηκα για τους Αρμένιους, θα μπορούσα να την έλεγα, με μερικές παραλλαγές, για τους Έλληνες και τους Ασσύριους. Πραγματικά, οι Έλληνες ήταν τα πρώτα θύματα αυτής της εθνικιστικής ιδέας».

Οι εκτιμήσεις για τις ανθρώπινες απώλειες φτάνουν, κατά ορισμένους Έλληνες μελετητές τις 800.000 - 1.200.000 ψυχές. Στις 20 Μαρτίου 1922, ο Άγγλος διπλωμάτης Ρέντελ συνέταξε ένα μνημόνιο για τις τουρκικές ωμότητες σε βάρος των χριστιανών από το 1919 κι έπειτα. Στο προοίμιο αυτού του μνημονίου αναφέρεται:

«Η επίτευξη της ανακωχής με την Τουρκία, στις 30 Οκτωβρίου 1918, φάνηκε να επέφερε μια προσωρινή παύση των διωγμών των μειονοτήτων εκ μέρους των Τούρκων, που διαπράχθηκαν καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στην επιδίωξη αυτών των διωγμών, είναι γενικώς αποδεκτό ... ότι πάνω από 500.000 'Έλληνες εξορίστηκαν, εκ των οποίων συγκριτικώς ελάχιστοι επέζησαν...»

Πολιτικοί παράγοντες

Η τύχη των ελληνικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατά τις τελευταίες δεκαετίες της ύπαρξης της, συνδέεται άμεσα με την κορύφωση του τουρκικού εθνικισμού, όπως εκφράστηκε από την ιδεολογία των Νεότουρκων. Το κίνημα των τελευταίων, που ξέσπασε το 1908, υπήρξε αποφασιστικό σημείο στην τουρκική ιστορία και ταυτόχρονα σταθμός για την πορεία του Ελληνισμού της χώρας.

Ο τίτλος που έφερε το κόμμα των Νεότουρκων «Ένωση και Πρόοδος», ήταν κατάλληλος για να συγκινήσει όλα τα έθνη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χωρίς όμως να δημιουργεί δεσμεύσεις για τους Νεότουρκους. Αλλά η αισιόδοξη ερμηνεία του όρου «Ένωσης», δηλαδή της ενότητας των υπηκόων της Αυτοκρατορίας, είχε ερμηνευτεί από τους Νεότουρκους ως αφομοίωση των μειονοτήτων με βίαιη κρατική παρέμβαση και όχι τελικά ως παράλληλη ειρηνική διαβίωση.
Τα σχέδια για ένα μονοεθνικό τουρκικό κράτος προανάγγειλε το στέλεχος των νεοτούρκων Ναζίμ μπέης σε συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε και στην «Αθήναι», την 8/9/1908. Στην ουσία, πολλά μέτρα που αναγγέλθηκαν προς όφελος, θεωρητικά, της ισότητας, αποδείχτηκαν τελικά στην πράξη μέσα καταπίεσης των Ελλήνων υπηκόων της Αυτοκρατορίας, όπως η υποχρεωτική στράτευση και η άρση των προνομίων των κοινοτήτων.

Παράλληλα, η εδαφική συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προκάλεσαν περαιτέρω έξαρση του τουρκικού εθνικισμού, ενώ οι μειονότητες της χώρας αντιμετωπίζονταν με απροκάλυπτη εχθρότητα. Κατά το διάστημα εκείνο (1908-1912) ξέσπασαν σειρά από εξεγέρσεις και πόλεμοι, όπως με την Ιταλία και τις χριστιανικές χώρες των Βαλκανίων (Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος).

Οικονομικοί παράγοντες

Επιπρόσθετος λόγος, που προκάλεσε τη γενοκτονία, ήταν και ο οικονομικός παράγοντας. Μεγάλο μέρος του εμπορίου και της βιομηχανίας είχε συγκεντρωθεί στα χέρια των Ελλήνων, γεγονός που αποτελούσε εμπόδιο στην επιδίωξη των Γερμανών να ολοκληρώσουν την οικονομική διείσδυση στην υπανάπτυκτη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Προς αυτό το σκοπό, προπαγανδιστικά φυλλάδια της Γερμανικής Τράπεζας Παλαιστίνης, το 1915, προέτρεπαν τους Τούρκους να μην έχουν καμία οικονομική σχέση με Έλληνες και Αρμένιους.

Γερμανοί στρατιωτικοί υπέδειξαν τον εκτοπισμό των ελληνικών πληθυσμών της ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας, κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, με σκοπό τη συστηματική μεθόδευση της μαζικής μεταφοράς χιλιάδων Ελλήνων, θεωρητικά για «στρατιωτικούς λόγους», που στην εφαρμογή του, αποσκοπούσε στη φυσική τους εξόντωση.

Α΄ Φάση (1913-1914)

Προοίμιο αυτών των πολιτικών ήταν ο εμπορικός αποκλεισμός της περιόδου 1909-1911, ενώ τον Ιούλιο του 1913 εγκαθιδρύθηκε δικτατορία από το νεοτουρκικό κομιτάτο. Η έναρξη γενικευμένων διωγμών ξεκίνησε κατά τα τέλη του 1913, με το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων,[9] ενώ αρχικός στόχος ήταν οι ελληνικοί πληθυσμοί της Ανατολικής Θράκης. Με την καθοδήγηση όμως Γερμανών συμβούλων της Οθωμανικής Αυτοκρατορία, από τον Μαϊού του 1914, οι διώξεις επεκτάθηκαν επίσης και στη δυτική Μικρά Ασία.

Επιχειρήσεις μαζικών εκτοπισμών-Προγραμματισμός και υποστήριξη από Γερμανούς συμβούλους

Η φλεγόμενη Φώκαια, κατά τη διάρκεια των σφαγών από τουρκικές συμμορίες ατάκτων. Ο εκτοπισμός των Ελλήνων κατοίκων από αυτές τις περιοχές έγινε με το πρόσχημα της ασφάλειας των συνόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την Ελλάδα, με την παράλληλη υποστήριξη Γερμανών. Όμως το ελληνικό κράτος, εκείνη την εποχή, ήταν ουδέτερο στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ήταν γερμανόφιλος. Παρ' όλα αυτά οι ελληνικές κοινότητες, ανεξαιρέτως, θεωρούνταν ύποπτες στις τουρκικές Αρχές.

Σε διαταγή της Οθωμανικής Κυβέρνησης στις 14 Μαΐου 1914, η οποία διοχετεύτηκε στον ευρωπαϊκό τύπο, δίνονταν οδηγίες για τη διεξαγωγή του εκτοπισμού του ελληνικού πληθυσμού, ενώ υπενθυμίζονταν ότι έπρεπε οι εκτοπισμένοι να υπογράψουν πιστοποιητικά ότι εγκαταλείπουν ηθελημένα τα σπίτια τους. Για τους εκτοπισμούς φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκαν μέθοδοι εμπνευσμένες από Γερμανούς συμβούλους. Ήδη από το τέλος του 1913 τη στρατιωτική διοίκηση της Τουρκίας είχε αναλάβει ο Γερμανός στρατηγός Λίμαν φον Σάντερς. Ο τελευταίος θεώρησε ως επιτακτική ανάγκη την απομάκρυνση από τις περιοχές που γειτνιάζουν με την Ελλάδα, δηλαδή τα δυτικά μικρασιατικά παράλια, των ελληνικών πληθυσμών. Η ζώνη που έπρεπε να εκκενωθεί από τους Έλληνες ξεκινούσε από την περιοχή του Αδραμύττιου, βόρεια, ως και απέναντι από τη Σάμο, ενώ συπεριελάμβανε και μερικές δεκάδες χιλιόμετρα προς την ενδοχώρα.

Η επιχείρηση της εκκένωσης εκδηλώθηκε συντονισμένα και ομοιόμορφα σε όλους τους οικισμούς. Αρχικά σημειώθηκε οργανωμένη ανθελληνική εκστρατεία στον τουρκικό τύπο και εντάθηκαν οι πιέσεις ώστε να προκληθεί εκούσια φυγή των ελληνικών πληθυσμών. Ταυτόχρονα, δίνονταν οπλισμός στον τουρκικό πληθυσμό, ενώ απαγορεύονταν η κατοχή όπλων στους Έλληνες. Επίσης, δημιουργήθηκε πρόχειρη χωροφυλακή, αμιγώς από Τούρκους, για να αναλάβει την επιχείρηση της εκκένωση. Τελικά, όσοι δεν κατάφεραν να διαφύγουν προς την Ελλάδα, που δέχτηκε εκείνο το διάστημα το πρώτο κύμα προσφύγων, εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.

Ο συνολικός αριθμός των εκτοπισμένων από τη δυτική Μικρά Ασία (πριν εισέλθει η Οθωμανική Αυτοκρατορία στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), σύμφωνα με στατιστική του Οικουμενικού Πατριαρχείου ήταν 153.890 Έλληνες, σε αυτή τη φάση των διωγμών. Το ελληνικό στοιχείο εκδιώχθηκε τότε κυρίως από την περιοχή της Ερυθραίας, το Αδραμύττιο, το Δικελί, την Πέργαμο και τη Φώκαια. Μάλιστα, στη Φώκαια η επιχείρηση εκκένωσης, συνοδεύτηκε από ακρότητες και σφαγές κατά του άμαχου πληθυσμού.

Από την άλλη πλευρά, ο Ελληνισμός των μεγάλων αστικών κέντρων, Κωνσταντινούπολης και Σμύρνης, δεν εκτοπίστηκε λόγω πρακτικών δυσκολιών που συναντούσε το εγχείρημα. Όμως δηλώσεις Οθωμανών αξιωματούχων προκαλούσαν ιδιαίτερο πανικό για το μέλλον των κοινοτήτων των αστικών αυτών κέντρων, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός να τα εγκαταλείψει. Παράλληλα, ο οικονομικός αποκλεισμός, οι διώξεις κατά συγκεκριμένων προσωπικοτήτων και η άρση των παλιών προνομίων των κοινοτήτων, δημιούργησαν κλίμα τρομοκρατίας, ενώ στις 22 Αυγούστου, πολιορκήθηκε το μητροπολιτικό μέγαρο στη Σμύρνη που τελικά κατέληξε σε εξορισμό του Μητροπολίτη Χρυσόστομου από τις οθωμανικές αρχές. Χαρακτηριστικό της εγκατάλειψης ήταν και η μείωση του αριθμού των μαθητών των ελληνικών σχολείων της Κωνσταντινούπολης κατά 30%-40%.

Διαμαρτυρίες από την Ελληνική Κυβέρνηση

Η ελληνική αντίδραση για τους διωγμούς εκδηλώθηκε σε έντονο ύφος με δύο ρηματικές διακοινώσεις στις οθωμανικές αρχές. Ειδικά η δεύτερη είχε ως αποτέλεσμα να αναβληθεί η εκκένωση του Αϊβαλίου. Εκείνη την εποχή συμφωνήθηκε, σε διπλωματικό επίπεδο, η δημιουργία μεικτής επιτροπής, με σκοπό την ανταλλαγή Ελλήνων της Μικράς Ασίας, με Τούρκους των περιοχών που είχε ενσωματώσει η Ελλάδα κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Αλλά και μετά τη συγκρότηση της επιτροπής οι διωγμοί των ελληνικών πληθυσμών δεν έπαυσαν. Μάλιστα οργανωμένες συμμορίες ατάκτων, καθώς και η πρόχειρη τουρκική χωροφυλακή, βρίσκονταν πολλές φορές εκτός ελέγχου, και εκτελούνταν δολοφονίες. Παράλληλα, η κωλυσιεργία της Υψηλής Πύλης στο θέμα της αναγνώρισης της κινητής περιουσίας των ελληνικών πληθυσμών οδήγησε σε ναυάγιο το εγχείρημα που είχε αναλάβει η επιτροπή.

Διαμαρτυρίες πραγματοποιήθηκαν ακόμη και μέσα από το Οθωμανικό Κοινοβούλιο, από τον βουλευτή Αϊδινίου, Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη, για τη συνέχιση των διωγμών.

Β΄ Φάση (1914-1918)

Νέα μέτρα εξόντωσης των μειονοτήτων

Η είσοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Α' Παγκόσμιο Πόλεμο σήμανε και την έναρξη νέων κυμάτων διωγμών. Αρχικά εφαρμόστηκαν σειρά από οικονομικά μέτρα, για την ικανοποίηση των αναγκών του πολέμου. Πέρα από την κατάργηση των διομολογήσεων, πραγματοποιήθηκαν επιτάξεις με καθαρά εθνικές διακρίσεις εντός του πληθυσμού, ενώ επιτάσσονταν, θεωρητικά για τις πολεμικές ανάγκες, ακόμη και είδη πολυτελείας. Το 1915, η οθωμανική κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να θέσει το εμπόριο αποκλειστικά σε τουρκικά χέρια, ίδρυσε στη Σμύρνη μια αποκλειστικά μουσουλμανική εταιρεία, που ασκούσε το μονοπώλιο στις εισαγωγές και εξαγωγές.

Επιπρόσθετα, οι οθωμανικές αρχές απαίτησαν την απόλυση όλων των Ελλήνων που απασχολούνταν σε ξένες επιχειρήσεις στη Σμύρνη και την αντικατάστασή τους με Μουσουλμάνους.

Ένα ακόμη σημαντικό μέτρο που ενεργοποίησε τη επόμενη φάση των μαζικών εξοντώσεων, ενώ αρχικά φαινόταν ως μέτρο προώθησης της ισότητας των μειονοτήτων, ήταν η στρατιωτική θητεία. Το διάταγμα για τη μαζική στρατολόγηση, αφορούσε όλους τους Οθωμανούς υπηκόους από 20 έως 45 ετών, ενώ υπήρχε η δυνατότητα εξαγοράς. Όμως όσοι ήταν πάνω από 45 ετών, υποχρεώθηκαν να εργαστούν στα περιβόητα "Τάγματα Εργασίας", το οποία στην ουσία ήταν στρατόπεδα συγκέντρωσης για την εξόντωση των ελληνικών, αλλά και των άλλων χριστιανικών πληθυσμών της χώρας. Δηλαδή, για τις μεγαλύτερες ηλικίες η στρατιωτική θητεία υποκαταστάθηκε με καταναγκαστικά έργα σε λατομεία, ορυχεία, δρόμους και αγρούς. Οι πορείες προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, πραγματοποιούνταν σε άθλιες συνθήκες, ενώ όσοι επιβίωναν της απάνθρωπης πεζοπορίας και των επιδημιών, κατέληγαν και οδηγούνταν υποσιτισμένοι στα βάθη της Μικράς Ασίας, σε Άγκυρα, Ικόνιο, Σεβάστεια, Ερζερούμ ή Μερσίνη.

Σύμφωνα με την έκθεση Ελλήνων βουλευτών της τουρκικής βουλής που υποβλήθηκε το 1918, τα θύματα των διωγμών συνολικά, νεκροί και εκτοπισμένοι υπολογίζονται σε 750.000.

Τα «Τάγματα Εργασίας»

Οι εκτοπίσεις ελληνικών πληθυσμών στη δυτική Μικρά Ασία γενικεύτηκαν από τη στιγμή που ξεκίνησε η πολεμική επιχείρηση στα Δαρδανέλλια, τον Φεβρουάριο του 1915. Οι μετατοπίσεις εξυπηρετούσαν τη δημιουργία αμιγώς τουρκικών πληθυσμών στην περιοχή. Μάλιστα στους εκτοπισμένους ανακοινωνόταν ότι το μέτρο αυτό ήταν αναγκαίο λόγω του υποτιθέμενου κινδύνου από τον συμμαχικό στόλο. Όμως αμέσως μετά την αποχώρησή τους, τουρκικοί πληθυσμοί από γειτονικές περιοχές καταλάμβαναν τα σπίτια τους. Από τη συντονισμένη εκτέλεση του μέτρου αυτού σε όλους τους οικισμούς της περιοχής διαφαίνεται ότι μεθοδεύτηκε από κεντρικό όργανο της οθωμανικής εξουσίας.

Η τουρκική χωροφυλακή εμφανιζόταν στους υπό διωγμό οικισμούς με ρητές διαταγές από την οθωμανική διοίκηση. Πραγματοποιούνταν άμεσα η συγκέντρωση των κατοίκων σε κάποιο κεντρικό σημείο (συνήθως στην πλατεία) και από εκεί διατάζονταν απ' ευθείας για αναχώρηση προς άγνωστο σημείο. Οι εκτοπισμένοι απαγορεύονταν αυστηρά να μεταφέρουν μαζί τους τρόφιμα, ρούχα ή στρώματα. Η εποχή που πραγματοποιούνταν οι εκτοπισμοί, ήταν συνήθως κατά τους χειμερινούς μήνες, με δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Κατά τη διάρκεια της πεζής πορείας πραγματοποιούνταν σταθμεύσεις μόνο σε ακατοίκητες περιοχές στο ύπαιθρο, ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο οι εκτοπισμένοι να εφοδιαστούν. Επίσης, απαγορεύονταν η περιποίηση των αρρώστων και η ταφή των νεκρών. Ιδιαίτερα, με θάνατο τιμωρούνταν η ελεημοσύνη από ομογενείς και η παροχή ασύλου στα εγκαταλειμμένα βρέφη.

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, επιβάλλονταν η απολύμανση όλων σε οθωμανικά λουτρά (χαμάμ) και αμέσως μετά η έκθεση στην παγωμένη ύπαιθρο για επιθεώρηση και ιατρική εξέταση. Εκεί πραγματοποιούνταν και οι "εκκαθαρίσεις", μεταξύ των εκτοπισμένων, μέτρο που αποδίδεται σε γερμανική εισήγηση. Η πορεία συνεχίζονταν από τους εναπομείναντες, με πλήρη ασιτία.

Προκειμένου να αποφύγουν, όσοι είχαν τη δυνατότητα, τα Τάγματα Εργασίας είτε εξαγόραζαν τη θητεία τους ξεπουλώντας όμως σε αυτή την περίπτωση την περιουσία τους, είτε, ιδιαίτερα οι φτωχότεροι, κατέφευγαν στα βουνά και χαρακτηρίζονταν λιποτάκτες από τις αρχές. Όμως οι συγγενείς τους αναγκάζονταν να υποστούν σκληρά αντίποινα, επομίζωμενοι βαρύτατες ευθύνες. Μάλιστα τον Μάρτιο του 1916, νέος οθωμανικός νόμος καταργεί την εφάπαξ εξαγορά της θητείας και θεσπίζει ετήσιο φόρο με αναδρομικό χαρακτήρα. Ως απόρροια αυτού του μέτρου, σημειώθηκαν χιλιάδες λιποταξίες, αλλά ακολούθησε αμείλικτη αντίδραση με κύμα εκτελέσεων από τους Τούρκους. Πάντως, σε σχέση με τη Γενοκτονία των Αρμενίων, που διέπραξαν οι οθωμανικές αρχές κατά τα προηγούμενα έτη, για την εξόντωση των ελληνικών πληθυσμού, προτιμήθηκαν λύσεις που θα οδηγούσαν στον αργό, αλλά σταδιακό, αφανισμό, προκειμένου να αποφευχθεί, όσο το δυνατόν, η διεθνής κατακραυγή από το νέο κύμα ωμοτήτων.

Δυτική Μικρά Ασία

Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, σε αυτό το στάδιο, ξεκίνησαν από τη βορειοδυτική Μικρά Ασία (περιοχή Μαρμαρά) και επεκτάθηκαν στην Ιωνία, νοτιοδυτική Μικρά Ασία και τον Πόντο. Το φθινόπωρο του 1914 εκκενώθηκαν 70 οικισμοί στην περιοχή της Μάκρης και του Λιβισίου, ενώ οι περισσότεροι από τους εναπομείναντες κατοίκους, με την πίεση συνεχών διωγμών από την τουρκική χωροφυλακή, πέθαναν από ασιτία σε περιβάλλον απομόνωσης. Τον Φεβρουάριο του 1916 εκτοπίστηκαν οι ελληνικοί πληθυσμοί της Νέας Εφέσου και ακολούθησαν τους επόμενους μήνες, του Γκιουλ Μπαξέ και του Γιατζιλάρ.

Κατά την άνοιξη του επόμενου έτους, οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις επεκτάθηκαν στο Αϊβαλί, το οποίο είχε εξαιρεθεί κατά την πρώτη περίοδο των διωγμών.  Πάνω από 20.000 κάτοικοι αναγκάστηκαν σε πορεία προς την ενδοχώρα, όπου μεγάλος μέρος πέθανε από τις κακουχίες και τις ακρότητες που υπέστη από τουρκικά τμήματα. Μάλιστα το γεγονός ότι η επιχείρηση εκκαθάρισης του Αϊβαλίου πραγματοποιήθηκε ύστερα από γερμανική εντολή, έκανε αμφίβολο το μέλλον του γερμανόφιλου Έλληνα βασιλιά Κωνσταντίνου

Πόντος

Μέχρι και τις παραμονές του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ελληνισμός του Πόντου βρισκόταν σε οικονομική άνθηση, αλλά με το ξέσπασμά του, είχε την ίδια τύχη με την υπόλοιπη Μικρά Ασία, με εκκενώσεις οικισμών, τάγματα εργασίας, εκτελέσεις λιποτακτών και με αντίποινα στις οικογένειές τους. Όμως η γεωστρατηγική θέση της περιοχής, κοντά στις επιχειρήσεις του ρωσσο-τουρκικού μετώπου, είχε ως επακόλουθο να δοκιμαστεί πιο έντονα. Ιδιαίτερα η τουρκική ήττα στην περιοχή, στο Σαρικαμίς το 1915, αποδόθηκε στους Έλληνες που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στρατό. Ως συνέπεια αυτού, όλοι οι στρατολογημένοι Πόντιοι εξαναγκάστηκαν σε στρατολόγηση στα τάγματα εργασίας.

Έτσι δεν άργησαν να εκδηλώνονται κύματα λιποταξίας, με τον κόσμο να καταφεύγει στα βουνά. Μάλιστα στην επαρχία Κερασούντας, για αυτό τον λόγο, κάηκαν 88 χωριά ολοσχερώς μέσα σε τρεις μήνες. Οι Έλληνες της επαρχίας, περίπου 30.000, αναγκάστηκαν να διανύσουν πεζή πορεία προς την Άγκυρα κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Αναπόφευκτα το ένα τέταρτο αυτών πέθαναν καθ' οδόν.

Οι διώξεις προκάλεσαν τη δημιουργία θυλάκων αντίστασης από τους Πόντιους. Τελικά οι διώξεις εντάθηκαν με την έκδοση διατάγματος, τον Δεκέμβριο του 1916, που προέβλεπε την εξορία όλων των ανδρών από 18 ως 40 ετών και τη μεταφορά των γυναικόπαιδων στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Η εφαρμογή αυτού του μέτρου ξεκίνησε από την Άνω Αμισό και στην Μπάφρα. Στην επαρχία Αμάσειας 72.375 Έλληνες, από τους συνολικά 136,768, εκτοπίστηκαν, από τους οποίους το 70% πέθανε από τις κακουχίες.[18] Πολλοί Πόντιοι θέλησαν να αντισταθούν οργανώνοντας, στις ορεινές εκτάσεις του Πόντου, αντάρτικα εναντίον του τακτικού στρατού, όπως στη Σάντα.

Στον Άγιο Γεώργιο Πατλάμ της Κερασούντας είχαν συγκεντρωθεί 3.000 Έλληνες, οι οποίοι έγκλειστοι και σε συνθήκες ασιτίας από τις οθωμανικές αρχές, βρήκαν αργό θάνατο. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου εξορίστηκαν συνολικά 235.000 Πόντιοι, ενώ 80.000 μετανάστευσαν στη Ρωσία.

Πάντως, λιγότερο έντονες ήταν οι διώξεις που υπέστησαν, τότε, οι Έλληνες του ανατολικού Πόντου, στην περιοχή της Τραπεζούντας, κυρίως λόγω της ικανότητας του μητροπολίτη Χρύσανθου να συνδιαλλάσσεται με τις τοπικές αρχές, αλλά και από το γεγονός ότι από τον Απρίλιο του 1916 η περιοχή καταλήφθηκε από τον ρωσικό στρατό.

Διεθνής αναγνώριση

Στο 1998 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη «της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρας εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος». Τον Δεκέμβριο 2007 η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars ή IAGS) αναγνώρισε επίσημα τη γενοκτονία των Ελλήνων, μαζί με την γενοκτονία των Ασσυρίων.

Οι τουρκικές κυβερνήσεις αρνούνται πως υπήρξε γενοκτονία και τοποθετούν επισήμως το θάνατο των Ελλήνων στα πλαίσια των ευρύτερων απωλειών του πολέμου, του λιμού ή άλλων κοινωνικών αναταράξεων. Στα πλαίσια της πολιτικής άρνησης των γενοκτονιών των Ελλήνων, όπως και των Αρμενίων και Χριστιανών Ασσυρίων, το τουρκικό κράτος χρηματοδοτεί στο εξωτερικό ενέργειες που αντισταθμίζουν, ελαχιστοποιούν, σχετικοποιούν και υποβαθμίζουν αυτές τις γενοκτονίες.


e-pontos.gr

14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ : Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι ένας ακόμα σημαντικός εορτολογικός σταθμός της Εκκλησίας μας.
Οι πιστοί την ημέρα αυτή καλούνται να τιμήσουν και να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου ώστε να αντλήσουν δύναμη και χάρη από αυτόν.
Η μεγάλη αυτή Δεσποτική εορτή δίνει επίσης την ευκαιρία σε όλους μας να σκεφτούμε ορισμένες βασικές αρχές και αλήθειες της πίστης μας, οι οποίες είναι συνυφασμένες με τη θεολογία του Σταυρού.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η οποία διασώζει μόνη Αυτή ανόθευτη την βιβλική και πατερική διδασκαλία, αποδίδει την προσήκουσα τιμή στο Σταυρό του Χριστού, ως το κατ' εξοχήν όργανο και σύμβολο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Σε αντίθεση με την ποικίλη ετεροδοξία, η οποία, είτε αδιαφορεί να αποδώσει τιμή στο Σταυρό (Προτεσταντισμός), είτε πολεμά ευθέως Αυτόν, ως ειδωλολατρικό σύμβολο (Mάρτυρες του Ιεχωβά). Η Εκκλησία μας θέσπισε πολλές φορές προσκύνησης και τιμής του Σταυρού καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, με αποκορύφωμα τη μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως, στις 14 Σεπτεμβρίου.
Ο Σταυρός του Κυρίου αποτελεί για τη χριστιανική πίστη κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού, διότι η σημασία του είναι πραγματικά τεράστια. Ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση λειτουργούν ως δυο βασικοί άξονες πάνω στους οποίους κινείται η ζωή των πιστών χριστιανών. Η Ανάσταση έπεται του Σταυρού και προϋποθέτει το Σταυρό και ο Σταυρός προμηνύει την Ανάσταση. Χωρίς Σταυρό δεν γίνεται Ανάσταση. Πάνω σε αυτές τις αρχές στηρίζεται η θεολογία του Σταυρού και η σπουδαία σημασία του για τη ζωή της Εκκλησίας.
Ο μέγας απόστολος των Εθνών Παύλος, ο κατ' εξοχήν θεολόγος του Σταυρού, τονίζει συχνά στις θεόπνευστες επιστολές του ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι γι' αυτόν και για την Εκκλησία καύχηση. «εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Γαλ.6:13), διότι « ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι,»(Α΄Κορ. 1:17»,επιεδή ο Ιησούς Χριστός «εγενήθη εν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις» (1 Κορ.1:30) ως ο «Εσταυρωμένος» (1 Κορ.1:23). Ο Κύριος της δόξης «υπό χειρών ανόμων» καρφώθηκε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να υποστεί το επώδυνο μαρτύριο της σταυρώσεως και να πεθάνει ως έσχιστος κακούργος.
Αλλά όμως η ανθρώπινη αυτή κακουργία, εξ αιτίας της άμετρης θείας αγάπης, λειτούργησε ευεργετικά για το θεοκτόνο ανθρώπινο γένος, «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε. Πολλώ ουν μάλλον δικαιοθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι' αυτού από της οργής. Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ.5:8-10).
Ο Σταυρός πριν τη μεγάλη σταυρική θυσία του Χριστού ήταν έχθιστο φονικό όργανο εκτέλεσης κακούργων. Όποιος πέθαινε δια της σταυρώσεως χαρακτηρίζονταν «επικατάρατος» (Γαλ.3:1). Αφότου όμως ο σαρκωμένος Θεός πέθανε ως κακούργος πάνω στο εγκάρσιο ξύλο, αυτό κατέστη πηγή απολυτρώσεως. Από μέσο θανατώσεως μεταβλήθηκε σε ακένωτη πηγή ζωής, από αποκρουστικό και απαίσιο όργανο των δημίων έγινε φωτεινό σύμβολο και δίαυλος ευλογιών, από ξύλο πόνου και ωδίνων κατέστη καταφύγιο ανάπαυσης και χαράς.
 Η παράδοξη αυτή και μεγάλη αλλαγή συντελέσθηκε επειδή η άμετρη θεία αγάπη και ευσπλαχνία δε λειτούργησε εκδικητικά προς την ανθρώπινη αγνωμοσύνη και κακουργία. Μέσα στην απύθμενη θεία φιλανθρωπία δεν υπάρχει «χώρος» για μίσος, θυμό και εκδίκηση. Ο Θεός, ως η απόλυτη αγάπη (Α΄ Ιωάν.4:8,) αντί εκδίκησης ανταπέδωσε στον άνθρωπο ευσπλαχνία και του δώρισε τη λύτρωση από τα πικρά δεσμά της αμαρτίας και του κακού και του χάρισε την αιώνια ζωή.
 Χάρη λοιπόν στην άμετρη αγάπη του Θεού, το φρικτό φονικό όργανο των ανθρώπων μετεβλήθη σε πηγή αγιασμού και απολυτρώσεως.
 Σύμφωνα με την υψηλή θεολογία του ουρανοβάμωνος Παύλου ο Σταυρός του Χριστού από ατιμωτικό και φρικτό φονικό όργανο θανατώσεως των κακούργων ανθρώπων, μετεβλήθη, μετά το σταυρικό θάνατο του Κυρίου, σύμβολο σωτηρίας, μέσο συμφιλίωσης με το Θεό και πηγή αγιασμού.
Η ανθρώπινη κακία έδωσε στο Θεό πόνο και θάνατο δια του ξύλου του Σταυρού, η θεία ανεξικακία και άκρα φιλανθρωπία, έδωσε, αντίθετα, στο δήμιό Του αγάπη και λύτρωση! Η δύναμη λοιπόν του Σταυρού έγκειται στην ακένωτη αγάπη του Θεού, η οποία διοχετεύεται πλέον στην ανθρωπότητα και σε ολόκληρη τη δημιουργία μέσω του Σταυρού.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχοντας υπόψη τους αυτή τη μεγάλη αλήθεια διατύπωσαν την περίφημη θεολογία του Σταυρού. Το ιερότατο αυτό σύμβολο είναι πια συνυφασμένο με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από Εκείνον αντλεί την ανίκητη δύναμή του, τον αγιασμό και τη χάρη. Γι' αυτό και δεν είναι ειδωλολατρία να προσκυνείται από τους πιστούς, διότι προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού, σημαίνει προσκύνηση του ιδίου του Χριστού, του Οποίου είναι το σημείο και η ενθύμηση της απολυτρωτικής Του θυσίας.
Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί πλέον την ενοποιό δύναμη της ανθρωπότητας. Αν το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού στην Εδέμ (Γεν. γ΄ κεφ.) έγινε πρόξενος κακού και έχθρας του ανθρωπίνου γένους, το ξύλο του Σταυρού έγινε σημείο επανένωσης των ανθρώπων στο Σώμα Του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα δύο εγκάρσια ξύλα, που συνθέτουν το σύμβολο του Σταυρού, συμβολίζουν την ένωση των ανθρώπων με το Θεό (κάθετο ξύλο) και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους (εγκάρσιο ξύλο). Φυσικά η ένωση των ανθρώπων περνά αναγκαστικά από τη σχέση τους με το Θεό. Το εγκάρσιο ξύλο παριστά, επίσης, τα δύο χέρια του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας, τα οποία είναι ανοιγμένα για να αγκαλιάσουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Μέσα σε αυτή τη θεώρηση η νέα εν Χριστώ ανθρώπινη κοινωνία έχει διαφορετική υφή από τις προχριστιανικές και εξωχριστιανικές κοινωνίες. Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού του Χριστού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης.
 Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι ακόμα η φοβερή δύναμη κατά των αντίθεων δυνάμεων. Μέχρι το σταυρικό θάνατο του Χριστού, ως όργανο του κακού, χρησιμοποιούνταν για την καταστροφή και το θάνατο. Αφότου ο Θεός καταδέχτηκε να καρφωθεί και να πεθάνει πάνω σ' αυτόν μεταβλήθηκε σε όπλο εναντίων εκείνων που το χρησιμοποιούσαν.
 Η Εκκλησία μας ψάλλει θριαμβευτικά: «Κύριε όπλον κατά του διαβόλου τον σταυρόν Σου ημίν δέδωκας, φρύττει γαρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησεν». Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι το θαυμαστό φυλακτήριο των πιστών. Δεν υπάρχει αγιαστική πράξη της Εκκλησίας μας που να μην σταυρώνονται οι πιστοί, δεν υπάρχει στιγμή προσευχής που να μην ποιούμε το σημείο του Σταυρού, δεν υπάρχει δύσκολη στιγμή που να μην αγιάζουμε το σώμα μας με το σημείο του Σταυρού για να θωρακιζόμαστε έτσι κατά των δυνάμεων του κακού. Ο Τίμιος Σταυρός αντικατέστησε όλα τα δεισιδαίμονα και αναποτελεσματικά φυλακτήρια του παρελθόντος.
Οι πιστοί πλέον φέρουν με καμάρι Αυτόν ως πολύτιμο και αποτελεσματικό φυλακτήριο κατά του κακού, αλλά και ως ομολογία της πίστης τους στην μεγάλη απολυτρωτική θυσία του Χριστού. Πρέπει να επισημάνουμε εδώ την φανερή αποστροφή, ακόμα και την έχθρα προς τον Σταυρό του Χριστού, πολλών αιρετικών χριστιανικών ομάδων. Στο σύνολό του, λοιπόν, ο προτεσταντικός κόσμος δεν αποδίδει καμιά τιμή στο Σταυρό. Είναι γνωστό πως οι προτεστάντες δεν κάνουν το σημείο του Σταυρού και χρησιμοποιούν αυτόν μόνο ως διακοσμητικό στοιχείο!.
 Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά μάλιστα, χειρότερα από αυτούς μάχονται με λύσσα το σημείο του Σταυρού. Δεν προφέρουν καν το όνομα Σταυρός και αντ' αυτού τον ονομάζουν πάσαλο. Στην Καινή Διαθήκη έχουν αντικαταστήσει την ονομασία του Σταυρού με ξύλο!
 Η κατάσταση της κατάνυξης και της χαρμολύπης που δημιουργεί στην ψυχή μας η παρουσία και θέα του Τιμίου Σταυρού μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό (Ματθ.16:24), ελπίζοντας εξάπαντος στην επερχόμενη ανάσταση, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτή η ακράδαντη πίστη μας δίνει δύναμη και μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με αισιοδοξία, σε αντίθεση με την παποπροτεστατική Δύση, η οποία ζητά εναγωνίως την ευδαιμονία χωρίς τη θυσία, δηλαδή ζητά την ανάσταση χωρίς το σταυρό. Γι' αυτό και δεν μπορεί να τη συναντήσει πουθενά.
 Η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας έχει ως βάση την παύλειο αρχή «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει»(Ρωμ.6:8-9). Αυτό μας κάνει να ξεχωρίζουμε από την αιρετική Δύση, η οποία όζει από απαισιοδοξία, εξαιτίας του πνευματικού της θανάτου, μη έχοντας ελπίδα αναστάσεως, διότι δεν πιστεύει στη δύναμη του Σταυρού του Χριστού και δεν έχει την ταπεινή διάθεση να συσταυρωθεί μαζί Του, για να μπορέσει έτσι να συναναστηθεί με Αυτόν.
 Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να λάβει τον θείο αγιασμό μέσω του Σταυρού είναι απαραίτητο να πιστέψει στο Λυτρωτή Χριστό και στην σταυρική απολυτρωτική Του Θυσία. Επίσης πρέπει να σταυρώσει και αυτός τον εαυτό του όπως και ο Χριστός, να συσταυρωθεί μαζί Του, όχι βέβαια κυριολεκτικά όπως κάνουν κάποιοι παπικοί, που κάθε χρόνο τη Μ. Παρασκευή σταυρώνονται σε ξύλο σταυρού, αλλά πρέπει να σταυρώσει ο άνθρωπος όχι το σαρκίο του, αλλά τον αμαρτωλό και κακό εαυτό του, «ταις του βίου ηδοναίς», όπως προτρέπει ο ιερός υμνογράφος της Μ. Εβδομάδος. «ίνα και συζήσωμεν αυτώ (τω Χριστώ)».
Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι μια ακόμα ευκαιρία για όλους μας να σκεφτούμε τις άπειρες δωρεές του Θεού στη ζωή μας. Να στρέψουμε το βλέμμα μας στο εκθαμβωτικό φως του Σταυρού προκειμένου να διαλύσουμε το σκοτεινό έρεβος των αμαρτιών της ψυχής μας.
 Δεν έχουμε πολλές επιλογές, ή αποδεχόμαστε τη λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού και σωζόμαστε, ή παραμένουμε δούλοι της αμαρτίας και φορείς του κακού και χανόμαστε. Η κλήση προς τη λύτρωση είναι πάντα ανοιχτή, φτάνει να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση και να την αποδεχτούμε. Ο Κύριος μας περιμένει.

http://1myblog.pblogs.gr/2010/08/h-ypswsh-toy-timioy-stayroy-14-septembrioy.html 

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

9η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1926 : Η ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ Η ΑΘΗΝΑ ΕΓΙΝΕ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ ΜΕ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 400ους ΝΕΚΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΡΑΥΜΑΤΙΕΣ


Γραφει ο Ιωάννης Δασκαρόλης

Πριν από εκατό χρόνια, πυροβόλα και τεθωρακισμένα συγκρούστηκαν στην καρδιά της πρωτεύουσας. Η αιματηρή διάλυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων, η εξέγερση στους δρόμους και το βίαιο τέλος μιας εποχής στρατιωτικών κινημάτων. 

Το πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου 1926 οι Αθηναίοι ξύπνησαν σε μια πόλη που έμοιαζε να προετοιμάζεται για πόλεμο.

Από τα χαράματα στρατιωτικές περίπολοι κινούνταν στους κεντρικούς δρόμους. Στο Κολωνάκι στήνονταν πρόχειρες θέσεις μάχης. Στρατεύματα είχαν αποκλείσει τις εγκαταστάσεις των Δημοκρατικών Ταγμάτων, ενώ πυροβόλα είχαν ταχθεί στην πλατεία Ρηγίλλης, στο Γουδή και κοντά στο νοσοκομείο Συγγρού. Στρατιωτικά αυτοκίνητα χρησιμοποιούνταν ως οδοφράγματα. Δυνάμεις από τη Χαλκίδα έφθαναν εσπευσμένα στην Αθήνα.

Λίγες ώρες αργότερα, οβίδες των 75 χιλιοστών θα έπλητταν τεθωρακισμένα οχήματα στην περιοχή του Ευαγγελισμού, πολυβόλα θα έβαλλαν μέσα στην πόλη και εκατοντάδες ένοπλοι άνδρες θα συγκρούονταν σε απόσταση λίγων λεπτών από το Σύνταγμα.

Ήταν η κορύφωση μιας από τις βιαιότερες εσωτερικές συγκρούσεις που γνώρισε η Αθήνα του Μεσοπολέμου.


Από την πτώση του Πάγκαλου στη νέα κρίση

Μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε καταρρεύσει η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου. Στις 22 Αυγούστου 1926 ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης είχε επικρατήσει με τη βοήθεια, μεταξύ άλλων, των ίδιων των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Τα Τάγματα αυτά δεν αποτελούσαν συνηθισμένες μονάδες του ελληνικού Στρατού. Ήταν επίλεκτοι, καλά αμειβόμενοι σχηματισμοί, με ισχυρή πολιτική παρουσία και δικούς τους δεσμούς μέσα στο στράτευμα. Στην Αθήνα διέθεταν περίπου 1.200 άνδρες και τεθωρακισμένα οχήματα, ενώ διοικούνταν από δύο φιλόδοξους αξιωματικούς: τον Ναπολέοντα Ζέρβα και τον Βασίλειο Ντερτιλή. Για ένα διάστημα οι δύο διοικητές πίστεψαν ότι, έχοντας συμβάλει αποφασιστικά στην πτώση του Πάγκαλου, θα διατηρούσαν τη θέση τους ως εγγυητές της νέας πολιτικής κατάστασης. Η κοινωνία όμως είχε κουραστεί.

Από το 1922 η Ελλάδα είχε γνωρίσει δικτατορίες, κινήματα, αντικινήματα, στρατιωτικές επεμβάσεις και εκκαθαρίσεις. Στο μεγάλο συλλαλητήριο που πραγματοποιήθηκε στο Σύνταγμα μετά την πτώση του Πάγκαλου, το πλήθος δεν ζητούσε μόνο ελεύθερες εκλογές και οικουμενική κυβέρνηση. Ζητούσε επίμονα και τη διάλυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Ανάμεσα στα πολιτικά συνθήματα ακουγόταν και ένα πολύ περισσότερο γήινο: «φτηνό ψωμί». Η μεταπολεμική και μεταπροσφυγική Αθήνα ήταν μια πόλη πολιτικής έντασης, αλλά και βαθιάς φτώχειας.

Ταυτόχρονα, μεγάλο μέρος του σώματος των αξιωματικών θεωρούσε τα Τάγματα έναν απαράδεκτο στρατό μέσα στον Στρατό. Ο Κονδύλης βρέθηκε έτσι μπροστά σε ένα παράδοξο: οι άνθρωποι που τον είχαν βοηθήσει να φθάσει στην εξουσία είχαν μετατραπεί μέσα σε λίγες ημέρες στο μεγαλύτερο εμπόδιο για τη σταθεροποίησή της.


Η παγίδα της 8ης Σεπτεμβρίου

Το απόγευμα της 8ης Σεπτεμβρίου ο Κονδύλης υπέγραψε το διάταγμα υπ' αριθ. 21815 για τη διάλυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Η διαταγή περιείχε μια ιδιαίτερα σημαντική πρόβλεψη: οι διοικητές των κυβερνητικών μονάδων μπορούσαν να ανοίξουν πυρ εναντίον τους, εφόσον το θεωρούσαν αναγκαίο, χωρίς να ζητήσουν νέα άδεια.

Ακολούθησε μυστική στρατιωτική σύσκεψη που κράτησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Η επιχείρηση σχεδιάστηκε σαν κανονική πολεμική ενέργεια. Πεζικό, ιππικό και όλο το διαθέσιμο πεδινό πυροβολικό της Αττικής αναπτύχθηκαν γύρω από τις θέσεις των Ταγμάτων. Πυροβόλα στην πλατεία Ρηγίλλης είχαν αποστολή να εμποδίσουν την κάθοδο των τεθωρακισμένων προς το υπουργείο Στρατιωτικών. Άλλα είχαν ήδη σκοπεύσει τα παραπήγματα των Ταγμάτων.

Το πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου ο Ζέρβας ξύπνησε από έναν δημοσιογράφο που τον ειδοποίησε ότι στρατεύματα κινούνταν στην περιοχή. Ήταν ήδη αργά. Στις 8.30 είχε ολοκληρωθεί η περικύκλωση. Στις 9.15 επιδόθηκε στους δύο διοικητές η διαταγή διάλυσης. Οι άνδρες τους μπορούσαν είτε να μεταταγούν στη Χωροφυλακή με τις ίδιες αποδοχές είτε να απολυθούν λαμβάνοντας δύο μισθούς. Ζέρβας και Ντερτιλής θα αποστρατεύονταν με τιμητική σύνταξη.

Την ίδια ώρα αεροπλάνα πετούσαν πάνω από τα στρατόπεδα ρίχνοντας φυλλάδια. Ο ίδιος ο Κονδύλης προειδοποιούσε τους στρατιώτες να μην αντισταθούν, επειδή ήταν περικυκλωμένοι και η αντίσταση θα οδηγούσε σε «λουτρό αίματος». Η προειδοποίηση αποδείχθηκε προφητική.


10.05: η μοιραία απόφαση

Για περίπου μία ώρα έγιναν απεγνωσμένες προσπάθειες συμβιβασμού. Ο υποστράτηγος Παλαιολόγου, ο ναύαρχος Δεμέστιχας και άλλοι αξιωματικοί προσπάθησαν να πείσουν τον Ζέρβα να μην κινηθεί. Ο Κονδύλης δέχθηκε ακόμη και μικρή υποχώρηση των κυβερνητικών δυνάμεων, ώστε να εκτονωθεί η κατάσταση. Στο στρατόπεδο όμως η ένταση είχε ξεπεράσει κάθε έλεγχο. Όταν ένας λοχίας τόλμησε να προτείνει συνθηκολόγηση, οι άνδρες στράφηκαν εναντίον του και παραλίγο να τον λιντσάρουν. Σύμφωνα με το μεταγενέστερο κατηγορητήριο, ο λοχαγός Παπαδόπουλος απείλησε ακόμη και τον Ζέρβα ότι θα τον έδενε εάν υποχωρούσε.

Στις 10.05 ο Ζέρβας πήρε τη μοιραία απόφαση. Λίγο πριν είχε δηλώσει στους δημοσιογράφους ότι ο ίδιος και ο Ντερτιλής θα πολεμούσαν «μέχρις εσχάτων». Οι άνδρες του, με τις χαρακτηριστικές γαλάζιες στολές τους, παρατάχθηκαν πίσω από τρία τεθωρακισμένα.

Ήταν, όπως αποδείχθηκε, η τελευταία παρέλαση του Β΄ Δημοκρατικού Τάγματος. Στις 10.10 η φάλαγγα άρχισε να κινείται προς το κέντρο. Ο Ζέρβας ήταν έφιππος και τα τεθωρακισμένα προπορεύονταν. Ο προορισμός, κατά τον ίδιο αργότερα, ήταν το υπουργείο Στρατιωτικών για να συναντήσει τον Κονδύλη. Όμως μια στρατιωτική μονάδα που προχωρούσε με πολυβόλα και τεθωρακισμένα προς το κέντρο της πρωτεύουσας δύσκολα μπορούσε να θεωρηθεί απλή αντιπροσωπεία διαπραγμάτευσης.


Η έκρηξη στον Ευαγγελισμό

Στις 10.20 περίπου, κοντά στη Ριζάρειο και στον Ευαγγελισμό, οι δύο αντίπαλοι σχηματισμοί βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. Κανείς δεν μπόρεσε να αποδείξει με απόλυτη βεβαιότητα στη δίκη που ακολούθησε ποιος έριξε την πρώτη σφαίρα. Υπάρχουν όμως ισχυρές μαρτυρίες ότι οι πρώτοι πυροβολισμοί προήλθαν από κυβερνητική μονάδα.

Από εκεί και πέρα δεν υπήρχε επιστροφή. Ο αντισυνταγματάρχης Τσαγγαρίδης διέταξε γενίκευση του πυρός. Μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά, ένα πυροβόλο των 75 χιλιοστών είχε ήδη σκοπεύσει τα τεθωρακισμένα. Η πρώτη οβίδα πέτυχε το προπορευόμενο όχημα. Στο εσωτερικό του υπήρχαν 24 δοχεία βενζίνης.

Η έκρηξη ήταν τρομακτική. Το τεθωρακισμένο ανατινάχθηκε, και το πλήρωμά του απανθρακώθηκε και διαμελίστηκε. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν ο λοχαγός Ποιητίδης, κουνιάδος του Ζέρβα. Δεύτερη οβίδα χτύπησε το επόμενο τεθωρακισμένο. Μια τρίτη, με πυρά διασποράς, έπεσε πάνω στην πρώτη διμοιρία του Τάγματος και την έθεσε σχεδόν ολόκληρη εκτός μάχης.

Και τότε άνοιξαν πυρ όλες οι γύρω κυβερνητικές θέσεις. Οι άνδρες του Ζέρβα έπεσαν στο έδαφος ή κατέλαβαν τα γύρω κτίρια και ανταπέδωσαν από παράθυρα και ταράτσες. Το πυροβολικό συνέχισε να βάλει.

Οι τραυματίες ούρλιαζαν μπροστά στο μέγαρο Ταμπακόπουλου. Το κτίριο όπου είχε καταφύγει ο Ζέρβας γέμιζε νεκρούς και αιμόφυρτους στρατιώτες. Μια οβίδα έπληξε γειτονικό σπίτι και το πυρπόλησε, ενώ άμαχοι έτρεχαν πανικόβλητοι στους δρόμους. Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν λευκά σεντόνια στα παράθυρα. Ο Ζέρβας παραδόθηκε στις 13.00.


Ο Ντερτιλής και η «τρελή πορεία»

Στο άλλο στρατόπεδο ο Ντερτιλής είχε επίσης αρνηθεί να υπακούσει. Όταν του επιδόθηκε η διαταγή, απάντησε ότι η διάλυση του Τάγματός του ισοδυναμούσε με «τον θάνατον της νεαράς Δημοκρατίας». Οι άνδρες του υποσχέθηκαν ότι θα πολεμούσαν «μέχρις ενός».

Σύντομα οι θέσεις του δέχθηκαν καταιγισμό οβίδων από το Γουδή και τα Τουρκοβούνια. Οι βολές δεν περιορίστηκαν στο στρατόπεδο. Στην προσφυγική συνοικία του Θων μία οβίδα σκότωσε τον σύζυγο της Καλλινίκης Τσεβλιάδου. Δεύτερη οβίδα απέκοψε το χέρι της ίδιας από τον αγκώνα. Η γυναίκα ήταν πέντε μηνών έγκυος. Άλλες οβίδες σκότωσαν περαστικούς κοντά στο Νοσοκομείο Παίδων και κατέστρεψαν σπίτια.

Ο Ντερτιλής τότε επιχείρησε μια σχεδόν απίστευτη έξοδο. Μπήκε σε τεθωρακισμένο και κατευθύνθηκε προς το κέντρο της Αθήνας. Το όχημα πέρασε από την Κηφισίας κάτω από εκατοντάδες πυροβολισμούς, κινήθηκε μπροστά από το υπουργείο Στρατιωτικών, συνέχισε προς την Ερμού, την Αιόλου και την Ευριπίδου και τελικά έφθασε κοντά στο Ταχυδρομείο της Ομόνοιας. Οι περισσότεροι άνδρες του πληρώματος είχαν στο μεταξύ σκοτωθεί ή τραυματιστεί.

Ο Ντερτιλής, τραυματισμένος στην ωμοπλάτη, τηλεφώνησε τελικά στον Κονδύλη και παραδόθηκε.

Και τότε εξεγέρθηκε η Αθήνα

Η στρατιωτική μάχη όμως ήταν μόνο το πρώτο μέρος της ημέρας. Μόλις οι πρώτες οβίδες ακούστηκαν στο κέντρο, οι Αθηναίοι πανικοβλήθηκαν. Τα καταστήματα έκλειναν, το Χρηματιστήριο διέκοψε τη συνεδρίασή του και οι εφημερίδες κυκλοφορούσαν έκτακτα παραρτήματα.

Σύντομα η αγωνία μετατράπηκε σε οργή. Χιλιάδες πολίτες κινήθηκαν προς το Σύνταγμα φωνάζοντας:

«Κάτω τα κινήματα»

«Κάτω η στρατοκρατία»

«Ζήτω ο λαός»

«Οικουμενική».

Πολλοί πήραν σανίδες και καδρόνια από οικοδομές. Στρατιώτες και χωροφύλακες ξυλοκοπούνταν και αφοπλίζονταν. Στο Σύνταγμα, στην Ομόνοια, στη Σταδίου και στη Χαλκοκονδύλη επικρατούσε χάος. Οι διαδηλωτές έφθασαν ακόμη και στο σημείο να καταλάβουν προσωρινά το εγκαταλελειμμένο τεθωρακισμένο του Ντερτιλή, να σκαρφαλώσουν επάνω του και να το περιφέρουν στο κέντρο καλώντας τον κόσμο σε εξέγερση.

Άλλες ομάδες λεηλάτησαν αποθήκη της Χωροφυλακής και άρπαξαν 31 τυφέκια, 60 περίστροφα και 20.000 φυσίγγια.  Ακολούθησαν επιθέσεις στη Γενική Ασφάλεια, στο υπουργείο Ναυτικών και στα υπουργεία Εσωτερικών και Οικονομικών. Μια άλλη ομάδα πολιόρκησε την Εθνική Τράπεζα. Στο εσωτερικό της, υπάλληλοι και στελέχη περίμεναν με τα λιγοστά όπλα τους, ενώ το πλήθος προσπαθούσε επί μία ώρα να παραβιάσει τις βαριές σιδερένιες πόρτες.

Η κυβέρνηση απάντησε με στρατό, ιππικό και τεθωρακισμένα. Ο Κονδύλης έριξε από αεροπλάνο προκήρυξη πάνω από την πόλη: «Απαγορεύεται η συγκέντρωσις πολιτών... Οι παραβάται... διατρέχουν κίνδυνον ζωής». Μέχρι το απόγευμα ο Στρατός είχε ανακτήσει τον έλεγχο. Στη διασταύρωση Πεσμαζόγλου και Πανεπιστημίου είχαν σχηματιστεί λίμνες αίματος.



Το πρωί μετά

Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν εξακριβώθηκε ποτέ. Η επίσημη ανακοίνωση ανέφερε μόλις 29 νεκρούς και 75 τραυματίες. Όμως στην ομαδική κηδεία της επομένης ενταφιάστηκαν ήδη 43 στρατιώτες των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Άλλες πηγές μιλούσαν για 49, 70 ή 85 νεκρούς. Η έρευνα οδηγεί στην εκτίμηση ότι μόνο τα Δημοκρατικά Τάγματα πιθανότατα είχαν περισσότερους από 100 νεκρούς και πάνω από 200 τραυματίες. Υπήρχαν επιπλέον απώλειες των κυβερνητικών δυνάμεων και πολίτες νεκροί και τραυματίες.

Το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου η περιοχή του Ευαγγελισμού έμοιαζε με πεδίο μάχης. Κατεστραμμένα τεθωρακισμένα κάπνιζαν ακόμη. Οι προσόψεις των κτιρίων ήταν διάτρητες από σφαίρες. Τα καλώδια του τραμ είχαν πέσει. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι αίματα και συντρίμμια. Στα νοσοκομεία συγγενείς αναζητούσαν απεγνωσμένα τους ανθρώπους τους. Από τους νεκρούς των τεθωρακισμένων αρκετοί δεν μπορούσαν καν να αναγνωριστούν.

Ίσως αυτή να είναι και η ουσία της 9ης Σεπτεμβρίου.

Τα δημοκρατικά τάγματα είχαν μεταβληθεί σε έναν ένοπλο πολιτικό παράγοντα που δεν μπορούσε πλέον να ενσωματωθεί ομαλά στον τακτικό Στρατό. Οι διοικητές τους έλαβαν αποφάσεις που οδήγησαν αναπόφευκτα στην καταστροφή. Η κυβέρνηση Κονδύλη, από την άλλη, είχε προετοιμαστεί να τους εξοντώσει με μέσα πραγματικού πολέμου στο κέντρο μιας κατοικημένης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας.


Όταν όλα τελείωσαν, οι περισσότεροι από εκείνους που πλήρωσαν το τίμημα δεν ήταν οι άνθρωποι που είχαν διαμορφώσει την πολιτική κρίση. Ήταν απλοί στρατιώτες, περαστικοί, πρόσφυγες, εργάτες, παιδιά και γυναίκες. Στις 10 Σεπτεμβρίου σαράντα τρία φέρετρα στρατιωτών των Δημοκρατικών Ταγμάτων οδηγήθηκαν στο νεκροταφείο με τις τιμές που προβλέπονταν για άνδρες του ελληνικού Στρατού πεσόντες εν ώρα μάχης.

Οι ίδιοι άνθρωποι που, μία ημέρα νωρίτερα, είχαν χαρακτηριστεί στασιαστές και είχαν δεχθεί τις οβίδες του ελληνικού πυροβολικού, κηδεύονταν τώρα ως νεκροί στρατιώτες του ελληνικού κράτους. Η 9η Σεπτεμβρίου 1926 έκλεισε έτσι, μέσα σε αίμα, έναν πρώτο μεγάλο κύκλο της στρατοκρατίας του Μεσοπολέμου.

Και έμεινε ως μία από τις πλέον αιματηρές —και σήμερα σχεδόν λησμονημένες— ημέρες στην ιστορία της Αθήνας.

Πηγή

Ιωάννης Β. Δασκαρόλης, Δημοκρατικά Τάγματα – οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (γ΄ έκδοση), Παπαζήσης, Αθήνα 2025.


https://www.istorikathemata.com/2026/09/9-1926-400.html

ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi9AYAjQboFh1_5M3bFMvoiwdv6qY5bDyiuBuwvPV3Yjtp1ZG3BAXNnY5CWdpxeWu7FvNRIyWEpe_RHBqBZHx93XDCYKW4LJe3j_4jgmwduvaKGVqaTsCSNu7bWjJSewd6rxVoBPh5kloo/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

free counters